<?xml version="1.0" encoding="utf-8"?>
<?xml-stylesheet type="text/xsl" href="/global/feed/rss.xslt" ?>
<rss version="2.0" xmlns:atom="http://www.w3.org/2005/Atom" xmlns:googleplay="http://www.google.com/schemas/play-podcasts/1.0" xmlns:itunes="http://www.itunes.com/dtds/podcast-1.0.dtd" xmlns:media="http://search.yahoo.com/mrss/" xmlns:podaccess="https://access.acast.com/schema/1.0/" xmlns:acast="https://schema.acast.com/1.0/">
    <channel>
		<ttl>60</ttl>
		<generator>acast.com</generator>
		<title>Μίτος</title>
		<link>http://www.karakaxa.org</link>
		<atom:link href="https://feeds.acast.com/public/shows/6013ebce985ab977d52addcc" rel="self" type="application/rss+xml"/>
		<language>el</language>
		<copyright>Ilektra Mandragou</copyright>
		<itunes:keywords>greek, podcast, karakaxa, mitos,folktales,fairytales,prince,princess,king,queen,native,first nation,aborigines,asia,europe</itunes:keywords>
		<itunes:author>Ilektra Mandragou</itunes:author>
		<itunes:subtitle>Λαϊκά παραμύθια του κόσμου</itunes:subtitle>
		<itunes:summary><![CDATA[Η σειρά podcast Μίτος, σας φέρνει λαϊκά παραμύθια από όλον τον κόσμο. Μαζί με κάθε επεισόδιο, στις σημειώσεις που το συνοδεύουν, περιέχονται πληροφορίες για τον τόπο και τον λαό απ' όπου προέρχεται το εκάστοτε παραμύθι. Στο τέλος των σημειώσεων περιέχονται προειδοποιήσεις για το περιεχόμενο του παραμυθιού, καθώς και το πλήρες κείμενο για να μπορέσετε να κάνετε την επιλογή σας για το αν θα το ακούσετε ή όχι. Καλά ταξίδια!<hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></itunes:summary>
		<description><![CDATA[Η σειρά podcast Μίτος, σας φέρνει λαϊκά παραμύθια από όλον τον κόσμο. Μαζί με κάθε επεισόδιο, στις σημειώσεις που το συνοδεύουν, περιέχονται πληροφορίες για τον τόπο και τον λαό απ' όπου προέρχεται το εκάστοτε παραμύθι. Στο τέλος των σημειώσεων περιέχονται προειδοποιήσεις για το περιεχόμενο του παραμυθιού, καθώς και το πλήρες κείμενο για να μπορέσετε να κάνετε την επιλογή σας για το αν θα το ακούσετε ή όχι. Καλά ταξίδια!<hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></description>
		<itunes:explicit>false</itunes:explicit>
		<itunes:owner>
			<itunes:name>Ilektra Mandragou</itunes:name>
			<itunes:email>info@karakaxa.org</itunes:email>
		</itunes:owner>
		<acast:showId>6013ebce985ab977d52addcc</acast:showId>
		<acast:showUrl>mitos</acast:showUrl>
		<acast:signature key="EXAMPLE" algorithm="aes-256-cbc"><![CDATA[wbG1Z7+6h9QOi+CR1Dv0uQ==]]></acast:signature>
		<acast:settings><![CDATA[FYjHyZbXWHZ7gmX8Pp1rmTHg2/BXqPr07kkpFZ5JfhvEZqggcpunI6E1w81XpUaBscFc3skEQ0jWG4GCmQYJ66w6pH6P/aGd3DnpJN6h/CD4icd8kZVl4HZn12KicA2k]]></acast:settings>
        <acast:network id="6013ebce985ab977d52addcd" slug="ilektra-mandragou"><![CDATA[Ilektra Mandragou]]></acast:network>
		<itunes:type>episodic</itunes:type>
			<itunes:image href="https://assets.pippa.io/shows/undefined/1611917894468-781f140f26a7dcc628861a642c7fffe3.jpeg"/>
			<image>
				<url>https://assets.pippa.io/shows/undefined/1611917894468-781f140f26a7dcc628861a642c7fffe3.jpeg</url>
				<link>http://www.karakaxa.org</link>
				<title>Μίτος</title>
			</image>
		<item>
			<title>Το Κοράκι - Μέρος 2ο</title>
			<itunes:title>Το Κοράκι - Μέρος 2ο</itunes:title>
			<pubDate>Mon, 22 Aug 2022 09:04:59 GMT</pubDate>
			<itunes:duration>32:25</itunes:duration>
			<enclosure url="https://sphinx.acast.com/p/open/s/6013ebce985ab977d52addcc/e/63023b92e7abe50012bac54e/media.mp3" length="37594456" type="audio/mpeg"/>
			<guid isPermaLink="false">63023b92e7abe50012bac54e</guid>
			<itunes:explicit>false</itunes:explicit>
			<link>https://www.karakaxa.org/%CE%B5%CF%80%CE%B5%CE%B9%CF%83%CF%8C%CE%B4%CE%B9%CE%B1</link>
			<acast:episodeId>63023b92e7abe50012bac54e</acast:episodeId>
			<acast:showId>6013ebce985ab977d52addcc</acast:showId>
			<acast:episodeUrl>mitos99b</acast:episodeUrl>
			<acast:settings><![CDATA[FYjHyZbXWHZ7gmX8Pp1rmbKbhgrQiwYShz70Q9/ffXZMTtedvdcRQbP4eiLMjXzCKLPjEYLpGj+NMVKa+5C8pL4u/EOj1Vw4h5MMJYp0lCcFAe0fnxBJy/1ju4Qxy1fh8gO4DvlGA40yms2g0/hOkcrfHIopjTygHFqGwwOPKFIai4SuTvs86Lx3UYCyl6Zs+WO4fC9bB8/2bSJALEZpunHdJA38/ZCmkJMYOTmjFjq6PT29Ya8P+ZG9oCyCg6uuefhgcMlOu3W+RLasZCPAAwE8xliqRUhbfk6/fjJcaUsezLBZYWp05ip8MM5vsIif]]></acast:settings>
			<itunes:subtitle>Μίτος</itunes:subtitle>
			<itunes:episodeType>full</itunes:episodeType>
			<itunes:episode>99</itunes:episode>
			<itunes:image href="https://assets.pippa.io/shows/undefined/1611917894468-781f140f26a7dcc628861a642c7fffe3.jpeg"/>
			<description><![CDATA[<p>Σε αυτό το 2ο μέρος της ιερής ιστορίας των Τλίνγκιτ, το μεγαλείο το Κορακιού αποκαλύπτεται πραγματικά. Δημιουργεί πέτρες, ανθρώπους, συνεχίζει να καταβροχθίζει και να ονομάζει όλες τις δημιουργίες του!</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Περιέχει περιγραφές βίας, πρόθεση βίας, ακατάλληλο λεξιλόγιο</p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ: https://docs.google.com/document/d/1iEjgkIf-VyhKvV_z3Z0xy0nk4pFIUM5wKNeLIzsvFqk/edit?usp=sharing</p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></description>
			<itunes:summary><![CDATA[<p>Σε αυτό το 2ο μέρος της ιερής ιστορίας των Τλίνγκιτ, το μεγαλείο το Κορακιού αποκαλύπτεται πραγματικά. Δημιουργεί πέτρες, ανθρώπους, συνεχίζει να καταβροχθίζει και να ονομάζει όλες τις δημιουργίες του!</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Περιέχει περιγραφές βίας, πρόθεση βίας, ακατάλληλο λεξιλόγιο</p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ: https://docs.google.com/document/d/1iEjgkIf-VyhKvV_z3Z0xy0nk4pFIUM5wKNeLIzsvFqk/edit?usp=sharing</p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></itunes:summary>
		</item>
		<item>
			<title>Το Κοράκι - Μέρος 1ο</title>
			<itunes:title>Το Κοράκι - Μέρος 1ο</itunes:title>
			<pubDate>Mon, 15 Aug 2022 15:48:38 GMT</pubDate>
			<itunes:duration>47:53</itunes:duration>
			<enclosure url="https://sphinx.acast.com/p/open/s/6013ebce985ab977d52addcc/e/62fa6ad7609e4200139ef685/media.mp3" length="54940072" type="audio/mpeg"/>
			<guid isPermaLink="false">62fa6ad7609e4200139ef685</guid>
			<itunes:explicit>false</itunes:explicit>
			<link>https://www.karakaxa.org/%CE%B5%CF%80%CE%B5%CE%B9%CF%83%CF%8C%CE%B4%CE%B9%CE%B1</link>
			<acast:episodeId>62fa6ad7609e4200139ef685</acast:episodeId>
			<acast:showId>6013ebce985ab977d52addcc</acast:showId>
			<acast:episodeUrl>mitos99</acast:episodeUrl>
			<acast:settings><![CDATA[FYjHyZbXWHZ7gmX8Pp1rmbKbhgrQiwYShz70Q9/ffXZMTtedvdcRQbP4eiLMjXzCKLPjEYLpGj+NMVKa+5C8pL4u/EOj1Vw4h5MMJYp0lCcFAe0fnxBJy/1ju4Qxy1fh8gO4DvlGA40yms2g0/hOkcrfHIopjTygHFqGwwOPKFIai4SuTvs86Lx3UYCyl6Zs+WO4fC9bB8/2bSJALEZpunHdJA38/ZCmkJMYOTmjFjqOrZimO8bvViSJGpAD12WoNVzKQtyp5ns4PdeG/AKnh4hm+ZlGod1YDQwYDHBSLEwxle4ncM1DaZROAxI4hJiP]]></acast:settings>
			<itunes:subtitle>Μίτος</itunes:subtitle>
			<itunes:episodeType>full</itunes:episodeType>
			<itunes:episode>98</itunes:episode>
			<itunes:image href="https://assets.pippa.io/shows/undefined/1611917894468-781f140f26a7dcc628861a642c7fffe3.jpeg"/>
			<description><![CDATA[<p>Ο παλιός, παλιός λαός Τλίνγκιτ μοιράζεται μαζί μας την πορεία του Κορακιού - του δημιουργού, του πανταχού παρών, του πονηρού και του άπληστου, του λόγου που τόσα πολλά υπάρχουν τριγύρω μας σήμερα! Σε δύο μέρη μιας και δεν καθόταν ήσυχος...</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Περιέχει σκηνές βίας, βία σε ζώα</p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>Ηχητικά εφέ: freesound.org</p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ: https://docs.google.com/document/d/e/2PACX-1vTEKe3zX5IN5XMuHXljr8secmMiKbqeb1q8zjos6oKbh1_jxSzM3mQ4UFQF8Aqvjx0xjE8YtFhOOyJv/pub</p><p><br></p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></description>
			<itunes:summary><![CDATA[<p>Ο παλιός, παλιός λαός Τλίνγκιτ μοιράζεται μαζί μας την πορεία του Κορακιού - του δημιουργού, του πανταχού παρών, του πονηρού και του άπληστου, του λόγου που τόσα πολλά υπάρχουν τριγύρω μας σήμερα! Σε δύο μέρη μιας και δεν καθόταν ήσυχος...</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Περιέχει σκηνές βίας, βία σε ζώα</p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>Ηχητικά εφέ: freesound.org</p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ: https://docs.google.com/document/d/e/2PACX-1vTEKe3zX5IN5XMuHXljr8secmMiKbqeb1q8zjos6oKbh1_jxSzM3mQ4UFQF8Aqvjx0xjE8YtFhOOyJv/pub</p><p><br></p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></itunes:summary>
		</item>
		<item>
			<title>Το Μεγάλο Ερπετό και η Μεγάλη Πλημμύρα</title>
			<itunes:title>Το Μεγάλο Ερπετό και η Μεγάλη Πλημμύρα</itunes:title>
			<pubDate>Mon, 18 Jul 2022 13:13:58 GMT</pubDate>
			<itunes:duration>11:45</itunes:duration>
			<enclosure url="https://sphinx.acast.com/p/open/s/6013ebce985ab977d52addcc/e/62d55c97f7d5910011e88e4e/media.mp3" length="13068085" type="audio/mpeg"/>
			<guid isPermaLink="false">62d55c97f7d5910011e88e4e</guid>
			<itunes:explicit>false</itunes:explicit>
			<link>https://www.karakaxa.org/%CE%B5%CF%80%CE%B5%CE%B9%CF%83%CF%8C%CE%B4%CE%B9%CE%B1</link>
			<acast:episodeId>62d55c97f7d5910011e88e4e</acast:episodeId>
			<acast:showId>6013ebce985ab977d52addcc</acast:showId>
			<acast:episodeUrl>mitos98</acast:episodeUrl>
			<acast:settings><![CDATA[FYjHyZbXWHZ7gmX8Pp1rmbKbhgrQiwYShz70Q9/ffXZMTtedvdcRQbP4eiLMjXzCKLPjEYLpGj+NMVKa+5C8pL4u/EOj1Vw4h5MMJYp0lCcFAe0fnxBJy/1ju4Qxy1fh8gO4DvlGA40yms2g0/hOkcrfHIopjTygHFqGwwOPKFIai4SuTvs86Lx3UYCyl6Zs+WO4fC9bB8/2bSJALEZpunHdJA38/ZCmkJMYOTmjFjqIrEMlvcL3b7sURDaHuH0m403Po7rFba1gOqL1YonIFHXwnlXuz5CKggKMGeg2oGlrOEsVNJ26mi81v+FnXfuE]]></acast:settings>
			<itunes:subtitle>Μίτος</itunes:subtitle>
			<itunes:episodeType>full</itunes:episodeType>
			<itunes:episode>97</itunes:episode>
			<itunes:image href="https://assets.pippa.io/shows/undefined/1611917894468-781f140f26a7dcc628861a642c7fffe3.jpeg"/>
			<description><![CDATA[<p>Να και η ιστορία του μεγάλου νερού από τους Τσέπουα αυτή τη φορά. Και το μεγάλο ερπετό έχουμε ξαναδεί αλλά και τη μεγάλη πλημμύρα. Αυτή τη φορά από κάποια άλλη οπτική.</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Περιέχει έντονες σκηνές βίας </p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>Η ιστορία είναι ευγενική παραχώρηση του: www.firstpeople.us</p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ: https://docs.google.com/document/d/1H6Zn2WZui8FdpvXEQgqPJKm9MifIZNqu0uYSJUT-pGg/edit?usp=sharing</p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></description>
			<itunes:summary><![CDATA[<p>Να και η ιστορία του μεγάλου νερού από τους Τσέπουα αυτή τη φορά. Και το μεγάλο ερπετό έχουμε ξαναδεί αλλά και τη μεγάλη πλημμύρα. Αυτή τη φορά από κάποια άλλη οπτική.</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Περιέχει έντονες σκηνές βίας </p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>Η ιστορία είναι ευγενική παραχώρηση του: www.firstpeople.us</p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ: https://docs.google.com/document/d/1H6Zn2WZui8FdpvXEQgqPJKm9MifIZNqu0uYSJUT-pGg/edit?usp=sharing</p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></itunes:summary>
		</item>
		<item>
			<title>Ο Θάνατος της Μεγάλης Ελάφου</title>
			<itunes:title>Ο Θάνατος της Μεγάλης Ελάφου</itunes:title>
			<pubDate>Mon, 27 Jun 2022 20:17:18 GMT</pubDate>
			<itunes:duration>14:04</itunes:duration>
			<enclosure url="https://sphinx.acast.com/p/open/s/6013ebce985ab977d52addcc/e/62ba104e0ef6f8001205b033/media.mp3" length="16079975" type="audio/mpeg"/>
			<guid isPermaLink="false">62ba104e0ef6f8001205b033</guid>
			<itunes:explicit>false</itunes:explicit>
			<link>https://www.karakaxa.org/%CE%B5%CF%80%CE%B5%CE%B9%CF%83%CF%8C%CE%B4%CE%B9%CE%B1</link>
			<acast:episodeId>62ba104e0ef6f8001205b033</acast:episodeId>
			<acast:showId>6013ebce985ab977d52addcc</acast:showId>
			<acast:episodeUrl>mitos96</acast:episodeUrl>
			<acast:settings><![CDATA[FYjHyZbXWHZ7gmX8Pp1rmbKbhgrQiwYShz70Q9/ffXZMTtedvdcRQbP4eiLMjXzCKLPjEYLpGj+NMVKa+5C8pL4u/EOj1Vw4h5MMJYp0lCcFAe0fnxBJy/1ju4Qxy1fh8gO4DvlGA40yms2g0/hOkcrfHIopjTygHFqGwwOPKFIai4SuTvs86Lx3UYCyl6Zs+WO4fC9bB8/2bSJALEZpunHdJA38/ZCmkJMYOTmjFjrGFeb3Mzky9lq3f0Dsquf2qi9lgfgu3C58ttnE5ckcqqjkDQMPG5Y/f2EQOQ9LsUBpUhFFpJK6qC8JY8nGf2NA]]></acast:settings>
			<itunes:subtitle>Μίτος</itunes:subtitle>
			<itunes:episodeType>full</itunes:episodeType>
			<itunes:episode>96</itunes:episode>
			<itunes:image href="https://assets.pippa.io/shows/undefined/1611917894468-781f140f26a7dcc628861a642c7fffe3.jpeg"/>
			<description><![CDATA[<p><br></p><p>Οι Απάτσι έχουν μια ιστορία δημιουργίας με σκηνές δράσης και στιγμιότυπα μάχης όπου ο ήρωας είναι αποφασισμένος να σώσει την ανθρωπότητα από τα θηρία!</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Περιέχει κάποια βία</p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>Η ιστορία είναι ευγενική παραχώρηση του: www.firstpeople.us</p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ: https://docs.google.com/document/d/1qJtWZIDps8GH5VnyyEad1duZ565xifSCONck8G6GCPI/edit?usp=sharing</p><p><br></p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></description>
			<itunes:summary><![CDATA[<p><br></p><p>Οι Απάτσι έχουν μια ιστορία δημιουργίας με σκηνές δράσης και στιγμιότυπα μάχης όπου ο ήρωας είναι αποφασισμένος να σώσει την ανθρωπότητα από τα θηρία!</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Περιέχει κάποια βία</p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>Η ιστορία είναι ευγενική παραχώρηση του: www.firstpeople.us</p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ: https://docs.google.com/document/d/1qJtWZIDps8GH5VnyyEad1duZ565xifSCONck8G6GCPI/edit?usp=sharing</p><p><br></p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></itunes:summary>
		</item>
		<item>
			<title>Ατέρφιο</title>
			<itunes:title>Ατέρφιο</itunes:title>
			<pubDate>Mon, 20 Jun 2022 19:56:28 GMT</pubDate>
			<itunes:duration>13:56</itunes:duration>
			<enclosure url="https://sphinx.acast.com/p/open/s/6013ebce985ab977d52addcc/e/62b0d0ed6fddaf0012d28945/media.mp3" length="15845738" type="audio/mpeg"/>
			<guid isPermaLink="false">62b0d0ed6fddaf0012d28945</guid>
			<itunes:explicit>false</itunes:explicit>
			<link>https://www.karakaxa.org/%CE%B5%CF%80%CE%B5%CE%B9%CF%83%CF%8C%CE%B4%CE%B9%CE%B1-1</link>
			<acast:episodeId>62b0d0ed6fddaf0012d28945</acast:episodeId>
			<acast:showId>6013ebce985ab977d52addcc</acast:showId>
			<acast:episodeUrl>mitos95</acast:episodeUrl>
			<acast:settings><![CDATA[FYjHyZbXWHZ7gmX8Pp1rmbKbhgrQiwYShz70Q9/ffXZMTtedvdcRQbP4eiLMjXzCKLPjEYLpGj+NMVKa+5C8pL4u/EOj1Vw4h5MMJYp0lCcFAe0fnxBJy/1ju4Qxy1fh8gO4DvlGA40yms2g0/hOkcrfHIopjTygHFqGwwOPKFIai4SuTvs86Lx3UYCyl6Zs+WO4fC9bB8/2bSJALEZpunHdJA38/ZCmkJMYOTmjFjqSmCNrkU12SCsEeOA9A9YJFhp1u9kXeMpaDD9FvMjtDUQmRVYemVYRigquVb84u/xJFhmRhv8IaGom4PSumzWY]]></acast:settings>
			<itunes:subtitle>Μίτος</itunes:subtitle>
			<itunes:episodeType>full</itunes:episodeType>
			<itunes:episode>95</itunes:episode>
			<itunes:image href="https://assets.pippa.io/shows/undefined/1611917894468-781f140f26a7dcc628861a642c7fffe3.jpeg"/>
			<description><![CDATA[<p>Ήρωας των Εσκιμόων, ο Ατέρφιο μας λέει πως κάθε μέρα είναι μία πάλη. Κυρίως με άλλους ανθρώπους και όχι τα στοιχεία. Ακούτε βρε;</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Περιέχει έντονες σκηνές βίας </p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>Η ιστορία είναι ευγενική παραχώρηση του: www.firstpeople.us</p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ: https://docs.google.com/document/d/1-mhZ_mT0W-4BkWEQfoM4OiHLdbo9fVNkxJXjX32K5Ds/edit?usp=sharing</p><br><p><br></p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></description>
			<itunes:summary><![CDATA[<p>Ήρωας των Εσκιμόων, ο Ατέρφιο μας λέει πως κάθε μέρα είναι μία πάλη. Κυρίως με άλλους ανθρώπους και όχι τα στοιχεία. Ακούτε βρε;</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Περιέχει έντονες σκηνές βίας </p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>Η ιστορία είναι ευγενική παραχώρηση του: www.firstpeople.us</p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ: https://docs.google.com/document/d/1-mhZ_mT0W-4BkWEQfoM4OiHLdbo9fVNkxJXjX32K5Ds/edit?usp=sharing</p><br><p><br></p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></itunes:summary>
		</item>
		<item>
			<title>Οι Νουννε Χι και Άλλα Πνεύματα</title>
			<itunes:title>Οι Νουννε Χι και Άλλα Πνεύματα</itunes:title>
			<pubDate>Mon, 06 Jun 2022 19:05:43 GMT</pubDate>
			<itunes:duration>21:17</itunes:duration>
			<enclosure url="https://sphinx.acast.com/p/open/s/6013ebce985ab977d52addcc/e/629e500883d5110013646784/media.mp3" length="24543339" type="audio/mpeg"/>
			<guid isPermaLink="false">629e500883d5110013646784</guid>
			<itunes:explicit>false</itunes:explicit>
			<link>https://www.karakaxa.org/%CE%B5%CF%80%CE%B5%CE%B9%CF%83%CF%8C%CE%B4%CE%B9%CE%B1</link>
			<acast:episodeId>629e500883d5110013646784</acast:episodeId>
			<acast:showId>6013ebce985ab977d52addcc</acast:showId>
			<acast:episodeUrl>mitos94</acast:episodeUrl>
			<acast:settings><![CDATA[FYjHyZbXWHZ7gmX8Pp1rmbKbhgrQiwYShz70Q9/ffXZMTtedvdcRQbP4eiLMjXzCKLPjEYLpGj+NMVKa+5C8pL4u/EOj1Vw4h5MMJYp0lCcFAe0fnxBJy/1ju4Qxy1fh8gO4DvlGA40yms2g0/hOkcrfHIopjTygHFqGwwOPKFIai4SuTvs86Lx3UYCyl6Zs+WO4fC9bB8/2bSJALEZpunHdJA38/ZCmkJMYOTmjFjqDl4Rv5ggF9Nin0D8vDWzt70A1m81gfpZQN3w72uWj86bh6+cJQuIw/ehSsHL0DTbeZIebJUrer2mwLSwlp+3n]]></acast:settings>
			<itunes:subtitle>Μίτος</itunes:subtitle>
			<itunes:episodeType>full</itunes:episodeType>
			<itunes:episode>94</itunes:episode>
			<itunes:image href="https://assets.pippa.io/shows/undefined/1611917894468-781f140f26a7dcc628861a642c7fffe3.jpeg"/>
			<description><![CDATA[<p>Αυτή τη φορά μια αναδρομή σε μυθικά και θρυλικά πλάσματα των Τσέροκι παρά μια μόνο ιστορία. Αναφορές και μαρτυρίες ανθρώπων που συνάντησαν τα πλάσματα των βουνών, μικρά και μεγάλα!</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Περιέχει πολλαπλές αναφορές σε θανάτους.</p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>Η ιστορία είναι ευγενική παραχώρηση του: www.firstpeople.us</p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ: https://docs.google.com/document/d/1m7qyw391f2-NZ9l1B_TJ0OIsi966WMXGOAGOh12SAjc/edit?usp=sharing</p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></description>
			<itunes:summary><![CDATA[<p>Αυτή τη φορά μια αναδρομή σε μυθικά και θρυλικά πλάσματα των Τσέροκι παρά μια μόνο ιστορία. Αναφορές και μαρτυρίες ανθρώπων που συνάντησαν τα πλάσματα των βουνών, μικρά και μεγάλα!</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Περιέχει πολλαπλές αναφορές σε θανάτους.</p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>Η ιστορία είναι ευγενική παραχώρηση του: www.firstpeople.us</p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ: https://docs.google.com/document/d/1m7qyw391f2-NZ9l1B_TJ0OIsi966WMXGOAGOh12SAjc/edit?usp=sharing</p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></itunes:summary>
		</item>
		<item>
			<title>Γιατί το Βουνό Σάστα Εξερράγη</title>
			<itunes:title>Γιατί το Βουνό Σάστα Εξερράγη</itunes:title>
			<pubDate>Mon, 30 May 2022 13:32:10 GMT</pubDate>
			<itunes:duration>12:39</itunes:duration>
			<enclosure url="https://sphinx.acast.com/p/open/s/6013ebce985ab977d52addcc/e/629375e41ccd880013250074/media.mp3" length="14945592" type="audio/mpeg"/>
			<guid isPermaLink="false">629375e41ccd880013250074</guid>
			<itunes:explicit>false</itunes:explicit>
			<link>https://www.karakaxa.org/%CE%B5%CF%80%CE%B5%CE%B9%CF%83%CF%8C%CE%B4%CE%B9%CE%B1</link>
			<acast:episodeId>629375e41ccd880013250074</acast:episodeId>
			<acast:showId>6013ebce985ab977d52addcc</acast:showId>
			<acast:episodeUrl>mitos93</acast:episodeUrl>
			<acast:settings><![CDATA[FYjHyZbXWHZ7gmX8Pp1rmbKbhgrQiwYShz70Q9/ffXZMTtedvdcRQbP4eiLMjXzCKLPjEYLpGj+NMVKa+5C8pL4u/EOj1Vw4h5MMJYp0lCcFAe0fnxBJy/1ju4Qxy1fh8gO4DvlGA40yms2g0/hOkcrfHIopjTygHFqGwwOPKFIai4SuTvs86Lx3UYCyl6Zs+WO4fC9bB8/2bSJALEZpunHdJA38/ZCmkJMYOTmjFjoaTJWqb5N6niH6O2gNS41aZCpsWuRBKGcssZeDtpIV223TiiQjCHgUTv6YvOBVO0xvrst7td9NaRwsLMsjgJ1j]]></acast:settings>
			<itunes:subtitle>Μίτος</itunes:subtitle>
			<itunes:episodeType>full</itunes:episodeType>
			<itunes:episode>93</itunes:episode>
			<itunes:image href="https://assets.pippa.io/shows/undefined/1611917894468-781f140f26a7dcc628861a642c7fffe3.jpeg"/>
			<description><![CDATA[<p>Από τους Σάστα, μια ιστορία για το ιερό βουνό του και ηφαίστειο Σάστα. Πως το Κογιότ, ο καλός τους φίλος κατάστρωσε ένα σχέδιο που έχει συνέπειες ακόμη και σήμερα.</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Δεν περιέχει ευαίσθητο υλικό</p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>Η ιστορία είναι ευγενική παραχώρηση του: www.firstpeople.us</p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ: https://docs.google.com/document/d/1m4MMOzLSFTg7Vv-Krl3E0_-DRbPubWgKmUHGXLvbHpU/edit?usp=sharing</p><br><p>Ηχητικά εφέ: freesound.org</p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></description>
			<itunes:summary><![CDATA[<p>Από τους Σάστα, μια ιστορία για το ιερό βουνό του και ηφαίστειο Σάστα. Πως το Κογιότ, ο καλός τους φίλος κατάστρωσε ένα σχέδιο που έχει συνέπειες ακόμη και σήμερα.</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Δεν περιέχει ευαίσθητο υλικό</p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>Η ιστορία είναι ευγενική παραχώρηση του: www.firstpeople.us</p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ: https://docs.google.com/document/d/1m4MMOzLSFTg7Vv-Krl3E0_-DRbPubWgKmUHGXLvbHpU/edit?usp=sharing</p><br><p>Ηχητικά εφέ: freesound.org</p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></itunes:summary>
		</item>
		<item>
			<title>Η Περίπτωση του Κομμένου Κεφαλιού</title>
			<itunes:title>Η Περίπτωση του Κομμένου Κεφαλιού</itunes:title>
			<pubDate>Mon, 16 May 2022 19:37:01 GMT</pubDate>
			<itunes:duration>26:35</itunes:duration>
			<enclosure url="https://sphinx.acast.com/p/open/s/6013ebce985ab977d52addcc/e/6282a7ddf3eef20013208dd7/media.mp3" length="31097887" type="audio/mpeg"/>
			<guid isPermaLink="false">6282a7ddf3eef20013208dd7</guid>
			<itunes:explicit>false</itunes:explicit>
			<link>https://www.karakaxa.org/%CE%B5%CF%80%CE%B5%CE%B9%CF%83%CF%8C%CE%B4%CE%B9%CE%B1</link>
			<acast:episodeId>6282a7ddf3eef20013208dd7</acast:episodeId>
			<acast:showId>6013ebce985ab977d52addcc</acast:showId>
			<acast:episodeUrl>mitos92</acast:episodeUrl>
			<acast:settings><![CDATA[FYjHyZbXWHZ7gmX8Pp1rmbKbhgrQiwYShz70Q9/ffXZMTtedvdcRQbP4eiLMjXzCKLPjEYLpGj+NMVKa+5C8pL4u/EOj1Vw4h5MMJYp0lCcFAe0fnxBJy/1ju4Qxy1fh8gO4DvlGA40yms2g0/hOkcrfHIopjTygHFqGwwOPKFIai4SuTvs86Lx3UYCyl6Zs+WO4fC9bB8/2bSJALEZpunHdJA38/ZCmkJMYOTmjFjoJvWuVRJiYt+AlxDOBuozN958NLNtg97cA5incbPpVNSrGghAQYz99tum9jlundZVZd0YandlxFAAEESP58T9x]]></acast:settings>
			<itunes:subtitle>Μίτος</itunes:subtitle>
			<itunes:episodeType>full</itunes:episodeType>
			<itunes:episode>92</itunes:episode>
			<itunes:image href="https://assets.pippa.io/shows/undefined/1611917894468-781f140f26a7dcc628861a642c7fffe3.jpeg"/>
			<description><![CDATA[<p>Με μια πολύ βίαιη και αιματηρή ιστορία, οι Σεγιέν μας εξιστορούνται τα πάθη δυο παιδιών και πως με τη βοήθεια της μαγείας, ξαναστήνουν τη ζωή τους από το μηδέν.</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Περιέχει πολύ έντονες σκηνές βίας </p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>Η ιστορία είναι ευγενική παραχώρηση του: www.firstpeople.us</p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ: https://docs.google.com/document/d/1Fiz95885wTl74fbk84XpgyduB5TgApVwUYBxTHepUrU/edit?usp=sharing</p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></description>
			<itunes:summary><![CDATA[<p>Με μια πολύ βίαιη και αιματηρή ιστορία, οι Σεγιέν μας εξιστορούνται τα πάθη δυο παιδιών και πως με τη βοήθεια της μαγείας, ξαναστήνουν τη ζωή τους από το μηδέν.</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Περιέχει πολύ έντονες σκηνές βίας </p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>Η ιστορία είναι ευγενική παραχώρηση του: www.firstpeople.us</p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ: https://docs.google.com/document/d/1Fiz95885wTl74fbk84XpgyduB5TgApVwUYBxTHepUrU/edit?usp=sharing</p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></itunes:summary>
		</item>
		<item>
			<title>Η Γιαγιά Αράχνη Κλέβει τη Φωτιά</title>
			<itunes:title>Η Γιαγιά Αράχνη Κλέβει τη Φωτιά</itunes:title>
			<pubDate>Mon, 09 May 2022 19:45:25 GMT</pubDate>
			<itunes:duration>11:15</itunes:duration>
			<enclosure url="https://sphinx.acast.com/p/open/s/6013ebce985ab977d52addcc/e/62796f55c1d3440014fbbc31/media.mp3" length="13479603" type="audio/mpeg"/>
			<guid isPermaLink="false">62796f55c1d3440014fbbc31</guid>
			<itunes:explicit>false</itunes:explicit>
			<link>https://www.karakaxa.org/%CE%B5%CF%80%CE%B5%CE%B9%CF%83%CF%8C%CE%B4%CE%B9%CE%B1</link>
			<acast:episodeId>62796f55c1d3440014fbbc31</acast:episodeId>
			<acast:showId>6013ebce985ab977d52addcc</acast:showId>
			<acast:episodeUrl>mitos91</acast:episodeUrl>
			<acast:settings><![CDATA[FYjHyZbXWHZ7gmX8Pp1rmbKbhgrQiwYShz70Q9/ffXZMTtedvdcRQbP4eiLMjXzCKLPjEYLpGj+NMVKa+5C8pL4u/EOj1Vw4h5MMJYp0lCcFAe0fnxBJy/1ju4Qxy1fh8gO4DvlGA40yms2g0/hOkcrfHIopjTygHFqGwwOPKFIai4SuTvs86Lx3UYCyl6Zs+WO4fC9bB8/2bSJALEZpunHdJA38/ZCmkJMYOTmjFjpldkjwJ/tuEZQuuIzvUX9YIVsLIi51J9rQdSXzsvBd6uxRDk1xb5j6Ky9rASM48ZvmHsMzrt93+MVLfck0Vfem]]></acast:settings>
			<itunes:subtitle>Μίτος</itunes:subtitle>
			<itunes:episodeType>full</itunes:episodeType>
			<itunes:episode>91</itunes:episode>
			<itunes:image href="https://assets.pippa.io/shows/undefined/1611917894468-781f140f26a7dcc628861a642c7fffe3.jpeg"/>
			<description><![CDATA[<p>Οι γνωστοί μας Τσόκτο (αδερφή φυλή των Τσίκασο), μας διηγούνται μια άλλη ιστορία κλοπής της φωτιάς με σωτήρα των ανθρώπων... τη Γιαγιά Αράχνη!</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Δεν περιέχει ευαίσθητο υλικό </p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>Η ιστορία είναι ευγενική παραχώρηση του: www.firstpeople.us</p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ: https://docs.google.com/document/d/1hXV90EudAFQvssX4p8JPl354mPz84yT1G5JZUzHiDlU/edit?usp=sharing</p><p><br></p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></description>
			<itunes:summary><![CDATA[<p>Οι γνωστοί μας Τσόκτο (αδερφή φυλή των Τσίκασο), μας διηγούνται μια άλλη ιστορία κλοπής της φωτιάς με σωτήρα των ανθρώπων... τη Γιαγιά Αράχνη!</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Δεν περιέχει ευαίσθητο υλικό </p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>Η ιστορία είναι ευγενική παραχώρηση του: www.firstpeople.us</p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ: https://docs.google.com/document/d/1hXV90EudAFQvssX4p8JPl354mPz84yT1G5JZUzHiDlU/edit?usp=sharing</p><p><br></p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></itunes:summary>
		</item>
		<item>
			<title>Ο Σκύλος Σύζυγος</title>
			<itunes:title>Ο Σκύλος Σύζυγος</itunes:title>
			<pubDate>Fri, 08 Apr 2022 08:00:14 GMT</pubDate>
			<itunes:duration>8:27</itunes:duration>
			<enclosure url="https://sphinx.acast.com/p/open/s/6013ebce985ab977d52addcc/e/6245dc543187ca00117c1f55/media.mp3" length="10224758" type="audio/mpeg"/>
			<guid isPermaLink="false">6245dc543187ca00117c1f55</guid>
			<itunes:explicit>false</itunes:explicit>
			<link>https://www.karakaxa.org/%CE%B5%CF%80%CE%B5%CE%B9%CF%83%CF%8C%CE%B4%CE%B9%CE%B1</link>
			<acast:episodeId>6245dc543187ca00117c1f55</acast:episodeId>
			<acast:showId>6013ebce985ab977d52addcc</acast:showId>
			<acast:episodeUrl>mitos90</acast:episodeUrl>
			<acast:settings><![CDATA[FYjHyZbXWHZ7gmX8Pp1rmbKbhgrQiwYShz70Q9/ffXZMTtedvdcRQbP4eiLMjXzCKLPjEYLpGj+NMVKa+5C8pL4u/EOj1Vw4h5MMJYp0lCcFAe0fnxBJy/1ju4Qxy1fh8gO4DvlGA40yms2g0/hOkcrfHIopjTygHFqGwwOPKFIai4SuTvs86Lx3UYCyl6Zs+WO4fC9bB8/2bSJALEZpunHdJA38/ZCmkJMYOTmjFjrbKttus3ga3us8TXRIYDYQwC83n/njSTOMqNIuwJFAOiSL74F5OJrmhd6JqKuJYcIqvZ0vEfuLIHIfmQ0zY7ev]]></acast:settings>
			<itunes:subtitle>Μίτος</itunes:subtitle>
			<itunes:episodeType>full</itunes:episodeType>
			<itunes:episode>90</itunes:episode>
			<itunes:image href="https://assets.pippa.io/shows/undefined/1611917894468-781f140f26a7dcc628861a642c7fffe3.jpeg"/>
			<description><![CDATA[<p>Παρόλο που αυτή η ιστορία των Κινώ έχει στον τίτλο της τον... δωρητή σπέρματος, μας διηγούνται την ιστορία μιας μονογονεϊκής οικογένειας, στην οποία η μητέρα κάνει τα πάντα για τα παιδιά της και μεγαλώνει αστέρια!</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Περιέχει βία ενάντια σε ζώα</p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>Η ιστορία είναι ευγενική παραχώρηση του: www.firstpeople.us</p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ: https://docs.google.com/document/d/1l2TtQc242PzHDjbg0R4g5m9D-0E_7N4kftlMjQkIMbI/edit?usp=sharing</p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></description>
			<itunes:summary><![CDATA[<p>Παρόλο που αυτή η ιστορία των Κινώ έχει στον τίτλο της τον... δωρητή σπέρματος, μας διηγούνται την ιστορία μιας μονογονεϊκής οικογένειας, στην οποία η μητέρα κάνει τα πάντα για τα παιδιά της και μεγαλώνει αστέρια!</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Περιέχει βία ενάντια σε ζώα</p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>Η ιστορία είναι ευγενική παραχώρηση του: www.firstpeople.us</p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ: https://docs.google.com/document/d/1l2TtQc242PzHDjbg0R4g5m9D-0E_7N4kftlMjQkIMbI/edit?usp=sharing</p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></itunes:summary>
		</item>
		<item>
			<title>Το Κορίτσι Που Ήταν Δαχτυλίδι</title>
			<itunes:title>Το Κορίτσι Που Ήταν Δαχτυλίδι</itunes:title>
			<pubDate>Mon, 04 Apr 2022 12:20:21 GMT</pubDate>
			<itunes:duration>24:06</itunes:duration>
			<enclosure url="https://sphinx.acast.com/p/open/s/6013ebce985ab977d52addcc/e/624ae28501207c001231e49c/media.mp3" length="27848087" type="audio/mpeg"/>
			<guid isPermaLink="false">624ae28501207c001231e49c</guid>
			<itunes:explicit>false</itunes:explicit>
			<link>https://www.karakaxa.org/%CE%B5%CF%80%CE%B5%CE%B9%CF%83%CF%8C%CE%B4%CE%B9%CE%B1</link>
			<acast:episodeId>624ae28501207c001231e49c</acast:episodeId>
			<acast:showId>6013ebce985ab977d52addcc</acast:showId>
			<acast:episodeUrl>mitos89</acast:episodeUrl>
			<acast:settings><![CDATA[FYjHyZbXWHZ7gmX8Pp1rmbKbhgrQiwYShz70Q9/ffXZMTtedvdcRQbP4eiLMjXzCKLPjEYLpGj+NMVKa+5C8pL4u/EOj1Vw4h5MMJYp0lCcFAe0fnxBJy/1ju4Qxy1fh8gO4DvlGA40yms2g0/hOkcrfHIopjTygHFqGwwOPKFIai4SuTvs86Lx3UYCyl6Zs+WO4fC9bB8/2bSJALEZpunHdJA38/ZCmkJMYOTmjFjoFQ2kdfCYKqw8/8wJ8x+hQxyJ/9mNFODXYQ0CeW0kltZNdL47oWHuvfQdoj8Q4b2U8/aFNFhF0JTQ7pKzYLxQ3]]></acast:settings>
			<itunes:subtitle>Μίτος</itunes:subtitle>
			<itunes:episodeType>full</itunes:episodeType>
			<itunes:episode>89</itunes:episode>
			<itunes:image href="https://assets.pippa.io/shows/undefined/1611917894468-781f140f26a7dcc628861a642c7fffe3.jpeg"/>
			<description><![CDATA[<p>Οι Πονί (ναι, έτσι προφέρεται) έχουν την ιστορία για τα στοιχεία της φύσης που αποσκοπούν στη διάσωση του ανθρώπινου είδους. Αλλά τα γλυκά που είναι όλα ασφαλή.</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Περιέχει βία ενάντια σε ζώα</p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>Η ιστορία είναι ευγενική παραχώρηση του: www.firstpeople.us</p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ: https://docs.google.com/document/d/1tf5VXt2tAzLdZ_l4_S_fha0e1sUmRYrgoe-RD5QNvHc/edit?usp=sharing</p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></description>
			<itunes:summary><![CDATA[<p>Οι Πονί (ναι, έτσι προφέρεται) έχουν την ιστορία για τα στοιχεία της φύσης που αποσκοπούν στη διάσωση του ανθρώπινου είδους. Αλλά τα γλυκά που είναι όλα ασφαλή.</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Περιέχει βία ενάντια σε ζώα</p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>Η ιστορία είναι ευγενική παραχώρηση του: www.firstpeople.us</p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ: https://docs.google.com/document/d/1tf5VXt2tAzLdZ_l4_S_fha0e1sUmRYrgoe-RD5QNvHc/edit?usp=sharing</p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></itunes:summary>
		</item>
		<item>
			<title>Μια Ιερή Ιστορία</title>
			<itunes:title>Μια Ιερή Ιστορία</itunes:title>
			<pubDate>Fri, 01 Apr 2022 08:00:14 GMT</pubDate>
			<itunes:duration>10:12</itunes:duration>
			<enclosure url="https://sphinx.acast.com/p/open/s/6013ebce985ab977d52addcc/e/6245d6b53187ca00117c0b16/media.mp3" length="12254822" type="audio/mpeg"/>
			<guid isPermaLink="false">6245d6b53187ca00117c0b16</guid>
			<itunes:explicit>false</itunes:explicit>
			<link>https://www.karakaxa.org/%CE%B5%CF%80%CE%B5%CE%B9%CF%83%CF%8C%CE%B4%CE%B9%CE%B1</link>
			<acast:episodeId>6245d6b53187ca00117c0b16</acast:episodeId>
			<acast:showId>6013ebce985ab977d52addcc</acast:showId>
			<acast:episodeUrl>mitos88</acast:episodeUrl>
			<acast:settings><![CDATA[FYjHyZbXWHZ7gmX8Pp1rmbKbhgrQiwYShz70Q9/ffXZMTtedvdcRQbP4eiLMjXzCKLPjEYLpGj+NMVKa+5C8pL4u/EOj1Vw4h5MMJYp0lCcFAe0fnxBJy/1ju4Qxy1fh8gO4DvlGA40yms2g0/hOkcrfHIopjTygHFqGwwOPKFIai4SuTvs86Lx3UYCyl6Zs+WO4fC9bB8/2bSJALEZpunHdJA38/ZCmkJMYOTmjFjr+tmPErVnpkeh/WwtXj4X+omJGBKBaF9Fhe6u2upZ9QVdSheyOLJQyaiD/pSo62jZTgu8O6Q5OYefqqxhTE8th]]></acast:settings>
			<itunes:subtitle>Μίτος</itunes:subtitle>
			<itunes:episodeType>full</itunes:episodeType>
			<itunes:episode>88</itunes:episode>
			<itunes:image href="https://assets.pippa.io/shows/undefined/1611917894468-781f140f26a7dcc628861a642c7fffe3.jpeg"/>
			<description><![CDATA[<p>Η εξήγηση όλων των σημερινών προβλημάτων του κόσμου και η πολύ απλή λύση τους έρχεται από τους Ανισίμπε και τον νεαρό πολεμιστή που σεβώμενος τους προγόνους, μοίρασε τα πλούτη στους φτωχούς.</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Δεν περιέχει ευαίσθητο υλικό</p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>Η ιστορία είναι ευγενική παραχώρηση του: www.firstpeople.us</p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ: https://docs.google.com/document/d/1AHJCcJcE3FSw74BhuHW1l-BQDmBiYW2XLndnmgiIGOA/edit?usp=sharing</p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></description>
			<itunes:summary><![CDATA[<p>Η εξήγηση όλων των σημερινών προβλημάτων του κόσμου και η πολύ απλή λύση τους έρχεται από τους Ανισίμπε και τον νεαρό πολεμιστή που σεβώμενος τους προγόνους, μοίρασε τα πλούτη στους φτωχούς.</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Δεν περιέχει ευαίσθητο υλικό</p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>Η ιστορία είναι ευγενική παραχώρηση του: www.firstpeople.us</p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ: https://docs.google.com/document/d/1AHJCcJcE3FSw74BhuHW1l-BQDmBiYW2XLndnmgiIGOA/edit?usp=sharing</p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></itunes:summary>
		</item>
		<item>
			<title>Ο Μουτζικίουις</title>
			<itunes:title>Ο Μουτζικίουις</itunes:title>
			<pubDate>Mon, 28 Mar 2022 14:53:29 GMT</pubDate>
			<itunes:duration>35:09</itunes:duration>
			<enclosure url="https://sphinx.acast.com/p/open/s/6013ebce985ab977d52addcc/e/6241cbe96733d80012c90fda/media.mp3" length="41432760" type="audio/mpeg"/>
			<guid isPermaLink="false">6241cbe96733d80012c90fda</guid>
			<itunes:explicit>false</itunes:explicit>
			<link>https://www.karakaxa.org/%CE%B5%CF%80%CE%B5%CE%B9%CF%83%CF%8C%CE%B4%CE%B9%CE%B1</link>
			<acast:episodeId>6241cbe96733d80012c90fda</acast:episodeId>
			<acast:showId>6013ebce985ab977d52addcc</acast:showId>
			<acast:episodeUrl>mitos87</acast:episodeUrl>
			<acast:settings><![CDATA[FYjHyZbXWHZ7gmX8Pp1rmbKbhgrQiwYShz70Q9/ffXZMTtedvdcRQbP4eiLMjXzCKLPjEYLpGj+NMVKa+5C8pL4u/EOj1Vw4h5MMJYp0lCcFAe0fnxBJy/1ju4Qxy1fh8gO4DvlGA40yms2g0/hOkcrfHIopjTygHFqGwwOPKFIai4SuTvs86Lx3UYCyl6Zs+WO4fC9bB8/2bSJALEZpunHdJA38/ZCmkJMYOTmjFjornTOPe7RcD1RoX1ESDXppqmf0XIQ1Pzd4NGRSxofWxGBxcVEbePGDyDrtzZWD4f2NfuOL2sbK+l8cijQLIJxh]]></acast:settings>
			<itunes:subtitle>Μίτος</itunes:subtitle>
			<itunes:episodeType>full</itunes:episodeType>
			<itunes:episode>87</itunes:episode>
			<itunes:image href="https://assets.pippa.io/shows/undefined/1611917894468-781f140f26a7dcc628861a642c7fffe3.jpeg"/>
			<description><![CDATA[<p>Οι Κρι μας μιλούν για δυο παράλληλους κόσμους, ίσως ο ένας να είναι καθρέφτης του άλλου. Πάντως υπάρχουν πολλά γνώριμα στοιχεία για εμάς τους Ευρωπαίους και εδώ.</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Περιέχει κάποια βία ενάντια σε ζώα, απειλή σε γυναίκα</p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>Η ιστορία είναι ευγενική παραχώρηση του: www.firstpeople.us</p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ: https://docs.google.com/document/d/1crPN-NnabHXCmCWC9OXB7tI8byVRi7W-KpRCxib3jXY/edit?usp=sharing</p><p><br></p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></description>
			<itunes:summary><![CDATA[<p>Οι Κρι μας μιλούν για δυο παράλληλους κόσμους, ίσως ο ένας να είναι καθρέφτης του άλλου. Πάντως υπάρχουν πολλά γνώριμα στοιχεία για εμάς τους Ευρωπαίους και εδώ.</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Περιέχει κάποια βία ενάντια σε ζώα, απειλή σε γυναίκα</p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>Η ιστορία είναι ευγενική παραχώρηση του: www.firstpeople.us</p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ: https://docs.google.com/document/d/1crPN-NnabHXCmCWC9OXB7tI8byVRi7W-KpRCxib3jXY/edit?usp=sharing</p><p><br></p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></itunes:summary>
		</item>
		<item>
			<title>Η Ιστορία του Τζον Χένρι</title>
			<itunes:title>Η Ιστορία του Τζον Χένρι</itunes:title>
			<pubDate>Mon, 28 Feb 2022 13:42:52 GMT</pubDate>
			<itunes:duration>35:12</itunes:duration>
			<enclosure url="https://sphinx.acast.com/p/open/s/6013ebce985ab977d52addcc/e/621cd15d3d78a30012ca03bd/media.mp3" length="39390419" type="audio/mpeg"/>
			<guid isPermaLink="false">621cd15d3d78a30012ca03bd</guid>
			<itunes:explicit>false</itunes:explicit>
			<link>https://www.karakaxa.org/%CE%B5%CF%80%CE%B5%CE%B9%CF%83%CF%8C%CE%B4%CE%B9%CE%B1</link>
			<acast:episodeId>621cd15d3d78a30012ca03bd</acast:episodeId>
			<acast:showId>6013ebce985ab977d52addcc</acast:showId>
			<acast:episodeUrl>mitos86</acast:episodeUrl>
			<acast:settings><![CDATA[FYjHyZbXWHZ7gmX8Pp1rmbKbhgrQiwYShz70Q9/ffXZMTtedvdcRQbP4eiLMjXzCKLPjEYLpGj+NMVKa+5C8pL4u/EOj1Vw4h5MMJYp0lCcFAe0fnxBJy/1ju4Qxy1fh8gO4DvlGA40yms2g0/hOkcrfHIopjTygHFqGwwOPKFIai4SuTvs86Lx3UYCyl6Zs+WO4fC9bB8/2bSJALEZpunHdJA38/ZCmkJMYOTmjFjoVEDaLVgLie1/R5uupRhVU/ZkfVi+RlVNeeHmhxeyph4BB7QANoEqXtGVwwXAETcjo2uH5M0tEyOh0XPvR54Ts]]></acast:settings>
			<itunes:subtitle>Μίτος</itunes:subtitle>
			<itunes:episodeType>full</itunes:episodeType>
			<itunes:episode>86</itunes:episode>
			<itunes:image href="https://assets.pippa.io/shows/undefined/1611917894468-781f140f26a7dcc628861a642c7fffe3.jpeg"/>
			<description><![CDATA[<p>Μια άκρως λαϊκή ιστορία για έναν λαϊκό ήρωα και υπερήρωα, τον Τζον Χένρι, από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Με δουλειά και αίσθημα δικαίου, όλα γίνονται, ακόμη και η νίκη ενάντια στις μηχανές!</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Δεν περιέχει ευαίσθητο υλικό, κάποιους δυνατούς ήχους</p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ: https://docs.google.com/document/d/1EEXUOJTruvuuQWMmnWX9JyEw1lSBRz2QjnV-CDLksdM/edit?usp=sharing</p><br><p>Ηχητικά εφέ: freesound.org</p><br><p>Ευχαριστούμε θερμά την Library of Congress (LOC) για την παραχώρηση του τραγουδιού: Take dis Hammer</p><p>Ερμηνευτές: Howard Willie, Perkins Paul, Reid Allen, Brown John, Thomas Lonnie</p><p>Ηχογραφήθηκε: Florida State Prison, Raiford Penitentiary, June 4 1939</p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></description>
			<itunes:summary><![CDATA[<p>Μια άκρως λαϊκή ιστορία για έναν λαϊκό ήρωα και υπερήρωα, τον Τζον Χένρι, από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Με δουλειά και αίσθημα δικαίου, όλα γίνονται, ακόμη και η νίκη ενάντια στις μηχανές!</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Δεν περιέχει ευαίσθητο υλικό, κάποιους δυνατούς ήχους</p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ: https://docs.google.com/document/d/1EEXUOJTruvuuQWMmnWX9JyEw1lSBRz2QjnV-CDLksdM/edit?usp=sharing</p><br><p>Ηχητικά εφέ: freesound.org</p><br><p>Ευχαριστούμε θερμά την Library of Congress (LOC) για την παραχώρηση του τραγουδιού: Take dis Hammer</p><p>Ερμηνευτές: Howard Willie, Perkins Paul, Reid Allen, Brown John, Thomas Lonnie</p><p>Ηχογραφήθηκε: Florida State Prison, Raiford Penitentiary, June 4 1939</p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></itunes:summary>
		</item>
		<item>
			<title>Χαϊονουάθα, ο Ενοποιός</title>
			<itunes:title>Χαϊονουάθα, ο Ενοποιός</itunes:title>
			<pubDate>Fri, 25 Feb 2022 17:11:41 GMT</pubDate>
			<itunes:duration>20:35</itunes:duration>
			<enclosure url="https://sphinx.acast.com/p/open/s/6013ebce985ab977d52addcc/e/62190dcd34462300131f2cb8/media.mp3" length="25384004" type="audio/mpeg"/>
			<guid isPermaLink="false">62190dcd34462300131f2cb8</guid>
			<itunes:explicit>false</itunes:explicit>
			<link>https://www.karakaxa.org/%CE%B5%CF%80%CE%B5%CE%B9%CF%83%CF%8C%CE%B4%CE%B9%CE%B1</link>
			<acast:episodeId>62190dcd34462300131f2cb8</acast:episodeId>
			<acast:showId>6013ebce985ab977d52addcc</acast:showId>
			<acast:episodeUrl>mitos85</acast:episodeUrl>
			<acast:settings><![CDATA[FYjHyZbXWHZ7gmX8Pp1rmbKbhgrQiwYShz70Q9/ffXZMTtedvdcRQbP4eiLMjXzCKLPjEYLpGj+NMVKa+5C8pL4u/EOj1Vw4h5MMJYp0lCcFAe0fnxBJy/1ju4Qxy1fh8gO4DvlGA40yms2g0/hOkcrfHIopjTygHFqGwwOPKFIai4SuTvs86Lx3UYCyl6Zs+WO4fC9bB8/2bSJALEZpunHdJA38/ZCmkJMYOTmjFjo6qMVcDwgRJAtdDtDrT8IrmRkH3IErWYYomAcH1xRkM35DmgeHMvpLXltDF/0SMTitxVa8Ul5nY074Tyc9fHs5]]></acast:settings>
			<itunes:subtitle>Μίτος</itunes:subtitle>
			<itunes:episodeType>full</itunes:episodeType>
			<itunes:episode>85</itunes:episode>
			<itunes:image href="https://assets.pippa.io/shows/undefined/1611917894468-781f140f26a7dcc628861a642c7fffe3.jpeg"/>
			<description><![CDATA[<p>Ο εθνάρχης, θεϊκός Χαϊονουάθα αγάπησε πολύ τους ανθρώπους και τους φρόντισε μέχρι το τέλος του. Οι Ιροκουόις μας αφηγούνται.</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Δεν περιέχει ευαίσθητο υλικό.</p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>Η ιστορία είναι ευγενική παραχώρηση του: www.firstpeople.us</p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ: https://docs.google.com/document/d/1xduvqOTqmNU_EXJanvBl-nOkhfUrOExyEE3w2iSFS_M/edit?usp=sharing</p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></description>
			<itunes:summary><![CDATA[<p>Ο εθνάρχης, θεϊκός Χαϊονουάθα αγάπησε πολύ τους ανθρώπους και τους φρόντισε μέχρι το τέλος του. Οι Ιροκουόις μας αφηγούνται.</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Δεν περιέχει ευαίσθητο υλικό.</p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>Η ιστορία είναι ευγενική παραχώρηση του: www.firstpeople.us</p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ: https://docs.google.com/document/d/1xduvqOTqmNU_EXJanvBl-nOkhfUrOExyEE3w2iSFS_M/edit?usp=sharing</p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></itunes:summary>
		</item>
		<item>
			<title>Πώς Να Τρομάξετε Μια Αρκούδα</title>
			<itunes:title>Πώς Να Τρομάξετε Μια Αρκούδα</itunes:title>
			<pubDate>Mon, 21 Feb 2022 16:30:08 GMT</pubDate>
			<itunes:duration>10:02</itunes:duration>
			<enclosure url="https://sphinx.acast.com/p/open/s/6013ebce985ab977d52addcc/e/6213be10556d2b00133411c0/media.mp3" length="11735226" type="audio/mpeg"/>
			<guid isPermaLink="false">6213be10556d2b00133411c0</guid>
			<itunes:explicit>false</itunes:explicit>
			<link>https://www.karakaxa.org/%CE%B5%CF%80%CE%B5%CE%B9%CF%83%CF%8C%CE%B4%CE%B9%CE%B1</link>
			<acast:episodeId>6213be10556d2b00133411c0</acast:episodeId>
			<acast:showId>6013ebce985ab977d52addcc</acast:showId>
			<acast:episodeUrl>mitos84</acast:episodeUrl>
			<acast:settings><![CDATA[FYjHyZbXWHZ7gmX8Pp1rmbKbhgrQiwYShz70Q9/ffXZMTtedvdcRQbP4eiLMjXzCKLPjEYLpGj+NMVKa+5C8pL4u/EOj1Vw4h5MMJYp0lCcFAe0fnxBJy/1ju4Qxy1fh8gO4DvlGA40yms2g0/hOkcrfHIopjTygHFqGwwOPKFIai4SuTvs86Lx3UYCyl6Zs+WO4fC9bB8/2bSJALEZpunHdJA38/ZCmkJMYOTmjFjoVf2g7oPqs8yZbz8tH629Y+2EdFitiMyoQx6VPKG3ZeNbNXZm3gB4JSlpOqGlcErzVSxBiRanTuhDLrXn45gf9]]></acast:settings>
			<itunes:subtitle>Μίτος</itunes:subtitle>
			<itunes:episodeType>full</itunes:episodeType>
			<itunes:episode>84</itunes:episode>
			<itunes:image href="https://assets.pippa.io/shows/undefined/1611917894468-781f140f26a7dcc628861a642c7fffe3.jpeg"/>
			<description><![CDATA[<p>Αν βρεθείτε ποτέ σε δάσος και σας βρίσκεται πρόχειρη μια κουδούνα αλόγου, οι Τέουα έχουν ακριβώς ότι χρειάζεται για να διώχνετε μακριά τις αρκούδες!</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Δεν περιέχει ευαίσθητο υλικό </p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>Η ιστορία είναι ευγενική παραχώρηση του: www.firstpeople.us</p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ: https://docs.google.com/document/d/1OwoDWSYwoSdgSsQdR8N3JZ4XPx-A2dyOdeZcx2hBwWc/edit?usp=sharing</p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></description>
			<itunes:summary><![CDATA[<p>Αν βρεθείτε ποτέ σε δάσος και σας βρίσκεται πρόχειρη μια κουδούνα αλόγου, οι Τέουα έχουν ακριβώς ότι χρειάζεται για να διώχνετε μακριά τις αρκούδες!</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Δεν περιέχει ευαίσθητο υλικό </p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>Η ιστορία είναι ευγενική παραχώρηση του: www.firstpeople.us</p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ: https://docs.google.com/document/d/1OwoDWSYwoSdgSsQdR8N3JZ4XPx-A2dyOdeZcx2hBwWc/edit?usp=sharing</p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></itunes:summary>
		</item>
		<item>
			<title>Ο Μεγάλος Λευκός Σκύλος και το Ιερό Κοντάρι</title>
			<itunes:title>Ο Μεγάλος Λευκός Σκύλος και το Ιερό Κοντάρι</itunes:title>
			<pubDate>Fri, 18 Feb 2022 10:29:40 GMT</pubDate>
			<itunes:duration>12:44</itunes:duration>
			<enclosure url="https://sphinx.acast.com/p/open/s/6013ebce985ab977d52addcc/e/620a2f20da1fb30012adbdae/media.mp3" length="14884891" type="audio/mpeg"/>
			<guid isPermaLink="false">620a2f20da1fb30012adbdae</guid>
			<itunes:explicit>false</itunes:explicit>
			<link>https://www.karakaxa.org/%CE%B5%CF%80%CE%B5%CE%B9%CF%83%CF%8C%CE%B4%CE%B9%CE%B1</link>
			<acast:episodeId>620a2f20da1fb30012adbdae</acast:episodeId>
			<acast:showId>6013ebce985ab977d52addcc</acast:showId>
			<acast:episodeUrl>mitos83</acast:episodeUrl>
			<acast:settings><![CDATA[FYjHyZbXWHZ7gmX8Pp1rmbKbhgrQiwYShz70Q9/ffXZMTtedvdcRQbP4eiLMjXzCKLPjEYLpGj+NMVKa+5C8pL4u/EOj1Vw4h5MMJYp0lCcFAe0fnxBJy/1ju4Qxy1fh8gO4DvlGA40yms2g0/hOkcrfHIopjTygHFqGwwOPKFIai4SuTvs86Lx3UYCyl6Zs+WO4fC9bB8/2bSJALEZpunHdJA38/ZCmkJMYOTmjFjoJylP+2B19GIB6AAwZ95FYTo5IKMZXp9e4Z5fWjDpaut83OtbrOW1d7Sm2Y6Bo0iY+alEwu9E3BwV9EPHi8ZSx]]></acast:settings>
			<itunes:subtitle>Μίτος</itunes:subtitle>
			<itunes:episodeType>full</itunes:episodeType>
			<itunes:episode>83</itunes:episode>
			<itunes:image href="https://assets.pippa.io/shows/undefined/1611917894468-781f140f26a7dcc628861a642c7fffe3.jpeg"/>
			<description><![CDATA[<p>Μια ιστορία προσφυγιάς από τους Τσίκασο που ευτυχώς είχε σαν αποτέλεσμα την απαρχή του τρανού τους έθνους.</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Δεν περιέχει ευαίσθητο υλικό</p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>Η ιστορία είναι ευγενική παραχώρηση του: www.firstpeople.us</p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ: https://docs.google.com/document/d/1tnUrUskelq6s6MIcGky__EWHHFy5y66zK7Jv6Tr-t8o/edit?usp=sharing</p><p><br></p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></description>
			<itunes:summary><![CDATA[<p>Μια ιστορία προσφυγιάς από τους Τσίκασο που ευτυχώς είχε σαν αποτέλεσμα την απαρχή του τρανού τους έθνους.</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Δεν περιέχει ευαίσθητο υλικό</p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>Η ιστορία είναι ευγενική παραχώρηση του: www.firstpeople.us</p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ: https://docs.google.com/document/d/1tnUrUskelq6s6MIcGky__EWHHFy5y66zK7Jv6Tr-t8o/edit?usp=sharing</p><p><br></p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></itunes:summary>
		</item>
		<item>
			<title>Τα Πρώτα Μοκασίνια</title>
			<itunes:title>Τα Πρώτα Μοκασίνια</itunes:title>
			<pubDate>Mon, 14 Feb 2022 09:14:24 GMT</pubDate>
			<itunes:duration>8:27</itunes:duration>
			<enclosure url="https://sphinx.acast.com/p/open/s/6013ebce985ab977d52addcc/e/620a1d702d5cbe0012781171/media.mp3" length="10064874" type="audio/mpeg"/>
			<guid isPermaLink="false">620a1d702d5cbe0012781171</guid>
			<itunes:explicit>false</itunes:explicit>
			<link>https://www.karakaxa.org/%CE%B5%CF%80%CE%B5%CE%B9%CF%83%CF%8C%CE%B4%CE%B9%CE%B1</link>
			<acast:episodeId>620a1d702d5cbe0012781171</acast:episodeId>
			<acast:showId>6013ebce985ab977d52addcc</acast:showId>
			<acast:episodeUrl>mitos82</acast:episodeUrl>
			<acast:settings><![CDATA[FYjHyZbXWHZ7gmX8Pp1rmbKbhgrQiwYShz70Q9/ffXZMTtedvdcRQbP4eiLMjXzCKLPjEYLpGj+NMVKa+5C8pL4u/EOj1Vw4h5MMJYp0lCcFAe0fnxBJy/1ju4Qxy1fh8gO4DvlGA40yms2g0/hOkcrfHIopjTygHFqGwwOPKFIai4SuTvs86Lx3UYCyl6Zs+WO4fC9bB8/2bSJALEZpunHdJA38/ZCmkJMYOTmjFjqLi1m1eqoMPZsnl/o1lh8Nnz4F2FUTS8IBHvdus3ShsQnbqKcKJSJo4aU0NNQkWfjeB7WLSvXRTGpXutEowHAa]]></acast:settings>
			<itunes:subtitle>Μίτος</itunes:subtitle>
			<itunes:episodeType>full</itunes:episodeType>
			<itunes:episode>82</itunes:episode>
			<itunes:image href="https://assets.pippa.io/shows/undefined/1611917894468-781f140f26a7dcc628861a642c7fffe3.jpeg"/>
			<description><![CDATA[<p>Επιτέλους από τους Νεζ Πέρς μαθαίνουμε και την προέλευση των δερμάτινων παπουτσιών τόσων αυτόχθονων λαών - τα μοκασίνια!</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Δεν περιέχει ευαίσθητο υλικό</p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>Η ιστορία είναι ευγενική παραχώρηση του: www.firstpeople.us</p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ: https://docs.google.com/document/d/1iZB8Hwoe0vHK7I30jyIzeGeR_d4JXTp1bte5NyZDBzg/edit?usp=sharing</p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></description>
			<itunes:summary><![CDATA[<p>Επιτέλους από τους Νεζ Πέρς μαθαίνουμε και την προέλευση των δερμάτινων παπουτσιών τόσων αυτόχθονων λαών - τα μοκασίνια!</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Δεν περιέχει ευαίσθητο υλικό</p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>Η ιστορία είναι ευγενική παραχώρηση του: www.firstpeople.us</p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ: https://docs.google.com/document/d/1iZB8Hwoe0vHK7I30jyIzeGeR_d4JXTp1bte5NyZDBzg/edit?usp=sharing</p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></itunes:summary>
		</item>
		<item>
			<title>Ο Ζηλόφθονος Θείος</title>
			<itunes:title>Ο Ζηλόφθονος Θείος</itunes:title>
			<pubDate>Mon, 07 Feb 2022 09:04:48 GMT</pubDate>
			<itunes:duration>24:10</itunes:duration>
			<enclosure url="https://sphinx.acast.com/p/open/s/6013ebce985ab977d52addcc/e/61fe59dda362ba0012920aa5/media.mp3" length="27469070" type="audio/mpeg"/>
			<guid isPermaLink="false">61fe59dda362ba0012920aa5</guid>
			<itunes:explicit>false</itunes:explicit>
			<link>https://www.karakaxa.org/%CE%B5%CF%80%CE%B5%CE%B9%CF%83%CF%8C%CE%B4%CE%B9%CE%B1</link>
			<acast:episodeId>61fe59dda362ba0012920aa5</acast:episodeId>
			<acast:showId>6013ebce985ab977d52addcc</acast:showId>
			<acast:episodeUrl>mitos81</acast:episodeUrl>
			<acast:settings><![CDATA[FYjHyZbXWHZ7gmX8Pp1rmbKbhgrQiwYShz70Q9/ffXZMTtedvdcRQbP4eiLMjXzCKLPjEYLpGj+NMVKa+5C8pL4u/EOj1Vw4h5MMJYp0lCcFAe0fnxBJy/1ju4Qxy1fh8gO4DvlGA40yms2g0/hOkcrfHIopjTygHFqGwwOPKFIai4SuTvs86Lx3UYCyl6Zs+WO4fC9bB8/2bSJALEZpunHdJA38/ZCmkJMYOTmjFjrMcoRUZdxNXHa4TJ63omTGP5urw4IW8UL4jU3zgRjVG1jqX214VkkZkeAoqGNONqJX1DpBvMH/DFT1NoU2+mOn]]></acast:settings>
			<itunes:subtitle>Μίτος</itunes:subtitle>
			<itunes:episodeType>full</itunes:episodeType>
			<itunes:episode>81</itunes:episode>
			<itunes:image href="https://assets.pippa.io/shows/undefined/1611917894468-781f140f26a7dcc628861a642c7fffe3.jpeg"/>
			<description><![CDATA[<p>Η Ευρωπαϊκή κακή μητριά για τους Κόντιακ είναι Θείος και μάλιστα επιμένει να σκοτώσει ντε και καλά τον ήρωά μας. Αλλά τελικά, όπως πάντα, το κακό τιμωρείται.</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Περιέχει απειλές βίας, θάνατο ζώου</p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>Η ιστορία είναι ευγενική παραχώρηση του: www.firstpeople.us</p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ: https://docs.google.com/document/d/1BUBTq1EXiRyYZfo3OXjl7nBAYwYBWf0hOLVaJ-j4Ung/edit?usp=sharing</p><p><br></p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></description>
			<itunes:summary><![CDATA[<p>Η Ευρωπαϊκή κακή μητριά για τους Κόντιακ είναι Θείος και μάλιστα επιμένει να σκοτώσει ντε και καλά τον ήρωά μας. Αλλά τελικά, όπως πάντα, το κακό τιμωρείται.</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Περιέχει απειλές βίας, θάνατο ζώου</p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>Η ιστορία είναι ευγενική παραχώρηση του: www.firstpeople.us</p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ: https://docs.google.com/document/d/1BUBTq1EXiRyYZfo3OXjl7nBAYwYBWf0hOLVaJ-j4Ung/edit?usp=sharing</p><p><br></p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></itunes:summary>
		</item>
		<item>
			<title>Ο Γκλουσκάμπι και ο Αετός του Ανέμου</title>
			<itunes:title>Ο Γκλουσκάμπι και ο Αετός του Ανέμου</itunes:title>
			<pubDate>Fri, 04 Feb 2022 17:30:13 GMT</pubDate>
			<itunes:duration>14:58</itunes:duration>
			<enclosure url="https://sphinx.acast.com/p/open/s/6013ebce985ab977d52addcc/e/61fd62a637c1460013844c26/media.mp3" length="17161446" type="audio/mpeg"/>
			<guid isPermaLink="false">61fd62a637c1460013844c26</guid>
			<itunes:explicit>false</itunes:explicit>
			<link>https://www.karakaxa.org/%CE%B5%CF%80%CE%B5%CE%B9%CF%83%CF%8C%CE%B4%CE%B9%CE%B1</link>
			<acast:episodeId>61fd62a637c1460013844c26</acast:episodeId>
			<acast:showId>6013ebce985ab977d52addcc</acast:showId>
			<acast:episodeUrl>mitos80</acast:episodeUrl>
			<acast:settings><![CDATA[FYjHyZbXWHZ7gmX8Pp1rmbKbhgrQiwYShz70Q9/ffXZMTtedvdcRQbP4eiLMjXzCKLPjEYLpGj+NMVKa+5C8pL4u/EOj1Vw4h5MMJYp0lCcFAe0fnxBJy/1ju4Qxy1fh8gO4DvlGA40yms2g0/hOkcrfHIopjTygHFqGwwOPKFIai4SuTvs86Lx3UYCyl6Zs+WO4fC9bB8/2bSJALEZpunHdJA38/ZCmkJMYOTmjFjq4CkChelKOQQHZ9lM0S1LWTLSPsK5vP4OAaiKXwib/9i4mnrLlam9Uq007w6iyCG7MBqRxMYMMYatV7BLImtph]]></acast:settings>
			<itunes:subtitle>Μίτος</itunes:subtitle>
			<itunes:episodeType>full</itunes:episodeType>
			<itunes:episode>80</itunes:episode>
			<itunes:image href="https://assets.pippa.io/shows/undefined/1611917894468-781f140f26a7dcc628861a642c7fffe3.jpeg"/>
			<description><![CDATA[<p>Οι γηραιότεροι ξέρουν και τα νιάτα πιέζουν. Οι Αμπενάκι μας λένε μια ιστορία για τη φύση και τις επιπτώσεις που μπορεί κάποια παρέμβασή μας να έχει πάνω της.</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Δεν περιέχει ευαίσθητο υλικό</p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>Η ιστορία είναι ευγενική παραχώρηση του: www.firstpeople.us</p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ: https://docs.google.com/document/d/1_3jmW2iDnqedW0TFDP85bCzTap_Y2bsX4wB_ykssGzI/edit?usp=sharing</p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></description>
			<itunes:summary><![CDATA[<p>Οι γηραιότεροι ξέρουν και τα νιάτα πιέζουν. Οι Αμπενάκι μας λένε μια ιστορία για τη φύση και τις επιπτώσεις που μπορεί κάποια παρέμβασή μας να έχει πάνω της.</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Δεν περιέχει ευαίσθητο υλικό</p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>Η ιστορία είναι ευγενική παραχώρηση του: www.firstpeople.us</p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ: https://docs.google.com/document/d/1_3jmW2iDnqedW0TFDP85bCzTap_Y2bsX4wB_ykssGzI/edit?usp=sharing</p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></itunes:summary>
		</item>
		<item>
			<title>Οι Άνδρες και οι Γυναίκες Δοκιμάζουν να Μείνουν Χώρια</title>
			<itunes:title>Οι Άνδρες και οι Γυναίκες Δοκιμάζουν να Μείνουν Χώρια</itunes:title>
			<pubDate>Mon, 31 Jan 2022 09:08:01 GMT</pubDate>
			<itunes:duration>7:54</itunes:duration>
			<enclosure url="https://sphinx.acast.com/p/open/s/6013ebce985ab977d52addcc/e/61f1360ccb2c6b001285353c/media.mp3" length="9428441" type="audio/mpeg"/>
			<guid isPermaLink="false">61f1360ccb2c6b001285353c</guid>
			<itunes:explicit>false</itunes:explicit>
			<link>https://www.karakaxa.org/%CE%B5%CF%80%CE%B5%CE%B9%CF%83%CF%8C%CE%B4%CE%B9%CE%B1</link>
			<acast:episodeId>61f1360ccb2c6b001285353c</acast:episodeId>
			<acast:showId>6013ebce985ab977d52addcc</acast:showId>
			<acast:episodeUrl>mitos79</acast:episodeUrl>
			<acast:settings><![CDATA[FYjHyZbXWHZ7gmX8Pp1rmbKbhgrQiwYShz70Q9/ffXZMTtedvdcRQbP4eiLMjXzCKLPjEYLpGj+NMVKa+5C8pL4u/EOj1Vw4h5MMJYp0lCcFAe0fnxBJy/1ju4Qxy1fh8gO4DvlGA40yms2g0/hOkcrfHIopjTygHFqGwwOPKFIai4SuTvs86Lx3UYCyl6Zs+WO4fC9bB8/2bSJALEZpunHdJA38/ZCmkJMYOTmjFjqqbhXXZ8KbNiDcOYxvbtuWFnYxwn9Ci1uSA+tiHPXTRbv6u1zjGB9ZbFBfhiVwafu66TJlICXPwJ4HmdqfGBuE]]></acast:settings>
			<itunes:subtitle>Μίτος</itunes:subtitle>
			<itunes:episodeType>full</itunes:episodeType>
			<itunes:episode>79</itunes:episode>
			<itunes:image href="https://assets.pippa.io/shows/undefined/1611917894468-781f140f26a7dcc628861a642c7fffe3.jpeg"/>
			<description><![CDATA[<p>Να τη και εδώ η μάχη των φίλων, αυτή τη φορά από τους Σία. Η ξεροκεφαλιά και το πείσμα χωρίζουν τους άνδρες και τις γυναίκες αυτής της περήφανης φυλής. Μόνο για λίγο.</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Δεν περιέχει ευαίσθητο υλικό</p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>Η ιστορία είναι ευγενική παραχώρηση του: www.firstpeople.us</p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ: https://docs.google.com/document/d/1Spbq22fcNSQkDvjB6eXMmU_QO6IEoE1M0H9dUrBxB6g/edit?usp=sharing</p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></description>
			<itunes:summary><![CDATA[<p>Να τη και εδώ η μάχη των φίλων, αυτή τη φορά από τους Σία. Η ξεροκεφαλιά και το πείσμα χωρίζουν τους άνδρες και τις γυναίκες αυτής της περήφανης φυλής. Μόνο για λίγο.</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Δεν περιέχει ευαίσθητο υλικό</p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>Η ιστορία είναι ευγενική παραχώρηση του: www.firstpeople.us</p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ: https://docs.google.com/document/d/1Spbq22fcNSQkDvjB6eXMmU_QO6IEoE1M0H9dUrBxB6g/edit?usp=sharing</p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></itunes:summary>
		</item>
		<item>
			<title>Το Παιδί του Αποσπερίτη και η Γέννηση των Μικρών Ανθρώπων</title>
			<itunes:title>Το Παιδί του Αποσπερίτη και η Γέννηση των Μικρών Ανθρώπων</itunes:title>
			<pubDate>Fri, 28 Jan 2022 18:57:06 GMT</pubDate>
			<itunes:duration>25:43</itunes:duration>
			<enclosure url="https://sphinx.acast.com/p/open/s/6013ebce985ab977d52addcc/e/61f43c82c97b4d0014c9d4f7/media.mp3" length="30616300" type="audio/mpeg"/>
			<guid isPermaLink="false">61f43c82c97b4d0014c9d4f7</guid>
			<itunes:explicit>false</itunes:explicit>
			<link>https://www.karakaxa.org/%CE%B5%CF%80%CE%B5%CE%B9%CF%83%CF%8C%CE%B4%CE%B9%CE%B1</link>
			<acast:episodeId>61f43c82c97b4d0014c9d4f7</acast:episodeId>
			<acast:showId>6013ebce985ab977d52addcc</acast:showId>
			<acast:episodeUrl>mitos78</acast:episodeUrl>
			<acast:settings><![CDATA[FYjHyZbXWHZ7gmX8Pp1rmbKbhgrQiwYShz70Q9/ffXZMTtedvdcRQbP4eiLMjXzCKLPjEYLpGj+NMVKa+5C8pL4u/EOj1Vw4h5MMJYp0lCcFAe0fnxBJy/1ju4Qxy1fh8gO4DvlGA40yms2g0/hOkcrfHIopjTygHFqGwwOPKFIai4SuTvs86Lx3UYCyl6Zs+WO4fC9bB8/2bSJALEZpunHdJA38/ZCmkJMYOTmjFjodpWPTSCyK5715ruJUUAGp4sFACQMo8ltY8b7YaSJcbv6q0xcXoHBeNLHmKk4Z/O4gz1atZUGAZDa5sZQd/BQL]]></acast:settings>
			<itunes:subtitle>Μίτος</itunes:subtitle>
			<itunes:episodeType>full</itunes:episodeType>
			<itunes:episode>78</itunes:episode>
			<itunes:image href="https://assets.pippa.io/shows/undefined/1611917894468-781f140f26a7dcc628861a642c7fffe3.jpeg"/>
			<description><![CDATA[<p>Με αιθέρια πλάσματα και μια ιστορία αγάπης, οι Οτζίμπουε μας μιλούν για τις γνώσεις τους στην αστρονομία!</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Δεν περιέχει ευαίσθητο υλικό</p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>Η ιστορία είναι ευγενική παραχώρηση του: www.firstpeople.us</p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ: https://docs.google.com/document/d/1fEl2gZFY0CF-n1ZcIEXQHF6DsXr07RhOy_BfpQDQF2A/edit?usp=sharing</p><p><br></p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></description>
			<itunes:summary><![CDATA[<p>Με αιθέρια πλάσματα και μια ιστορία αγάπης, οι Οτζίμπουε μας μιλούν για τις γνώσεις τους στην αστρονομία!</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Δεν περιέχει ευαίσθητο υλικό</p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>Η ιστορία είναι ευγενική παραχώρηση του: www.firstpeople.us</p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ: https://docs.google.com/document/d/1fEl2gZFY0CF-n1ZcIEXQHF6DsXr07RhOy_BfpQDQF2A/edit?usp=sharing</p><p><br></p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></itunes:summary>
		</item>
		<item>
			<title>Μαύρο Καλαμπόκι</title>
			<itunes:title>Μαύρο Καλαμπόκι</itunes:title>
			<pubDate>Mon, 24 Jan 2022 09:32:24 GMT</pubDate>
			<itunes:duration>10:54</itunes:duration>
			<enclosure url="https://sphinx.acast.com/p/open/s/6013ebce985ab977d52addcc/e/61eb0e07570c5c00121552d7/media.mp3" length="12359481" type="audio/mpeg"/>
			<guid isPermaLink="false">61eb0e07570c5c00121552d7</guid>
			<itunes:explicit>false</itunes:explicit>
			<link>https://www.karakaxa.org/%CE%B5%CF%80%CE%B5%CE%B9%CF%83%CF%8C%CE%B4%CE%B9%CE%B1</link>
			<acast:episodeId>61eb0e07570c5c00121552d7</acast:episodeId>
			<acast:showId>6013ebce985ab977d52addcc</acast:showId>
			<acast:episodeUrl>mitos77</acast:episodeUrl>
			<acast:settings><![CDATA[FYjHyZbXWHZ7gmX8Pp1rmbKbhgrQiwYShz70Q9/ffXZMTtedvdcRQbP4eiLMjXzCKLPjEYLpGj+NMVKa+5C8pL4u/EOj1Vw4h5MMJYp0lCcFAe0fnxBJy/1ju4Qxy1fh8gO4DvlGA40yms2g0/hOkcrfHIopjTygHFqGwwOPKFIai4SuTvs86Lx3UYCyl6Zs+WO4fC9bB8/2bSJALEZpunHdJA38/ZCmkJMYOTmjFjr+aR/OMfvMQ+n2/znWnbuTZ4qx6yasTv/jI5DFl+2zBG2U3bAoyy1ZK+BobxG0Fj1nyoO1Xc6Yb49Et4rWDnsI]]></acast:settings>
			<itunes:subtitle>Μίτος</itunes:subtitle>
			<itunes:episodeType>full</itunes:episodeType>
			<itunes:episode>77</itunes:episode>
			<itunes:image href="https://assets.pippa.io/shows/undefined/1611917894468-781f140f26a7dcc628861a642c7fffe3.jpeg"/>
			<description><![CDATA[<p>Οι καταπληκτικοί Λακότα μας λένε την ιστορία μιας γυναίκας που φέρει χρόνιο τραύμα από τα παιδικά της χρόνια, μας μιλούν σαν όλους τους δυτικούς ψυχολόγους τους σήμερα που συμβουλεύουν τη συγχώρεση πρώτ' απ' όλα του εαυτού μας. Αχ!</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Περιέχει εξιστόριση ασέλγειας σε παιδί, τραύμα, κατάθλιψη</p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>Η ιστορία είναι ευγενική παραχώρηση του: www.firstpeople.us</p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ: https://docs.google.com/document/d/1LbjHC2QDaexc1mdjy5PaG7f4-MbKdGADPoeGv0IJ7BI/edit?usp=sharing</p><p><br></p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></description>
			<itunes:summary><![CDATA[<p>Οι καταπληκτικοί Λακότα μας λένε την ιστορία μιας γυναίκας που φέρει χρόνιο τραύμα από τα παιδικά της χρόνια, μας μιλούν σαν όλους τους δυτικούς ψυχολόγους τους σήμερα που συμβουλεύουν τη συγχώρεση πρώτ' απ' όλα του εαυτού μας. Αχ!</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Περιέχει εξιστόριση ασέλγειας σε παιδί, τραύμα, κατάθλιψη</p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>Η ιστορία είναι ευγενική παραχώρηση του: www.firstpeople.us</p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ: https://docs.google.com/document/d/1LbjHC2QDaexc1mdjy5PaG7f4-MbKdGADPoeGv0IJ7BI/edit?usp=sharing</p><p><br></p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></itunes:summary>
		</item>
		<item>
			<title>Ιστορία Κοσμογονίας</title>
			<itunes:title>Ιστορία Κοσμογονίας</itunes:title>
			<pubDate>Fri, 21 Jan 2022 19:11:36 GMT</pubDate>
			<itunes:duration>20:04</itunes:duration>
			<enclosure url="https://sphinx.acast.com/p/open/s/6013ebce985ab977d52addcc/e/61eb0568fd33c00012c60429/media.mp3" length="23671121" type="audio/mpeg"/>
			<guid isPermaLink="false">61eb0568fd33c00012c60429</guid>
			<itunes:explicit>false</itunes:explicit>
			<link>https://www.karakaxa.org/%CE%B5%CF%80%CE%B5%CE%B9%CF%83%CF%8C%CE%B4%CE%B9%CE%B1</link>
			<acast:episodeId>61eb0568fd33c00012c60429</acast:episodeId>
			<acast:showId>6013ebce985ab977d52addcc</acast:showId>
			<acast:episodeUrl>mitos76</acast:episodeUrl>
			<acast:settings><![CDATA[FYjHyZbXWHZ7gmX8Pp1rmbKbhgrQiwYShz70Q9/ffXZMTtedvdcRQbP4eiLMjXzCKLPjEYLpGj+NMVKa+5C8pL4u/EOj1Vw4h5MMJYp0lCcFAe0fnxBJy/1ju4Qxy1fh8gO4DvlGA40yms2g0/hOkcrfHIopjTygHFqGwwOPKFIai4SuTvs86Lx3UYCyl6Zs+WO4fC9bB8/2bSJALEZpunHdJA38/ZCmkJMYOTmjFjrZgH5AzvIW3ZmGjPzc5TsZKprOEWPtZrMSE+KmhRxWvFFUIXsDiNw17ZMQ0lmKeX7LCGCWAeUCuxrnXlCyv85X]]></acast:settings>
			<itunes:subtitle>Μίτος</itunes:subtitle>
			<itunes:episodeType>full</itunes:episodeType>
			<itunes:episode>76</itunes:episode>
			<itunes:image href="https://assets.pippa.io/shows/undefined/1611917894468-781f140f26a7dcc628861a642c7fffe3.jpeg"/>
			<description><![CDATA[<p>Μιας και κοντεύει ένας χρόνος από το πρώτο μας επεισόδιο, σας παρουσιάζουμε μια ιστορία από του Ατσουγκέουι, τη δίδυμη φυλη των Ατσομάουι που ξεκίνησαν το ταξίδι μας στα Πρώτα Έθνη της Βόρεια Αμερικής. Το Κογιότ αυτή τη φορά είναι πολυπαθές μα πάντα ταραχοποιός!</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Περιέχει βία ενάντια σε ζώα (και φίλους)</p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ: https://docs.google.com/document/d/1DzqTrAkFzaC_mcgTl9G01I_USNmIPgqdy4tDvCgEKRE/edit?usp=sharing</p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></description>
			<itunes:summary><![CDATA[<p>Μιας και κοντεύει ένας χρόνος από το πρώτο μας επεισόδιο, σας παρουσιάζουμε μια ιστορία από του Ατσουγκέουι, τη δίδυμη φυλη των Ατσομάουι που ξεκίνησαν το ταξίδι μας στα Πρώτα Έθνη της Βόρεια Αμερικής. Το Κογιότ αυτή τη φορά είναι πολυπαθές μα πάντα ταραχοποιός!</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Περιέχει βία ενάντια σε ζώα (και φίλους)</p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ: https://docs.google.com/document/d/1DzqTrAkFzaC_mcgTl9G01I_USNmIPgqdy4tDvCgEKRE/edit?usp=sharing</p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></itunes:summary>
		</item>
		<item>
			<title>Ο Άγνωστος, Γιος Των Δυο Ανδρών</title>
			<itunes:title>Ο Άγνωστος, Γιος Των Δυο Ανδρών</itunes:title>
			<pubDate>Tue, 04 Jan 2022 09:39:53 GMT</pubDate>
			<itunes:duration>30:59</itunes:duration>
			<enclosure url="https://sphinx.acast.com/p/open/s/6013ebce985ab977d52addcc/e/61d415e9b1665d00128ab457/media.mp3" length="36908047" type="audio/mpeg"/>
			<guid isPermaLink="false">61d415e9b1665d00128ab457</guid>
			<itunes:explicit>false</itunes:explicit>
			<link>https://www.karakaxa.org/%CE%B5%CF%80%CE%B5%CE%B9%CF%83%CF%8C%CE%B4%CE%B9%CE%B1</link>
			<acast:episodeId>61d415e9b1665d00128ab457</acast:episodeId>
			<acast:showId>6013ebce985ab977d52addcc</acast:showId>
			<acast:episodeUrl>mitos75</acast:episodeUrl>
			<acast:settings><![CDATA[FYjHyZbXWHZ7gmX8Pp1rmbKbhgrQiwYShz70Q9/ffXZMTtedvdcRQbP4eiLMjXzCKLPjEYLpGj+NMVKa+5C8pL4u/EOj1Vw4h5MMJYp0lCcFAe0fnxBJy/1ju4Qxy1fh8gO4DvlGA40yms2g0/hOkcrfHIopjTygHFqGwwOPKFIai4SuTvs86Lx3UYCyl6Zs+WO4fC9bB8/2bSJALEZpunHdJA38/ZCmkJMYOTmjFjoxCmIaI7e86w5vTtzQRLBjIGLOrLrVYvX/yj/cZH/laxWUFicvqjTM2Hb6hPpaA1wvA3qjc9d5liqM6iaDZ6X+]]></acast:settings>
			<itunes:subtitle>Μίτος</itunes:subtitle>
			<itunes:episodeType>full</itunes:episodeType>
			<itunes:episode>75</itunes:episode>
			<itunes:image href="https://assets.pippa.io/shows/undefined/1611917894468-781f140f26a7dcc628861a642c7fffe3.jpeg"/>
			<description><![CDATA[<p>Οι βόρειοι Χιντάτσα ή Χοντρή Κοιλιά (Gros Ventre) μέσα από μια ιστορία ενηλικίωσης όλο μαγεία μας αφήνουν να πάρουμε και μια ιδέα για την πλούσια παράδοσή τους.</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Περιέχει περιγραφές σφαγής ζώων </p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>Η ιστορία είναι ευγενική παραχώρηση του: www.firstpeople.us</p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ: https://docs.google.com/document/d/1PyBh4-MFtKnyrCgJZ2fodB2PSaZIeA9hq0XFDY054n0/edit?usp=sharing</p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></description>
			<itunes:summary><![CDATA[<p>Οι βόρειοι Χιντάτσα ή Χοντρή Κοιλιά (Gros Ventre) μέσα από μια ιστορία ενηλικίωσης όλο μαγεία μας αφήνουν να πάρουμε και μια ιδέα για την πλούσια παράδοσή τους.</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Περιέχει περιγραφές σφαγής ζώων </p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>Η ιστορία είναι ευγενική παραχώρηση του: www.firstpeople.us</p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ: https://docs.google.com/document/d/1PyBh4-MFtKnyrCgJZ2fodB2PSaZIeA9hq0XFDY054n0/edit?usp=sharing</p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></itunes:summary>
		</item>
		<item>
			<title>Τσι Λαάν (Βαθιά Νερά)</title>
			<itunes:title>Τσι Λαάν (Βαθιά Νερά)</itunes:title>
			<pubDate>Fri, 31 Dec 2021 09:10:00 GMT</pubDate>
			<itunes:duration>5:57</itunes:duration>
			<enclosure url="https://sphinx.acast.com/p/open/s/6013ebce985ab977d52addcc/e/61ceaf20513105001326bf0b/media.mp3" length="7296424" type="audio/mpeg"/>
			<guid isPermaLink="false">61ceaf20513105001326bf0b</guid>
			<itunes:explicit>false</itunes:explicit>
			<link>https://www.karakaxa.org/%CE%B5%CF%80%CE%B5%CE%B9%CF%83%CF%8C%CE%B4%CE%B9%CE%B1</link>
			<acast:episodeId>61ceaf20513105001326bf0b</acast:episodeId>
			<acast:showId>6013ebce985ab977d52addcc</acast:showId>
			<acast:episodeUrl>mitos74</acast:episodeUrl>
			<acast:settings><![CDATA[FYjHyZbXWHZ7gmX8Pp1rmbKbhgrQiwYShz70Q9/ffXZMTtedvdcRQbP4eiLMjXzCKLPjEYLpGj+NMVKa+5C8pL4u/EOj1Vw4h5MMJYp0lCcFAe0fnxBJy/1ju4Qxy1fh8gO4DvlGA40yms2g0/hOkcrfHIopjTygHFqGwwOPKFIai4SuTvs86Lx3UYCyl6Zs+WO4fC9bB8/2bSJALEZpunHdJA38/ZCmkJMYOTmjFjrwyzzYIIloCsLHsm5gyjW+/I+tTs/5HUSrV60if7Rcmhw6hhaWm9C6/Gx77Mq1eYTvWvWXIQDOY9d4X1uyewHs]]></acast:settings>
			<itunes:subtitle>Μίτος</itunes:subtitle>
			<itunes:episodeType>full</itunes:episodeType>
			<itunes:episode>74</itunes:episode>
			<itunes:image href="https://assets.pippa.io/shows/undefined/1611917894468-781f140f26a7dcc628861a642c7fffe3.jpeg"/>
			<description><![CDATA[<p>Νάτο πάλι το Κογιότ, δημιουργός μα και... εκδικητικός χαλαστής! Οι Γιακίμα μας λένε μια ιστορία που φανερώνει την απερισκεψία και έπαρση των ανθρώπων.</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Δεν περιέχει ευαίσθητο υλικό</p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>Η ιστορία είναι ευγενική παραχώρηση του: www.firstpeople.us</p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ: https://docs.google.com/document/d/1Sp_dP71HDb3kiviWBn4bIylN1Ch_FkFuJHFhsnFPIBY/edit?usp=sharing</p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></description>
			<itunes:summary><![CDATA[<p>Νάτο πάλι το Κογιότ, δημιουργός μα και... εκδικητικός χαλαστής! Οι Γιακίμα μας λένε μια ιστορία που φανερώνει την απερισκεψία και έπαρση των ανθρώπων.</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Δεν περιέχει ευαίσθητο υλικό</p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>Η ιστορία είναι ευγενική παραχώρηση του: www.firstpeople.us</p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ: https://docs.google.com/document/d/1Sp_dP71HDb3kiviWBn4bIylN1Ch_FkFuJHFhsnFPIBY/edit?usp=sharing</p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></itunes:summary>
		</item>
		<item>
			<title>Το Αγόρι Που Έγινε Βασιλιάς</title>
			<itunes:title>Το Αγόρι Που Έγινε Βασιλιάς</itunes:title>
			<pubDate>Mon, 27 Dec 2021 09:50:00 GMT</pubDate>
			<itunes:duration>23:06</itunes:duration>
			<enclosure url="https://sphinx.acast.com/p/open/s/6013ebce985ab977d52addcc/e/61c880395c30c900127efbbe/media.mp3" length="26063707" type="audio/mpeg"/>
			<guid isPermaLink="false">61c880395c30c900127efbbe</guid>
			<itunes:explicit>false</itunes:explicit>
			<link>https://www.karakaxa.org/%CE%B5%CF%80%CE%B5%CE%B9%CF%83%CF%8C%CE%B4%CE%B9%CE%B1</link>
			<acast:episodeId>61c880395c30c900127efbbe</acast:episodeId>
			<acast:showId>6013ebce985ab977d52addcc</acast:showId>
			<acast:episodeUrl>mito73</acast:episodeUrl>
			<acast:settings><![CDATA[FYjHyZbXWHZ7gmX8Pp1rmbKbhgrQiwYShz70Q9/ffXZMTtedvdcRQbP4eiLMjXzCKLPjEYLpGj+NMVKa+5C8pL4u/EOj1Vw4h5MMJYp0lCcFAe0fnxBJy/1ju4Qxy1fh8gO4DvlGA40yms2g0/hOkcrfHIopjTygHFqGwwOPKFIai4SuTvs86Lx3UYCyl6Zs+WO4fC9bB8/2bSJALEZpunHdJA38/ZCmkJMYOTmjFjqLxUdVXQEZUGxaUrsDLYpo0yl8w9i/U7/JhSjlpS0PcoyTZZu6iDsyLgZHLueXdzjdDZdHHenKgksJy/YJSk3I]]></acast:settings>
			<itunes:subtitle>Μίτος</itunes:subtitle>
			<itunes:episodeType>full</itunes:episodeType>
			<itunes:episode>73</itunes:episode>
			<itunes:image href="https://assets.pippa.io/shows/undefined/1611917894468-781f140f26a7dcc628861a642c7fffe3.jpeg"/>
			<description><![CDATA[<p>Από τους νότιους Γιακουί, οι Ευρωπαϊκές επιρροές είναι προφανείς σε αυτή την ιστορία με τα τρία μονοπάτια που παίρνει το καθένα από τα τρία αδέρφια.</p><p>Και πάλι τα ζώα παίζουν πολύ σημαντικό ρόλο για τη λύτρωση.</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Περιέχει βία σε ζώα </p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ: https://docs.google.com/document/d/1cEFW5knU86HgKVH4uYEcT7XTng8jBjUtZEkxBtq0RoQ/edit?usp=sharing</p><p><br></p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></description>
			<itunes:summary><![CDATA[<p>Από τους νότιους Γιακουί, οι Ευρωπαϊκές επιρροές είναι προφανείς σε αυτή την ιστορία με τα τρία μονοπάτια που παίρνει το καθένα από τα τρία αδέρφια.</p><p>Και πάλι τα ζώα παίζουν πολύ σημαντικό ρόλο για τη λύτρωση.</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Περιέχει βία σε ζώα </p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ: https://docs.google.com/document/d/1cEFW5knU86HgKVH4uYEcT7XTng8jBjUtZEkxBtq0RoQ/edit?usp=sharing</p><p><br></p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></itunes:summary>
		</item>
		<item>
			<title>Το Τσενού Ή η  Ιστορία ενός Κανίβαλου με Παγωμένη Καρδιά</title>
			<itunes:title>Το Τσενού Ή η  Ιστορία ενός Κανίβαλου με Παγωμένη Καρδιά</itunes:title>
			<pubDate>Fri, 24 Dec 2021 18:39:28 GMT</pubDate>
			<itunes:duration>24:41</itunes:duration>
			<enclosure url="https://sphinx.acast.com/p/open/s/6013ebce985ab977d52addcc/e/61c613e1682a650012f05d23/media.mp3" length="28502562" type="audio/mpeg"/>
			<guid isPermaLink="false">61c613e1682a650012f05d23</guid>
			<itunes:explicit>false</itunes:explicit>
			<link>https://www.karakaxa.org/%CE%B5%CF%80%CE%B5%CE%B9%CF%83%CF%8C%CE%B4%CE%B9%CE%B1</link>
			<acast:episodeId>61c613e1682a650012f05d23</acast:episodeId>
			<acast:showId>6013ebce985ab977d52addcc</acast:showId>
			<acast:episodeUrl>mitos72</acast:episodeUrl>
			<acast:settings><![CDATA[FYjHyZbXWHZ7gmX8Pp1rmbKbhgrQiwYShz70Q9/ffXZMTtedvdcRQbP4eiLMjXzCKLPjEYLpGj+NMVKa+5C8pL4u/EOj1Vw4h5MMJYp0lCcFAe0fnxBJy/1ju4Qxy1fh8gO4DvlGA40yms2g0/hOkcrfHIopjTygHFqGwwOPKFIai4SuTvs86Lx3UYCyl6Zs+WO4fC9bB8/2bSJALEZpunHdJA38/ZCmkJMYOTmjFjpLRfBybT1m3UlNkNwqSUXk4SOskMb+HcsOEgcmUnxoxl65MqCSONRG4Z18t1uFFO6DUwWFYUKwE0tmzDi0654s]]></acast:settings>
			<itunes:subtitle>Μίτος</itunes:subtitle>
			<itunes:episodeType>full</itunes:episodeType>
			<itunes:episode>72</itunes:episode>
			<itunes:image href="https://assets.pippa.io/shows/undefined/1611917894468-781f140f26a7dcc628861a642c7fffe3.jpeg"/>
			<description><![CDATA[<p>Από τον βόρειο λαό Πασσαμακουόντι και Μίκμακ, η ιστορία ενός πλάσματος που ήρθε από έναν άλλο κόσμο και αγάπησε τόσο την καλοσύνη των ανθρώπων, που είπε να μείνει.</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Περιέχει έντονη βία</p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: <a href="http://www.karakaxa.org" rel="noopener noreferrer" target="_blank">www.karakaxa.org</a></p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω <a href="http://pixabay.com" rel="noopener noreferrer" target="_blank">pixabay.com</a></p><br><p>Η ιστορία είναι ευγενική παραχώρηση του: <a href="http://www.firstpeople.us" rel="noopener noreferrer" target="_blank">www.firstpeople.us</a></p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ: https://docs.google.com/document/d/1dkEgiyuB7XjVRSkc50hMzZgvNN-uBPbF0JuXQnjyo9c/edit?usp=sharing</p><p><br></p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></description>
			<itunes:summary><![CDATA[<p>Από τον βόρειο λαό Πασσαμακουόντι και Μίκμακ, η ιστορία ενός πλάσματος που ήρθε από έναν άλλο κόσμο και αγάπησε τόσο την καλοσύνη των ανθρώπων, που είπε να μείνει.</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Περιέχει έντονη βία</p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: <a href="http://www.karakaxa.org" rel="noopener noreferrer" target="_blank">www.karakaxa.org</a></p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω <a href="http://pixabay.com" rel="noopener noreferrer" target="_blank">pixabay.com</a></p><br><p>Η ιστορία είναι ευγενική παραχώρηση του: <a href="http://www.firstpeople.us" rel="noopener noreferrer" target="_blank">www.firstpeople.us</a></p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ: https://docs.google.com/document/d/1dkEgiyuB7XjVRSkc50hMzZgvNN-uBPbF0JuXQnjyo9c/edit?usp=sharing</p><p><br></p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></itunes:summary>
		</item>
		<item>
			<title>Ο Κεραυνός, το Κουνούπι και η Κλοπή της Φωτιάς</title>
			<itunes:title>Ο Κεραυνός, το Κουνούπι και η Κλοπή της Φωτιάς</itunes:title>
			<pubDate>Tue, 21 Dec 2021 17:29:14 GMT</pubDate>
			<itunes:duration>32:23</itunes:duration>
			<enclosure url="https://sphinx.acast.com/p/open/s/6013ebce985ab977d52addcc/e/61c20eeabbf35100125cec1f/media.mp3" length="40388534" type="audio/mpeg"/>
			<guid isPermaLink="false">61c20eeabbf35100125cec1f</guid>
			<itunes:explicit>false</itunes:explicit>
			<link>https://www.karakaxa.org/%CE%B5%CF%80%CE%B5%CE%B9%CF%83%CF%8C%CE%B4%CE%B9%CE%B1</link>
			<acast:episodeId>61c20eeabbf35100125cec1f</acast:episodeId>
			<acast:showId>6013ebce985ab977d52addcc</acast:showId>
			<acast:episodeUrl>mitos71</acast:episodeUrl>
			<acast:settings><![CDATA[FYjHyZbXWHZ7gmX8Pp1rmbKbhgrQiwYShz70Q9/ffXZMTtedvdcRQbP4eiLMjXzCKLPjEYLpGj+NMVKa+5C8pL4u/EOj1Vw4h5MMJYp0lCcFAe0fnxBJy/1ju4Qxy1fh8gO4DvlGA40yms2g0/hOkcrfHIopjTygHFqGwwOPKFIai4SuTvs86Lx3UYCyl6Zs+WO4fC9bB8/2bSJALEZpunHdJA38/ZCmkJMYOTmjFjrtasoMxwPyEdWrWQEzT4MvlFNL5t8jyjwVM9No1HuNPGsFifRa+L3ZeJQYeEa2pVq11XbYqQXeeNZG/MERrPGX]]></acast:settings>
			<itunes:subtitle>Μίτος</itunes:subtitle>
			<itunes:episodeType>full</itunes:episodeType>
			<itunes:episode>71</itunes:episode>
			<itunes:image href="https://assets.pippa.io/shows/undefined/1611917894468-781f140f26a7dcc628861a642c7fffe3.jpeg"/>
			<description><![CDATA[<p>Οι Μαϊντού μας διηγούνται μια ιστορία ενηλικίωσης, χαμένης φιλίας και τέλος επιμονής και υπεροχής των ανθρώπων έναντι στα στοιχεία της Φύσης!</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Δεν περιέχει ευαίσθητο υλικό </p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ: https://docs.google.com/document/d/1zL22Chl0yJ0tBF5ymweYtZL253FcPw887efAVjwBdxo/edit?usp=sharing</p><br><p><br></p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></description>
			<itunes:summary><![CDATA[<p>Οι Μαϊντού μας διηγούνται μια ιστορία ενηλικίωσης, χαμένης φιλίας και τέλος επιμονής και υπεροχής των ανθρώπων έναντι στα στοιχεία της Φύσης!</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Δεν περιέχει ευαίσθητο υλικό </p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ: https://docs.google.com/document/d/1zL22Chl0yJ0tBF5ymweYtZL253FcPw887efAVjwBdxo/edit?usp=sharing</p><br><p><br></p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></itunes:summary>
		</item>
		<item>
			<title>Η Προέλευση του Εθνικού μας Λουλουδιού, του Αρβουτά</title>
			<itunes:title>Η Προέλευση του Εθνικού μας Λουλουδιού, του Αρβουτά</itunes:title>
			<pubDate>Mon, 15 Nov 2021 09:33:12 GMT</pubDate>
			<itunes:duration>6:39</itunes:duration>
			<enclosure url="https://sphinx.acast.com/p/open/s/6013ebce985ab977d52addcc/e/6187e3b03cbea300199ee30b/media.mp3" length="7582438" type="audio/mpeg"/>
			<guid isPermaLink="false">6187e3b03cbea300199ee30b</guid>
			<itunes:explicit>false</itunes:explicit>
			<link>https://www.karakaxa.org/%CE%B5%CF%80%CE%B5%CE%B9%CF%83%CF%8C%CE%B4%CE%B9%CE%B1</link>
			<acast:episodeId>6187e3b03cbea300199ee30b</acast:episodeId>
			<acast:showId>6013ebce985ab977d52addcc</acast:showId>
			<acast:episodeUrl>mitos70</acast:episodeUrl>
			<acast:settings><![CDATA[FYjHyZbXWHZ7gmX8Pp1rmbKbhgrQiwYShz70Q9/ffXZMTtedvdcRQbP4eiLMjXzCKLPjEYLpGj+NMVKa+5C8pL4u/EOj1Vw4h5MMJYp0lCcFAe0fnxBJy/1ju4Qxy1fh8gO4DvlGA40yms2g0/hOkcrfHIopjTygHFqGwwOPKFIai4SuTvs86Lx3UYCyl6Zs+WO4fC9bB8/2bSJALEZpunHdJA38/ZCmkJMYOTmjFjrNUwp5lcK3VNvC6x9yZ+iQ/qi2VScAtDfmHYnJGR3952lVgtKJQWpzP90lct2ItOjxM89499gLPdIw4Zvgksmz]]></acast:settings>
			<itunes:subtitle>Μίτος</itunes:subtitle>
			<itunes:episodeType>full</itunes:episodeType>
			<itunes:episode>70</itunes:episode>
			<itunes:image href="https://assets.pippa.io/shows/undefined/1611917894468-781f140f26a7dcc628861a642c7fffe3.jpeg"/>
			<description><![CDATA[<p>Μια κουβεντούλα μεταξύ του χειμώνα και της άνοιξης φέρνει σε αυτόν τον βόρειο λαό, τους Όταουα, το πρώτο λουλούδι της άνοιξης. Μια γλυκιά και τρυφερή ιστορία.</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Δεν περιέχει ευαίσθητο υλικό</p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>Η ιστορία είναι ευγενική παραχώρηση του: <a href="http://www.firstpeople.us" rel="noopener noreferrer" target="_blank">www.firstpeople.us</a></p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ: https://docs.google.com/document/d/1_5HAw5b8b61FaMU1HnFiEWn2BiqE9d0DfdTZ952k1yM/edit?usp=sharing</p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></description>
			<itunes:summary><![CDATA[<p>Μια κουβεντούλα μεταξύ του χειμώνα και της άνοιξης φέρνει σε αυτόν τον βόρειο λαό, τους Όταουα, το πρώτο λουλούδι της άνοιξης. Μια γλυκιά και τρυφερή ιστορία.</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Δεν περιέχει ευαίσθητο υλικό</p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>Η ιστορία είναι ευγενική παραχώρηση του: <a href="http://www.firstpeople.us" rel="noopener noreferrer" target="_blank">www.firstpeople.us</a></p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ: https://docs.google.com/document/d/1_5HAw5b8b61FaMU1HnFiEWn2BiqE9d0DfdTZ952k1yM/edit?usp=sharing</p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></itunes:summary>
		</item>
		<item>
			<title>Το Αγόρι Βέλος, Παιδί του Μάγου</title>
			<itunes:title>Το Αγόρι Βέλος, Παιδί του Μάγου</itunes:title>
			<pubDate>Fri, 12 Nov 2021 09:56:50 GMT</pubDate>
			<itunes:duration>14:53</itunes:duration>
			<enclosure url="https://sphinx.acast.com/p/open/s/6013ebce985ab977d52addcc/e/6187db2d45b6e300133379a8/media.mp3" length="16738297" type="audio/mpeg"/>
			<guid isPermaLink="false">6187db2d45b6e300133379a8</guid>
			<itunes:explicit>false</itunes:explicit>
			<link>https://www.karakaxa.org/%CE%B5%CF%80%CE%B5%CE%B9%CF%83%CF%8C%CE%B4%CE%B9%CE%B1</link>
			<acast:episodeId>6187db2d45b6e300133379a8</acast:episodeId>
			<acast:showId>6013ebce985ab977d52addcc</acast:showId>
			<acast:episodeUrl>mitos69</acast:episodeUrl>
			<acast:settings><![CDATA[FYjHyZbXWHZ7gmX8Pp1rmbKbhgrQiwYShz70Q9/ffXZMTtedvdcRQbP4eiLMjXzCKLPjEYLpGj+NMVKa+5C8pL4u/EOj1Vw4h5MMJYp0lCcFAe0fnxBJy/1ju4Qxy1fh8gO4DvlGA40yms2g0/hOkcrfHIopjTygHFqGwwOPKFIai4SuTvs86Lx3UYCyl6Zs+WO4fC9bB8/2bSJALEZpunHdJA38/ZCmkJMYOTmjFjouWABqgMaVfYNOvVZiUJNlqe29FJ7qvsa2L6uf26p6goyORNt0A9G5txA+TYcMcqDaRYXN0fJZ5XhK/SWK/8UE]]></acast:settings>
			<itunes:subtitle>Μίτος</itunes:subtitle>
			<itunes:episodeType>full</itunes:episodeType>
			<itunes:episode>69</itunes:episode>
			<itunes:image href="https://assets.pippa.io/shows/undefined/1611917894468-781f140f26a7dcc628861a642c7fffe3.jpeg"/>
			<description><![CDATA[<p>Μια μοναδική ματιά μέσα σε παραδόσεις και προλήψεις, οι Κοτσίτι μας υποδέχονται με μια ιστορία για τη δυνατή σχέση μεταξύ μάνας και γιου. Και πως αμαρτίες γονέων παιδεύουσι τέκνα. </p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Δεν περιέχει ευαίσθητο υλικό</p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>Η ιστορία είναι ευγενική παραχώρηση του: <a href="http://www.firstpeople.us" rel="noopener noreferrer" target="_blank">www.firstpeople.us</a></p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ: https://docs.google.com/document/d/1AJI5SXwzEGDGtDSl4y6He_ej78vBkndMNg9mFr7FOnA/edit?usp=sharing</p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></description>
			<itunes:summary><![CDATA[<p>Μια μοναδική ματιά μέσα σε παραδόσεις και προλήψεις, οι Κοτσίτι μας υποδέχονται με μια ιστορία για τη δυνατή σχέση μεταξύ μάνας και γιου. Και πως αμαρτίες γονέων παιδεύουσι τέκνα. </p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Δεν περιέχει ευαίσθητο υλικό</p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>Η ιστορία είναι ευγενική παραχώρηση του: <a href="http://www.firstpeople.us" rel="noopener noreferrer" target="_blank">www.firstpeople.us</a></p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ: https://docs.google.com/document/d/1AJI5SXwzEGDGtDSl4y6He_ej78vBkndMNg9mFr7FOnA/edit?usp=sharing</p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></itunes:summary>
		</item>
		<item>
			<title>Όταν Τα Αστέρια Απόκτησαν Ρίζες</title>
			<itunes:title>Όταν Τα Αστέρια Απόκτησαν Ρίζες</itunes:title>
			<pubDate>Mon, 08 Nov 2021 10:32:58 GMT</pubDate>
			<itunes:duration>13:35</itunes:duration>
			<enclosure url="https://sphinx.acast.com/p/open/s/6013ebce985ab977d52addcc/e/6187c800b183d20013a0c598/media.mp3" length="15511871" type="audio/mpeg"/>
			<guid isPermaLink="false">6187c800b183d20013a0c598</guid>
			<itunes:explicit>false</itunes:explicit>
			<link>https://www.karakaxa.org/%CE%B5%CF%80%CE%B5%CE%B9%CF%83%CF%8C%CE%B4%CE%B9%CE%B1</link>
			<acast:episodeId>6187c800b183d20013a0c598</acast:episodeId>
			<acast:showId>6013ebce985ab977d52addcc</acast:showId>
			<acast:episodeUrl>mitos68</acast:episodeUrl>
			<acast:settings><![CDATA[FYjHyZbXWHZ7gmX8Pp1rmbKbhgrQiwYShz70Q9/ffXZMTtedvdcRQbP4eiLMjXzCKLPjEYLpGj+NMVKa+5C8pL4u/EOj1Vw4h5MMJYp0lCcFAe0fnxBJy/1ju4Qxy1fh8gO4DvlGA40yms2g0/hOkcrfHIopjTygHFqGwwOPKFIai4SuTvs86Lx3UYCyl6Zs+WO4fC9bB8/2bSJALEZpunHdJA38/ZCmkJMYOTmjFjpKIqpWc1vffXTSUkaJUA43siUY7hOXHED/sbYsrPpuaFZI+lKdQ+hrV5+XDwKEzSILSbwa0MXE5a+sav2yzcqU]]></acast:settings>
			<itunes:subtitle>Μίτος</itunes:subtitle>
			<itunes:episodeType>full</itunes:episodeType>
			<itunes:episode>68</itunes:episode>
			<itunes:image href="https://assets.pippa.io/shows/undefined/1611917894468-781f140f26a7dcc628861a642c7fffe3.jpeg"/>
			<description><![CDATA[<p>Οι Τέχας έχουν μια τόσο γλυκιά ιστορία αγάπης και περιπέτειας. Πάλι η παγκόσμια αλήθεια που όποιος ζητά το άγνωστο, καταλήγει να βρίσκει την ευτυχία.</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Δεν περιέχει ευαίσθητο υλικό</p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ: https://docs.google.com/document/d/15VKoOc3b2WENfQXxgRjz4ff4Hze6pEQoysOVpDvl7us/edit?usp=sharing</p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></description>
			<itunes:summary><![CDATA[<p>Οι Τέχας έχουν μια τόσο γλυκιά ιστορία αγάπης και περιπέτειας. Πάλι η παγκόσμια αλήθεια που όποιος ζητά το άγνωστο, καταλήγει να βρίσκει την ευτυχία.</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Δεν περιέχει ευαίσθητο υλικό</p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ: https://docs.google.com/document/d/15VKoOc3b2WENfQXxgRjz4ff4Hze6pEQoysOVpDvl7us/edit?usp=sharing</p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></itunes:summary>
		</item>
		<item>
			<title>Ο Βαρύ Κολάρο και η Γυναίκα-Στοιχειό</title>
			<itunes:title>Ο Βαρύ Κολάρο και η Γυναίκα-Στοιχειό</itunes:title>
			<pubDate>Fri, 05 Nov 2021 18:55:13 GMT</pubDate>
			<itunes:duration>20:56</itunes:duration>
			<enclosure url="https://sphinx.acast.com/p/open/s/6013ebce985ab977d52addcc/e/61857e11191fd30013f36e4e/media.mp3" length="24175859" type="audio/mpeg"/>
			<guid isPermaLink="false">61857e11191fd30013f36e4e</guid>
			<itunes:explicit>false</itunes:explicit>
			<link>https://www.karakaxa.org/%CE%B5%CF%80%CE%B5%CE%B9%CF%83%CF%8C%CE%B4%CE%B9%CE%B1</link>
			<acast:episodeId>61857e11191fd30013f36e4e</acast:episodeId>
			<acast:showId>6013ebce985ab977d52addcc</acast:showId>
			<acast:episodeUrl>mitos67</acast:episodeUrl>
			<acast:settings><![CDATA[FYjHyZbXWHZ7gmX8Pp1rmbKbhgrQiwYShz70Q9/ffXZMTtedvdcRQbP4eiLMjXzCKLPjEYLpGj+NMVKa+5C8pL4u/EOj1Vw4h5MMJYp0lCcFAe0fnxBJy/1ju4Qxy1fh8gO4DvlGA40yms2g0/hOkcrfHIopjTygHFqGwwOPKFIai4SuTvs86Lx3UYCyl6Zs+WO4fC9bB8/2bSJALEZpunHdJA38/ZCmkJMYOTmjFjrAOaAH+bY0ou8tYqa0ZvCNvua91oNOMjXkc5mZrj/p6SNyD9yutI6wt6cJySaxnLE0pFuCm6kMgPpHxyIrSLBA]]></acast:settings>
			<itunes:subtitle>Μίτος</itunes:subtitle>
			<itunes:episodeType>full</itunes:episodeType>
			<itunes:episode>67</itunes:episode>
			<itunes:image href="https://assets.pippa.io/shows/undefined/1611917894468-781f140f26a7dcc628861a642c7fffe3.jpeg"/>
			<description><![CDATA[<p>Οι Μαυροπόδαροι μας διηγούντα μια αληθινά ανατριχιαστική ιστορία για ένα εκδικητικό φάντασμα που αγκιστρώνεται στον αρχηγό και παραλίγο να ξεπαστρέψει ολόκληρη τη φυλή του!</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Περιέχει τρομακτικές υπερφυσικές σκηνές</p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>Η ιστορία είναι ευγενική παραχώρηση του: <a href="http://www.firstpeople.us" rel="noopener noreferrer" target="_blank">www.firstpeople.us</a></p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ: https://docs.google.com/document/d/1k3TcsKnK0cxK6SSBjkdEptrB3i44rhwzgvWc222giOw/edit?usp=sharing</p><br><p><br></p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></description>
			<itunes:summary><![CDATA[<p>Οι Μαυροπόδαροι μας διηγούντα μια αληθινά ανατριχιαστική ιστορία για ένα εκδικητικό φάντασμα που αγκιστρώνεται στον αρχηγό και παραλίγο να ξεπαστρέψει ολόκληρη τη φυλή του!</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Περιέχει τρομακτικές υπερφυσικές σκηνές</p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>Η ιστορία είναι ευγενική παραχώρηση του: <a href="http://www.firstpeople.us" rel="noopener noreferrer" target="_blank">www.firstpeople.us</a></p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ: https://docs.google.com/document/d/1k3TcsKnK0cxK6SSBjkdEptrB3i44rhwzgvWc222giOw/edit?usp=sharing</p><br><p><br></p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></itunes:summary>
		</item>
		<item>
			<title>Πώς Ο Λαγός Έχασε Την Ουρά Του</title>
			<itunes:title>Πώς Ο Λαγός Έχασε Την Ουρά Του</itunes:title>
			<pubDate>Mon, 01 Nov 2021 15:47:24 GMT</pubDate>
			<itunes:duration>16:00</itunes:duration>
			<enclosure url="https://sphinx.acast.com/p/open/s/6013ebce985ab977d52addcc/e/61800c0df9808300159c7d77/media.mp3" length="19151614" type="audio/mpeg"/>
			<guid isPermaLink="false">61800c0df9808300159c7d77</guid>
			<itunes:explicit>false</itunes:explicit>
			<link>https://www.karakaxa.org/%CE%B5%CF%80%CE%B5%CE%B9%CF%83%CF%8C%CE%B4%CE%B9%CE%B1</link>
			<acast:episodeId>61800c0df9808300159c7d77</acast:episodeId>
			<acast:showId>6013ebce985ab977d52addcc</acast:showId>
			<acast:episodeUrl>mitos66</acast:episodeUrl>
			<acast:settings><![CDATA[FYjHyZbXWHZ7gmX8Pp1rmbKbhgrQiwYShz70Q9/ffXZMTtedvdcRQbP4eiLMjXzCKLPjEYLpGj+NMVKa+5C8pL4u/EOj1Vw4h5MMJYp0lCcFAe0fnxBJy/1ju4Qxy1fh8gO4DvlGA40yms2g0/hOkcrfHIopjTygHFqGwwOPKFIai4SuTvs86Lx3UYCyl6Zs+WO4fC9bB8/2bSJALEZpunHdJA38/ZCmkJMYOTmjFjo4jrZHyMEBPFKbLz0gpJKgP4sf8PB+IoJ/SZZqQqsWHYCNWOUsDhAyj7hfbNAtA0rRprx5QOlWuETshhTS3gEL]]></acast:settings>
			<itunes:subtitle>Μίτος</itunes:subtitle>
			<itunes:episodeType>full</itunes:episodeType>
			<itunes:episode>66</itunes:episode>
			<itunes:image href="https://assets.pippa.io/shows/undefined/1611917894468-781f140f26a7dcc628861a642c7fffe3.jpeg"/>
			<description><![CDATA[<p>Πρώτη εμφάνιση του σκανταλιάρη και αλλού δημιουργού Λαγού, όπως μας τον παρουσιάζουν οι Σιού. Με μια απάντηση για... την ανατομία του!</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Δεν περιέχει ευαίσθητο υλικό</p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ: https://docs.google.com/document/d/1tz__UkHznILGp5rQwmbYHtDdHDuilopy8-Gt-rcl2aI/edit?usp=sharing</p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></description>
			<itunes:summary><![CDATA[<p>Πρώτη εμφάνιση του σκανταλιάρη και αλλού δημιουργού Λαγού, όπως μας τον παρουσιάζουν οι Σιού. Με μια απάντηση για... την ανατομία του!</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Δεν περιέχει ευαίσθητο υλικό</p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ: https://docs.google.com/document/d/1tz__UkHznILGp5rQwmbYHtDdHDuilopy8-Gt-rcl2aI/edit?usp=sharing</p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></itunes:summary>
		</item>
		<item>
			<title>Η Μητέρα του Καλαμποκιού</title>
			<itunes:title>Η Μητέρα του Καλαμποκιού</itunes:title>
			<pubDate>Mon, 25 Oct 2021 08:45:04 GMT</pubDate>
			<itunes:duration>8:09</itunes:duration>
			<enclosure url="https://sphinx.acast.com/p/open/s/6013ebce985ab977d52addcc/e/6172ce9516511900143661b9/media.mp3" length="9407904" type="audio/mpeg"/>
			<guid isPermaLink="false">6172ce9516511900143661b9</guid>
			<itunes:explicit>false</itunes:explicit>
			<link>https://www.karakaxa.org/%CE%B5%CF%80%CE%B5%CE%B9%CF%83%CF%8C%CE%B4%CE%B9%CE%B1</link>
			<acast:episodeId>6172ce9516511900143661b9</acast:episodeId>
			<acast:showId>6013ebce985ab977d52addcc</acast:showId>
			<acast:episodeUrl>mitos65</acast:episodeUrl>
			<acast:settings><![CDATA[FYjHyZbXWHZ7gmX8Pp1rmbKbhgrQiwYShz70Q9/ffXZMTtedvdcRQbP4eiLMjXzCKLPjEYLpGj+NMVKa+5C8pL4u/EOj1Vw4h5MMJYp0lCcFAe0fnxBJy/1ju4Qxy1fh8gO4DvlGA40yms2g0/hOkcrfHIopjTygHFqGwwOPKFIai4SuTvs86Lx3UYCyl6Zs+WO4fC9bB8/2bSJALEZpunHdJA38/ZCmkJMYOTmjFjrKdPwWPhrZC18m6RpbsfiADO143eGnam4AeuQKxy99R/+j9xHRQbUyraKwyD2w9HQFsuP3x7riDx+AOOC9LLgK]]></acast:settings>
			<itunes:subtitle>Μίτος</itunes:subtitle>
			<itunes:episodeType>full</itunes:episodeType>
			<itunes:episode>65</itunes:episode>
			<itunes:image href="https://assets.pippa.io/shows/undefined/1611917894468-781f140f26a7dcc628861a642c7fffe3.jpeg"/>
			<description><![CDATA[<p>Από τους Πενομπσκότ μια ακόμη ιστορία δημιουργίας που ίσως να μας θυμήσει κι εμάς στη Δύση κάποια απαρχή παραδόσεων. Όλο αγάπη, αυτοθυσία και γλύκα.</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Περιέχει κάποια βία</p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>Η ιστορία είναι ευγενική παραχώρηση του: <a href="http://www.firstpeople.us" rel="noopener noreferrer" target="_blank">www.firstpeople.us</a></p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ: https://docs.google.com/document/d/1qfb9lJpOapUr1lSbYEPNwh5dgApQht8BKne4wruXaXQ/edit?usp=sharing</p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></description>
			<itunes:summary><![CDATA[<p>Από τους Πενομπσκότ μια ακόμη ιστορία δημιουργίας που ίσως να μας θυμήσει κι εμάς στη Δύση κάποια απαρχή παραδόσεων. Όλο αγάπη, αυτοθυσία και γλύκα.</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Περιέχει κάποια βία</p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>Η ιστορία είναι ευγενική παραχώρηση του: <a href="http://www.firstpeople.us" rel="noopener noreferrer" target="_blank">www.firstpeople.us</a></p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ: https://docs.google.com/document/d/1qfb9lJpOapUr1lSbYEPNwh5dgApQht8BKne4wruXaXQ/edit?usp=sharing</p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></itunes:summary>
		</item>
		<item>
			<title>Το Μαγεμένο Άλογο</title>
			<itunes:title>Το Μαγεμένο Άλογο</itunes:title>
			<pubDate>Fri, 22 Oct 2021 14:08:00 GMT</pubDate>
			<itunes:duration>20:41</itunes:duration>
			<enclosure url="https://sphinx.acast.com/p/open/s/6013ebce985ab977d52addcc/e/6172c5c02f10f30014c70d0e/media.mp3" length="25727511" type="audio/mpeg"/>
			<guid isPermaLink="false">6172c5c02f10f30014c70d0e</guid>
			<itunes:explicit>false</itunes:explicit>
			<link>https://www.karakaxa.org/%CE%B5%CF%80%CE%B5%CE%B9%CF%83%CF%8C%CE%B4%CE%B9%CE%B1</link>
			<acast:episodeId>6172c5c02f10f30014c70d0e</acast:episodeId>
			<acast:showId>6013ebce985ab977d52addcc</acast:showId>
			<acast:episodeUrl>mitos64</acast:episodeUrl>
			<acast:settings><![CDATA[FYjHyZbXWHZ7gmX8Pp1rmbKbhgrQiwYShz70Q9/ffXZMTtedvdcRQbP4eiLMjXzCKLPjEYLpGj+NMVKa+5C8pL4u/EOj1Vw4h5MMJYp0lCcFAe0fnxBJy/1ju4Qxy1fh8gO4DvlGA40yms2g0/hOkcrfHIopjTygHFqGwwOPKFIai4SuTvs86Lx3UYCyl6Zs+WO4fC9bB8/2bSJALEZpunHdJA38/ZCmkJMYOTmjFjohznjaw8RmrexVo+35mCojt/jAMSxDu1Y4/3+F8kO7TqYxBr0IjsplNVyb3rZXMNtnrElmo/6tnVFVolkJq3hd]]></acast:settings>
			<itunes:subtitle>Μίτος</itunes:subtitle>
			<itunes:episodeType>full</itunes:episodeType>
			<itunes:episode>64</itunes:episode>
			<itunes:image href="https://assets.pippa.io/shows/undefined/1611917894468-781f140f26a7dcc628861a642c7fffe3.jpeg"/>
			<description><![CDATA[<p>Οι Μαλίσιτ της Ανατολικής Ακτής έχουν παντρέψει τη δική τους παράδοση με αυτή των νεοφερμένων λευκών, δημιουργώντας έτσι μια ιστορία όλο συμβολισμούς και υπονοούμενα.</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Δεν περιέχει ευαίσθητο υλικό</p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>Η ιστορία είναι ευγενική παραχώρηση του: <a href="http://www.firstpeople.us" rel="noopener noreferrer" target="_blank">www.firstpeople.us</a></p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ: https://docs.google.com/document/d/1f07LBIfEq8fmkZwc33y0p0EHUrSbidy_bIskg8DDzf0/edit?usp=sharing</p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></description>
			<itunes:summary><![CDATA[<p>Οι Μαλίσιτ της Ανατολικής Ακτής έχουν παντρέψει τη δική τους παράδοση με αυτή των νεοφερμένων λευκών, δημιουργώντας έτσι μια ιστορία όλο συμβολισμούς και υπονοούμενα.</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Δεν περιέχει ευαίσθητο υλικό</p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>Η ιστορία είναι ευγενική παραχώρηση του: <a href="http://www.firstpeople.us" rel="noopener noreferrer" target="_blank">www.firstpeople.us</a></p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ: https://docs.google.com/document/d/1f07LBIfEq8fmkZwc33y0p0EHUrSbidy_bIskg8DDzf0/edit?usp=sharing</p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></itunes:summary>
		</item>
		<item>
			<title>Ο Ουιμαντουινγιάι, Δημιουργός και Ήρωας</title>
			<itunes:title>Ο Ουιμαντουινγιάι, Δημιουργός και Ήρωας</itunes:title>
			<pubDate>Mon, 18 Oct 2021 09:05:25 GMT</pubDate>
			<itunes:duration>38:11</itunes:duration>
			<enclosure url="https://sphinx.acast.com/p/open/s/6013ebce985ab977d52addcc/e/616be77ce98b97001261c81e/media.mp3" length="43318657" type="audio/mpeg"/>
			<guid isPermaLink="false">616be77ce98b97001261c81e</guid>
			<itunes:explicit>false</itunes:explicit>
			<link>https://www.karakaxa.org/%CE%B5%CF%80%CE%B5%CE%B9%CF%83%CF%8C%CE%B4%CE%B9%CE%B1</link>
			<acast:episodeId>616be77ce98b97001261c81e</acast:episodeId>
			<acast:showId>6013ebce985ab977d52addcc</acast:showId>
			<acast:episodeUrl>mitos63</acast:episodeUrl>
			<acast:settings><![CDATA[FYjHyZbXWHZ7gmX8Pp1rmbKbhgrQiwYShz70Q9/ffXZMTtedvdcRQbP4eiLMjXzCKLPjEYLpGj+NMVKa+5C8pL4u/EOj1Vw4h5MMJYp0lCcFAe0fnxBJy/1ju4Qxy1fh8gO4DvlGA40yms2g0/hOkcrfHIopjTygHFqGwwOPKFIai4SuTvs86Lx3UYCyl6Zs+WO4fC9bB8/2bSJALEZpunHdJA38/ZCmkJMYOTmjFjrmeEY+T3FEd7Vm3gR+j2Q9AHd7OWKhgSbdWzhcA/339eygxRkXX4C96+TfHPTZYa8MBL63UqyXGesrrf3ceS9B]]></acast:settings>
			<itunes:subtitle>Μίτος</itunes:subtitle>
			<itunes:episodeType>full</itunes:episodeType>
			<itunes:episode>63</itunes:episode>
			<itunes:image href="https://assets.pippa.io/shows/undefined/1611917894468-781f140f26a7dcc628861a642c7fffe3.jpeg"/>
			<description><![CDATA[<p>Οι Χούπα μοιράζονται τον θρύλο του πως πολλά, όχι όλα, πράγματα, πλάσματα, έθιμα και ήθη δημιουργήθηκαν από έναν ημίθεο, έναν γήινο άνδρα που ήρθε στη Γη, τη γύρισε, την έζησε και... απλά και ήσυχα ξανάφυγε.</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Περιέχει κάποια βία</p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ: https://docs.google.com/document/d/1wArYYm7cTrUX88IxTtdJc7BZc80PjvhurZnNo_1CG_M/edit?usp=sharing</p><p><br></p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></description>
			<itunes:summary><![CDATA[<p>Οι Χούπα μοιράζονται τον θρύλο του πως πολλά, όχι όλα, πράγματα, πλάσματα, έθιμα και ήθη δημιουργήθηκαν από έναν ημίθεο, έναν γήινο άνδρα που ήρθε στη Γη, τη γύρισε, την έζησε και... απλά και ήσυχα ξανάφυγε.</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Περιέχει κάποια βία</p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ: https://docs.google.com/document/d/1wArYYm7cTrUX88IxTtdJc7BZc80PjvhurZnNo_1CG_M/edit?usp=sharing</p><p><br></p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></itunes:summary>
		</item>
		<item>
			<title>Ο Θρύλος Των Πηγών Μανιτούς</title>
			<itunes:title>Ο Θρύλος Των Πηγών Μανιτούς</itunes:title>
			<pubDate>Fri, 08 Oct 2021 08:07:10 GMT</pubDate>
			<itunes:duration>10:16</itunes:duration>
			<enclosure url="https://sphinx.acast.com/p/open/s/6013ebce985ab977d52addcc/e/615b0668094f28001b11faed/media.mp3" length="12376370" type="audio/mpeg"/>
			<guid isPermaLink="false">615b0668094f28001b11faed</guid>
			<itunes:explicit>false</itunes:explicit>
			<link>https://www.karakaxa.org/%CE%B5%CF%80%CE%B5%CE%B9%CF%83%CF%8C%CE%B4%CE%B9%CE%B1</link>
			<acast:episodeId>615b0668094f28001b11faed</acast:episodeId>
			<acast:showId>6013ebce985ab977d52addcc</acast:showId>
			<acast:settings><![CDATA[FYjHyZbXWHZ7gmX8Pp1rmbKbhgrQiwYShz70Q9/ffXZMTtedvdcRQbP4eiLMjXzCKLPjEYLpGj+NMVKa+5C8pL4u/EOj1Vw4h5MMJYp0lCcFAe0fnxBJy/1ju4Qxy1fh8gO4DvlGA40yms2g0/hOkcrfHIopjTygHFqGwwOPKFIai4SuTvs86Lx3UYCyl6Zs+WO4fC9bB8/2bSJALEZpunHdJA38/ZCmkJMYOTmjFjpAIEr6UCrv2cmNJ112qR9LfzPudqbfQU9uI+DiY3dKR/h0SUNb8FtQICNI5rNkB416GPKN62n4MwQRP2ZbIR+n]]></acast:settings>
			<itunes:subtitle>Μίτος</itunes:subtitle>
			<itunes:episodeType>full</itunes:episodeType>
			<itunes:episode>62</itunes:episode>
			<itunes:image href="https://assets.pippa.io/shows/undefined/1611917894468-781f140f26a7dcc628861a642c7fffe3.jpeg"/>
			<description><![CDATA[<p>Οι Κομάντσι μας διηγούνται ένα κομμάτι της ιστορίας τους καθόλου κολακευτική για αυτούς. Αλλά μπροστά στο Μεγάλο Μανιτού, μόνο σεβασμός!</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Περιέχει έντονες σκηνές βίας </p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>Η ιστορία είναι ευγενική παραχώρηση του: <a href="http://www.firstpeople.us" rel="noopener noreferrer" target="_blank">www.firstpeople.us</a></p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ</p><br><p>Ο Θρύλος των Πηγών Μανιτούς</p><br><p>Η φατρία των Όφεων, όπως και όλοι οι Ινδιάνοι, έχει κληρονομήσει θρύλους που αφηγούνται όλα τα φυσικά φαινόμενα μα και όλα τα υπερφυσικά που είναι πέρα από την κατανόησή τους.</p><br><p>Όπως είναι επόμενο, έχουν και τη δική τους θρυλική εκδοχή για τη δημιουργία των δυο πηγών στη μέση των κυνηγότοπών τους, μία με γλυκό και μία με πικρό νερό. Αυτή η ιστορία μας εξηγεί και τον λόγο που χωρίστηκαν οι φατρίες των Κομάντσι και των Όφεων. Λέει λοιπόν ο θρύλος:</p><br><p>Πριν εκατοντάδες χειμώνες, τα βαμβακοδάση του Μεγάλου Ποταμού ήταν ακόμη ψηλά όσο ένα βέλος και οι ερυθροί άνθρωποι, που κυνηγούσαν τους βίσονες στις πεδιάδες, μιλούσαν την ίδια γλώσσα. Η πίπα της ειρήνης άναβε και ελευθέρωνε τον καπνό της όποτε δυο ομάδες κυνηγών συναντιόντουσαν στην ίδια πεδιάδα. Εκεί η γη και τα θηράματα δεν τελείωναν ποτέ και κανένας λαός δεν ξέθαβε το τσεκούρι επειδή ένας ξένος κυνηγός μπήκε στη γη τους, μα αντίθετα τον φόρτωναν να πάρει μαζί του ακόμη μεγαλύτερη ποικιλία κρεάτων και του έκαναν δώρο την πιο περίτεχνη πίπα για το ταξίδι του. Ο ξένος αυτός έφευγε πάντοτε χορτάτος από το χωριό.</p><br><p>Συνέβη μια φορά δυο κυνηγοί διαφορετικών λαών να συναντηθούν σ΄ ένα ρυάκι στο οποίο είχαν πάει και οι δυο να ξεδιψάσουν. Δεν ήταν παρά μια πηγούλα που ξεπηδούσε από έναν βράχο και κυλώντας στο πλάι του, κατέληγε στον ποταμό. Εκεί περίμεναν να ξαποστάσουν οι δυο κυνηγοί. Καθώς ο ένας έπινε από τα νερά της πηγής, που ήταν δροσερά και κρυστάλλινα και μέσα τους καθρεφτιζόταν όλο το περιβάλλον, ο άλλος, εξουθενωμένος από τη σκληρή δουλειά τού κυνηγού, σωριάστηκε χάμω και έχωσε το κεφάλι του κατευθείαν στον ποταμό.</p><br><p>Ο δεύτερος δεν είχε&nbsp;καταφέρει να πιάσει τίποτα όλη μέρα και, λίγο η κακιά του τύχη - λίγο το θέαμα των παχιών ελαφιών που εναπόθεσε ο άλλος κυνηγός πριν πάει για την πηγή, αισθάνθηκε να τον κυριεύει ζήλεια και κακία. Αντίθετα ο πρώτος, πριν να ξεδιψάσει ο ίδιος, έβαλε λίγο νερό στις χούφτες του, τις σήκωσε ψηλά προς τον ήλιο και άφησε το νερό να πέσει στο χώμα - μια προσφορά στο Μεγάλο Πνεύμα Μανιτού που του είχε χαρίσει μια καλή κυνηγετική μέρα και μια δροσερή πηγή όταν είχε διψάσει.</p><br><p>Βλέποντας το αυτό, ο άτυχος κυνηγός θυμήθηκε πως αυτός είχε αμελήσει να κάνει την ίδια προσφορά κι αυτό θέριεψε περισσότερο το αίσθημα της οργής και της ενόχλησης που ο ίδιος άφησε να φωλιάσουν στην καρδιά του. Το Κακό Πνεύμα τότε τρύπωσε στο σώμα του και άρχισε να ψάχνει κάποιον πενιχρό λόγο για να ξεκινήσει καυγά με τον τυχερό κυνηγό που βρισκόταν απέναντι του:</p><p>Γιατί ένας ξένος, ρώτησε ο άτυχος κυνηγός και σηκώθηκε όρθιος, να πίνει κατευθείαν από την πηγή ενώ κάποιος, στον οποίον αυτή ανήκει, να αρκείται να πίνει από το νερό της που ρέει;</p><p>Το Μεγάλο Πνεύμα Μανιτού είναι αυτό που βάζει το δροσερό νερό στην πηγή, απάντησε ο άλλος κυνηγός, για να πίνουν τα παιδιά του το αγνό της νερό. Το τρεχούμενο νερό είναι για τα θηρία που περπατούν στις πεδιάδες. Ο Αου-Σα-Κουά είναι αρχηγός των Σοσόνι και πίνει από την πηγή. </p><p>Μα οι Σοσόνι δεν είναι παρά φυλή των Κομάντσι, είπε πάλι ο άτυχος κυνηγός. Ο Ουακό-Μις είναι ο αρχηγός όλων των φατριών. Πώς τολμά ένας Σοσόνι να πίνει καλύτερα από αυτόν;</p><p>Μα ο Μανιτού το έχει πει. Οι Σοσόνι πίνουν από την πηγή ενώ οι άλλοι λαοί από το νερό που ρέει στα λιβάδια. Ο Αου-Σα-Κουά είναι ο αρχηγός του λαού του και οι Κομάντσι αδέρφια του. Ας πίνουν και οι δυο από το ίδιο νερό.</p><p>Οι Σοσόνι υπακούουν τους Κομάντσι. Ο Ουακό-Μις είναι αυτός που οδηγεί ολόκληρο τον λαό στον πόλεμο. Ο Ουακό-Μις είναι ο αρχηγός των Σοσόνι όπως είναι και αρχηγός του δικού του λαού. </p><p>Ο Ουακό-Μις λέει ψέματα, η γλώσσα του είναι διχαλωτή σαν κροταλία και η καρδιά του μαύρη σαν του Μίσο-Τούνγκα, του Κακού Πνεύματος. Όταν ο Μανιτού έκανε τα παιδιά του, τι κι αν ήταν Σοσόνι ή Κομάντσι, Αράπαχο, Σίαν ή Παΐνε, έδωσε σε όλους βίσονες να φάνε και καθαρό νερό της πηγής να ξεδιψάσουν. Δεν είπε στον έναν να πίνει εδώ και στον άλλο εκεί. Την κρυστάλλινη πηγή την έδωσε σε όλους για να πίνουν.</p><br><p>Ακούγοντάς τα αυτά ο Ουασκό-Μις φούντωσε από οργή. Μα η δειλή του καρδιά τον απέτρεψε από το να ξεκινήσει μάχη με τον ήρεμο Σοσόνι. Μιας και οι ερυθρόδερμοι δεν συνηθίζουν να μιλούν και πολύ, ο Σοσόνι δίψασε και έσκυψε να πιει άλλη μια φορά από την πηγή. Ο πολεμιστής Κομάντσι τότε όρμησε στον γονατιστό κυνηγό και με όλη του τη δύναμη βύθισε το κεφάλι του στο κινούμενο νερό. Το κράτησε εκεί ώσπου το θύμα του δεν αντιστεκόταν πια, τα σφιχτά του άκρα χαλάρωσαν και κατέρρευσε μπροστά στην πηγή, πνιγμένος και νεκρός. </p><br><p>Ο δολοφόνος στάθηκε πάνω από το πτώμα και, πριν προλάβει να καταλάβει καλά-καλά τι είχε κάνει, εκεί που μέχρι πριν λίγο βασίλευαν η εκδίκηση και το μίσος τώρα ήρθαν οι τύψεις και η μετάνοια. Με τις παλάμες του κολημμένες στο μέτωπό του έμεινε να κοιτάει με φρίκη το θύμα του, που βρισκόταν ακόμα με το κεφάλι μέσα στο νερό. Ασυναίσθητα ο Κομάντσι έσυρε τη σορό λίγα βήματα μακριά από το νερό και μόλις το κεφάλι του νεκρού Ινδιάνου βγήκε από το νερό, είδε κάτι που τον τάραξε αρκετά. Φυσσαλίδες άρχισαν να βγαίνουν από τον πάτο της πηγής και να βγαίνουν στην επιφάνεια όπου κι έσκαγαν αφήνοντας πίσω τους σφυρικτά ένα αέριο. </p><br><p>Ένα ημιδιάφανο νέφος σηκώθηκε από το νερό που σιγά-σιγά διαλύθηκε για να παρουσιάσει μπροστά στα έντρομα μάτια του δολοφόνου τη φιγούρα ενός ηλικιωμένου Ινδιάνου. Τα μακριά κατάλευκα μαλλιά του και το πυκνό του γένι έτρεμαν απαλά σ΄ έναν άνεμο που πήγαζε από το στήθος του. Πάνω του ζωγραφισμένο ήταν το γνωστό τοτέμ του τρανού Ουάου-κάου-αγκά, του πατέρα των Κομάντσι και των Σοσόνι, την ιστορία του οποίου πέρασαν οι λαοί από γενιά σε γενιά με ιερογλυφικά, εξιστορώντας τις καλές και γενναίες πράξεις αυτού του πολεμιστή όταν βρισκόταν στη Γη. </p><br><p>Ο γέρος τέντωσε το χέρι του κρατώντας ένα πολεμικό ρόπαλο και είπε στον δολοφόνο: “Καταραμένε του λαού μου! Τούτη τη μέρα έκοψες τον δεσμό μεταξύ των πιο δυνατών λαών του κόσμου και το αίμα του γενναίου Σοσόνι κραυγάζει στον Μεγάλο Μανιτού για εκδίκηση! Ας κυλά το νερό από εδώ και μπρος σάπιο και πικρό στους λαιμούς της φυλής σου”.</p><br><p>Λέγοντας αυτό, η φιγούρα άρχισε να στροβιλίζει το πολεμικό ρόπαλο από κόκκαλο τάρανδου πάνω από το κεφάλι του Κομάντσι και ξαφνικά με μια κίνηση το κατέβασε στο κεφάλι του. Εκείνος έπεσε μέσα στην πηγή, η οποία μέχρι και σήμερα παραμένει τόσο σάπια και δύσοσμη που, όσο κι αν διψάει κάποιος, δεν μπορεί να πιει το νερό της.</p><br><p>Ο καλός Ουάου-κάου-αγκά όμως, θέλοντας να αφήσει πίσω κάτι στη μνήμη του πολεμιστή Σοσόνι που ήταν ήδη τιμημένος στη φυλή του για την καλή του καρδιά και το θάρρος του, χτύπησε με το ίδιο ρόπαλο έναν βράχο που σχεδόν κρεμόταν πάνω από το ρυάκι και που δεν είχε δει τίποτα από όσα είχαν συμβεί εκεί. Ευθύς ο βράχος έκανε μια στρογγυλή τρύπα από την οποία άρχισε να τρέχει άφθονο, αφρίζον νερό που και στον πιο ξεδιψασμένο οδοιπόρο θα φανεί σαν μέλι.</p><br><p>Έτσι παραμένουν μέχρι και σήμερα οι δυο πηγές, ένα αιώνιο ενθύμιο του φόνου του σοφού Σοσόνι και της αυστηρής δικαιοσύνης του καλού Ουάου-κάου-αγκά. Χωρισμένοι για πάντα παραμένουν και οι Κομάντσι με τους Σοσόνι, παρόλο που ακολούθησε ένας πολυετής πόλεμος ανάμεσά τους, που κόστισε τη ζωή σε πολλούς Κομάντσι ως αντίποινα για τον θάνατο του αρχηγού Σοσόνι. </p><br><p>Οι λευκοί κυνηγοί λένε πως οι διάφορες πηγές που βρίσκονται διάσπαρτες στα Βραχώδη Όρη είναι τα σημεία απ’ όπου η Σατανική του μεγαλειότητα βγαίνει από την κουζίνα του για να ανασάνει λίγο στον κόσμο. Λένε πως ανάλογα με το τι μαγειρεύει αυτός εκεί κάτω, τέτοια γεύση θα έχει και η πηγή.</p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></description>
			<itunes:summary><![CDATA[<p>Οι Κομάντσι μας διηγούνται ένα κομμάτι της ιστορίας τους καθόλου κολακευτική για αυτούς. Αλλά μπροστά στο Μεγάλο Μανιτού, μόνο σεβασμός!</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Περιέχει έντονες σκηνές βίας </p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>Η ιστορία είναι ευγενική παραχώρηση του: <a href="http://www.firstpeople.us" rel="noopener noreferrer" target="_blank">www.firstpeople.us</a></p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ</p><br><p>Ο Θρύλος των Πηγών Μανιτούς</p><br><p>Η φατρία των Όφεων, όπως και όλοι οι Ινδιάνοι, έχει κληρονομήσει θρύλους που αφηγούνται όλα τα φυσικά φαινόμενα μα και όλα τα υπερφυσικά που είναι πέρα από την κατανόησή τους.</p><br><p>Όπως είναι επόμενο, έχουν και τη δική τους θρυλική εκδοχή για τη δημιουργία των δυο πηγών στη μέση των κυνηγότοπών τους, μία με γλυκό και μία με πικρό νερό. Αυτή η ιστορία μας εξηγεί και τον λόγο που χωρίστηκαν οι φατρίες των Κομάντσι και των Όφεων. Λέει λοιπόν ο θρύλος:</p><br><p>Πριν εκατοντάδες χειμώνες, τα βαμβακοδάση του Μεγάλου Ποταμού ήταν ακόμη ψηλά όσο ένα βέλος και οι ερυθροί άνθρωποι, που κυνηγούσαν τους βίσονες στις πεδιάδες, μιλούσαν την ίδια γλώσσα. Η πίπα της ειρήνης άναβε και ελευθέρωνε τον καπνό της όποτε δυο ομάδες κυνηγών συναντιόντουσαν στην ίδια πεδιάδα. Εκεί η γη και τα θηράματα δεν τελείωναν ποτέ και κανένας λαός δεν ξέθαβε το τσεκούρι επειδή ένας ξένος κυνηγός μπήκε στη γη τους, μα αντίθετα τον φόρτωναν να πάρει μαζί του ακόμη μεγαλύτερη ποικιλία κρεάτων και του έκαναν δώρο την πιο περίτεχνη πίπα για το ταξίδι του. Ο ξένος αυτός έφευγε πάντοτε χορτάτος από το χωριό.</p><br><p>Συνέβη μια φορά δυο κυνηγοί διαφορετικών λαών να συναντηθούν σ΄ ένα ρυάκι στο οποίο είχαν πάει και οι δυο να ξεδιψάσουν. Δεν ήταν παρά μια πηγούλα που ξεπηδούσε από έναν βράχο και κυλώντας στο πλάι του, κατέληγε στον ποταμό. Εκεί περίμεναν να ξαποστάσουν οι δυο κυνηγοί. Καθώς ο ένας έπινε από τα νερά της πηγής, που ήταν δροσερά και κρυστάλλινα και μέσα τους καθρεφτιζόταν όλο το περιβάλλον, ο άλλος, εξουθενωμένος από τη σκληρή δουλειά τού κυνηγού, σωριάστηκε χάμω και έχωσε το κεφάλι του κατευθείαν στον ποταμό.</p><br><p>Ο δεύτερος δεν είχε&nbsp;καταφέρει να πιάσει τίποτα όλη μέρα και, λίγο η κακιά του τύχη - λίγο το θέαμα των παχιών ελαφιών που εναπόθεσε ο άλλος κυνηγός πριν πάει για την πηγή, αισθάνθηκε να τον κυριεύει ζήλεια και κακία. Αντίθετα ο πρώτος, πριν να ξεδιψάσει ο ίδιος, έβαλε λίγο νερό στις χούφτες του, τις σήκωσε ψηλά προς τον ήλιο και άφησε το νερό να πέσει στο χώμα - μια προσφορά στο Μεγάλο Πνεύμα Μανιτού που του είχε χαρίσει μια καλή κυνηγετική μέρα και μια δροσερή πηγή όταν είχε διψάσει.</p><br><p>Βλέποντας το αυτό, ο άτυχος κυνηγός θυμήθηκε πως αυτός είχε αμελήσει να κάνει την ίδια προσφορά κι αυτό θέριεψε περισσότερο το αίσθημα της οργής και της ενόχλησης που ο ίδιος άφησε να φωλιάσουν στην καρδιά του. Το Κακό Πνεύμα τότε τρύπωσε στο σώμα του και άρχισε να ψάχνει κάποιον πενιχρό λόγο για να ξεκινήσει καυγά με τον τυχερό κυνηγό που βρισκόταν απέναντι του:</p><p>Γιατί ένας ξένος, ρώτησε ο άτυχος κυνηγός και σηκώθηκε όρθιος, να πίνει κατευθείαν από την πηγή ενώ κάποιος, στον οποίον αυτή ανήκει, να αρκείται να πίνει από το νερό της που ρέει;</p><p>Το Μεγάλο Πνεύμα Μανιτού είναι αυτό που βάζει το δροσερό νερό στην πηγή, απάντησε ο άλλος κυνηγός, για να πίνουν τα παιδιά του το αγνό της νερό. Το τρεχούμενο νερό είναι για τα θηρία που περπατούν στις πεδιάδες. Ο Αου-Σα-Κουά είναι αρχηγός των Σοσόνι και πίνει από την πηγή. </p><p>Μα οι Σοσόνι δεν είναι παρά φυλή των Κομάντσι, είπε πάλι ο άτυχος κυνηγός. Ο Ουακό-Μις είναι ο αρχηγός όλων των φατριών. Πώς τολμά ένας Σοσόνι να πίνει καλύτερα από αυτόν;</p><p>Μα ο Μανιτού το έχει πει. Οι Σοσόνι πίνουν από την πηγή ενώ οι άλλοι λαοί από το νερό που ρέει στα λιβάδια. Ο Αου-Σα-Κουά είναι ο αρχηγός του λαού του και οι Κομάντσι αδέρφια του. Ας πίνουν και οι δυο από το ίδιο νερό.</p><p>Οι Σοσόνι υπακούουν τους Κομάντσι. Ο Ουακό-Μις είναι αυτός που οδηγεί ολόκληρο τον λαό στον πόλεμο. Ο Ουακό-Μις είναι ο αρχηγός των Σοσόνι όπως είναι και αρχηγός του δικού του λαού. </p><p>Ο Ουακό-Μις λέει ψέματα, η γλώσσα του είναι διχαλωτή σαν κροταλία και η καρδιά του μαύρη σαν του Μίσο-Τούνγκα, του Κακού Πνεύματος. Όταν ο Μανιτού έκανε τα παιδιά του, τι κι αν ήταν Σοσόνι ή Κομάντσι, Αράπαχο, Σίαν ή Παΐνε, έδωσε σε όλους βίσονες να φάνε και καθαρό νερό της πηγής να ξεδιψάσουν. Δεν είπε στον έναν να πίνει εδώ και στον άλλο εκεί. Την κρυστάλλινη πηγή την έδωσε σε όλους για να πίνουν.</p><br><p>Ακούγοντάς τα αυτά ο Ουασκό-Μις φούντωσε από οργή. Μα η δειλή του καρδιά τον απέτρεψε από το να ξεκινήσει μάχη με τον ήρεμο Σοσόνι. Μιας και οι ερυθρόδερμοι δεν συνηθίζουν να μιλούν και πολύ, ο Σοσόνι δίψασε και έσκυψε να πιει άλλη μια φορά από την πηγή. Ο πολεμιστής Κομάντσι τότε όρμησε στον γονατιστό κυνηγό και με όλη του τη δύναμη βύθισε το κεφάλι του στο κινούμενο νερό. Το κράτησε εκεί ώσπου το θύμα του δεν αντιστεκόταν πια, τα σφιχτά του άκρα χαλάρωσαν και κατέρρευσε μπροστά στην πηγή, πνιγμένος και νεκρός. </p><br><p>Ο δολοφόνος στάθηκε πάνω από το πτώμα και, πριν προλάβει να καταλάβει καλά-καλά τι είχε κάνει, εκεί που μέχρι πριν λίγο βασίλευαν η εκδίκηση και το μίσος τώρα ήρθαν οι τύψεις και η μετάνοια. Με τις παλάμες του κολημμένες στο μέτωπό του έμεινε να κοιτάει με φρίκη το θύμα του, που βρισκόταν ακόμα με το κεφάλι μέσα στο νερό. Ασυναίσθητα ο Κομάντσι έσυρε τη σορό λίγα βήματα μακριά από το νερό και μόλις το κεφάλι του νεκρού Ινδιάνου βγήκε από το νερό, είδε κάτι που τον τάραξε αρκετά. Φυσσαλίδες άρχισαν να βγαίνουν από τον πάτο της πηγής και να βγαίνουν στην επιφάνεια όπου κι έσκαγαν αφήνοντας πίσω τους σφυρικτά ένα αέριο. </p><br><p>Ένα ημιδιάφανο νέφος σηκώθηκε από το νερό που σιγά-σιγά διαλύθηκε για να παρουσιάσει μπροστά στα έντρομα μάτια του δολοφόνου τη φιγούρα ενός ηλικιωμένου Ινδιάνου. Τα μακριά κατάλευκα μαλλιά του και το πυκνό του γένι έτρεμαν απαλά σ΄ έναν άνεμο που πήγαζε από το στήθος του. Πάνω του ζωγραφισμένο ήταν το γνωστό τοτέμ του τρανού Ουάου-κάου-αγκά, του πατέρα των Κομάντσι και των Σοσόνι, την ιστορία του οποίου πέρασαν οι λαοί από γενιά σε γενιά με ιερογλυφικά, εξιστορώντας τις καλές και γενναίες πράξεις αυτού του πολεμιστή όταν βρισκόταν στη Γη. </p><br><p>Ο γέρος τέντωσε το χέρι του κρατώντας ένα πολεμικό ρόπαλο και είπε στον δολοφόνο: “Καταραμένε του λαού μου! Τούτη τη μέρα έκοψες τον δεσμό μεταξύ των πιο δυνατών λαών του κόσμου και το αίμα του γενναίου Σοσόνι κραυγάζει στον Μεγάλο Μανιτού για εκδίκηση! Ας κυλά το νερό από εδώ και μπρος σάπιο και πικρό στους λαιμούς της φυλής σου”.</p><br><p>Λέγοντας αυτό, η φιγούρα άρχισε να στροβιλίζει το πολεμικό ρόπαλο από κόκκαλο τάρανδου πάνω από το κεφάλι του Κομάντσι και ξαφνικά με μια κίνηση το κατέβασε στο κεφάλι του. Εκείνος έπεσε μέσα στην πηγή, η οποία μέχρι και σήμερα παραμένει τόσο σάπια και δύσοσμη που, όσο κι αν διψάει κάποιος, δεν μπορεί να πιει το νερό της.</p><br><p>Ο καλός Ουάου-κάου-αγκά όμως, θέλοντας να αφήσει πίσω κάτι στη μνήμη του πολεμιστή Σοσόνι που ήταν ήδη τιμημένος στη φυλή του για την καλή του καρδιά και το θάρρος του, χτύπησε με το ίδιο ρόπαλο έναν βράχο που σχεδόν κρεμόταν πάνω από το ρυάκι και που δεν είχε δει τίποτα από όσα είχαν συμβεί εκεί. Ευθύς ο βράχος έκανε μια στρογγυλή τρύπα από την οποία άρχισε να τρέχει άφθονο, αφρίζον νερό που και στον πιο ξεδιψασμένο οδοιπόρο θα φανεί σαν μέλι.</p><br><p>Έτσι παραμένουν μέχρι και σήμερα οι δυο πηγές, ένα αιώνιο ενθύμιο του φόνου του σοφού Σοσόνι και της αυστηρής δικαιοσύνης του καλού Ουάου-κάου-αγκά. Χωρισμένοι για πάντα παραμένουν και οι Κομάντσι με τους Σοσόνι, παρόλο που ακολούθησε ένας πολυετής πόλεμος ανάμεσά τους, που κόστισε τη ζωή σε πολλούς Κομάντσι ως αντίποινα για τον θάνατο του αρχηγού Σοσόνι. </p><br><p>Οι λευκοί κυνηγοί λένε πως οι διάφορες πηγές που βρίσκονται διάσπαρτες στα Βραχώδη Όρη είναι τα σημεία απ’ όπου η Σατανική του μεγαλειότητα βγαίνει από την κουζίνα του για να ανασάνει λίγο στον κόσμο. Λένε πως ανάλογα με το τι μαγειρεύει αυτός εκεί κάτω, τέτοια γεύση θα έχει και η πηγή.</p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></itunes:summary>
		</item>
		<item>
			<title>Οι Άθλοι Των Ερωτευμένων - Μέρος 2ο</title>
			<itunes:title>Οι Άθλοι Των Ερωτευμένων - Μέρος 2ο</itunes:title>
			<pubDate>Mon, 04 Oct 2021 08:09:06 GMT</pubDate>
			<itunes:duration>30:52</itunes:duration>
			<enclosure url="https://sphinx.acast.com/p/open/s/6013ebce985ab977d52addcc/e/6159a9d61de56100141be916/media.mp3" length="37091565" type="audio/mpeg"/>
			<guid isPermaLink="false">6159a9d61de56100141be916</guid>
			<itunes:explicit>false</itunes:explicit>
			<link>https://www.karakaxa.org/%CE%B5%CF%80%CE%B5%CE%B9%CF%83%CF%8C%CE%B4%CE%B9%CE%B1</link>
			<acast:episodeId>6159a9d61de56100141be916</acast:episodeId>
			<acast:showId>6013ebce985ab977d52addcc</acast:showId>
			<acast:episodeUrl>mitos61</acast:episodeUrl>
			<acast:settings><![CDATA[FYjHyZbXWHZ7gmX8Pp1rmbKbhgrQiwYShz70Q9/ffXZMTtedvdcRQbP4eiLMjXzCKLPjEYLpGj+NMVKa+5C8pL4u/EOj1Vw4h5MMJYp0lCcFAe0fnxBJy/1ju4Qxy1fh8gO4DvlGA40yms2g0/hOkcrfHIopjTygHFqGwwOPKFIai4SuTvs86Lx3UYCyl6Zs+WO4fC9bB8/2bSJALEZpunHdJA38/ZCmkJMYOTmjFjpV8HJMouk+yHzzAYhjHAyS9629Pag11YecM3Ai/ga62v1zdp/ixS8njdtKY3JLlmn/4fpYVmqu/KYNpA7hvuco]]></acast:settings>
			<itunes:subtitle>Μίτος</itunes:subtitle>
			<itunes:episodeType>full</itunes:episodeType>
			<itunes:episode>61</itunes:episode>
			<itunes:image href="https://assets.pippa.io/shows/6013ebce985ab977d52addcc/1633265727453-cdb6f536caa247a31ef8fc8e16519596.jpeg"/>
			<description><![CDATA[<p>Η ιστορία των τραγικών εραστών τελειώνει αυτή τη δεύτερη βραδιά ιστορίας γύρω από τη φωτιά των Ζούνι. Σαν τον Ορφέα και την Ευρυδίκη, αυτός ο εξίσου παλιός λαός μας δείχνει πως ο έρωτας και η ανυπακοή εξαιτίας του πάθους είναι κάτι κοινό όλων μας.</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Δεν περιέχει ευαίσθητο υλικό</p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ</p><br><p><em>Αφηγείται τη δεύτερη νύχτα</em></p><br><p>Σονάχτσι! Σόνς σονέτσι! Έχει κι άλλο η ιστορία μου. Αλλά τώρα δεν θα σας πω μόνο για την κυρά του Μάτσακι, που τη σκότωσε ο αγαπημένος της μιας και δεν την είχε ξεχωρίσει από την αδερφή της. Θα σας πω και για το Κόκκινο Φτερό, για τη Νύφη του Μάτσακι, αυτή την ιστορία θα σας πω απόψε.</p><br><p>Ακόμη κι αφού έδυσε ο ήλιος και τα σπίτια βυθίστηκαν στο μαύρο των σκιών, ακόμη ο νεαρός καθόταν δίπλα στον τάφο με το πρόσωπό του κρυμένο στις παλάμες του. Οι άνθρωποι σταμάτησαν να προσπαθούν να του πάρουν τις μαύρες του σκέψεις. Τον άφησαν να κλαίει και να οδύρεται σαν χαμένος, σαν τρελός: “Αλίμονο! Αλίμονο! Αγαπημένη&nbsp;μου γυναίκα, σε αγαπούσα, σε αγαπώ. Δεν σε αναγνώρισα, σε σκότωσα! Αλίμονο! Αγαπημένη μου γυναίκα!”.</p><br><p>Μόλις όμως το φεγγάρι έδυσε πίσω από τους δυτικούς λόφους και μια φωτεινή δέσμη σαν χιονοστιβάδα κύλησε στον ουρανό σημαίνοντας το πέρασμα της μισής νύχτας, ο νεαρός είδε κάτι σαν φως στο χώμα που σκέπαζε τον τάφο. Έμοιαζε με θράκα που σιγοέσβηνε κάτω από τις στάχτες. Σιγά σιγά οι σκοτεινές σκέψεις του άρχισαν να φωτίζονται καθώς το φως από τον τάφο γινόταν όλο και πιο λαμπερό ώσπου έγινε εκτυφλωτικό σαν τον ήλιο που εξαφανίζει κάθε σκιά γύρω του. Και να! Η νύφη στον τάφο είχε τώρα φανεί. Πέταξε από πάνω της τα σάβανα και ανασηκώθηκε. Γύρισε και κοίταξε τον συντετριμένο μνηστήρα της τόσο ψυχρά και λυπημένα που ευθύς οι σκέψεις του ξανασκοτείνιασαν και του είπε με πόνο στη φωνή: “Αλίμονο! Ο καλός μου, ο άνδρας μου δεν μπόρεσε να με ξεχωρίσει. Δεν με αγαπούσε και με σκότωσε. Ήλπιζα πως θα με αγαπούσε, αλλά δεν με αγαπούσε, με σκότωσε!”.</p><br><p>Για άλλη μια φορά ο νεαρός βύθισε το πρόσωπο του στις παλάμες του και κούνησε το κεφάλι του με απελπισία γι΄ αυτό που είχε κάνει. Και όπως κάνουν αυτοί που το μυαλό τους τους προδίδει, άρχισε πάλι τον δυνατό του θρήνο: “Αλίμονο, αλίμονο! Αγαπημένη μου νύφη! Σε αγαπώ, σε αγαπούσα, μα δεν σε αναγνώρισα και σε σκότωσα! Αλίμονο! Αγαπημένη μου νύφη, αγαπημένη μου γυναίκα!”.</p><br><p>Στον τόπο του ουρανού τώρα στεκόταν το Μεγάλο Άστρο και η νεκρή κυρά είπε απαλά και συνάμα λυπητερά και παράξενα στον νεαρό: “Νέε άνδρα πάψε να θρηνείς και γύρνα στο σπίτι των πατέρων σου. Δεν βλέπεις πως είμαι πλάσμα διαφορετικό; Μόλις ο ουρανός της ημέρας γίνει κίτρινος και τα σπίτια βγουν από τις σκιές τότε και το φως που με βλέπεις τώρα θα το καταπιεί το φως της ημέρας όπως και τα λόγια του χτες καίγονται στο φως των ημερών που περνούν”. Έπειτα η φωνή της έγινε ακόμη πιο πονεμένη: “Δεν είμαι παρά πνεύμα τώρα μιας και - αλίμονο! - ο μνηστήρας μου, ο άνδρας μου δεν με ξεχώρισε από την άλλη. Δεν με αγαπούσε και με σκότωσε. Ήλπιζα πως θα με αγαπούσε, αλλά δεν με αγαπούσε, με σκότωσε!”.</p><br><p>Ο νεαρός όμως δεν έφυγε μέχρι που το γκρίζο πρωινό κατάπιε το φως που είχε δει μπροστά του και δεν είχε μείνει πια άλλο παρά το κρύο χώμα του τάφου όπως πριν. Τότε σηκώθηκε και έφυγε με μαυρίλα στην ψυχή. Δεν μιλούσε πια σε κανέναν και όλη μέρα περιπλανιόταν εδώ κι εκεί κοιτώντας μόνο τα πόδια του, σαν κάποιος που το μυαλό του τον έχει αφήσει. Όταν η νύχτα έριξε πάλι στις μαύρες της σκιές στα σπίτια, ο νεαρός γύρισε στον τάφο, γονάτισε δίπλα του, έσκυψε το κεφάλι και άρχισε ξανά το μοιρολόι: “Αλίμονο, αλίμονο! Αγαπημένη μου γυναίκα σε αγαπούσα, αλλά δεν σε αναγνώρισα και σε σκότωσα! Αλίμονο! Αγαπημένη μου γυναίκα!”.</p><br><p>Στη μέση της νύχτας το φως του τάφου έλαμψε ακόμη περισσότερο αυτή τη φορά. Το πνεύμα της κυράς σηκώθηκε κι έκατσε στο πλάι του τάφου της, μα μόνο κατέκρινε τον νεαρό και του ζήτησε να φύγει: “Γιατί μην ξεχνάς”, του είπε, “είμαι πια μόνο πνεύμα αφού - αλίμονο! - ο μνηστήρας μου, ο άνδρας μου δεν με ξεχώρισε από την άλλη. Δεν με αγαπούσε και με σκότωσε. Ήλπιζα πως θα με αγαπούσε, αλλά δεν με αγαπούσε, με σκότωσε!”.</p><br><p>Και ο νεαρός έφυγε μόνο σαν ξημέρωσε και με το δειλινό επέστρεψε. </p><br><p>Όταν το φως του τάφου έλαμψε εκείνο το βράδυ ήταν πιο λαμπερό από ποτέ και η κυρά ομορφότερη από κάθε άλλη φορά. Βγήκε από τον τάφο κι έκατσε δίπλα στον απελπισμένο της μνηστήρα. Για άλλη μια φορά τον παρότρυνε να γυρίσει στους πατέρες του. Μα όταν είδε ότι εκείνος δεν θα το έκανε του είπε: “Καλύτερα για εσένα να φύγεις γιατί έχω κι εγώ μπροστά μου μακρύ ταξίδι να κάνω. Όσο ελαφρύς είναι ο αέρας, τόσο ελαφριά θα είναι και τα βήματά μου. Όσο κρατάει το φως της ημέρας, δεν θα μπορείς να με δεις. Δεν ξέρεις πως τα πνεύματα φαίνονται μόνο στο σκοτάδι; Κι αυτό επειδή - αλίμονο! - ο μνηστήρας μου, ο άνδρας μου δεν με ξεχώρισε από την άλλη. Δεν με αγαπούσε και με σκότωσε. Ήλπιζα πως θα με αγαπούσε, αλλά δεν με αγαπούσε, με σκότωσε!”.</p><br><p>Ο νεαρός τότε σταμάτησε τον θρήνο του, κοίταξε κατάματα την κυρά και με λυπημένη φωνή της είπε: </p><p>Σε αγαπώ γυναίκα μου, σε αγαπώ! Αγαπημένη μου, όπου κι αν πας άσε με να έρθω κι εγώ μαζί σου. Δεν με νοιάζει πόσο μακρύ ούτε πόσο δύσκολο θα είναι το ταξίδι. Μου αρκεί να μπορώ να σε βλέπω, ακόμη κι αν είναι μόνο το βράδυ, τότε&nbsp;μόνο θα είμαι χαρούμενος και θα σταματήσω να κλαίω για εσένα. Επειδή σε αγαπούσα τόσο πολύ ήθελα να σε σώσω. Αλίμονο αγαπημένη μου γυναίκα! Δε σε αναγνώρισα και σε σκότωσα!</p><p>Αλίμονο αγαπημένε μου και αχ! πόσο σε αγαπούσα κι εγώ. Μα είμαι πνεύμα τώρα κι εσύ δεν έχεις τελειώσει ακόμη. Αν με αγαπάς, όταν θα φύγω από μπροστά σου να πας να μαζέψεις και να στολίσεις αρκετά κοντάρια προσευχής. Έπειτα βρες ένα ελαφρύ, χνουδωτό φτερό και βάψε το με ώχρα. Τύλιξε σε μια κουβέρτα τρόφιμα που θα σου φτάσουν για τέσσερις μέρες και φέρε μαζί σου και μπόλικες προσφορές προσευχής. Έλα κοντά μου τα μεσάνυχτα και κάτσε δίπλα στον τάφο. Σαν το φως της ανατολής έρθει δέσε στο κούτελό μου το κόκκινο φτερό. Έτσι, όταν θα χαθώ από μπροστά σου το πρωί, ακολούθα το φτερό μέχρι το δειλινό που θα ξαναφανώ και κάτσε δίπλα μου”.</p><br><p>Την αυγή ο νεαρός πήγε και μάζεψε φτερά κάθε λογής από διάφορα πουλιά, έκοψε αρκετά ξύλα και τα έκανε κοντάρια και στη συνέχεια τα στόλισε μετά φτερά και βαμβάκι σαν δώρο στους Πατέρες. Βρήκε και ένα ελαφρύ και χνουδωτό φτερό αετού, το έβαψε με ώχρα και το έδεσε γερά σε μια βαμβακερή κορδέλα. Όταν ήρθε το βράδυ, μάζεψε μπαγιάτικο πληγούρι, καλαμποκάλευρο και καμένα γλυκόψωμα και κατέβηκε μέχρι τον τάφο. </p><br><p>Ήρθαν και τα μεσάνυχτα, ο τάφος φωτίστηκε και να! Εμφανίστηκε και η κυρά η οποία έκατσε δίπλα στον μνηστήρα της. Δεν ήταν πια θλιμμένη μα είχε μια αύρα ευτυχίας γύρω της, σαν κάποιον που γυρίζει σπίτι του μετά από πολύ καιρό απουσίας. Και ο νεαρός όμως, ούτε αυτός ήταν ιδιαίτερα στενοχωρημένος με τις εμμονές του. Έκατσαν λοιπόν πλάι πλάι οι δυο τους και άρχισαν να μιλούν για το ταξίδι τους μέχρι που η γη άρχισε να κιτρινίζει από το φως την μέρας, οι σκιές να γίνονται γκρι και τα σπίτια και οι λόφοι να βγαίνουν από το σκοτάδι. </p><br><p>“Για άλλη μια φορά θα σου πω να γυρίσεις πίσω”, είπε το πνεύμα της κυράς στον νεαρό, “αλλά ξέρω γιατί έρχεσαι μαζί μου και είναι εντάξει. Πρόσεξε όμως να μη με χάσεις το πρωί αφού δεν θα μπορείς να με δεις, μόνο ακολούθα το φτερό που θα μου δέσεις στο μέτωπο”.</p><br><p>Ο νεαρός πήρε την κορδέλα με το κόκκινο φτερό και την έδεσε στο μέτωπο της κυράς. Έτσι και το φως του ήλιου κόκκινο και λαμπερό ξεπρόβαλλε πίσω από το βουνό και ο νεαρός δεν έβλεπε πια το πνεύμα. Μα στο ύψος του χεριού κάποιου που στέκεται, ορθωνόταν ένα φτερό που κινούταν απαλά καθώς το φυσούσε ο αέρας. Το φτερό και όχι η νύφη τότε, σηκώθηκε σαν τα φτερωτά στολίδια στο κεφάλι ενός χορευτή και πέρασε μέσα από δρόμους και μονοπάτια κατευθυνόμενο δυτικά, και πέρασε και τα λιβάδια δίπλα στο ποτάμι. Μέσα από δρόμους και μονοπάτια, κάτω στα λιβάδια μέχρι το ποτάμι ακολούθησε το φτερό ο νεαρός, μέχρι τον τόπο της νύχτας. Άρχισε να κουράζεται αρκετά όμως μιας και το φτερό ξεγλυστρούσε με μεγάλη ευκολία όπου και να βρισκόταν και μάλιστα κάποια στιγμή τον είχε αφήσει πολύ πίσω και αυτός δεν μπορούσε να το φτάσει. Καθώς έτρεχε να προλάβει φώναξε με αγωνία: “Αγαπημένη μου νύφη! Αγαπημένη μου, που είσαι;” και το φτερό κι όχι η νύφη τότε σταμάτησε και περίμενε. Έτσι συνέχισαν το ταξίδι τους φτερό και άνδρας μέχρι που, το δειλινό, έφτασαν στα δάση των μοσχοβολιστών πινόν και κέδρων. Καθώς η νύχτα άρχισε να κρύβει τους λόφους στις σκιές της το κόκκινο φτερό χάθηκε κι αυτό, μα ο νεαρός δεν σταμάτησε, ήξερε ότι θα κατευθυνόταν δυτικά γι΄ αυτό και συνέχισε. Κάποιες φορές όμως αισθανόταν τέτοια κούραση που δεν έλεγχε τις σκέψεις του. Έπεφτε πάνω σε δέντρα στην άκρη του μονοπατιού και σκόνταφτε πάνω σε ρίζες και κλαδιά. Ξανά και ξανά ακουγόταν να φωνάζει: “Αγαπημένη μου νύφη! Αγαπημένη μου, πού είσαι;”.</p><br><p>Επιτέλους όμως, όταν η νύχτα έφτασε στη μέση της, με χαρά είδε μακριά στην κορυφή του λόφου ένα φως τόσο κόκκινο και λαμπερό, σαν τα ανάμενα κάρβουνα μεγάλης φωτιάς που πυρακτώνουν όταν τα φυσά ο αγέρας της νύχτας. Και σαν αστέρι που είτε ανατέλλει είτε δύει, το κόκκινο φως άστραφτε στον λόφο. Ο νεαρός έτρεξε γρήγορα και καθώς πλησίασε το φως να! είδε να κάθεται το πνεύμα της κυράς του. Την πλησίασε και της είπε: “Ήρθες τελικά;” και “Πώς ήρθες μέχρι εδώ απόψε;”. Εκείνη χαμογέλασε και του έκανε νόημα να κάτσει δίπλα της. Ήταν τόσο κουρασμένος που κοιμόταν καθώς της μιλούσε. Μα θυμηθείτε, εκείνη ήταν πνεύμα και δεν κοιμόταν ποτέ. </p><br><p>Σαν ο αυγερινός φάνηκε στον ουρανό της μέρας, η κυρά σηκώθηκε να συνεχίσει το ταξίδι της και ο νεαρός ξύπνησε να την ακολουθήσει. Καθώς οι λόφοι έβγαιναν από τις σκιές, η κυρά μπροστά στα μάτια του νεαρού άρχισε να γίνεται όλο και πιο αχνή και διάφανη μέχρι που εξαφανίστηκε εντελώς από μπροστά του και το μόνο που έμεινε ήταν το κόκκινο φτερό στο μέτωπό της, σαν το φτερό στο μέτωπο ενός χορευτή. Προπορευόταν του νεαρού ανάλαφρα και ταχύτατα μέχρι που έφτασε σε μια πεδιάδα από ψυχρή λάβα, όλο κοφτερά κι απότομα βράχια. Κι εκεί το πνεύμα της κυράς συνέχισε να ταξιδεύει με ευκολία, σαν τα φύλλα στον φθινοπωρινό άνεμο. Ο άμοιρος ο νεαρός έμεινε πολύ πίσω αφού έπρεπε να σκαρφαλώνει και να κατηφορίζει και αναγκάστηκε να ξαναφωνάξει: “Αχ, όμορφη νύφη μου, περίμενε με! σε αγαπώ και δεν θέλω να σε αφήσω!”. Το κόκκινο φτερό σταμάτησε μετά τα βράχια και περίμενε ωσότου να το πλησιάσει ο νεαρός που τώρα τα πόδια του ήταν πληγιασμένα και λερωμένα με αίμα και η ανάσα του βαριά. Για καλή του τύχη το μονοπάτι τώρα ήταν επίπεδο και διέσχιζε επίπεδα και φαρδιά λιβάδια. Ακόμη κι έτσι όμως, ίσα που έβλεπε στο βάθος ο νεαρός το κόκκινο φτερό. Τη νύχτα ευτυχώς, η κυρά τον περίμενε σε ένα καταφύγιο όπου και οι δυο τους ξάπλωσαν πλάι πλάι κάτω από τους κέδρους μέχρι το ξημέρωμα. Το πρωί πάλι χάθηκε στο φως και οδηγός ήταν ξανά το κόκκινο φτερό. </p><br><p>Για αρκετή ώρα αυτή τη φορά το μονοπάτι ήταν ευχάριστο, μα προς το σούρουπο έφτασαν μπροστά σε μια έκταση με πυκνούς κάκτους, κάτι που το φτερό διέσχισε χωρίς την παραμικρή καθυστέρηση. Σύντομα όμως, τα μοκασίνια του νεαρού σκίστηκαν κι αχρηστεύτηκαν, με αποτέλεσμα τα πόδια του να γεμίσουν γρατζουνιές και βαθιές πληγές από τις βελόνες των κάκτων. Συνέχισε όμως να ακολουθεί το φτερό, ακόμη κι όταν του φαινόταν πια ότι οι κάκτοι τρυπούσαν ολόκληρο το σώμα του και φώναξε: “Αχ όμορφη γυναίκα μου, περίμενέ με! Περίμενέ σε παρακαλώ, σε αγαπώ και δεν θέλω να σε αφήσω!”. Το κόκκινο φτερό σταμάτησε στην άκρη των κάκτων και τον περίμενε να πλησιάσει. Μα σαν ο νεαρός πέρασε τους κάκτους, στάθηκε να βγάλει τις βελόνες μία μία από πάνω του. Το φτερό έφυγε πάλι μπροστά και ο νεαρός ξυπόλυτος πια, το ακολούθησε μέχρι που το βράδυ το έφτασε και η κυρά τον προσκάλεσε να ξεκουραστεί στο πλευρό της. </p><br><p>Ειδικά εκείνο το βράδυ φάνηκε να τον λυπάται πολύ και του είπε: “Γιό ά! Αγαπημένε άνδρα μου, γύρνα πίσω! Ο δρόμος είναι μακρύς και κακοτράχηλος και η καρδιά σου αδύναμη, θνητή. Εγώ πάω για το Συμβούλιο των Νεκρών, πώς μπορεί κάποιος ζωντανός να μπει εκεί;”. Μα ο νεαρός σαν το άκουσε αυτό άρχισε να κλαίει και να την παρακαλά να τον αφήσει να πάει μαζί της: “Γιατί αγαπημένη μου”, της είπε, “νύφη μου αγαπημένη σε αγαπώ και δεν θέλω να σε αφήσω”. </p><br><p>Η κυρά χαμογέλασε πικρά και με μια θλιμμένη κίνηση του κεφαλιού της είπε: “Γιό ά! Θα γίνει όπως επιθυμείς. Ας μην λυγίσει η καρδιά σου αύριο, μιας και είναι η τελευταία μας μέρα σε αυτό το ταξίδι. Μετά θα πάμε από το μονοπάτι των νερών όπου και θα βρούμε τη Σκάλα των Άλλων. Εκεί θα σε πάω να με περιμένεις αιώνια”.</p><br><p>Μέχρι το μεσημέρι της επόμενης ημέρας, το φτερό οδηγούσε τον νεαρό κάτω σ΄ ένα φαράγγι με πλαγιές τόσο απότομες, που σίγουρα δεν μπορούσε να τις κατέβει και να μείνει ζωντανός. Για μια στιγμή το κόκκινο φτερό αιωρήθηκε πάνω από το χάσμα του φαραγγιού και ο νεαρός συνέχισε να το ακολουθεί επίμονα, μάλιστα έκανε και μια κίνηση να το πιάσει από φόβο μην πέσει. Μα το φτερό συνέχισε να αιωρείται πάνω από το χάσμα του φαραγγιού και να προχωρά σαν να υπήρχε εκεί κάποιο άλλο, αόρατο μονοπάτι. Για τα πνεύματα βλέπετε, τα μονοπάτια που υπήρχαν κάποτε, πριν τα νερά να τα διαβρώσουν, υπάρχουν ακόμη.</p><br><p>Με τόλμη ο νεαρός περπατούσε πάνω και κάτω στο χείλος του γκρεμού και απελπισμένα φώναζε πότε πότε στο φτερό: “Αλίμονο όμορφη γυναίκα μου! Περίμενε, περίμενε με! Σε αγαπώ και δεν θέλω να σε αφήσω!”. Τότε, σαν κάποιους που η σκέψη τους τους αφήνει, έπεσε από τον γκρεμό και κρατήθηκε τελευταία στιγμή από μια εσοχή σε μια πλαγιά. Ένας ανέμελος και χαριτωμένος ριγωτός Σκίουρος, που εκείνη τη στιγμή έπαιζε στον πάτο του φαραγγιού, τον είδε και φώναξε: “Τσίλχλ! Τσίλχλ!” μεταξύ άλλων πολλών, που πάει να πει “Αχ χάι! Γουανανί!” - “Ανόητο πλάσμα που είσαι! Δεν έχεις τα φτερά του Γερακιού ούτε τα δάκτυλά του Σκίουρου ούτε τα πόδια ενός πνεύματος και αν πέσεις θα σπάσεις σε χίλια κομμάτια να σε τρώνε μετά οι τυφλοπόντικες. Στάσου! Κρατήσου γερά και έρχομαι να σε βοηθήσω. Μπορεί να είμαι μόνο ένας Σκίουρος, αλλά τουλάχιστον ξέρω πώς να σκέφτομαι!”.</p><br><p>Το μικρό πλασματάκι έτρεξε σαν αστραπή μουρμουρίζοντας και φώναξε το ταίρι του να βγει από το σπίτι τους στη ρωγμή ενός βράχου: “Γυναίκα! Γυναίκα! Γρήγορα τρέχα στην καλαμποκαποθήκη μας και φέρε μου το κώνειο που έχω εκεί, γρήγορα! Γρήγορα και μη μου κάνεις ερωτήσεις, ένας τρελός άνθρωπος εκεί θα σπάσει το σώμα του αν δεν του φτιάξουμε γρήγορα μια σκάλα!”.</p><br><p>Η γυναίκα του Σκίουρου γύρισε αμέσως την φουντωτή ουρά της προς τον Σκίουρο και πήδηξε από πέτρα σε πέτρα μέχρι που έφτασε στην αποθήκη τους όπου και βρήκε έναν παχουλό σπόρο. Τον πήγε στον άντρα της ο οποίος είχε ήδη αρχίσει να σκάβει μια τρύπα στην άμμο κάτω από εκεί απ’ όπου κρεμόταν ο νεαρός. Έφτυσαν και οι δυο τους τον σπόρο, τον έμπηξαν στην τρύπα και άρχισαν να χορεύουν τριγύρω του και να τραγουδούν</p><br><p>Κιαθλά τσίλου</p><p>&nbsp;&nbsp;&nbsp;Σίλοκουε, σίλοκουε, σίλοκουε</p><p>Κι άι σίλου σίλου,</p><p>&nbsp;&nbsp;&nbsp;Τσίθλ! Τσίθλ!</p><br><p>Που σημαίνει, απ ‘όσο μπορεί να μαντέψει κανείς μιας και έχει περάσει πολύς καιρός και τα μισά ήταν σκιουρέζικα,</p><br><p>Κώνειο εσύ</p><p>&nbsp;&nbsp;&nbsp;Το ψηλό, ψηλό, ψηλό</p><p>Φύτρωσε κώνειο, κώνειο</p><p>&nbsp;&nbsp;&nbsp;Μικρό! Μικρό!</p><br><p>Κάθε φορά που έκαναν έναν γύρο λέγοντας όλο το τραγουδάκι το έδαφος έτρεμε. Την τέταρτη φορά που είπαν Τσιθλ! Τσίθλ! το δέντρο ξεπήδησε από το έδαφος και συνέχισε να μεγαλώνει μέχρι που ο Σκίουρος μπορούσε να το σκαρφαλώσει. Έπιασε με τα μπροστινά του πόδια το ψηλότερο κλωνάρι και άρχισε να τεντώνεται και να τεντώνεται σπρώχνοντας τα χαμηλότερα κλαδιά με τα πόδια του. Έτσι, σε ελάχιστο χρόνο, είχε καταφέρει να σπρώξει το δέντρο μέχρι τα πόδια του νεαρού ενώ ταυτόχρονα βεβαιώθηκε πως το δέντρο θα ήταν αρκετά δυνατό να τον κρατήσει, αν ο νεαρός έπεφτε πάνω του. Είπε μόνο: “Τσιθλ! Τσίθλ!” και έφυγε μακριά πριν να προλάβει καν ο νεαρός να τον&nbsp;ευχαριστήσει. Ο θλιμμένος ερωτευμένος σκαρφάλωσε μέχρι κάτω το δέντρο και γρήγορα πήγε μέχρι την άλλη μεριά του φαραγγιού που δεν ήταν τόσο απότομη. Δεν είχε προλάβει όμως καλά καλά να ξεκουραστεί από την αναρρήχησή του και το φτερό συνέχισε το γρήγορο ταξίδι του οπότε κι εκείνος έτρεξε ξοπίσω του. </p><br><p>Όταν πλησίαζε ο ήλιος στη Δύση, το κόκκινο φτερό έφτασε σε μια κοιλάδα ανάμεσα σε δυο βουνά που στο κέντρο της βρισκόταν μια πανέμορφη λίμνη. Στις όχθες της λίμνης πηγαινοέρχονταν, ανάμεσα στα διάφορα μονοπάτια που κατέληγαν εκεί, ένας πολύ άσκημος γέρος και μια γριά. Σαν είδαν την κυρά την πλησίασαν και την καλωσόρισαν ευγενικά. Της είπαν να περάσει και τότε η κυρά χωρίς δισταγμό βυθίστηκε γρήγορα στο νερό της λίμνης. Ξάφνου, στο κέντρο της λίμνης εμφανίστηκε μια σκάλα, η κυρά πάτησε πάνω της κι άρχισε να την κατεβαίνει μέχρι που χάθηκε εντελώς μέσα στο νερό. Για λίγο, μόνο για μια στιγμή, ένα λαμπερό φως φώτισε τα νερά και ακούστηκαν πολλές χαρούμενες και μελωδικές φωνές από τον βυθό της λίμνης. Έπειτα τα αστέρια του ουρανού και τα αστέρια της λίμνης έδειχναν ολόιδια, όπως ήταν και πριν. </p><br><p>“Αλίμονο!”, φώναξε ο νεαρός τρέχοντας ως την όχθη της λίμνης, “Αχ, όμορφη γυναίκα μου, όμορφη γυναίκα μου, περίμενε! Περίμενε να έρθω κι εγώ μαζί σου!”. Μα μπροστά του ήταν μόνο τα κρυστάλλινα νερά της λίμνης και οι δυο γέροι. Καμία σκάλα δεν βγήκε να τον πάει μέχρι κάτω. Έκατσε κι αυτός στην άκρη του νερού τρίβοντας με μανία τα χέρια του και κλαίγοντας τον παλιό γνώριμο θρήνο του: “Αλίμονο, αλίμονο! Αγαπημένη μου γυναίκα σε αγαπώ. Σε αγαπούσα, αλλά δεν σε αναγνώρισα και σε σκότωσα!”.</p><br><p>Κοντά στα μεσάνυχτα άκουσε πάλι τις χαρούμενες, μελωδικές φωνές. Η πύλη για τον Τόπο των Πνευμάτων άνοιξε και ένα φως εκτοξεύτηκε μέσα από τα σκοτεινά πράσινα νερά σαν σπίθες από την κορυφή μιας καμινάδας. Ορθώθηκε γι΄ άλλη μια φορά και η σκάλα και ο νεαρός είδε τις μορφές των νεκρών να πηγαίνουν και να έρχονται, ενώ άκουγε τους ήχους του χορού Κάκα που χόρευε για τους θεούς. Όσοι πηγαινοέρχονταν ήταν φωτεινοί και όμορφοι, φορούσαν λευκά φορέματα ραμμένα με πολύχρωμες κλωστές και τα περιδέραια και τα βραχιόλια τους ήταν φτιαγμένα από φανταχτερά λευκά κοχύλια και ζωηρές πέτρες τουρκουάζ. Δοκίμασε να κατέβει και αυτός τη φωτεινή σκάλα μα το νερό ξαφνικά έγινε απύθμενο και τα πόδια του λύγισαν από το κρύο και τον φόβο. Κατάφερε όμως και κοίταξε στην είσοδο παρακάτω και να! είδε την όμορφη νύφη του ντυμένη με τα πιο όμορφα ρούχα και κοσμήματα. Στεκόταν στη μέση του χορού Κάκα και ήταν μια από τις πρώτες του χορού. Φαινόταν ευτυχισμένη και χαμογελούσε πλατιά καθώς κοιτούσε γύρω της. Περιτριγυριζόταν από όμορφους και λαμπερούς νέους και μάλλον είχε ολωσδιόλου ξεχάσει τον μοναχικό μνηστήρα της.</p><br><p>Με μια πονεμένη κραυγή, ο νεαρός βγήκε στην όχθη και έκρυψε το πρόσωπό του στην άμμο και στα χορτάρια. Ξάφνου άκουσε μια μακρινή στριγκλιά και μια βαθειά φωνή που του φάνηκε ότι τον φώναζε. Κοίταξε και μια μεγάλη Κουκουβάγια πετούσε εκείνη τη στιγμή πάνω από το κεφάλι του: </p><p>Μουχαΐ! Χου-χου! Χου-χου!</p><p>Τι θέλεις από εμένα; φώναξε όλο αγωνία ο νεαρός.</p><p>Γιατί κλαις έτσι παιδί μου; ρώτησε η κουκουβάγια πετώντας κοντύτερα και μαλακώνοντας τη φωνή της. </p><br><p>Ο νεαρός είπε στην Κουκουβάγια κομμάτι της ιστορίας του και εκείνη γύρισε το κεφάλι της τελείως γύρω γύρω, όπως κάνουν οι κουκουβάγιες, να δει αν υπήρχε κανένας άλλος κοντά τους. Έπειτα πλησίασε πολύ τον νεαρό και του είπε: “Ξέρω τα πάντα, νέε μου. Ακολούθησε με στο σπίτι μου στα βουνά και, αν θες να ακούσεις και να ακολουθήσεις τη συμβουλή που έχω να σου δώσω, όλα θα πάνε καλά”. Η Κουκουβάγια τότε τον οδήγησε σε μια σπηλιά ψηλά, ψηλά στο βουνό και τον προσκάλεσε να μπει μέσα. Μόλις ο νεαρός πάτησε το πόδι του μέσα στη σπηλιά ιδού! μπροστά του ανοίχτηκε μια ευρύχωρη και φωτεινή αίθουσα στην οποία διάφοροι Κουκουβάγιοι και Κουκουβάγιες τον προσκαλούσαν να κάτσει μαζί τους, να φάει και να πιει. </p><br><p>Η γρια-Κουκουβάγια που τον είχε φέρει ως εκεί, άλλαξε τα ρούχα της σ΄ ένα λεπτό και σαν μπήκε κι εκείνη στη σπηλιά κρέμασε το παλτό κουκουβάγιας της σε μια κρεμάστρα από κέρατα ελαφιού. Έφυγε και ξαναγύρισε κρατώντας μια θήκη με γιατρικά: “Πριν σου το δώσω αυτό, θα σου πω τι πρέπει να κάνεις και τι πρέπει να υποσχεθείς”. </p><br><p>Μα ο νεαρός, ανυπόμονα άπλωσε το χέρι του να πάρει τα γιατρικά: “Ανόητε!”, του φώναξε το πλάσμα, “αν δεν ήσουν στην κατάσταση που είσαι ούτε που θα σκεφτόμουν να σε βοηθήσω. Βιάζεσαι πολύ και δεν μπορώ να σου εμπιστευτώ το γιατρικό του ύπνου. Θα κοιμηθείς εδώ και μόλις ο αυγερινός εμφανιστεί στον ουρανό θα ξυπνήσεις και θα βρεις μπροστά σου τη νεκρή σου γυναίκα στον δρόμο για το Μάτσακι και τη Μέση Μυρμηγκοφωλιά. Σαν ο ήλιος σηκωθεί για τα καλά θα ξυπνήσει και θα σου χαμογελάσει. Μην κάνεις καμιά χαζομάρα, να ταξιδέψεις στο πλάι της με ευλάβεια και να μην τη φιλήσεις ούτε να την πλησιάσεις αν δεν φτάσετε πρώτα στο σπίτι των πατέρων σας. Αν κάνεις ότι σου είπα, όλα θα πάνε καλά και οι δυο σας θα ζήσετε ευτυχισμένοι μαζί”.</p><br><p>Σταμάτησε να μιλά, πήρε μια τσιμπιά από το γιατρικό που είχε στη θήκη και το φύσηξε στο πρόσωπο του νεαρού. Στιγμιαία ο νεαρός βυθίστηκε σε βαθύ ύπνο εκεί που καθόταν. Τότε όλα τα πλάσματα γύρω του έβαλαν τα κουκουβαγιοπανωφόρια τους και τον πήραν μαζί τους καθώς πέταξαν μακριά μέχρι κάτι δέντρα στην άκρη του μονοπατιού για το Μάτσακι και τη Μέση Μυρμηγκοφωλιά. </p><br><p>Έπειτα πέταξαν πάνω από τη λίμνη και σκόρπισαν το υπόλοιπο γιατρικό πάνω από την είσοδο στο κέντρο της. Πήραν τα κοντάρια προσευχής του νεαρού και, αφού διάλεξαν κάποια από τα κόκκινα φτερά για τους εαυτούς τους, με τα υπόλοιπα μπήκαν στο σπίτι του χορού Κάκα. Απαλά, πέταξαν πάνω από τους κοιμώμενους πατεράδες με τα παιδιά τους (τους θεούς του Κάκα και τα πνεύματά του) και στον μεγάλο βωμό εναπόθεσαν τα υπόλοιπα κοντάρια προσευχής. Σήκωσαν την όμορφη κυρά και την πήγαν πέρα από τα νερά και τα δάση μέχρι εκεί όπου βρισκόταν ο μνηστήρας της. Σφύριξαν και πήγαν πίσω στο βουνό τους.</p><br><p>Το πρώτο αστέρι της αυγής φάνηκε στον ουρανό, ο νεαρός ξύπνησε και να! μπροστά του βρισκόταν ξαπλωμένη η αγαπημένη του γυναίκα. Αμέσως γύρισε από την άλλη για να αποφύγει τον πειρασμό και περίμενε πως και πως να βγει για τα καλά ο ήλιος. Με την πρώτη ακτίνα του ήλιου, που φώτισε το πρόσωπο της κυράς, εκείνη άνοιξε τα μάτια της. Στην αρχή τα είχε χάσει λίγο, μα σαν είδε το καλοσυνάτο πρόσωπο του αγαπημένου της, χαμογέλασε και είπε: “Στ’ αλήθεια μ’ αγαπάς!”.</p><br><p>Σηκώθηκαν και οι δύο και ταξίδεψαν, κρατώντας απόσταση μεταξύ τους, προς τον τόπο των πατέρων τους. Ο νεαρός έφερνε συνεχώς στον νου του τα λόγια της Κουκουβάγιας και πράγματι ταξίδεψε συνετά μέχρι που την τέταρτη μέρα είδαν μπροστά τους το Κεραυνοβουνό και τον ποταμό που κυλά μέχρι και την Πόλη του Αλατιού.</p><br><p>Καθώς άρχισαν να κατηφορίζουν προς την κοιλάδα η κυρά σταμάτησε και είπε: “Χαουά, κουράστηκα πολύ και το ταξίδι είναι μακρύ και η μέρα ζεστή”. Έκατσε στη σκιά ενός κέδρου και συνέχισε: “Κάτσε καρτέρι όσο θα κοιμάμαι, άνδρα μου. Μόνο για λίγο να ξαποστάσω και συνεχίζουμε το ταξίδι μας μετά”. Ο νεαρός συμφώνησε.</p><br><p>Η κυρά ξάπλωσε και φάνηκε να κοιμάται. Χαμογελούσε και ήταν τόσο όμορφη και γαλήνια που ο ερωτοχτυπημένος νεαρός την πλησίασε. Τότε, αλίμονο! ακούμπησε το χέρι της με το δικό του και τη φίλησε.</p><br><p>Στη στιγμή η κυρά ξύπνησε. Στο πρόσωπο της υπήρχε μόνο θλίψη και είπε στον νεαρό κοφτά και θυμωμένα: “Καθόλου δεν ντρέπεσαι ανόητε; Τώρα πια είμαι σίγουρη πως δεν με αγαπάς! Πόσο ματαιόδοξη ήμουν και ήλπιζα στην αγάπη σου!”.</p><br><p>Με ντροπή και στενοχώρια, ο νεαρός κρέμασε το κεφάλι του και έκρυψε το πρόσωπο του στις χούφτες του. Άρχισε να μιλά και μια κουκουβάγια πήγε και στάθηκε σε ένα ψηλό κλαδί κλαίγοντας για την τύχη του νεαρού. Έπειτα πέταξε προς τη Δύση και άφησε τον νεαρό πίσω της τρελαμένο.</p><br><p>Αλίμονο, αλίμονο! Έτσι ήταν τον καιρό των αρχαίων. Αν αυτός ο νεαρός δεν είχε φιλήσει την κοπέλα αφού είχε επιστρέψει από τη Λίμνη των Νεκρών ίσως και να μην έκλαιγε μέχρι το τέλος της ζωής του για όλους όσους χάθηκαν. Μα έτσι είναι τα πράγματα! Αν οι άνδρες και οι γυναίκες δεν πέθαιναν, τότε εδώ και πολύ καιρό θα είχαμε ξεχειλίσει από παιδιά, πείνα και πόλεμο.</p><br><p>Εδώ τελειώνει η ιστορία μου.</p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></description>
			<itunes:summary><![CDATA[<p>Η ιστορία των τραγικών εραστών τελειώνει αυτή τη δεύτερη βραδιά ιστορίας γύρω από τη φωτιά των Ζούνι. Σαν τον Ορφέα και την Ευρυδίκη, αυτός ο εξίσου παλιός λαός μας δείχνει πως ο έρωτας και η ανυπακοή εξαιτίας του πάθους είναι κάτι κοινό όλων μας.</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Δεν περιέχει ευαίσθητο υλικό</p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ</p><br><p><em>Αφηγείται τη δεύτερη νύχτα</em></p><br><p>Σονάχτσι! Σόνς σονέτσι! Έχει κι άλλο η ιστορία μου. Αλλά τώρα δεν θα σας πω μόνο για την κυρά του Μάτσακι, που τη σκότωσε ο αγαπημένος της μιας και δεν την είχε ξεχωρίσει από την αδερφή της. Θα σας πω και για το Κόκκινο Φτερό, για τη Νύφη του Μάτσακι, αυτή την ιστορία θα σας πω απόψε.</p><br><p>Ακόμη κι αφού έδυσε ο ήλιος και τα σπίτια βυθίστηκαν στο μαύρο των σκιών, ακόμη ο νεαρός καθόταν δίπλα στον τάφο με το πρόσωπό του κρυμένο στις παλάμες του. Οι άνθρωποι σταμάτησαν να προσπαθούν να του πάρουν τις μαύρες του σκέψεις. Τον άφησαν να κλαίει και να οδύρεται σαν χαμένος, σαν τρελός: “Αλίμονο! Αλίμονο! Αγαπημένη&nbsp;μου γυναίκα, σε αγαπούσα, σε αγαπώ. Δεν σε αναγνώρισα, σε σκότωσα! Αλίμονο! Αγαπημένη μου γυναίκα!”.</p><br><p>Μόλις όμως το φεγγάρι έδυσε πίσω από τους δυτικούς λόφους και μια φωτεινή δέσμη σαν χιονοστιβάδα κύλησε στον ουρανό σημαίνοντας το πέρασμα της μισής νύχτας, ο νεαρός είδε κάτι σαν φως στο χώμα που σκέπαζε τον τάφο. Έμοιαζε με θράκα που σιγοέσβηνε κάτω από τις στάχτες. Σιγά σιγά οι σκοτεινές σκέψεις του άρχισαν να φωτίζονται καθώς το φως από τον τάφο γινόταν όλο και πιο λαμπερό ώσπου έγινε εκτυφλωτικό σαν τον ήλιο που εξαφανίζει κάθε σκιά γύρω του. Και να! Η νύφη στον τάφο είχε τώρα φανεί. Πέταξε από πάνω της τα σάβανα και ανασηκώθηκε. Γύρισε και κοίταξε τον συντετριμένο μνηστήρα της τόσο ψυχρά και λυπημένα που ευθύς οι σκέψεις του ξανασκοτείνιασαν και του είπε με πόνο στη φωνή: “Αλίμονο! Ο καλός μου, ο άνδρας μου δεν μπόρεσε να με ξεχωρίσει. Δεν με αγαπούσε και με σκότωσε. Ήλπιζα πως θα με αγαπούσε, αλλά δεν με αγαπούσε, με σκότωσε!”.</p><br><p>Για άλλη μια φορά ο νεαρός βύθισε το πρόσωπο του στις παλάμες του και κούνησε το κεφάλι του με απελπισία γι΄ αυτό που είχε κάνει. Και όπως κάνουν αυτοί που το μυαλό τους τους προδίδει, άρχισε πάλι τον δυνατό του θρήνο: “Αλίμονο, αλίμονο! Αγαπημένη μου νύφη! Σε αγαπώ, σε αγαπούσα, μα δεν σε αναγνώρισα και σε σκότωσα! Αλίμονο! Αγαπημένη μου νύφη, αγαπημένη μου γυναίκα!”.</p><br><p>Στον τόπο του ουρανού τώρα στεκόταν το Μεγάλο Άστρο και η νεκρή κυρά είπε απαλά και συνάμα λυπητερά και παράξενα στον νεαρό: “Νέε άνδρα πάψε να θρηνείς και γύρνα στο σπίτι των πατέρων σου. Δεν βλέπεις πως είμαι πλάσμα διαφορετικό; Μόλις ο ουρανός της ημέρας γίνει κίτρινος και τα σπίτια βγουν από τις σκιές τότε και το φως που με βλέπεις τώρα θα το καταπιεί το φως της ημέρας όπως και τα λόγια του χτες καίγονται στο φως των ημερών που περνούν”. Έπειτα η φωνή της έγινε ακόμη πιο πονεμένη: “Δεν είμαι παρά πνεύμα τώρα μιας και - αλίμονο! - ο μνηστήρας μου, ο άνδρας μου δεν με ξεχώρισε από την άλλη. Δεν με αγαπούσε και με σκότωσε. Ήλπιζα πως θα με αγαπούσε, αλλά δεν με αγαπούσε, με σκότωσε!”.</p><br><p>Ο νεαρός όμως δεν έφυγε μέχρι που το γκρίζο πρωινό κατάπιε το φως που είχε δει μπροστά του και δεν είχε μείνει πια άλλο παρά το κρύο χώμα του τάφου όπως πριν. Τότε σηκώθηκε και έφυγε με μαυρίλα στην ψυχή. Δεν μιλούσε πια σε κανέναν και όλη μέρα περιπλανιόταν εδώ κι εκεί κοιτώντας μόνο τα πόδια του, σαν κάποιος που το μυαλό του τον έχει αφήσει. Όταν η νύχτα έριξε πάλι στις μαύρες της σκιές στα σπίτια, ο νεαρός γύρισε στον τάφο, γονάτισε δίπλα του, έσκυψε το κεφάλι και άρχισε ξανά το μοιρολόι: “Αλίμονο, αλίμονο! Αγαπημένη μου γυναίκα σε αγαπούσα, αλλά δεν σε αναγνώρισα και σε σκότωσα! Αλίμονο! Αγαπημένη μου γυναίκα!”.</p><br><p>Στη μέση της νύχτας το φως του τάφου έλαμψε ακόμη περισσότερο αυτή τη φορά. Το πνεύμα της κυράς σηκώθηκε κι έκατσε στο πλάι του τάφου της, μα μόνο κατέκρινε τον νεαρό και του ζήτησε να φύγει: “Γιατί μην ξεχνάς”, του είπε, “είμαι πια μόνο πνεύμα αφού - αλίμονο! - ο μνηστήρας μου, ο άνδρας μου δεν με ξεχώρισε από την άλλη. Δεν με αγαπούσε και με σκότωσε. Ήλπιζα πως θα με αγαπούσε, αλλά δεν με αγαπούσε, με σκότωσε!”.</p><br><p>Και ο νεαρός έφυγε μόνο σαν ξημέρωσε και με το δειλινό επέστρεψε. </p><br><p>Όταν το φως του τάφου έλαμψε εκείνο το βράδυ ήταν πιο λαμπερό από ποτέ και η κυρά ομορφότερη από κάθε άλλη φορά. Βγήκε από τον τάφο κι έκατσε δίπλα στον απελπισμένο της μνηστήρα. Για άλλη μια φορά τον παρότρυνε να γυρίσει στους πατέρες του. Μα όταν είδε ότι εκείνος δεν θα το έκανε του είπε: “Καλύτερα για εσένα να φύγεις γιατί έχω κι εγώ μπροστά μου μακρύ ταξίδι να κάνω. Όσο ελαφρύς είναι ο αέρας, τόσο ελαφριά θα είναι και τα βήματά μου. Όσο κρατάει το φως της ημέρας, δεν θα μπορείς να με δεις. Δεν ξέρεις πως τα πνεύματα φαίνονται μόνο στο σκοτάδι; Κι αυτό επειδή - αλίμονο! - ο μνηστήρας μου, ο άνδρας μου δεν με ξεχώρισε από την άλλη. Δεν με αγαπούσε και με σκότωσε. Ήλπιζα πως θα με αγαπούσε, αλλά δεν με αγαπούσε, με σκότωσε!”.</p><br><p>Ο νεαρός τότε σταμάτησε τον θρήνο του, κοίταξε κατάματα την κυρά και με λυπημένη φωνή της είπε: </p><p>Σε αγαπώ γυναίκα μου, σε αγαπώ! Αγαπημένη μου, όπου κι αν πας άσε με να έρθω κι εγώ μαζί σου. Δεν με νοιάζει πόσο μακρύ ούτε πόσο δύσκολο θα είναι το ταξίδι. Μου αρκεί να μπορώ να σε βλέπω, ακόμη κι αν είναι μόνο το βράδυ, τότε&nbsp;μόνο θα είμαι χαρούμενος και θα σταματήσω να κλαίω για εσένα. Επειδή σε αγαπούσα τόσο πολύ ήθελα να σε σώσω. Αλίμονο αγαπημένη μου γυναίκα! Δε σε αναγνώρισα και σε σκότωσα!</p><p>Αλίμονο αγαπημένε μου και αχ! πόσο σε αγαπούσα κι εγώ. Μα είμαι πνεύμα τώρα κι εσύ δεν έχεις τελειώσει ακόμη. Αν με αγαπάς, όταν θα φύγω από μπροστά σου να πας να μαζέψεις και να στολίσεις αρκετά κοντάρια προσευχής. Έπειτα βρες ένα ελαφρύ, χνουδωτό φτερό και βάψε το με ώχρα. Τύλιξε σε μια κουβέρτα τρόφιμα που θα σου φτάσουν για τέσσερις μέρες και φέρε μαζί σου και μπόλικες προσφορές προσευχής. Έλα κοντά μου τα μεσάνυχτα και κάτσε δίπλα στον τάφο. Σαν το φως της ανατολής έρθει δέσε στο κούτελό μου το κόκκινο φτερό. Έτσι, όταν θα χαθώ από μπροστά σου το πρωί, ακολούθα το φτερό μέχρι το δειλινό που θα ξαναφανώ και κάτσε δίπλα μου”.</p><br><p>Την αυγή ο νεαρός πήγε και μάζεψε φτερά κάθε λογής από διάφορα πουλιά, έκοψε αρκετά ξύλα και τα έκανε κοντάρια και στη συνέχεια τα στόλισε μετά φτερά και βαμβάκι σαν δώρο στους Πατέρες. Βρήκε και ένα ελαφρύ και χνουδωτό φτερό αετού, το έβαψε με ώχρα και το έδεσε γερά σε μια βαμβακερή κορδέλα. Όταν ήρθε το βράδυ, μάζεψε μπαγιάτικο πληγούρι, καλαμποκάλευρο και καμένα γλυκόψωμα και κατέβηκε μέχρι τον τάφο. </p><br><p>Ήρθαν και τα μεσάνυχτα, ο τάφος φωτίστηκε και να! Εμφανίστηκε και η κυρά η οποία έκατσε δίπλα στον μνηστήρα της. Δεν ήταν πια θλιμμένη μα είχε μια αύρα ευτυχίας γύρω της, σαν κάποιον που γυρίζει σπίτι του μετά από πολύ καιρό απουσίας. Και ο νεαρός όμως, ούτε αυτός ήταν ιδιαίτερα στενοχωρημένος με τις εμμονές του. Έκατσαν λοιπόν πλάι πλάι οι δυο τους και άρχισαν να μιλούν για το ταξίδι τους μέχρι που η γη άρχισε να κιτρινίζει από το φως την μέρας, οι σκιές να γίνονται γκρι και τα σπίτια και οι λόφοι να βγαίνουν από το σκοτάδι. </p><br><p>“Για άλλη μια φορά θα σου πω να γυρίσεις πίσω”, είπε το πνεύμα της κυράς στον νεαρό, “αλλά ξέρω γιατί έρχεσαι μαζί μου και είναι εντάξει. Πρόσεξε όμως να μη με χάσεις το πρωί αφού δεν θα μπορείς να με δεις, μόνο ακολούθα το φτερό που θα μου δέσεις στο μέτωπο”.</p><br><p>Ο νεαρός πήρε την κορδέλα με το κόκκινο φτερό και την έδεσε στο μέτωπο της κυράς. Έτσι και το φως του ήλιου κόκκινο και λαμπερό ξεπρόβαλλε πίσω από το βουνό και ο νεαρός δεν έβλεπε πια το πνεύμα. Μα στο ύψος του χεριού κάποιου που στέκεται, ορθωνόταν ένα φτερό που κινούταν απαλά καθώς το φυσούσε ο αέρας. Το φτερό και όχι η νύφη τότε, σηκώθηκε σαν τα φτερωτά στολίδια στο κεφάλι ενός χορευτή και πέρασε μέσα από δρόμους και μονοπάτια κατευθυνόμενο δυτικά, και πέρασε και τα λιβάδια δίπλα στο ποτάμι. Μέσα από δρόμους και μονοπάτια, κάτω στα λιβάδια μέχρι το ποτάμι ακολούθησε το φτερό ο νεαρός, μέχρι τον τόπο της νύχτας. Άρχισε να κουράζεται αρκετά όμως μιας και το φτερό ξεγλυστρούσε με μεγάλη ευκολία όπου και να βρισκόταν και μάλιστα κάποια στιγμή τον είχε αφήσει πολύ πίσω και αυτός δεν μπορούσε να το φτάσει. Καθώς έτρεχε να προλάβει φώναξε με αγωνία: “Αγαπημένη μου νύφη! Αγαπημένη μου, που είσαι;” και το φτερό κι όχι η νύφη τότε σταμάτησε και περίμενε. Έτσι συνέχισαν το ταξίδι τους φτερό και άνδρας μέχρι που, το δειλινό, έφτασαν στα δάση των μοσχοβολιστών πινόν και κέδρων. Καθώς η νύχτα άρχισε να κρύβει τους λόφους στις σκιές της το κόκκινο φτερό χάθηκε κι αυτό, μα ο νεαρός δεν σταμάτησε, ήξερε ότι θα κατευθυνόταν δυτικά γι΄ αυτό και συνέχισε. Κάποιες φορές όμως αισθανόταν τέτοια κούραση που δεν έλεγχε τις σκέψεις του. Έπεφτε πάνω σε δέντρα στην άκρη του μονοπατιού και σκόνταφτε πάνω σε ρίζες και κλαδιά. Ξανά και ξανά ακουγόταν να φωνάζει: “Αγαπημένη μου νύφη! Αγαπημένη μου, πού είσαι;”.</p><br><p>Επιτέλους όμως, όταν η νύχτα έφτασε στη μέση της, με χαρά είδε μακριά στην κορυφή του λόφου ένα φως τόσο κόκκινο και λαμπερό, σαν τα ανάμενα κάρβουνα μεγάλης φωτιάς που πυρακτώνουν όταν τα φυσά ο αγέρας της νύχτας. Και σαν αστέρι που είτε ανατέλλει είτε δύει, το κόκκινο φως άστραφτε στον λόφο. Ο νεαρός έτρεξε γρήγορα και καθώς πλησίασε το φως να! είδε να κάθεται το πνεύμα της κυράς του. Την πλησίασε και της είπε: “Ήρθες τελικά;” και “Πώς ήρθες μέχρι εδώ απόψε;”. Εκείνη χαμογέλασε και του έκανε νόημα να κάτσει δίπλα της. Ήταν τόσο κουρασμένος που κοιμόταν καθώς της μιλούσε. Μα θυμηθείτε, εκείνη ήταν πνεύμα και δεν κοιμόταν ποτέ. </p><br><p>Σαν ο αυγερινός φάνηκε στον ουρανό της μέρας, η κυρά σηκώθηκε να συνεχίσει το ταξίδι της και ο νεαρός ξύπνησε να την ακολουθήσει. Καθώς οι λόφοι έβγαιναν από τις σκιές, η κυρά μπροστά στα μάτια του νεαρού άρχισε να γίνεται όλο και πιο αχνή και διάφανη μέχρι που εξαφανίστηκε εντελώς από μπροστά του και το μόνο που έμεινε ήταν το κόκκινο φτερό στο μέτωπό της, σαν το φτερό στο μέτωπο ενός χορευτή. Προπορευόταν του νεαρού ανάλαφρα και ταχύτατα μέχρι που έφτασε σε μια πεδιάδα από ψυχρή λάβα, όλο κοφτερά κι απότομα βράχια. Κι εκεί το πνεύμα της κυράς συνέχισε να ταξιδεύει με ευκολία, σαν τα φύλλα στον φθινοπωρινό άνεμο. Ο άμοιρος ο νεαρός έμεινε πολύ πίσω αφού έπρεπε να σκαρφαλώνει και να κατηφορίζει και αναγκάστηκε να ξαναφωνάξει: “Αχ, όμορφη νύφη μου, περίμενε με! σε αγαπώ και δεν θέλω να σε αφήσω!”. Το κόκκινο φτερό σταμάτησε μετά τα βράχια και περίμενε ωσότου να το πλησιάσει ο νεαρός που τώρα τα πόδια του ήταν πληγιασμένα και λερωμένα με αίμα και η ανάσα του βαριά. Για καλή του τύχη το μονοπάτι τώρα ήταν επίπεδο και διέσχιζε επίπεδα και φαρδιά λιβάδια. Ακόμη κι έτσι όμως, ίσα που έβλεπε στο βάθος ο νεαρός το κόκκινο φτερό. Τη νύχτα ευτυχώς, η κυρά τον περίμενε σε ένα καταφύγιο όπου και οι δυο τους ξάπλωσαν πλάι πλάι κάτω από τους κέδρους μέχρι το ξημέρωμα. Το πρωί πάλι χάθηκε στο φως και οδηγός ήταν ξανά το κόκκινο φτερό. </p><br><p>Για αρκετή ώρα αυτή τη φορά το μονοπάτι ήταν ευχάριστο, μα προς το σούρουπο έφτασαν μπροστά σε μια έκταση με πυκνούς κάκτους, κάτι που το φτερό διέσχισε χωρίς την παραμικρή καθυστέρηση. Σύντομα όμως, τα μοκασίνια του νεαρού σκίστηκαν κι αχρηστεύτηκαν, με αποτέλεσμα τα πόδια του να γεμίσουν γρατζουνιές και βαθιές πληγές από τις βελόνες των κάκτων. Συνέχισε όμως να ακολουθεί το φτερό, ακόμη κι όταν του φαινόταν πια ότι οι κάκτοι τρυπούσαν ολόκληρο το σώμα του και φώναξε: “Αχ όμορφη γυναίκα μου, περίμενέ με! Περίμενέ σε παρακαλώ, σε αγαπώ και δεν θέλω να σε αφήσω!”. Το κόκκινο φτερό σταμάτησε στην άκρη των κάκτων και τον περίμενε να πλησιάσει. Μα σαν ο νεαρός πέρασε τους κάκτους, στάθηκε να βγάλει τις βελόνες μία μία από πάνω του. Το φτερό έφυγε πάλι μπροστά και ο νεαρός ξυπόλυτος πια, το ακολούθησε μέχρι που το βράδυ το έφτασε και η κυρά τον προσκάλεσε να ξεκουραστεί στο πλευρό της. </p><br><p>Ειδικά εκείνο το βράδυ φάνηκε να τον λυπάται πολύ και του είπε: “Γιό ά! Αγαπημένε άνδρα μου, γύρνα πίσω! Ο δρόμος είναι μακρύς και κακοτράχηλος και η καρδιά σου αδύναμη, θνητή. Εγώ πάω για το Συμβούλιο των Νεκρών, πώς μπορεί κάποιος ζωντανός να μπει εκεί;”. Μα ο νεαρός σαν το άκουσε αυτό άρχισε να κλαίει και να την παρακαλά να τον αφήσει να πάει μαζί της: “Γιατί αγαπημένη μου”, της είπε, “νύφη μου αγαπημένη σε αγαπώ και δεν θέλω να σε αφήσω”. </p><br><p>Η κυρά χαμογέλασε πικρά και με μια θλιμμένη κίνηση του κεφαλιού της είπε: “Γιό ά! Θα γίνει όπως επιθυμείς. Ας μην λυγίσει η καρδιά σου αύριο, μιας και είναι η τελευταία μας μέρα σε αυτό το ταξίδι. Μετά θα πάμε από το μονοπάτι των νερών όπου και θα βρούμε τη Σκάλα των Άλλων. Εκεί θα σε πάω να με περιμένεις αιώνια”.</p><br><p>Μέχρι το μεσημέρι της επόμενης ημέρας, το φτερό οδηγούσε τον νεαρό κάτω σ΄ ένα φαράγγι με πλαγιές τόσο απότομες, που σίγουρα δεν μπορούσε να τις κατέβει και να μείνει ζωντανός. Για μια στιγμή το κόκκινο φτερό αιωρήθηκε πάνω από το χάσμα του φαραγγιού και ο νεαρός συνέχισε να το ακολουθεί επίμονα, μάλιστα έκανε και μια κίνηση να το πιάσει από φόβο μην πέσει. Μα το φτερό συνέχισε να αιωρείται πάνω από το χάσμα του φαραγγιού και να προχωρά σαν να υπήρχε εκεί κάποιο άλλο, αόρατο μονοπάτι. Για τα πνεύματα βλέπετε, τα μονοπάτια που υπήρχαν κάποτε, πριν τα νερά να τα διαβρώσουν, υπάρχουν ακόμη.</p><br><p>Με τόλμη ο νεαρός περπατούσε πάνω και κάτω στο χείλος του γκρεμού και απελπισμένα φώναζε πότε πότε στο φτερό: “Αλίμονο όμορφη γυναίκα μου! Περίμενε, περίμενε με! Σε αγαπώ και δεν θέλω να σε αφήσω!”. Τότε, σαν κάποιους που η σκέψη τους τους αφήνει, έπεσε από τον γκρεμό και κρατήθηκε τελευταία στιγμή από μια εσοχή σε μια πλαγιά. Ένας ανέμελος και χαριτωμένος ριγωτός Σκίουρος, που εκείνη τη στιγμή έπαιζε στον πάτο του φαραγγιού, τον είδε και φώναξε: “Τσίλχλ! Τσίλχλ!” μεταξύ άλλων πολλών, που πάει να πει “Αχ χάι! Γουανανί!” - “Ανόητο πλάσμα που είσαι! Δεν έχεις τα φτερά του Γερακιού ούτε τα δάκτυλά του Σκίουρου ούτε τα πόδια ενός πνεύματος και αν πέσεις θα σπάσεις σε χίλια κομμάτια να σε τρώνε μετά οι τυφλοπόντικες. Στάσου! Κρατήσου γερά και έρχομαι να σε βοηθήσω. Μπορεί να είμαι μόνο ένας Σκίουρος, αλλά τουλάχιστον ξέρω πώς να σκέφτομαι!”.</p><br><p>Το μικρό πλασματάκι έτρεξε σαν αστραπή μουρμουρίζοντας και φώναξε το ταίρι του να βγει από το σπίτι τους στη ρωγμή ενός βράχου: “Γυναίκα! Γυναίκα! Γρήγορα τρέχα στην καλαμποκαποθήκη μας και φέρε μου το κώνειο που έχω εκεί, γρήγορα! Γρήγορα και μη μου κάνεις ερωτήσεις, ένας τρελός άνθρωπος εκεί θα σπάσει το σώμα του αν δεν του φτιάξουμε γρήγορα μια σκάλα!”.</p><br><p>Η γυναίκα του Σκίουρου γύρισε αμέσως την φουντωτή ουρά της προς τον Σκίουρο και πήδηξε από πέτρα σε πέτρα μέχρι που έφτασε στην αποθήκη τους όπου και βρήκε έναν παχουλό σπόρο. Τον πήγε στον άντρα της ο οποίος είχε ήδη αρχίσει να σκάβει μια τρύπα στην άμμο κάτω από εκεί απ’ όπου κρεμόταν ο νεαρός. Έφτυσαν και οι δυο τους τον σπόρο, τον έμπηξαν στην τρύπα και άρχισαν να χορεύουν τριγύρω του και να τραγουδούν</p><br><p>Κιαθλά τσίλου</p><p>&nbsp;&nbsp;&nbsp;Σίλοκουε, σίλοκουε, σίλοκουε</p><p>Κι άι σίλου σίλου,</p><p>&nbsp;&nbsp;&nbsp;Τσίθλ! Τσίθλ!</p><br><p>Που σημαίνει, απ ‘όσο μπορεί να μαντέψει κανείς μιας και έχει περάσει πολύς καιρός και τα μισά ήταν σκιουρέζικα,</p><br><p>Κώνειο εσύ</p><p>&nbsp;&nbsp;&nbsp;Το ψηλό, ψηλό, ψηλό</p><p>Φύτρωσε κώνειο, κώνειο</p><p>&nbsp;&nbsp;&nbsp;Μικρό! Μικρό!</p><br><p>Κάθε φορά που έκαναν έναν γύρο λέγοντας όλο το τραγουδάκι το έδαφος έτρεμε. Την τέταρτη φορά που είπαν Τσιθλ! Τσίθλ! το δέντρο ξεπήδησε από το έδαφος και συνέχισε να μεγαλώνει μέχρι που ο Σκίουρος μπορούσε να το σκαρφαλώσει. Έπιασε με τα μπροστινά του πόδια το ψηλότερο κλωνάρι και άρχισε να τεντώνεται και να τεντώνεται σπρώχνοντας τα χαμηλότερα κλαδιά με τα πόδια του. Έτσι, σε ελάχιστο χρόνο, είχε καταφέρει να σπρώξει το δέντρο μέχρι τα πόδια του νεαρού ενώ ταυτόχρονα βεβαιώθηκε πως το δέντρο θα ήταν αρκετά δυνατό να τον κρατήσει, αν ο νεαρός έπεφτε πάνω του. Είπε μόνο: “Τσιθλ! Τσίθλ!” και έφυγε μακριά πριν να προλάβει καν ο νεαρός να τον&nbsp;ευχαριστήσει. Ο θλιμμένος ερωτευμένος σκαρφάλωσε μέχρι κάτω το δέντρο και γρήγορα πήγε μέχρι την άλλη μεριά του φαραγγιού που δεν ήταν τόσο απότομη. Δεν είχε προλάβει όμως καλά καλά να ξεκουραστεί από την αναρρήχησή του και το φτερό συνέχισε το γρήγορο ταξίδι του οπότε κι εκείνος έτρεξε ξοπίσω του. </p><br><p>Όταν πλησίαζε ο ήλιος στη Δύση, το κόκκινο φτερό έφτασε σε μια κοιλάδα ανάμεσα σε δυο βουνά που στο κέντρο της βρισκόταν μια πανέμορφη λίμνη. Στις όχθες της λίμνης πηγαινοέρχονταν, ανάμεσα στα διάφορα μονοπάτια που κατέληγαν εκεί, ένας πολύ άσκημος γέρος και μια γριά. Σαν είδαν την κυρά την πλησίασαν και την καλωσόρισαν ευγενικά. Της είπαν να περάσει και τότε η κυρά χωρίς δισταγμό βυθίστηκε γρήγορα στο νερό της λίμνης. Ξάφνου, στο κέντρο της λίμνης εμφανίστηκε μια σκάλα, η κυρά πάτησε πάνω της κι άρχισε να την κατεβαίνει μέχρι που χάθηκε εντελώς μέσα στο νερό. Για λίγο, μόνο για μια στιγμή, ένα λαμπερό φως φώτισε τα νερά και ακούστηκαν πολλές χαρούμενες και μελωδικές φωνές από τον βυθό της λίμνης. Έπειτα τα αστέρια του ουρανού και τα αστέρια της λίμνης έδειχναν ολόιδια, όπως ήταν και πριν. </p><br><p>“Αλίμονο!”, φώναξε ο νεαρός τρέχοντας ως την όχθη της λίμνης, “Αχ, όμορφη γυναίκα μου, όμορφη γυναίκα μου, περίμενε! Περίμενε να έρθω κι εγώ μαζί σου!”. Μα μπροστά του ήταν μόνο τα κρυστάλλινα νερά της λίμνης και οι δυο γέροι. Καμία σκάλα δεν βγήκε να τον πάει μέχρι κάτω. Έκατσε κι αυτός στην άκρη του νερού τρίβοντας με μανία τα χέρια του και κλαίγοντας τον παλιό γνώριμο θρήνο του: “Αλίμονο, αλίμονο! Αγαπημένη μου γυναίκα σε αγαπώ. Σε αγαπούσα, αλλά δεν σε αναγνώρισα και σε σκότωσα!”.</p><br><p>Κοντά στα μεσάνυχτα άκουσε πάλι τις χαρούμενες, μελωδικές φωνές. Η πύλη για τον Τόπο των Πνευμάτων άνοιξε και ένα φως εκτοξεύτηκε μέσα από τα σκοτεινά πράσινα νερά σαν σπίθες από την κορυφή μιας καμινάδας. Ορθώθηκε γι΄ άλλη μια φορά και η σκάλα και ο νεαρός είδε τις μορφές των νεκρών να πηγαίνουν και να έρχονται, ενώ άκουγε τους ήχους του χορού Κάκα που χόρευε για τους θεούς. Όσοι πηγαινοέρχονταν ήταν φωτεινοί και όμορφοι, φορούσαν λευκά φορέματα ραμμένα με πολύχρωμες κλωστές και τα περιδέραια και τα βραχιόλια τους ήταν φτιαγμένα από φανταχτερά λευκά κοχύλια και ζωηρές πέτρες τουρκουάζ. Δοκίμασε να κατέβει και αυτός τη φωτεινή σκάλα μα το νερό ξαφνικά έγινε απύθμενο και τα πόδια του λύγισαν από το κρύο και τον φόβο. Κατάφερε όμως και κοίταξε στην είσοδο παρακάτω και να! είδε την όμορφη νύφη του ντυμένη με τα πιο όμορφα ρούχα και κοσμήματα. Στεκόταν στη μέση του χορού Κάκα και ήταν μια από τις πρώτες του χορού. Φαινόταν ευτυχισμένη και χαμογελούσε πλατιά καθώς κοιτούσε γύρω της. Περιτριγυριζόταν από όμορφους και λαμπερούς νέους και μάλλον είχε ολωσδιόλου ξεχάσει τον μοναχικό μνηστήρα της.</p><br><p>Με μια πονεμένη κραυγή, ο νεαρός βγήκε στην όχθη και έκρυψε το πρόσωπό του στην άμμο και στα χορτάρια. Ξάφνου άκουσε μια μακρινή στριγκλιά και μια βαθειά φωνή που του φάνηκε ότι τον φώναζε. Κοίταξε και μια μεγάλη Κουκουβάγια πετούσε εκείνη τη στιγμή πάνω από το κεφάλι του: </p><p>Μουχαΐ! Χου-χου! Χου-χου!</p><p>Τι θέλεις από εμένα; φώναξε όλο αγωνία ο νεαρός.</p><p>Γιατί κλαις έτσι παιδί μου; ρώτησε η κουκουβάγια πετώντας κοντύτερα και μαλακώνοντας τη φωνή της. </p><br><p>Ο νεαρός είπε στην Κουκουβάγια κομμάτι της ιστορίας του και εκείνη γύρισε το κεφάλι της τελείως γύρω γύρω, όπως κάνουν οι κουκουβάγιες, να δει αν υπήρχε κανένας άλλος κοντά τους. Έπειτα πλησίασε πολύ τον νεαρό και του είπε: “Ξέρω τα πάντα, νέε μου. Ακολούθησε με στο σπίτι μου στα βουνά και, αν θες να ακούσεις και να ακολουθήσεις τη συμβουλή που έχω να σου δώσω, όλα θα πάνε καλά”. Η Κουκουβάγια τότε τον οδήγησε σε μια σπηλιά ψηλά, ψηλά στο βουνό και τον προσκάλεσε να μπει μέσα. Μόλις ο νεαρός πάτησε το πόδι του μέσα στη σπηλιά ιδού! μπροστά του ανοίχτηκε μια ευρύχωρη και φωτεινή αίθουσα στην οποία διάφοροι Κουκουβάγιοι και Κουκουβάγιες τον προσκαλούσαν να κάτσει μαζί τους, να φάει και να πιει. </p><br><p>Η γρια-Κουκουβάγια που τον είχε φέρει ως εκεί, άλλαξε τα ρούχα της σ΄ ένα λεπτό και σαν μπήκε κι εκείνη στη σπηλιά κρέμασε το παλτό κουκουβάγιας της σε μια κρεμάστρα από κέρατα ελαφιού. Έφυγε και ξαναγύρισε κρατώντας μια θήκη με γιατρικά: “Πριν σου το δώσω αυτό, θα σου πω τι πρέπει να κάνεις και τι πρέπει να υποσχεθείς”. </p><br><p>Μα ο νεαρός, ανυπόμονα άπλωσε το χέρι του να πάρει τα γιατρικά: “Ανόητε!”, του φώναξε το πλάσμα, “αν δεν ήσουν στην κατάσταση που είσαι ούτε που θα σκεφτόμουν να σε βοηθήσω. Βιάζεσαι πολύ και δεν μπορώ να σου εμπιστευτώ το γιατρικό του ύπνου. Θα κοιμηθείς εδώ και μόλις ο αυγερινός εμφανιστεί στον ουρανό θα ξυπνήσεις και θα βρεις μπροστά σου τη νεκρή σου γυναίκα στον δρόμο για το Μάτσακι και τη Μέση Μυρμηγκοφωλιά. Σαν ο ήλιος σηκωθεί για τα καλά θα ξυπνήσει και θα σου χαμογελάσει. Μην κάνεις καμιά χαζομάρα, να ταξιδέψεις στο πλάι της με ευλάβεια και να μην τη φιλήσεις ούτε να την πλησιάσεις αν δεν φτάσετε πρώτα στο σπίτι των πατέρων σας. Αν κάνεις ότι σου είπα, όλα θα πάνε καλά και οι δυο σας θα ζήσετε ευτυχισμένοι μαζί”.</p><br><p>Σταμάτησε να μιλά, πήρε μια τσιμπιά από το γιατρικό που είχε στη θήκη και το φύσηξε στο πρόσωπο του νεαρού. Στιγμιαία ο νεαρός βυθίστηκε σε βαθύ ύπνο εκεί που καθόταν. Τότε όλα τα πλάσματα γύρω του έβαλαν τα κουκουβαγιοπανωφόρια τους και τον πήραν μαζί τους καθώς πέταξαν μακριά μέχρι κάτι δέντρα στην άκρη του μονοπατιού για το Μάτσακι και τη Μέση Μυρμηγκοφωλιά. </p><br><p>Έπειτα πέταξαν πάνω από τη λίμνη και σκόρπισαν το υπόλοιπο γιατρικό πάνω από την είσοδο στο κέντρο της. Πήραν τα κοντάρια προσευχής του νεαρού και, αφού διάλεξαν κάποια από τα κόκκινα φτερά για τους εαυτούς τους, με τα υπόλοιπα μπήκαν στο σπίτι του χορού Κάκα. Απαλά, πέταξαν πάνω από τους κοιμώμενους πατεράδες με τα παιδιά τους (τους θεούς του Κάκα και τα πνεύματά του) και στον μεγάλο βωμό εναπόθεσαν τα υπόλοιπα κοντάρια προσευχής. Σήκωσαν την όμορφη κυρά και την πήγαν πέρα από τα νερά και τα δάση μέχρι εκεί όπου βρισκόταν ο μνηστήρας της. Σφύριξαν και πήγαν πίσω στο βουνό τους.</p><br><p>Το πρώτο αστέρι της αυγής φάνηκε στον ουρανό, ο νεαρός ξύπνησε και να! μπροστά του βρισκόταν ξαπλωμένη η αγαπημένη του γυναίκα. Αμέσως γύρισε από την άλλη για να αποφύγει τον πειρασμό και περίμενε πως και πως να βγει για τα καλά ο ήλιος. Με την πρώτη ακτίνα του ήλιου, που φώτισε το πρόσωπο της κυράς, εκείνη άνοιξε τα μάτια της. Στην αρχή τα είχε χάσει λίγο, μα σαν είδε το καλοσυνάτο πρόσωπο του αγαπημένου της, χαμογέλασε και είπε: “Στ’ αλήθεια μ’ αγαπάς!”.</p><br><p>Σηκώθηκαν και οι δύο και ταξίδεψαν, κρατώντας απόσταση μεταξύ τους, προς τον τόπο των πατέρων τους. Ο νεαρός έφερνε συνεχώς στον νου του τα λόγια της Κουκουβάγιας και πράγματι ταξίδεψε συνετά μέχρι που την τέταρτη μέρα είδαν μπροστά τους το Κεραυνοβουνό και τον ποταμό που κυλά μέχρι και την Πόλη του Αλατιού.</p><br><p>Καθώς άρχισαν να κατηφορίζουν προς την κοιλάδα η κυρά σταμάτησε και είπε: “Χαουά, κουράστηκα πολύ και το ταξίδι είναι μακρύ και η μέρα ζεστή”. Έκατσε στη σκιά ενός κέδρου και συνέχισε: “Κάτσε καρτέρι όσο θα κοιμάμαι, άνδρα μου. Μόνο για λίγο να ξαποστάσω και συνεχίζουμε το ταξίδι μας μετά”. Ο νεαρός συμφώνησε.</p><br><p>Η κυρά ξάπλωσε και φάνηκε να κοιμάται. Χαμογελούσε και ήταν τόσο όμορφη και γαλήνια που ο ερωτοχτυπημένος νεαρός την πλησίασε. Τότε, αλίμονο! ακούμπησε το χέρι της με το δικό του και τη φίλησε.</p><br><p>Στη στιγμή η κυρά ξύπνησε. Στο πρόσωπο της υπήρχε μόνο θλίψη και είπε στον νεαρό κοφτά και θυμωμένα: “Καθόλου δεν ντρέπεσαι ανόητε; Τώρα πια είμαι σίγουρη πως δεν με αγαπάς! Πόσο ματαιόδοξη ήμουν και ήλπιζα στην αγάπη σου!”.</p><br><p>Με ντροπή και στενοχώρια, ο νεαρός κρέμασε το κεφάλι του και έκρυψε το πρόσωπο του στις χούφτες του. Άρχισε να μιλά και μια κουκουβάγια πήγε και στάθηκε σε ένα ψηλό κλαδί κλαίγοντας για την τύχη του νεαρού. Έπειτα πέταξε προς τη Δύση και άφησε τον νεαρό πίσω της τρελαμένο.</p><br><p>Αλίμονο, αλίμονο! Έτσι ήταν τον καιρό των αρχαίων. Αν αυτός ο νεαρός δεν είχε φιλήσει την κοπέλα αφού είχε επιστρέψει από τη Λίμνη των Νεκρών ίσως και να μην έκλαιγε μέχρι το τέλος της ζωής του για όλους όσους χάθηκαν. Μα έτσι είναι τα πράγματα! Αν οι άνδρες και οι γυναίκες δεν πέθαιναν, τότε εδώ και πολύ καιρό θα είχαμε ξεχειλίσει από παιδιά, πείνα και πόλεμο.</p><br><p>Εδώ τελειώνει η ιστορία μου.</p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></itunes:summary>
		</item>
		<item>
			<title>Οι Άθλοι Των Ερωτευμένων - Μέρος 1ο</title>
			<itunes:title>Οι Άθλοι Των Ερωτευμένων - Μέρος 1ο</itunes:title>
			<pubDate>Tue, 28 Sep 2021 15:33:36 GMT</pubDate>
			<itunes:duration>34:36</itunes:duration>
			<enclosure url="https://sphinx.acast.com/p/open/s/6013ebce985ab977d52addcc/e/615335d0b863cd0012077b25/media.mp3" length="41814111" type="audio/mpeg"/>
			<guid isPermaLink="false">615335d0b863cd0012077b25</guid>
			<itunes:explicit>false</itunes:explicit>
			<link>https://www.karakaxa.org/%CE%B5%CF%80%CE%B5%CE%B9%CF%83%CF%8C%CE%B4%CE%B9%CE%B1</link>
			<acast:episodeId>615335d0b863cd0012077b25</acast:episodeId>
			<acast:showId>6013ebce985ab977d52addcc</acast:showId>
			<acast:episodeUrl>mitos60</acast:episodeUrl>
			<acast:settings><![CDATA[FYjHyZbXWHZ7gmX8Pp1rmbKbhgrQiwYShz70Q9/ffXZMTtedvdcRQbP4eiLMjXzCKLPjEYLpGj+NMVKa+5C8pL4u/EOj1Vw4h5MMJYp0lCcFAe0fnxBJy/1ju4Qxy1fh8gO4DvlGA40yms2g0/hOkcrfHIopjTygHFqGwwOPKFIai4SuTvs86Lx3UYCyl6Zs+WO4fC9bB8/2bSJALEZpunHdJA38/ZCmkJMYOTmjFjo/KMYwvhidIw2DTf1EQkHooFwjQID7Jb2k8Wg/VBpN0022wmQ7ezA+wnn/AzYuwOPnqV56EmWQDd0uIKV1N/wL]]></acast:settings>
			<itunes:subtitle>Μίτος</itunes:subtitle>
			<itunes:episodeType>full</itunes:episodeType>
			<itunes:episode>60</itunes:episode>
			<itunes:image href="https://assets.pippa.io/shows/6013ebce985ab977d52addcc/1632843199185-1ad6eac6f8c8e43af8981469d99a9b7c.jpeg"/>
			<description><![CDATA[<p>Μια ιστορία που λέγεται σε δυο νύχτες, από τους Ζούνι. Μπόλικη γεωγραφία, τραγωδία και γνώριμη εξιστόριση.</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Περιέχει κάποια βία </p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ</p><br><p>Οι Άθλοι των Ερωτευμένων</p><br><p>Αφηγείται την πρώτη νύχτα</p><br><p>Τον καιρό των αρχαίων, όταν το Μάτσακι ήταν ακόμη ο τόπος των παιδιών, ζούσε σε μια πόλη που την έλεγαν Πόλη του Αλατιού, μια όμορφη κυρά. Την πόλη την ονόμασαν έτσι γιατί η Θεά του Αλατιού έφτιαξε εκεί μια μεγάλη λευκή αλμυρή λίμνη, στις Καινούριες Μέρες πια. Η κυρά ήταν όμορφη, κόρη του αρχηγού-θεραπευτή ο οποίος είχε τόσα πολλά δέρματα και τομάρια, που δεν υπήρχαν αρκετοί πάσσαλοι να τα κρεμάσει. Τα φινιστρίνια του καραβιού του ήταν γεμάτα πέτρες τουρκουάζ και κοχύλια του ωκεανού, τόσες θυσίες είχε κάνει στους θεούς. Το σπίτι του ήταν το μεγαλύτερο στο Μάτσακι και στις πλευρές του είχε ακουμπήσει πολλές σκάλες σκαλισμένες με τα τίμους των προγόνων του, πράγμα πολύ σπουδαίο. Αυτοί οι πρόγονοι μάλιστα καλλιέργησαν τα καλαμπόκια τους με ξύλινες σκαπάνες σμιλεμένες με πέτρινα εργαλεία ενώ για να παραμένουν βαριές χρησιμοποιούσαν γρανίτη. Έτσι, όλοι οι νεαροί σε αυτόν μα και στους γύρω οικισμούς είχαν ερωτευτεί τη νέα κυρά της Πόλης του Αλατιού.</p><br><p>Ένας από αυτούς τους νεαρούς ζούσε πέρα από τις Δυτικές Πεδιάδες, στο Πουέμπλο των Ανέμων. Τόσο αφοσιωμένος ήταν στην κυρά που δούλευε μέρα-νύχτα να της φτιάξει δώρα και σημασία δεν έδινε στις κοπέλες του Πουέμπλο. Ένα πρωί είπε στους πατέρες της φυλής του:</p><p>Έχω δει την κυρά του Μάτσακι. Θέλω να πάω να τη βρω, τι λέτε εσείς γι αυτό;</p><p>Ας γίνει όπως νομίζεις, του είπαν οι σοφοί.</p><br><p>Σαν νύχτωσε λοιπόν, ο νεαρός έφτιαξε ένα δισάκι γεμάτο με πανωφόρια και κρεμαστά, όλα προσεκτικά διπλωμένα μέσα στο πιο λευκό τομάρι ελαφιού που είχε. Σαν έδυσε ο ήλιος κίνησε για το Μάτσακι και άρχισε ήδη να σκαρφαλώνει τη σκάλα του σπιτιού του πατέρα της, όταν μόλις ο αρχηγός και τα παιδιά του είχαν κάτσει να καπνίσουν και να συζητήσουν. Σήκωσε τη γωνία της δερμάτινης πόρτας και φώναξε στον κόσμο από κάτω:</p><p>Σε!</p><p>Χαΐ! του απάντησαν μια-δυο φωνές από χαμηλά.</p><p>Τραβήξτε με κάτω, φώναξε ο νεαρός και ταυτόχρονα κράτησε το δισάκι του στο άνοιγμα της οροφής να το δουν.</p><br><p>Η μητέρα της κυράς σηκώθηκε και βοήθησε τον νεαρό να κατέβει από την εσωτερική σκάλα. Εκείνος μόλις έφτασε κοντά στο φως της φωτιάς απόθεσε το δισάκι του χάμω:</p><p>Πατέρες και μητέρες μου, αδερφές και φίλοι μου, πώς είστε όλοι αυτές τις μέρες; είπε ο νεαρός με σεβασμό, σα να μιλούσε σε συμβούλιο.</p><p>Ευτυχισμένοι! Χαρούμενοι! του απάντησαν όλοι. Κάθησε, κάθησε σε αυτό το σκαμνί, συνέχισαν και του έφεραν ένα κάθισμα μπροστά στη φωτιά. </p><p>Κόρη μου, είπε τότε ο γέρος άνδρας που κάπνιζε στην άλλη άκρη της εστίας, όταν έρχεται ξένος στο σπίτι μας είναι ευθύνη του κοριτσιού να πάει και να φέρει μπροστά του το μαγείρεμα της ημέρας.</p><br><p>Το κορίτσι πήγε και, μέσα από ένα μεγάλο σκεύος σε μια γωνία του σπιτιού, έφερε ένα δίσκο με χέουε, πίτες από καλαμποκάλευρο που ήταν λεπτές σαν χαρτί και τις τοποθέτησε μπροστά στον νεαρό:</p><p>Φάε με την ψυχή σου, του είπε.</p><p>Είναι καλές, είπε ο νεαρός και ευθύς σηκώθηκε όρθιος, έβαλε το αριστερό του χέρι πάνω από το στέρνο του και με το δεξί σήκωσε μια πίτα από την οποία και έφαγε πολύ μικρό κομμάτι. Είναι το έθιμο, βλέπετε να τρώει κάποιος πολύ λίγο όταν παρουσιαζόταν μπροστά σε ένα ξένο κορίτσι και ειδικά μάλιστα αν ετοιμαζόταν να της ζητήσει την άδεια να μείνει στο ίδιο σπίτι με αυτήν. Έτσι, από ευγένεια, ο νεαρός έφαγε ελάχιστη πίτα και έπειτα είπε, ευχαριστώ.</p><p>Φάε κι άλλο, είπαν οι γηραιότεροι.</p><p>Δεν έχω ανάγκη από άλλο.</p><p>Έφαγε και τελείωσε, είπαν τότε οι γονείς και το κορίτσι μάζεψε τα ψίχουλα και απομάκρυνε τον δίσκο.</p><p>Λοιπόν, είπε ο αρχηγός μετά από λίγο, όταν έρχεται κάποιος ξένος στο σπίτι, δεν έρχεται χωρίς να έχει κάτι στον νου του.</p><p>Αυτό είναι αλήθεια, απάντησε ο νεαρός και έπειτα σιώπησε.</p><p>Τι είναι αυτό που έχεις κατά νου και ήρθες ως εδώ; είπε πάλι ο γέρος άνδρας.</p><p>Έχω ακούσει, είπε ο νεαρός τότε, για την κόρη σου και την έχω δει κιόλας και με τη σκέψη της έφτασα ως εδώ.</p><br><p>Τότε σηκώθηκαν οι μεγαλύτεροι γιοι του αρχηγού, οι οποίοι είχαν έρθει στο σπίτι να καπνίσουν και να συζητήσουν και είπαν:</p><p>Καιρός να πηγαίνουμε κι εμείς, τα αστέρια πρέπει να έχουν σβήσει τώρα, και γυρνώντας προς τους γηραιότερους είπαν, εσείς περιμένετε μέχρι το πρωί. Έσφιξαν το χέρι του νεαρού και στη συνέχεια γύρισαν στα σπίτια των μητέρων των γυναικών τους.</p><p>Άκου παιδί μου! είπε ο αρχηγός, αφού έφυγαν οι γιοι του, γυρνώντας προς την κόρη του που καθόταν σε μια γωνιά με το βλέμμα χαμηλωμένο, κοιτώντας τη ζώνη της. Άκου! Τον άκουσες τον νεαρό, τι έχεις να πεις για αυτό;</p><p>Μα… δεν ξέρω τι να πω. Τι άλλο να πω παρά “Ας είναι”, όπως είπαν και οι σοφοί.</p><p>Όπως θες, είπε ο γέρος άνδρας.</p><br><p>Έφτιαξε ένα τσιγάρο και το κάπνισε με τον νεαρό. Όταν τελείωσε, το πέταξε στη φωτιά και μετά γύρισε στη μητέρα: “Γριά μου, δεν ήρθε η ώρα να ξεκουράσουμε τα κορμιά μας;”.</p><br><p>Μόλις όλοι οι γηραιοί είχαν αποκοιμηθεί στις γωνιές τους η κυρά, χαμηλόφωνα, είπε στον νεαρό: </p><p>Είναι πολύ πιθανό να με αγαπάς. Ναι, είπα “Ας είναι”, αλλά πριν δεχτώ το δισάκι σου και σε ευχαριστήσω θέλω να αποδείξεις ότι με αγαπάς. Να πας στα χωράφια μου με καλαμπόκι, στους τόπους του αρχηγού-θεραπευτή δίπλα στον ποταμό, και να μαζέψεις όλο το καλαμπόκι σ΄ ένα μόνο πρωινό. Αν το κάνεις αυτό τότε θα ξέρω πως με αγαπάς αληθινά. Τότε θα δεχτώ τα δώρα σου και θα ζήσουμε μαζί ευτυχισμένοι.</p><p>Πολύ καλά, απάντησε ο νεαρός, θα κάνω ό,τι μου ζήτησες.</p><br><p>Το κορίτσι σηκώθηκε και άναψε ένα δεμάτι με κλαδιά κέδρου. Οδήγησε τον νεαρό σ΄ ένα δωμάτιο μ΄ ένα στρώμα από μαλακές κουβέρτες και δέρματα. Στη συνέχεια πήρε τη σκαπάνη του πατέρα της, την ακούμπησε δίπλα στην πόρτα και ευχήθηκε στον νεαρό καλή ξεκούραση μέχρι το πρωί. Μόλις είχε φύγει, ο νεαρός γύρισε και κοίταξε τη σκαπάνη και σκέφτηκε: “Χα! Αφού μόνο αυτό μου ζήτησε να κάνω θα δει στα σίγουρα πόσο άξιος είμαι!”.</p><br><p>Μόλις οι πρώτες ακτίνες του ήλιου φάνηκαν πάνω από το οροπέδιο, ο νεαρός σηκώθηκε και περνώντας τη σκαπάνη στον ώμο κίνησε για τα χωράφια. Εκείνη τη στιγμή ξύπνησε και η κυρά, η οποία κοιτώντας από την κορυφή του σπιτιού της σκέφτηκε: “Α! Καλό ξεκίνημα έκανε. Τα μικρά μου κι εγώ όμως θα δούμε πώς θα τα πάει και αργότερα. Πολύ αμφιβάλλω αν με αγαπά όσο νομίζει”.</p><br><p>Πήγε μετά σε ένα κλειστό δωμάτιο. Σε μια γωνιά του στεκόταν ένα δοχείο νερού, πανέμορφα ζωγραφισμένο και αστραφτερό. Είχε σχήμα σαν και τ΄άλλα βάζα, αλλά δεν ήταν ακριβώς το ίδιο, το συγκεκριμένο ήταν πράγματι εντυπωσιακό! Για πώμα του είχε μια πέτρα που εμπόδιζε από μέσα του να βγουν κάθε λογής μυγάκια, κουνούπια και σκνίπες. Η κυρά έβγαλε το πώμα και άρχισε να ψιθυρίζει κάτι σαν προσευχή στα πλάσματα μέσα: </p><p>Τώρα μικρά μου, ήρθε η ώρα να πετάξετε μακριά και να πάτε μέχρι τα χωράφια του καλαμποκιού, δίπλα στον ποταμό. Εκεί θα δείτε έναν νεαρό που θα σκαλίζει, τόσο σκληρά θα δουλεύει που θα του έχει κοπεί η μιλιά. Πηγαίνετε να τον βρείτε.</p><p>Τσου-νου-νου-νου, είπαν οι μύγες.</p><p>Τσι-νι-νι-νι, είπαν οι σκνίπες και τα κουνούπια και αυτό όπως όλοι ξέρουμε σημαίνει “ναι” στη γλώσσα τους.</p><p>Και όταν τον βρείτε, συνέχισε η κοπέλα, τσιμπήστε και δαγκώστε τον παντού, να μην αφήσετε σπιθαμή στο σώμα του που να μην τσιμπήσετε, ακόμη και τις μασχάλες του. Πιείτε του όλο το αίμα, από τα βλέφαρα και τον λαιμό του και γεμίστε τα αυτιά του με βουητά.</p><br><p>Οι μύγες πάλι είπαν “τσου-νου-νου-νου”, τα κουνούπια και οι σκνίπες “τσι-νι-νι-νι” και με ένα νου-ου-ου όλα πέταξαν μακριά σχηματίζοντας ένα σύννεφο σκόνης. </p><br><p>“Αίμα!”, φώναξε ο νεαρός. Σκούπισε τον ιδρώτα από το πρόσωπο του και είπε: “Α, θα θύμωσαν οι θεοί!”. Άφησε να του πέσει η σκαπάνη και άρχισε να τρίβει με άμμο τα καλάμια του και να χαστουκίζει τα πλευρά του: “Άτου!” φώναξε, “μα τι συμβαίνει; Τι στο όνομα της Φεγγαρομητέρας έχει κάνει αυτά τα μικροσκοπικά τέρατα να σκέφτονται και να ενεργούν έτσι;”. Τότε, τρελαμένος κι ανήσυχος σαν την αράχνη στα κάρβουνα, άρχισε να κυλιέται στο χώμα. Μάταια όμως, οι μύγες, οι σκνίπες και τα κουνούπια όλο κι έκαναν “χου-ν-ν” και “τσι-νι-νι” στα αυτιά του, μέχρι που ο νεαρός, μην αντέχοντας άλλο, άρπαξε την κουβέρτα και το κολατσιό του και έτρεξε πίσω στο σπίτι των πατέρων του.</p><br><p>“Ουά-χα-χα! Χου-χου!” έσκασε στα γέλια ένας νεαρός από το Τέντα Πουέμπλο στον βορρά όταν άκουσε τι είχε πάθει ο ερωτοχτυπημένος νέος: “Σχουμ!”, χλεύασε, “σιγά τον άντρα, που παράτησε την κυρά του Μάτσακι εξαιτίας κάποιων ψωρομυγών και παλιοκουνουπιών!” και έτσι την επόμενη μέρα πήγε κι αυτός στους γηραιούς της φυλής του: “Τι ανόητο που ήταν αυτό το αγόρι. Θα επισκεφτώ κι εγώ την κυρά του Μάτσακι. Θα δείξω στον λαό του Πίναουα για τι είναι ικανός ένας άνδρας Χάμπασαουαν. Κουράγιο σε εμένα!”. Μόλις οι σοφοί του είπαν “Ας είναι”, πήγε όπως είχε πάει και ο προηγούμενος. Μα, ουφ, κι αυτός δεν τα κατάφερε καλύτερα.</p><br><p>Πέρασε λίγος καιρός και ένας νέος που ζούσε στην Πόλη του Ποταμού άκουσε τι είχε συμβεί και γέλασε και αυτός όσο δυνατά είχε γελάσει και ο νέος από το Τέντα Πουέμπλο. Αποκάλεσε τους άλλους δυο άχρηστους και είπε πως: “Τα κορίτσια δεν συνηθίζουν να ζητούν πολλά, αν τα δώρα κάποιου ήταν άφθονα”. Μιας λοιπόν και ήταν ένας νέος που δεν του έλειπε τίποτα, μάζεψε ένα δέμα στο οποίο χώρεσε όσα δώρα μπορούσε να κουβαλήσει. Αλλά ούτε αυτόν τον ευνόησε καθόλου. Κι αυτός, με τη σειρά του έφυγε τρέχοντας να ξεφύγει από τις μύγες, τις σκνίπες και τα κουνούπια.</p><br><p>Οι μέρες περνούσαν και περνούσαν και κανείς δεν είχε ξαναπροσπαθήσει να κερδίσει το χέρι της κυράς του Μάτσακι. Αυτό που κανείς τους δεν ήξερε ήταν πως η κυρά αυτή ήταν ένα Περαστικό Ον. Κι άλλοι συνέχιζαν να αποτυγχάνουν απέναντι στα κουνούπια και τις σκνίπες, όμως προτιμούσαν να ζουν με την ντροπή της αποτυχίας παρά με το μαρτύριο αυτό: “Χίλιες φορές αυτό”, έλεγαν ο ένας στον άλλο, ο φόβος τούς γέμιζε όπως έναν πεινασμένο άνθρωπο το φαγητό.</p><br><p>Στην Μυρμηγκοφωλιά που την έλεγαν Χάλοναουαν ζούσε ένας όμορφος νεαρός άνδρας που, παρόλο που ήταν ο γιος του αρχηγού της Χάλοναουαν, ήταν πολύ φτωχός. Έκατσε και στοχάστηκε και σκέφτηκε για πολύ καιρό, ώσπου είπε μια μέρα στην ηλικιωμένη και παμπόνηρη γιαγιά του:</p><p>Χο-τά;</p><p>Τι θες να μου πεις νάνα μου; του είπε η γριά γυναίκα που, όπως όλες οι γιαγιάδες ήταν πολύ τρυφερή και καλοσυνάτη με τον εγγονό της.</p><p>Είδα την κυρά του Μάτσακι και κοντεύω να πεθάνω από επιθυμία μιας και είναι ακραία όμορφη και σοφά αργή. Δεν μου κάνει εντύπωση που ζητά χάρες και άθλους από τους μνηστήρες. Σίγουρα δεν τη νοιάζουν τα δεμάτια με τα δώρα που της φέρνουν μα οι ίδιοι. Η ανδρεία μου λοιπόν δυναμώνει τις σκέψεις μου και η καρδιά μου θέλει να διώξει την ατολμία. Θέλω να πάω να μιλήσω κι εγώ στην όμορφη κυρά.</p><p>Γιο α! αγόρι μου καημένο, είπε η γιαγιά. Είναι όντως καταπληκτική, όσο είναι και όμορφη και σοφή. Αλλά τους άνδρες τους βλέπει μόνο σαν αδερφούς και φίλους της και, σου το υπογράφω, αυτή είναι που στέλνει τις σκνίπες, τις μύγες και τα κουνούπια για να τους διώξει μακριά. Δεν είναι παρά μεταμφιεσμένα πλάσματα και πρόσεχε εγγονέ μου, το μόνο που θα καταφέρεις είναι να σε λούσει η ντροπή της αποτυχίας όπως το νερό λούζει όποιον περπατά στην καταιγίδα! Εγώ δεν θα το έκανα παιδί μου, εγώ δεν θα το έκανα, είπε η γιαγιά κουνώντας το κεφάλι της και δαγκώνοντας τα χείλη της τόσο, που το σαγόνι της άγγιξε την άκρη της μύτης της.</p><p>Μα πρέπει να πάω γιαγιά. Να ζω δηλαδή μια ζωή στην αδημονία. Ίσως και να αλλάξει γνώμη σαν με δει.</p><p>Όπως και να έχει όμως θα σε δοκιμάσει. Πήγαινε στα βουνά και ξύσε πικροφλοιό δακτυλόριζας. Φτιάξε ένα μικρό μπαλάκι με αυτόν και κρύψε το στη ζώνη σου. Η κυρά θα σε στείλει στα χωράφια κι εσύ θα δουλέψεις σκληρά μέχρι το ξημέρωμα. Τότε, όταν το σώμα σου θα είναι καλυμμένο από ιδρώτα, τρίψου ολόκληρος με τη δακτυλόριζα. Είναι πικρή σαν χαλασμένο αλάτι ανακατεμένο με χαλασμένο νερό και όλα τα “κερατόφτερα”, τα “μακρύραμφα” και τα “κυανόραχα” πάντα πετούν μακριά από το πικρό αλάτι.</p><p>Τότε κι εγώ καλή μου γιαγιά, θα κάνω όπως μου είπες και σε ευχαριστώ, είπε ο νεαρός.</p><br><p>Ήταν κι αυτός όσο καλοσυνάτος και πονηρός ήταν και η γιαγιά του. Εκείνη την ημέρα κιόλας πήγε στο βουνό και μάζεψε ένα μπαλάκι δακτυλόριζα. Γύρω στο σούρουπο, άρχισε να ανηφορίζει το μονοπάτι στην όχθη του ποταμού μέχρι το Μάτσακι. Ανέβηκε τη σκάλα και φώναξε προς την πόρτα: “Σε! Είναι κανείς εδώ;”, μα όσοι ήταν μέσα δεν του απάντησαν αμέσως. Ήταν αρκετά θυμωμένοι που η κόρη τους είχε διώξει τόσους άξιους μνηστήρες. Ο νεαρός φώναξε και πάλι και τότε απάντησαν: “Χαΐ και Έγιε, εδώ είμαστε. Μπες μόνος σου μέσα”.</p><br><p>Τότε χωρίς καμιά βοήθεια ο νεαρός κατέβηκε τη σκάλα κι αυτό δεν τον πείραζε καθόλου μιας και ήξερε ότι ήταν φτωχός και το δισάκι του μικρό. Μόλις τον έλουσε το φως της φωτιάς χαιρέτησε όλους τους παρευρισκόμενους χαρούμενα και με σεβασμό και στη συνέχεια, ευχαριστώντας τους, έκατσε στη θέση που του προσφέρθηκε.</p><br><p>Ο γερο-αρχηγός, που ήταν ιδιαίτερα ενοχλημένος με τη συμπεριφορά της κόρης του, δεν της είπε να πάει να φέρει φαγητό στον επισκέπτη, μόνο γύρισε στη γυναίκα του: “Γριά μου”, μα πριν προλάβει να πει άλλη λέξη, η κυρά είχε σηκωθεί και είχε φέρει μπροστά στον νεαρό ζεστό στιφάδο ελαφιού με θρυμματισμένο ψωμί να φάει και ζωμό κρέατος να πιει. Έκατσε απέναντι του: “Φάε και πιες”, είπε στον νεαρό. Εκείνος πήρε το ψωμί και το έσπασε στα δύο, προσφέροντας στην κυρά το μεγαλύτερο κομμάτι. Εκείνη το δέχτηκε κοκκινίζοντας.</p><br><p>Ο αρχηγός σήκωσε τα φρύδια και τα βλέφαρά του, κοίταξε τη γυναίκα του, έφτυσε στο τζάκι και άρχισε να καπνίζει με μανία. Είπε για να υποστηρίξει την κόρη του: “Ναι, πρέπει να φας καλά”. Σύντομα, όπως τόσες άλλες φορές, ο νεαρός είπε: “Ευχαριστώ”, η κοπέλα γρήγορα απάντησε “Φάε κι άλλο”, το οποίο ακολουθήθηκε από το “Δεν έχω ανάγκη από άλλο”.</p><br><p>Αφού μάζεψε τα ψίχουλα και τα σκεύη, η κυρά πήγε κι έκατσε δίπλα στη μητέρα της. Ο πατέρας έφτιαξε ένα τσιγάρο για τον νεαρό και έκατσε και του μίλησε περισσότερο απ’ όσο είχε μιλήσει με όλους τους άλλους νεαρούς που είχαν έρθει στο σπίτι του. </p><br><p>Αφού ξάπλωσαν οι γέροντες και άρχισαν να γδέρνουν τα ρουθούνια τους με τις ανάσες τους, η κυρά γύρισε και είπε στον νεαρό: </p><p>Έχω ένα χωράφι με καλαμπόκια στη γη του αρχηγού κοντά στον ποταμό. Αν με αγαπάς πραγματικά, θέλω να το μαζέψεις όλο σε ένα πρωινό. Έτσι θα μου αποδείξεις ότι είσαι πραγματικός άνδρας και πως με αγαπάς αληθινά. Αν τα καταφέρεις, όπως η μια μέρα ακολουθεί την άλλη έτσι κι εμείς θα ζήσουμε μαζί”.</p><p>Χαΐ-γι! απάντησε ο νεαρός που, όσο άκουγε την κυρά να μιλά, χαμογελούσε. </p><br><p>Έτσι όπως τον είδε χαμογελαστό και η κοπέλα, στο φως της φωτιάς σκέφτηκε: “Ίσως και να με αγαπά. Αλλά αχ! Πόσο εύχομαι η καρδιά του να είναι αρκετά δυνατή, παρόλο που το δεμάτι του είναι τόσο φτωχικό”. Και δυνατά αυτή τη φορά είπε στον νεαρό: “Έλα νεαρέ μου, θα σε πάω εκεί όπου θα περιμένεις να έρθει το πρωί. Νωρίς να πάρεις και τη σκαπάνη του πατέρα μου που βρίσκεται δίπλα στην πόρτα και να πας στο χωράφι πριν να φύγουν οι σκιές της νύχτας από τις πλαγιές του Κεραυνοβουνού”. Με αυτό, του ευχήθηκε να έχει έναν καλό ύπνο και πήγε να ξαπλώσει κι εκείνη στη θέση της.</p><br><p>Όταν όλα γύρω του ησύχασαν, ο νεαρός βγήκε από την τρύπα της οροφής και κάτω από το φως των αστεριών ζήτησε από τους θεούς των δασών και των νερών να δώσουν δύναμη στα χέρια του, ισχύ στο μαγικό του και να τον ευλογήσουν με την εύνοια τους. Πέταξε στον βραδινό αέρα σπόρους της γης και του νερού του κόσμου, σπόρους που οι σοφοί έχουν σπείρει και έχουν ακολουθήσει καλά μονοπάτια στη ζωή τους. Έπειτα κοιμήθηκε ώσπου ο ουρανός της ημέρας άρχισε να γίνεται κίτρινος και οι σκιές της νύχτας γκρίζες. Φορτώθηκε τη σκαπάνη και τράβηξε για το χωράφι. Από εκεί που το είχαν αφήσει όλοι οι προηγούμενοι, από εκεί έπιασε δουλειά ο νεαρός με όλη του τη δύναμη και όρεξη. Το έδαφος άρχισε σιγά σιγά να μαλακώνει και το χώμα να υποχωρεί εύκολα λες κι έσκαβαν οι πιο δεινοί τυφλοπόντικες και όλα τα άλλα ζώα που μπορούν να σκάβουν.</p><br><p>Ο ήλιος είχε σηκωθεί για τα καλά και η κυρά κοίταξε έξω και είδε πως ο νεαρός είχε ήδη τελειώσει το μισό χωράφι. Παρόλα αυτά περίμενε. Καθώς ο ήλιος ζέσταινε ακόμη περισσότερο τη μέρα, ο νεαρός συνέχιζε να δουλεύει και οι δροσοσταλίδες από μέσα του άρχισαν να στέκονται σε όλο του το σώμα. Άρχισε να βγάζει ένα ένα όλα του τα ρούχα, την κουβέρτα του, τη ζώνη του, ακόμη και το παντελόνι και τα μοκασίνια του. Σταμάτησε τότε και κοίταξε τριγύρω. Τα χρυσόκορφα φυτά στέκονταν τώρα μόνο στη μια μεριά του χωραφιού. Πήγε και κρύφτηκε ανάμεσά τους και αλείφθηκε από πάνω μέχρι κάτω. Στα μαλλιά της κεφαλής του, στις άκρες των αυτιών του, παντού άλειψε τη δακτυλόριζα. Άρχισε πάλι τη δουλειά και αναρωτήθηκε γιατί οι μύγες, οι σκνίπες και τα κουνούπια δεν είχαν εμφανιστεί ακόμη, όπως είχαν κάνει με τόσους άλλους. Μα η κοπέλα ακόμη δίσταζε. Στο τέλος όμως, πήγε σιγά σιγά και στο δωμάτιο όπου ήταν το βάζο.</p><br><p>“Μα είναι παράλογο”, σκέφτηκε, “που ελπίζω και που το σκέφτομαι καν. Θα ήταν όντως καλό να με αγαπούσε ειλικρινά ένας τέτοιος νέος και να μπορούσε να ορθώσει το ανάστημα του μπροστά σε μια τέτοια πρόκληση”. Παρ’ όλα αυτά έβγαλε το πώμα από το βάζο και είπε στα παράξενα μικρά της να μην του δείξουν κανένα έλεος, να τον τυραννίσουν όσο είχαν τυραννίσει και τους άλλους.</p><br><p>Αδημονώντας να τραφούν με το “νερό της ζωής”, όπως έλεγαν οι παππούδες μας το αίμα, όλα τους πέταξαν γοργά βουήζοντας πάνω από τα χωράφια και ήταν τόσα πολλά αυτή τη φορά που έμοιαζαν με αμμοθύελλα στον άνεμο παρά με σμήνος. “Τσι-νι-νι” και “τσο-νο-ο” έκαναν και βούηξαν στα αυτιά του νεαρού μόλις τον πλησίασαν τόσο δυνατά, που ο νεαρός που συνέχιζε να εργάζεται σκληρά νόμισε ότι είχαν ήδη αρχίσει να τον τσιμπούν. Αλλά ήταν η ιδέα του γιατί μόλις η πρώτη μύγα τον τσίμπησε, πετάχτηκε στον αέρα από αηδία και φώναξε στους υπόλοιπους “Σο-ο-ο-μ-μ!” και “Ουσ-α!” που σήμαινε ότι μόλις είχε φάει κάτι αηδιαστικό, κάτι με γεύση από τις πιο σιχαμένες μυρωδιές. Έτσι καμία άλλη μύγα δεν τον τσίμπησε και συνέχισαν το τραγούδι τους δίπλα στα αυτιά του. Γι΄ αυτό και μέχρι σήμερα οι μύγες προσέχουν ποιον τσιμπούν, πετούν για λίγο στον αέρα πριν το κάνουν.</p><br><p>Είπε τότε να δοκιμάσει και μια σκνίπα μα αμέσως φώναξε “Ουέ!” που σημαίνει ότι το στομάχι της ανακατεύτηκε και τόσο άρχισε να πονά το κεφάλι της που στροβιλίστηκε και στροβιλίστηκε στον αέρα. Για αυτό οι σκνίπες δαγκώνουν τόσο γρήγορα, γιατί φοβούνται μην ανακατευτούν και στροβιλίζονται πάντα πριν το κάνουν. </p><br><p>Τέλος, και ένα μακρύραμφο δοκίμασε να τσιμπήσει και όπως συνηθίζουν τα μακρύραμφα, στέκονται περισσότερο από τα άλλα τα τερατάκια. Κι αυτό στάθηκε και στάθηκε μέχρι που τα πίσω του πόδια παραμορφώθηκαν και αναγκάστηκε να πετάξει μακριά φωνάζοντας “Γιά κοτσί!” που πάει να πει ότι κάτι πικρό του έκαψε την προβοσκίδα του. Μέχρι και σήμερα από τότε τα κουνούπια λυγίζουν τα πίσω τους πόδια όταν τσιμπούν και τα ανασηκώνουν καθώς ρουφούν αίμα σαν να στέκονται πάνω σε κάτι καυτό. Πετούν και τραγουδούν γύρω μας για αρκετή ώρα πριν μας καρφώσουν και αμέσως πετούν μακριά μόλις τελειώσουν.</p><br><p>Σαν οι υπόλοιπες σκνίπες και τα κουνούπια άκουσαν τις φωνές των δικών τους έκαναν ότι έκαναν και οι μύγες - κανείς τους, ούτε ένα δεν πήγε να τσιμπήσει τον νεαρό. Όλα τους πέταξαν μακριά και πήγαν και άραξαν πάνω στα χρυσόκορφα καλαμπόκια, όπου και μετά από μια εκτενή συζήτηση αποφάσισαν να πάνε να βρουν τίποτα σκίουρους του κάμπου να δαγκώσουν. Σχεδόν πάντα θα βρίσκουμε μύγες, σκνίπες και κουνούπια γύρω από τις τρύπες των σκίουρων του κάμπου, ειδικά το καλοκαίρι όταν μεγαλώνει το καλαμπόκι.</p><br><p>Τώρα ο νεαρός μπορούσε πάλι να συγκεντρωθεί στη σκληρή του δουλειά ήρεμος και φαινόταν πως μέχρι το μεσημέρι θα είχε τελειώσει. Η κυρά ξανακοίταξε προς το μέρος του και τον είδε να συνεχίζει να εργάζεται σκληρά και σκέφτηκε: “Αχ! Πρέπει να μ’ αγαπά στ’ αλήθεια αφού δουλεύει ακόμη! Ίσως, ίσως… Λίγο ακόμη και θα τον αφήσουν ήσυχο”. Γρήγορα, πήγε και έβαλε ελάφι στο σκεύος και ετοίμασε φρέσκες χέουε και γλυκόψωμο γιατί: “Ίσως…” συνέχισε να σκέφτεται, “και τότε θα το έχω έτοιμο γι΄ αυτόν”.</p><br><p>Αλίμονο όμως, αλίμονο! Αυτό που δεν ξέρατε είναι πως η καλή και όμορφη αυτή κυρά είχε μια αδερφή, αλίμονο! Μια αδερφή όσο όμορφη ήταν και η ίδια, αλλά κακιά και διπρόσωπη. Και ξέρετε πώς είναι οι διπρόσωποι όταν είναι μάγοι και μάγισσες, με διπλές γλώσσες και διπλές σκέψεις. Τέτοια ήταν και η αδερφή της κυράς του Μάτσακι, αλίμονο!</p><br><p>Όταν ο ήλιος είχε σχεδόν σκαρφαλώσει στη μέση του ουρανού, η κυρά, ακόμη με αμφιβολία στην καρδιά, κοίταξε μια τελευταία φορά προς τον νεαρό και είδε πως ακόμη εργαζόταν, είχε σχεδόν τελειώσει όλες τις συστάδες καλαμποκιού: “Στ’ αλήθεια με αγαπά”, σκέφτηκε και βιάστηκε να στολιστεί με τα βραχιόλια και τα περιδέραια της από κοχύλια, με τα σκουλαρίκια της από πέτρες τουρκουάζ και τα βαμβακερά πανωφόρια της διακοσμημένα με πεταλούδες του καλοκαιριού και λουλούδια του φθινοπώρου. Έπειτα πήρε μια καινούρια γαβάθα από το ράφι καθώς κι έναν καινούριο δίσκο που είχε φτιάξει η ίδια και γέμισε το ένα με ζωμό κρέατος και το άλλο με χεουέ και γλυκόψωμο. Ισορρόπησε τη γαβάθα στο κεφάλι της και, παίρνοντας τον δίσκο στο χέρι της, ξεκίνησε να πάει στο χωράφι να συναντήσει τον καλό της. </p><br><p>Οι μάγισσες πάντα ζηλεύουν την ευτυχία και καλοτυχία των άλλων. Έτσι ζήλεψε και η αδερφή της κυράς σαν είδε το χαμόγελο στα χείλη της καθώς κατέβαινε προς το ποτάμι: “Χο-χά!”, είπε η διπρόσωπη αδερφή, “Τέμιθλοκουα θλοκά! Γουανανί!”, λέξεις περιφρόνησης και μίσους, λέξεις που χρησιμοποιούσαν παλιοί δαίμονες και μάγοι και που κανείς σήμερα δεν γνωρίζει τη σημασία τους - εκτός από την τελευταία λέξη. Αυτή σημαίνει “Για μια στιγμή” και η διπρόσωπη έτρεξε να ντυθεί, όπως της πρόσταζε η κακιά της φύση, ακριβώς όπως είχε ντυθεί η αδερφή της. Έβαλε και μια γαβάθα στο κεφάλι και πήρε κι έναν δίσκο στο χέρι και ήταν τόσο όμορφη κι αυτή που κανείς δεν μπορούσε να τις ξεχωρίσει, κανείς. Τέλος, πέρασε από τη θηλιά ενός μαγικού γιούκα αλλάζοντας και το πρόσωπό της και κανείς δεν θα μπορούσε να δει το πραγματικό εκτός κι αν το επιθυμούσε η ίδια.</p><br><p>Τώρα πια ο ήλιος είχε στηθεί για τα καλά στη μέση του ουρανού και ο νεαρός, έχοντας πια μαζέψει όλο το καλαμπόκι, πήγε στον ποταμό να πλυθεί. Πριν να τελειώσει, είδε την κοπέλα να πλησιάζει από το μονοπάτι με τη γαβάθα στο κεφάλι και τον δίσκο στο χέρι. Βιάστηκε τότε να τελειώσει το πλύσιμο και να πάει να ντυθεί για να την περιμένει. Καθώς πλησίαζε το κορίτσι, της είπε: “Να ‘σαι, έρχεσαι και τι ευτυχία είναι αυτή!” αλλά να! μπροστά του εμφανίστηκαν δυο ολόιδιες κυράδες. Τους είπε τότε στα γρήγορα: </p><p>Ελάτε και οι δυο εδώ.</p><p>Ε! είπαν οι κυράδες σχεδόν με μια φωνή και σαν του παρουσίασαν και οι δυο το φαγητό που είχαν φέρει, ο άμοιρος ο νεαρός κοίταζε πότε τη μια και πότε την άλλη αλαφιασμένος.</p><p>Αλίμονο! Ποιο πρέπει να πάρω;</p><p>Αχ κουτοπόνηρη αδερφή, γιατί ήρθες; είπε η κυρά που μόνο τότε πρόσεξε την αδερφή της στο πλάι της και αμέσως κατάλαβε τις κακές της προθέσεις.</p><p>Αχ κουτοπόνηρη αδερφή, ΕΣΥ γιατί ήρθες; είπε η άλλη.</p><p>Γύρνα πίσω, μου είναι λογοδοσμένος, είπε η κυρά και άρχισε να κλαίει.</p><p>Γύρνα πίσω, μου είναι λογοδοσμένος, είπε και η διπρόσωπη, προσποιούμενη πως έκλαιγε. </p><br><p>Συνέχισαν να μαλώνουν έτσι πέρα-δώθε τέσσερις φορές μέχρι που μεταξύ τους ξέσπασε κανονικός καυγάς. Και ήταν κανονικός καυγάς μεταξύ γυναικών, άρχισε να τραβά η μια τα μαλλιά της άλλης, να γρατζουνούν η μια την άλλη και να παλεύουν μέχρι που κατρακύλησαν και οι δυο στην άμμο. </p><br><p>Ο σαστισμένος νεαρός έκανε μια κίνηση να τις χωρίσει, αλλά δεν ήξερε ποια είναι ποια. Θεωρώντας πως η διπρόσωπη θα ξέρει να παλεύει καλύτερα από την αγαπημένη του, σήκωσε τη σκαπάνη και άρχισε να κοπανά αυτή που είχε βγει από πάνω ξανά και ξανά στο κεφάλι μέχρι που χαλάρωσε τη λαβή της και βογκώντας είπε: “Αλίμονο! Έτσι πρέπει να γίνει, έτσι πρέπει να γίνει”. Σε μια στιγμή τα ξέχασε όλα και τα μάτια της έπαψαν να βλέπουν.</p><br><p>Καθώς ο νεαρός στεκόταν και κοιτούσε τη σκηνή ξάφνου μπροστά του βρισκόταν μόνο η ετοιμοθάνατη κυρά. Πάνω από το κεφάλι του τότε εμφανίστηκε ένα κακάσχημο κοράκι που άρχισε να γελά “Κα-κάου, κα-κάου, κα-κάου!” και πέταξε μέχρι τη σπηλιά του στην πλαγιά του Κεραυνοβουνού. </p><br><p>Τότε κατάλαβε ο νεαρός τι είχε κάνει. Έβγαλε ένα ουρλιαχτό και άρχισε να κοπανά το στήθος του. Έτρεξε στο ποτάμι να φέρει νερό και έπλυνε τις πληγές της κυράς. Αλίμονο όμως. Χαμογέλασε, κάτι ψιθύρισε κι έπειτα έμεινε ακίνητη και ψυχρή. </p><br><p>Μονάχος, με τον ήλιο να συνεχίζει το ταξίδι του στον απογευματινό πια ουρανό, έκλαιγε τώρα ο νεαρός πάνω από το άψυχο σώμα της καλής του. Δεν είχε τίποτα άλλο παρά τις μαύρες του σκέψεις μαζί του. Την πήρε στην αγκαλιά του, έβαλε το πρόσωπο της δίπλα στο δικό του και ξανά και ξανά, σπαρακτικά της έλεγε: “Αλίμονο, αλίμονο! Αγαπημένη μου γυναίκα, σε αγαπώ, σε αγαπώ! Αλίμονο, αλίμονο! Αγαπημένη μου, αγαπημένη μου γυναίκα!”.</p><br><p>Σαν γύρισαν και οι υπόλοιποι άνθρωποι από τα χωράφια τους το σούρουπο, άρχισαν να ψάχνουν για την κυρά του Μάτσακι. Τότε είδαν και τον νεαρό, σκυφτό και μόνο του στη γη του αρχηγού-θεραπευτή, δίπλα στο ποτάμι. Πήγαν και το είπαν στον αρχηγό κι αυτός τους αποκρίθηκε: “Κακό βρήκε το όμορφο παιδί μου. Αλλά οι Θεοί μας το έχουν πει, κι έτσι είναι τα πράγματα”. Και χαμογέλασε, γιατί η καρδιά ενός αρχηγού-θεραπευτή ποτέ δεν κλαίει. Τους είπε να πάνε να τη φέρουν στο κέντρο του Μάτσακι και να τη θάψουν μπροστά από το Σπίτι του Ήλιου. Ήξερε πολύ καλά τι της είχε συμβεί. </p><br><p>Έτσι οι άνθρωποι έκαναν όπως τους είχε πει ο αρχηγός τους. Κατέβηκαν στο ποτάμι το δειλινό και πήραν την κυρά τους, την τύλιξαν με τα καλύτερα σάβανα και την έθαψαν μπροστά στο σπίτι του Ήλιου.</p><br><p>Μα ο νεαρός δεν ήξερε τίποτα άλλο παρά τον πόνο του. Ακολούθησε τους ανθρώπους και όταν έφτιαξαν τον τάφο της, εκείνος ξάπλωσε πάνω στο χώμα που τη σκέπαζε και δεν έφευγε. Ακόμη κι αφού σκοτείνιασε τελείως, είχε μείνει εκεί και της φώναζε: “Αλίμονο, αλίμονο! Αγαπημένη μου γυναίκα, σε αγαπώ, σε αγαπώ. Ακόμη κι αν δεν πρόλαβα να σε γνωρίσω, σε σκότωσα. Αλίμονο! Αγαπημένη μου γυναίκα!”.</p><br><p>Σονέτσι! Έχει κι άλλο η ιστορία μου. Ότι απομένει θα σας το πω μια άλλη βραδιά.</p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></description>
			<itunes:summary><![CDATA[<p>Μια ιστορία που λέγεται σε δυο νύχτες, από τους Ζούνι. Μπόλικη γεωγραφία, τραγωδία και γνώριμη εξιστόριση.</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Περιέχει κάποια βία </p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ</p><br><p>Οι Άθλοι των Ερωτευμένων</p><br><p>Αφηγείται την πρώτη νύχτα</p><br><p>Τον καιρό των αρχαίων, όταν το Μάτσακι ήταν ακόμη ο τόπος των παιδιών, ζούσε σε μια πόλη που την έλεγαν Πόλη του Αλατιού, μια όμορφη κυρά. Την πόλη την ονόμασαν έτσι γιατί η Θεά του Αλατιού έφτιαξε εκεί μια μεγάλη λευκή αλμυρή λίμνη, στις Καινούριες Μέρες πια. Η κυρά ήταν όμορφη, κόρη του αρχηγού-θεραπευτή ο οποίος είχε τόσα πολλά δέρματα και τομάρια, που δεν υπήρχαν αρκετοί πάσσαλοι να τα κρεμάσει. Τα φινιστρίνια του καραβιού του ήταν γεμάτα πέτρες τουρκουάζ και κοχύλια του ωκεανού, τόσες θυσίες είχε κάνει στους θεούς. Το σπίτι του ήταν το μεγαλύτερο στο Μάτσακι και στις πλευρές του είχε ακουμπήσει πολλές σκάλες σκαλισμένες με τα τίμους των προγόνων του, πράγμα πολύ σπουδαίο. Αυτοί οι πρόγονοι μάλιστα καλλιέργησαν τα καλαμπόκια τους με ξύλινες σκαπάνες σμιλεμένες με πέτρινα εργαλεία ενώ για να παραμένουν βαριές χρησιμοποιούσαν γρανίτη. Έτσι, όλοι οι νεαροί σε αυτόν μα και στους γύρω οικισμούς είχαν ερωτευτεί τη νέα κυρά της Πόλης του Αλατιού.</p><br><p>Ένας από αυτούς τους νεαρούς ζούσε πέρα από τις Δυτικές Πεδιάδες, στο Πουέμπλο των Ανέμων. Τόσο αφοσιωμένος ήταν στην κυρά που δούλευε μέρα-νύχτα να της φτιάξει δώρα και σημασία δεν έδινε στις κοπέλες του Πουέμπλο. Ένα πρωί είπε στους πατέρες της φυλής του:</p><p>Έχω δει την κυρά του Μάτσακι. Θέλω να πάω να τη βρω, τι λέτε εσείς γι αυτό;</p><p>Ας γίνει όπως νομίζεις, του είπαν οι σοφοί.</p><br><p>Σαν νύχτωσε λοιπόν, ο νεαρός έφτιαξε ένα δισάκι γεμάτο με πανωφόρια και κρεμαστά, όλα προσεκτικά διπλωμένα μέσα στο πιο λευκό τομάρι ελαφιού που είχε. Σαν έδυσε ο ήλιος κίνησε για το Μάτσακι και άρχισε ήδη να σκαρφαλώνει τη σκάλα του σπιτιού του πατέρα της, όταν μόλις ο αρχηγός και τα παιδιά του είχαν κάτσει να καπνίσουν και να συζητήσουν. Σήκωσε τη γωνία της δερμάτινης πόρτας και φώναξε στον κόσμο από κάτω:</p><p>Σε!</p><p>Χαΐ! του απάντησαν μια-δυο φωνές από χαμηλά.</p><p>Τραβήξτε με κάτω, φώναξε ο νεαρός και ταυτόχρονα κράτησε το δισάκι του στο άνοιγμα της οροφής να το δουν.</p><br><p>Η μητέρα της κυράς σηκώθηκε και βοήθησε τον νεαρό να κατέβει από την εσωτερική σκάλα. Εκείνος μόλις έφτασε κοντά στο φως της φωτιάς απόθεσε το δισάκι του χάμω:</p><p>Πατέρες και μητέρες μου, αδερφές και φίλοι μου, πώς είστε όλοι αυτές τις μέρες; είπε ο νεαρός με σεβασμό, σα να μιλούσε σε συμβούλιο.</p><p>Ευτυχισμένοι! Χαρούμενοι! του απάντησαν όλοι. Κάθησε, κάθησε σε αυτό το σκαμνί, συνέχισαν και του έφεραν ένα κάθισμα μπροστά στη φωτιά. </p><p>Κόρη μου, είπε τότε ο γέρος άνδρας που κάπνιζε στην άλλη άκρη της εστίας, όταν έρχεται ξένος στο σπίτι μας είναι ευθύνη του κοριτσιού να πάει και να φέρει μπροστά του το μαγείρεμα της ημέρας.</p><br><p>Το κορίτσι πήγε και, μέσα από ένα μεγάλο σκεύος σε μια γωνία του σπιτιού, έφερε ένα δίσκο με χέουε, πίτες από καλαμποκάλευρο που ήταν λεπτές σαν χαρτί και τις τοποθέτησε μπροστά στον νεαρό:</p><p>Φάε με την ψυχή σου, του είπε.</p><p>Είναι καλές, είπε ο νεαρός και ευθύς σηκώθηκε όρθιος, έβαλε το αριστερό του χέρι πάνω από το στέρνο του και με το δεξί σήκωσε μια πίτα από την οποία και έφαγε πολύ μικρό κομμάτι. Είναι το έθιμο, βλέπετε να τρώει κάποιος πολύ λίγο όταν παρουσιαζόταν μπροστά σε ένα ξένο κορίτσι και ειδικά μάλιστα αν ετοιμαζόταν να της ζητήσει την άδεια να μείνει στο ίδιο σπίτι με αυτήν. Έτσι, από ευγένεια, ο νεαρός έφαγε ελάχιστη πίτα και έπειτα είπε, ευχαριστώ.</p><p>Φάε κι άλλο, είπαν οι γηραιότεροι.</p><p>Δεν έχω ανάγκη από άλλο.</p><p>Έφαγε και τελείωσε, είπαν τότε οι γονείς και το κορίτσι μάζεψε τα ψίχουλα και απομάκρυνε τον δίσκο.</p><p>Λοιπόν, είπε ο αρχηγός μετά από λίγο, όταν έρχεται κάποιος ξένος στο σπίτι, δεν έρχεται χωρίς να έχει κάτι στον νου του.</p><p>Αυτό είναι αλήθεια, απάντησε ο νεαρός και έπειτα σιώπησε.</p><p>Τι είναι αυτό που έχεις κατά νου και ήρθες ως εδώ; είπε πάλι ο γέρος άνδρας.</p><p>Έχω ακούσει, είπε ο νεαρός τότε, για την κόρη σου και την έχω δει κιόλας και με τη σκέψη της έφτασα ως εδώ.</p><br><p>Τότε σηκώθηκαν οι μεγαλύτεροι γιοι του αρχηγού, οι οποίοι είχαν έρθει στο σπίτι να καπνίσουν και να συζητήσουν και είπαν:</p><p>Καιρός να πηγαίνουμε κι εμείς, τα αστέρια πρέπει να έχουν σβήσει τώρα, και γυρνώντας προς τους γηραιότερους είπαν, εσείς περιμένετε μέχρι το πρωί. Έσφιξαν το χέρι του νεαρού και στη συνέχεια γύρισαν στα σπίτια των μητέρων των γυναικών τους.</p><p>Άκου παιδί μου! είπε ο αρχηγός, αφού έφυγαν οι γιοι του, γυρνώντας προς την κόρη του που καθόταν σε μια γωνιά με το βλέμμα χαμηλωμένο, κοιτώντας τη ζώνη της. Άκου! Τον άκουσες τον νεαρό, τι έχεις να πεις για αυτό;</p><p>Μα… δεν ξέρω τι να πω. Τι άλλο να πω παρά “Ας είναι”, όπως είπαν και οι σοφοί.</p><p>Όπως θες, είπε ο γέρος άνδρας.</p><br><p>Έφτιαξε ένα τσιγάρο και το κάπνισε με τον νεαρό. Όταν τελείωσε, το πέταξε στη φωτιά και μετά γύρισε στη μητέρα: “Γριά μου, δεν ήρθε η ώρα να ξεκουράσουμε τα κορμιά μας;”.</p><br><p>Μόλις όλοι οι γηραιοί είχαν αποκοιμηθεί στις γωνιές τους η κυρά, χαμηλόφωνα, είπε στον νεαρό: </p><p>Είναι πολύ πιθανό να με αγαπάς. Ναι, είπα “Ας είναι”, αλλά πριν δεχτώ το δισάκι σου και σε ευχαριστήσω θέλω να αποδείξεις ότι με αγαπάς. Να πας στα χωράφια μου με καλαμπόκι, στους τόπους του αρχηγού-θεραπευτή δίπλα στον ποταμό, και να μαζέψεις όλο το καλαμπόκι σ΄ ένα μόνο πρωινό. Αν το κάνεις αυτό τότε θα ξέρω πως με αγαπάς αληθινά. Τότε θα δεχτώ τα δώρα σου και θα ζήσουμε μαζί ευτυχισμένοι.</p><p>Πολύ καλά, απάντησε ο νεαρός, θα κάνω ό,τι μου ζήτησες.</p><br><p>Το κορίτσι σηκώθηκε και άναψε ένα δεμάτι με κλαδιά κέδρου. Οδήγησε τον νεαρό σ΄ ένα δωμάτιο μ΄ ένα στρώμα από μαλακές κουβέρτες και δέρματα. Στη συνέχεια πήρε τη σκαπάνη του πατέρα της, την ακούμπησε δίπλα στην πόρτα και ευχήθηκε στον νεαρό καλή ξεκούραση μέχρι το πρωί. Μόλις είχε φύγει, ο νεαρός γύρισε και κοίταξε τη σκαπάνη και σκέφτηκε: “Χα! Αφού μόνο αυτό μου ζήτησε να κάνω θα δει στα σίγουρα πόσο άξιος είμαι!”.</p><br><p>Μόλις οι πρώτες ακτίνες του ήλιου φάνηκαν πάνω από το οροπέδιο, ο νεαρός σηκώθηκε και περνώντας τη σκαπάνη στον ώμο κίνησε για τα χωράφια. Εκείνη τη στιγμή ξύπνησε και η κυρά, η οποία κοιτώντας από την κορυφή του σπιτιού της σκέφτηκε: “Α! Καλό ξεκίνημα έκανε. Τα μικρά μου κι εγώ όμως θα δούμε πώς θα τα πάει και αργότερα. Πολύ αμφιβάλλω αν με αγαπά όσο νομίζει”.</p><br><p>Πήγε μετά σε ένα κλειστό δωμάτιο. Σε μια γωνιά του στεκόταν ένα δοχείο νερού, πανέμορφα ζωγραφισμένο και αστραφτερό. Είχε σχήμα σαν και τ΄άλλα βάζα, αλλά δεν ήταν ακριβώς το ίδιο, το συγκεκριμένο ήταν πράγματι εντυπωσιακό! Για πώμα του είχε μια πέτρα που εμπόδιζε από μέσα του να βγουν κάθε λογής μυγάκια, κουνούπια και σκνίπες. Η κυρά έβγαλε το πώμα και άρχισε να ψιθυρίζει κάτι σαν προσευχή στα πλάσματα μέσα: </p><p>Τώρα μικρά μου, ήρθε η ώρα να πετάξετε μακριά και να πάτε μέχρι τα χωράφια του καλαμποκιού, δίπλα στον ποταμό. Εκεί θα δείτε έναν νεαρό που θα σκαλίζει, τόσο σκληρά θα δουλεύει που θα του έχει κοπεί η μιλιά. Πηγαίνετε να τον βρείτε.</p><p>Τσου-νου-νου-νου, είπαν οι μύγες.</p><p>Τσι-νι-νι-νι, είπαν οι σκνίπες και τα κουνούπια και αυτό όπως όλοι ξέρουμε σημαίνει “ναι” στη γλώσσα τους.</p><p>Και όταν τον βρείτε, συνέχισε η κοπέλα, τσιμπήστε και δαγκώστε τον παντού, να μην αφήσετε σπιθαμή στο σώμα του που να μην τσιμπήσετε, ακόμη και τις μασχάλες του. Πιείτε του όλο το αίμα, από τα βλέφαρα και τον λαιμό του και γεμίστε τα αυτιά του με βουητά.</p><br><p>Οι μύγες πάλι είπαν “τσου-νου-νου-νου”, τα κουνούπια και οι σκνίπες “τσι-νι-νι-νι” και με ένα νου-ου-ου όλα πέταξαν μακριά σχηματίζοντας ένα σύννεφο σκόνης. </p><br><p>“Αίμα!”, φώναξε ο νεαρός. Σκούπισε τον ιδρώτα από το πρόσωπο του και είπε: “Α, θα θύμωσαν οι θεοί!”. Άφησε να του πέσει η σκαπάνη και άρχισε να τρίβει με άμμο τα καλάμια του και να χαστουκίζει τα πλευρά του: “Άτου!” φώναξε, “μα τι συμβαίνει; Τι στο όνομα της Φεγγαρομητέρας έχει κάνει αυτά τα μικροσκοπικά τέρατα να σκέφτονται και να ενεργούν έτσι;”. Τότε, τρελαμένος κι ανήσυχος σαν την αράχνη στα κάρβουνα, άρχισε να κυλιέται στο χώμα. Μάταια όμως, οι μύγες, οι σκνίπες και τα κουνούπια όλο κι έκαναν “χου-ν-ν” και “τσι-νι-νι” στα αυτιά του, μέχρι που ο νεαρός, μην αντέχοντας άλλο, άρπαξε την κουβέρτα και το κολατσιό του και έτρεξε πίσω στο σπίτι των πατέρων του.</p><br><p>“Ουά-χα-χα! Χου-χου!” έσκασε στα γέλια ένας νεαρός από το Τέντα Πουέμπλο στον βορρά όταν άκουσε τι είχε πάθει ο ερωτοχτυπημένος νέος: “Σχουμ!”, χλεύασε, “σιγά τον άντρα, που παράτησε την κυρά του Μάτσακι εξαιτίας κάποιων ψωρομυγών και παλιοκουνουπιών!” και έτσι την επόμενη μέρα πήγε κι αυτός στους γηραιούς της φυλής του: “Τι ανόητο που ήταν αυτό το αγόρι. Θα επισκεφτώ κι εγώ την κυρά του Μάτσακι. Θα δείξω στον λαό του Πίναουα για τι είναι ικανός ένας άνδρας Χάμπασαουαν. Κουράγιο σε εμένα!”. Μόλις οι σοφοί του είπαν “Ας είναι”, πήγε όπως είχε πάει και ο προηγούμενος. Μα, ουφ, κι αυτός δεν τα κατάφερε καλύτερα.</p><br><p>Πέρασε λίγος καιρός και ένας νέος που ζούσε στην Πόλη του Ποταμού άκουσε τι είχε συμβεί και γέλασε και αυτός όσο δυνατά είχε γελάσει και ο νέος από το Τέντα Πουέμπλο. Αποκάλεσε τους άλλους δυο άχρηστους και είπε πως: “Τα κορίτσια δεν συνηθίζουν να ζητούν πολλά, αν τα δώρα κάποιου ήταν άφθονα”. Μιας λοιπόν και ήταν ένας νέος που δεν του έλειπε τίποτα, μάζεψε ένα δέμα στο οποίο χώρεσε όσα δώρα μπορούσε να κουβαλήσει. Αλλά ούτε αυτόν τον ευνόησε καθόλου. Κι αυτός, με τη σειρά του έφυγε τρέχοντας να ξεφύγει από τις μύγες, τις σκνίπες και τα κουνούπια.</p><br><p>Οι μέρες περνούσαν και περνούσαν και κανείς δεν είχε ξαναπροσπαθήσει να κερδίσει το χέρι της κυράς του Μάτσακι. Αυτό που κανείς τους δεν ήξερε ήταν πως η κυρά αυτή ήταν ένα Περαστικό Ον. Κι άλλοι συνέχιζαν να αποτυγχάνουν απέναντι στα κουνούπια και τις σκνίπες, όμως προτιμούσαν να ζουν με την ντροπή της αποτυχίας παρά με το μαρτύριο αυτό: “Χίλιες φορές αυτό”, έλεγαν ο ένας στον άλλο, ο φόβος τούς γέμιζε όπως έναν πεινασμένο άνθρωπο το φαγητό.</p><br><p>Στην Μυρμηγκοφωλιά που την έλεγαν Χάλοναουαν ζούσε ένας όμορφος νεαρός άνδρας που, παρόλο που ήταν ο γιος του αρχηγού της Χάλοναουαν, ήταν πολύ φτωχός. Έκατσε και στοχάστηκε και σκέφτηκε για πολύ καιρό, ώσπου είπε μια μέρα στην ηλικιωμένη και παμπόνηρη γιαγιά του:</p><p>Χο-τά;</p><p>Τι θες να μου πεις νάνα μου; του είπε η γριά γυναίκα που, όπως όλες οι γιαγιάδες ήταν πολύ τρυφερή και καλοσυνάτη με τον εγγονό της.</p><p>Είδα την κυρά του Μάτσακι και κοντεύω να πεθάνω από επιθυμία μιας και είναι ακραία όμορφη και σοφά αργή. Δεν μου κάνει εντύπωση που ζητά χάρες και άθλους από τους μνηστήρες. Σίγουρα δεν τη νοιάζουν τα δεμάτια με τα δώρα που της φέρνουν μα οι ίδιοι. Η ανδρεία μου λοιπόν δυναμώνει τις σκέψεις μου και η καρδιά μου θέλει να διώξει την ατολμία. Θέλω να πάω να μιλήσω κι εγώ στην όμορφη κυρά.</p><p>Γιο α! αγόρι μου καημένο, είπε η γιαγιά. Είναι όντως καταπληκτική, όσο είναι και όμορφη και σοφή. Αλλά τους άνδρες τους βλέπει μόνο σαν αδερφούς και φίλους της και, σου το υπογράφω, αυτή είναι που στέλνει τις σκνίπες, τις μύγες και τα κουνούπια για να τους διώξει μακριά. Δεν είναι παρά μεταμφιεσμένα πλάσματα και πρόσεχε εγγονέ μου, το μόνο που θα καταφέρεις είναι να σε λούσει η ντροπή της αποτυχίας όπως το νερό λούζει όποιον περπατά στην καταιγίδα! Εγώ δεν θα το έκανα παιδί μου, εγώ δεν θα το έκανα, είπε η γιαγιά κουνώντας το κεφάλι της και δαγκώνοντας τα χείλη της τόσο, που το σαγόνι της άγγιξε την άκρη της μύτης της.</p><p>Μα πρέπει να πάω γιαγιά. Να ζω δηλαδή μια ζωή στην αδημονία. Ίσως και να αλλάξει γνώμη σαν με δει.</p><p>Όπως και να έχει όμως θα σε δοκιμάσει. Πήγαινε στα βουνά και ξύσε πικροφλοιό δακτυλόριζας. Φτιάξε ένα μικρό μπαλάκι με αυτόν και κρύψε το στη ζώνη σου. Η κυρά θα σε στείλει στα χωράφια κι εσύ θα δουλέψεις σκληρά μέχρι το ξημέρωμα. Τότε, όταν το σώμα σου θα είναι καλυμμένο από ιδρώτα, τρίψου ολόκληρος με τη δακτυλόριζα. Είναι πικρή σαν χαλασμένο αλάτι ανακατεμένο με χαλασμένο νερό και όλα τα “κερατόφτερα”, τα “μακρύραμφα” και τα “κυανόραχα” πάντα πετούν μακριά από το πικρό αλάτι.</p><p>Τότε κι εγώ καλή μου γιαγιά, θα κάνω όπως μου είπες και σε ευχαριστώ, είπε ο νεαρός.</p><br><p>Ήταν κι αυτός όσο καλοσυνάτος και πονηρός ήταν και η γιαγιά του. Εκείνη την ημέρα κιόλας πήγε στο βουνό και μάζεψε ένα μπαλάκι δακτυλόριζα. Γύρω στο σούρουπο, άρχισε να ανηφορίζει το μονοπάτι στην όχθη του ποταμού μέχρι το Μάτσακι. Ανέβηκε τη σκάλα και φώναξε προς την πόρτα: “Σε! Είναι κανείς εδώ;”, μα όσοι ήταν μέσα δεν του απάντησαν αμέσως. Ήταν αρκετά θυμωμένοι που η κόρη τους είχε διώξει τόσους άξιους μνηστήρες. Ο νεαρός φώναξε και πάλι και τότε απάντησαν: “Χαΐ και Έγιε, εδώ είμαστε. Μπες μόνος σου μέσα”.</p><br><p>Τότε χωρίς καμιά βοήθεια ο νεαρός κατέβηκε τη σκάλα κι αυτό δεν τον πείραζε καθόλου μιας και ήξερε ότι ήταν φτωχός και το δισάκι του μικρό. Μόλις τον έλουσε το φως της φωτιάς χαιρέτησε όλους τους παρευρισκόμενους χαρούμενα και με σεβασμό και στη συνέχεια, ευχαριστώντας τους, έκατσε στη θέση που του προσφέρθηκε.</p><br><p>Ο γερο-αρχηγός, που ήταν ιδιαίτερα ενοχλημένος με τη συμπεριφορά της κόρης του, δεν της είπε να πάει να φέρει φαγητό στον επισκέπτη, μόνο γύρισε στη γυναίκα του: “Γριά μου”, μα πριν προλάβει να πει άλλη λέξη, η κυρά είχε σηκωθεί και είχε φέρει μπροστά στον νεαρό ζεστό στιφάδο ελαφιού με θρυμματισμένο ψωμί να φάει και ζωμό κρέατος να πιει. Έκατσε απέναντι του: “Φάε και πιες”, είπε στον νεαρό. Εκείνος πήρε το ψωμί και το έσπασε στα δύο, προσφέροντας στην κυρά το μεγαλύτερο κομμάτι. Εκείνη το δέχτηκε κοκκινίζοντας.</p><br><p>Ο αρχηγός σήκωσε τα φρύδια και τα βλέφαρά του, κοίταξε τη γυναίκα του, έφτυσε στο τζάκι και άρχισε να καπνίζει με μανία. Είπε για να υποστηρίξει την κόρη του: “Ναι, πρέπει να φας καλά”. Σύντομα, όπως τόσες άλλες φορές, ο νεαρός είπε: “Ευχαριστώ”, η κοπέλα γρήγορα απάντησε “Φάε κι άλλο”, το οποίο ακολουθήθηκε από το “Δεν έχω ανάγκη από άλλο”.</p><br><p>Αφού μάζεψε τα ψίχουλα και τα σκεύη, η κυρά πήγε κι έκατσε δίπλα στη μητέρα της. Ο πατέρας έφτιαξε ένα τσιγάρο για τον νεαρό και έκατσε και του μίλησε περισσότερο απ’ όσο είχε μιλήσει με όλους τους άλλους νεαρούς που είχαν έρθει στο σπίτι του. </p><br><p>Αφού ξάπλωσαν οι γέροντες και άρχισαν να γδέρνουν τα ρουθούνια τους με τις ανάσες τους, η κυρά γύρισε και είπε στον νεαρό: </p><p>Έχω ένα χωράφι με καλαμπόκια στη γη του αρχηγού κοντά στον ποταμό. Αν με αγαπάς πραγματικά, θέλω να το μαζέψεις όλο σε ένα πρωινό. Έτσι θα μου αποδείξεις ότι είσαι πραγματικός άνδρας και πως με αγαπάς αληθινά. Αν τα καταφέρεις, όπως η μια μέρα ακολουθεί την άλλη έτσι κι εμείς θα ζήσουμε μαζί”.</p><p>Χαΐ-γι! απάντησε ο νεαρός που, όσο άκουγε την κυρά να μιλά, χαμογελούσε. </p><br><p>Έτσι όπως τον είδε χαμογελαστό και η κοπέλα, στο φως της φωτιάς σκέφτηκε: “Ίσως και να με αγαπά. Αλλά αχ! Πόσο εύχομαι η καρδιά του να είναι αρκετά δυνατή, παρόλο που το δεμάτι του είναι τόσο φτωχικό”. Και δυνατά αυτή τη φορά είπε στον νεαρό: “Έλα νεαρέ μου, θα σε πάω εκεί όπου θα περιμένεις να έρθει το πρωί. Νωρίς να πάρεις και τη σκαπάνη του πατέρα μου που βρίσκεται δίπλα στην πόρτα και να πας στο χωράφι πριν να φύγουν οι σκιές της νύχτας από τις πλαγιές του Κεραυνοβουνού”. Με αυτό, του ευχήθηκε να έχει έναν καλό ύπνο και πήγε να ξαπλώσει κι εκείνη στη θέση της.</p><br><p>Όταν όλα γύρω του ησύχασαν, ο νεαρός βγήκε από την τρύπα της οροφής και κάτω από το φως των αστεριών ζήτησε από τους θεούς των δασών και των νερών να δώσουν δύναμη στα χέρια του, ισχύ στο μαγικό του και να τον ευλογήσουν με την εύνοια τους. Πέταξε στον βραδινό αέρα σπόρους της γης και του νερού του κόσμου, σπόρους που οι σοφοί έχουν σπείρει και έχουν ακολουθήσει καλά μονοπάτια στη ζωή τους. Έπειτα κοιμήθηκε ώσπου ο ουρανός της ημέρας άρχισε να γίνεται κίτρινος και οι σκιές της νύχτας γκρίζες. Φορτώθηκε τη σκαπάνη και τράβηξε για το χωράφι. Από εκεί που το είχαν αφήσει όλοι οι προηγούμενοι, από εκεί έπιασε δουλειά ο νεαρός με όλη του τη δύναμη και όρεξη. Το έδαφος άρχισε σιγά σιγά να μαλακώνει και το χώμα να υποχωρεί εύκολα λες κι έσκαβαν οι πιο δεινοί τυφλοπόντικες και όλα τα άλλα ζώα που μπορούν να σκάβουν.</p><br><p>Ο ήλιος είχε σηκωθεί για τα καλά και η κυρά κοίταξε έξω και είδε πως ο νεαρός είχε ήδη τελειώσει το μισό χωράφι. Παρόλα αυτά περίμενε. Καθώς ο ήλιος ζέσταινε ακόμη περισσότερο τη μέρα, ο νεαρός συνέχιζε να δουλεύει και οι δροσοσταλίδες από μέσα του άρχισαν να στέκονται σε όλο του το σώμα. Άρχισε να βγάζει ένα ένα όλα του τα ρούχα, την κουβέρτα του, τη ζώνη του, ακόμη και το παντελόνι και τα μοκασίνια του. Σταμάτησε τότε και κοίταξε τριγύρω. Τα χρυσόκορφα φυτά στέκονταν τώρα μόνο στη μια μεριά του χωραφιού. Πήγε και κρύφτηκε ανάμεσά τους και αλείφθηκε από πάνω μέχρι κάτω. Στα μαλλιά της κεφαλής του, στις άκρες των αυτιών του, παντού άλειψε τη δακτυλόριζα. Άρχισε πάλι τη δουλειά και αναρωτήθηκε γιατί οι μύγες, οι σκνίπες και τα κουνούπια δεν είχαν εμφανιστεί ακόμη, όπως είχαν κάνει με τόσους άλλους. Μα η κοπέλα ακόμη δίσταζε. Στο τέλος όμως, πήγε σιγά σιγά και στο δωμάτιο όπου ήταν το βάζο.</p><br><p>“Μα είναι παράλογο”, σκέφτηκε, “που ελπίζω και που το σκέφτομαι καν. Θα ήταν όντως καλό να με αγαπούσε ειλικρινά ένας τέτοιος νέος και να μπορούσε να ορθώσει το ανάστημα του μπροστά σε μια τέτοια πρόκληση”. Παρ’ όλα αυτά έβγαλε το πώμα από το βάζο και είπε στα παράξενα μικρά της να μην του δείξουν κανένα έλεος, να τον τυραννίσουν όσο είχαν τυραννίσει και τους άλλους.</p><br><p>Αδημονώντας να τραφούν με το “νερό της ζωής”, όπως έλεγαν οι παππούδες μας το αίμα, όλα τους πέταξαν γοργά βουήζοντας πάνω από τα χωράφια και ήταν τόσα πολλά αυτή τη φορά που έμοιαζαν με αμμοθύελλα στον άνεμο παρά με σμήνος. “Τσι-νι-νι” και “τσο-νο-ο” έκαναν και βούηξαν στα αυτιά του νεαρού μόλις τον πλησίασαν τόσο δυνατά, που ο νεαρός που συνέχιζε να εργάζεται σκληρά νόμισε ότι είχαν ήδη αρχίσει να τον τσιμπούν. Αλλά ήταν η ιδέα του γιατί μόλις η πρώτη μύγα τον τσίμπησε, πετάχτηκε στον αέρα από αηδία και φώναξε στους υπόλοιπους “Σο-ο-ο-μ-μ!” και “Ουσ-α!” που σήμαινε ότι μόλις είχε φάει κάτι αηδιαστικό, κάτι με γεύση από τις πιο σιχαμένες μυρωδιές. Έτσι καμία άλλη μύγα δεν τον τσίμπησε και συνέχισαν το τραγούδι τους δίπλα στα αυτιά του. Γι΄ αυτό και μέχρι σήμερα οι μύγες προσέχουν ποιον τσιμπούν, πετούν για λίγο στον αέρα πριν το κάνουν.</p><br><p>Είπε τότε να δοκιμάσει και μια σκνίπα μα αμέσως φώναξε “Ουέ!” που σημαίνει ότι το στομάχι της ανακατεύτηκε και τόσο άρχισε να πονά το κεφάλι της που στροβιλίστηκε και στροβιλίστηκε στον αέρα. Για αυτό οι σκνίπες δαγκώνουν τόσο γρήγορα, γιατί φοβούνται μην ανακατευτούν και στροβιλίζονται πάντα πριν το κάνουν. </p><br><p>Τέλος, και ένα μακρύραμφο δοκίμασε να τσιμπήσει και όπως συνηθίζουν τα μακρύραμφα, στέκονται περισσότερο από τα άλλα τα τερατάκια. Κι αυτό στάθηκε και στάθηκε μέχρι που τα πίσω του πόδια παραμορφώθηκαν και αναγκάστηκε να πετάξει μακριά φωνάζοντας “Γιά κοτσί!” που πάει να πει ότι κάτι πικρό του έκαψε την προβοσκίδα του. Μέχρι και σήμερα από τότε τα κουνούπια λυγίζουν τα πίσω τους πόδια όταν τσιμπούν και τα ανασηκώνουν καθώς ρουφούν αίμα σαν να στέκονται πάνω σε κάτι καυτό. Πετούν και τραγουδούν γύρω μας για αρκετή ώρα πριν μας καρφώσουν και αμέσως πετούν μακριά μόλις τελειώσουν.</p><br><p>Σαν οι υπόλοιπες σκνίπες και τα κουνούπια άκουσαν τις φωνές των δικών τους έκαναν ότι έκαναν και οι μύγες - κανείς τους, ούτε ένα δεν πήγε να τσιμπήσει τον νεαρό. Όλα τους πέταξαν μακριά και πήγαν και άραξαν πάνω στα χρυσόκορφα καλαμπόκια, όπου και μετά από μια εκτενή συζήτηση αποφάσισαν να πάνε να βρουν τίποτα σκίουρους του κάμπου να δαγκώσουν. Σχεδόν πάντα θα βρίσκουμε μύγες, σκνίπες και κουνούπια γύρω από τις τρύπες των σκίουρων του κάμπου, ειδικά το καλοκαίρι όταν μεγαλώνει το καλαμπόκι.</p><br><p>Τώρα ο νεαρός μπορούσε πάλι να συγκεντρωθεί στη σκληρή του δουλειά ήρεμος και φαινόταν πως μέχρι το μεσημέρι θα είχε τελειώσει. Η κυρά ξανακοίταξε προς το μέρος του και τον είδε να συνεχίζει να εργάζεται σκληρά και σκέφτηκε: “Αχ! Πρέπει να μ’ αγαπά στ’ αλήθεια αφού δουλεύει ακόμη! Ίσως, ίσως… Λίγο ακόμη και θα τον αφήσουν ήσυχο”. Γρήγορα, πήγε και έβαλε ελάφι στο σκεύος και ετοίμασε φρέσκες χέουε και γλυκόψωμο γιατί: “Ίσως…” συνέχισε να σκέφτεται, “και τότε θα το έχω έτοιμο γι΄ αυτόν”.</p><br><p>Αλίμονο όμως, αλίμονο! Αυτό που δεν ξέρατε είναι πως η καλή και όμορφη αυτή κυρά είχε μια αδερφή, αλίμονο! Μια αδερφή όσο όμορφη ήταν και η ίδια, αλλά κακιά και διπρόσωπη. Και ξέρετε πώς είναι οι διπρόσωποι όταν είναι μάγοι και μάγισσες, με διπλές γλώσσες και διπλές σκέψεις. Τέτοια ήταν και η αδερφή της κυράς του Μάτσακι, αλίμονο!</p><br><p>Όταν ο ήλιος είχε σχεδόν σκαρφαλώσει στη μέση του ουρανού, η κυρά, ακόμη με αμφιβολία στην καρδιά, κοίταξε μια τελευταία φορά προς τον νεαρό και είδε πως ακόμη εργαζόταν, είχε σχεδόν τελειώσει όλες τις συστάδες καλαμποκιού: “Στ’ αλήθεια με αγαπά”, σκέφτηκε και βιάστηκε να στολιστεί με τα βραχιόλια και τα περιδέραια της από κοχύλια, με τα σκουλαρίκια της από πέτρες τουρκουάζ και τα βαμβακερά πανωφόρια της διακοσμημένα με πεταλούδες του καλοκαιριού και λουλούδια του φθινοπώρου. Έπειτα πήρε μια καινούρια γαβάθα από το ράφι καθώς κι έναν καινούριο δίσκο που είχε φτιάξει η ίδια και γέμισε το ένα με ζωμό κρέατος και το άλλο με χεουέ και γλυκόψωμο. Ισορρόπησε τη γαβάθα στο κεφάλι της και, παίρνοντας τον δίσκο στο χέρι της, ξεκίνησε να πάει στο χωράφι να συναντήσει τον καλό της. </p><br><p>Οι μάγισσες πάντα ζηλεύουν την ευτυχία και καλοτυχία των άλλων. Έτσι ζήλεψε και η αδερφή της κυράς σαν είδε το χαμόγελο στα χείλη της καθώς κατέβαινε προς το ποτάμι: “Χο-χά!”, είπε η διπρόσωπη αδερφή, “Τέμιθλοκουα θλοκά! Γουανανί!”, λέξεις περιφρόνησης και μίσους, λέξεις που χρησιμοποιούσαν παλιοί δαίμονες και μάγοι και που κανείς σήμερα δεν γνωρίζει τη σημασία τους - εκτός από την τελευταία λέξη. Αυτή σημαίνει “Για μια στιγμή” και η διπρόσωπη έτρεξε να ντυθεί, όπως της πρόσταζε η κακιά της φύση, ακριβώς όπως είχε ντυθεί η αδερφή της. Έβαλε και μια γαβάθα στο κεφάλι και πήρε κι έναν δίσκο στο χέρι και ήταν τόσο όμορφη κι αυτή που κανείς δεν μπορούσε να τις ξεχωρίσει, κανείς. Τέλος, πέρασε από τη θηλιά ενός μαγικού γιούκα αλλάζοντας και το πρόσωπό της και κανείς δεν θα μπορούσε να δει το πραγματικό εκτός κι αν το επιθυμούσε η ίδια.</p><br><p>Τώρα πια ο ήλιος είχε στηθεί για τα καλά στη μέση του ουρανού και ο νεαρός, έχοντας πια μαζέψει όλο το καλαμπόκι, πήγε στον ποταμό να πλυθεί. Πριν να τελειώσει, είδε την κοπέλα να πλησιάζει από το μονοπάτι με τη γαβάθα στο κεφάλι και τον δίσκο στο χέρι. Βιάστηκε τότε να τελειώσει το πλύσιμο και να πάει να ντυθεί για να την περιμένει. Καθώς πλησίαζε το κορίτσι, της είπε: “Να ‘σαι, έρχεσαι και τι ευτυχία είναι αυτή!” αλλά να! μπροστά του εμφανίστηκαν δυο ολόιδιες κυράδες. Τους είπε τότε στα γρήγορα: </p><p>Ελάτε και οι δυο εδώ.</p><p>Ε! είπαν οι κυράδες σχεδόν με μια φωνή και σαν του παρουσίασαν και οι δυο το φαγητό που είχαν φέρει, ο άμοιρος ο νεαρός κοίταζε πότε τη μια και πότε την άλλη αλαφιασμένος.</p><p>Αλίμονο! Ποιο πρέπει να πάρω;</p><p>Αχ κουτοπόνηρη αδερφή, γιατί ήρθες; είπε η κυρά που μόνο τότε πρόσεξε την αδερφή της στο πλάι της και αμέσως κατάλαβε τις κακές της προθέσεις.</p><p>Αχ κουτοπόνηρη αδερφή, ΕΣΥ γιατί ήρθες; είπε η άλλη.</p><p>Γύρνα πίσω, μου είναι λογοδοσμένος, είπε η κυρά και άρχισε να κλαίει.</p><p>Γύρνα πίσω, μου είναι λογοδοσμένος, είπε και η διπρόσωπη, προσποιούμενη πως έκλαιγε. </p><br><p>Συνέχισαν να μαλώνουν έτσι πέρα-δώθε τέσσερις φορές μέχρι που μεταξύ τους ξέσπασε κανονικός καυγάς. Και ήταν κανονικός καυγάς μεταξύ γυναικών, άρχισε να τραβά η μια τα μαλλιά της άλλης, να γρατζουνούν η μια την άλλη και να παλεύουν μέχρι που κατρακύλησαν και οι δυο στην άμμο. </p><br><p>Ο σαστισμένος νεαρός έκανε μια κίνηση να τις χωρίσει, αλλά δεν ήξερε ποια είναι ποια. Θεωρώντας πως η διπρόσωπη θα ξέρει να παλεύει καλύτερα από την αγαπημένη του, σήκωσε τη σκαπάνη και άρχισε να κοπανά αυτή που είχε βγει από πάνω ξανά και ξανά στο κεφάλι μέχρι που χαλάρωσε τη λαβή της και βογκώντας είπε: “Αλίμονο! Έτσι πρέπει να γίνει, έτσι πρέπει να γίνει”. Σε μια στιγμή τα ξέχασε όλα και τα μάτια της έπαψαν να βλέπουν.</p><br><p>Καθώς ο νεαρός στεκόταν και κοιτούσε τη σκηνή ξάφνου μπροστά του βρισκόταν μόνο η ετοιμοθάνατη κυρά. Πάνω από το κεφάλι του τότε εμφανίστηκε ένα κακάσχημο κοράκι που άρχισε να γελά “Κα-κάου, κα-κάου, κα-κάου!” και πέταξε μέχρι τη σπηλιά του στην πλαγιά του Κεραυνοβουνού. </p><br><p>Τότε κατάλαβε ο νεαρός τι είχε κάνει. Έβγαλε ένα ουρλιαχτό και άρχισε να κοπανά το στήθος του. Έτρεξε στο ποτάμι να φέρει νερό και έπλυνε τις πληγές της κυράς. Αλίμονο όμως. Χαμογέλασε, κάτι ψιθύρισε κι έπειτα έμεινε ακίνητη και ψυχρή. </p><br><p>Μονάχος, με τον ήλιο να συνεχίζει το ταξίδι του στον απογευματινό πια ουρανό, έκλαιγε τώρα ο νεαρός πάνω από το άψυχο σώμα της καλής του. Δεν είχε τίποτα άλλο παρά τις μαύρες του σκέψεις μαζί του. Την πήρε στην αγκαλιά του, έβαλε το πρόσωπο της δίπλα στο δικό του και ξανά και ξανά, σπαρακτικά της έλεγε: “Αλίμονο, αλίμονο! Αγαπημένη μου γυναίκα, σε αγαπώ, σε αγαπώ! Αλίμονο, αλίμονο! Αγαπημένη μου, αγαπημένη μου γυναίκα!”.</p><br><p>Σαν γύρισαν και οι υπόλοιποι άνθρωποι από τα χωράφια τους το σούρουπο, άρχισαν να ψάχνουν για την κυρά του Μάτσακι. Τότε είδαν και τον νεαρό, σκυφτό και μόνο του στη γη του αρχηγού-θεραπευτή, δίπλα στο ποτάμι. Πήγαν και το είπαν στον αρχηγό κι αυτός τους αποκρίθηκε: “Κακό βρήκε το όμορφο παιδί μου. Αλλά οι Θεοί μας το έχουν πει, κι έτσι είναι τα πράγματα”. Και χαμογέλασε, γιατί η καρδιά ενός αρχηγού-θεραπευτή ποτέ δεν κλαίει. Τους είπε να πάνε να τη φέρουν στο κέντρο του Μάτσακι και να τη θάψουν μπροστά από το Σπίτι του Ήλιου. Ήξερε πολύ καλά τι της είχε συμβεί. </p><br><p>Έτσι οι άνθρωποι έκαναν όπως τους είχε πει ο αρχηγός τους. Κατέβηκαν στο ποτάμι το δειλινό και πήραν την κυρά τους, την τύλιξαν με τα καλύτερα σάβανα και την έθαψαν μπροστά στο σπίτι του Ήλιου.</p><br><p>Μα ο νεαρός δεν ήξερε τίποτα άλλο παρά τον πόνο του. Ακολούθησε τους ανθρώπους και όταν έφτιαξαν τον τάφο της, εκείνος ξάπλωσε πάνω στο χώμα που τη σκέπαζε και δεν έφευγε. Ακόμη κι αφού σκοτείνιασε τελείως, είχε μείνει εκεί και της φώναζε: “Αλίμονο, αλίμονο! Αγαπημένη μου γυναίκα, σε αγαπώ, σε αγαπώ. Ακόμη κι αν δεν πρόλαβα να σε γνωρίσω, σε σκότωσα. Αλίμονο! Αγαπημένη μου γυναίκα!”.</p><br><p>Σονέτσι! Έχει κι άλλο η ιστορία μου. Ότι απομένει θα σας το πω μια άλλη βραδιά.</p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></itunes:summary>
		</item>
		<item>
			<title>Το Αγόρι Που Έγινε Θεός</title>
			<itunes:title>Το Αγόρι Που Έγινε Θεός</itunes:title>
			<pubDate>Fri, 24 Sep 2021 08:10:23 GMT</pubDate>
			<itunes:duration>12:45</itunes:duration>
			<enclosure url="https://sphinx.acast.com/p/open/s/6013ebce985ab977d52addcc/e/614c9749ad0d6f00132e0fac/media.mp3" length="14887578" type="audio/mpeg"/>
			<guid isPermaLink="false">614c9749ad0d6f00132e0fac</guid>
			<itunes:explicit>false</itunes:explicit>
			<link>https://www.karakaxa.org/%CE%B5%CF%80%CE%B5%CE%B9%CF%83%CF%8C%CE%B4%CE%B9%CE%B1</link>
			<acast:episodeId>614c9749ad0d6f00132e0fac</acast:episodeId>
			<acast:showId>6013ebce985ab977d52addcc</acast:showId>
			<acast:episodeUrl>mitos59</acast:episodeUrl>
			<acast:settings><![CDATA[FYjHyZbXWHZ7gmX8Pp1rmbKbhgrQiwYShz70Q9/ffXZMTtedvdcRQbP4eiLMjXzCKLPjEYLpGj+NMVKa+5C8pL4u/EOj1Vw4h5MMJYp0lCcFAe0fnxBJy/1ju4Qxy1fh8gO4DvlGA40yms2g0/hOkcrfHIopjTygHFqGwwOPKFIai4SuTvs86Lx3UYCyl6Zs+WO4fC9bB8/2bSJALEZpunHdJA38/ZCmkJMYOTmjFjre0y1Noe9hkwqn3qG0h4q4YSiRe72dsMMOdK/vmAxJVZacGCe/ns4fLh91ku5soOgP7h346keawUlrPBikg/mZ]]></acast:settings>
			<itunes:subtitle>Μίτος</itunes:subtitle>
			<itunes:episodeType>full</itunes:episodeType>
			<itunes:episode>59</itunes:episode>
			<itunes:image href="https://assets.pippa.io/shows/6013ebce985ab977d52addcc/1632409136218-a2374691de3578f9627db8cdf6016195.jpeg"/>
			<description><![CDATA[<p>Φτάσαμε και στους Νάβαχο. Θα μάθουμε για την προέλευση των χορών τους και για έναν άνθρωπο που ταξίδεψε μαζί με τους θεούς. Ένα ιδιαίτερο παιδί που πάντα είχε ένα χάρισμα.</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Δεν περιέχει ευαίσθητο υλικό</p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>Η ιστορία είναι ευγενική παραχώρηση του: www.firstpeople.us</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ</p><br><p>Το Αγόρι που Έγινε Θεός</p><br><p>Οι Τολτσίνι, φυλή των Ναβάχο, ζούσαν κάποτε στα Άγρια Βουνά. Ένας από αυτούς συνήθιζε να κάνει μεγάλους περιπάτους προς την ενδοχώρα. Οι αδερφοί του, τον είχαν για τρελό. Την πρώτη φορά που γύρισε από τον μακρύ του περίπατο, έφερε μαζί του ένα κλαδί πεύκου. Τη δεύτερη φορά ένα καλαμπόκι. Κάθε φορά που επέστρεφε, είχε μαζί του και κάτι διαφορετικό και πάντα μια νέα παράξενη ιστορία να διηγηθεί. Έλεγαν οι αδερφοί του: “Τρελός είναι και δεν ξέρει τι λέει”.</p><br><p>Ήρθε και ο καιρός που οι Τολτσίνι άφησαν πίσω τους τα Άγρια Βουνά και εγκαταστάθηκαν για μια φορά ακόμα στους ανατολικούς πρόποδες του βουνού Σαν Ματέο. Εκεί δεν είχαν τίποτε άλλο να φάνε παρά χορτάρι. Ο μεγαλύτερος αδερφός είπε: “Ας πάμε για κυνήγι”, αλλά γύρισε αμέσως και είπε στον μικρότερό τους να μην το κουνήσει από τον καταυλισμό. Πέρασαν πέντε μέρες και πέντε νύχτες χωρίς να φανούν οι άνδρες και τότε μόνο κίνησε ο μικρότερος να τους βρει.</p><br><p>Αφού είχε ταξιδέψει μία ολόκληρη μέρα είπε να κατασκηνώσει για να περάσει το βράδυ του στον πάτο ενός φαραγγιού, σε μια εσοχή σαν σπηλιά που σχημάτιζαν τα βράχια. Παρόλο που τριγύρω υπήρχε άφθονο χιόνι, δεν υπήρχε καθόλου νερό οπότε ο μικρός ο αδερφός άναψε μια φωτιά και ζέστανε μια πέτρα, ενώ παράλληλα έσκαψε και μια τρύπα στο έδαφος. Η ζεστή πέτρα έκανε το χιόνι να λιώσει και έτσι είχε νερό να πιει. Τότε ξάφνου άκουσε έναν θόρυβο έξω, σαν να περνούσαν άνθρωποι.</p><p> Βγήκε έξω να δει τι συνέβαινε και μπροστά του είδε πολλά κοράκια να πηγαινοέρχονται σε ολόκληρο το φαράγγι. Το φαράγγι βλέπετε, ήταν το σπίτι των Κορακιών μα και άλλων φτερωτών πλασμάτων, όπως του δασοκόκορα. Είδε τις πολλές φωτιές που είχαν φτιάξει τα Κοράκια στις πλαγιές του φαραγγιού. Δυο κοράκια πέταξαν μέχρι κάτω και ο νεαρός άκουσε προσεκτικά τι είχαν να του πουν. </p><br><p>Τα δυο κοράκια είπαν: “Κάποιος λέει, κάποιος λέει”. Μα ο νεαρός δεν κατάλαβε τι ήθελαν να πουν με αυτό. Τότε ένα κοράκι από την απέναντι μεριά του φαραγγιού είπε: “Μα τι συμβαίνει; Πες μας! Πες μας! Τι τρέχει;”. Και τα δυο κοντινά κοράκια απάντησαν: “Δυο από εμάς σκοτώθηκαν. Έτσι μας είπαν άλλοι δυο από εμάς”. Αυτοί οι δυο είχαν πει στα υπόλοιπα κοράκια πως δυο άνθρωποι είχαν βγει για κυνήγι και είχαν σκοτώσει δώδεκα ελάφια. Μια ομάδα Κοράκων τότε πήγαν να τα βρουν. Τα δυο κοράκια πρόσθεσαν τότε: “Δυο από αυτούς που πήγαν για τα ματωμένα ελάφια σκοτώθηκαν”.</p><br><p>Τα κοράκια στην απέναντι πλαγιά του φαραγγιού ρώτησαν τότε: </p><p>Ποιοι από εμάς σκοτώθηκαν; </p><p>Ένας δασοκόκορας που στεκόταν στο κέρατο του ελαφιού κι ένα κοράκι που στεκόταν στη ράχη του, απάντησαν τα δυο κοντινά κοράκια.</p><p>Δεν μας κάνει και τόση έκπληξη που σκοτώθηκαν. Σου το έχουμε πει τόσες φορές, άμα πας για σκοτωμένα ελάφια, να περιμένεις πως θα σκοτωθείς κι εσύ, είπαν τότε πάλι οι απέναντι.</p><p>Δεν θα ξανασχοληθούμε μαζί τους λοιπόν, είπαν τα δυο κοράκια. Πέθαναν και πάνε. Θα μιλήσουμε για πράγματα που έγιναν πολύ καιρό πριν.</p><br><p>Ο νεαρός παρέμεινε σιωπηλός και συνέχισε να ακούει προσεκτικά κάθε τι που λεγόταν. Μετά από λίγο τα κοράκια στην απέναντι μεριά του φαραγγιού άρχισαν να κάνουν σαματά και να χορεύουν. Είχαν πολλά τραγούδια να πουν και ο νεαρός δεν σταμάτησε λεπτό να ακούει. Μετά τους χορούς άναψαν μια πελώρια φωτιά η οποία κυκλώθηκε από σκοτεινές φιγούρες και ο νεαρός δεν ήταν σίγουρος αν ήταν άνθρωποι ή όχι. Ήταν σίγουρος όμως πως άκουσε τη φωνή του Χασγιέλτι. Τότε ήξερε πως η καρδιά του θα τα θυμόταν όλα, θα θυμόταν όλα τα λόγια των τραγουδιών που θα κρατούσαν όλη τη νύχτα. Είπε στον εαυτό του: “Θα ακούσω προσεκτικά μέχρι το ξημέρωμα”.</p><br><p>Τα Κοράκια όμως δεν έμειναν στην πλαγιά του φαραγγιού όπου είχαν βάλει τις φωτιές. Με τους χορούς τους διέσχισαν απ’ άκρη σ’ άκρη όλο το φαράγγι μέχρι το ξημέρωμα. Έπειτα, τα κοράκια και όλα τα υπόλοιπα πουλιά πέταξαν προς τη Δύση και άφησαν πίσω τους μόνο τις φωτιές και τους καπνούς. </p><br><p>Ο νεαρός συνέχισε τον δρόμο του μέχρι που πλησίασε την κατασκήνωση των αδερφών του. Εκείνοι τον είδαν να έρχεται από μακριά και είπαν μεταξύ τους: “Πάλι θα έχει ιστορίες να μας πει. Θα πει πως είδε κάτι που δεν έχει δει ποτέ κανείς”. Μα τότε παρενέβει ο κουνιάδος τού νεαρού, που ήταν κι αυτός εκεί, και τους είπε: “Αφήστε τον ήσυχο. Ναι, θα έρθει στην κατασκήνωση και θα μας τα πει όλα. Εγώ τον πιστεύω μιας και το βρίσκω πολύ δύσκολο να σκαρφίζεται τόσο περίπλοκες ιστορίες κάθε φορά”. </p><br><p>Η κατασκήνωση των ανδρών περιτριγυριζόταν από θάμνους πινόν και είχαν ήδη ανάψει στο κέντρο της μια μεγάλη φωτιά όπου έψηναν άφθονο κρέας. Σαν έφτασε και ο νεαρός ως εκεί πήγε αμέσως δίπλα στη φωτιά λέγοντας: </p><p>Κρυώνω πολύ.</p><p>Μα κάνει πολύ κρύο, απάντησε ο κουνιάδος. Όταν κατασκηνώνουμε μαζί ξέρεις, από το πρωί ξεκινάμε και λέμε ιστορίες ο ένας στον άλλο. Σειρά σου να μας πεις τη δική σου.</p><p>Εκεί που σταμάτησα χθες ήταν η χειρότερη κατασκήνωση που έχω δει, είπε ο νεαρός και τα αδέρφια του δεν του έδωσαν καμία σημασία, μα ο κουνιάδος τον άκουγε προσεκτικά. Δεν έχω ακούσει ποτέ μου τόσο θόρυβο!</p><br><p>Και συνέχισε να διηγείται τα γεγονότα της χθεσινής βραδιάς. Ο κουνιάδος του τον ρώτησε τι πλάσματα ήταν αυτά που έκαναν τον θόρυβο:</p><p>Δεν ξέρω, μου ήταν ξένοι. Χόρευαν όλο το βράδυ σε όλο το φαράγγι και τους άκουσα να λένε πως οι αδερφοί μου είχαν σκοτώσει δώδεκα ελάφια και ότι μετά σκότωσαν δυο από δαύτους που πήγαν να πάρουν λίγο από το αίμα του σκοτωμένου ελαφιού. Τους άκουσα να λένε πως αυτό ήταν αναμενόμενο, όποιος πάει σε τέτοια μέρη επόμενο είναι να σκοτωθεί.</p><p>Πόσα ελάφια είπες είχαν σκοτωθεί; ρώτησε τότε ο μεγαλύτερος αδερφός.</p><p>Δώδεκα.</p><p>Αν και ποτέ πριν δεν έχω πιστέψει τις ιστορίες σου, αυτή τη φορά σε πιστεύω. Μα πώς σου συμβαίνουν όλα αυτά τα παράξενα; Τι έχεις μέσα σου που σε φέρνει σε τέτοιες καταστάσεις;</p><p>Δεν γνωρίζω, απάντησε ο νεαρός. Απλά έρχονται στο μυαλό μου και μπροστά στα μάτια μου.</p><br><p>Μετά από λίγο ξεκίνησαν όλοι το ταξίδι της επιστροφής με όλο το κρέας που είχαν πιάσει και ο νεαρός τούς βοήθησε στη μεταφορά. Καθώς κατέβαιναν ένα οροπέδιο, έκατσαν για λίγο στην άκρη του να ξεκουραστούν. Στη βάση του οροπεδίου, οι αδερφοί είδαν τέσσερα βουνίσια πρόβατα και είπαν στον μικρό να σκοτώσει ένα. Ο νεαρός πήγε και κρύφτηκε πίσω από έναν θάμνο φασκόμηλου και μόλις τον πλησίασε ένα από τα πρόβατα σήκωσε το τόξο του και ετοιμάστηκε να ρίξει. Μα το χέρι του παρέλυσε και δεν μπόρεσε να το κουνήσει καθόλου. Το πρόβατο λοιπόν τον προσπέρασε.</p><br><p>Πήγε μετά και κρύφτηκε πίσω από μια συστάδα από γιούκα. Το πρόβατο βρισκόταν τώρα στα πέντε βήματα από αυτόν, μα σαν σήκωσε το τόξο του να του ρίξει, το χέρι του νεαρού πάλι κοκκάλωσε.</p><br><p>Ακολούθησε τα πρόβατα, τα προσπέρασε και κρύφτηκε πίσω από μια ανθισμένη σημύδα, σήκωσε το τόξο και τότε, όταν τον πέρασαν και τα τέσσερα πρόβατα, μεταμορφώθηκαν σε θεούς. Το πρώτο ήταν ο Χασγιέλτι, το δεύτερο ο Χοστγιόγον, το τρίτο η Ναασκίντι και το τέταρτο ο Χαντατσίσι. Ο νεαρός έπεσε λιπόθυμος στο έδαφος. Οι τέσσερις θεοί στάθηκαν από πάνω του σε τέσσερις μεριές κρατώντας ο καθένας τους από ένα ραβδί με κουδούνια. </p><br><p>Ζωγράφισαν με το ραβδί τους στην άμμο τη φιγούρα ενός ανθρώπου και έκαναν γραμμές εκεί που ήταν τα πόδια και τα χέρια του. Ο νεαρός τότε συνήλθε και οι τέσσερις θεοί μεταμορφώθηκαν πάλι σε πρόβατα. Του είπαν: “Γιατί πήγες να μας ρίξεις; Είσαι κι εσύ ένας από εμάς” και ο νεαρός μεταμορφώθηκε κι αυτός σε πρόβατο. “Θα γίνει ένας χορός πέρα στον Βορρά, πέρα κι από το Βουνό Ούτε. Θέλουμε να έρθεις μαζί μας, θα σε ντύσουμε σαν εμάς και θα σε μάθουμε να χορεύεις. Μετά θα γυρίσουμε όλον τον κόσμο”.</p><br><p>Στο μεταξύ, οι αδερφοί που κοιτούσαν από την κορυφή του οροπεδίου, δεν μπορούσαν να διακρίνουν τι γινόταν. Είδαν τον αδερφό τους να κείτεται στο έδαφος, μα σαν πλησίασαν είχε εξαφανιστεί. Άρχισαν τότε να κλαίνε και να λένε: “Τόσο καιρό δεν τον πιστεύαμε και τώρα έφυγε με τα πρόβατα”. Προσπάθησαν να βρουν τα πρόβατα, αλλά μάταια. Είπαν: “Αν τον είχαμε πιστέψει δεν θα είχε φύγει! Ίσως μια μέρα να τον ξαναδούμε…”.</p><br><p>Στον μεγάλο χορό τα πέντε πρόβατα βρήκαν άλλους επτά. Έτσι συμπλήρωσαν τη δωδεκάδα τους. Ταξίδεψαν σε όλον τον κόσμο. Όπου κι αν πήγαιναν έβλεπαν τους χορούς και τα τραγούδια όλων των ανθρώπων. Τότε οι έντεκα συζήτησαν και αποφάσισαν: “Δεν έχει νόημα να κρατήσουμε άλλο τον νεαρό μαζί μας, ό,τι είχε να μάθει το έμαθε. Καιρός να πάει πίσω στη φυλή του και να μάθει στους υπόλοιπους τους τρόπους μας”.</p><br><p>Ο νεαρός επέστρεψε στη φυλή του και είπε στους ανθρώπους να φτιάξουν μάσκες που θα εκπροσωπούν τους θεούς αυτούς. Έμαθε στους συντρόφους του πώς να χορεύουν δώδεκα, έξι θεοί και έξι θεές με τον Χασγιέλτι μπροστά. </p><br><p>Έτσι ο νεαρός γύρισε πίσω στους αδερφούς του κουβαλώντας μαζί του τραγούδια, θεραπείες και κάθε λογής ρουχισμό.</p><p><br></p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></description>
			<itunes:summary><![CDATA[<p>Φτάσαμε και στους Νάβαχο. Θα μάθουμε για την προέλευση των χορών τους και για έναν άνθρωπο που ταξίδεψε μαζί με τους θεούς. Ένα ιδιαίτερο παιδί που πάντα είχε ένα χάρισμα.</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Δεν περιέχει ευαίσθητο υλικό</p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>Η ιστορία είναι ευγενική παραχώρηση του: www.firstpeople.us</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ</p><br><p>Το Αγόρι που Έγινε Θεός</p><br><p>Οι Τολτσίνι, φυλή των Ναβάχο, ζούσαν κάποτε στα Άγρια Βουνά. Ένας από αυτούς συνήθιζε να κάνει μεγάλους περιπάτους προς την ενδοχώρα. Οι αδερφοί του, τον είχαν για τρελό. Την πρώτη φορά που γύρισε από τον μακρύ του περίπατο, έφερε μαζί του ένα κλαδί πεύκου. Τη δεύτερη φορά ένα καλαμπόκι. Κάθε φορά που επέστρεφε, είχε μαζί του και κάτι διαφορετικό και πάντα μια νέα παράξενη ιστορία να διηγηθεί. Έλεγαν οι αδερφοί του: “Τρελός είναι και δεν ξέρει τι λέει”.</p><br><p>Ήρθε και ο καιρός που οι Τολτσίνι άφησαν πίσω τους τα Άγρια Βουνά και εγκαταστάθηκαν για μια φορά ακόμα στους ανατολικούς πρόποδες του βουνού Σαν Ματέο. Εκεί δεν είχαν τίποτε άλλο να φάνε παρά χορτάρι. Ο μεγαλύτερος αδερφός είπε: “Ας πάμε για κυνήγι”, αλλά γύρισε αμέσως και είπε στον μικρότερό τους να μην το κουνήσει από τον καταυλισμό. Πέρασαν πέντε μέρες και πέντε νύχτες χωρίς να φανούν οι άνδρες και τότε μόνο κίνησε ο μικρότερος να τους βρει.</p><br><p>Αφού είχε ταξιδέψει μία ολόκληρη μέρα είπε να κατασκηνώσει για να περάσει το βράδυ του στον πάτο ενός φαραγγιού, σε μια εσοχή σαν σπηλιά που σχημάτιζαν τα βράχια. Παρόλο που τριγύρω υπήρχε άφθονο χιόνι, δεν υπήρχε καθόλου νερό οπότε ο μικρός ο αδερφός άναψε μια φωτιά και ζέστανε μια πέτρα, ενώ παράλληλα έσκαψε και μια τρύπα στο έδαφος. Η ζεστή πέτρα έκανε το χιόνι να λιώσει και έτσι είχε νερό να πιει. Τότε ξάφνου άκουσε έναν θόρυβο έξω, σαν να περνούσαν άνθρωποι.</p><p> Βγήκε έξω να δει τι συνέβαινε και μπροστά του είδε πολλά κοράκια να πηγαινοέρχονται σε ολόκληρο το φαράγγι. Το φαράγγι βλέπετε, ήταν το σπίτι των Κορακιών μα και άλλων φτερωτών πλασμάτων, όπως του δασοκόκορα. Είδε τις πολλές φωτιές που είχαν φτιάξει τα Κοράκια στις πλαγιές του φαραγγιού. Δυο κοράκια πέταξαν μέχρι κάτω και ο νεαρός άκουσε προσεκτικά τι είχαν να του πουν. </p><br><p>Τα δυο κοράκια είπαν: “Κάποιος λέει, κάποιος λέει”. Μα ο νεαρός δεν κατάλαβε τι ήθελαν να πουν με αυτό. Τότε ένα κοράκι από την απέναντι μεριά του φαραγγιού είπε: “Μα τι συμβαίνει; Πες μας! Πες μας! Τι τρέχει;”. Και τα δυο κοντινά κοράκια απάντησαν: “Δυο από εμάς σκοτώθηκαν. Έτσι μας είπαν άλλοι δυο από εμάς”. Αυτοί οι δυο είχαν πει στα υπόλοιπα κοράκια πως δυο άνθρωποι είχαν βγει για κυνήγι και είχαν σκοτώσει δώδεκα ελάφια. Μια ομάδα Κοράκων τότε πήγαν να τα βρουν. Τα δυο κοράκια πρόσθεσαν τότε: “Δυο από αυτούς που πήγαν για τα ματωμένα ελάφια σκοτώθηκαν”.</p><br><p>Τα κοράκια στην απέναντι πλαγιά του φαραγγιού ρώτησαν τότε: </p><p>Ποιοι από εμάς σκοτώθηκαν; </p><p>Ένας δασοκόκορας που στεκόταν στο κέρατο του ελαφιού κι ένα κοράκι που στεκόταν στη ράχη του, απάντησαν τα δυο κοντινά κοράκια.</p><p>Δεν μας κάνει και τόση έκπληξη που σκοτώθηκαν. Σου το έχουμε πει τόσες φορές, άμα πας για σκοτωμένα ελάφια, να περιμένεις πως θα σκοτωθείς κι εσύ, είπαν τότε πάλι οι απέναντι.</p><p>Δεν θα ξανασχοληθούμε μαζί τους λοιπόν, είπαν τα δυο κοράκια. Πέθαναν και πάνε. Θα μιλήσουμε για πράγματα που έγιναν πολύ καιρό πριν.</p><br><p>Ο νεαρός παρέμεινε σιωπηλός και συνέχισε να ακούει προσεκτικά κάθε τι που λεγόταν. Μετά από λίγο τα κοράκια στην απέναντι μεριά του φαραγγιού άρχισαν να κάνουν σαματά και να χορεύουν. Είχαν πολλά τραγούδια να πουν και ο νεαρός δεν σταμάτησε λεπτό να ακούει. Μετά τους χορούς άναψαν μια πελώρια φωτιά η οποία κυκλώθηκε από σκοτεινές φιγούρες και ο νεαρός δεν ήταν σίγουρος αν ήταν άνθρωποι ή όχι. Ήταν σίγουρος όμως πως άκουσε τη φωνή του Χασγιέλτι. Τότε ήξερε πως η καρδιά του θα τα θυμόταν όλα, θα θυμόταν όλα τα λόγια των τραγουδιών που θα κρατούσαν όλη τη νύχτα. Είπε στον εαυτό του: “Θα ακούσω προσεκτικά μέχρι το ξημέρωμα”.</p><br><p>Τα Κοράκια όμως δεν έμειναν στην πλαγιά του φαραγγιού όπου είχαν βάλει τις φωτιές. Με τους χορούς τους διέσχισαν απ’ άκρη σ’ άκρη όλο το φαράγγι μέχρι το ξημέρωμα. Έπειτα, τα κοράκια και όλα τα υπόλοιπα πουλιά πέταξαν προς τη Δύση και άφησαν πίσω τους μόνο τις φωτιές και τους καπνούς. </p><br><p>Ο νεαρός συνέχισε τον δρόμο του μέχρι που πλησίασε την κατασκήνωση των αδερφών του. Εκείνοι τον είδαν να έρχεται από μακριά και είπαν μεταξύ τους: “Πάλι θα έχει ιστορίες να μας πει. Θα πει πως είδε κάτι που δεν έχει δει ποτέ κανείς”. Μα τότε παρενέβει ο κουνιάδος τού νεαρού, που ήταν κι αυτός εκεί, και τους είπε: “Αφήστε τον ήσυχο. Ναι, θα έρθει στην κατασκήνωση και θα μας τα πει όλα. Εγώ τον πιστεύω μιας και το βρίσκω πολύ δύσκολο να σκαρφίζεται τόσο περίπλοκες ιστορίες κάθε φορά”. </p><br><p>Η κατασκήνωση των ανδρών περιτριγυριζόταν από θάμνους πινόν και είχαν ήδη ανάψει στο κέντρο της μια μεγάλη φωτιά όπου έψηναν άφθονο κρέας. Σαν έφτασε και ο νεαρός ως εκεί πήγε αμέσως δίπλα στη φωτιά λέγοντας: </p><p>Κρυώνω πολύ.</p><p>Μα κάνει πολύ κρύο, απάντησε ο κουνιάδος. Όταν κατασκηνώνουμε μαζί ξέρεις, από το πρωί ξεκινάμε και λέμε ιστορίες ο ένας στον άλλο. Σειρά σου να μας πεις τη δική σου.</p><p>Εκεί που σταμάτησα χθες ήταν η χειρότερη κατασκήνωση που έχω δει, είπε ο νεαρός και τα αδέρφια του δεν του έδωσαν καμία σημασία, μα ο κουνιάδος τον άκουγε προσεκτικά. Δεν έχω ακούσει ποτέ μου τόσο θόρυβο!</p><br><p>Και συνέχισε να διηγείται τα γεγονότα της χθεσινής βραδιάς. Ο κουνιάδος του τον ρώτησε τι πλάσματα ήταν αυτά που έκαναν τον θόρυβο:</p><p>Δεν ξέρω, μου ήταν ξένοι. Χόρευαν όλο το βράδυ σε όλο το φαράγγι και τους άκουσα να λένε πως οι αδερφοί μου είχαν σκοτώσει δώδεκα ελάφια και ότι μετά σκότωσαν δυο από δαύτους που πήγαν να πάρουν λίγο από το αίμα του σκοτωμένου ελαφιού. Τους άκουσα να λένε πως αυτό ήταν αναμενόμενο, όποιος πάει σε τέτοια μέρη επόμενο είναι να σκοτωθεί.</p><p>Πόσα ελάφια είπες είχαν σκοτωθεί; ρώτησε τότε ο μεγαλύτερος αδερφός.</p><p>Δώδεκα.</p><p>Αν και ποτέ πριν δεν έχω πιστέψει τις ιστορίες σου, αυτή τη φορά σε πιστεύω. Μα πώς σου συμβαίνουν όλα αυτά τα παράξενα; Τι έχεις μέσα σου που σε φέρνει σε τέτοιες καταστάσεις;</p><p>Δεν γνωρίζω, απάντησε ο νεαρός. Απλά έρχονται στο μυαλό μου και μπροστά στα μάτια μου.</p><br><p>Μετά από λίγο ξεκίνησαν όλοι το ταξίδι της επιστροφής με όλο το κρέας που είχαν πιάσει και ο νεαρός τούς βοήθησε στη μεταφορά. Καθώς κατέβαιναν ένα οροπέδιο, έκατσαν για λίγο στην άκρη του να ξεκουραστούν. Στη βάση του οροπεδίου, οι αδερφοί είδαν τέσσερα βουνίσια πρόβατα και είπαν στον μικρό να σκοτώσει ένα. Ο νεαρός πήγε και κρύφτηκε πίσω από έναν θάμνο φασκόμηλου και μόλις τον πλησίασε ένα από τα πρόβατα σήκωσε το τόξο του και ετοιμάστηκε να ρίξει. Μα το χέρι του παρέλυσε και δεν μπόρεσε να το κουνήσει καθόλου. Το πρόβατο λοιπόν τον προσπέρασε.</p><br><p>Πήγε μετά και κρύφτηκε πίσω από μια συστάδα από γιούκα. Το πρόβατο βρισκόταν τώρα στα πέντε βήματα από αυτόν, μα σαν σήκωσε το τόξο του να του ρίξει, το χέρι του νεαρού πάλι κοκκάλωσε.</p><br><p>Ακολούθησε τα πρόβατα, τα προσπέρασε και κρύφτηκε πίσω από μια ανθισμένη σημύδα, σήκωσε το τόξο και τότε, όταν τον πέρασαν και τα τέσσερα πρόβατα, μεταμορφώθηκαν σε θεούς. Το πρώτο ήταν ο Χασγιέλτι, το δεύτερο ο Χοστγιόγον, το τρίτο η Ναασκίντι και το τέταρτο ο Χαντατσίσι. Ο νεαρός έπεσε λιπόθυμος στο έδαφος. Οι τέσσερις θεοί στάθηκαν από πάνω του σε τέσσερις μεριές κρατώντας ο καθένας τους από ένα ραβδί με κουδούνια. </p><br><p>Ζωγράφισαν με το ραβδί τους στην άμμο τη φιγούρα ενός ανθρώπου και έκαναν γραμμές εκεί που ήταν τα πόδια και τα χέρια του. Ο νεαρός τότε συνήλθε και οι τέσσερις θεοί μεταμορφώθηκαν πάλι σε πρόβατα. Του είπαν: “Γιατί πήγες να μας ρίξεις; Είσαι κι εσύ ένας από εμάς” και ο νεαρός μεταμορφώθηκε κι αυτός σε πρόβατο. “Θα γίνει ένας χορός πέρα στον Βορρά, πέρα κι από το Βουνό Ούτε. Θέλουμε να έρθεις μαζί μας, θα σε ντύσουμε σαν εμάς και θα σε μάθουμε να χορεύεις. Μετά θα γυρίσουμε όλον τον κόσμο”.</p><br><p>Στο μεταξύ, οι αδερφοί που κοιτούσαν από την κορυφή του οροπεδίου, δεν μπορούσαν να διακρίνουν τι γινόταν. Είδαν τον αδερφό τους να κείτεται στο έδαφος, μα σαν πλησίασαν είχε εξαφανιστεί. Άρχισαν τότε να κλαίνε και να λένε: “Τόσο καιρό δεν τον πιστεύαμε και τώρα έφυγε με τα πρόβατα”. Προσπάθησαν να βρουν τα πρόβατα, αλλά μάταια. Είπαν: “Αν τον είχαμε πιστέψει δεν θα είχε φύγει! Ίσως μια μέρα να τον ξαναδούμε…”.</p><br><p>Στον μεγάλο χορό τα πέντε πρόβατα βρήκαν άλλους επτά. Έτσι συμπλήρωσαν τη δωδεκάδα τους. Ταξίδεψαν σε όλον τον κόσμο. Όπου κι αν πήγαιναν έβλεπαν τους χορούς και τα τραγούδια όλων των ανθρώπων. Τότε οι έντεκα συζήτησαν και αποφάσισαν: “Δεν έχει νόημα να κρατήσουμε άλλο τον νεαρό μαζί μας, ό,τι είχε να μάθει το έμαθε. Καιρός να πάει πίσω στη φυλή του και να μάθει στους υπόλοιπους τους τρόπους μας”.</p><br><p>Ο νεαρός επέστρεψε στη φυλή του και είπε στους ανθρώπους να φτιάξουν μάσκες που θα εκπροσωπούν τους θεούς αυτούς. Έμαθε στους συντρόφους του πώς να χορεύουν δώδεκα, έξι θεοί και έξι θεές με τον Χασγιέλτι μπροστά. </p><br><p>Έτσι ο νεαρός γύρισε πίσω στους αδερφούς του κουβαλώντας μαζί του τραγούδια, θεραπείες και κάθε λογής ρουχισμό.</p><p><br></p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></itunes:summary>
		</item>
		<item>
			<title>Ο Ερημίτης</title>
			<itunes:title>Ο Ερημίτης</itunes:title>
			<pubDate>Mon, 20 Sep 2021 08:21:07 GMT</pubDate>
			<itunes:duration>19:58</itunes:duration>
			<enclosure url="https://sphinx.acast.com/p/open/s/6013ebce985ab977d52addcc/e/614763855510450019f9cb85/media.mp3" length="23520102" type="audio/mpeg"/>
			<guid isPermaLink="false">614763855510450019f9cb85</guid>
			<itunes:explicit>false</itunes:explicit>
			<link>https://www.karakaxa.org/%CE%B5%CF%80%CE%B5%CE%B9%CF%83%CF%8C%CE%B4%CE%B9%CE%B1</link>
			<acast:episodeId>614763855510450019f9cb85</acast:episodeId>
			<acast:showId>6013ebce985ab977d52addcc</acast:showId>
			<acast:episodeUrl>mitos58</acast:episodeUrl>
			<acast:settings><![CDATA[FYjHyZbXWHZ7gmX8Pp1rmbKbhgrQiwYShz70Q9/ffXZMTtedvdcRQbP4eiLMjXzCKLPjEYLpGj+NMVKa+5C8pL4u/EOj1Vw4h5MMJYp0lCcFAe0fnxBJy/1ju4Qxy1fh8gO4DvlGA40yms2g0/hOkcrfHIopjTygHFqGwwOPKFIai4SuTvs86Lx3UYCyl6Zs+WO4fC9bB8/2bSJALEZpunHdJA38/ZCmkJMYOTmjFjqM/nOewqOdAuljaj7apJNZCopImhSVZrXiH76ICk2yNfF3rT9wIMUVMVw5W8PBlQZqWTJAusexBh7J3VFp+UMt]]></acast:settings>
			<itunes:subtitle>Μίτος</itunes:subtitle>
			<itunes:episodeType>full</itunes:episodeType>
			<itunes:episode>58</itunes:episode>
			<itunes:image href="https://assets.pippa.io/shows/6013ebce985ab977d52addcc/1632068458951-a5ac0e00c85269c03d3a6ae12aa21972.jpeg"/>
			<description><![CDATA[<p>Ένας Μοϊκανός βρίσκεται μπροστά σε αρχηγό των Τσινούκ και γίνεται μια απίθανη ανταλλαγή πολιτισμών, με κερασάκι μια συγκινητική ιστορία για την αυτοθυσία του αρχηγού Σκουάμις.</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Δεν περιέχει ευαίσθητο υλικό </p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ</p><br><p>Ο Ερημίτης</p><br><p>Όταν ταξιδεύουμε αντίθετα στο ρεύμα του ποταμού Καπιλάνο, αφήνοντας πίσω μας το φράγμα, θα συναντήσουμε μια εγκαταλελειμμένη καλύβα ξυλοκόπου κάπου ένα μίλι πριν την πόλη.</p><p>Αν αφήσουμε το μονοπάτι και πάμε αριστερά, διασχίζοντας τη χαμηλή βλάστηση για καμιά εκατοστή γιάρδες, θα βρεθούμε μπροστά στις βραχώδεις όχθες αυτού του αγνού και ακούραστου Καναδικού ποταμού. Το ποτάμι αυτό στοιχειώνεται από την πιο πλούσια παράδοση και λούζεται καθημερινά με δεκάδες μύθους που έρχονται να συναντηθούν με την ομορφιά και τη μεγαλειότητά του και που, αν ακούσει προσεκτικά κανείς, τα νερά του μας διηγούνται ψυθιρίζοντας. Τον παρακάτω μύθο τον έμαθα κι εγώ από μια γλυκιά φωνή, μια φωνή που έχει σωπάσει σήμερα, παρόλο που ο ποταμός συνεχίζει να κυλά. Και να τραγουδά ακόμη. </p><br><p>Έτσι μελωδικά τραγουδούσε ένα αυγουστιάτικο απόγευμα πριν δυο καλοκαίρια όταν εγώ, ο αρχηγός, η καλοσυνάτη γυναίκα του και η πανέξυπνη κόρη τους λιαζόμασταν στα λεία βράχια χαζεύοντας τα σύννεφα να περνούν. Είχε πολύ όρεξη για ιστορίες εκείνη την ημέρα ο αρχηγός, τα λόγια μαζεύονταν στα χείλη του όπως το ανέμελο σφύριγμα μαζεύεται στα χείλη ενός μικρού αγοριού. Η καρδιά του ξεχείλιζε από ιστορίες παλαιότερων καιρών, τα μάτια του σκοτεινιάζαν από όνειρα θρηνώντας το πέρασμα των παλιών αυτών μύθων. Δεν υπήρχε βράχος, δέντρο και χορτάρι που να κοιτάξει και να μην το συνδέσει με κάποια αρχαία και ποιητική δεισιδαιμονία. Ξαφνικά, διακόπτοντας την ακατάπαυστη φλυαρία του, γύρισε και με ρώτησε αν ήμουν κι εγώ προληπτικός. Του απάντησα ότι βεβαίως και ήμουν: “Πιστεύεις πως κάποια γεγονότα μπορούν να φέρουν κακή τύχη αργότερα; Ή πως μπορούν να προμηνύουν το κακό”, ρώτησε. </p><br><p>Απέφυγα να του απαντήσω ευθέως και μάλλον η απάντηση που του έδωσα ήταν ικανοποιητική, έτσι φάνηκε τουλάχιστον. Άρχισε κατευθείαν να λέει την ιστορία του ερημίτη στο φαράγγι, περισσότερο με ένταση παρά ονειρικά. Πριν όμως με ρώτησε: </p><p>Τι γνώμη έχουν οι δικές σου φυλές, αυτές που ζουν στα ανατολικά των Μεγάλων Βουνών, για τα δίδυμα παιδιά; Κι εγώ απλά κούνησα το κεφάλι μου. Αρκετά, είπε πριν προλάβω ν΄ αρθρώσω λέξη, καταλαβαίνω ότι οι δικοί σου δεν τα συμπαθούν.</p><p>Τα δίδυμα παιδιά σ΄ εμάς είναι σχεδόν άγνωστα, κατάφερα να πω. Είναι πολύ σπάνια, αλλά ναι, η αλήθεια είναι πως δεν τα καλωσορίζουμε κιόλας.</p><p>Γιατί; ρώτησε ο αρχηγός απότομα.</p><p>Εμείς οι Ιροκουόι λέμε πως τα δίδυμα παιδιά είναι σαν τα κουνέλια, του απάντησα μετά από λίγη σκέψη - αν του έλεγα λάθος λέξεις ίσως και η ιστορία του να σταματούσε εκεί, πριν να προλάβει να μου τη διηγηθεί. Μα είχαμε καλή σχέση και είπα να το τολμήσω. Ο λαός μας πάντα έχει το παρατσούκλι Τοου-ουαν-ντα-να-γκα για τους γονείς των διδύμων και αυτό στα Μοϊκάνικα σημαίνει κουνέλι.</p><p>Αυτό μόνο; ρώτησε ερευνητικά.</p><p>Ναι αυτό. Δεν είναι αρκετό που δεν τα καλωσορίζουμε; του απάντησα με ερώτηση.</p><p>Έχεις περάσει πολύ καιρό ανάμεσα στα Χλωμά Πρόσωπα, είπε αφού σκέφτηκε για λίγο. Αυτοί τι γνώμη έχουν; Είπε, περίεργος να μάθει τι πίστευαν κι άλλοι πολιτισμοί για τα δίδυμα. </p><p>Α! Τα Χλωμά Πρόσωπα τα συμπαθούν! Είναι λένε.. είναι… Α! είναι λένε πολύ περήφανοι όταν κάνουν δίδυμα, τραύλισα.</p><br><p>Για άλλη μια φορά δεν ήμουν βέβαιος αν είχα ξεστομίσει χαζομάρα. Με κοίταξε με δυσπιστία και θεώρησα καλό να ρωτήσω τι πίστευαν οι Σκουάμις, η δική του φυλή για τα δίδυμα:</p><p>Δεν είναι κάτι που μας κάνει περήφανους, είπε αποφασιστικά. Αλλά ούτε και η ντροπή των κουνελιών. Είναι όμως σημάδι ότι κάτι τρομακτικό θα συμβεί - μεγάλο κακό θα βρει τον πατέρα τους και, ακόμη χειρότερα, ολόκληρη τη φυλή.</p><p>Δεν θα μου πεις γιατί, τον παρακάλεσα, σίγουρος πια πως κρατούσε μέσα του κάποιο γεγονός που επιβεβαίωνε αυτή τη δεισιδαιμονία.</p><br><p>Έγυρε λίγο προς τα πίσω πάνω στη λεία πέτρα και έπιασε με τις χούφτες του τα γόνατά του σφιχτά. Το βλέμμα του ταξίδεψε για λίγο στη μακρινή ροή του ποταμού και ξαφνικά ήρθε και κλείδωσε στη στροφή του ποταμού όπου το νερό ορμητικά κατευθυνόταν πια προς τη θάλασσα. Όση ώρα μου έλεγε την ιστορία αυτή τα μάτια του δεν σηκώθηκαν στιγμή από εκείνο το σημείο:</p><br><p>Ήταν ένα γκρίζο πρωινό όταν τον ενημέρωσαν για τη μεγάλη συμφορά που τον είχε βρει. Ήταν ένας μεγάλος αρχηγός και διοικούσε πολλές φυλές της βορειοδυτικής ακτής. Μα τι να την κάνει τέτοια δύναμη τώρα πια; Η γυναίκα του είχε γεννήσει δίδυμα και έκλαιγε με λυγμούς ολομόναχη μέσα στο ελάτινο καλύβι της δίπλα στα παλιρροϊκά νερά. Έξω από το σπίτι στέκονταν οι γηραιότεροι άνδρες και γυναίκες - γηραιοί στα χρόνια, γηραιοί στη σοφία, γηραιοί στους θρύλους και στη γνώση του λαού τους. Κάποιοι έκλαιγαν, κάποιοι τραγουδούσαν θρήνους για τις ελπίδες και την ευτυχία τους που δε θα γυρνούσαν ποτέ εξαιτίας αυτής της κακοτοπιάς. Άλλοι συζητούσαν χαμηλόφωνα με δέος για το γεγονός αυτό και για ώρες συνέχιζαν έτσι, με διακοπές μόνο από τα κλάματα των δίδυμων αγοριών, τους λυγμούς της μητέρας τους και τα μουγκρητά αγωνίας του άμοιρου αρχηγού και πατέρα των παιδιών.</p><p>“Κάτι φρικτό θα συμβεί στη φυλή μας”, έλεγαν οι άνδρες του συμβουλίου.</p><p>“Κάτι φρικτό θα συμβεί στον άνδρα μου”, έκλαιγε η νεαρή μητέρα.</p><p>“Κάτι φρικτό θα συμβεί σε όλους μας”, αντηχούσε και ο δυστυχισμένος πατέρας.</p><p>Τότε τους πλησίασε κι ένας ηλικιωμένος, πανάρχαιος θεραπευτής. Σήκωσε τα χέρια του, τεντώνοντας τις παλάμες του δεξιά κι αριστερά έτσι ώστε να ησυχάσει τον θρήνο που τον περικύκλωνε. Η φωνή του είχε μέσα της το βάρος αμέτρητων χειμώνων, ενώ στο βλέμμα του αντικατοπτριζόταν σπιρτάδα και καθάρια σκέψη, όσο καθαρά αντικατοπτρίζονται οι βουνοκορφές στις πεστροφολίμνες του Καπιλάνο. Τα λόγια του ήταν μεστά, οι χειρονομίες του αρχοντικές και οι ώμοι του πρόδιδαν ανδρεία και συνάμα καλοσύνη. Η προσωπικότητά του αντιλαλούσε με τρόπο που κανείς δεν την αμφισβητούσε, η κρίση του έγινε αμέσως αποδεκτή και τα λόγια του βγήκαν αργά και καθάρια, σαν τη μοίρα: “Είναι ο παλιός νόμος των Σκουάμις, πως όταν πέσει κακό στη φυλή, ο πατέρας των διδύμων θα πρέπει να φύγει μόνος και να πάει μακριά. Στο βαθύτερο δάσος πρέπει να πάει κι έτσι στην απομόνωση και στη μοναξιά του να αποδειχθεί δυνατότερος του κακού και να νικήσει ενάντια στη σκιά που απειλεί τον ίδιο και τον λαό του. Εγώ θα ορίσω τον χρόνο που θα περάσει πολεμώντας αυτόν τον αόρατο εχθρό μονάχος. Θα του έρθει τρανό σημάδι από τη Φύση όταν το κακό αυτό ηττηθεί, όταν αυτός ο λαός θα σωθεί. Πρέπει να φύγει πριν να δύσει ο ήλιος και μπορεί να πάρει μαζί του μόνο το καλύτερο τόξο του, τα πιο καλοφτιαγμένα του βέλη και να ανέβει, να ανέβει πάνω στο βουνό μόνος, μόνος για δέκα μέρες - μόνος, μόνος”.</p><br><p>Η τρανή φωνή ησύχασε και η φυλή άρχισε τον θρήνο της. Ο πατέρας σηκώθηκε και στο πρόσωπο του ήταν εμφανής η αγωνία του, ακόμη κι αν η εξορία του ήταν σύντομη. Αποχαιρέτησε τη γυναίκα του και τις δυο ψυχούλες του, τα δυο του αγόρια, άρπαξε το αγαπημένο του τόξο και βέλη και κίνησε για το πυκνό δάσος σαν πολεμιστής. Μα δεν γύρισε σε δέκα μέρες, ούτε σε δέκα εβδομάδες, ούτε σε δέκα μήνες: “Είναι νεκρός”, είπε κλαίγοντας η μητέρα των αγοριών μέσα στα μωρουδίσια αυτάκια τους, “δεν κατάφερε να νικήσει το κακό που μας απειλεί, ήταν δυνατότερο από εκείνον - εκείνον, τόσο δυνατό, τόσο γενναίο, τόσο περήφανο”. “Είναι νεκρός”, είπαν και όλοι οι άνδρες και όλες οι γυναίκες της φυλής, “ο δυνατός, γενναίος μας αρχηγός είναι νεκρός”. Έτσι τον έκλαψαν όλον τον υπόλοιπο χρόνο κι όσο και να έψαλλαν, κι όσο και να έκλαιγαν, εκείνος δεν γύρισε πίσω.</p><br><p>Εντωμεταξύ, πάνω ψηλά στο βουνό Καπιλάνο, ο εξόριστος αρχηγός είχε φτιάξει το μοναχικό του σπιτάκι. Ποιος ξέρει από ποιο κόλπο του ήχου, ποιο φύσημα του αέρα, ποια χαμηλή νότα στη φωνή του θεραπευτή είχαν ξεγελαστεί τα εξαιρετικά αυτιά του αρχηγού; Ίσως ήταν απλά της μοίρας του να παρακούσει πως έπρεπε να μείνει εκεί δέκα χρόνια κι όχι δέκα μέρες και το είχε δεχτεί ηρωικά, έτσι έπρεπε να γίνει. Πίστευε βαθιά πως αν είχε αρνηθεί, μπορεί το κακό να μην έβρισκε τον ίδιο, μα τη φυλή του θα την έβρισκε οπωσδήποτε. Έτσι, ο νεαρός αρχηγός έγινε ένας από τους πολλούς που θα ζούσαν με το ρητό “Σωστό είναι να υποφέρει ένας για να γλυτώσουν οι πολλοί”, ένας πανάρχαιος ηρωισμός αυτοθυσίας.</p><br><p>Με το κυνηγετικό του μαχαίρι, ο εξόριστος αρχηγός Σκουάμις έβγαζε τον φλοιό από έλατα και κέδρους και σιγά σιγά έφτιαξε ένα μικρό σπίτι δίπλα στις όχθες του Καπιλάνο. Πηδούσαν πέστροφες και σολομοί και καμακώνονταν στα βέλη που είχε δέσει ο αρχηγός στην άκρη δοράτων που είχε φτιάξει. Όσο ταξίδευαν οι σολομοί εκείνος κάπνιζε και αφυδάτωνε τα ψάρια που έπιανε όπως θα έκανε για αυτόν η γυναίκα του. Από τα βέλη του έπεφταν βουνίσια πρόβατα και κατσίκια, ακόμη και μεγάλες μαύρες και καφέ αρκούδες. Τα γρήγορα ελάφια δεν ξαναγυρνούσαν πίσω στα κοπάδια τους σαν πήγαιναν να πιουν νερό στο ποτάμι, όλα έχαναν τη ζωή τους σαν τα σημάδευε ο αρχηγός. Καπνιστά κρέατα και σέλες διακοσμούσαν το πίσω μέρος του σπιτιού του, τα πατώματά του και το καθιστικό του ήταν ντυμένα με τα καλύτερα δέρματα καθώς και ο ίδιος. Επεξεργαζόταν τόσο καλά τα τομάρια των ελαφίνων που έφτιαχνε παντελόνια, μοκασίνια και πουκάμισα ράβοντάς τα με τένοντες από τα ζώα, όπως του είχε δείξει η μητέρα του τόσα χρόνια πριν. Μάζευε και αρκτοστάφυλα και έπινε τον χυμό τους, ένα πολύ υγιεινό διάλειμμα από το κρέας και το ψάρι. </p><br><p>Μήνα με το μήνα, χρόνο με το χρόνο καθόταν κοντά στη μοναχική του φωτιά, περιμένοντας να τελειώσει αυτή η μακρά απομόνωση. Μόνη του παρηγοριά, και αυτή που τον βοήθησε να ξεπεράσει τις κακουχίες, ήταν η ιδέα πως πολεμώντας το κακό, αντέχοντας ό,τι και να του συμβεί, η φυλή του θα σωζόταν. </p><br><p>Αργά, επίπονα έφτασε και το δέκατο έτος. Κάθε μέρα που περνούσε κρατούσε μια αιωνιότητα μέχρι που γινόταν εβδομάδες και η καρδιά του όλο και αδημονούσε για τον καιρό που έφτανε, ακόμη και αν η Φύση δεν του είχε στείλει το σημάδι που τόσο περίμενε.</p><br><p>Τότε, εκείνη τη ζεστή μέρα του καλοκαιριού, το πουλί του Κεραυνού ήρθε με καταστροφική δύναμη και προσγειώθηκε στα βουνά γύρω του. Από την αγκαλιά του ωκεανού σηκώθηκε το σύννεφο της καταιγίδας και το πουλί του Κεραυνού έριξε το αστραφτερό του βλέμμα σε κάθε ρωγμή και φαράγγι.</p><br><p>Σε μια πλαγιά σηκώνεται μια στήλη γρανίτη, ψηλή ως τον ουρανό. Την λένε Κεραυνό του Βράχου και οι σοφοί των Χλομών Προσώπων θαρρούν πως έχει πολλά μεταλλεύματα στη βάση της - χαλκό, ασήμι και χρυσάφι. Στη βάση αυτή πήγε και κρύφτηκε ο αρχηγός όταν η καταιγίδα άρχισε μαίνεται με νερό να πέφτει σε κάθε σπιθαμή της Γης. Στην κορυφή της στήλης τότε στάθηκε το πουλί του Κεραυνού χτυπώντας τα μεγαλόπρεπα φτερά του προκαλώντας εκκωφαντικούς ήχους, τρομακτικές εκρήξεις, λες και γκρεμίζονταν πανάρχαιοι κέδροι από πανύψηλα βουνά. </p><br><p>Σαν όμως κόπασε ο θόρυβος και ησύχασαν οι πεδιάδες και τα φαράγγια, ο αρχηγός σηκώθηκε στα δυο του πόδια άλλος άνθρωπος. Η σκιά που πλάκωνε την ψυχή του είχε φύγει πια και οι φόβοι του είχαν κατακτηθεί. Το μυαλό του, το αίμα του, οι φλέβες και οι μύες του ήταν πλέον καθαροί από το δηλητήριο της μελαγχολίας. Είχε πια πληρώσει το λάθος του να γίνει πατέρας διδύμων και είχε υπακούσει τους νόμους της φυλής του. </p><br><p>Με τον τελευταίο ξεψυχισμένο ήχο των φτερών του πουλιού του Κεραυνού που ακούγονταν όλο και πιο σιγά, κατάλαβε ότι και αυτό τώρα πέθαινε. Κοίταξε και είδε την ψυχή του να αφήνει πίσω της το τρομακτικό κατάμαυρο κορμί του και να υψώνεται στον ουρανό όπου και θα έπαιρνε τη νέα του θέση. Είδε το πουλί του Κεραυνού να τεντώνει περήφανα το κεφάλι του μπροστά και να κατευθύνεται προς τους Ευτυχισμένους Κυνηγότοπους και την ψυχή του να παίρνει χίλια χρώματα που στροβιλίστηκαν στον αέρα πηδώντας από βουνοκορφή σε βουνοκορφή. Ο αρχηγός κατέβασε το βλέμμα και κοίταξε τον τόπο γύρω του μιας και κατάλαβε πως το σημάδι για το οποίο του είχε μιλήσει ο γερό-θεραπευτής είχε επιτέλους φανεί. Τώρα θα μπορούσε να λήξει την εξορία του.</p><br><p>Όλα αυτά τα χρόνια λοιπόν, τα δυο δίδυμα αγοράκια όλο και ρωτούσαν: “Πού είναι ο πατέρας μας; Εμείς γιατί δεν έχουμε πατέρα όπως τα άλλα παιδιά” και η μόνη απάντηση που έπαιρναν ήταν “Ο πατέρας σας δεν υπάρχει πια. Ο πατέρας σας και τρανός αρχηγός μας, έχει πεθάνει”.</p><br><p>Μα κάποιο παράξενο υιικό προαίσθημα τους έλεγε πως ο άρχοντας του τόπου θα ξαναγυρνούσε. Το έλεγαν μάλιστα συχνά στη μητέρα τους, αλλά εκείνη αμέσως άρχιζε να κλαίει και να τους λέει ότι ούτε τα πιο δυνατά ξόρκια του γερο-θεραπευτή δεν θα μπορούσαν να φέρουν πίσω τον πατέρα τους. Μια μέρα όμως που έκλειναν τα δέκα, τα αγόρια πλησίασαν τη μητέρα τους χέρι-χέρι. Μαζί τους είχαν και τα κυνηγετικά τους μαχαίρια, τα δόρατα για να πιάνουν σολομό και τα μικρά τους τόξα και βέλη:</p><p>Πάμε να βρούμε τον πατέρα μας, είπαν.</p><p>Τι ανόητη αναζήτηση! άρχισε να κλαίει η μάνα.</p><p>Τι ανόητη αναζήτηση! συμφώνησε και όλη η φυλή.</p><br><p>Μα ο γερο-θεραπευτής είπε: “Η καρδιά ενός παιδιού έχει αόρατα μάτια. Ίσως να είναι αυτά τα παιδικά μάτια που μπορούν και τον βλέπουν. Η καρδιά ενός παιδιού έχει και αόρατα αυτιά. Ίσως είναι αυτά τα παιδικά αυτιά που τον ακούν να τους φωνάζει. Αφήστε τα να πάνε”. Και έτσι τα αγόρια τράβηξαν για το δάσος. Τα μικρά τους ποδαράκια έτρεχαν λες και είχαν φτερά και οι νεανικές τους καρδιές τραβούσαν κατευθείαν για τον Βορρά λες και είχαν μαζί τους τις πυξίδες των λευκών. Μέρα με τη μέρα ανέβαιναν όλο και πιο ψηλά στο βουνό ώσπου, σε μια στροφή είδαν μπροστά τους μια καλύβα από σκούρο φλοιό και γαλάζιο καπνό να βγαίνει από την τρύπα της οροφής: “Του πατέρα μας είναι η καλύβα αυτή”, είπαν ο ένας στον άλλο μιας και οι παιδιάστικες καρδιές τους ήταν αλάνθαστες όταν κάτι αφορούσε την οικογένεια τους. Χέρι-χέρι πλησίασαν και μόλις μπήκαν στην καλύβα ακούστηκε ένα δυνατό: “Ελάτε!”.</p><br><p>Ο τρανός αρχηγός Σκουάμις τέντωσε τα χέρια του προς τους γιούς του, ύστερα προς τον γελαστό ποταμό και ύστερα προς το βουνό: “Καλωσορίσατε παιδιά μου!”, είπε “και αντίο βουνά αδέρφια μου, αντίο φαράγγια και αντίο βράχια!” και κρατώντας στο κάθε του χέρι από ένα παιδάκι που γελούσε κατέβηκε να ξαναβρεί τον λαό του.</p><br><p>Ο θρύλος είχε τώρα τελειώσει.</p><br><p>Έμεινε σιωπηλός για αρκετή ώρα. Πήρε και το βλέμμα του από το σημείο του ποταμού όπου είχε δει για πρώτη φορά ο ερημίτης τα παιδιά του μετά από δέκα χρόνια μοναξιάς. Τότε ξαναείπε ο αρχηγός: “Εδώ ήταν, εδώ που καθόμαστε τόση ώρα, η καλύβα του. Εδώ είχε μείνει δέκα χρόνια ολομόναχος”.</p><br><p>Κούνησα το κεφάλι μου σιωπηλά. Η ιστορία μου είχε φανεί πολύ όμορφη και δεν ήθελα να τη λερώσω με σχόλια. Μείναμε ακόμη λίγο στη σιωπή και όταν άρχισε να σουρουπώνει, αρχίσαμε πάλι να κατεβαίνουμε προς την πόλη.</p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></description>
			<itunes:summary><![CDATA[<p>Ένας Μοϊκανός βρίσκεται μπροστά σε αρχηγό των Τσινούκ και γίνεται μια απίθανη ανταλλαγή πολιτισμών, με κερασάκι μια συγκινητική ιστορία για την αυτοθυσία του αρχηγού Σκουάμις.</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Δεν περιέχει ευαίσθητο υλικό </p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ</p><br><p>Ο Ερημίτης</p><br><p>Όταν ταξιδεύουμε αντίθετα στο ρεύμα του ποταμού Καπιλάνο, αφήνοντας πίσω μας το φράγμα, θα συναντήσουμε μια εγκαταλελειμμένη καλύβα ξυλοκόπου κάπου ένα μίλι πριν την πόλη.</p><p>Αν αφήσουμε το μονοπάτι και πάμε αριστερά, διασχίζοντας τη χαμηλή βλάστηση για καμιά εκατοστή γιάρδες, θα βρεθούμε μπροστά στις βραχώδεις όχθες αυτού του αγνού και ακούραστου Καναδικού ποταμού. Το ποτάμι αυτό στοιχειώνεται από την πιο πλούσια παράδοση και λούζεται καθημερινά με δεκάδες μύθους που έρχονται να συναντηθούν με την ομορφιά και τη μεγαλειότητά του και που, αν ακούσει προσεκτικά κανείς, τα νερά του μας διηγούνται ψυθιρίζοντας. Τον παρακάτω μύθο τον έμαθα κι εγώ από μια γλυκιά φωνή, μια φωνή που έχει σωπάσει σήμερα, παρόλο που ο ποταμός συνεχίζει να κυλά. Και να τραγουδά ακόμη. </p><br><p>Έτσι μελωδικά τραγουδούσε ένα αυγουστιάτικο απόγευμα πριν δυο καλοκαίρια όταν εγώ, ο αρχηγός, η καλοσυνάτη γυναίκα του και η πανέξυπνη κόρη τους λιαζόμασταν στα λεία βράχια χαζεύοντας τα σύννεφα να περνούν. Είχε πολύ όρεξη για ιστορίες εκείνη την ημέρα ο αρχηγός, τα λόγια μαζεύονταν στα χείλη του όπως το ανέμελο σφύριγμα μαζεύεται στα χείλη ενός μικρού αγοριού. Η καρδιά του ξεχείλιζε από ιστορίες παλαιότερων καιρών, τα μάτια του σκοτεινιάζαν από όνειρα θρηνώντας το πέρασμα των παλιών αυτών μύθων. Δεν υπήρχε βράχος, δέντρο και χορτάρι που να κοιτάξει και να μην το συνδέσει με κάποια αρχαία και ποιητική δεισιδαιμονία. Ξαφνικά, διακόπτοντας την ακατάπαυστη φλυαρία του, γύρισε και με ρώτησε αν ήμουν κι εγώ προληπτικός. Του απάντησα ότι βεβαίως και ήμουν: “Πιστεύεις πως κάποια γεγονότα μπορούν να φέρουν κακή τύχη αργότερα; Ή πως μπορούν να προμηνύουν το κακό”, ρώτησε. </p><br><p>Απέφυγα να του απαντήσω ευθέως και μάλλον η απάντηση που του έδωσα ήταν ικανοποιητική, έτσι φάνηκε τουλάχιστον. Άρχισε κατευθείαν να λέει την ιστορία του ερημίτη στο φαράγγι, περισσότερο με ένταση παρά ονειρικά. Πριν όμως με ρώτησε: </p><p>Τι γνώμη έχουν οι δικές σου φυλές, αυτές που ζουν στα ανατολικά των Μεγάλων Βουνών, για τα δίδυμα παιδιά; Κι εγώ απλά κούνησα το κεφάλι μου. Αρκετά, είπε πριν προλάβω ν΄ αρθρώσω λέξη, καταλαβαίνω ότι οι δικοί σου δεν τα συμπαθούν.</p><p>Τα δίδυμα παιδιά σ΄ εμάς είναι σχεδόν άγνωστα, κατάφερα να πω. Είναι πολύ σπάνια, αλλά ναι, η αλήθεια είναι πως δεν τα καλωσορίζουμε κιόλας.</p><p>Γιατί; ρώτησε ο αρχηγός απότομα.</p><p>Εμείς οι Ιροκουόι λέμε πως τα δίδυμα παιδιά είναι σαν τα κουνέλια, του απάντησα μετά από λίγη σκέψη - αν του έλεγα λάθος λέξεις ίσως και η ιστορία του να σταματούσε εκεί, πριν να προλάβει να μου τη διηγηθεί. Μα είχαμε καλή σχέση και είπα να το τολμήσω. Ο λαός μας πάντα έχει το παρατσούκλι Τοου-ουαν-ντα-να-γκα για τους γονείς των διδύμων και αυτό στα Μοϊκάνικα σημαίνει κουνέλι.</p><p>Αυτό μόνο; ρώτησε ερευνητικά.</p><p>Ναι αυτό. Δεν είναι αρκετό που δεν τα καλωσορίζουμε; του απάντησα με ερώτηση.</p><p>Έχεις περάσει πολύ καιρό ανάμεσα στα Χλωμά Πρόσωπα, είπε αφού σκέφτηκε για λίγο. Αυτοί τι γνώμη έχουν; Είπε, περίεργος να μάθει τι πίστευαν κι άλλοι πολιτισμοί για τα δίδυμα. </p><p>Α! Τα Χλωμά Πρόσωπα τα συμπαθούν! Είναι λένε.. είναι… Α! είναι λένε πολύ περήφανοι όταν κάνουν δίδυμα, τραύλισα.</p><br><p>Για άλλη μια φορά δεν ήμουν βέβαιος αν είχα ξεστομίσει χαζομάρα. Με κοίταξε με δυσπιστία και θεώρησα καλό να ρωτήσω τι πίστευαν οι Σκουάμις, η δική του φυλή για τα δίδυμα:</p><p>Δεν είναι κάτι που μας κάνει περήφανους, είπε αποφασιστικά. Αλλά ούτε και η ντροπή των κουνελιών. Είναι όμως σημάδι ότι κάτι τρομακτικό θα συμβεί - μεγάλο κακό θα βρει τον πατέρα τους και, ακόμη χειρότερα, ολόκληρη τη φυλή.</p><p>Δεν θα μου πεις γιατί, τον παρακάλεσα, σίγουρος πια πως κρατούσε μέσα του κάποιο γεγονός που επιβεβαίωνε αυτή τη δεισιδαιμονία.</p><br><p>Έγυρε λίγο προς τα πίσω πάνω στη λεία πέτρα και έπιασε με τις χούφτες του τα γόνατά του σφιχτά. Το βλέμμα του ταξίδεψε για λίγο στη μακρινή ροή του ποταμού και ξαφνικά ήρθε και κλείδωσε στη στροφή του ποταμού όπου το νερό ορμητικά κατευθυνόταν πια προς τη θάλασσα. Όση ώρα μου έλεγε την ιστορία αυτή τα μάτια του δεν σηκώθηκαν στιγμή από εκείνο το σημείο:</p><br><p>Ήταν ένα γκρίζο πρωινό όταν τον ενημέρωσαν για τη μεγάλη συμφορά που τον είχε βρει. Ήταν ένας μεγάλος αρχηγός και διοικούσε πολλές φυλές της βορειοδυτικής ακτής. Μα τι να την κάνει τέτοια δύναμη τώρα πια; Η γυναίκα του είχε γεννήσει δίδυμα και έκλαιγε με λυγμούς ολομόναχη μέσα στο ελάτινο καλύβι της δίπλα στα παλιρροϊκά νερά. Έξω από το σπίτι στέκονταν οι γηραιότεροι άνδρες και γυναίκες - γηραιοί στα χρόνια, γηραιοί στη σοφία, γηραιοί στους θρύλους και στη γνώση του λαού τους. Κάποιοι έκλαιγαν, κάποιοι τραγουδούσαν θρήνους για τις ελπίδες και την ευτυχία τους που δε θα γυρνούσαν ποτέ εξαιτίας αυτής της κακοτοπιάς. Άλλοι συζητούσαν χαμηλόφωνα με δέος για το γεγονός αυτό και για ώρες συνέχιζαν έτσι, με διακοπές μόνο από τα κλάματα των δίδυμων αγοριών, τους λυγμούς της μητέρας τους και τα μουγκρητά αγωνίας του άμοιρου αρχηγού και πατέρα των παιδιών.</p><p>“Κάτι φρικτό θα συμβεί στη φυλή μας”, έλεγαν οι άνδρες του συμβουλίου.</p><p>“Κάτι φρικτό θα συμβεί στον άνδρα μου”, έκλαιγε η νεαρή μητέρα.</p><p>“Κάτι φρικτό θα συμβεί σε όλους μας”, αντηχούσε και ο δυστυχισμένος πατέρας.</p><p>Τότε τους πλησίασε κι ένας ηλικιωμένος, πανάρχαιος θεραπευτής. Σήκωσε τα χέρια του, τεντώνοντας τις παλάμες του δεξιά κι αριστερά έτσι ώστε να ησυχάσει τον θρήνο που τον περικύκλωνε. Η φωνή του είχε μέσα της το βάρος αμέτρητων χειμώνων, ενώ στο βλέμμα του αντικατοπτριζόταν σπιρτάδα και καθάρια σκέψη, όσο καθαρά αντικατοπτρίζονται οι βουνοκορφές στις πεστροφολίμνες του Καπιλάνο. Τα λόγια του ήταν μεστά, οι χειρονομίες του αρχοντικές και οι ώμοι του πρόδιδαν ανδρεία και συνάμα καλοσύνη. Η προσωπικότητά του αντιλαλούσε με τρόπο που κανείς δεν την αμφισβητούσε, η κρίση του έγινε αμέσως αποδεκτή και τα λόγια του βγήκαν αργά και καθάρια, σαν τη μοίρα: “Είναι ο παλιός νόμος των Σκουάμις, πως όταν πέσει κακό στη φυλή, ο πατέρας των διδύμων θα πρέπει να φύγει μόνος και να πάει μακριά. Στο βαθύτερο δάσος πρέπει να πάει κι έτσι στην απομόνωση και στη μοναξιά του να αποδειχθεί δυνατότερος του κακού και να νικήσει ενάντια στη σκιά που απειλεί τον ίδιο και τον λαό του. Εγώ θα ορίσω τον χρόνο που θα περάσει πολεμώντας αυτόν τον αόρατο εχθρό μονάχος. Θα του έρθει τρανό σημάδι από τη Φύση όταν το κακό αυτό ηττηθεί, όταν αυτός ο λαός θα σωθεί. Πρέπει να φύγει πριν να δύσει ο ήλιος και μπορεί να πάρει μαζί του μόνο το καλύτερο τόξο του, τα πιο καλοφτιαγμένα του βέλη και να ανέβει, να ανέβει πάνω στο βουνό μόνος, μόνος για δέκα μέρες - μόνος, μόνος”.</p><br><p>Η τρανή φωνή ησύχασε και η φυλή άρχισε τον θρήνο της. Ο πατέρας σηκώθηκε και στο πρόσωπο του ήταν εμφανής η αγωνία του, ακόμη κι αν η εξορία του ήταν σύντομη. Αποχαιρέτησε τη γυναίκα του και τις δυο ψυχούλες του, τα δυο του αγόρια, άρπαξε το αγαπημένο του τόξο και βέλη και κίνησε για το πυκνό δάσος σαν πολεμιστής. Μα δεν γύρισε σε δέκα μέρες, ούτε σε δέκα εβδομάδες, ούτε σε δέκα μήνες: “Είναι νεκρός”, είπε κλαίγοντας η μητέρα των αγοριών μέσα στα μωρουδίσια αυτάκια τους, “δεν κατάφερε να νικήσει το κακό που μας απειλεί, ήταν δυνατότερο από εκείνον - εκείνον, τόσο δυνατό, τόσο γενναίο, τόσο περήφανο”. “Είναι νεκρός”, είπαν και όλοι οι άνδρες και όλες οι γυναίκες της φυλής, “ο δυνατός, γενναίος μας αρχηγός είναι νεκρός”. Έτσι τον έκλαψαν όλον τον υπόλοιπο χρόνο κι όσο και να έψαλλαν, κι όσο και να έκλαιγαν, εκείνος δεν γύρισε πίσω.</p><br><p>Εντωμεταξύ, πάνω ψηλά στο βουνό Καπιλάνο, ο εξόριστος αρχηγός είχε φτιάξει το μοναχικό του σπιτάκι. Ποιος ξέρει από ποιο κόλπο του ήχου, ποιο φύσημα του αέρα, ποια χαμηλή νότα στη φωνή του θεραπευτή είχαν ξεγελαστεί τα εξαιρετικά αυτιά του αρχηγού; Ίσως ήταν απλά της μοίρας του να παρακούσει πως έπρεπε να μείνει εκεί δέκα χρόνια κι όχι δέκα μέρες και το είχε δεχτεί ηρωικά, έτσι έπρεπε να γίνει. Πίστευε βαθιά πως αν είχε αρνηθεί, μπορεί το κακό να μην έβρισκε τον ίδιο, μα τη φυλή του θα την έβρισκε οπωσδήποτε. Έτσι, ο νεαρός αρχηγός έγινε ένας από τους πολλούς που θα ζούσαν με το ρητό “Σωστό είναι να υποφέρει ένας για να γλυτώσουν οι πολλοί”, ένας πανάρχαιος ηρωισμός αυτοθυσίας.</p><br><p>Με το κυνηγετικό του μαχαίρι, ο εξόριστος αρχηγός Σκουάμις έβγαζε τον φλοιό από έλατα και κέδρους και σιγά σιγά έφτιαξε ένα μικρό σπίτι δίπλα στις όχθες του Καπιλάνο. Πηδούσαν πέστροφες και σολομοί και καμακώνονταν στα βέλη που είχε δέσει ο αρχηγός στην άκρη δοράτων που είχε φτιάξει. Όσο ταξίδευαν οι σολομοί εκείνος κάπνιζε και αφυδάτωνε τα ψάρια που έπιανε όπως θα έκανε για αυτόν η γυναίκα του. Από τα βέλη του έπεφταν βουνίσια πρόβατα και κατσίκια, ακόμη και μεγάλες μαύρες και καφέ αρκούδες. Τα γρήγορα ελάφια δεν ξαναγυρνούσαν πίσω στα κοπάδια τους σαν πήγαιναν να πιουν νερό στο ποτάμι, όλα έχαναν τη ζωή τους σαν τα σημάδευε ο αρχηγός. Καπνιστά κρέατα και σέλες διακοσμούσαν το πίσω μέρος του σπιτιού του, τα πατώματά του και το καθιστικό του ήταν ντυμένα με τα καλύτερα δέρματα καθώς και ο ίδιος. Επεξεργαζόταν τόσο καλά τα τομάρια των ελαφίνων που έφτιαχνε παντελόνια, μοκασίνια και πουκάμισα ράβοντάς τα με τένοντες από τα ζώα, όπως του είχε δείξει η μητέρα του τόσα χρόνια πριν. Μάζευε και αρκτοστάφυλα και έπινε τον χυμό τους, ένα πολύ υγιεινό διάλειμμα από το κρέας και το ψάρι. </p><br><p>Μήνα με το μήνα, χρόνο με το χρόνο καθόταν κοντά στη μοναχική του φωτιά, περιμένοντας να τελειώσει αυτή η μακρά απομόνωση. Μόνη του παρηγοριά, και αυτή που τον βοήθησε να ξεπεράσει τις κακουχίες, ήταν η ιδέα πως πολεμώντας το κακό, αντέχοντας ό,τι και να του συμβεί, η φυλή του θα σωζόταν. </p><br><p>Αργά, επίπονα έφτασε και το δέκατο έτος. Κάθε μέρα που περνούσε κρατούσε μια αιωνιότητα μέχρι που γινόταν εβδομάδες και η καρδιά του όλο και αδημονούσε για τον καιρό που έφτανε, ακόμη και αν η Φύση δεν του είχε στείλει το σημάδι που τόσο περίμενε.</p><br><p>Τότε, εκείνη τη ζεστή μέρα του καλοκαιριού, το πουλί του Κεραυνού ήρθε με καταστροφική δύναμη και προσγειώθηκε στα βουνά γύρω του. Από την αγκαλιά του ωκεανού σηκώθηκε το σύννεφο της καταιγίδας και το πουλί του Κεραυνού έριξε το αστραφτερό του βλέμμα σε κάθε ρωγμή και φαράγγι.</p><br><p>Σε μια πλαγιά σηκώνεται μια στήλη γρανίτη, ψηλή ως τον ουρανό. Την λένε Κεραυνό του Βράχου και οι σοφοί των Χλομών Προσώπων θαρρούν πως έχει πολλά μεταλλεύματα στη βάση της - χαλκό, ασήμι και χρυσάφι. Στη βάση αυτή πήγε και κρύφτηκε ο αρχηγός όταν η καταιγίδα άρχισε μαίνεται με νερό να πέφτει σε κάθε σπιθαμή της Γης. Στην κορυφή της στήλης τότε στάθηκε το πουλί του Κεραυνού χτυπώντας τα μεγαλόπρεπα φτερά του προκαλώντας εκκωφαντικούς ήχους, τρομακτικές εκρήξεις, λες και γκρεμίζονταν πανάρχαιοι κέδροι από πανύψηλα βουνά. </p><br><p>Σαν όμως κόπασε ο θόρυβος και ησύχασαν οι πεδιάδες και τα φαράγγια, ο αρχηγός σηκώθηκε στα δυο του πόδια άλλος άνθρωπος. Η σκιά που πλάκωνε την ψυχή του είχε φύγει πια και οι φόβοι του είχαν κατακτηθεί. Το μυαλό του, το αίμα του, οι φλέβες και οι μύες του ήταν πλέον καθαροί από το δηλητήριο της μελαγχολίας. Είχε πια πληρώσει το λάθος του να γίνει πατέρας διδύμων και είχε υπακούσει τους νόμους της φυλής του. </p><br><p>Με τον τελευταίο ξεψυχισμένο ήχο των φτερών του πουλιού του Κεραυνού που ακούγονταν όλο και πιο σιγά, κατάλαβε ότι και αυτό τώρα πέθαινε. Κοίταξε και είδε την ψυχή του να αφήνει πίσω της το τρομακτικό κατάμαυρο κορμί του και να υψώνεται στον ουρανό όπου και θα έπαιρνε τη νέα του θέση. Είδε το πουλί του Κεραυνού να τεντώνει περήφανα το κεφάλι του μπροστά και να κατευθύνεται προς τους Ευτυχισμένους Κυνηγότοπους και την ψυχή του να παίρνει χίλια χρώματα που στροβιλίστηκαν στον αέρα πηδώντας από βουνοκορφή σε βουνοκορφή. Ο αρχηγός κατέβασε το βλέμμα και κοίταξε τον τόπο γύρω του μιας και κατάλαβε πως το σημάδι για το οποίο του είχε μιλήσει ο γερό-θεραπευτής είχε επιτέλους φανεί. Τώρα θα μπορούσε να λήξει την εξορία του.</p><br><p>Όλα αυτά τα χρόνια λοιπόν, τα δυο δίδυμα αγοράκια όλο και ρωτούσαν: “Πού είναι ο πατέρας μας; Εμείς γιατί δεν έχουμε πατέρα όπως τα άλλα παιδιά” και η μόνη απάντηση που έπαιρναν ήταν “Ο πατέρας σας δεν υπάρχει πια. Ο πατέρας σας και τρανός αρχηγός μας, έχει πεθάνει”.</p><br><p>Μα κάποιο παράξενο υιικό προαίσθημα τους έλεγε πως ο άρχοντας του τόπου θα ξαναγυρνούσε. Το έλεγαν μάλιστα συχνά στη μητέρα τους, αλλά εκείνη αμέσως άρχιζε να κλαίει και να τους λέει ότι ούτε τα πιο δυνατά ξόρκια του γερο-θεραπευτή δεν θα μπορούσαν να φέρουν πίσω τον πατέρα τους. Μια μέρα όμως που έκλειναν τα δέκα, τα αγόρια πλησίασαν τη μητέρα τους χέρι-χέρι. Μαζί τους είχαν και τα κυνηγετικά τους μαχαίρια, τα δόρατα για να πιάνουν σολομό και τα μικρά τους τόξα και βέλη:</p><p>Πάμε να βρούμε τον πατέρα μας, είπαν.</p><p>Τι ανόητη αναζήτηση! άρχισε να κλαίει η μάνα.</p><p>Τι ανόητη αναζήτηση! συμφώνησε και όλη η φυλή.</p><br><p>Μα ο γερο-θεραπευτής είπε: “Η καρδιά ενός παιδιού έχει αόρατα μάτια. Ίσως να είναι αυτά τα παιδικά μάτια που μπορούν και τον βλέπουν. Η καρδιά ενός παιδιού έχει και αόρατα αυτιά. Ίσως είναι αυτά τα παιδικά αυτιά που τον ακούν να τους φωνάζει. Αφήστε τα να πάνε”. Και έτσι τα αγόρια τράβηξαν για το δάσος. Τα μικρά τους ποδαράκια έτρεχαν λες και είχαν φτερά και οι νεανικές τους καρδιές τραβούσαν κατευθείαν για τον Βορρά λες και είχαν μαζί τους τις πυξίδες των λευκών. Μέρα με τη μέρα ανέβαιναν όλο και πιο ψηλά στο βουνό ώσπου, σε μια στροφή είδαν μπροστά τους μια καλύβα από σκούρο φλοιό και γαλάζιο καπνό να βγαίνει από την τρύπα της οροφής: “Του πατέρα μας είναι η καλύβα αυτή”, είπαν ο ένας στον άλλο μιας και οι παιδιάστικες καρδιές τους ήταν αλάνθαστες όταν κάτι αφορούσε την οικογένεια τους. Χέρι-χέρι πλησίασαν και μόλις μπήκαν στην καλύβα ακούστηκε ένα δυνατό: “Ελάτε!”.</p><br><p>Ο τρανός αρχηγός Σκουάμις τέντωσε τα χέρια του προς τους γιούς του, ύστερα προς τον γελαστό ποταμό και ύστερα προς το βουνό: “Καλωσορίσατε παιδιά μου!”, είπε “και αντίο βουνά αδέρφια μου, αντίο φαράγγια και αντίο βράχια!” και κρατώντας στο κάθε του χέρι από ένα παιδάκι που γελούσε κατέβηκε να ξαναβρεί τον λαό του.</p><br><p>Ο θρύλος είχε τώρα τελειώσει.</p><br><p>Έμεινε σιωπηλός για αρκετή ώρα. Πήρε και το βλέμμα του από το σημείο του ποταμού όπου είχε δει για πρώτη φορά ο ερημίτης τα παιδιά του μετά από δέκα χρόνια μοναξιάς. Τότε ξαναείπε ο αρχηγός: “Εδώ ήταν, εδώ που καθόμαστε τόση ώρα, η καλύβα του. Εδώ είχε μείνει δέκα χρόνια ολομόναχος”.</p><br><p>Κούνησα το κεφάλι μου σιωπηλά. Η ιστορία μου είχε φανεί πολύ όμορφη και δεν ήθελα να τη λερώσω με σχόλια. Μείναμε ακόμη λίγο στη σιωπή και όταν άρχισε να σουρουπώνει, αρχίσαμε πάλι να κατεβαίνουμε προς την πόλη.</p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></itunes:summary>
		</item>
		<item>
			<title>Το Σκληθρόποδο Κορίτσι</title>
			<itunes:title>Το Σκληθρόποδο Κορίτσι</itunes:title>
			<pubDate>Fri, 17 Sep 2021 13:26:06 GMT</pubDate>
			<itunes:duration>24:50</itunes:duration>
			<enclosure url="https://sphinx.acast.com/p/open/s/6013ebce985ab977d52addcc/e/6144976eb83b5b001291c6ab/media.mp3" length="29450155" type="audio/mpeg"/>
			<guid isPermaLink="false">6144976eb83b5b001291c6ab</guid>
			<itunes:explicit>false</itunes:explicit>
			<link>https://www.karakaxa.org/%CE%B5%CF%80%CE%B5%CE%B9%CF%83%CF%8C%CE%B4%CE%B9%CE%B1</link>
			<acast:episodeId>6144976eb83b5b001291c6ab</acast:episodeId>
			<acast:showId>6013ebce985ab977d52addcc</acast:showId>
			<acast:episodeUrl>mitos57</acast:episodeUrl>
			<acast:settings><![CDATA[FYjHyZbXWHZ7gmX8Pp1rmbKbhgrQiwYShz70Q9/ffXZMTtedvdcRQbP4eiLMjXzCKLPjEYLpGj+NMVKa+5C8pL4u/EOj1Vw4h5MMJYp0lCcFAe0fnxBJy/1ju4Qxy1fh8gO4DvlGA40yms2g0/hOkcrfHIopjTygHFqGwwOPKFIai4SuTvs86Lx3UYCyl6Zs+WO4fC9bB8/2bSJALEZpunHdJA38/ZCmkJMYOTmjFjo8yo3qUXNvEIYwvw6qFRTP0+omR+syHU6csI9jmB6w5QC3ezW8lNJuQQnv3YIk5iqSbhwkbqCmkc3WvCXxTTp0]]></acast:settings>
			<itunes:subtitle>Μίτος</itunes:subtitle>
			<itunes:episodeType>full</itunes:episodeType>
			<itunes:episode>57</itunes:episode>
			<itunes:image href="https://assets.pippa.io/shows/6013ebce985ab977d52addcc/1631885139391-036f469ff415530ee711e09b7893029a.jpeg"/>
			<description><![CDATA[<p>Από τους Αραπάχο, ένας θρύλος για τους χαμένους προγόνους, τους γενναίους και τους έξυπνους, που συνεργάζονται με τη φύση, καταριούνται και βάζουν τα πράγματα... στη θέση τους!</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Περιέχει κάποια βία </p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>Ηχητικά εφέ: freesound.org</p><br><p>Η ιστορία είναι ευγενική παραχώρηση του: www.firstpeople.us</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ</p><br><p>Το Σκληθρόποδο Κορίτσι</p><br><p>Ήταν χειμώνας και μια ετοιμοπόλεμη ομάδα ανδρών βρισκόταν καθ’ οδόν. Κάποιοι από αυτούς κουράστηκαν πολύ και γύρισαν πίσω, μα επτά έμειναν να συνεχίσουν. Πλησιάζοντας έναν ποταμό, είπαν να κατασκηνώσουν μιας και ένας από αυτούς κόντευε να καταρρεύσει από την κούραση. Του ήταν αδύνατο να συνεχίσει.</p><br><p>Με όρεξη αλλά και κόπο, έφτιαξαν μια καλύβα από χαμόκλαδα και θάμνους επειδή μάλλον θα ξεχειμώνιαζαν εκεί. Από την καλύβα εξορμούσαν για να κυνηγήσουν βουβάλια και ταξίδευαν μέχρι εκεί που πίστευαν ότι θα τα έβρισκαν.</p><br><p>Σε μία από αυτές τις εξορμήσεις, ένας από αυτούς πάτησε ένα αγκαθωτό φυτό και δεν μπορούσε πια να κυνηγήσει με τους υπόλοιπους. Το πόδι του πρήστηκε και πρήστηκε γύρω από την πληγή ώσπου έσκασε! Τότε μέσα από το πόδι ξεπήδησε ένα παιδί! Οι νεαροί άνδρες μάζεψαν από τα ίδια τους τα ρούχα ότι κομμάτια δεν χρειάζονταν και τύλιξαν το μωρό με αυτά. </p><br><p>Σύντομα του έφτιαξαν και μια κούνια από τομάρι πάνθηρα. Περνούσαν το μωρό ο ένας στον άλλον λες και ήταν πίπα με καπνό. Βλέπετε χάρηκαν πάρα πολύ που είχαν ένα νέο μέλος στην ομάδα τους και συμπαθούσαν πολύ αυτό το μωρό. </p><br><p>Καθώς λοιπόν περνούσαν τις μέρες τους εκεί, σκότωναν ελάφια και μάζευαν τα δόντια τους. Από τα τομάρια των ελαφιών έφτιαξαν και ένα φόρεμα για το παιδί που τώρα είχε μεγαλώσει αρκετά κι έτρεχε εδώ κι εκεί. Το φόρεμα ήταν για κορίτσι και ήταν από πάνω μέχρι κάτω διακοσμημένο με τα δόντια των ελαφιών. Της έφτιαξαν και μια ζώνη. Ήταν πολύ όμορφη και το όνομά της ήταν Παιδί του Κολλημένου Ποδιού.</p><br><p>Ένα βουβάλι με το όνομα Κοκκαλόταυρος έμαθε για τους άνδρες και την καινούρια τους κόρη. Όπως προστάζει το έθιμο, έστειλε μια καρακάξα να ζητήσει το χέρι της κόρης σε γάμο. Η καρακάξα πήγε στους άνδρες και μετέφερε τις επιθυμίες του Κοκκαλόταυρου. Μα η απάντηση ήταν αρνητική. Οι νεαροί άνδρες είπαν: “Δεν δεχόμαστε. Αγαπούμε την κόρη μας πολύ και είναι πολύ μικρή ακόμη για να την αφήσουμε να φύγει”. </p><br><p>Η καρακάξα γύρισε στο βουβάλι και του είπε την απάντηση των ανδρών. Στη συνέχεια συμβούλεψε το βουβάλι να βρει ένα μικρότερο και εξυπνότερο πουλάκι να πάει να καλοπιάσει τους άνδρες ξαναζητώντας το χέρι της κόρης τους για λογαριασμό του βουβαλιού. Ίσως αυτό να τα κατάφερνε καλύτερα. </p><br><p>Ο Κοκκαλόταυρος βρήκε κι έστειλε ένα μικρότερο πουλί στους ανθρώπους. Εκείνο πήγε κι έκατσε στην οροφή του θαμνοκαλυβιού και με την πιο μελωδική φωνή είπε: “Με στέλνει ο Κοκκαλοταύρος να ζητήσω εκ μέρους του την κόρη σας σε γάμο”.</p><br><p>Μα οι άνδρες πάλι αρνήθηκαν, λέγοντας ό,τι είχαν πει και πριν στην καρακάξα. Το πουλάκι πέταξε πίσω στον Κοκκαλόταυρο και του μετέφερε τα καθέκαστα. Το βουβάλι τότε ενοχλημένο είπε στο πουλί: “Πήγαινε πάλι και πες τους ότι δεν παίζω, το εννοώ. Θα πάω εγώ ο ίδιος αργότερα από εκεί”. Ήταν βλέπετε ευρέως γνωστό πως το βουβάλι αυτό ήταν πολύ δυνατό και σπάνια επιβίωναν ή δραπέτευαν όσοι τα έβαζαν μαζί του. Το πουλί πήγε και μετέφερε τις τελευταίες οδηγίες του στους ανθρώπους, μα επέστρεψε άπραγο όπως και πριν. Είπε όμως στο βουβάλι: “Να, τώρα ήδη κάνουν τις προετοιμασίες του γάμου. Ντύνουν τη νύφη με τα καλύτερα ρούχα”, μα ο Κοκκαλόταυρος δεν το πίστεψε.</p><br><p>Για να αποφύγει να μπλεχτεί περισσότερο με αυτή την ιστορία που σίγουρα θα είχε κακό τέλος, το πουλί πρότεινε στον βούβαλο να δοκιμάσει να στείλει ένα άλλο πουλί με ακόμη πιο γλυκό λόγο, που θα έσταζε η γλώσσα του μέλι. Έτσι ο Κοκκαλόταυρος έστειλε στους ανθρώπους τον Αυτόν-Που-Έχει-τη-Φωτιά, ένα πουλί με κόκκινο κεφάλι και κόκκινα φτερά. Το πουλάκι είπε πάλι το μήνυμα του βούβαλου στους νεαρούς άνδρες και εκείνοι επιτέλους ενέδωσαν και είπαν το ναι.</p><br><p>Έτσι το κορίτσι πήγε μέχρι τον βούβαλο όπου και έζησε για λίγο καιρό μαζί του. Φορούσε το πιο φίνο φόρεμα από ζωγραφισμένο τομάρι βουβαλιού. Πότε πότε ο Κοκκαλόταυρος σηκωνόταν για να οδηγήσει το κοπάδι του μέχρι το νερό. Έτσι,&nbsp;μιας και η γυναίκα του φορούσε το τομάρι και στεκόταν και αυτή όπως τα άλλα βουβάλια, τη σκούνταγε για να της δείξει προς τα που να πάει.</p><br><p>Είχε περάσει ένας χρόνος από τότε που το κορίτσι είχε φύγει από την κατασκήνωση και οι άνδρες αισθανόντουσαν πολλή μοναξιά. Άρχισαν να αναρωτώνται μήπως έπρεπε να πάνε να φέρουν την κόρη τους πίσω. Έστειλαν μύγες να κατασκοπεύσουν τον βούβαλο μα σαν έφτασαν κοντά του εκείνος τις έδιωξε και αυτές φοβήθηκαν πολύ να πλησιάσουν κι άλλο. Έπειτα οι άνθρωποι έστειλαν την καρακάξα μα μόλις την είδε από μακριά ο βούβαλος της φώναξε: “Φύγε από εδώ! Δεν σε θέλω στην περιοχή μου!”. Η καρακάξα γύρισε στους ανθρώπους και τους είπε: “Δυστυχώς δεν μπορώ να κάνω τίποτα για να σας βοηθήσω να φέρετε πίσω την κόρη σας. Αλλά ξέρω δυο ζώα που μπορούν να δουλέψουν με μεγάλη μυστικότητα, σχεδόν αόρατα - τον τυφλοπόντικα και τον ασβό. Αν τους καταφέρετε να σας βοηθήσουν, σίγουρα οι δυο τους θα σας φέρουν πίσω το κορίτσι”.</p><br><p>Οι άνθρωποι πήγαν στον τυφλοπόντικα και τον ασβό και εκείνοι ξεκίνησαν βράδυ, πήραν μάλιστα μαζί τους και βέλη. Έσκαψαν κάτω από τη γη με τον τυφλοπόντικα να πηγαίνει μπροστά. Πίσω του ο ασβός μεγάλωνε το λαγούμι που έσκαβε ο τυφλοπόντικας. Φτάνοντας στο σημείο όπου ήταν ξαπλωμένο το κορίτσι, ο τυφλοπόντικας βγήκε από το έδαφος κάτω από την κουβέρτα της. Της έδωσε τα βέλη που είχε φέρει μαζί του κι εκείνη στερέωσε το τομάρι βουβαλιού που φορούσε σα να στεκόταν από μόνο του και ο ασβός πήγε και στάθηκε κι αυτός από κάτω του. Οι δυο τους τότε είπαν στο κορίτσι:</p><p>Έλα μαζί μας, ήρθαμε να σε πάμε πίσω στους ανθρώπους.</p><p>Μα φοβάμαι πολύ, τους απάντησε εκείνη.</p><br><p>Ο τυφλοπόντικας και ο ασβός επέμειναν πολύ, μέχρι που τέλος το κορίτσι δέχτηκε. Άφησε πίσω της το τομάρι έτσι στημένο στη θέση όπου πάντα καθόταν και ακολούθησε τον τυφλοπόντικα και τον ασβό μέσα στο λαγούμι ώσπου έφτασε στην κατασκήνωση των ανθρώπων. </p><br><p>Μόλις έφτασε στην κατασκήνωση το κορίτσι όλοι τους μάζεψαν τα υπάρχοντά τους και άρχισαν να απομακρύνονται. Σύντομα το κορίτσι κουράστηκε από τον ποδαρόδρομο και σταμάτησαν όλοι τους δίπλα σε μια μεγάλη πέτρα. Της ζήτησαν να τους βοηθήσει. Η πέτρα τους είπε: “Δεν μπορώ να κάνω τίποτα για εσάς ο Κοκκαλόταυρος είναι πολύ δυνατός για να του αντισταθώ”.</p><br><p>Ξαπόστασαν για λίγο στην πέτρα και μετά πήραν πάλι δρόμο. Ένας από τους άνδρες τώρα κουβαλούσε το κορίτσι στην πλάτη του. Μα κι έτσι καθυστερούσαν. Πέρασαν ένα ποτάμι, πέρασαν από ένα δάσος και μόλις έφτασαν σ΄ ένα ξέφωτο το κορίτσι κατέβηκε και άρχισε πάλι να περπατά μόνο του. Μπροστά τους τότε είδαν ένα πελώριο βαμβακόδεντρο να στέκεται μόνο του. Του είπαν:</p><p>Μας κυνηγά ένα πανίσχυρο ζώο και χρειαζόμαστε τη βοήθειά σου.</p><p>Τρέξτε γύρω μου τέσσερις φορές, τους απάντησε το δέντρο.</p><br><p>Και το έκαναν. Το δέντρο είχε επτά χοντρά και μακριά κλαδιά, με το χαμηλότερο όλων να βρίσκεται σε ύψος που δεν θα το έφτανε ο βούβαλος. Στο ψηλότερο κλαδί υπήρχε μια διχάλα και πάνω της μια μεγάλη φωλιά. Ο καθένας από τους άνδρες έπιασε κι από ένα κλαδί, ενώ το κορίτσι πήγε κι έκατσε μέσα στη φωλιά. Έκατσαν και περίμεναν να περάσει και ο Κοκκαλόταυρος που σίγουρα θα τους είχε πάρει στο κατόπι. </p><br><p>Όταν ο βούβαλος σκούντηξε τη γυναίκα του να της σημάνει πως έπρεπε να κατέβουν στο νερό, εκείνη δεν κουνήθηκε. Τη μάλωσε και την ξανασκούντησε. Πάλι καμία κίνηση, καμία απάντηση. Την τρίτη φορά ο βούβαλος την χτύπησε με το ένα του κέρατο και τότε το φόρεμα σωριάστηκε χάμω: “Δεν θα μου ξεφύγουν!”, είπε δυνατά ο βούβαλος.</p><br><p>Πρόσεξε τότε το φρεσκοσκαμμένο χώμα που είχε τοποθετήσει πίσω του ο ασβός για να κλείσει την τρύπα του λαγουμιού. Με τις οπλές του ο Κοκκαλόταυρος παραμέρισε το χώμα. Το ίδιο άρχισαν να κάνουν και τα υπόλοιπα βουβάλια, με τις οπλές τους παραμέριζαν το λεπτό στρώμα εδάφους που από κάτω του έκρυβε τη σκαμμένη στοά και ακολουθώντας τη έφτασαν εκεί όπου έμεναν οι άνθρωποι. Παρόλο που η κατασκήνωση είχε διαλυθεί, κατάφεραν από την οσμή των ανθρώπων να ακολουθήσουν τα ίχνη τους. </p><br><p>Το κοπάδι έφτασε στη μεγάλη πέτρα και ο Κοκκαλόταυρος τη ρώτησε:</p><p>Μήπως εσύ έκρυψες τους ανθρώπους που ήρθαν εδώ, ή μήπως τους βοήθησες να ξεφύγουν;</p><p>Δεν έκανα τίποτα για να τους βοηθήσω, από τον φόβο μου για εσένα, του απάντησε η πέτρα.</p><p>Πες μου αμέσως πού τους έχεις! επέμεινε ο βούβαλος. Ξέρω ότι έχουν φτάσει μέχρι εδώ γιατί εδώ με οδήγησαν τα ίχνη τους.</p><p>Όχι δεν τους έχω εγώ! Ναι, έφτασαν μέχρι εδώ, αλλά τους αρνήθηκα βοήθεια και συνέχισαν.</p><p>Ναι, ναι, εδώ τους έχεις κάπου. Και τα χνάρια τους βλέπω και τους οσμίζομαι, είναι ξεκάθαρο.</p><p>Το κορίτσι έγυρε για λίγο πάνω μου να ξεκουραστεί, ίσως αυτό να μυρίζεις, είπε τρομαγμένη η πέτρα.</p><br><p>Το βουβάλι χωρίς άλλη κουβέντα γύρισε και συνέχισε να ακολουθεί τα ίχνη της ανθρώπινης παρέας. Με αυτόν αρχηγό, όλο το κοπάδι πέρασε το ποτάμι. Ένα μικρό βουβάλι είχε αρχίσει να κουράζεται πολύ και, σαν το κοπάδι πέρασε το δάσος και βγήκε στο ξέφωτο, στάθηκε για λίγο δίπλα στο θεόρατο βαμβακόδεντρο να ξεκουραστεί. Το κοπάδι όμως, μην έχοντας προσέξει τους ανθρώπους στα κλαδιά συνέχισε τον δρόμο του και απομακρύνθηκε αρκετά μάλιστα. </p><br><p>Το κορίτσι που τώρα ήταν μέσα στη φωλιά είχε τόσο καταπονηθεί από το ταξίδι που το στόμα του γέμισε με αίμα. Το έφτυσε κάτω στο έδαφος. </p><br><p>Καθώς το βουβαλάκι ξεκουραζόταν στη σκιά από κάτω είδε μπροστά του να πέφτει το φλέμα με το αίμα. Το μύρισε, αναγνώρισε τη μυρωδιά και με όλη του τη δύναμη άρχισε να τρέχει να φτάσει το κοπάδι. Μόλις τους είδε στο βάθος βάλθηκε να φωνάζει: “Σταματήστε! Βρήκα το κορίτσι, είναι πάνω σ΄ ένα δέντρο! Η γυναίκα σου είναι, είμαι σίγουρο!”.</p><br><p>Τότε όλο το κοπάδι έκανε μεταβολή και γύρισε πίσω στο βαμβακόδεντρο. Ο βούβαλος του φώναξε:</p><p>Θα μας το πληρώσεις αυτό.</p><p>Έχεις τέσσερις δυνάμεις, είπε ήρεμα το δέντρο. Θα σου δώσω την ευκαιρία να μου κάνεις ό,τι μπορείς.</p><br><p>Τότε αρκετά βουβάλια άρχισαν να επιτίθενται στο δέντρο. Αρχικά του επιτέθηκαν τα λιγότερο δυνατά βουβάλια, σπρώχνοντας και κοπανώντας το με τα κεφάλια τους. Από πάνω τους έριχναν και οι άνθρωποι με τα βέλη τους. Η πρώτη επίθεση κατάφερε να σπάσει τον εξωτερικό φλοιό του δέντρου. Είπε τότε εκείνο: “Άσε τα να σπάσουν τα κέρατά τους”.</p><br><p>Τότε στην επίθεση πέρασαν οι πιο δυνατοί ταύροι. Κάποιοι όμως ζαλίστηκαν γρήγορα από το πολύ κοπάνημα ενώ σε άλλους είτε τα κέρατα έσπασαν τελείως είτε το σκληρό τους περίβλημα υποχώρησε. Κατάφεραν όμως και έκαναν μια ρωγμή στο ξύλο του δέντρου. Είπε τότε ο βούβαλος: “Εγώ θα του επιτεθώ τελευταίος και σίγουρα θα το ρίξω!”. Πήρε φόρα τότε και χτύπησε το δέντρο τρέχοντας από τα νοτιοανατολικά και το χτύπησε με τέτοια δύναμη που του έκανε ένα μεγάλο βαθούλωμα. Πήγε και στάθηκε λίγο πιο πέρα στα νοτιοδυτικά και τρέχοντας με όλη του τη δύναμη, ο βούβαλος χτύπησε το δέντρο τραντάζοντάς το και μεγαλώνοντας την τρύπα. Από τη βορειοδυτική μεριά, έτρεξε καταπάνω στο δέντρο και το χτύπησε με το δεξί του κέρατο, το οποίο και έσπασε. Έπειτα, παίρνοντας φόρα από τα βορειοανατολικά, το χτύπησε με το αριστερό του κέρατο και η τρύπα μεγάλωσε κι άλλο. Την πέμπτη και τελευταία φορά αποφάσισε να πέσει πάνω στο δέντρο από τα ανατολικά και σκοπό είχε να το χτυπήσει στο κέντρο και να το ρίξει. </p><br><p>Μούγκρισε και χοροπήδησε, έξυσε τις οπλές του στο χώμα και σήκωσε σκόνη. Μα το δέντρο ατάραχο του είπε: “Δεν μπορείς να μου κάνεις κακό. Έλα και τελείωνε στα γρήγορα!”. Αυτό εξόργισε τον Κοκκαλόταυρο και όρμησε κατά το δέντρο. Εκείνο του φώναξε λίγο κοροϊδευτικά: “Αυτή τη φορά θα κολλήσεις!” και όντως ο βούβαλος, χτύπησε το δέντρο με το αριστερό του κέρατο, μεγάλωσε την τρύπα, αλλά σφήνωσε για τα καλά. </p><br><p>Τότε το δέντρο είπε στους ανθρώπους να χτυπήσουν τον βούβαλο με τα βέλη τους στο μαλακό του λαιμού και των πλευρών του μιας και ούτε να κουνηθεί μπορούσε μα ούτε και να τους επιτεθεί άλλο. Βέλος με το βέλος, οι άνθρωποι σκότωσαν τον βούβαλο που έμεινε να κρέμεται από το βαμβακόδεντρο. Οι άνθρωποι κατέβηκαν και ελευθέρωσαν το σώμα του. </p><br><p>Το δέντρο τους είπε να μαζέψουν όλα τα ροκανίδια και τα κομματάκια ξύλου που είχαν πέσει στο έδαφος και να καλύψουν με αυτά τον βούβαλο. Έτσι κι έκαναν και, μόλις όλο το κοπάδι των βουβαλιών γύρισε να φύγει, το δέντρο τους φώναξε: “Από εδώ και μπρος θα είστε υποδεέστερα των ανθρώπων. Θα έχετε τα κέρατά σας, μα σαν θα βλέπετε τους ανθρώπους θα φοβάστε. Θα σας σκοτώνουν, θα σας τρώνε και θα σας γδέρνουν τα τομάρια σας”. Όλα τα βουβάλια τότε σκορπίστηκαν προς κάθε κατεύθυνση και τα κέρατά τους είχαν μείνει πια μισά. </p><br><p>Οι άνθρωποι συνέχισαν τον δρόμο τους. Τους συνάντησε η καρακάξα που έφερνε μήνυμα από τον Ανελέητο, ο οποίος ήθελε να παντρευτεί την κόρη τους. Ο Ανελέητος ήταν ένας στρογγυλός πανίσχυρος βράχος. Η καρακάξα που τον ήξερε καλά, προειδοποίησε τους ανθρώπους: “Μην αρχίσετε καμία σχέση με αυτόν, δεν είναι καθόλου καλός άνδρας. Η κόρη σας είναι νέα κι όμορφη, τι δουλειά έχει να παντρευτεί αυτόν τον βράχο. Έχει ήδη πάρει για γυναίκες του τα πιο όμορφα κορίτσια του τόπου, κάπως τα κατάφερε. Όλες τους όμως έμειναν παράλυτες, άλλες έχασαν ένα χέρι, άλλες ένα πόδι και άλλες είναι μελανιασμένες από την κορυφή ως τα νύχια. Θα πάω να πω στον Ανελέητο να σας στείλει μετά το κολιμπρί για το προξενείο μιας και αυτό είναι γρήγορο και μπορεί να του ξεφύγει αν γίνει κάτι”.</p><br><p>Έτσι γύρισε η καρακάξα και ενημέρωσε τον βράχο για την άρνηση των ανθρώπων της πρότασης του. Ο βράχος όμως της είπε να πάει πίσω να τους πει: “Το κορίτσι πρέπει οπωσδήποτε να με παντρευτεί”. Η καρακάξα τότε κατάφερε και έπεισε τον βράχο αντί για αυτήν να στείλει το κολιμπρί. </p><br><p>Πήγε το κολιμπρί στους ανθρώπους να τους πει τα λόγια του βράχου. Μόλις όμως έφτασε, είπε: “Είναι σκληρός και καθόλου κατάλληλος για γαμπρός αυτής της κοπέλας. Φέρεται πολύ άσχημα στις γυναίκες του. Καλύτερα να φύγετε από εδώ αμέσως”. </p><br><p>Επέστρεψε στον βράχο χωρίς να έχει προσπαθήσει διόλου να τον βοηθήσει και του είπε πως εκεί που πήγε δεν βρήκε ούτε κατασκήνωση ούτε ανθρώπους: “Ναι, τους είδες”, είπε ο βράχος, “αυτούς πας να βοηθήσεις και όχι εμένα. Γι΄ αυτό λες ότι δεν τους είδες. Πήγαινε αμέσως πίσω και πες τους ότι θέλω το κορίτσι. Αν αρνηθούν ξανά να μου τη δώσουν, πες τους ότι θα πάω εγώ ο ίδιος να τη βρω”.</p><br><p>Το κολιμπρί έκανε πάλι τη διαδρομή μέχρι τους ανθρώπους και μετέφερε τα λόγια του βράχου. Πρόσθεσε: </p><p>Είναι πολύ δυνατός. Ίσως να είναι καλύτερα αν τον αφήσετε να πάρει την κόρη σας. Όμως υπάρχουν δυο ζώα που ίσως και να μπορούν να σας βοηθήσουν. Θα μπορέσουν να σας τη φέρουν πίσω πριν να της κάνει κακό ο Ανελέητος. Μιλώ για τον τυφλοπόντικα και τον ασβό.</p><p>Αυτοί οι δύο σίγουρα, είπαν οι άνθρωποι έχοντας πλήρη εμπιστοσύνη πια στα δυο αυτά ζώα.</p><br><p>Το κολιμπρί γύρισε στον βράχο με το κορίτσι. Η σκηνή του, αν και μεγάλη και φίνα, ήταν γεμάτη από σακάτικες γυναίκες:</p><p>Εδώ έχω τη νέα σου γυναίκα, είπε το κολιμπρί.</p><p>Πολύ καλά, απάντησε ο βράχος, οδήγησε τη μέσα στη σκηνή. Είμαι πολύ ευχαριστημένος που μου την έφερες. Είναι πράγματι πολύ όμορφη και μου ταιριάζει απόλυτα.</p><br><p>Δεν είχε προλάβει να απομακρυνθεί για τα καλά το κολιμπρί και ο τυφλοπόντικας και ο ασβός είχαν ήδη αρχίσει το σκάψιμο του λαγουμιού τους από τους ανθρώπους μέχρι τη σκηνή του βράχου. Τα πρωινά ο βράχος συνήθιζε να κατρακυλά βγαίνοντας από την κορυφή της σκηνής του και το βράδυ επέστρεφε από την ίδια είσοδο. Όταν έλειπε, τα δυο ζώα έφταναν κι αυτά στη σκηνή. Το κορίτσι καθόταν με τα δυο της πόδια απλωμένα. Της είπαν: “Συνέχισε να κάθεσαι έτσι μέχρι να επιστρέψει ο άνδρας σου”. Έσκαψαν οι δυο τους τότε μια τρύπα τόσο μεγάλη που χωρούσε μέσα της τον βράχο και την κάλυψαν ελαφρά με χώμα. </p><br><p>Κατά το βραδάκι άκουσαν τον βράχο να επιστρέφει. Καθώς άρχισε την κατάβαση του από την κορυφή της σκηνής, το κορίτσι σηκώθηκε, ο βράχος έπεσε μέσα στην τρύπα με έναν εκκωφαντικό γδούπο και το κορίτσι άρχισε να τρέχει έξω από τη σκηνή φωνάζοντας: “Ας κλείσει τώρα η τρύπα!”. “Ας κλείσει πάλι η Γη!” φώναξαν και ο τυφλοπόντικας με τον ασβό. Άκουσαν τον βράχο που στριφογύριζε και σειόταν από θυμό. </p><br><p>Το κορίτσι γύρισε στους πατέρες της. Ταξίδεψαν τη νύχτα, έτρεχαν να ξεφύγουν. Μέχρι το πρωί, ο βράχος τούς είχε κιόλας φτάσει. Καθώς οι άνθρωποι έτρεχαν, έκαναν την ευχή να βρεθεί πίσω τους ένα τεράστιο φαράγγι με απότομους γκρεμούς. Ο βράχος έπεσε μέσα στο φαράγγι και όσο χρόνο προσπαθούσε να ξανανέβει στην επιφάνεια, η ομάδα των ανθρώπων συνέχισε να τρέχει. Ήρθε πάλι το βράδυ και ήρθε και το πρωί και να σου πάλι ο βράχος ξοπίσω τους. Το κορίτσι τρομαγμένο είπε τότε: “Αυτή τη φορά δεν γλυτώνω. Είμαι πολύ κουρασμένη και εξουθενωμένη πατέρες μου”. Έβγαλε από το σακίδιο της ένα τόπι και λέγοντας: “Πρώτα για τον πατέρα μου”, το πέταξε ψηλά. Το τόπι κατέβηκε και εκείνη το κλώτσησε να πάει ακόμα πιο ψηλά και με αυτό ο ένας της πατέρας ανυψώθηκε κι αυτός. Έκανε το ίδιο ξανά και ξανά για όλους της τους πατέρες μέχρι που ήρθε και η δική της σειρά και ο βράχος τώρα ήταν πολύ κοντά. Πρόλαβε όμως να κλωτσήσει το τόπι και έτσι ανυψώθηκε κι αυτή.</p><br><p>Είπε σε όλους: “Σας έβαλα σε τρομερό κίνδυνο. Πιστεύω ότι εδώ είναι το καλύτερο μέρος που μπορούμε να βρεθούμε. Είναι ασφαλές και σας υπόσχομαι πως θα σας παρέχω ό,τι χρειάζεται για να ζήσουμε καλά”. Γύρισε τότε και στον βράχο και του είπε: “Εσύ θα μείνεις ακριβώς εκεί που είσαι τώρα. Δεν θα ενοχλήσεις κανέναν άλλον από δω και μπρος και θα βρίσκεσαι μόνο όπου υπάρχουν λόφοι και βουνά”.</p><br><p>Το κορίτσι και οι πατέρες της έφτασαν μέχρι τον ουρανό. Εκεί ζουν μέχρι και σήμερα, σε μια σκηνή καλυμμένη από αστέρια.</p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></description>
			<itunes:summary><![CDATA[<p>Από τους Αραπάχο, ένας θρύλος για τους χαμένους προγόνους, τους γενναίους και τους έξυπνους, που συνεργάζονται με τη φύση, καταριούνται και βάζουν τα πράγματα... στη θέση τους!</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Περιέχει κάποια βία </p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>Ηχητικά εφέ: freesound.org</p><br><p>Η ιστορία είναι ευγενική παραχώρηση του: www.firstpeople.us</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ</p><br><p>Το Σκληθρόποδο Κορίτσι</p><br><p>Ήταν χειμώνας και μια ετοιμοπόλεμη ομάδα ανδρών βρισκόταν καθ’ οδόν. Κάποιοι από αυτούς κουράστηκαν πολύ και γύρισαν πίσω, μα επτά έμειναν να συνεχίσουν. Πλησιάζοντας έναν ποταμό, είπαν να κατασκηνώσουν μιας και ένας από αυτούς κόντευε να καταρρεύσει από την κούραση. Του ήταν αδύνατο να συνεχίσει.</p><br><p>Με όρεξη αλλά και κόπο, έφτιαξαν μια καλύβα από χαμόκλαδα και θάμνους επειδή μάλλον θα ξεχειμώνιαζαν εκεί. Από την καλύβα εξορμούσαν για να κυνηγήσουν βουβάλια και ταξίδευαν μέχρι εκεί που πίστευαν ότι θα τα έβρισκαν.</p><br><p>Σε μία από αυτές τις εξορμήσεις, ένας από αυτούς πάτησε ένα αγκαθωτό φυτό και δεν μπορούσε πια να κυνηγήσει με τους υπόλοιπους. Το πόδι του πρήστηκε και πρήστηκε γύρω από την πληγή ώσπου έσκασε! Τότε μέσα από το πόδι ξεπήδησε ένα παιδί! Οι νεαροί άνδρες μάζεψαν από τα ίδια τους τα ρούχα ότι κομμάτια δεν χρειάζονταν και τύλιξαν το μωρό με αυτά. </p><br><p>Σύντομα του έφτιαξαν και μια κούνια από τομάρι πάνθηρα. Περνούσαν το μωρό ο ένας στον άλλον λες και ήταν πίπα με καπνό. Βλέπετε χάρηκαν πάρα πολύ που είχαν ένα νέο μέλος στην ομάδα τους και συμπαθούσαν πολύ αυτό το μωρό. </p><br><p>Καθώς λοιπόν περνούσαν τις μέρες τους εκεί, σκότωναν ελάφια και μάζευαν τα δόντια τους. Από τα τομάρια των ελαφιών έφτιαξαν και ένα φόρεμα για το παιδί που τώρα είχε μεγαλώσει αρκετά κι έτρεχε εδώ κι εκεί. Το φόρεμα ήταν για κορίτσι και ήταν από πάνω μέχρι κάτω διακοσμημένο με τα δόντια των ελαφιών. Της έφτιαξαν και μια ζώνη. Ήταν πολύ όμορφη και το όνομά της ήταν Παιδί του Κολλημένου Ποδιού.</p><br><p>Ένα βουβάλι με το όνομα Κοκκαλόταυρος έμαθε για τους άνδρες και την καινούρια τους κόρη. Όπως προστάζει το έθιμο, έστειλε μια καρακάξα να ζητήσει το χέρι της κόρης σε γάμο. Η καρακάξα πήγε στους άνδρες και μετέφερε τις επιθυμίες του Κοκκαλόταυρου. Μα η απάντηση ήταν αρνητική. Οι νεαροί άνδρες είπαν: “Δεν δεχόμαστε. Αγαπούμε την κόρη μας πολύ και είναι πολύ μικρή ακόμη για να την αφήσουμε να φύγει”. </p><br><p>Η καρακάξα γύρισε στο βουβάλι και του είπε την απάντηση των ανδρών. Στη συνέχεια συμβούλεψε το βουβάλι να βρει ένα μικρότερο και εξυπνότερο πουλάκι να πάει να καλοπιάσει τους άνδρες ξαναζητώντας το χέρι της κόρης τους για λογαριασμό του βουβαλιού. Ίσως αυτό να τα κατάφερνε καλύτερα. </p><br><p>Ο Κοκκαλόταυρος βρήκε κι έστειλε ένα μικρότερο πουλί στους ανθρώπους. Εκείνο πήγε κι έκατσε στην οροφή του θαμνοκαλυβιού και με την πιο μελωδική φωνή είπε: “Με στέλνει ο Κοκκαλοταύρος να ζητήσω εκ μέρους του την κόρη σας σε γάμο”.</p><br><p>Μα οι άνδρες πάλι αρνήθηκαν, λέγοντας ό,τι είχαν πει και πριν στην καρακάξα. Το πουλάκι πέταξε πίσω στον Κοκκαλόταυρο και του μετέφερε τα καθέκαστα. Το βουβάλι τότε ενοχλημένο είπε στο πουλί: “Πήγαινε πάλι και πες τους ότι δεν παίζω, το εννοώ. Θα πάω εγώ ο ίδιος αργότερα από εκεί”. Ήταν βλέπετε ευρέως γνωστό πως το βουβάλι αυτό ήταν πολύ δυνατό και σπάνια επιβίωναν ή δραπέτευαν όσοι τα έβαζαν μαζί του. Το πουλί πήγε και μετέφερε τις τελευταίες οδηγίες του στους ανθρώπους, μα επέστρεψε άπραγο όπως και πριν. Είπε όμως στο βουβάλι: “Να, τώρα ήδη κάνουν τις προετοιμασίες του γάμου. Ντύνουν τη νύφη με τα καλύτερα ρούχα”, μα ο Κοκκαλόταυρος δεν το πίστεψε.</p><br><p>Για να αποφύγει να μπλεχτεί περισσότερο με αυτή την ιστορία που σίγουρα θα είχε κακό τέλος, το πουλί πρότεινε στον βούβαλο να δοκιμάσει να στείλει ένα άλλο πουλί με ακόμη πιο γλυκό λόγο, που θα έσταζε η γλώσσα του μέλι. Έτσι ο Κοκκαλόταυρος έστειλε στους ανθρώπους τον Αυτόν-Που-Έχει-τη-Φωτιά, ένα πουλί με κόκκινο κεφάλι και κόκκινα φτερά. Το πουλάκι είπε πάλι το μήνυμα του βούβαλου στους νεαρούς άνδρες και εκείνοι επιτέλους ενέδωσαν και είπαν το ναι.</p><br><p>Έτσι το κορίτσι πήγε μέχρι τον βούβαλο όπου και έζησε για λίγο καιρό μαζί του. Φορούσε το πιο φίνο φόρεμα από ζωγραφισμένο τομάρι βουβαλιού. Πότε πότε ο Κοκκαλόταυρος σηκωνόταν για να οδηγήσει το κοπάδι του μέχρι το νερό. Έτσι,&nbsp;μιας και η γυναίκα του φορούσε το τομάρι και στεκόταν και αυτή όπως τα άλλα βουβάλια, τη σκούνταγε για να της δείξει προς τα που να πάει.</p><br><p>Είχε περάσει ένας χρόνος από τότε που το κορίτσι είχε φύγει από την κατασκήνωση και οι άνδρες αισθανόντουσαν πολλή μοναξιά. Άρχισαν να αναρωτώνται μήπως έπρεπε να πάνε να φέρουν την κόρη τους πίσω. Έστειλαν μύγες να κατασκοπεύσουν τον βούβαλο μα σαν έφτασαν κοντά του εκείνος τις έδιωξε και αυτές φοβήθηκαν πολύ να πλησιάσουν κι άλλο. Έπειτα οι άνθρωποι έστειλαν την καρακάξα μα μόλις την είδε από μακριά ο βούβαλος της φώναξε: “Φύγε από εδώ! Δεν σε θέλω στην περιοχή μου!”. Η καρακάξα γύρισε στους ανθρώπους και τους είπε: “Δυστυχώς δεν μπορώ να κάνω τίποτα για να σας βοηθήσω να φέρετε πίσω την κόρη σας. Αλλά ξέρω δυο ζώα που μπορούν να δουλέψουν με μεγάλη μυστικότητα, σχεδόν αόρατα - τον τυφλοπόντικα και τον ασβό. Αν τους καταφέρετε να σας βοηθήσουν, σίγουρα οι δυο τους θα σας φέρουν πίσω το κορίτσι”.</p><br><p>Οι άνθρωποι πήγαν στον τυφλοπόντικα και τον ασβό και εκείνοι ξεκίνησαν βράδυ, πήραν μάλιστα μαζί τους και βέλη. Έσκαψαν κάτω από τη γη με τον τυφλοπόντικα να πηγαίνει μπροστά. Πίσω του ο ασβός μεγάλωνε το λαγούμι που έσκαβε ο τυφλοπόντικας. Φτάνοντας στο σημείο όπου ήταν ξαπλωμένο το κορίτσι, ο τυφλοπόντικας βγήκε από το έδαφος κάτω από την κουβέρτα της. Της έδωσε τα βέλη που είχε φέρει μαζί του κι εκείνη στερέωσε το τομάρι βουβαλιού που φορούσε σα να στεκόταν από μόνο του και ο ασβός πήγε και στάθηκε κι αυτός από κάτω του. Οι δυο τους τότε είπαν στο κορίτσι:</p><p>Έλα μαζί μας, ήρθαμε να σε πάμε πίσω στους ανθρώπους.</p><p>Μα φοβάμαι πολύ, τους απάντησε εκείνη.</p><br><p>Ο τυφλοπόντικας και ο ασβός επέμειναν πολύ, μέχρι που τέλος το κορίτσι δέχτηκε. Άφησε πίσω της το τομάρι έτσι στημένο στη θέση όπου πάντα καθόταν και ακολούθησε τον τυφλοπόντικα και τον ασβό μέσα στο λαγούμι ώσπου έφτασε στην κατασκήνωση των ανθρώπων. </p><br><p>Μόλις έφτασε στην κατασκήνωση το κορίτσι όλοι τους μάζεψαν τα υπάρχοντά τους και άρχισαν να απομακρύνονται. Σύντομα το κορίτσι κουράστηκε από τον ποδαρόδρομο και σταμάτησαν όλοι τους δίπλα σε μια μεγάλη πέτρα. Της ζήτησαν να τους βοηθήσει. Η πέτρα τους είπε: “Δεν μπορώ να κάνω τίποτα για εσάς ο Κοκκαλόταυρος είναι πολύ δυνατός για να του αντισταθώ”.</p><br><p>Ξαπόστασαν για λίγο στην πέτρα και μετά πήραν πάλι δρόμο. Ένας από τους άνδρες τώρα κουβαλούσε το κορίτσι στην πλάτη του. Μα κι έτσι καθυστερούσαν. Πέρασαν ένα ποτάμι, πέρασαν από ένα δάσος και μόλις έφτασαν σ΄ ένα ξέφωτο το κορίτσι κατέβηκε και άρχισε πάλι να περπατά μόνο του. Μπροστά τους τότε είδαν ένα πελώριο βαμβακόδεντρο να στέκεται μόνο του. Του είπαν:</p><p>Μας κυνηγά ένα πανίσχυρο ζώο και χρειαζόμαστε τη βοήθειά σου.</p><p>Τρέξτε γύρω μου τέσσερις φορές, τους απάντησε το δέντρο.</p><br><p>Και το έκαναν. Το δέντρο είχε επτά χοντρά και μακριά κλαδιά, με το χαμηλότερο όλων να βρίσκεται σε ύψος που δεν θα το έφτανε ο βούβαλος. Στο ψηλότερο κλαδί υπήρχε μια διχάλα και πάνω της μια μεγάλη φωλιά. Ο καθένας από τους άνδρες έπιασε κι από ένα κλαδί, ενώ το κορίτσι πήγε κι έκατσε μέσα στη φωλιά. Έκατσαν και περίμεναν να περάσει και ο Κοκκαλόταυρος που σίγουρα θα τους είχε πάρει στο κατόπι. </p><br><p>Όταν ο βούβαλος σκούντηξε τη γυναίκα του να της σημάνει πως έπρεπε να κατέβουν στο νερό, εκείνη δεν κουνήθηκε. Τη μάλωσε και την ξανασκούντησε. Πάλι καμία κίνηση, καμία απάντηση. Την τρίτη φορά ο βούβαλος την χτύπησε με το ένα του κέρατο και τότε το φόρεμα σωριάστηκε χάμω: “Δεν θα μου ξεφύγουν!”, είπε δυνατά ο βούβαλος.</p><br><p>Πρόσεξε τότε το φρεσκοσκαμμένο χώμα που είχε τοποθετήσει πίσω του ο ασβός για να κλείσει την τρύπα του λαγουμιού. Με τις οπλές του ο Κοκκαλόταυρος παραμέρισε το χώμα. Το ίδιο άρχισαν να κάνουν και τα υπόλοιπα βουβάλια, με τις οπλές τους παραμέριζαν το λεπτό στρώμα εδάφους που από κάτω του έκρυβε τη σκαμμένη στοά και ακολουθώντας τη έφτασαν εκεί όπου έμεναν οι άνθρωποι. Παρόλο που η κατασκήνωση είχε διαλυθεί, κατάφεραν από την οσμή των ανθρώπων να ακολουθήσουν τα ίχνη τους. </p><br><p>Το κοπάδι έφτασε στη μεγάλη πέτρα και ο Κοκκαλόταυρος τη ρώτησε:</p><p>Μήπως εσύ έκρυψες τους ανθρώπους που ήρθαν εδώ, ή μήπως τους βοήθησες να ξεφύγουν;</p><p>Δεν έκανα τίποτα για να τους βοηθήσω, από τον φόβο μου για εσένα, του απάντησε η πέτρα.</p><p>Πες μου αμέσως πού τους έχεις! επέμεινε ο βούβαλος. Ξέρω ότι έχουν φτάσει μέχρι εδώ γιατί εδώ με οδήγησαν τα ίχνη τους.</p><p>Όχι δεν τους έχω εγώ! Ναι, έφτασαν μέχρι εδώ, αλλά τους αρνήθηκα βοήθεια και συνέχισαν.</p><p>Ναι, ναι, εδώ τους έχεις κάπου. Και τα χνάρια τους βλέπω και τους οσμίζομαι, είναι ξεκάθαρο.</p><p>Το κορίτσι έγυρε για λίγο πάνω μου να ξεκουραστεί, ίσως αυτό να μυρίζεις, είπε τρομαγμένη η πέτρα.</p><br><p>Το βουβάλι χωρίς άλλη κουβέντα γύρισε και συνέχισε να ακολουθεί τα ίχνη της ανθρώπινης παρέας. Με αυτόν αρχηγό, όλο το κοπάδι πέρασε το ποτάμι. Ένα μικρό βουβάλι είχε αρχίσει να κουράζεται πολύ και, σαν το κοπάδι πέρασε το δάσος και βγήκε στο ξέφωτο, στάθηκε για λίγο δίπλα στο θεόρατο βαμβακόδεντρο να ξεκουραστεί. Το κοπάδι όμως, μην έχοντας προσέξει τους ανθρώπους στα κλαδιά συνέχισε τον δρόμο του και απομακρύνθηκε αρκετά μάλιστα. </p><br><p>Το κορίτσι που τώρα ήταν μέσα στη φωλιά είχε τόσο καταπονηθεί από το ταξίδι που το στόμα του γέμισε με αίμα. Το έφτυσε κάτω στο έδαφος. </p><br><p>Καθώς το βουβαλάκι ξεκουραζόταν στη σκιά από κάτω είδε μπροστά του να πέφτει το φλέμα με το αίμα. Το μύρισε, αναγνώρισε τη μυρωδιά και με όλη του τη δύναμη άρχισε να τρέχει να φτάσει το κοπάδι. Μόλις τους είδε στο βάθος βάλθηκε να φωνάζει: “Σταματήστε! Βρήκα το κορίτσι, είναι πάνω σ΄ ένα δέντρο! Η γυναίκα σου είναι, είμαι σίγουρο!”.</p><br><p>Τότε όλο το κοπάδι έκανε μεταβολή και γύρισε πίσω στο βαμβακόδεντρο. Ο βούβαλος του φώναξε:</p><p>Θα μας το πληρώσεις αυτό.</p><p>Έχεις τέσσερις δυνάμεις, είπε ήρεμα το δέντρο. Θα σου δώσω την ευκαιρία να μου κάνεις ό,τι μπορείς.</p><br><p>Τότε αρκετά βουβάλια άρχισαν να επιτίθενται στο δέντρο. Αρχικά του επιτέθηκαν τα λιγότερο δυνατά βουβάλια, σπρώχνοντας και κοπανώντας το με τα κεφάλια τους. Από πάνω τους έριχναν και οι άνθρωποι με τα βέλη τους. Η πρώτη επίθεση κατάφερε να σπάσει τον εξωτερικό φλοιό του δέντρου. Είπε τότε εκείνο: “Άσε τα να σπάσουν τα κέρατά τους”.</p><br><p>Τότε στην επίθεση πέρασαν οι πιο δυνατοί ταύροι. Κάποιοι όμως ζαλίστηκαν γρήγορα από το πολύ κοπάνημα ενώ σε άλλους είτε τα κέρατα έσπασαν τελείως είτε το σκληρό τους περίβλημα υποχώρησε. Κατάφεραν όμως και έκαναν μια ρωγμή στο ξύλο του δέντρου. Είπε τότε ο βούβαλος: “Εγώ θα του επιτεθώ τελευταίος και σίγουρα θα το ρίξω!”. Πήρε φόρα τότε και χτύπησε το δέντρο τρέχοντας από τα νοτιοανατολικά και το χτύπησε με τέτοια δύναμη που του έκανε ένα μεγάλο βαθούλωμα. Πήγε και στάθηκε λίγο πιο πέρα στα νοτιοδυτικά και τρέχοντας με όλη του τη δύναμη, ο βούβαλος χτύπησε το δέντρο τραντάζοντάς το και μεγαλώνοντας την τρύπα. Από τη βορειοδυτική μεριά, έτρεξε καταπάνω στο δέντρο και το χτύπησε με το δεξί του κέρατο, το οποίο και έσπασε. Έπειτα, παίρνοντας φόρα από τα βορειοανατολικά, το χτύπησε με το αριστερό του κέρατο και η τρύπα μεγάλωσε κι άλλο. Την πέμπτη και τελευταία φορά αποφάσισε να πέσει πάνω στο δέντρο από τα ανατολικά και σκοπό είχε να το χτυπήσει στο κέντρο και να το ρίξει. </p><br><p>Μούγκρισε και χοροπήδησε, έξυσε τις οπλές του στο χώμα και σήκωσε σκόνη. Μα το δέντρο ατάραχο του είπε: “Δεν μπορείς να μου κάνεις κακό. Έλα και τελείωνε στα γρήγορα!”. Αυτό εξόργισε τον Κοκκαλόταυρο και όρμησε κατά το δέντρο. Εκείνο του φώναξε λίγο κοροϊδευτικά: “Αυτή τη φορά θα κολλήσεις!” και όντως ο βούβαλος, χτύπησε το δέντρο με το αριστερό του κέρατο, μεγάλωσε την τρύπα, αλλά σφήνωσε για τα καλά. </p><br><p>Τότε το δέντρο είπε στους ανθρώπους να χτυπήσουν τον βούβαλο με τα βέλη τους στο μαλακό του λαιμού και των πλευρών του μιας και ούτε να κουνηθεί μπορούσε μα ούτε και να τους επιτεθεί άλλο. Βέλος με το βέλος, οι άνθρωποι σκότωσαν τον βούβαλο που έμεινε να κρέμεται από το βαμβακόδεντρο. Οι άνθρωποι κατέβηκαν και ελευθέρωσαν το σώμα του. </p><br><p>Το δέντρο τους είπε να μαζέψουν όλα τα ροκανίδια και τα κομματάκια ξύλου που είχαν πέσει στο έδαφος και να καλύψουν με αυτά τον βούβαλο. Έτσι κι έκαναν και, μόλις όλο το κοπάδι των βουβαλιών γύρισε να φύγει, το δέντρο τους φώναξε: “Από εδώ και μπρος θα είστε υποδεέστερα των ανθρώπων. Θα έχετε τα κέρατά σας, μα σαν θα βλέπετε τους ανθρώπους θα φοβάστε. Θα σας σκοτώνουν, θα σας τρώνε και θα σας γδέρνουν τα τομάρια σας”. Όλα τα βουβάλια τότε σκορπίστηκαν προς κάθε κατεύθυνση και τα κέρατά τους είχαν μείνει πια μισά. </p><br><p>Οι άνθρωποι συνέχισαν τον δρόμο τους. Τους συνάντησε η καρακάξα που έφερνε μήνυμα από τον Ανελέητο, ο οποίος ήθελε να παντρευτεί την κόρη τους. Ο Ανελέητος ήταν ένας στρογγυλός πανίσχυρος βράχος. Η καρακάξα που τον ήξερε καλά, προειδοποίησε τους ανθρώπους: “Μην αρχίσετε καμία σχέση με αυτόν, δεν είναι καθόλου καλός άνδρας. Η κόρη σας είναι νέα κι όμορφη, τι δουλειά έχει να παντρευτεί αυτόν τον βράχο. Έχει ήδη πάρει για γυναίκες του τα πιο όμορφα κορίτσια του τόπου, κάπως τα κατάφερε. Όλες τους όμως έμειναν παράλυτες, άλλες έχασαν ένα χέρι, άλλες ένα πόδι και άλλες είναι μελανιασμένες από την κορυφή ως τα νύχια. Θα πάω να πω στον Ανελέητο να σας στείλει μετά το κολιμπρί για το προξενείο μιας και αυτό είναι γρήγορο και μπορεί να του ξεφύγει αν γίνει κάτι”.</p><br><p>Έτσι γύρισε η καρακάξα και ενημέρωσε τον βράχο για την άρνηση των ανθρώπων της πρότασης του. Ο βράχος όμως της είπε να πάει πίσω να τους πει: “Το κορίτσι πρέπει οπωσδήποτε να με παντρευτεί”. Η καρακάξα τότε κατάφερε και έπεισε τον βράχο αντί για αυτήν να στείλει το κολιμπρί. </p><br><p>Πήγε το κολιμπρί στους ανθρώπους να τους πει τα λόγια του βράχου. Μόλις όμως έφτασε, είπε: “Είναι σκληρός και καθόλου κατάλληλος για γαμπρός αυτής της κοπέλας. Φέρεται πολύ άσχημα στις γυναίκες του. Καλύτερα να φύγετε από εδώ αμέσως”. </p><br><p>Επέστρεψε στον βράχο χωρίς να έχει προσπαθήσει διόλου να τον βοηθήσει και του είπε πως εκεί που πήγε δεν βρήκε ούτε κατασκήνωση ούτε ανθρώπους: “Ναι, τους είδες”, είπε ο βράχος, “αυτούς πας να βοηθήσεις και όχι εμένα. Γι΄ αυτό λες ότι δεν τους είδες. Πήγαινε αμέσως πίσω και πες τους ότι θέλω το κορίτσι. Αν αρνηθούν ξανά να μου τη δώσουν, πες τους ότι θα πάω εγώ ο ίδιος να τη βρω”.</p><br><p>Το κολιμπρί έκανε πάλι τη διαδρομή μέχρι τους ανθρώπους και μετέφερε τα λόγια του βράχου. Πρόσθεσε: </p><p>Είναι πολύ δυνατός. Ίσως να είναι καλύτερα αν τον αφήσετε να πάρει την κόρη σας. Όμως υπάρχουν δυο ζώα που ίσως και να μπορούν να σας βοηθήσουν. Θα μπορέσουν να σας τη φέρουν πίσω πριν να της κάνει κακό ο Ανελέητος. Μιλώ για τον τυφλοπόντικα και τον ασβό.</p><p>Αυτοί οι δύο σίγουρα, είπαν οι άνθρωποι έχοντας πλήρη εμπιστοσύνη πια στα δυο αυτά ζώα.</p><br><p>Το κολιμπρί γύρισε στον βράχο με το κορίτσι. Η σκηνή του, αν και μεγάλη και φίνα, ήταν γεμάτη από σακάτικες γυναίκες:</p><p>Εδώ έχω τη νέα σου γυναίκα, είπε το κολιμπρί.</p><p>Πολύ καλά, απάντησε ο βράχος, οδήγησε τη μέσα στη σκηνή. Είμαι πολύ ευχαριστημένος που μου την έφερες. Είναι πράγματι πολύ όμορφη και μου ταιριάζει απόλυτα.</p><br><p>Δεν είχε προλάβει να απομακρυνθεί για τα καλά το κολιμπρί και ο τυφλοπόντικας και ο ασβός είχαν ήδη αρχίσει το σκάψιμο του λαγουμιού τους από τους ανθρώπους μέχρι τη σκηνή του βράχου. Τα πρωινά ο βράχος συνήθιζε να κατρακυλά βγαίνοντας από την κορυφή της σκηνής του και το βράδυ επέστρεφε από την ίδια είσοδο. Όταν έλειπε, τα δυο ζώα έφταναν κι αυτά στη σκηνή. Το κορίτσι καθόταν με τα δυο της πόδια απλωμένα. Της είπαν: “Συνέχισε να κάθεσαι έτσι μέχρι να επιστρέψει ο άνδρας σου”. Έσκαψαν οι δυο τους τότε μια τρύπα τόσο μεγάλη που χωρούσε μέσα της τον βράχο και την κάλυψαν ελαφρά με χώμα. </p><br><p>Κατά το βραδάκι άκουσαν τον βράχο να επιστρέφει. Καθώς άρχισε την κατάβαση του από την κορυφή της σκηνής, το κορίτσι σηκώθηκε, ο βράχος έπεσε μέσα στην τρύπα με έναν εκκωφαντικό γδούπο και το κορίτσι άρχισε να τρέχει έξω από τη σκηνή φωνάζοντας: “Ας κλείσει τώρα η τρύπα!”. “Ας κλείσει πάλι η Γη!” φώναξαν και ο τυφλοπόντικας με τον ασβό. Άκουσαν τον βράχο που στριφογύριζε και σειόταν από θυμό. </p><br><p>Το κορίτσι γύρισε στους πατέρες της. Ταξίδεψαν τη νύχτα, έτρεχαν να ξεφύγουν. Μέχρι το πρωί, ο βράχος τούς είχε κιόλας φτάσει. Καθώς οι άνθρωποι έτρεχαν, έκαναν την ευχή να βρεθεί πίσω τους ένα τεράστιο φαράγγι με απότομους γκρεμούς. Ο βράχος έπεσε μέσα στο φαράγγι και όσο χρόνο προσπαθούσε να ξανανέβει στην επιφάνεια, η ομάδα των ανθρώπων συνέχισε να τρέχει. Ήρθε πάλι το βράδυ και ήρθε και το πρωί και να σου πάλι ο βράχος ξοπίσω τους. Το κορίτσι τρομαγμένο είπε τότε: “Αυτή τη φορά δεν γλυτώνω. Είμαι πολύ κουρασμένη και εξουθενωμένη πατέρες μου”. Έβγαλε από το σακίδιο της ένα τόπι και λέγοντας: “Πρώτα για τον πατέρα μου”, το πέταξε ψηλά. Το τόπι κατέβηκε και εκείνη το κλώτσησε να πάει ακόμα πιο ψηλά και με αυτό ο ένας της πατέρας ανυψώθηκε κι αυτός. Έκανε το ίδιο ξανά και ξανά για όλους της τους πατέρες μέχρι που ήρθε και η δική της σειρά και ο βράχος τώρα ήταν πολύ κοντά. Πρόλαβε όμως να κλωτσήσει το τόπι και έτσι ανυψώθηκε κι αυτή.</p><br><p>Είπε σε όλους: “Σας έβαλα σε τρομερό κίνδυνο. Πιστεύω ότι εδώ είναι το καλύτερο μέρος που μπορούμε να βρεθούμε. Είναι ασφαλές και σας υπόσχομαι πως θα σας παρέχω ό,τι χρειάζεται για να ζήσουμε καλά”. Γύρισε τότε και στον βράχο και του είπε: “Εσύ θα μείνεις ακριβώς εκεί που είσαι τώρα. Δεν θα ενοχλήσεις κανέναν άλλον από δω και μπρος και θα βρίσκεσαι μόνο όπου υπάρχουν λόφοι και βουνά”.</p><br><p>Το κορίτσι και οι πατέρες της έφτασαν μέχρι τον ουρανό. Εκεί ζουν μέχρι και σήμερα, σε μια σκηνή καλυμμένη από αστέρια.</p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></itunes:summary>
		</item>
		<item>
			<title>Το Βραδυνό Ουράνιο Τόξο και η Αρκούδα Γκρίζλυ</title>
			<itunes:title>Το Βραδυνό Ουράνιο Τόξο και η Αρκούδα Γκρίζλυ</itunes:title>
			<pubDate>Fri, 10 Sep 2021 08:14:10 GMT</pubDate>
			<itunes:duration>19:36</itunes:duration>
			<enclosure url="https://sphinx.acast.com/p/open/s/6013ebce985ab977d52addcc/e/61347566266ffd0012ee6aa2/media.mp3" length="22842587" type="audio/mpeg"/>
			<guid isPermaLink="false">61347566266ffd0012ee6aa2</guid>
			<itunes:explicit>false</itunes:explicit>
			<link>https://www.karakaxa.org/%CE%B5%CF%80%CE%B5%CE%B9%CF%83%CF%8C%CE%B4%CE%B9%CE%B1</link>
			<acast:episodeId>61347566266ffd0012ee6aa2</acast:episodeId>
			<acast:showId>6013ebce985ab977d52addcc</acast:showId>
			<acast:episodeUrl>mitos56</acast:episodeUrl>
			<acast:settings><![CDATA[FYjHyZbXWHZ7gmX8Pp1rmbKbhgrQiwYShz70Q9/ffXZMTtedvdcRQbP4eiLMjXzCKLPjEYLpGj+NMVKa+5C8pL4u/EOj1Vw4h5MMJYp0lCcFAe0fnxBJy/1ju4Qxy1fh8gO4DvlGA40yms2g0/hOkcrfHIopjTygHFqGwwOPKFIai4SuTvs86Lx3UYCyl6Zs+WO4fC9bB8/2bSJALEZpunHdJA38/ZCmkJMYOTmjFjqQroQk8gNR4n9z1LA7gVbWHK0pXjNjiK3gn2PiIDmDuijn+pYRD4OLnBOXYU7mKJUecuEoCBfYGq12NyXEmKO3]]></acast:settings>
			<itunes:subtitle>Μίτος</itunes:subtitle>
			<itunes:episodeType>full</itunes:episodeType>
			<itunes:episode>56</itunes:episode>
			<itunes:image href="https://assets.pippa.io/shows/6013ebce985ab977d52addcc/1630827841416-aac6da28362f4adddbc91a15ce3a685f.jpeg"/>
			<description><![CDATA[<p>Από τις πιο σουρεάλ ιστορίες, οι Κους μας παρουσιάζουν την εξέλιξη ενός αφανούς ήρωα με τη βοήθεια του... ουράνιου τόξου!</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Περιέχει έντονες σκηνές βίας, βία ενάντια σε ζώα</p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ</p><br><p>Το Βραδινό Ουράνιο τόξο και η Αρκούδα Γκρίζλυ</p><br><p>Ο λαός Βραδινό-Ουράνιο-Τόξο ζούσε σ΄ ένα μικρό μέρος. Η γριά γυναίκα Βραδινό-Ουράνιο-Τόξο είχε πέντε παιδιά. Παλιότερα, ένα πρωινό, ένας άνδρας και η γυναίκα του είχαν βγει για κυνήγι. Οι δυο τους έφτασαν σ΄ ένα λιβάδι κι εκεί είδαν πολλούς άγριους υάκινθους: “Σαν να τους έχει βάλει κάποιος εκεί”, είπε η γυναίκα και συνέχισε, “ας πάρουμε κάμποσους σπίτι μας”. Έτσι κι έκανε, έκοψε και έβαλε κάμποσους στο καλάθι της. Ξάφνου είδε ένα άνδρα να τρέχει προς το μέρος τους. Οι δυο τους σαστισμένοι έμειναν να στέκονται εκεί όταν ο άνδρας τους πλησίασε: </p><p>Γιατί μαζέψατε τα λουλούδια; Δικά μου είναι τα λουλούδια αυτά!</p><p>Ήμουν σίγουρος πως δεν ανήκαν σε κανέναν, απάντησε ο σύντροφος της γυναίκας.</p><br><p>Ο άνδρας τότε επιτέθηκε στον σύζυγο και τον σκότωσε. Σκότωσε και τη γυναίκα αλλά δεν σταμάτησε εκεί. Πήγε και στο χωριό και σκότωσε πολλούς ανθρώπους που ζούσαν σε αυτό. Ο Αρκούδα Γκρίζλυ σκότωσε το μισό χωριό και αφού το έκανε αυτό γύρισε σπίτι του. Πήρε μαζί του και όσους είχε σκοτώσει. Τους έβαλε στο σπίτι του, να στέκονται ο ένας απέναντι από τον άλλο.</p><br><p>Η Γρια-Ουράνιο-Τόξο έμεινε μόνη και ήταν πολύ μα πολύ γριά. Ένα πρωί είδε να καταφθάνει ένας άνδρας και να την πλησιάζει. Αμέσως εκείνη κατάλαβε πως ήταν ο εχθρός της. Σήκωσε το κοντάρι από το φτυάρι της και το βύθισε στον πρωκτό του Αρκούδα Γκρίζλυ. Το στριφογύρισε κι έτσι η Γριά-Ουράνιο-Τόξο μ΄ ένα φτυάρι τον σκότωσε: “Μάλιστα, τώρα σκότωσα έναν από δαύτους”, σκέφτηκε.</p><br><p>Η Γριά-Ουράνιο-Τόξο είχε έναν εγγονό. Πάντα τον έβαζε να ξαπλώνει στα μαλακά στρώματα που είχε κι έτσι αυτός μεγάλωσε. Μεγάλωσε τόσο που άρχισε να κυνηγά: “Ξεκίνα να μου φτιάχνεις ένα τόξο!” της είπε ο εγγονός της, “όλα τα ζώα τρέχουν από δω κι από κει, δεν προλαβαίνω να τα πιάσω”. Αφού της το ζήτησε, η γιαγιά του έκατσε αμέσως και του έφτιαξε ένα τόξο. </p><br><p>Την επόμενη μέρα ο εγγονός πήγε πάλι για κυνήγι. Η Γρια-Ουράνιο-Τόξο του είπε να μην πάει μακριά και έτσι, πριν περάσει και πολύς χρόνος, εκείνος γύρισε πίσω με δυο παχουλούς λαγούς. Η γιαγιά του άρχισε να τους γδέρνει, όταν ο εγγονός της είπε: </p><p>Είδα και δυο θηρία, πελώρια θηρία.</p><p>Ελάφια θα ήταν, απάντησε η Γρια-Ουράνιο-Τόξο.</p><br><p>Ο εγγονός της πήγε πάλι για κυνήγι την επόμενη μέρα. Πάλι η γιαγιά τού είπε να μην απομακρυνθεί και πολύ. Γρήγορα το παλικάρι είδε τα δυο ελάφια. Στεκόντουσαν το ένα δίπλα στο άλλο και το αγόρι κατάφερε να χτυπήσει και τα δύο μ΄ ένα μόνο βέλος. Τα φόρτωσε και τα πήγε σπίτι του: </p><p>Να μου τα φτιάξεις να τα φάω γιαγιά, είπε το παιδί. Μα τι είναι αυτός ο ήχος;</p><p>Άκου παιδί μου, του απάντησε η Γρια-Ουράνιο-Τόξο. Αυτός ο ήχος είναι από τη φαρέτρα από ψαρόδερμα, που έχει αρχίσει να θυμώνει.</p><br><p>Βλέπετε, η Γρια-Ουράνιο-Τόξο είχε καταχωνιάσει κάπου τη φαρέτρα του νεαρού και δεν του είχε πει τίποτε γι΄ αυτήν. Είχε σκεφτεί ότι θα του την έδινε όταν είχε μεγαλώσει αρκετά, αλλά μετά το είχε ξεχάσει εντελώς: “Α, αυτή τη φορά όμως γιαγιά μου, θα πάω μακριά”, είπε ο εγγονός στη γιαγιά του την επόμενη φορά που βγήκε για κυνήγι.</p><br><p>Πράγματι, το επόμενο πρωί βγήκε και απομακρύνθηκε αρκετά. Διέσχισε κι ένα λιβάδι που σε κάποιο κομμάτι του είχε στο χώμα διάσπαρτους άγριους υάκινθους: “Μα τι να είναι αυτά τα λουλούδια; Θα πάρω μερικά να τα πάω σπίτι να τα δείξω στη γιαγιά μου να μου πει”, και μάζεψε κάμποσους, “Φαίνεται σαν να τους έχει βάλει κάποιος εδώ”, συνέχισε τη σκέψη του. Κοιτάζοντας αυτούς στο χώμα, έβαλε αφηρημένα και κάποιους στη φαρέτρα του. </p><br><p>Ξαφνικά, μέσα στο λιβάδι, το αγόρι είδε κάποιον να τρέχει κατά το μέρος του. Τρομαγμένο άρχισε να τρέχει κι αυτό. Ο άνδρας το έφτασε και το σταμάτησε. “Γιατί τα μάζεψες τα λουλούδια;”, του είπε ο Αρκούδα Γκρίζλυ, “Αυτά τα λουλούδια είναι δικά μου” και σηκώθηκε στα δυο του πόδια σαν άνθρωπος. Το αγόρι κορδώθηκε: “Τι θα μου κάνει τώρα;”, σκέφτηκε. Ο άνδρας προέτεινε τα χέρια του σαν να ήθελε να το αγκαλιάσει. Και όντως το αγκάλιασε. Το όμως που ήταν υποψιασμένο, αν και ανταποκρίθηκε στο αγκάλιασμα, χώθηκε κάτω από τη μασχάλη του Αρκούδα Γκρίζλυ και προσπάθησε ν΄ αρχίσει να τρέχει μακριά. Ο άνδρας γύρισε και είδε το παλικάρι να τρέχει και το πήρε στο κατόπι. Ο νεαρός, που κατάλαβε την τεχνική του άνδρα, καθώς έτρεχε σκέφτηκε: “Δε θα μπορέσει να μου κάνει τίποτα”. Ο άνδρας τον έφτασε και τον σταμάτησε: “Τέρμα εδώ! Ας παλέψουμε!”, του είπε πρώτος ο νεαρός και άνοιξε τα χέρια του, αυτή τη φορά στοχεύοντας προς τη μέση του άνδρα, εκεί θα τον αγκάλιαζε. Γι΄ άλλη μια φορά του ξέφυγε κάτω από τη μασχάλη και άρχισε πάλι να τρέχει. Ο Αρκούδα Γκρίζλυ κοίταξε την άδεια του αγκαλιά και σκέφτηκε: “Μα πού πήγε;”. Κοίταξε και πίσω του και είδε τον νεαρό να τρέχει με όλη του τη δύναμη. Με τη γλώσσα να κρέμεται από την κούραση, ο Αρκούδα Γκρίζλυ ακολούθησε τρέχοντας τον νεαρό.</p><br><p>Τρέχοντας και οι δυο τους πλησίασαν το σπίτι του νεαρού: “Εδώ θα τον σκοτώσω”, σκέφτηκε ο νεαρός και στράφηκε προς τον Αρκούδα, “Σταμάτα εδώ! Εδώ θα παλέψουμε!”. Στάθηκε και ο Αρκούδα Γκρίζλυ και ο νεαρός άνοιξε τα χέρια του να τον αγκαλιάσει, σημαδεύοντας τους μηρούς του αυτή τη φορά. Αγκαλιάστηκαν και ο νεαρός τον ξεγέλασε γλιστρώντας ανάμεσα από τα πόδια. Πήγε και στάθηκε λίγο πιο πέρα. Ο Αρκούδα γύρισε και στάθηκε κι αυτός. Ο νεαρός έβγαλε ένα βέλος από τη φαρέτρα και του έριξε με το τόξο. Τον πέτυχε στο στήθος. Ο Αρκούδα Γκρίζλυ έπεσε στο χώμα νεκρός. Το αγόρι τον έπιασε και τον έσυρε μέσα στο σπίτι.</p><br><p>Η γιαγιά του καθόταν και το αγόρι άρχισε να της εξιστορεί:</p><p>Είδα τους άγριους υάκινθους στο λιβάδι και έβαλα μερικούς στη φαρέτρα μου. Είδα τότε αυτόν να τρέχει προς το μέρος μου. Ήταν λέει δικοί του οι υάκινθοι και παλεύαμε κάθε φορά που με πλησίαζε. </p><p>Δεν σου το είχα πει αυτό, του απάντησε η γιαγιά του, αυτός σκότωσε τους γονείς σου.</p><p>Κι εσύ τι έκανες;</p><p>Σκότωσα έναν από δαύτους, του είπε με περηφάνια η Γρια-Ουράνιο-Τόξο.</p><br><p>Την επόμενη μέρα το αγόρι ξαναπήγε στο λιβάδι, ενώ η γιαγιά του χόρευε τον χορό-του-φόνου. Είχε χαρεί ιδιαιτέρως που και ο εγγονός της είχε σκοτώσει έναν από αυτούς. Το παλικάρι μάζεψε άγριους υάκινθους πάλι και στάθηκε να περιμένει. Ο Αρκούδα φάνηκε ξανά και έτρεχε προς το μέρος του. Ο νεαρός άρχισε κι αυτός να τρέχει και ο άνδρας τον έφτασε: “Σταματάμε εδώ! Εμείς οι δυο θα παλέψουμε, είσαι εχθρός μου”, είπε το παλικάρι. Αυτός ο Αρκούδα Γκρίζλυ όμως δε φαινόταν και πολύ ζωηρός. Τον κοίταξε για λίγο κι έπειτα άνοιξε τα χέρια του για να του αγκαλιάσει τον λαιμό. Πήδηξε πάνω του και ο νεαρός χώθηκε κάτω από τη μασχάλη του, ξεγλύστρισε κι άρχισε να τρέχει και να τρέχει. Τον είδε ο Αρκούδα Γκρίζλυ αλλά γύρισε πολύ αργά και άρχισε να τον κυνηγά πάλι πολύ αργά. Τώρα το αγόρι ήταν σίγουρο: “Δεν θα με σκοτώσει αυτός”, έτσι σκέφτηκε. Περίμενε να τον φτάσει ο Αρκούδα και σαν τον πλησίασε του είπε: “Έλα! Οι δυο μας θα παλέψουμε! Εδώ και τώρα!”, μα αυτός ο Αρκούδα είχε λαχανιάσει, η γλώσσα του κρεμόταν στο πλάι. Το αγόρι άρχισε πάλι να τρέχει κατά το σπίτι του και ετοιμάστηκε να παλέψει εκεί κοντά. Ο Αρκούδα τον έφτασε και τον άρπαξε αρκετά γρήγορα. Μάλιστα τον έπιασε από χαμηλά και τώρα τον είχε πλακώσει σκυφτό. Το παλικάρι γλύστρησε κάτω από τη μασχάλη του και πήγε και στάθηκε βάζοντας κάποια απόσταση μεταξύ τους: “Έλα εδώ!”, του φώναξε και σήκωσε το τόξο του. Σηκώθηκε και ο Αρκούδα Γκρίζλυ. Του όρμησε όπως ορμούν οι άνθρωποι. Έφτασε πολύ κοντά, ή έτσι νόμισε: “Μάλλον τον πέτυχα”, σκέφτηκε το αγόρι σαν έριξε. Και όντως τον είχε πετύχει. Έπεσε νεκρός από το χτύπημα.</p><br><p>Το αγόρι προχώρησε προς το σπίτι του και μόλις μπήκε μέσα ανακοίνωσε: </p><p>Σκότωσα κι άλλον! είπε στη γιαγιά του.</p><p>Μάλλον θα σκότωσες τη θηλυκιά, του απάντησε εκείνη.</p><p>Κάτσε να πάω να δω, είπε το παιδί και πήγε να δει.</p><br><p>Εξέτασε την Αρκούδα και σιγουρεύτηκε πως ήταν όντως θηλυκιά. </p><br><p>Την επόμενη ταξίδεψε πιο μακριά και δεν γύρισε αμέσως σπίτι του: “Πρέπει αυτή να ήταν η τελευταία”, σκέφτηκε, “κι αν πάω κατευθείαν εκεί;” Και κίνησε να πάει. </p><br><p>Έφτασε στο σπίτι των Αρκούδα Γκρίζλυ. Εκεί είδε τον πατέρα του. Εκεί είδε και τη μητέρα του. Οι δυο τους κάθονταν, ο ένας απέναντι στον άλλον, και ήταν και οι δυο τους νεκροί. Ο νεαρός τότε έκανε μεταβολή, γύρισε πίσω σπίτι του και είπε στη γιαγιά του αυτά: “Είδα τη μάνα μου και τον πατέρα μου. Πρέπει και οι δυο μας να πάμε εκεί”. </p><br><p>Και πήγαν. Εκείνος έφτιαξε τη φωτιά και οι δυο τους ζέσταναν νερό. Με αυτό το χλιαρό νερό έπλυνε το πρόσωπο, τα χέρια και τα πόδια της μητέρας του: “Σήκωσε το βλέμμα σου μάνα!”, της είπε το αγόρι, “Μοναχά κοιμάσαι!”. Εκείνη σήκωσε τα μάτια της: </p><p>Σε παρακαλώ μίλα! της είπε το αγόρι.</p><p>Δεν.. έχω… δύναμη…, είπε εκείνη αργά.</p><p>Λύγισε το πόδι σου να σε χαρώ! της φώναξε το αγόρι κι εκείνη το λύγισε. Σήκω όρθια!</p><br><p>Αυτό το τελευταίο το είπε στη συνέχεια και στους δύο: “Σηκωθείτε και οι δυο όρθιοι!” και οι δυο τους σηκώθηκαν και στάθηκαν στα πόδια τους. Αμέσως τους έδωσαν να φάνε κρέας με μπόλικο λίπος: “Φάτε το!”, πρόσταξε και έδωσε στον καθένα τους από ένα μικρό κομμάτι, “θα γίνετε και οι δυο σας δυνατοί. Τώρα σας παρακαλώ περπατήστε!”, είπε απευθυνόμενος στη μητέρα του. Άρχισαν και οι δυο τους τότε να περπατούν αν και μιλούσε μόνο στη μάνα του γιατί αυτήν την αγαπούσε περισσότερο. Μα και ο πατέρας του έγινε καλύτερα: “Τώρα που είστε και οι δυο καλά”, συνέχισε, “θα πάμε όλοι σπίτι”. </p><br><p>Κατάφεραν και πήγαν όλοι τους σπίτι. Είπε τότε ο πατέρας: “Δεν ξέραμε ακριβώς τι μας συνέβη όταν πεθάναμε”.</p><br><p>Την επόμενη μέρα πήγαν όλοι τους και μάζεψαν τόσους άγριους υάκινθους που γέμισε όλο το σπίτι, τόσους πολλούς είχαν μαζέψει:</p><p>Πάρε τους όλους και πήγαινε τους σπίτι, είπε η Γρια-Ουράνιο-Τόξο.</p><p>Εσύ μείνε εδώ, είπε το αγόρι στη μητέρα του, εμείς οι δυο, εγώ και η γιαγια, θα συνεχίσουμε.</p><br><p>Εκεί που πήγαν, οι νεκροί δεν τελείωναν. Ζέσταναν μπολικό νερό οι δυο τους και ο νεαρός έπλυνε το πρόσωπο, τα χέρια και τα πόδια όλων τους. Τους φώναξε: “Ξυπνήστε! Μονάχα κοιμάστε!”. Έτσι είπε και βιάστηκε να πλύνει τα πρόσωπα όλων. Η γριά γυναίκα είχε μαζί της λίπος και με αυτό στη συνέχεια πασάλειψε τα πρόσωπα των νεκρών, τα χέρια και τα πόδια τους: “Δείτε τώρα!” και αυτοί είδαν, κοίταξαν. “Σηκωθείτε!” και σηκώθηκαν. “Παρακαλώ, κουνήστε τα δάχτυλά σας!” και το έκαναν, τα κούνησαν. “Σταθείτε όρθιοι! Στητοί!”, πρόσταξε το αγόρι και όλοι στάθηκαν. “Θα πάμε σπίτι τώρα!”, και τότε όλοι που κάποτε είχαν σκοτωθεί γύρισαν σπίτι.</p><br><p>Ο θείος του τον κοίταξε. Ήταν κοιλαράς (όπως είμαι κι εγώ άλλωστε, χαχα):</p><p>Γιατί δεν μου το είχες πει; είπε ο νεαρός στη γιαγιά του.</p><p>Θέλει κι ο θείος σου να έρθει εδώ. Και πίστεψέ με, έχεις να μάθεις από αυτόν. </p><br><p>Ο θείος ήρθε σπίτι και είδε που ο εγγονός είχε δυο γυναίκες. Ο εγγονός είχε γίνει τώρα και πολύ πλούσιος μιας και η περιουσία ολονών ήταν πια δική του. Ξαναέζησαν έτσι όλοι τους μαζί σ΄ ένα χωριό. Μα όλη αυτή η επιτυχία ήταν της Γριας-Ουράνιο-Τόξο και έστρωσε αμέσως τον εγγονό της στη δουλειά: “Έλα, πάμε. Θα ακολουθήσουμε τον ποταμό”, είπε μια μέρα ο Κοιλαράς θείος στο παλικάρι.</p><br><p>Και πήγαν. Και οι δυο τους είχαν φαρέτρες από ψαρόδερμα, κάτι που ο εγγονός παρατήρησε καθώς πλησίαζαν σ΄ ένα σπίτι. Ένιωσε όμως και κάτι άλλο σαν έφτασαν μπροστά στο σπίτι αυτό. Αυτοί που ζούσαν εκεί τους ζήτησαν να μονομαχίσουν. Μια τρανή μάχη ξεκίνησε και τόσο απορροφημένοι ήταν και οι δυο τους σε αυτήν που έμοιαζαν σαν να εξαφανίστηκαν από τον κόσμο, εξαϋλώθηκαν! Είπε ο Κοιλαράς στον εγγονό:</p><p>Σαν να είμαστε πολύ καλοί και οι δύο.</p><p>Ας χαλαρώσουμε λίγο τις φαρέτρες μας να δούμε τι θα γίνει, είπε ο νεαρός.</p><p>Και τις χαλάρωσαν. Οι φαρέτρες ξέφυγαν και αμέσως κατακρεούργησαν το κεφάλι ενός από τους παρευρισκόμενους. Οι δυο τους το παραπέταξαν.</p><br><p>Μα οι φαρέτρες συνέχισαν να σκοτώνουν μέχρι που τους είχαν σκοτώσει όλους. Το παλικάρι τα είδε όλα. Του θείου τού άρεσε πολύ που είχαν σκοτωθεί όλοι: “Ας το ξανακάνουμε! Κι αν τους σκοτώσουμε όλους τους άλλους;”. Μα του νεαρού αυτό δεν του άρεσε καθόλου:</p><p>Εδώ θα διαφωνούμε πάντα.</p><p>Μιας κι αυτό δεν σου κάνει θα σου μάθω το εξής, είπε ο θείος και έδειξε προς τη μεριά ενός πελώριου ελάτου. Ρίξε του ακριβώς στη μέση του κορμού του και δες τι θα συμβεί. Όσο δυνατό και να είναι κάτι, εσύ θα το σκοτώνεις. Ρίξε του με δύναμη τώρα!</p><br><p>Και ο εγγονός του έριξε. Και είδε, το δέντρο έπεσε κι έγινε χίλια κομμάτια. Ο Κοιλαράς θείος είπε μετά: </p><p>Κι εσύ είσαι καλά, χτύπα κι αυτήν εκεί την πέτρα παρακαλώ, κι έδειξε έναν βράχο που ήταν εκεί δίπλα.</p><p>Μα είναι εύκολος στόχος, είπε το αγόρι.</p><p>Χτύπα την!</p><br><p>Και ο νεαρός της έριξε. Η πέτρα έγινε χίλια κομμάτια που σκορπίστηκαν παντού, σαν άμμος. Ευχαριστημένος ο θείος είπε τότε: </p><p>Καλά είσαι, την έκανες θρύψαλα.</p><p>Πάμε πίσω τώρα, είπε αυστηρά ο νεαρός. Πάμε σπίτι και όλοι αυτοί θα μας υπηρετούν.</p><p>Το καλό που τους θέλω, πρόσθεσε ο Κοιλαράς.</p><br><p>Έτσι πάει η ιστορία, όποιος συναντά την Γρια-Ουράνιο-Τόξο θα πλουτίσει. Έτσι κάνει το Ουράνιο Τόξο ακόμη και σήμερα. Τελείωσε η ιστορία της. </p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></description>
			<itunes:summary><![CDATA[<p>Από τις πιο σουρεάλ ιστορίες, οι Κους μας παρουσιάζουν την εξέλιξη ενός αφανούς ήρωα με τη βοήθεια του... ουράνιου τόξου!</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Περιέχει έντονες σκηνές βίας, βία ενάντια σε ζώα</p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ</p><br><p>Το Βραδινό Ουράνιο τόξο και η Αρκούδα Γκρίζλυ</p><br><p>Ο λαός Βραδινό-Ουράνιο-Τόξο ζούσε σ΄ ένα μικρό μέρος. Η γριά γυναίκα Βραδινό-Ουράνιο-Τόξο είχε πέντε παιδιά. Παλιότερα, ένα πρωινό, ένας άνδρας και η γυναίκα του είχαν βγει για κυνήγι. Οι δυο τους έφτασαν σ΄ ένα λιβάδι κι εκεί είδαν πολλούς άγριους υάκινθους: “Σαν να τους έχει βάλει κάποιος εκεί”, είπε η γυναίκα και συνέχισε, “ας πάρουμε κάμποσους σπίτι μας”. Έτσι κι έκανε, έκοψε και έβαλε κάμποσους στο καλάθι της. Ξάφνου είδε ένα άνδρα να τρέχει προς το μέρος τους. Οι δυο τους σαστισμένοι έμειναν να στέκονται εκεί όταν ο άνδρας τους πλησίασε: </p><p>Γιατί μαζέψατε τα λουλούδια; Δικά μου είναι τα λουλούδια αυτά!</p><p>Ήμουν σίγουρος πως δεν ανήκαν σε κανέναν, απάντησε ο σύντροφος της γυναίκας.</p><br><p>Ο άνδρας τότε επιτέθηκε στον σύζυγο και τον σκότωσε. Σκότωσε και τη γυναίκα αλλά δεν σταμάτησε εκεί. Πήγε και στο χωριό και σκότωσε πολλούς ανθρώπους που ζούσαν σε αυτό. Ο Αρκούδα Γκρίζλυ σκότωσε το μισό χωριό και αφού το έκανε αυτό γύρισε σπίτι του. Πήρε μαζί του και όσους είχε σκοτώσει. Τους έβαλε στο σπίτι του, να στέκονται ο ένας απέναντι από τον άλλο.</p><br><p>Η Γρια-Ουράνιο-Τόξο έμεινε μόνη και ήταν πολύ μα πολύ γριά. Ένα πρωί είδε να καταφθάνει ένας άνδρας και να την πλησιάζει. Αμέσως εκείνη κατάλαβε πως ήταν ο εχθρός της. Σήκωσε το κοντάρι από το φτυάρι της και το βύθισε στον πρωκτό του Αρκούδα Γκρίζλυ. Το στριφογύρισε κι έτσι η Γριά-Ουράνιο-Τόξο μ΄ ένα φτυάρι τον σκότωσε: “Μάλιστα, τώρα σκότωσα έναν από δαύτους”, σκέφτηκε.</p><br><p>Η Γριά-Ουράνιο-Τόξο είχε έναν εγγονό. Πάντα τον έβαζε να ξαπλώνει στα μαλακά στρώματα που είχε κι έτσι αυτός μεγάλωσε. Μεγάλωσε τόσο που άρχισε να κυνηγά: “Ξεκίνα να μου φτιάχνεις ένα τόξο!” της είπε ο εγγονός της, “όλα τα ζώα τρέχουν από δω κι από κει, δεν προλαβαίνω να τα πιάσω”. Αφού της το ζήτησε, η γιαγιά του έκατσε αμέσως και του έφτιαξε ένα τόξο. </p><br><p>Την επόμενη μέρα ο εγγονός πήγε πάλι για κυνήγι. Η Γρια-Ουράνιο-Τόξο του είπε να μην πάει μακριά και έτσι, πριν περάσει και πολύς χρόνος, εκείνος γύρισε πίσω με δυο παχουλούς λαγούς. Η γιαγιά του άρχισε να τους γδέρνει, όταν ο εγγονός της είπε: </p><p>Είδα και δυο θηρία, πελώρια θηρία.</p><p>Ελάφια θα ήταν, απάντησε η Γρια-Ουράνιο-Τόξο.</p><br><p>Ο εγγονός της πήγε πάλι για κυνήγι την επόμενη μέρα. Πάλι η γιαγιά τού είπε να μην απομακρυνθεί και πολύ. Γρήγορα το παλικάρι είδε τα δυο ελάφια. Στεκόντουσαν το ένα δίπλα στο άλλο και το αγόρι κατάφερε να χτυπήσει και τα δύο μ΄ ένα μόνο βέλος. Τα φόρτωσε και τα πήγε σπίτι του: </p><p>Να μου τα φτιάξεις να τα φάω γιαγιά, είπε το παιδί. Μα τι είναι αυτός ο ήχος;</p><p>Άκου παιδί μου, του απάντησε η Γρια-Ουράνιο-Τόξο. Αυτός ο ήχος είναι από τη φαρέτρα από ψαρόδερμα, που έχει αρχίσει να θυμώνει.</p><br><p>Βλέπετε, η Γρια-Ουράνιο-Τόξο είχε καταχωνιάσει κάπου τη φαρέτρα του νεαρού και δεν του είχε πει τίποτε γι΄ αυτήν. Είχε σκεφτεί ότι θα του την έδινε όταν είχε μεγαλώσει αρκετά, αλλά μετά το είχε ξεχάσει εντελώς: “Α, αυτή τη φορά όμως γιαγιά μου, θα πάω μακριά”, είπε ο εγγονός στη γιαγιά του την επόμενη φορά που βγήκε για κυνήγι.</p><br><p>Πράγματι, το επόμενο πρωί βγήκε και απομακρύνθηκε αρκετά. Διέσχισε κι ένα λιβάδι που σε κάποιο κομμάτι του είχε στο χώμα διάσπαρτους άγριους υάκινθους: “Μα τι να είναι αυτά τα λουλούδια; Θα πάρω μερικά να τα πάω σπίτι να τα δείξω στη γιαγιά μου να μου πει”, και μάζεψε κάμποσους, “Φαίνεται σαν να τους έχει βάλει κάποιος εδώ”, συνέχισε τη σκέψη του. Κοιτάζοντας αυτούς στο χώμα, έβαλε αφηρημένα και κάποιους στη φαρέτρα του. </p><br><p>Ξαφνικά, μέσα στο λιβάδι, το αγόρι είδε κάποιον να τρέχει κατά το μέρος του. Τρομαγμένο άρχισε να τρέχει κι αυτό. Ο άνδρας το έφτασε και το σταμάτησε. “Γιατί τα μάζεψες τα λουλούδια;”, του είπε ο Αρκούδα Γκρίζλυ, “Αυτά τα λουλούδια είναι δικά μου” και σηκώθηκε στα δυο του πόδια σαν άνθρωπος. Το αγόρι κορδώθηκε: “Τι θα μου κάνει τώρα;”, σκέφτηκε. Ο άνδρας προέτεινε τα χέρια του σαν να ήθελε να το αγκαλιάσει. Και όντως το αγκάλιασε. Το όμως που ήταν υποψιασμένο, αν και ανταποκρίθηκε στο αγκάλιασμα, χώθηκε κάτω από τη μασχάλη του Αρκούδα Γκρίζλυ και προσπάθησε ν΄ αρχίσει να τρέχει μακριά. Ο άνδρας γύρισε και είδε το παλικάρι να τρέχει και το πήρε στο κατόπι. Ο νεαρός, που κατάλαβε την τεχνική του άνδρα, καθώς έτρεχε σκέφτηκε: “Δε θα μπορέσει να μου κάνει τίποτα”. Ο άνδρας τον έφτασε και τον σταμάτησε: “Τέρμα εδώ! Ας παλέψουμε!”, του είπε πρώτος ο νεαρός και άνοιξε τα χέρια του, αυτή τη φορά στοχεύοντας προς τη μέση του άνδρα, εκεί θα τον αγκάλιαζε. Γι΄ άλλη μια φορά του ξέφυγε κάτω από τη μασχάλη και άρχισε πάλι να τρέχει. Ο Αρκούδα Γκρίζλυ κοίταξε την άδεια του αγκαλιά και σκέφτηκε: “Μα πού πήγε;”. Κοίταξε και πίσω του και είδε τον νεαρό να τρέχει με όλη του τη δύναμη. Με τη γλώσσα να κρέμεται από την κούραση, ο Αρκούδα Γκρίζλυ ακολούθησε τρέχοντας τον νεαρό.</p><br><p>Τρέχοντας και οι δυο τους πλησίασαν το σπίτι του νεαρού: “Εδώ θα τον σκοτώσω”, σκέφτηκε ο νεαρός και στράφηκε προς τον Αρκούδα, “Σταμάτα εδώ! Εδώ θα παλέψουμε!”. Στάθηκε και ο Αρκούδα Γκρίζλυ και ο νεαρός άνοιξε τα χέρια του να τον αγκαλιάσει, σημαδεύοντας τους μηρούς του αυτή τη φορά. Αγκαλιάστηκαν και ο νεαρός τον ξεγέλασε γλιστρώντας ανάμεσα από τα πόδια. Πήγε και στάθηκε λίγο πιο πέρα. Ο Αρκούδα γύρισε και στάθηκε κι αυτός. Ο νεαρός έβγαλε ένα βέλος από τη φαρέτρα και του έριξε με το τόξο. Τον πέτυχε στο στήθος. Ο Αρκούδα Γκρίζλυ έπεσε στο χώμα νεκρός. Το αγόρι τον έπιασε και τον έσυρε μέσα στο σπίτι.</p><br><p>Η γιαγιά του καθόταν και το αγόρι άρχισε να της εξιστορεί:</p><p>Είδα τους άγριους υάκινθους στο λιβάδι και έβαλα μερικούς στη φαρέτρα μου. Είδα τότε αυτόν να τρέχει προς το μέρος μου. Ήταν λέει δικοί του οι υάκινθοι και παλεύαμε κάθε φορά που με πλησίαζε. </p><p>Δεν σου το είχα πει αυτό, του απάντησε η γιαγιά του, αυτός σκότωσε τους γονείς σου.</p><p>Κι εσύ τι έκανες;</p><p>Σκότωσα έναν από δαύτους, του είπε με περηφάνια η Γρια-Ουράνιο-Τόξο.</p><br><p>Την επόμενη μέρα το αγόρι ξαναπήγε στο λιβάδι, ενώ η γιαγιά του χόρευε τον χορό-του-φόνου. Είχε χαρεί ιδιαιτέρως που και ο εγγονός της είχε σκοτώσει έναν από αυτούς. Το παλικάρι μάζεψε άγριους υάκινθους πάλι και στάθηκε να περιμένει. Ο Αρκούδα φάνηκε ξανά και έτρεχε προς το μέρος του. Ο νεαρός άρχισε κι αυτός να τρέχει και ο άνδρας τον έφτασε: “Σταματάμε εδώ! Εμείς οι δυο θα παλέψουμε, είσαι εχθρός μου”, είπε το παλικάρι. Αυτός ο Αρκούδα Γκρίζλυ όμως δε φαινόταν και πολύ ζωηρός. Τον κοίταξε για λίγο κι έπειτα άνοιξε τα χέρια του για να του αγκαλιάσει τον λαιμό. Πήδηξε πάνω του και ο νεαρός χώθηκε κάτω από τη μασχάλη του, ξεγλύστρισε κι άρχισε να τρέχει και να τρέχει. Τον είδε ο Αρκούδα Γκρίζλυ αλλά γύρισε πολύ αργά και άρχισε να τον κυνηγά πάλι πολύ αργά. Τώρα το αγόρι ήταν σίγουρο: “Δεν θα με σκοτώσει αυτός”, έτσι σκέφτηκε. Περίμενε να τον φτάσει ο Αρκούδα και σαν τον πλησίασε του είπε: “Έλα! Οι δυο μας θα παλέψουμε! Εδώ και τώρα!”, μα αυτός ο Αρκούδα είχε λαχανιάσει, η γλώσσα του κρεμόταν στο πλάι. Το αγόρι άρχισε πάλι να τρέχει κατά το σπίτι του και ετοιμάστηκε να παλέψει εκεί κοντά. Ο Αρκούδα τον έφτασε και τον άρπαξε αρκετά γρήγορα. Μάλιστα τον έπιασε από χαμηλά και τώρα τον είχε πλακώσει σκυφτό. Το παλικάρι γλύστρησε κάτω από τη μασχάλη του και πήγε και στάθηκε βάζοντας κάποια απόσταση μεταξύ τους: “Έλα εδώ!”, του φώναξε και σήκωσε το τόξο του. Σηκώθηκε και ο Αρκούδα Γκρίζλυ. Του όρμησε όπως ορμούν οι άνθρωποι. Έφτασε πολύ κοντά, ή έτσι νόμισε: “Μάλλον τον πέτυχα”, σκέφτηκε το αγόρι σαν έριξε. Και όντως τον είχε πετύχει. Έπεσε νεκρός από το χτύπημα.</p><br><p>Το αγόρι προχώρησε προς το σπίτι του και μόλις μπήκε μέσα ανακοίνωσε: </p><p>Σκότωσα κι άλλον! είπε στη γιαγιά του.</p><p>Μάλλον θα σκότωσες τη θηλυκιά, του απάντησε εκείνη.</p><p>Κάτσε να πάω να δω, είπε το παιδί και πήγε να δει.</p><br><p>Εξέτασε την Αρκούδα και σιγουρεύτηκε πως ήταν όντως θηλυκιά. </p><br><p>Την επόμενη ταξίδεψε πιο μακριά και δεν γύρισε αμέσως σπίτι του: “Πρέπει αυτή να ήταν η τελευταία”, σκέφτηκε, “κι αν πάω κατευθείαν εκεί;” Και κίνησε να πάει. </p><br><p>Έφτασε στο σπίτι των Αρκούδα Γκρίζλυ. Εκεί είδε τον πατέρα του. Εκεί είδε και τη μητέρα του. Οι δυο τους κάθονταν, ο ένας απέναντι στον άλλον, και ήταν και οι δυο τους νεκροί. Ο νεαρός τότε έκανε μεταβολή, γύρισε πίσω σπίτι του και είπε στη γιαγιά του αυτά: “Είδα τη μάνα μου και τον πατέρα μου. Πρέπει και οι δυο μας να πάμε εκεί”. </p><br><p>Και πήγαν. Εκείνος έφτιαξε τη φωτιά και οι δυο τους ζέσταναν νερό. Με αυτό το χλιαρό νερό έπλυνε το πρόσωπο, τα χέρια και τα πόδια της μητέρας του: “Σήκωσε το βλέμμα σου μάνα!”, της είπε το αγόρι, “Μοναχά κοιμάσαι!”. Εκείνη σήκωσε τα μάτια της: </p><p>Σε παρακαλώ μίλα! της είπε το αγόρι.</p><p>Δεν.. έχω… δύναμη…, είπε εκείνη αργά.</p><p>Λύγισε το πόδι σου να σε χαρώ! της φώναξε το αγόρι κι εκείνη το λύγισε. Σήκω όρθια!</p><br><p>Αυτό το τελευταίο το είπε στη συνέχεια και στους δύο: “Σηκωθείτε και οι δυο όρθιοι!” και οι δυο τους σηκώθηκαν και στάθηκαν στα πόδια τους. Αμέσως τους έδωσαν να φάνε κρέας με μπόλικο λίπος: “Φάτε το!”, πρόσταξε και έδωσε στον καθένα τους από ένα μικρό κομμάτι, “θα γίνετε και οι δυο σας δυνατοί. Τώρα σας παρακαλώ περπατήστε!”, είπε απευθυνόμενος στη μητέρα του. Άρχισαν και οι δυο τους τότε να περπατούν αν και μιλούσε μόνο στη μάνα του γιατί αυτήν την αγαπούσε περισσότερο. Μα και ο πατέρας του έγινε καλύτερα: “Τώρα που είστε και οι δυο καλά”, συνέχισε, “θα πάμε όλοι σπίτι”. </p><br><p>Κατάφεραν και πήγαν όλοι τους σπίτι. Είπε τότε ο πατέρας: “Δεν ξέραμε ακριβώς τι μας συνέβη όταν πεθάναμε”.</p><br><p>Την επόμενη μέρα πήγαν όλοι τους και μάζεψαν τόσους άγριους υάκινθους που γέμισε όλο το σπίτι, τόσους πολλούς είχαν μαζέψει:</p><p>Πάρε τους όλους και πήγαινε τους σπίτι, είπε η Γρια-Ουράνιο-Τόξο.</p><p>Εσύ μείνε εδώ, είπε το αγόρι στη μητέρα του, εμείς οι δυο, εγώ και η γιαγια, θα συνεχίσουμε.</p><br><p>Εκεί που πήγαν, οι νεκροί δεν τελείωναν. Ζέσταναν μπολικό νερό οι δυο τους και ο νεαρός έπλυνε το πρόσωπο, τα χέρια και τα πόδια όλων τους. Τους φώναξε: “Ξυπνήστε! Μονάχα κοιμάστε!”. Έτσι είπε και βιάστηκε να πλύνει τα πρόσωπα όλων. Η γριά γυναίκα είχε μαζί της λίπος και με αυτό στη συνέχεια πασάλειψε τα πρόσωπα των νεκρών, τα χέρια και τα πόδια τους: “Δείτε τώρα!” και αυτοί είδαν, κοίταξαν. “Σηκωθείτε!” και σηκώθηκαν. “Παρακαλώ, κουνήστε τα δάχτυλά σας!” και το έκαναν, τα κούνησαν. “Σταθείτε όρθιοι! Στητοί!”, πρόσταξε το αγόρι και όλοι στάθηκαν. “Θα πάμε σπίτι τώρα!”, και τότε όλοι που κάποτε είχαν σκοτωθεί γύρισαν σπίτι.</p><br><p>Ο θείος του τον κοίταξε. Ήταν κοιλαράς (όπως είμαι κι εγώ άλλωστε, χαχα):</p><p>Γιατί δεν μου το είχες πει; είπε ο νεαρός στη γιαγιά του.</p><p>Θέλει κι ο θείος σου να έρθει εδώ. Και πίστεψέ με, έχεις να μάθεις από αυτόν. </p><br><p>Ο θείος ήρθε σπίτι και είδε που ο εγγονός είχε δυο γυναίκες. Ο εγγονός είχε γίνει τώρα και πολύ πλούσιος μιας και η περιουσία ολονών ήταν πια δική του. Ξαναέζησαν έτσι όλοι τους μαζί σ΄ ένα χωριό. Μα όλη αυτή η επιτυχία ήταν της Γριας-Ουράνιο-Τόξο και έστρωσε αμέσως τον εγγονό της στη δουλειά: “Έλα, πάμε. Θα ακολουθήσουμε τον ποταμό”, είπε μια μέρα ο Κοιλαράς θείος στο παλικάρι.</p><br><p>Και πήγαν. Και οι δυο τους είχαν φαρέτρες από ψαρόδερμα, κάτι που ο εγγονός παρατήρησε καθώς πλησίαζαν σ΄ ένα σπίτι. Ένιωσε όμως και κάτι άλλο σαν έφτασαν μπροστά στο σπίτι αυτό. Αυτοί που ζούσαν εκεί τους ζήτησαν να μονομαχίσουν. Μια τρανή μάχη ξεκίνησε και τόσο απορροφημένοι ήταν και οι δυο τους σε αυτήν που έμοιαζαν σαν να εξαφανίστηκαν από τον κόσμο, εξαϋλώθηκαν! Είπε ο Κοιλαράς στον εγγονό:</p><p>Σαν να είμαστε πολύ καλοί και οι δύο.</p><p>Ας χαλαρώσουμε λίγο τις φαρέτρες μας να δούμε τι θα γίνει, είπε ο νεαρός.</p><p>Και τις χαλάρωσαν. Οι φαρέτρες ξέφυγαν και αμέσως κατακρεούργησαν το κεφάλι ενός από τους παρευρισκόμενους. Οι δυο τους το παραπέταξαν.</p><br><p>Μα οι φαρέτρες συνέχισαν να σκοτώνουν μέχρι που τους είχαν σκοτώσει όλους. Το παλικάρι τα είδε όλα. Του θείου τού άρεσε πολύ που είχαν σκοτωθεί όλοι: “Ας το ξανακάνουμε! Κι αν τους σκοτώσουμε όλους τους άλλους;”. Μα του νεαρού αυτό δεν του άρεσε καθόλου:</p><p>Εδώ θα διαφωνούμε πάντα.</p><p>Μιας κι αυτό δεν σου κάνει θα σου μάθω το εξής, είπε ο θείος και έδειξε προς τη μεριά ενός πελώριου ελάτου. Ρίξε του ακριβώς στη μέση του κορμού του και δες τι θα συμβεί. Όσο δυνατό και να είναι κάτι, εσύ θα το σκοτώνεις. Ρίξε του με δύναμη τώρα!</p><br><p>Και ο εγγονός του έριξε. Και είδε, το δέντρο έπεσε κι έγινε χίλια κομμάτια. Ο Κοιλαράς θείος είπε μετά: </p><p>Κι εσύ είσαι καλά, χτύπα κι αυτήν εκεί την πέτρα παρακαλώ, κι έδειξε έναν βράχο που ήταν εκεί δίπλα.</p><p>Μα είναι εύκολος στόχος, είπε το αγόρι.</p><p>Χτύπα την!</p><br><p>Και ο νεαρός της έριξε. Η πέτρα έγινε χίλια κομμάτια που σκορπίστηκαν παντού, σαν άμμος. Ευχαριστημένος ο θείος είπε τότε: </p><p>Καλά είσαι, την έκανες θρύψαλα.</p><p>Πάμε πίσω τώρα, είπε αυστηρά ο νεαρός. Πάμε σπίτι και όλοι αυτοί θα μας υπηρετούν.</p><p>Το καλό που τους θέλω, πρόσθεσε ο Κοιλαράς.</p><br><p>Έτσι πάει η ιστορία, όποιος συναντά την Γρια-Ουράνιο-Τόξο θα πλουτίσει. Έτσι κάνει το Ουράνιο Τόξο ακόμη και σήμερα. Τελείωσε η ιστορία της. </p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></itunes:summary>
		</item>
		<item>
			<title>Πως το Κογιότ Έφερε τη Φωτιά στους Ανθρώπους</title>
			<itunes:title>Πως το Κογιότ Έφερε τη Φωτιά στους Ανθρώπους</itunes:title>
			<pubDate>Mon, 06 Sep 2021 08:37:11 GMT</pubDate>
			<itunes:duration>9:20</itunes:duration>
			<enclosure url="https://sphinx.acast.com/p/open/s/6013ebce985ab977d52addcc/e/613465abcfc74100193c8b6c/media.mp3" length="11282724" type="audio/mpeg"/>
			<guid isPermaLink="false">613465abcfc74100193c8b6c</guid>
			<itunes:explicit>false</itunes:explicit>
			<link>https://www.karakaxa.org/%CE%B5%CF%80%CE%B5%CE%B9%CF%83%CF%8C%CE%B4%CE%B9%CE%B1</link>
			<acast:episodeId>613465abcfc74100193c8b6c</acast:episodeId>
			<acast:showId>6013ebce985ab977d52addcc</acast:showId>
			<acast:episodeUrl>mitos55</acast:episodeUrl>
			<acast:settings><![CDATA[FYjHyZbXWHZ7gmX8Pp1rmbKbhgrQiwYShz70Q9/ffXZMTtedvdcRQbP4eiLMjXzCKLPjEYLpGj+NMVKa+5C8pL4u/EOj1Vw4h5MMJYp0lCcFAe0fnxBJy/1ju4Qxy1fh8gO4DvlGA40yms2g0/hOkcrfHIopjTygHFqGwwOPKFIai4SuTvs86Lx3UYCyl6Zs+WO4fC9bB8/2bSJALEZpunHdJA38/ZCmkJMYOTmjFjpd1oPSQ0MW/uakOGn72GV1Z+7T/nQEEHDhYnueZDAiEN7hgOCy4sNTkKbSe5XztRvW4amRRTTQOHbGo+UnivQI]]></acast:settings>
			<itunes:subtitle>Μίτος</itunes:subtitle>
			<itunes:episodeType>full</itunes:episodeType>
			<itunes:episode>55</itunes:episode>
			<itunes:image href="https://assets.pippa.io/shows/6013ebce985ab977d52addcc/1630823815954-99cd14335e00d8e147c859039ecde9ab.jpeg"/>
			<description><![CDATA[<p>Οι Καρόκ μας λένε για ένα από τα μεγάλα Μανιτού των Ιθαγενών, το Κογιότ που στην πλειοψηφία των λαών και των φυλών, είναι αυτό που έφερε τη φωτιά στους ανθρώπους.</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Δεν περιέχει ευαίσθητο υλικό </p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>Η ιστορία είναι ευγενική παραχώρηση του: www.firstpeople.us</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ</p><br><p>Πώς το Κογιότ Έφερε τη Φωτιά Στους Ανθρώπους</p><br><p>Στην αρχή, οι άνθρωποι δεν είχαν φωτιά, Η μόνη φωτιά που υπήρχε ήταν στην κορυφή ενός πανύψηλου και χιονισμένου βουνού που το φύλαγαν τα κακά πνεύματα σκούκαμ. Τα σκούκαμ φοβόντουσαν ότι αν οι άνθρωποι έπαιρναν τη φωτιά θα γινόντουσαν δυνατοί, πιο δυνατοί κι από τους ίδιους. Έτσι τα σκούκαμ φυλούσαν τη φωτιά καλά και δεν τη μοιράζονταν με κανέναν.</p><br><p>Αφού οι άνθρωποι δεν είχαν φωτιά, όλο κρύωναν κι έτρεμαν κι έτρωγαν το φαγητό τους ωμό. Έτσι μια μέρα τους βρήκε και το Κογιότ, μέσα στη μιζέρια και στο κρύο: </p><p>Κογιότ, το παρακάλεσαν, πρέπει να μας φέρεις τη φωτιά από το βουνό αλλιώς θα πεθάνουμε όλοι μας από το κρύο.</p><p>Θα δω τι μπορώ να κάνω για εσάς, υποσχέθηκε το Κογιότ.</p><br><p>Μόλις ξεπρόβαλλε ο ήλιος το επόμενο πρωί, το Κογιότ ξεκίνησε το δύσκολο και κακοτράχηλο ταξίδι του προς την κορυφή του βουνού όπου τα σκούκαμ φυλούσαν τη φωτιά. </p><br><p>Σαν έφτασε στην κορυφή του βουνού είδε ότι κάτι γερασμένες και ρυτιδιασμένες αδερφές σκούκαμ φυλούσαν τη φωτιά με βάρδιες. Όσο μια καθόταν και φύλαγε τη φωτιά οι άλλες δυο έτρωγαν και κοιμόντουσαν σ΄ ένα καλυβάκι εκεί κοντά. Όταν έφτανε η ώρα να αλλάξουν σκοπιά, αυτή που ήταν στη φωτιά πήγαινε στο καλυβάκι και φώναζε: “Αδερφή μου, σήκω κι έλα στη φωτιά!”.</p><br><p>Την αυγή, η σκούκαμ που είχε φυλάξει τη φωτιά όλο το προηγούμενο βράδυ, είχε πιαστεί από το καθισιό και το κρύο κι έτσι περπατούσε στο χιόνι μέχρι την καλύβα πολύ αργά: “Αυτή είναι η ευκαιρία μου να πάρω λίγη από τη φωτιά”, σκέφτηκε το Κογιότ. Ήξερε όμως καλά πως θα το κυνηγούσαν και παρόλο που τα σκούκαμ ήταν γέρικα ήταν γρήγοροι και δυνατοί δρομείς. Έκατσε τότε για να καταστρώσει ένα σχέδιο.</p><br><p>Το Κογιότ σκέφτηκε και σκέφτηκε, μα δεν μπορούσε να κατεβάσει καμιά ιδέα. Τότε σκέφτηκε να ρωτήσει τις τρεις αδερφές του που ζούσαν μέσα στην κοιλιά του με τη μορφή μύρτιλων. Αυτές ήταν πολύ σοφές και σίγουρα θα το συμβούλευαν σωστά.</p><br><p>Αρχικά οι αδερφές του αρνήθηκαν να το βοηθήσουν: “Αν σε συμβουλέψουμε”, το μάλωσαν, “εσύ αμέσως θα πεις ότι ήξερες από την αρχή πως αυτό έπρεπε να κάνεις”. Το Κογιότ τότε θυμήθηκε πως οι αδερφές του φοβόντουσαν το χαλάζι και σήκωσε τα χέρια του προς τον ουρανό: “Χαλάζι! Χαλάζι! Πέσε τώρα από τον ουρανό!”. Οι αδερφές του αμέσως άρχισαν να το παρακαλούν φοβισμένες: “Αχ όχι, μην κάνεις το χαλάζι να πέσει! Θα σου πούμε ό,τι θελήσεις να μάθεις!”.</p><br><p>Οι τρεις τους τότε είπαν στο Κογιότ πώς να κλέψει τη φωτιά από το βουνό και να την κατεβάσει μέχρι κάτω στους ανθρώπους. Μόλις τελείωσαν να του εξηγούν τι έπρεπε να κάνει, εκείνο γύρισε και τους είπε: “Αυτό σχεδίαζα να κάνω από την αρχή”.</p><br><p>Το Κογιότ επισκέφτηκε τότε τα ζώα. Τα μάζεψε όλα μαζί, όπως του είχαν πει να κάνει οι αδερφές του και είπε στην Αντιλόπη, στην Αλεπού, στη Νυφίτσα, στον Κάστορα και στον Σκίουρο να πάνε να στηθούν σε συγκεκριμένα σημεία της βουνοπλαγιάς. Όταν όλοι είχαν πάρει τις θέσεις τους, σχημάτιζαν μια μακριά γραμμή από την κορυφή του βουνού μέχρι το χωριό των ανθρώπων.</p><br><p>Το Κογιότ ανέβηκε για άλλη μια φορά στην κορυφή του βουνού και περίμενε να ξημερώσει. Η γριά σκούκαμ που φύλαγε σκοπιά είχε δει το Κογιότ με την άκρη του ματιού της, αλλά νόμισε πως απλά ήταν ένα ζώο που περιπλανιόταν γυρεύοντας τροφή. </p><br><p>Με την αυγή, η γριά σκούκαμ σηκώθηκε αργά από τη θέση της μπροστά στη φωτιά και αργά άρχισε να περπατά προς την καλύβα και, όταν έφτασε στην πόρτα, φώναξε: “Αδερφή, σήκω κι έλα να φυλάξεις τη φωτιά”.</p><br><p>Εκείνη ακριβώς τη στιγμή το Κογιότ βγήκε από τους θάμνους. Άρπαξε ένα κομμάτι φωτιά και άρχισε να τρέχει όσο πιο γρήγορα μπορούσε μέσα στο χιόνι. Ευθύς, τα τρία σκούκαμ το πήραν στο κυνήγι. Ήταν τόσο κοντά του που του πεταγόταν χιόνι και πάγος στα μάτια έτσι που στροβιλίζονταν μέσα στην οργή τους. Το Κογιότ έτρεχε όπως δεν είχε τρέξει ποτέ στη ζωή του. Πηδούσε πάνω από ρωγμές στον πάγο και κατρακύλησε τη μισή διαδρομή σαν χιονόμπαλα, μα τα σκούκαμ ήταν πάντα ξοπίσω του. Τόσο κοντά του ήταν που οι φλογερές τους ανάσες τσουρούφλισαν την ουρά του.</p><br><p>Μόλις το Κογιότ έφτασε σε μια συστάδα δέντρων, από μέσα από την κρυψώνα του ξεπήδησε το Κούγκαρ, του πήρε τη φωτιά και άρχισε κι αυτό με τη σειρά του να τρέχει, ενώ το Κογιότ σωριάστηκε χάμω από την κούραση. Το Κούγκαρ έτρεξε μέχρι τα ψηλά δέντρα όπου και έδωσε τη φωτιά στην Αλεπού. Η Αλεπού έτρεξε με όλη της τη δύναμη μέχρι την πυκνή χαμηλή βλάστηση όπου και έδωσε τη φωτιά στον Σκίουρο. Ο Σκίουρος βάλθηκε να πηδά από δέντρο σε δέντρο, από κλαδί σε κλαδί και τα σκούκαμ, που δεν μπορούσαν να κάνουν το ίδιο, πήγαν να τον πιάσουν στην άκρη του δάσους, όταν θα έβγαινε. Μα εκεί περίμενε η Αντιλόπη που είναι το πιο γρήγορο από όλα τα ζώα και σαν πήρε τη φωτιά άρχισε να διασχίζει την πεδιάδα με τρομερή ταχύτητα. Το ένα μετά το άλλο, όλα τα ζώα έφεραν τη φωτιά με τα σκούκαμ πάντα να τα ακολουθούν.</p><br><p>Τέλος, όταν από την κλεμμένη φωτιά είχε μείνει πια μόνο ένα λαμπερό κάρβουνο, το πήρε ο Βάτραχος. Εκείνος το κατάπιε και άρχισε να χοροπηδά όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Παραλίγο να τον πιάσουν τα σκούκαμ, μα ο Βάτραχος τότε πήδησε μέσα στη λίμνη και κολυμπώντας έφτασε στην αντίπερα όχθη. Το νεότερο από τα σκούκαμ, μ΄ έναν πήδο είχε ήδη φτάσει απέναντι και περίμενε να φτάσει και ο Βάτραχος. Ο Βάτραχος το είδε και μόλις πάτησε στη γη, πήδησε ανάμεσα από τα πόδια του σκούκαμ και του ξέφυγε. Τότε έφτυσε το κάρβουνο πάνω στο Ξύλο και το Ξύλο το κατάπιε. Τα τρία σκούκαμ έμειναν να κοιτούν σαστισμένα το Ξύλο μιας και δεν είχαν ιδέα πώς να του πάρουν τη φωτιά. Ανήμπορα να κάνουν κάτι, πήραν σιγά σιγά τον δρόμο της επιστροφής μέχρι τη φωτιά τους στην κορυφή του βουνού. </p><br><p>Το Κογιότ κάλεσε όλα τα ζώα να μαζευτούν γύρω από το Ξύλο. Ήταν βλέπετε πολύ σοφό και ήξερε πώς να πάρει τη φωτιά από το Ξύλο. Έδειξε στα ζώα πώς να τρίψουν δυο ξυλαράκια μεταξύ τους μέχρι να δουν σπίθες. Στη συνέχεια τους έδειξε πώς να φτιάχνουν ροκανίδια, να τα μπερδεύουν με ξερά κλαδιά και να τα συνδυάζουν με αυτές τις σπίθες. Έτσι έφτιαξαν μια μικρή φωτιά. Όταν τους εξήγησε μάλιστα πώς να φέρνουν σιγά σιγά όλο και μεγαλύτερα κλαδιά και πευκοβελόνες, η φωτιά έγινε μεγαλύτερη.</p><br><p>Έτσι έμαθαν και οι άνθρωποι πώς να βγάζουν τη φωτιά από το Ξύλο. Τώρα μαγείρευαν τα φαγητά τους, ζέσταιναν τα σπίτια τους και δεν ξανακρύωσαν ποτέ. </p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></description>
			<itunes:summary><![CDATA[<p>Οι Καρόκ μας λένε για ένα από τα μεγάλα Μανιτού των Ιθαγενών, το Κογιότ που στην πλειοψηφία των λαών και των φυλών, είναι αυτό που έφερε τη φωτιά στους ανθρώπους.</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Δεν περιέχει ευαίσθητο υλικό </p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>Η ιστορία είναι ευγενική παραχώρηση του: www.firstpeople.us</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ</p><br><p>Πώς το Κογιότ Έφερε τη Φωτιά Στους Ανθρώπους</p><br><p>Στην αρχή, οι άνθρωποι δεν είχαν φωτιά, Η μόνη φωτιά που υπήρχε ήταν στην κορυφή ενός πανύψηλου και χιονισμένου βουνού που το φύλαγαν τα κακά πνεύματα σκούκαμ. Τα σκούκαμ φοβόντουσαν ότι αν οι άνθρωποι έπαιρναν τη φωτιά θα γινόντουσαν δυνατοί, πιο δυνατοί κι από τους ίδιους. Έτσι τα σκούκαμ φυλούσαν τη φωτιά καλά και δεν τη μοιράζονταν με κανέναν.</p><br><p>Αφού οι άνθρωποι δεν είχαν φωτιά, όλο κρύωναν κι έτρεμαν κι έτρωγαν το φαγητό τους ωμό. Έτσι μια μέρα τους βρήκε και το Κογιότ, μέσα στη μιζέρια και στο κρύο: </p><p>Κογιότ, το παρακάλεσαν, πρέπει να μας φέρεις τη φωτιά από το βουνό αλλιώς θα πεθάνουμε όλοι μας από το κρύο.</p><p>Θα δω τι μπορώ να κάνω για εσάς, υποσχέθηκε το Κογιότ.</p><br><p>Μόλις ξεπρόβαλλε ο ήλιος το επόμενο πρωί, το Κογιότ ξεκίνησε το δύσκολο και κακοτράχηλο ταξίδι του προς την κορυφή του βουνού όπου τα σκούκαμ φυλούσαν τη φωτιά. </p><br><p>Σαν έφτασε στην κορυφή του βουνού είδε ότι κάτι γερασμένες και ρυτιδιασμένες αδερφές σκούκαμ φυλούσαν τη φωτιά με βάρδιες. Όσο μια καθόταν και φύλαγε τη φωτιά οι άλλες δυο έτρωγαν και κοιμόντουσαν σ΄ ένα καλυβάκι εκεί κοντά. Όταν έφτανε η ώρα να αλλάξουν σκοπιά, αυτή που ήταν στη φωτιά πήγαινε στο καλυβάκι και φώναζε: “Αδερφή μου, σήκω κι έλα στη φωτιά!”.</p><br><p>Την αυγή, η σκούκαμ που είχε φυλάξει τη φωτιά όλο το προηγούμενο βράδυ, είχε πιαστεί από το καθισιό και το κρύο κι έτσι περπατούσε στο χιόνι μέχρι την καλύβα πολύ αργά: “Αυτή είναι η ευκαιρία μου να πάρω λίγη από τη φωτιά”, σκέφτηκε το Κογιότ. Ήξερε όμως καλά πως θα το κυνηγούσαν και παρόλο που τα σκούκαμ ήταν γέρικα ήταν γρήγοροι και δυνατοί δρομείς. Έκατσε τότε για να καταστρώσει ένα σχέδιο.</p><br><p>Το Κογιότ σκέφτηκε και σκέφτηκε, μα δεν μπορούσε να κατεβάσει καμιά ιδέα. Τότε σκέφτηκε να ρωτήσει τις τρεις αδερφές του που ζούσαν μέσα στην κοιλιά του με τη μορφή μύρτιλων. Αυτές ήταν πολύ σοφές και σίγουρα θα το συμβούλευαν σωστά.</p><br><p>Αρχικά οι αδερφές του αρνήθηκαν να το βοηθήσουν: “Αν σε συμβουλέψουμε”, το μάλωσαν, “εσύ αμέσως θα πεις ότι ήξερες από την αρχή πως αυτό έπρεπε να κάνεις”. Το Κογιότ τότε θυμήθηκε πως οι αδερφές του φοβόντουσαν το χαλάζι και σήκωσε τα χέρια του προς τον ουρανό: “Χαλάζι! Χαλάζι! Πέσε τώρα από τον ουρανό!”. Οι αδερφές του αμέσως άρχισαν να το παρακαλούν φοβισμένες: “Αχ όχι, μην κάνεις το χαλάζι να πέσει! Θα σου πούμε ό,τι θελήσεις να μάθεις!”.</p><br><p>Οι τρεις τους τότε είπαν στο Κογιότ πώς να κλέψει τη φωτιά από το βουνό και να την κατεβάσει μέχρι κάτω στους ανθρώπους. Μόλις τελείωσαν να του εξηγούν τι έπρεπε να κάνει, εκείνο γύρισε και τους είπε: “Αυτό σχεδίαζα να κάνω από την αρχή”.</p><br><p>Το Κογιότ επισκέφτηκε τότε τα ζώα. Τα μάζεψε όλα μαζί, όπως του είχαν πει να κάνει οι αδερφές του και είπε στην Αντιλόπη, στην Αλεπού, στη Νυφίτσα, στον Κάστορα και στον Σκίουρο να πάνε να στηθούν σε συγκεκριμένα σημεία της βουνοπλαγιάς. Όταν όλοι είχαν πάρει τις θέσεις τους, σχημάτιζαν μια μακριά γραμμή από την κορυφή του βουνού μέχρι το χωριό των ανθρώπων.</p><br><p>Το Κογιότ ανέβηκε για άλλη μια φορά στην κορυφή του βουνού και περίμενε να ξημερώσει. Η γριά σκούκαμ που φύλαγε σκοπιά είχε δει το Κογιότ με την άκρη του ματιού της, αλλά νόμισε πως απλά ήταν ένα ζώο που περιπλανιόταν γυρεύοντας τροφή. </p><br><p>Με την αυγή, η γριά σκούκαμ σηκώθηκε αργά από τη θέση της μπροστά στη φωτιά και αργά άρχισε να περπατά προς την καλύβα και, όταν έφτασε στην πόρτα, φώναξε: “Αδερφή, σήκω κι έλα να φυλάξεις τη φωτιά”.</p><br><p>Εκείνη ακριβώς τη στιγμή το Κογιότ βγήκε από τους θάμνους. Άρπαξε ένα κομμάτι φωτιά και άρχισε να τρέχει όσο πιο γρήγορα μπορούσε μέσα στο χιόνι. Ευθύς, τα τρία σκούκαμ το πήραν στο κυνήγι. Ήταν τόσο κοντά του που του πεταγόταν χιόνι και πάγος στα μάτια έτσι που στροβιλίζονταν μέσα στην οργή τους. Το Κογιότ έτρεχε όπως δεν είχε τρέξει ποτέ στη ζωή του. Πηδούσε πάνω από ρωγμές στον πάγο και κατρακύλησε τη μισή διαδρομή σαν χιονόμπαλα, μα τα σκούκαμ ήταν πάντα ξοπίσω του. Τόσο κοντά του ήταν που οι φλογερές τους ανάσες τσουρούφλισαν την ουρά του.</p><br><p>Μόλις το Κογιότ έφτασε σε μια συστάδα δέντρων, από μέσα από την κρυψώνα του ξεπήδησε το Κούγκαρ, του πήρε τη φωτιά και άρχισε κι αυτό με τη σειρά του να τρέχει, ενώ το Κογιότ σωριάστηκε χάμω από την κούραση. Το Κούγκαρ έτρεξε μέχρι τα ψηλά δέντρα όπου και έδωσε τη φωτιά στην Αλεπού. Η Αλεπού έτρεξε με όλη της τη δύναμη μέχρι την πυκνή χαμηλή βλάστηση όπου και έδωσε τη φωτιά στον Σκίουρο. Ο Σκίουρος βάλθηκε να πηδά από δέντρο σε δέντρο, από κλαδί σε κλαδί και τα σκούκαμ, που δεν μπορούσαν να κάνουν το ίδιο, πήγαν να τον πιάσουν στην άκρη του δάσους, όταν θα έβγαινε. Μα εκεί περίμενε η Αντιλόπη που είναι το πιο γρήγορο από όλα τα ζώα και σαν πήρε τη φωτιά άρχισε να διασχίζει την πεδιάδα με τρομερή ταχύτητα. Το ένα μετά το άλλο, όλα τα ζώα έφεραν τη φωτιά με τα σκούκαμ πάντα να τα ακολουθούν.</p><br><p>Τέλος, όταν από την κλεμμένη φωτιά είχε μείνει πια μόνο ένα λαμπερό κάρβουνο, το πήρε ο Βάτραχος. Εκείνος το κατάπιε και άρχισε να χοροπηδά όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Παραλίγο να τον πιάσουν τα σκούκαμ, μα ο Βάτραχος τότε πήδησε μέσα στη λίμνη και κολυμπώντας έφτασε στην αντίπερα όχθη. Το νεότερο από τα σκούκαμ, μ΄ έναν πήδο είχε ήδη φτάσει απέναντι και περίμενε να φτάσει και ο Βάτραχος. Ο Βάτραχος το είδε και μόλις πάτησε στη γη, πήδησε ανάμεσα από τα πόδια του σκούκαμ και του ξέφυγε. Τότε έφτυσε το κάρβουνο πάνω στο Ξύλο και το Ξύλο το κατάπιε. Τα τρία σκούκαμ έμειναν να κοιτούν σαστισμένα το Ξύλο μιας και δεν είχαν ιδέα πώς να του πάρουν τη φωτιά. Ανήμπορα να κάνουν κάτι, πήραν σιγά σιγά τον δρόμο της επιστροφής μέχρι τη φωτιά τους στην κορυφή του βουνού. </p><br><p>Το Κογιότ κάλεσε όλα τα ζώα να μαζευτούν γύρω από το Ξύλο. Ήταν βλέπετε πολύ σοφό και ήξερε πώς να πάρει τη φωτιά από το Ξύλο. Έδειξε στα ζώα πώς να τρίψουν δυο ξυλαράκια μεταξύ τους μέχρι να δουν σπίθες. Στη συνέχεια τους έδειξε πώς να φτιάχνουν ροκανίδια, να τα μπερδεύουν με ξερά κλαδιά και να τα συνδυάζουν με αυτές τις σπίθες. Έτσι έφτιαξαν μια μικρή φωτιά. Όταν τους εξήγησε μάλιστα πώς να φέρνουν σιγά σιγά όλο και μεγαλύτερα κλαδιά και πευκοβελόνες, η φωτιά έγινε μεγαλύτερη.</p><br><p>Έτσι έμαθαν και οι άνθρωποι πώς να βγάζουν τη φωτιά από το Ξύλο. Τώρα μαγείρευαν τα φαγητά τους, ζέσταιναν τα σπίτια τους και δεν ξανακρύωσαν ποτέ. </p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></itunes:summary>
		</item>
		<item>
			<title>Γιαγιάλι, ο Γίγαντας</title>
			<itunes:title>Γιαγιάλι, ο Γίγαντας</itunes:title>
			<pubDate>Fri, 03 Sep 2021 08:09:23 GMT</pubDate>
			<itunes:duration>30:50</itunes:duration>
			<enclosure url="https://sphinx.acast.com/p/open/s/6013ebce985ab977d52addcc/e/612b21d2cd91a700126b41f0/media.mp3" length="36609970" type="audio/mpeg"/>
			<guid isPermaLink="false">612b21d2cd91a700126b41f0</guid>
			<itunes:explicit>false</itunes:explicit>
			<link>https://www.karakaxa.org/%CE%B5%CF%80%CE%B5%CE%B9%CF%83%CF%8C%CE%B4%CE%B9%CE%B1</link>
			<acast:episodeId>612b21d2cd91a700126b41f0</acast:episodeId>
			<acast:showId>6013ebce985ab977d52addcc</acast:showId>
			<acast:episodeUrl>mitos54</acast:episodeUrl>
			<acast:settings><![CDATA[FYjHyZbXWHZ7gmX8Pp1rmbKbhgrQiwYShz70Q9/ffXZMTtedvdcRQbP4eiLMjXzCKLPjEYLpGj+NMVKa+5C8pL4u/EOj1Vw4h5MMJYp0lCcFAe0fnxBJy/1ju4Qxy1fh8gO4DvlGA40yms2g0/hOkcrfHIopjTygHFqGwwOPKFIai4SuTvs86Lx3UYCyl6Zs+WO4fC9bB8/2bSJALEZpunHdJA38/ZCmkJMYOTmjFjr1K3cwOX2AewomGNq6XsYGFMLpoNAUl1SXvAAldLOLYIv0JD3adYQ6od/qyX0W26/OppF8b5Cd06jY8pba+tRb]]></acast:settings>
			<itunes:subtitle>Μίτος</itunes:subtitle>
			<itunes:episodeType>full</itunes:episodeType>
			<itunes:episode>54</itunes:episode>
			<itunes:image href="https://assets.pippa.io/shows/6013ebce985ab977d52addcc/1630216605477-c549e4a9f665c7fdb9e4eed68acc1e2c.jpeg"/>
			<description><![CDATA[<p>Από τους Μίγουοκ διαλέξαμε αυτή την ιστορία γιατί τα έχει όλα! Ζώα με τις ανθρώπινες διαστάσεις τους, Γίγαντες και σαμάνους, έθιμα και παραδόσεις. Καλή ακρόαση!</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Περιέχει έντονες σκηνές βίας, διαμελισμό, απειλή, ανθρωποφαγία</p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ</p><br><p>Γιαγιάλι, Ο Γίγαντας</p><br><p>Ο Γίγαντας βγήκε από κάτω. Φώναζε και φώναζε καθώς έβγαινε από το βουνό κι έσκουζε σε όλη τη διαδρομή. Φώναζε στους ανθρώπους καθώς τους έψαχνε, φώναζε και η φωνή του αντιλαλούσε σε όλους τους λόφους.</p><br><p>Του απάντησε ο Σκίουρος. Είπε στους ανθρώπους ότι κάποιος ανέβαινε τον λόφο και τους έψαχνε φωνάζοντας: “Ίσως θέλει κάτι να μας πει”, είπε ο Σκίουρος. “Θα πάω να τον συναντήσω”, είπε και στη γυναίκα του “Νομίζω πως είναι ο αδερφός σου που έρχεται. Θα είμαι εδώ να τον υποδεχτώ”.</p><br><p>Έβρεχε πολύ όταν ο Σκίουρος βγήκε να υποδεχτεί τον νεοφερμένο. Του φώναξε: </p><p>Έλα και πες μας ποιος είσαι.</p><p>Ναι εκεί είναι το κρέας μου, απάντησε ο Γίγαντας.</p><br><p>Ο Σκίουρος του απάντησε ξανά, αφού νόμισε πως ήταν ο κουνιάδος του. Μόλις κατάλαβε όμως πως ο επισκέπτης δεν ήταν ο κουνιάδος του είπε από μέσα του: “Κάποιον βρήκα, κάποιος έρχεται, και σίγουρα δεν είναι ο κουνιάδος μου”. Ειδικά όταν ο Σκίουρος είδε το σακίδιο στην πλάτη του Γίγαντα σιγουρεύτηκε πως δεν ήταν ο κουνιάδος του και ξανασκέφτηκε: “Μάλλον καλό είναι να μην πάω πουθενά τώρα μιας και στα σίγουρα δεν θα φτάσω σπίτι μου”. Εκείνη όμως τη στιγμή τον έφτασε και ο Γίγαντας και τον ρώτησε πού πήγαινε. Απάντησε ο Σκίουρος: “Το σπίτι με την οικογένεια μου είναι εκεί” και ο Γίγαντας του είπε: “Πήγαινε μπροστά κι εγώ θα ακολουθήσω”.</p><br><p>Σαν έφτασαν οι δυο τους σπίτι, ο Σκίουρος είπε στον γίγαντα να μπει πρώτος όσο εκείνος θα μάζευε ξύλα για τη φωτιά. Ο Γίγαντας όμως επέμεινε να πάει ο Σκίουρος μπροστά, μιας και αυτός δεν ήταν μέλος της οικογένειας:</p><p>Δικό σου είναι το σπίτι, είπε ο Γίγαντας, εσύ το κυβερνάς και όχι εγώ, εσύ να πας πρώτος.</p><p>Καλέ πήγαινε μέσα, θα παγώσεις, είπε αναστατωμένος ο Σκίουρος. Έχεις γίνει μούσκεμα, άσε με να φτιάξω τη φωτιά για εσένα.</p><p>Εσύ να πας πρώτος, επέμεινε ο Γίγαντας. Δικό σου είναι το σπίτι.</p><br><p>Όσο και να προσπάθησε ο Σκίουρος, ο Γίγαντας δεν άκουγε. Για να γλιτώσει τις διαφωνίες τελικά, ο Σκίουρος συμφώνησε και προχώρησε να μπει πρώτος στο σπίτι του. Πίσω του, ακολούθησε και ο Γίγαντας. Καθώς όμως πλησίασαν την πόρτα του σπιτιού, ο Γίγαντας έβγαλε έναν βράχο από το σακίδιο του, τον έριξε στο Σκίουρο κατακέφαλα και τον σκότωσε. </p><br><p>Αφού τον σκότωσε, ο Γίγαντας είπε στη γυναίκα του Σκίουρου να τον βοηθήσει να φέρει το κρέας μέσα στο σπίτι. Εγκαταστάθηκε για τα καλά και πήρε για γυναίκα του τη χήρα του Σκίουρου. Μαγείρεψε τον Σκίουρο και διέταξε τη γυναίκα του να φάει: </p><p>Εσύ να το φας! του φώναξε εκείνη.</p><p>Όχι, εσύ θα το φας, επέμεινε εκείνος.</p><br><p>Αφού ο Γίγαντας έφυγε από το σπίτι, η γυναίκα του και χήρα του Σκίουρου έσκαψε μια τρύπα στο χώμα. Εκεί τοποθέτησε την κόρη που είχε με τον Σκίουρο και την τάισε με κρέας ελαφιού. </p><br><p>Ο Γίγαντας επέστρεψε το σούρουπο. Μαζί του έφερε ένα τεράστιο καλάθι γεμάτο με τους ανθρώπους που είχε σκοτώσει. Μόλις μπήκε σπίτι είπε στη γυναίκα του: “Ευτυχώς δε θα πεινάσουμε, κοίτα πόσο κρέας σου έφερα!”. Μα η γυναίκα είπε στον Γίγαντα να φάει μόνος του την ανθρώπινη σάρκα, εκείνη για τον εαυτό της ετοίμασε κι έφαγε ελάφι. Ο Γίγαντας ευχαρίστως έφαγε όσους είχε σκοτώσει. Η γυναίκα τάισε με ελάφι και την κόρη της που την είχε κρύψει μέσα στην τρύπα στο χώμα. Φοβόταν πως αν την έβρισκε ο Γίγαντας θα την έτρωγε κι αυτήν.</p><br><p>Πριν φύγει το επόμενο πρωί ο Γίγαντας, γύρισε και είπε στη γυναίκα του: “Τώρα έχεις πολύ καλύτερο άνδρα από αυτόν που είχες πριν. Σου φέρνει πολύ περισσότερο κρέας από τον προηγούμενο. Πάω να σου φέρω κι άλλο” και πήρε τον δρόμο για τους λόφους όπου ήξερε ότι ζούσαν πολλοί άνθρωποι. Είπε στη γυναίκα του ότι θα γύριζε πάλι κατά το σούρουπο, και αφού βγήκε από το σπίτι, κύλησε έναν τεράστιο βράχο μπροστά στην είσοδο για να μην δραπετεύσει η χήρα του Σκίουρου. Έβαλε και άλλους δύο εκεί που ήταν οι πόρτες για τους φιλοξενούμενους και τέλος μια μεγάλη πέτρα στο άνοιγμα του τζακιού. Μόνο μόλις σιγουρεύτηκε ότι δεν υπήρχε διέξοδος πήγε να πιάσει ανθρώπους. </p><br><p>Πράγματι, όταν γύρισε πριν τη δύση, είχε πιάσει πολλούς μεγαλόσωμους και αφράτους ανθρώπους για τη γυναίκα του, το καλάθι του ήταν πάλι γεμάτο. Παραμέρισε τους βράχους και μπήκε στο σπίτι. Δεν ήξερε όμως πως, όσο έλειπε, η γυναίκα είχε κάτσει και είχε μαγειρέψει μπόλικο κρέας ελαφιού. Έτσι, όταν ο Γίγαντας γύρισε και απαίτησε η γυναίκα του να φάει ανθρώπινο κρέας, εκείνη του είπε “Ναι”, αλλά στην πραγματικότητα έφαγε το ελάφι. Μόλις ο Γίγαντας χόρτασε και δεν ήθελε να φάει άλλο, πέταξε το περισσευούμενο ανθρώπινο κρέας. </p><br><p>Και την επόμενη μέρα πάλι τέτοιο κρέας έφερε στη γυναίκα του και της είπε: “Αν δεν φας ανθρώπινη σάρκα, θα σε σκοτώσω. Μα έχεις έναν τόσο καλό άνδρα τώρα. Δες πόσο φαγητό σού φέρνει κάθε μέρα, ούτε μια πέτρα δεν πάει χαμένη όταν την πετάω όλους τους πετυχαίνω!”. Σκότωνε και μαγείρευε, μαγείρευε και σκότωνε, αυτό έκανε κάθε μέρα και αφού έτρωγε το ‘ριχνε στον χορό και ήταν τόσο ψηλός που το κεφάλι του έβγαινε πιο ψηλά από την τρύπα του τζακιού.</p><br><p>Η γυναίκα του Γίγαντα μετά από λίγο καιρό γέννησε δυο αγοράκια, δυο μικρούς γίγαντες. Ήθελε να τα σκοτώσει, μα φοβόταν πως ο Γίγαντας θα έπαιρνε εκδίκηση κι έτσι τα έθρεψε κι αυτά μεγάλωναν. Ταυτόχρονα, κρατούσε ακόμη κρυμμένη την κόρη της στην τρύπα στο χώμα. Πάντα την τάιζε άφθονο κρέας ελαφιού.</p><br><p>Μια μέρα που είχε βγει πάλι ο Γίγαντας, η γυναίκα έβγαλε την κόρη της από τον λάκκο και την πήρε στην αγκαλιά της, όσο τα δυο αγόρια γίγαντες κοιμόντουσαν. Έκλαιγε όλη μέρα όσο έλειπε ο Γίγαντας, θρηνούσε για τον χαμό του Σκίουρου. Έκλαιγε και που δεν μπορούσε να αποδράσει με όλους αυτούς τους βράχους που είχε βάλει ο Γίγαντας σε όλες τις εισόδους. Έτσι συνέχεια καθόταν στο σπίτι κι έκλαιγε.</p><br><p>Όπως κάθε μέρα ο Γίγαντας είπε: “Φάε, αυτό είναι το φαγητό που ετοίμασα για εσένα και θα το φας. Να, αυτό είναι το καλύτερο κομμάτι, το διάλεξα ειδικά για εσένα” και η γυναίκα απάντησε μόνο “Ναι”. Ο Γίγαντας άρχισε να χορεύει. Χόρευε και χόρευε και το κεφάλι του έβγαινε έξω από την τρύπα του τζακιού κι όλη νύχτα χόρευε, τέτοια ήταν η χαρά του. Της είπε το πρωί: “Να φροντίσεις τους γιους μου. Να μην τους χάσεις και να μην τους παραμελήσεις. Να τους ταΐζεις τακτικά, κρέας θα σου φέρνω εγώ και μάλιστα άφθονο, πάντα πετυχαίνω τον στόχο μου”. Πήγαινε στους λόφους και σκότωνε τους πάντες, γέρους και νέους, αγόρια και κορίτσια. Σκότωνε τόσους πολλούς που γρήγορα γέμιζε το καλάθι του. Η γυναίκα όμως έτρωγε πάντα το κρέας ελαφιού που είχε πιάσει ο Σκίουρος. </p><br><p>Γύριζε σπίτι ο Γίγαντας και χόρευε. Στη γυναίκα του έδινε να τρώει τους γέρους και τις γριές ενώ για τον εαυτό του κρατούσε τους νεότερους. Μια μέρα, μαζί με τους ανθρώπους, έφερε μαζί του κουκουνάρια. Τα παλιωμένα, άσπρα κουκουνάρια που δεν είχαν σχεδόν καθόλου ψαχνό τα έδωσε στη γυναίκα του λέγοντας της: “Φάε αυτά τα κουκουνάρια, έχω φέρει πολλά. Βλέπεις, δε θα πεινάσεις ποτέ όσο είσαι μαζί μου. Φάε, μου φαίνεσαι πεινασμένη” και η γυναίκα είπε μόνο “Ναι”. Μα τον ξεγέλασε και μόνο έκανε ότι έφαγε τα κουκουνάρια. Ενώ δεν κοιτούσε ο Γίγαντας, εκείνη τα πέταξε και έφαγε τα κουκουνάρια που κάποτε της είχε φέρει ο Σκίουρος. Κάθε φορά που έφευγε ο Γίγαντας εκείνη έτρωγε μόνο από το φαγητό που είχε φέρει ο Σκίουρος. </p><br><p>Ο Γίγαντας συνέχισε να φέρνει πίσω ανθρώπινο κρέας και μάλιστα κι από γυναίκες μεγαλόσωμες και τροφαντές. Κάποιες φορές έφερνε στη γυναίκα του και έγκυες και της έλεγε: “Φάε. Φάε καλά!” κι εκείνη του έλεγε “Ναι, τρώω”, αλλά πάντα του έλεγε ψέματα και δεν έτρωγε. </p><br><p>Πήγαινε ο Γίγαντας κατά τους λόφους για να πιάσει ανθρώπους και τώρα ταξίδευε ακόμη πιο μακριά να φέρει κυνήγι πίσω στο σπίτι του. Έφερε στη γυναίκα του γριές γυναίκες και της είπε να τις φάει, κι εκείνη του είπε “Ναι” και τον κορόιδεψε. Κάθε μέρα η γυναίκα έκλαιγε γιατί φοβόταν ότι θα τη σκότωνε και κάθε μέρα μαγείρευε ελάφι και το έδινε στην κόρη της μέσα στο λάκκο. Την έβγαζε και την κρατούσε και έκλαιγε γιατί ο Σκίουρος είχε πεθάνει και ήταν πολύ καλός άνδρας. Όταν έλειπε ο Γίγαντας έκλαιγε και όταν γυρνούσε, έβαζε πάλι την κόρη της στο χώμα και ξάπλωνε από πάνω για να μην τη βρει ο Γίγαντας. Τα δυο αγόρια βρίσκονταν πάντα στις γωνιές του σπιτιού και όταν ερχόταν ο Γίγαντας, πάντα τους άλλαζε θέση. Τα αγόρια δεν έκλαιγαν ποτέ, μόνο γελούσαν, αυτό έκαναν όλη μέρα. </p><br><p>Τα αδέρφια του Σκίουρου στον Νότο τον είδαν στον ύπνο τους. Ένας από αυτούς είπε: “Νομίζω ότι πρέπει να πάω να τον επισκεφτώ, να δω τι κάνει. Στο όνειρο μου τον είδα άρρωστο”. Και χωρίς να πει σε κανέναν τίποτα, κίνησε να πάει στον αδερφό του τον Σκίουρο μιας και είχε ανησυχήσει. Ταξίδεψε μέσα από βουνά, αλλά δεν πήγε από το μονοπάτι, μόνο μέσα από τη βλάστηση και πέρασε τα ψηλότερα βουνά. Δεν βιαζόταν, πήγαινε αργά και σταθερά να δει τον αδερφό του. </p><br><p>Έφτασε επιτέλους στο σπίτι του Σκίουρου και φώναξε στη νύφη του: </p><p>Ήρθα! Τι είναι αυτοί οι βράχοι στην είσοδο;</p><p>Έλα μέσα, ακούστηκε η φωνή της νύφης του από μέσα από το σπίτι. Ο Γίγαντας σκότωσε τον αδερφό σου και κάθε μέρα με κλείνει μέσα στο σπίτι με αυτούς τους βράχους. </p><br><p>Εκείνος έβγαλε έναν έναν τους βράχους από τις εισόδους. Σαν μπήκε στο σπίτι, η γυναίκα τού είπε:</p><p>Ο Γίγαντας σκότωσε τον αδερφό σου και τώρα έχει δυο αγόρια γίγαντες, να, εκεί είναι.</p><p>Που είναι η κόρη του αδερφού μου; ρώτησε ο αδερφός του Σκίουρου.</p><p>Είναι μέσα σ΄ εκείνον τον λάκκο, δεν ήθελα να την βρει ο Γίγαντας, και του έδειξε την τρύπα.</p><br><p>Ο αδερφός του Σκίουρου ρώτησε τη γυναίκα πότε θα επέστρεφε ο Γίγαντας: “Κάποιες φορές επιστρέφει το σούρουπο, κάποιες φορές αφού έχει βραδιάσει. Αλλά αυτή τη φορά πήγε μακριά και θα γυρίσει αύριο το πρωί”, του απάντησε εκείνη. Ο κουνιάδος της τής είπε να συνθλίψει κάμποσο οψιανό και να τραβήξει για το πατρικό της. Της είπε: “Ο Γίγαντας έχει πολλά αδέρφια. Αν σε στριμώξουν πουθενά εσύ να τους πετάξεις τον οψιανό στα μούτρα. Εγώ δεν θα έρθω μαζί σου, θα μείνω εδώ να περιμένω”.</p><br><p>Η γυναίκα έκανε σκόνη κάμποσο οψιανό και τον έβαλε μέσα σε ένα τομάρι ελαφιού. Ο κουνιάδος της τότε της είπε να ξεκινήσει αμέσως κι επανέλαβε: “Πρόσεξε να μην χάσεις τον οψιανό, μόνο αυτός θα σε σώσει. Αν δεις τους Γίγαντες, να τους τον πετάξεις στα μάτια”. Και άρχισε να σκάβει την μια τρύπα μετά την άλλη.</p><br><p>Η γυναίκα τον υπάκουσε κι έφυγε. Στο μεταξύ εκείνος έσκαβε κι έσκαβε τρύπες, μια στον Νότο, μια στη Δύση, μια στον Βορρά και μια στην Ανατολή. Τις τρύπες τις έσκαβε για να χωθεί μέσα σε περίπτωση που τον κυνηγήσουν, να έχει κάπου να κρυφτεί. Έσκαβε τρύπες παντού, μέσα στο σπίτι και έξω από αυτό. Σαν τελείωσε έκατσε χάμω και δεν έκανε τίποτα άλλο. Ξεκουράστηκε κι έκανε και μια βόλτα στα περίχωρα του σπιτιού.</p><br><p>Άρχισε να σκέφτεται τον Γίγαντα και πότε θα γυρνούσε. Πήγε στους λόφους και έφερε πίσω ένα κλαδί μανζανίτα που τη μια άκρη του την ακόνισε καλά. Όλη μέρα τη δούλευε την άκρη ήθελε να την κάνει πολύ κοφτερή. Σκέφτηκε και τις προειδοποιήσεις της νύφης του. Την είχε ρωτήσει τι συνήθιζε να κάνει ο Γίγαντας σαν γύριζε κι εκείνη του είχε πει ότι χόρευε μέσα κι έξω και ότι το κεφάλι του περίσσευε πάνω από την τρύπα του τζακιού. Ο αδερφός του Σκίουρου το είχε καταγράψει και τώρα είχε τελειώσει με τη μύτη του κλαδιού μανζανίτα, ήταν στ’ αλήθεια πολύ μυτερό. </p><br><p>Βάλθηκε να κόβει βόλτες. Με το βλέμμα του πάντα στραμμένο προς τους λόφους, είδε τον Γίγαντα να κατεβαίνει και σκέφτηκε: “Αυτός πρέπει να είναι”. Στάθηκε απ’ έξω από το σπίτι και μόνο όταν ο Γίγαντας είχε πλησιάσει αρκετά μπήκε μέσα. Ο Γίγαντας τον είδε και όλο χαρά είπε: “Να κι άλλο θύμα, να κι άλλο θήραμα!” και βιάστηκε να ακολουθήσει τον άνδρα μέσα στο σπίτι. </p><br><p>Ο αδερφός του Σκίουρου όμως είχε ήδη σκοτώσει τα δυο αγόρια γίγαντες. Τους είχε βγάλει τα μάτια και τα είχε πετάξει στη φωτιά ενώ το καθένα τους το είχε στήσει σε διαφορετική γωνιά του σπιτιού. Όλα αυτά έγιναν γιατί πριν φύγει η νύφη του την&nbsp;είχε ρωτήσει: “Πού έχουν οι Γίγαντες την καρδιά τους;” κι εκείνη του είχε πει: “Στον αστράγαλο” κι εκεί ακριβώς τα είχε χτυπήσει όταν τα σκότωσε. Μόλις τα σκότωσε και πέταξε τα μάτια τους στη φωτιά είχε βγει έξω αφήνοντας τους δυο μικρούς γίγαντες σε δυο γωνιές κοντά στη φωτιά. </p><br><p>Ο αδερφός του Σκίουρου μίλησε τότε στον Γίγαντα και του είπε: </p><p>Ποιο είναι το πρώτο πράγμα που κάνεις όταν γυρίζεις σπίτι;</p><p>Χορεύω βέβαια! Δες με να χορεύω!</p><br><p>Ο αδερφός του Σκίουρου τότε άρχισε να χώνεται πότε στην μια τρύπα που είχε σκάψει και πότε στην άλλη και όσο και να προσπαθούσε να τον πιάσει ο Γίγαντας, ο άνδρας πάντα του ξέφευγε με ταχύτητα. Ο Γίγαντας τον κυνήγησε παντού μέσα στο σπίτι και κάθε φορά που τον ζύγωνε, ο άνδρας χωνόταν μέσα στη μια τρύπα κι έβγαινε από μια άλλη. Είπε τότε στον Γίγαντα: “Δεν μπορείς να με πιάσεις παρά μόνο αν χορέψεις. Χόρεψε λοιπόν κι εγώ μετά θα σε αφήσω να με πιάσεις. Αλλά θέλω να σε δω να χορεύεις πρώτα”. </p><br><p>Ο Γίγαντας άρχισε να χορεύει και ο αδερφός του Σκίουρου βγήκε έξω από το σπίτι. Φώναξε στον Γίγαντα: “Χόρεψε κι άλλο, κι άλλο! Πήδα πιο ψηλά κι από την τρύπα του τζακιού, θέλω να σε δω να χορεύεις!”.</p><br><p>Ο Γίγαντας έκανε όπως του είπε ο άνδρας. Καθώς χόρευε, ο αδερφός του Σκίουρου έβγαλε το κλαδί μανζανίτα και σκαρφάλωσε πάνω στο σπίτι κατά την τρύπα του τζακιού. Ξάφνου έδωσε μια στον Γίγαντα και του κάρφωσε το κλαδί στον λαιμό με τέτοια δύναμη που του έκοψε το κεφάλι. Το κεφάλι κύλησε κι έφτασε μέχρι την πηγή που βρισκόταν δίπλα στο σπίτι ενώ το σώμα του σωριάστηκε εκεί που στεκόταν. Ο αδερφός του Σκίουρου τότε έκοψε το σώμα του Γίγαντα σε κομμάτια και τα σκόρπισε πάνω από δέντρα, πάνω από βράχους και σε ολόκληρο το εσωτερικό του σπιτιού. </p><br><p>Ένας από τους αδερφούς του Γίγαντα τον είδε στον ύπνο του. Είδε ότι ο αδερφός του είχε στην κατοχή του πολύ κρέας. Είπε στα άλλα του αδέρφια: “Πάμε να επισκεφτούμε τον αδερφό μας, έχει παντρευτεί τώρα και κάθε μέρα έχει άφθονο κρέας στο τραπέζι του”. Κάμποσοι από τους αδερφούς του Γίγαντα κίνησαν τότε για το σπίτι του Σκίουρου. Μόλις έφτασαν είδαν όλο αυτό το κρέας να βρίσκεται σκορπισμένο εδώ κι εκεί: “Τόσο κρέας, μα τόσο κρέας! Ο αδερφός μας έχει γίνει πολύ καλός στο σημάδι με την πέτρα του!”, είπαν τα αδέρφια του. </p><br><p>Μάζεψαν και μαγείρεψαν το κρέας που βρήκαν, αγνοώντας πως ήταν αυτό του αδερφού τους. Νόμισαν ότι ήταν από τους διάφορους ανθρώπους που είχε σκοτώσει. Έφαγε ο καθένας τους από ένα κομμάτι και αισθάνθηκαν ευχαριστημένοι. Ένας τους όμως δίψασε και άρχισε να ψάχνει για καμιά πηγή. Είδε αυτή δίπλα στο σπίτι και σαν πλησίασε να πιει, είδε στο έδαφος το κεφάλι του αδερφού του: “Τον αδερφό μας φάγαμε!” είπε στα αδέρφια του και όλοι συγκεντρώθηκαν μέσα στο σπίτι. Είπε τότε ο μικρότερος: </p><p>Κάποιος σκότωσε τον αδερφό μας. Τι να φωνάξουμε σαν θα κλάψουμε;</p><p>Να φωνάξουμε “δρυς”! είπε ένας άλλος αδερφός. Δεν ξέρω ποιος είναι ο φονιάς του μα ούτε από πού ήρθε. Λέω να κοιμηθούμε και να ονειρευτούμε.</p><br><p>Έτσι έκαναν όλοι τους. Αυτός που είχε προτείνει να κοιμηθούν είπε να κοιμηθούν με το κεφάλι τους προς τον Νότο. Οι υπόλοιποι του απάντησαν πως δεν πίστευαν πως ο φονιάς είχε έρθει από εκεί. Κοιμήθηκαν και μετά σηκώθηκαν. “Δεν τον ονειρεύτηκα καθόλου, ας κοιμηθούμε ξανά”, είπε ένας. Κοιμήθηκαν και σηκώθηκαν και ένας άλλος είπε: “Κάποιος από τον Βορρά σκότωσε τον αδερφό μας”. Μα οι άλλοι δεν τον πίστεψαν. Κοιμήθηκαν και σηκώθηκαν: “Από την Ανατολή είναι ο φονιάς του αδερφού μας”, είπε ξάφνου αυτός που ξύπνησε πρώτος. Και πάλι οι άλλοι δεν το δέχτηκαν. </p><br><p>Ο μικρότερος τότε, αυτός που είχε βρει το κεφάλι πλάι στην πηγή άρχισε να κλαίει. Οι άλλοι πήγαν να τον ησυχάσουν. Εκείνος σηκώθηκε και πήγε πάλι μέχρι την πηγή, βούτηξε το κεφάλι του μέσα στο νερό και έτσι, όταν γύρισε πάλι στους άλλους φαινόταν ότι αυτός είχε κλάψει περισσότερο από όλους τους. Όλοι πίστεψαν πως το νερό στο πρόσωπο του ήταν δάκρυα: “Μόνο αυτός κλαίει πικρά για τον αδερφό μας”, μουρμούρισαν, “ας ξανακοιμηθούμε”.</p><br><p>Ο μικρότερος τότε ξύπνησε τους άλλους με το όνειρό του. Τους είπε πως αυτός που έψαχναν ήταν από τη Δύση.:</p><p>Ας φωνάξουμε λοιπόν! είπαν όλοι οι Γίγαντες.</p><p>Όχι! Ας κοιμηθούμε πριν φωνάξουμε, είπε ο μικρότερος.</p><br><p>Κοιμήθηκαν και σηκώθηκαν και ο μικρότερος είχε ονειρευτεί πως η νύφη τους ήταν καθ’ οδόν για το πατρικό της: “Ας σηκωθούμε τώρα”, είπε, “κι ας προλάβουμε τη νύφη μας πριν να φτάσει στου πατέρα της. Αλλά ας βιαστούμε”, συνέχισε, “να βιαστούμε στην αρχή για να πάμε πιο αργά μετά”, και όλοι τους ξεκίνησαν με φωνές.</p><br><p>Ο αδερφός του Σκίουρου γέλασε πολύ μόλις σκότωσε τον Γίγαντα. Γέλασε και όταν είδε όλους τους αδερφούς του Γίγαντα να τρέχουν. </p><br><p>Πριν να φτάσει η νύφη τους στο σπίτι του πατέρα της, οι γίγαντες την πρόλαβαν. Ένας τους είπε στον άλλο: “Να τη! Τη βλέπω, τράβα να την πιάσεις εσύ!” και σαν την έπιασε η γυναίκα πήρε μια χούφτα οψιανό και τον πέταξε στα μάτια των Γιγάντων. Όσους τους πέτυχε άρχιζαν να σκούζουν: “Κάτι με τυφλώνει, κάτι με τυφλώνει! Βγάλτο γρήγορα, βγάλτο γρήγορα!” και άρχισαν ο ένας να κοιτά μέσα στα μάτια του άλλου και να προσπαθεί να βγάλει τον οψιανό. Στο μεταξύ, η γυναίκα απομακρύνθηκε αρκετά. Μα πάλι κατάφεραν να τη φτάσουν: “Πιάστε την, πιάστε την!”, έλεγαν ο ένας στον άλλο.</p><br><p>Ένας τους παραλίγο να την πιάσει, αλλά αυτή πάλι τους πέταξε οψιανό στα μάτια: “Δεν βλέπω, έχω κάτι στο μάτι μου, έχω κάτι στο μάτι μου!” άρχισε να φωνάζει ο Γίγαντας. Κι άρχισαν πάλι να ψαχουλεύουν τα μάτια τους πολύ προσεκτικά ενώ η νύφη τους απομακρυνόταν. </p><br><p>Σαν καθάρισαν τα μάτια τους, οι Γίγαντες την πήραν πάλι στο κατόπι: “Πρέπει να την πιάσουμε, πρέπει να την φτάσουμε πριν να φτάσει σπίτι. Γρήγορα, δεν βλέπετε που κουβαλά την κόρη της στην πλάτη;” και έτρεξαν με όλη τους τη δύναμη να τη φτάσουν. Μόλις την πλησίασαν για τα καλά, εκείνη για άλλη μια φορά τους πέταξε οψιανό. Όλοι τους τώρα φώναξαν: “Δεν βλέπω, δεν βλέπω! Βγάλε το από τα μάτια μου, βγάλε το από τα μάτια μου!” και αφού έφαγαν μπόλικη ώρα να καθαρίζουν τα μάτια τους, η γυναίκα ξεμάκρυνε πολύ. </p><br><p>Σαν μπόρεσαν και πάλι να δουν, οι Γίγαντες είπαν: “Κυνηγήστε τη νύφη μας, να την πιάσουμε πριν να φτάσει στο πατρικό της! Πιάστε την!”. Ένας την έφτασε και της έπιασε τα ρούχα, τραβώντας την προς το μέρος του. Μα εκείνη είχε ακόμη οψιανό και τον πέταξε στα μάτια τους. Όλοι οι γίγαντες τυφλώθηκαν και βάλθηκαν να καθαρίζουν ο ένας τα μάτια του άλλου. Μόλις μπόρεσαν να δουν και πάλι, ένας τους είπε: “Δεν μπορεί να της έχει μείνει ακόμη πολύς οψιανός. Ελάτε, πλησιάζει επικίνδυνα το πατρικό της σπίτι, τρέξτε!”. Πάλι την&nbsp;έφτασαν και η γυναίκα, που δεν είχε χάσει ακόμη την κόρη της από την πλάτη της τους πέταξε οψιανό και τους καθυστέρησε. Είπε τότε στην κόρη της: “Θα φτάσουμε το σπίτι και θα είμαστε ασφαλείς, θα φτάσουμε στου παππού σου. Έλα τώρα και μην κουράζεσαι. Έλα τώρα και μας φτάνουν πάλι”. Έτρεχε η γυναίκα και άρχισαν πάλι να την ακολουθούν οι Γίγαντες. Έφτασαν κοντά της κι εκείνη τους έριξε κι άλλη χούφτα οψιανό. Οι Γίγαντες σταμάτησαν να καθαρίσουν τα μάτια τους και η γυναίκα συνέχισε να τρέχει να τους ξεφύγει. Κοίταξε και της είχε μείνει μόνο άλλη μια χούφτα οψιανός. Είπε στην κόρη της: “Κουράγιο και φτάσαμε σχεδόν, μη φοβάσαι πια. Ο παππούς σου, η Σαύρα θα μας σώσει μόλις φτάσουμε σπίτι του”.</p><br><p>Ο Γίγαντες όλο και ζύγωναν τώρα. Πότε πότε σταματούσαν κιόλας και το έριχναν στον χορό και στο τραγούδι. Μετά όμως έτρεχαν να την πιάσουν. Και αυτή τη φορά σίγουρα θα την είχαν πιάσει αν δεν τους πέταγε τον τελευταίο της οψιανό.</p><br><p>Η γυναίκα βρέθηκε τότε μπροστά στο σπίτι του πατέρα της. Οι Γίγαντες, που είχαν καθαρίσει ξανά τα μάτια τους, έτρεχαν προς το μέρος της φωνάζοντας: “Πρέπει να την πιάσουμε πριν να μπει μέσα!”.</p><br><p>Η γυναίκα φώναξε στον πατέρα της να της ανοίξει να μπει: “Ένας Γίγαντας σκότωσε τον γαμπρό σου. Ένας Γίγαντας τον έφαγε”. Η βαριά πέτρινη πόρτα τότε άνοιξε. Η γυναίκα και η κόρη της πέρασαν μέσα και ο πατέρας της έφτυσε την πόρτα ξοπίσω της να μην μπορέσουν να μπουν μέσα οι Γίγαντες. Όλο το σπίτι τότε μεταμορφώθηκε σε πέτρα, με αυτή τη φτυσιά έγινε γερό και δυνατό, πέτρινο. Οι Γίγαντες το κύκλωσαν και άρχισαν να ψάχνουν και να ρωτούν για την πόρτα. Μα η Σαύρα δεν τους απάντησε. Στο τέλος κουράστηκαν και έκατσαν κάτω. Σε λίγο όμως άρχισαν πάλι τους χορούς και τα τραγούδια.</p><br><p>Ο γέρος ρώτησε την κόρη του:</p><p>Μα ποιοι είναι αυτοί, ποιοι είναι;</p><p>Είναι τα αδέρφια του Γίγαντα.</p><p>Άσε να τους φυσήξει ο αέρας μακριά, είπε ο γέρος Σαύρα. Να τους πάρει να τους πετάξει μακριά, δεν τους θέλω εδώ.</p><br><p>Τότε σηκώθηκε ένας πολύ δυνατός άνεμος, αλλά τα αδέρφια του Γίγαντα γύρισαν όλα μαζί και φύσηξαν τον άνεμο μακριά. Ο γέρος τότε μέσα από το σπίτι του κάλεσε να έρθει χιόνι τρανό. Το χιόνι ήρθε και κάλυψε τα πάντα: “Έλα και πέσε πάνω από τα πάντα”, είπε με δυνατή φωνή ο γέρος Σαύρα όταν κάλεσε το χιόνι. Οι Γίγαντες όμως άρχισαν να φωνάζουν και το χιόνι έλιωσε. Φώναξαν και φώναξαν και όταν έλιωσε εντελώς το χιόνι, είπε ο γέρος: “Τι παράξενο που δεν με φοβούνται. Μα τι τρέχει με αυτούς; Γιατί δεν με φοβούνται;” και φώναξε το χαλάζι. Έφερε χοντρό χαλάζι για να διώξει τους Γίγαντες μακριά. Αυτό ζήτησε ο γέρος όταν το φώναξε, μα οι αδερφοί του Γίγαντα με τις φωνές τους σταμάτησαν το χαλάζι. Ο γέρος Σαύρα τότε, ο πατέρας της χήρας του Σκίουρου κάλεσε νεροποντή. Την κάλεσε να παρασύρει τους Γίγαντες και να τους πάρει μακριά. Η νεροποντή τα κατάφερε και πριν προλάβουν οι γίγαντες να της φωνάξουν τους σήκωσε με τα νερά της και τους πήρε από εκεί. Και δεν ξαναγύρισαν ποτέ, αφού πνίγηκαν όλοι τους.</p><br><p>Η γυναίκα τότε είπε στον πατέρα της: “Ο Γίγαντας σκότωσε τον πατέρα της κόρης μου. Τον σκότωσε και αφού τον σκότωσε τον έφαγε. Όταν ήρθε ο Γίγαντας, εγώ νόμιζα πως ήταν ο αδερφός του Σκίουρου που είχε έρθει να μας δει. Εγώ είπα στον Σκίουρο να πάει να τον υποδεχτεί όταν άκουσα τη φωνή του. Δεν ήξερα ότι ερχόταν Γίγαντας. Ο Σκίουρος πήγε να υποδεχτεί τον Γίγαντα. Μόλις τον πλησίασε τον ρώτησε ποιος ήταν και ο Γίγαντας αποκρίθηκε “Έλα εδώ, εδώ είμαι”, έτσι είπε ο Γίγαντας όταν είδε τον Σκίουρο. Μετά ο Γίγαντας είπε “Αυτό εκεί είναι το κρέας μου, τον έπιασα, τον έπιασα. Κρέας!”. Δεν ξέραμε ότι ήταν ο Γίγαντας, νομίζαμε πως είχε έρθει ο αδερφός του Σκίουρου να μας δει. Ο Σκίουρος έφερε τον Γίγαντα σπίτι, τον έφερε σπίτι. Τον φοβήθηκε πολύ και προσπάθησε να τον αφήσει στους λόφους, αλλά ο Γίγαντας τον ακολούθησε. Τώρα εκεί είναι ο αδερφός του Σκίουρου, πήρε τη θέση του νεκρού του αδελφού. Δεν ξέρω πώς είναι τώρα και τι κάνει. Μου είπε “Εσύ να πας στον πατέρα σου, εγώ θα μείνω εδώ. Θα μείνω εδώ στο πόδι του αδερφού μου. Είμαι έτοιμος για άλλον Γίγαντα τώρα”.</p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></description>
			<itunes:summary><![CDATA[<p>Από τους Μίγουοκ διαλέξαμε αυτή την ιστορία γιατί τα έχει όλα! Ζώα με τις ανθρώπινες διαστάσεις τους, Γίγαντες και σαμάνους, έθιμα και παραδόσεις. Καλή ακρόαση!</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Περιέχει έντονες σκηνές βίας, διαμελισμό, απειλή, ανθρωποφαγία</p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ</p><br><p>Γιαγιάλι, Ο Γίγαντας</p><br><p>Ο Γίγαντας βγήκε από κάτω. Φώναζε και φώναζε καθώς έβγαινε από το βουνό κι έσκουζε σε όλη τη διαδρομή. Φώναζε στους ανθρώπους καθώς τους έψαχνε, φώναζε και η φωνή του αντιλαλούσε σε όλους τους λόφους.</p><br><p>Του απάντησε ο Σκίουρος. Είπε στους ανθρώπους ότι κάποιος ανέβαινε τον λόφο και τους έψαχνε φωνάζοντας: “Ίσως θέλει κάτι να μας πει”, είπε ο Σκίουρος. “Θα πάω να τον συναντήσω”, είπε και στη γυναίκα του “Νομίζω πως είναι ο αδερφός σου που έρχεται. Θα είμαι εδώ να τον υποδεχτώ”.</p><br><p>Έβρεχε πολύ όταν ο Σκίουρος βγήκε να υποδεχτεί τον νεοφερμένο. Του φώναξε: </p><p>Έλα και πες μας ποιος είσαι.</p><p>Ναι εκεί είναι το κρέας μου, απάντησε ο Γίγαντας.</p><br><p>Ο Σκίουρος του απάντησε ξανά, αφού νόμισε πως ήταν ο κουνιάδος του. Μόλις κατάλαβε όμως πως ο επισκέπτης δεν ήταν ο κουνιάδος του είπε από μέσα του: “Κάποιον βρήκα, κάποιος έρχεται, και σίγουρα δεν είναι ο κουνιάδος μου”. Ειδικά όταν ο Σκίουρος είδε το σακίδιο στην πλάτη του Γίγαντα σιγουρεύτηκε πως δεν ήταν ο κουνιάδος του και ξανασκέφτηκε: “Μάλλον καλό είναι να μην πάω πουθενά τώρα μιας και στα σίγουρα δεν θα φτάσω σπίτι μου”. Εκείνη όμως τη στιγμή τον έφτασε και ο Γίγαντας και τον ρώτησε πού πήγαινε. Απάντησε ο Σκίουρος: “Το σπίτι με την οικογένεια μου είναι εκεί” και ο Γίγαντας του είπε: “Πήγαινε μπροστά κι εγώ θα ακολουθήσω”.</p><br><p>Σαν έφτασαν οι δυο τους σπίτι, ο Σκίουρος είπε στον γίγαντα να μπει πρώτος όσο εκείνος θα μάζευε ξύλα για τη φωτιά. Ο Γίγαντας όμως επέμεινε να πάει ο Σκίουρος μπροστά, μιας και αυτός δεν ήταν μέλος της οικογένειας:</p><p>Δικό σου είναι το σπίτι, είπε ο Γίγαντας, εσύ το κυβερνάς και όχι εγώ, εσύ να πας πρώτος.</p><p>Καλέ πήγαινε μέσα, θα παγώσεις, είπε αναστατωμένος ο Σκίουρος. Έχεις γίνει μούσκεμα, άσε με να φτιάξω τη φωτιά για εσένα.</p><p>Εσύ να πας πρώτος, επέμεινε ο Γίγαντας. Δικό σου είναι το σπίτι.</p><br><p>Όσο και να προσπάθησε ο Σκίουρος, ο Γίγαντας δεν άκουγε. Για να γλιτώσει τις διαφωνίες τελικά, ο Σκίουρος συμφώνησε και προχώρησε να μπει πρώτος στο σπίτι του. Πίσω του, ακολούθησε και ο Γίγαντας. Καθώς όμως πλησίασαν την πόρτα του σπιτιού, ο Γίγαντας έβγαλε έναν βράχο από το σακίδιο του, τον έριξε στο Σκίουρο κατακέφαλα και τον σκότωσε. </p><br><p>Αφού τον σκότωσε, ο Γίγαντας είπε στη γυναίκα του Σκίουρου να τον βοηθήσει να φέρει το κρέας μέσα στο σπίτι. Εγκαταστάθηκε για τα καλά και πήρε για γυναίκα του τη χήρα του Σκίουρου. Μαγείρεψε τον Σκίουρο και διέταξε τη γυναίκα του να φάει: </p><p>Εσύ να το φας! του φώναξε εκείνη.</p><p>Όχι, εσύ θα το φας, επέμεινε εκείνος.</p><br><p>Αφού ο Γίγαντας έφυγε από το σπίτι, η γυναίκα του και χήρα του Σκίουρου έσκαψε μια τρύπα στο χώμα. Εκεί τοποθέτησε την κόρη που είχε με τον Σκίουρο και την τάισε με κρέας ελαφιού. </p><br><p>Ο Γίγαντας επέστρεψε το σούρουπο. Μαζί του έφερε ένα τεράστιο καλάθι γεμάτο με τους ανθρώπους που είχε σκοτώσει. Μόλις μπήκε σπίτι είπε στη γυναίκα του: “Ευτυχώς δε θα πεινάσουμε, κοίτα πόσο κρέας σου έφερα!”. Μα η γυναίκα είπε στον Γίγαντα να φάει μόνος του την ανθρώπινη σάρκα, εκείνη για τον εαυτό της ετοίμασε κι έφαγε ελάφι. Ο Γίγαντας ευχαρίστως έφαγε όσους είχε σκοτώσει. Η γυναίκα τάισε με ελάφι και την κόρη της που την είχε κρύψει μέσα στην τρύπα στο χώμα. Φοβόταν πως αν την έβρισκε ο Γίγαντας θα την έτρωγε κι αυτήν.</p><br><p>Πριν φύγει το επόμενο πρωί ο Γίγαντας, γύρισε και είπε στη γυναίκα του: “Τώρα έχεις πολύ καλύτερο άνδρα από αυτόν που είχες πριν. Σου φέρνει πολύ περισσότερο κρέας από τον προηγούμενο. Πάω να σου φέρω κι άλλο” και πήρε τον δρόμο για τους λόφους όπου ήξερε ότι ζούσαν πολλοί άνθρωποι. Είπε στη γυναίκα του ότι θα γύριζε πάλι κατά το σούρουπο, και αφού βγήκε από το σπίτι, κύλησε έναν τεράστιο βράχο μπροστά στην είσοδο για να μην δραπετεύσει η χήρα του Σκίουρου. Έβαλε και άλλους δύο εκεί που ήταν οι πόρτες για τους φιλοξενούμενους και τέλος μια μεγάλη πέτρα στο άνοιγμα του τζακιού. Μόνο μόλις σιγουρεύτηκε ότι δεν υπήρχε διέξοδος πήγε να πιάσει ανθρώπους. </p><br><p>Πράγματι, όταν γύρισε πριν τη δύση, είχε πιάσει πολλούς μεγαλόσωμους και αφράτους ανθρώπους για τη γυναίκα του, το καλάθι του ήταν πάλι γεμάτο. Παραμέρισε τους βράχους και μπήκε στο σπίτι. Δεν ήξερε όμως πως, όσο έλειπε, η γυναίκα είχε κάτσει και είχε μαγειρέψει μπόλικο κρέας ελαφιού. Έτσι, όταν ο Γίγαντας γύρισε και απαίτησε η γυναίκα του να φάει ανθρώπινο κρέας, εκείνη του είπε “Ναι”, αλλά στην πραγματικότητα έφαγε το ελάφι. Μόλις ο Γίγαντας χόρτασε και δεν ήθελε να φάει άλλο, πέταξε το περισσευούμενο ανθρώπινο κρέας. </p><br><p>Και την επόμενη μέρα πάλι τέτοιο κρέας έφερε στη γυναίκα του και της είπε: “Αν δεν φας ανθρώπινη σάρκα, θα σε σκοτώσω. Μα έχεις έναν τόσο καλό άνδρα τώρα. Δες πόσο φαγητό σού φέρνει κάθε μέρα, ούτε μια πέτρα δεν πάει χαμένη όταν την πετάω όλους τους πετυχαίνω!”. Σκότωνε και μαγείρευε, μαγείρευε και σκότωνε, αυτό έκανε κάθε μέρα και αφού έτρωγε το ‘ριχνε στον χορό και ήταν τόσο ψηλός που το κεφάλι του έβγαινε πιο ψηλά από την τρύπα του τζακιού.</p><br><p>Η γυναίκα του Γίγαντα μετά από λίγο καιρό γέννησε δυο αγοράκια, δυο μικρούς γίγαντες. Ήθελε να τα σκοτώσει, μα φοβόταν πως ο Γίγαντας θα έπαιρνε εκδίκηση κι έτσι τα έθρεψε κι αυτά μεγάλωναν. Ταυτόχρονα, κρατούσε ακόμη κρυμμένη την κόρη της στην τρύπα στο χώμα. Πάντα την τάιζε άφθονο κρέας ελαφιού.</p><br><p>Μια μέρα που είχε βγει πάλι ο Γίγαντας, η γυναίκα έβγαλε την κόρη της από τον λάκκο και την πήρε στην αγκαλιά της, όσο τα δυο αγόρια γίγαντες κοιμόντουσαν. Έκλαιγε όλη μέρα όσο έλειπε ο Γίγαντας, θρηνούσε για τον χαμό του Σκίουρου. Έκλαιγε και που δεν μπορούσε να αποδράσει με όλους αυτούς τους βράχους που είχε βάλει ο Γίγαντας σε όλες τις εισόδους. Έτσι συνέχεια καθόταν στο σπίτι κι έκλαιγε.</p><br><p>Όπως κάθε μέρα ο Γίγαντας είπε: “Φάε, αυτό είναι το φαγητό που ετοίμασα για εσένα και θα το φας. Να, αυτό είναι το καλύτερο κομμάτι, το διάλεξα ειδικά για εσένα” και η γυναίκα απάντησε μόνο “Ναι”. Ο Γίγαντας άρχισε να χορεύει. Χόρευε και χόρευε και το κεφάλι του έβγαινε έξω από την τρύπα του τζακιού κι όλη νύχτα χόρευε, τέτοια ήταν η χαρά του. Της είπε το πρωί: “Να φροντίσεις τους γιους μου. Να μην τους χάσεις και να μην τους παραμελήσεις. Να τους ταΐζεις τακτικά, κρέας θα σου φέρνω εγώ και μάλιστα άφθονο, πάντα πετυχαίνω τον στόχο μου”. Πήγαινε στους λόφους και σκότωνε τους πάντες, γέρους και νέους, αγόρια και κορίτσια. Σκότωνε τόσους πολλούς που γρήγορα γέμιζε το καλάθι του. Η γυναίκα όμως έτρωγε πάντα το κρέας ελαφιού που είχε πιάσει ο Σκίουρος. </p><br><p>Γύριζε σπίτι ο Γίγαντας και χόρευε. Στη γυναίκα του έδινε να τρώει τους γέρους και τις γριές ενώ για τον εαυτό του κρατούσε τους νεότερους. Μια μέρα, μαζί με τους ανθρώπους, έφερε μαζί του κουκουνάρια. Τα παλιωμένα, άσπρα κουκουνάρια που δεν είχαν σχεδόν καθόλου ψαχνό τα έδωσε στη γυναίκα του λέγοντας της: “Φάε αυτά τα κουκουνάρια, έχω φέρει πολλά. Βλέπεις, δε θα πεινάσεις ποτέ όσο είσαι μαζί μου. Φάε, μου φαίνεσαι πεινασμένη” και η γυναίκα είπε μόνο “Ναι”. Μα τον ξεγέλασε και μόνο έκανε ότι έφαγε τα κουκουνάρια. Ενώ δεν κοιτούσε ο Γίγαντας, εκείνη τα πέταξε και έφαγε τα κουκουνάρια που κάποτε της είχε φέρει ο Σκίουρος. Κάθε φορά που έφευγε ο Γίγαντας εκείνη έτρωγε μόνο από το φαγητό που είχε φέρει ο Σκίουρος. </p><br><p>Ο Γίγαντας συνέχισε να φέρνει πίσω ανθρώπινο κρέας και μάλιστα κι από γυναίκες μεγαλόσωμες και τροφαντές. Κάποιες φορές έφερνε στη γυναίκα του και έγκυες και της έλεγε: “Φάε. Φάε καλά!” κι εκείνη του έλεγε “Ναι, τρώω”, αλλά πάντα του έλεγε ψέματα και δεν έτρωγε. </p><br><p>Πήγαινε ο Γίγαντας κατά τους λόφους για να πιάσει ανθρώπους και τώρα ταξίδευε ακόμη πιο μακριά να φέρει κυνήγι πίσω στο σπίτι του. Έφερε στη γυναίκα του γριές γυναίκες και της είπε να τις φάει, κι εκείνη του είπε “Ναι” και τον κορόιδεψε. Κάθε μέρα η γυναίκα έκλαιγε γιατί φοβόταν ότι θα τη σκότωνε και κάθε μέρα μαγείρευε ελάφι και το έδινε στην κόρη της μέσα στο λάκκο. Την έβγαζε και την κρατούσε και έκλαιγε γιατί ο Σκίουρος είχε πεθάνει και ήταν πολύ καλός άνδρας. Όταν έλειπε ο Γίγαντας έκλαιγε και όταν γυρνούσε, έβαζε πάλι την κόρη της στο χώμα και ξάπλωνε από πάνω για να μην τη βρει ο Γίγαντας. Τα δυο αγόρια βρίσκονταν πάντα στις γωνιές του σπιτιού και όταν ερχόταν ο Γίγαντας, πάντα τους άλλαζε θέση. Τα αγόρια δεν έκλαιγαν ποτέ, μόνο γελούσαν, αυτό έκαναν όλη μέρα. </p><br><p>Τα αδέρφια του Σκίουρου στον Νότο τον είδαν στον ύπνο τους. Ένας από αυτούς είπε: “Νομίζω ότι πρέπει να πάω να τον επισκεφτώ, να δω τι κάνει. Στο όνειρο μου τον είδα άρρωστο”. Και χωρίς να πει σε κανέναν τίποτα, κίνησε να πάει στον αδερφό του τον Σκίουρο μιας και είχε ανησυχήσει. Ταξίδεψε μέσα από βουνά, αλλά δεν πήγε από το μονοπάτι, μόνο μέσα από τη βλάστηση και πέρασε τα ψηλότερα βουνά. Δεν βιαζόταν, πήγαινε αργά και σταθερά να δει τον αδερφό του. </p><br><p>Έφτασε επιτέλους στο σπίτι του Σκίουρου και φώναξε στη νύφη του: </p><p>Ήρθα! Τι είναι αυτοί οι βράχοι στην είσοδο;</p><p>Έλα μέσα, ακούστηκε η φωνή της νύφης του από μέσα από το σπίτι. Ο Γίγαντας σκότωσε τον αδερφό σου και κάθε μέρα με κλείνει μέσα στο σπίτι με αυτούς τους βράχους. </p><br><p>Εκείνος έβγαλε έναν έναν τους βράχους από τις εισόδους. Σαν μπήκε στο σπίτι, η γυναίκα τού είπε:</p><p>Ο Γίγαντας σκότωσε τον αδερφό σου και τώρα έχει δυο αγόρια γίγαντες, να, εκεί είναι.</p><p>Που είναι η κόρη του αδερφού μου; ρώτησε ο αδερφός του Σκίουρου.</p><p>Είναι μέσα σ΄ εκείνον τον λάκκο, δεν ήθελα να την βρει ο Γίγαντας, και του έδειξε την τρύπα.</p><br><p>Ο αδερφός του Σκίουρου ρώτησε τη γυναίκα πότε θα επέστρεφε ο Γίγαντας: “Κάποιες φορές επιστρέφει το σούρουπο, κάποιες φορές αφού έχει βραδιάσει. Αλλά αυτή τη φορά πήγε μακριά και θα γυρίσει αύριο το πρωί”, του απάντησε εκείνη. Ο κουνιάδος της τής είπε να συνθλίψει κάμποσο οψιανό και να τραβήξει για το πατρικό της. Της είπε: “Ο Γίγαντας έχει πολλά αδέρφια. Αν σε στριμώξουν πουθενά εσύ να τους πετάξεις τον οψιανό στα μούτρα. Εγώ δεν θα έρθω μαζί σου, θα μείνω εδώ να περιμένω”.</p><br><p>Η γυναίκα έκανε σκόνη κάμποσο οψιανό και τον έβαλε μέσα σε ένα τομάρι ελαφιού. Ο κουνιάδος της τότε της είπε να ξεκινήσει αμέσως κι επανέλαβε: “Πρόσεξε να μην χάσεις τον οψιανό, μόνο αυτός θα σε σώσει. Αν δεις τους Γίγαντες, να τους τον πετάξεις στα μάτια”. Και άρχισε να σκάβει την μια τρύπα μετά την άλλη.</p><br><p>Η γυναίκα τον υπάκουσε κι έφυγε. Στο μεταξύ εκείνος έσκαβε κι έσκαβε τρύπες, μια στον Νότο, μια στη Δύση, μια στον Βορρά και μια στην Ανατολή. Τις τρύπες τις έσκαβε για να χωθεί μέσα σε περίπτωση που τον κυνηγήσουν, να έχει κάπου να κρυφτεί. Έσκαβε τρύπες παντού, μέσα στο σπίτι και έξω από αυτό. Σαν τελείωσε έκατσε χάμω και δεν έκανε τίποτα άλλο. Ξεκουράστηκε κι έκανε και μια βόλτα στα περίχωρα του σπιτιού.</p><br><p>Άρχισε να σκέφτεται τον Γίγαντα και πότε θα γυρνούσε. Πήγε στους λόφους και έφερε πίσω ένα κλαδί μανζανίτα που τη μια άκρη του την ακόνισε καλά. Όλη μέρα τη δούλευε την άκρη ήθελε να την κάνει πολύ κοφτερή. Σκέφτηκε και τις προειδοποιήσεις της νύφης του. Την είχε ρωτήσει τι συνήθιζε να κάνει ο Γίγαντας σαν γύριζε κι εκείνη του είχε πει ότι χόρευε μέσα κι έξω και ότι το κεφάλι του περίσσευε πάνω από την τρύπα του τζακιού. Ο αδερφός του Σκίουρου το είχε καταγράψει και τώρα είχε τελειώσει με τη μύτη του κλαδιού μανζανίτα, ήταν στ’ αλήθεια πολύ μυτερό. </p><br><p>Βάλθηκε να κόβει βόλτες. Με το βλέμμα του πάντα στραμμένο προς τους λόφους, είδε τον Γίγαντα να κατεβαίνει και σκέφτηκε: “Αυτός πρέπει να είναι”. Στάθηκε απ’ έξω από το σπίτι και μόνο όταν ο Γίγαντας είχε πλησιάσει αρκετά μπήκε μέσα. Ο Γίγαντας τον είδε και όλο χαρά είπε: “Να κι άλλο θύμα, να κι άλλο θήραμα!” και βιάστηκε να ακολουθήσει τον άνδρα μέσα στο σπίτι. </p><br><p>Ο αδερφός του Σκίουρου όμως είχε ήδη σκοτώσει τα δυο αγόρια γίγαντες. Τους είχε βγάλει τα μάτια και τα είχε πετάξει στη φωτιά ενώ το καθένα τους το είχε στήσει σε διαφορετική γωνιά του σπιτιού. Όλα αυτά έγιναν γιατί πριν φύγει η νύφη του την&nbsp;είχε ρωτήσει: “Πού έχουν οι Γίγαντες την καρδιά τους;” κι εκείνη του είχε πει: “Στον αστράγαλο” κι εκεί ακριβώς τα είχε χτυπήσει όταν τα σκότωσε. Μόλις τα σκότωσε και πέταξε τα μάτια τους στη φωτιά είχε βγει έξω αφήνοντας τους δυο μικρούς γίγαντες σε δυο γωνιές κοντά στη φωτιά. </p><br><p>Ο αδερφός του Σκίουρου μίλησε τότε στον Γίγαντα και του είπε: </p><p>Ποιο είναι το πρώτο πράγμα που κάνεις όταν γυρίζεις σπίτι;</p><p>Χορεύω βέβαια! Δες με να χορεύω!</p><br><p>Ο αδερφός του Σκίουρου τότε άρχισε να χώνεται πότε στην μια τρύπα που είχε σκάψει και πότε στην άλλη και όσο και να προσπαθούσε να τον πιάσει ο Γίγαντας, ο άνδρας πάντα του ξέφευγε με ταχύτητα. Ο Γίγαντας τον κυνήγησε παντού μέσα στο σπίτι και κάθε φορά που τον ζύγωνε, ο άνδρας χωνόταν μέσα στη μια τρύπα κι έβγαινε από μια άλλη. Είπε τότε στον Γίγαντα: “Δεν μπορείς να με πιάσεις παρά μόνο αν χορέψεις. Χόρεψε λοιπόν κι εγώ μετά θα σε αφήσω να με πιάσεις. Αλλά θέλω να σε δω να χορεύεις πρώτα”. </p><br><p>Ο Γίγαντας άρχισε να χορεύει και ο αδερφός του Σκίουρου βγήκε έξω από το σπίτι. Φώναξε στον Γίγαντα: “Χόρεψε κι άλλο, κι άλλο! Πήδα πιο ψηλά κι από την τρύπα του τζακιού, θέλω να σε δω να χορεύεις!”.</p><br><p>Ο Γίγαντας έκανε όπως του είπε ο άνδρας. Καθώς χόρευε, ο αδερφός του Σκίουρου έβγαλε το κλαδί μανζανίτα και σκαρφάλωσε πάνω στο σπίτι κατά την τρύπα του τζακιού. Ξάφνου έδωσε μια στον Γίγαντα και του κάρφωσε το κλαδί στον λαιμό με τέτοια δύναμη που του έκοψε το κεφάλι. Το κεφάλι κύλησε κι έφτασε μέχρι την πηγή που βρισκόταν δίπλα στο σπίτι ενώ το σώμα του σωριάστηκε εκεί που στεκόταν. Ο αδερφός του Σκίουρου τότε έκοψε το σώμα του Γίγαντα σε κομμάτια και τα σκόρπισε πάνω από δέντρα, πάνω από βράχους και σε ολόκληρο το εσωτερικό του σπιτιού. </p><br><p>Ένας από τους αδερφούς του Γίγαντα τον είδε στον ύπνο του. Είδε ότι ο αδερφός του είχε στην κατοχή του πολύ κρέας. Είπε στα άλλα του αδέρφια: “Πάμε να επισκεφτούμε τον αδερφό μας, έχει παντρευτεί τώρα και κάθε μέρα έχει άφθονο κρέας στο τραπέζι του”. Κάμποσοι από τους αδερφούς του Γίγαντα κίνησαν τότε για το σπίτι του Σκίουρου. Μόλις έφτασαν είδαν όλο αυτό το κρέας να βρίσκεται σκορπισμένο εδώ κι εκεί: “Τόσο κρέας, μα τόσο κρέας! Ο αδερφός μας έχει γίνει πολύ καλός στο σημάδι με την πέτρα του!”, είπαν τα αδέρφια του. </p><br><p>Μάζεψαν και μαγείρεψαν το κρέας που βρήκαν, αγνοώντας πως ήταν αυτό του αδερφού τους. Νόμισαν ότι ήταν από τους διάφορους ανθρώπους που είχε σκοτώσει. Έφαγε ο καθένας τους από ένα κομμάτι και αισθάνθηκαν ευχαριστημένοι. Ένας τους όμως δίψασε και άρχισε να ψάχνει για καμιά πηγή. Είδε αυτή δίπλα στο σπίτι και σαν πλησίασε να πιει, είδε στο έδαφος το κεφάλι του αδερφού του: “Τον αδερφό μας φάγαμε!” είπε στα αδέρφια του και όλοι συγκεντρώθηκαν μέσα στο σπίτι. Είπε τότε ο μικρότερος: </p><p>Κάποιος σκότωσε τον αδερφό μας. Τι να φωνάξουμε σαν θα κλάψουμε;</p><p>Να φωνάξουμε “δρυς”! είπε ένας άλλος αδερφός. Δεν ξέρω ποιος είναι ο φονιάς του μα ούτε από πού ήρθε. Λέω να κοιμηθούμε και να ονειρευτούμε.</p><br><p>Έτσι έκαναν όλοι τους. Αυτός που είχε προτείνει να κοιμηθούν είπε να κοιμηθούν με το κεφάλι τους προς τον Νότο. Οι υπόλοιποι του απάντησαν πως δεν πίστευαν πως ο φονιάς είχε έρθει από εκεί. Κοιμήθηκαν και μετά σηκώθηκαν. “Δεν τον ονειρεύτηκα καθόλου, ας κοιμηθούμε ξανά”, είπε ένας. Κοιμήθηκαν και σηκώθηκαν και ένας άλλος είπε: “Κάποιος από τον Βορρά σκότωσε τον αδερφό μας”. Μα οι άλλοι δεν τον πίστεψαν. Κοιμήθηκαν και σηκώθηκαν: “Από την Ανατολή είναι ο φονιάς του αδερφού μας”, είπε ξάφνου αυτός που ξύπνησε πρώτος. Και πάλι οι άλλοι δεν το δέχτηκαν. </p><br><p>Ο μικρότερος τότε, αυτός που είχε βρει το κεφάλι πλάι στην πηγή άρχισε να κλαίει. Οι άλλοι πήγαν να τον ησυχάσουν. Εκείνος σηκώθηκε και πήγε πάλι μέχρι την πηγή, βούτηξε το κεφάλι του μέσα στο νερό και έτσι, όταν γύρισε πάλι στους άλλους φαινόταν ότι αυτός είχε κλάψει περισσότερο από όλους τους. Όλοι πίστεψαν πως το νερό στο πρόσωπο του ήταν δάκρυα: “Μόνο αυτός κλαίει πικρά για τον αδερφό μας”, μουρμούρισαν, “ας ξανακοιμηθούμε”.</p><br><p>Ο μικρότερος τότε ξύπνησε τους άλλους με το όνειρό του. Τους είπε πως αυτός που έψαχναν ήταν από τη Δύση.:</p><p>Ας φωνάξουμε λοιπόν! είπαν όλοι οι Γίγαντες.</p><p>Όχι! Ας κοιμηθούμε πριν φωνάξουμε, είπε ο μικρότερος.</p><br><p>Κοιμήθηκαν και σηκώθηκαν και ο μικρότερος είχε ονειρευτεί πως η νύφη τους ήταν καθ’ οδόν για το πατρικό της: “Ας σηκωθούμε τώρα”, είπε, “κι ας προλάβουμε τη νύφη μας πριν να φτάσει στου πατέρα της. Αλλά ας βιαστούμε”, συνέχισε, “να βιαστούμε στην αρχή για να πάμε πιο αργά μετά”, και όλοι τους ξεκίνησαν με φωνές.</p><br><p>Ο αδερφός του Σκίουρου γέλασε πολύ μόλις σκότωσε τον Γίγαντα. Γέλασε και όταν είδε όλους τους αδερφούς του Γίγαντα να τρέχουν. </p><br><p>Πριν να φτάσει η νύφη τους στο σπίτι του πατέρα της, οι γίγαντες την πρόλαβαν. Ένας τους είπε στον άλλο: “Να τη! Τη βλέπω, τράβα να την πιάσεις εσύ!” και σαν την έπιασε η γυναίκα πήρε μια χούφτα οψιανό και τον πέταξε στα μάτια των Γιγάντων. Όσους τους πέτυχε άρχιζαν να σκούζουν: “Κάτι με τυφλώνει, κάτι με τυφλώνει! Βγάλτο γρήγορα, βγάλτο γρήγορα!” και άρχισαν ο ένας να κοιτά μέσα στα μάτια του άλλου και να προσπαθεί να βγάλει τον οψιανό. Στο μεταξύ, η γυναίκα απομακρύνθηκε αρκετά. Μα πάλι κατάφεραν να τη φτάσουν: “Πιάστε την, πιάστε την!”, έλεγαν ο ένας στον άλλο.</p><br><p>Ένας τους παραλίγο να την πιάσει, αλλά αυτή πάλι τους πέταξε οψιανό στα μάτια: “Δεν βλέπω, έχω κάτι στο μάτι μου, έχω κάτι στο μάτι μου!” άρχισε να φωνάζει ο Γίγαντας. Κι άρχισαν πάλι να ψαχουλεύουν τα μάτια τους πολύ προσεκτικά ενώ η νύφη τους απομακρυνόταν. </p><br><p>Σαν καθάρισαν τα μάτια τους, οι Γίγαντες την πήραν πάλι στο κατόπι: “Πρέπει να την πιάσουμε, πρέπει να την φτάσουμε πριν να φτάσει σπίτι. Γρήγορα, δεν βλέπετε που κουβαλά την κόρη της στην πλάτη;” και έτρεξαν με όλη τους τη δύναμη να τη φτάσουν. Μόλις την πλησίασαν για τα καλά, εκείνη για άλλη μια φορά τους πέταξε οψιανό. Όλοι τους τώρα φώναξαν: “Δεν βλέπω, δεν βλέπω! Βγάλε το από τα μάτια μου, βγάλε το από τα μάτια μου!” και αφού έφαγαν μπόλικη ώρα να καθαρίζουν τα μάτια τους, η γυναίκα ξεμάκρυνε πολύ. </p><br><p>Σαν μπόρεσαν και πάλι να δουν, οι Γίγαντες είπαν: “Κυνηγήστε τη νύφη μας, να την πιάσουμε πριν να φτάσει στο πατρικό της! Πιάστε την!”. Ένας την έφτασε και της έπιασε τα ρούχα, τραβώντας την προς το μέρος του. Μα εκείνη είχε ακόμη οψιανό και τον πέταξε στα μάτια τους. Όλοι οι γίγαντες τυφλώθηκαν και βάλθηκαν να καθαρίζουν ο ένας τα μάτια του άλλου. Μόλις μπόρεσαν να δουν και πάλι, ένας τους είπε: “Δεν μπορεί να της έχει μείνει ακόμη πολύς οψιανός. Ελάτε, πλησιάζει επικίνδυνα το πατρικό της σπίτι, τρέξτε!”. Πάλι την&nbsp;έφτασαν και η γυναίκα, που δεν είχε χάσει ακόμη την κόρη της από την πλάτη της τους πέταξε οψιανό και τους καθυστέρησε. Είπε τότε στην κόρη της: “Θα φτάσουμε το σπίτι και θα είμαστε ασφαλείς, θα φτάσουμε στου παππού σου. Έλα τώρα και μην κουράζεσαι. Έλα τώρα και μας φτάνουν πάλι”. Έτρεχε η γυναίκα και άρχισαν πάλι να την ακολουθούν οι Γίγαντες. Έφτασαν κοντά της κι εκείνη τους έριξε κι άλλη χούφτα οψιανό. Οι Γίγαντες σταμάτησαν να καθαρίσουν τα μάτια τους και η γυναίκα συνέχισε να τρέχει να τους ξεφύγει. Κοίταξε και της είχε μείνει μόνο άλλη μια χούφτα οψιανός. Είπε στην κόρη της: “Κουράγιο και φτάσαμε σχεδόν, μη φοβάσαι πια. Ο παππούς σου, η Σαύρα θα μας σώσει μόλις φτάσουμε σπίτι του”.</p><br><p>Ο Γίγαντες όλο και ζύγωναν τώρα. Πότε πότε σταματούσαν κιόλας και το έριχναν στον χορό και στο τραγούδι. Μετά όμως έτρεχαν να την πιάσουν. Και αυτή τη φορά σίγουρα θα την είχαν πιάσει αν δεν τους πέταγε τον τελευταίο της οψιανό.</p><br><p>Η γυναίκα βρέθηκε τότε μπροστά στο σπίτι του πατέρα της. Οι Γίγαντες, που είχαν καθαρίσει ξανά τα μάτια τους, έτρεχαν προς το μέρος της φωνάζοντας: “Πρέπει να την πιάσουμε πριν να μπει μέσα!”.</p><br><p>Η γυναίκα φώναξε στον πατέρα της να της ανοίξει να μπει: “Ένας Γίγαντας σκότωσε τον γαμπρό σου. Ένας Γίγαντας τον έφαγε”. Η βαριά πέτρινη πόρτα τότε άνοιξε. Η γυναίκα και η κόρη της πέρασαν μέσα και ο πατέρας της έφτυσε την πόρτα ξοπίσω της να μην μπορέσουν να μπουν μέσα οι Γίγαντες. Όλο το σπίτι τότε μεταμορφώθηκε σε πέτρα, με αυτή τη φτυσιά έγινε γερό και δυνατό, πέτρινο. Οι Γίγαντες το κύκλωσαν και άρχισαν να ψάχνουν και να ρωτούν για την πόρτα. Μα η Σαύρα δεν τους απάντησε. Στο τέλος κουράστηκαν και έκατσαν κάτω. Σε λίγο όμως άρχισαν πάλι τους χορούς και τα τραγούδια.</p><br><p>Ο γέρος ρώτησε την κόρη του:</p><p>Μα ποιοι είναι αυτοί, ποιοι είναι;</p><p>Είναι τα αδέρφια του Γίγαντα.</p><p>Άσε να τους φυσήξει ο αέρας μακριά, είπε ο γέρος Σαύρα. Να τους πάρει να τους πετάξει μακριά, δεν τους θέλω εδώ.</p><br><p>Τότε σηκώθηκε ένας πολύ δυνατός άνεμος, αλλά τα αδέρφια του Γίγαντα γύρισαν όλα μαζί και φύσηξαν τον άνεμο μακριά. Ο γέρος τότε μέσα από το σπίτι του κάλεσε να έρθει χιόνι τρανό. Το χιόνι ήρθε και κάλυψε τα πάντα: “Έλα και πέσε πάνω από τα πάντα”, είπε με δυνατή φωνή ο γέρος Σαύρα όταν κάλεσε το χιόνι. Οι Γίγαντες όμως άρχισαν να φωνάζουν και το χιόνι έλιωσε. Φώναξαν και φώναξαν και όταν έλιωσε εντελώς το χιόνι, είπε ο γέρος: “Τι παράξενο που δεν με φοβούνται. Μα τι τρέχει με αυτούς; Γιατί δεν με φοβούνται;” και φώναξε το χαλάζι. Έφερε χοντρό χαλάζι για να διώξει τους Γίγαντες μακριά. Αυτό ζήτησε ο γέρος όταν το φώναξε, μα οι αδερφοί του Γίγαντα με τις φωνές τους σταμάτησαν το χαλάζι. Ο γέρος Σαύρα τότε, ο πατέρας της χήρας του Σκίουρου κάλεσε νεροποντή. Την κάλεσε να παρασύρει τους Γίγαντες και να τους πάρει μακριά. Η νεροποντή τα κατάφερε και πριν προλάβουν οι γίγαντες να της φωνάξουν τους σήκωσε με τα νερά της και τους πήρε από εκεί. Και δεν ξαναγύρισαν ποτέ, αφού πνίγηκαν όλοι τους.</p><br><p>Η γυναίκα τότε είπε στον πατέρα της: “Ο Γίγαντας σκότωσε τον πατέρα της κόρης μου. Τον σκότωσε και αφού τον σκότωσε τον έφαγε. Όταν ήρθε ο Γίγαντας, εγώ νόμιζα πως ήταν ο αδερφός του Σκίουρου που είχε έρθει να μας δει. Εγώ είπα στον Σκίουρο να πάει να τον υποδεχτεί όταν άκουσα τη φωνή του. Δεν ήξερα ότι ερχόταν Γίγαντας. Ο Σκίουρος πήγε να υποδεχτεί τον Γίγαντα. Μόλις τον πλησίασε τον ρώτησε ποιος ήταν και ο Γίγαντας αποκρίθηκε “Έλα εδώ, εδώ είμαι”, έτσι είπε ο Γίγαντας όταν είδε τον Σκίουρο. Μετά ο Γίγαντας είπε “Αυτό εκεί είναι το κρέας μου, τον έπιασα, τον έπιασα. Κρέας!”. Δεν ξέραμε ότι ήταν ο Γίγαντας, νομίζαμε πως είχε έρθει ο αδερφός του Σκίουρου να μας δει. Ο Σκίουρος έφερε τον Γίγαντα σπίτι, τον έφερε σπίτι. Τον φοβήθηκε πολύ και προσπάθησε να τον αφήσει στους λόφους, αλλά ο Γίγαντας τον ακολούθησε. Τώρα εκεί είναι ο αδερφός του Σκίουρου, πήρε τη θέση του νεκρού του αδελφού. Δεν ξέρω πώς είναι τώρα και τι κάνει. Μου είπε “Εσύ να πας στον πατέρα σου, εγώ θα μείνω εδώ. Θα μείνω εδώ στο πόδι του αδερφού μου. Είμαι έτοιμος για άλλον Γίγαντα τώρα”.</p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></itunes:summary>
		</item>
		<item>
			<title>Ένας Θρύλος για τον Καταρράκτη Μαλτνόμα</title>
			<itunes:title>Ένας Θρύλος για τον Καταρράκτη Μαλτνόμα</itunes:title>
			<pubDate>Mon, 30 Aug 2021 08:38:23 GMT</pubDate>
			<itunes:duration>9:43</itunes:duration>
			<enclosure url="https://sphinx.acast.com/p/open/s/6013ebce985ab977d52addcc/e/61278b539f63610012862854/media.mp3" length="11745412" type="audio/mpeg"/>
			<guid isPermaLink="false">61278b539f63610012862854</guid>
			<itunes:explicit>false</itunes:explicit>
			<link>https://www.karakaxa.org/%CE%B5%CF%80%CE%B5%CE%B9%CF%83%CF%8C%CE%B4%CE%B9%CE%B1</link>
			<acast:episodeId>61278b539f63610012862854</acast:episodeId>
			<acast:showId>6013ebce985ab977d52addcc</acast:showId>
			<acast:episodeUrl>mitos53</acast:episodeUrl>
			<acast:settings><![CDATA[FYjHyZbXWHZ7gmX8Pp1rmbKbhgrQiwYShz70Q9/ffXZMTtedvdcRQbP4eiLMjXzCKLPjEYLpGj+NMVKa+5C8pL4u/EOj1Vw4h5MMJYp0lCcFAe0fnxBJy/1ju4Qxy1fh8gO4DvlGA40yms2g0/hOkcrfHIopjTygHFqGwwOPKFIai4SuTvs86Lx3UYCyl6Zs+WO4fC9bB8/2bSJALEZpunHdJA38/ZCmkJMYOTmjFjo3XlAqZEJ8qcJllsTHj8YeplHn1AWapRu2wUsjUuTDwIrUWVXaE6hltISs/9h//UcVfrEovUXBpwEQtIPJAIPU]]></acast:settings>
			<itunes:subtitle>Μίτος</itunes:subtitle>
			<itunes:episodeType>full</itunes:episodeType>
			<itunes:episode>53</itunes:episode>
			<itunes:image href="https://assets.pippa.io/shows/6013ebce985ab977d52addcc/1629981493190-bd327dde49347b0fa86319a79e0823e9.jpeg"/>
			<description><![CDATA[<p>Από τον λαό Ουασκό, μια γλυκιά και πικρή ιστορία για τη δημιουργία του Καταρράκτη Μαλτνόμα που χρειάστηκε αυτοθυσία.</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Περιέχει αυτοκτονία</p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>Η ιστορία είναι ευγενική παραχώρηση του: www.firstpeople.us</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ</p><br><p>Ένας Θρύλος για τον Καταρράχτη Μαλτνόμα</p><br><p>Πολλά χρόνια πριν, ο αρχηγός των Μαλτνόμα είχε μια νέα κι όμορφη κόρη. Της είχε ιδιαίτερη αδυναμία μιας και όλοι του οι γιοι είχαν πεθάνει σε μάχες και ο ίδιος ήταν πια ηλικιωμένος. Της διάλεξε σύζυγο πολύ προσεκτικά, έναν αρχηγό από το γειτονικό λαό Κλάτσοπ. Στο γαμήλιο τραπέζι κατέφτασαν λαοί από τον Βορρά και τον Νότο.</p><br><p>Το γλέντι κράτησε αρκετές μέρες. Έγιναν και αγώνες κολύμβησης και αγώνες κανό. Οργανώθηκαν ιπποδρομίες, διαγωνισμοί τοξοβολίας, χορού και φαγητού. Όλοι οι καλεσμένοι είχαν πολύ καλή διάθεση και η νύφη κι ο γαμπρός ήταν πολύ αγαπητοί στους λαούς τους.</p><br><p>Μα χωρίς καμιά προειδοποίηση, αυτή η χαρά μετατράπηκε σε θρήνο. Μια αρρώστια χτύπησε το χωριό. Τα παιδιά και οι νεότεροι ήταν τα πρώτα θύματα της, ακόμα και οι πιο δυνατοί νέοι άνδρες αρρώσταιναν και πέθαιναν σε μία μόλις μέρα. Τα κλάματα των γυναικών ακούγονταν σε όλο το χωριό των Μαλτνόμα και στις γύρω κατασκηνώσεις των καλεσμένων τους: “Το Μεγάλο Πνεύμα έχει θυμώσει μαζί μας”, είπαν οι άνθρωπο μεταξύ τους. Ο αρχηγός κάλεσε σε συμβούλιο τους γέρους και τους καλύτερους πολεμιστές του και τους ρώτησε με σοβαρό ύφος: “Τι μπορούμε να κάνουμε για να κατευνάσουμε το Μεγάλο Πνεύμα;”.</p><br><p>Μα μόνο σιωπή ακολούθησε αυτή του την ερώτηση. Ένας από τους γηραιότερους θεραπευτές σηκώθηκε τότε και είπε: “Δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα. Αφού το Μεγάλο Πνεύμα θέλει να πεθάνουμε τότε κι εμείς πρέπει να αντιμετωπίσουμε τον επερχόμενο θάνατό μας με ανδρεία. Εμείς οι Μαλτνόμα φημιζόμαστε για την ανδρεία μας άλλωστε”.</p><br><p>Όλα τα μέλη του συμβουλίου κούνησαν καταφατικά κεφάλι δείχνοντας ότι συμφωνούν. Όλοι εκτός από έναν, τον γηραιότερο όλων των θεραπευτών. Δεν είχε πάει στο γλέντι και δεν είχε λάβει μέρος στους αγώνες, μα σαν τον φώναξε ο αρχηγός του κατέβηκε αμέσως από το βουνό που ζούσε. Σηκώθηκε όρθιος, στηριζόμενος στη μαγκούρα του, και απευθύνθηκε στο συμβούλιο με φωνή σιγανή κι αδύναμη: “Είμαι πολύ γέρος φίλοι μου, έχω ζήσει πολύ, πολύ καιρό. Θα σας εξηγήσω και γιατί θέλω να μοιραστώ μαζί σας&nbsp;όσα μου είπε κάποτε ο πατέρας μου. Ήταν κι αυτός μέγας θεραπευτής των Μαλτνόμα πριν πολλά καλοκαίρια και πριν πολλά χιόνια. Όταν πια είχε γεράσει, μου είπε ότι, σαν θα γερνούσα κι εγώ, το Μεγάλο Πνεύμα θα έστελνε στον λαό μια αρρώστια. Όλοι θα πέθαιναν, μου είπε, εκτός κι αν γινόταν μια μεγάλη θυσία στο Μεγάλο Πνεύμα. Μια αγνή και αθώα κόρη του λαού, μια κόρη αρχηγού θα έπρεπε με τη θέλησή της να θυσιαστεί για τον λαό της. Πρέπει να πάει μόνη της στον γκρεμό πάνω από το Μεγάλο Ποτάμι και να ριχτεί στα βράχια από κάτω. Αν το κάνει αυτό, τότε η αρρώστια θα φύγει από τον λαό μας”. Έκανε μια παύση και συνέχισε: “Τελείωσα τα λόγια μου, είπα το μυστικό του πατέρα μου και τώρα μπορώ να πεθάνω ήσυχος”.</p><br><p>Πλήρης σιγή επικράτησε καθώς ο γέρο-θεραπευτής έκατσε πάλι κάτω. Μετά από λίγο, ο αρχηγός σήκωσε το κεφάλι του: “Ας καλέσουμε να έρθουν οι κοπέλες που κάποτε οι πατέρες και οι παππούδες τους υπήρξαν αρχηγοί”.</p><br><p>Σύντομα, μπροστά στον αρχηγό στέκονταν καμιά ντουζίνα κοπέλες, ανάμεσά τους και η αγαπημένη του κόρη. Ο αρχηγός τούς είπε ό,τι είχε πει πρωτύτερα ο γεροθεραπευτής: “Είμαι σίγουρος πως τα λόγια του είναι αληθινά”, πρόσθεσε. Έπειτα γύρισε προς όλους τους θεραπευτές και προς όλους τους πολεμιστές του και ανακοίνωσε: “Πείτε στο λαό μας πως θα πεθάνουμε με ανδρεία. Δεν μπορώ να ζητήσω από καμιά κοπέλα να θυσιαστεί. Το συμβούλιό μας τελείωσε”.</p><br><p>Η αρρώστια έμεινε στο χωριό και πολλοί ακόμη άνθρωποι πέθαναν. Η κόρη του αρχηγού αναρωτήθηκε πολλές φορές αν θα ήταν σωστό να θυσιαστεί εκείνη για να ζήσει ο λαός της, μα ήταν νέα, αγαπούσε πολύ τον νέο της άνδρα και ήθελε να ζήσει.</p><br><p>Μερικές μέρες αργότερα, είδε την αρρώστια και στο πρόσωπο του αγαπημένου της και τότε κατάλαβε με βεβαιότητα τι έπρεπε να κάνει. Του δρόσισε το πρόσωπο όπως μπορούσε, τον τάισε και τον φρόντισε και πριν φύγει άφησε δίπλα του μια σκάφη με φρέσκο νερό. Χωρίς να πει τίποτα σε κανέναν και προσέχοντας να μη φανεί, έφυγε από το χωριό.</p><br><p>Όλη την επόμενη μέρα και όλη την επόμενη νύχτα περπάτησε ακολουθώντας το μονοπάτι που οδηγούσε στο Μεγάλο Ποτάμι. Το δείλι, έφτασε και στην άκρη του γκρεμού. Στάθηκε εκεί σιωπηλή για κάποιες στιγμές κοιτάζοντας κάτω το νερό και τα κοφτερά βράχια. Έπειτα σήκωσε τα μάτια και τα χέρια της προς τον ουρανό. Έτσι είπε δυνατά στο Μεγάλο Πνεύμα: “Είσαι θυμωμένος με τον λαό μου. Θα διώξεις την αρρώστια αν σου δώσω τη ζωή μου; Μόνο αγάπη, ειρήνη και αρετή έχω στην καρδιά μου. Αν δέχεσαι εμένα για θυσία, δώσε μου ένα σημάδι στον ουρανό και διαβεβαίωσέ με ότι ο θάνατος μου δεν θα πάει χαμένος, πως θα σωθεί ο λαός μου”.</p><br><p>Τότε, είδε το φεγγάρι να βγαίνει πίσω από τα δέντρα πέρα από τον ποταμό. Ήξερε πως αυτό ήταν το σημάδι. Έκλεισε τα μάτια και πήδηξε στο κενό.</p><br><p>Το επόμενο πρωί όλοι όσοι περίμεναν να πεθάνουν εκείνη την ημέρα σηκώθηκαν από τα κρεβάτια τους και είχαν γίνει εντελώς καλά, ήταν τώρα γεροί και δυνατοί. Χάρηκαν πάρα πολύ και ο ήχος του γέλιου αντήχησε και πάλι στο χωριό των Μαλτνόμα και στις κατασκηνώσεις τριγύρω.</p><br><p>Κάποιος τότε ρώτησε: “Τι έκανε την αρρώστια να φύγει; Μήπως κάποια από τις κοπέλες…;” και ο αρχηγός κάλεσε μπροστά του όλες όσες είχαν πατέρα ή παππού αρχηγό. Αυτή τη φορά κάποια έλειπε.</p><br><p>Ο νεαρός πολεμιστής Κλάτσοπ τότε άρχισε να βαδίζει γρήγορα στο μονοπάτι που οδηγούσε στο Μεγάλο Ποτάμι, ακολουθούμενος κι από άλλους ανθρώπους. Στα βράχια στο τέλος του γκρεμού είδαν την αγαπημένη τους κόρη. Την πήραν και την έθαψαν.</p><br><p>Ο πατέρας της τότε προσευχήθηκε στο Μεγάλο Πνεύμα: “Δώσε μας κάποιο σημάδι ότι το πνεύμα της κόρης μου βρίσκεται στη χώρα των πνευμάτων”. Σχεδόν αμέσως όλοι άκουσαν τον ήχο του νερού να έρχεται από ψηλά. Γύρισαν και κοίταξαν κατά τον γκρεμό. ‘Ενας μεγάλος όγκος νερού, καθαρού και ασημένιου άρχισε τότε να πέφτει με θόρυβο από τον βράχο. Έγινε δροσερή ομίχλη και έπεσε στα πόδια τους. Η ροή του νερού έπειτα θέριεψε μέχρι που έγινε σωστός καταρράκτης.</p><br><p>Πολλά καλοκαίρια τώρα το νερό πέφτει από τον βράχο. Πότε πότε έρχεται και το πνεύμα της θαρραλέας και καλής κόρης να δει τον καταρράκτη. Ντυμένη στα λευκά, στέκεται ανάμεσα στα δέντρα στη μια άκρη του Καταρράκτη Μαλτνόμα. Από εκεί αγναντεύει το μέρος όπου έκανε τη μεγάλη της θυσία κι έσωσε τη ζωή του αγαπημένου της και όλου του λαού της.</p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></description>
			<itunes:summary><![CDATA[<p>Από τον λαό Ουασκό, μια γλυκιά και πικρή ιστορία για τη δημιουργία του Καταρράκτη Μαλτνόμα που χρειάστηκε αυτοθυσία.</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Περιέχει αυτοκτονία</p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>Η ιστορία είναι ευγενική παραχώρηση του: www.firstpeople.us</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ</p><br><p>Ένας Θρύλος για τον Καταρράχτη Μαλτνόμα</p><br><p>Πολλά χρόνια πριν, ο αρχηγός των Μαλτνόμα είχε μια νέα κι όμορφη κόρη. Της είχε ιδιαίτερη αδυναμία μιας και όλοι του οι γιοι είχαν πεθάνει σε μάχες και ο ίδιος ήταν πια ηλικιωμένος. Της διάλεξε σύζυγο πολύ προσεκτικά, έναν αρχηγό από το γειτονικό λαό Κλάτσοπ. Στο γαμήλιο τραπέζι κατέφτασαν λαοί από τον Βορρά και τον Νότο.</p><br><p>Το γλέντι κράτησε αρκετές μέρες. Έγιναν και αγώνες κολύμβησης και αγώνες κανό. Οργανώθηκαν ιπποδρομίες, διαγωνισμοί τοξοβολίας, χορού και φαγητού. Όλοι οι καλεσμένοι είχαν πολύ καλή διάθεση και η νύφη κι ο γαμπρός ήταν πολύ αγαπητοί στους λαούς τους.</p><br><p>Μα χωρίς καμιά προειδοποίηση, αυτή η χαρά μετατράπηκε σε θρήνο. Μια αρρώστια χτύπησε το χωριό. Τα παιδιά και οι νεότεροι ήταν τα πρώτα θύματα της, ακόμα και οι πιο δυνατοί νέοι άνδρες αρρώσταιναν και πέθαιναν σε μία μόλις μέρα. Τα κλάματα των γυναικών ακούγονταν σε όλο το χωριό των Μαλτνόμα και στις γύρω κατασκηνώσεις των καλεσμένων τους: “Το Μεγάλο Πνεύμα έχει θυμώσει μαζί μας”, είπαν οι άνθρωπο μεταξύ τους. Ο αρχηγός κάλεσε σε συμβούλιο τους γέρους και τους καλύτερους πολεμιστές του και τους ρώτησε με σοβαρό ύφος: “Τι μπορούμε να κάνουμε για να κατευνάσουμε το Μεγάλο Πνεύμα;”.</p><br><p>Μα μόνο σιωπή ακολούθησε αυτή του την ερώτηση. Ένας από τους γηραιότερους θεραπευτές σηκώθηκε τότε και είπε: “Δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα. Αφού το Μεγάλο Πνεύμα θέλει να πεθάνουμε τότε κι εμείς πρέπει να αντιμετωπίσουμε τον επερχόμενο θάνατό μας με ανδρεία. Εμείς οι Μαλτνόμα φημιζόμαστε για την ανδρεία μας άλλωστε”.</p><br><p>Όλα τα μέλη του συμβουλίου κούνησαν καταφατικά κεφάλι δείχνοντας ότι συμφωνούν. Όλοι εκτός από έναν, τον γηραιότερο όλων των θεραπευτών. Δεν είχε πάει στο γλέντι και δεν είχε λάβει μέρος στους αγώνες, μα σαν τον φώναξε ο αρχηγός του κατέβηκε αμέσως από το βουνό που ζούσε. Σηκώθηκε όρθιος, στηριζόμενος στη μαγκούρα του, και απευθύνθηκε στο συμβούλιο με φωνή σιγανή κι αδύναμη: “Είμαι πολύ γέρος φίλοι μου, έχω ζήσει πολύ, πολύ καιρό. Θα σας εξηγήσω και γιατί θέλω να μοιραστώ μαζί σας&nbsp;όσα μου είπε κάποτε ο πατέρας μου. Ήταν κι αυτός μέγας θεραπευτής των Μαλτνόμα πριν πολλά καλοκαίρια και πριν πολλά χιόνια. Όταν πια είχε γεράσει, μου είπε ότι, σαν θα γερνούσα κι εγώ, το Μεγάλο Πνεύμα θα έστελνε στον λαό μια αρρώστια. Όλοι θα πέθαιναν, μου είπε, εκτός κι αν γινόταν μια μεγάλη θυσία στο Μεγάλο Πνεύμα. Μια αγνή και αθώα κόρη του λαού, μια κόρη αρχηγού θα έπρεπε με τη θέλησή της να θυσιαστεί για τον λαό της. Πρέπει να πάει μόνη της στον γκρεμό πάνω από το Μεγάλο Ποτάμι και να ριχτεί στα βράχια από κάτω. Αν το κάνει αυτό, τότε η αρρώστια θα φύγει από τον λαό μας”. Έκανε μια παύση και συνέχισε: “Τελείωσα τα λόγια μου, είπα το μυστικό του πατέρα μου και τώρα μπορώ να πεθάνω ήσυχος”.</p><br><p>Πλήρης σιγή επικράτησε καθώς ο γέρο-θεραπευτής έκατσε πάλι κάτω. Μετά από λίγο, ο αρχηγός σήκωσε το κεφάλι του: “Ας καλέσουμε να έρθουν οι κοπέλες που κάποτε οι πατέρες και οι παππούδες τους υπήρξαν αρχηγοί”.</p><br><p>Σύντομα, μπροστά στον αρχηγό στέκονταν καμιά ντουζίνα κοπέλες, ανάμεσά τους και η αγαπημένη του κόρη. Ο αρχηγός τούς είπε ό,τι είχε πει πρωτύτερα ο γεροθεραπευτής: “Είμαι σίγουρος πως τα λόγια του είναι αληθινά”, πρόσθεσε. Έπειτα γύρισε προς όλους τους θεραπευτές και προς όλους τους πολεμιστές του και ανακοίνωσε: “Πείτε στο λαό μας πως θα πεθάνουμε με ανδρεία. Δεν μπορώ να ζητήσω από καμιά κοπέλα να θυσιαστεί. Το συμβούλιό μας τελείωσε”.</p><br><p>Η αρρώστια έμεινε στο χωριό και πολλοί ακόμη άνθρωποι πέθαναν. Η κόρη του αρχηγού αναρωτήθηκε πολλές φορές αν θα ήταν σωστό να θυσιαστεί εκείνη για να ζήσει ο λαός της, μα ήταν νέα, αγαπούσε πολύ τον νέο της άνδρα και ήθελε να ζήσει.</p><br><p>Μερικές μέρες αργότερα, είδε την αρρώστια και στο πρόσωπο του αγαπημένου της και τότε κατάλαβε με βεβαιότητα τι έπρεπε να κάνει. Του δρόσισε το πρόσωπο όπως μπορούσε, τον τάισε και τον φρόντισε και πριν φύγει άφησε δίπλα του μια σκάφη με φρέσκο νερό. Χωρίς να πει τίποτα σε κανέναν και προσέχοντας να μη φανεί, έφυγε από το χωριό.</p><br><p>Όλη την επόμενη μέρα και όλη την επόμενη νύχτα περπάτησε ακολουθώντας το μονοπάτι που οδηγούσε στο Μεγάλο Ποτάμι. Το δείλι, έφτασε και στην άκρη του γκρεμού. Στάθηκε εκεί σιωπηλή για κάποιες στιγμές κοιτάζοντας κάτω το νερό και τα κοφτερά βράχια. Έπειτα σήκωσε τα μάτια και τα χέρια της προς τον ουρανό. Έτσι είπε δυνατά στο Μεγάλο Πνεύμα: “Είσαι θυμωμένος με τον λαό μου. Θα διώξεις την αρρώστια αν σου δώσω τη ζωή μου; Μόνο αγάπη, ειρήνη και αρετή έχω στην καρδιά μου. Αν δέχεσαι εμένα για θυσία, δώσε μου ένα σημάδι στον ουρανό και διαβεβαίωσέ με ότι ο θάνατος μου δεν θα πάει χαμένος, πως θα σωθεί ο λαός μου”.</p><br><p>Τότε, είδε το φεγγάρι να βγαίνει πίσω από τα δέντρα πέρα από τον ποταμό. Ήξερε πως αυτό ήταν το σημάδι. Έκλεισε τα μάτια και πήδηξε στο κενό.</p><br><p>Το επόμενο πρωί όλοι όσοι περίμεναν να πεθάνουν εκείνη την ημέρα σηκώθηκαν από τα κρεβάτια τους και είχαν γίνει εντελώς καλά, ήταν τώρα γεροί και δυνατοί. Χάρηκαν πάρα πολύ και ο ήχος του γέλιου αντήχησε και πάλι στο χωριό των Μαλτνόμα και στις κατασκηνώσεις τριγύρω.</p><br><p>Κάποιος τότε ρώτησε: “Τι έκανε την αρρώστια να φύγει; Μήπως κάποια από τις κοπέλες…;” και ο αρχηγός κάλεσε μπροστά του όλες όσες είχαν πατέρα ή παππού αρχηγό. Αυτή τη φορά κάποια έλειπε.</p><br><p>Ο νεαρός πολεμιστής Κλάτσοπ τότε άρχισε να βαδίζει γρήγορα στο μονοπάτι που οδηγούσε στο Μεγάλο Ποτάμι, ακολουθούμενος κι από άλλους ανθρώπους. Στα βράχια στο τέλος του γκρεμού είδαν την αγαπημένη τους κόρη. Την πήραν και την έθαψαν.</p><br><p>Ο πατέρας της τότε προσευχήθηκε στο Μεγάλο Πνεύμα: “Δώσε μας κάποιο σημάδι ότι το πνεύμα της κόρης μου βρίσκεται στη χώρα των πνευμάτων”. Σχεδόν αμέσως όλοι άκουσαν τον ήχο του νερού να έρχεται από ψηλά. Γύρισαν και κοίταξαν κατά τον γκρεμό. ‘Ενας μεγάλος όγκος νερού, καθαρού και ασημένιου άρχισε τότε να πέφτει με θόρυβο από τον βράχο. Έγινε δροσερή ομίχλη και έπεσε στα πόδια τους. Η ροή του νερού έπειτα θέριεψε μέχρι που έγινε σωστός καταρράκτης.</p><br><p>Πολλά καλοκαίρια τώρα το νερό πέφτει από τον βράχο. Πότε πότε έρχεται και το πνεύμα της θαρραλέας και καλής κόρης να δει τον καταρράκτη. Ντυμένη στα λευκά, στέκεται ανάμεσα στα δέντρα στη μια άκρη του Καταρράκτη Μαλτνόμα. Από εκεί αγναντεύει το μέρος όπου έκανε τη μεγάλη της θυσία κι έσωσε τη ζωή του αγαπημένου της και όλου του λαού της.</p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></itunes:summary>
		</item>
		<item>
			<title>Η Ιστορία του Γκουνάξνεσεμγκ Α Ντ</title>
			<itunes:title>Η Ιστορία του Γκουνάξνεσεμγκ Α Ντ</itunes:title>
			<pubDate>Fri, 27 Aug 2021 08:21:49 GMT</pubDate>
			<itunes:duration>46:31</itunes:duration>
			<enclosure url="https://sphinx.acast.com/p/open/s/6013ebce985ab977d52addcc/e/612392f0fd9ac90012a178a8/media.mp3" length="54172061" type="audio/mpeg"/>
			<guid isPermaLink="false">612392f0fd9ac90012a178a8</guid>
			<itunes:explicit>false</itunes:explicit>
			<link>https://www.karakaxa.org/%CE%B5%CF%80%CE%B5%CE%B9%CF%83%CF%8C%CE%B4%CE%B9%CE%B1</link>
			<acast:episodeId>612392f0fd9ac90012a178a8</acast:episodeId>
			<acast:showId>6013ebce985ab977d52addcc</acast:showId>
			<acast:episodeUrl>mitos52</acast:episodeUrl>
			<acast:settings><![CDATA[FYjHyZbXWHZ7gmX8Pp1rmbKbhgrQiwYShz70Q9/ffXZMTtedvdcRQbP4eiLMjXzCKLPjEYLpGj+NMVKa+5C8pL4u/EOj1Vw4h5MMJYp0lCcFAe0fnxBJy/1ju4Qxy1fh8gO4DvlGA40yms2g0/hOkcrfHIopjTygHFqGwwOPKFIai4SuTvs86Lx3UYCyl6Zs+WO4fC9bB8/2bSJALEZpunHdJA38/ZCmkJMYOTmjFjqC3pPrKRQgMiLZY7A/Jrdo05PqByjjMq02hRJOYNkNxdlXIWYbDc8Ef34owsHNdnk80diCZC+pfLWWfNoLaGss]]></acast:settings>
			<itunes:subtitle>Μίτος</itunes:subtitle>
			<itunes:episodeType>full</itunes:episodeType>
			<itunes:episode>52</itunes:episode>
			<itunes:image href="https://assets.pippa.io/shows/6013ebce985ab977d52addcc/1629721300002-73a773c7253a098d12345cd4d6a5d5c0.jpeg"/>
			<description><![CDATA[<p>Ένας ήρωας της φυλής Τσίμσιαν, ο Γκουνάξνεσεμγκ Α Ντ, γεννιέται από αρχόντισα και πνεύμα, μα η δική του ανύψωση έρχεται μετά από πολλούς άθλους.</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Περιέχει έντονες σκηνές βίας, απαγωγή</p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ</p><br><p>Η Ιστορία του Γκουνάξνεσεμγκ Α Ντ</p><br><p>Ήταν κάποτε ένα ποτάμι, το Ξε-Ντα’Ουλ. Εκεί ζούσαν και οι Γκ ιντζέξλα Λ. Κάθε καλοκαίρι&nbsp;ξέραιναν κάθε είδους μούρα, σολομό και στ’ αλήθεια οποιοδήποτε τρόφιμο για να είναι προετοιμασμένοι για τον χειμώνα.</p><br><p>Μια μέρα δέκα νεαρές γυναίκες σηκώθηκαν να πάνε να μαζέψουν σολομομούρα και μάλιστα ανάμεσά τους βρισκόταν και μια αρχόντισσα. Πήραν όλες τους το μονοπάτι μόνο που κάποια στιγμή, η αρχόντισσα πάτησε με το γυμνό της πόδι περιττώματα αρκούδας. Θύμωσε πολύ και φώναξε όλο περηφάνια: “Μπλιαχ! Πρέπει να πάτησα τα περιττώματα της πιο τρανής αρκούδας, ακούς δούλα;” </p><br><p>Έφτασαν και στον προορισμό τους κι άρχισαν να μαζεύουν τα μούρα. Σαν γέμισαν τα καλάθια τους ξεκίνησαν την επιστροφή τους κατηφορίζοντας ξανά το ίδιο μονοπάτι. Τα καλάθια τους τα κουβαλούσαν γύρω από τους λαιμούς τους. Έδεναν η καθεμιά δυο καλάθια μεταξύ τους με σκοινί και στερέωναν το σκοινί στους ώμους διευκολύνοντας έτσι τη μεταφορά τους καθώς προχωρούσαν. </p><br><p>Ξάφνου το σκοινί της αρχόντισσας, που είχε πει το “Μπλιαχ!” όταν πάτησε τα περιττώματα της αρκούδας, έσπασε και όλα τα μούρα της έπεσαν στο έδαφος και σκορπίστηκαν. Οι συντρόφισσές της τα μάζεψαν όλα με προσοχή και ξαναγέμισαν τα καλάθια της. Συνέχισαν τη διαδρομή τους. Δεν είχαν προχωρήσει και πολύ, το σκοινί της αρχόντισσας έσπασε ξανά. Τα μούρα ξαναέπεσαν στο χώμα και σκορπίστηκαν προς όλες τις κατευθύνσεις και αυτή τη φορά λερώθηκαν πολύ με χώμα. Τρεις συντρόφισσες συνέχισαν, αφήνοντας την αρχόντισσα ξοπίσω ενώ έξι έμειναν να τη βοηθήσουν να μαζέψει τα μούρα και να τα ξαναβάλει στα καλάθια της. Μόλις τα γέμισαν της έδεσαν γερά και το λουρί τους. Προχώρησαν και προχώρησαν, μα το σκοινί της αρχόντισσας έσπασε πάλι και τα μούρα της έπεσαν. Δύο συντρόφισσές της συνέχισαν να περπατούν και τέσσερις έμειναν πίσω να τη βοηθήσουν. Πήραν πάλι τον δρόμο της επιστροφής κι αφού είχαν προχωρήσει αρκετά το σκοινί έσπασε, τα μούρα έπεσαν και δυο ακόμα γυναίκες συνέχισαν, αφήνοντας έτσι την αρχόντισσα με άλλες δυο γυναίκες να τη βοηθήσουν να μαζέψει τα πεσμένα μούρα. Συνέχισαν έπειτα όλες μαζί το περπάτημα, έσπασε το λουρί, έπεσαν τα μούρα και η αρχόντισσα έμεινε μόνο με μια συντρόφισσα στο πλάι της. Αρκετά κοντά στο χωριό πια, το σκοινί της αρχόντισσας έσπασε για τελευταία φορά και είπε στην γυναίκα που ήταν μαζί της: “Φύγε κι άσε με πίσω” κι εκείνη έφυγε και την άφησε και μάλιστα αρκετά γρήγορα μιας και κόντευε να νυχτώσει πια τελείως. </p><br><p>Η αρχόντισσα βάλθηκε να μαζεύει τα μούρα της και να τα βάζει στα καλάθια της και μόλις τα είχε μαζέψει όλα μπροστά της φάνηκαν δυο νεαροί άνδρες που τη χαιρέτησαν σαν την είδαν: “Θα σου κουβαλήσουμε εμείς τα καλάθια σου”, της είπαν και αυτό χαροποίησε ιδιαίτερα την αρχόντισσα. Τους έδωσε τα καλάθια της και οι τρεις τους προχώρησαν μαζί. Προχώρησαν μέχρι που βγήκαν από το δάσος και έφτασαν σ΄ ένα χωριό. </p><br><p>Μόλις το είδε μπροστά της η αρχόντισσα ήξερε ότι αυτό δεν ήταν το χωριό του πατέρα της, μα οι δυο νεαροί την ανάγκασαν να τους ακολουθήσει μέχρι το σπίτι τους. Εκεί η κοπέλα στάθηκε απ’ έξω. Ο πατέρας ρώτησε τους νεαρούς:</p><p>Δεν μου φέρατε αυτό για το οποίο βγήκατε;</p><p>Το φέραμε, στέκεται τώρα έξω, είπε ο ένας νεαρός.</p><p>Συνοδεύστε την μέσα στο σπίτι και φέρτε την να παντρευτεί ο γιος μου, είπε τότε ο αρχηγός σε δυο νεαρές που κάθονταν εκεί.</p><br><p>Οι δυο κοπέλες βγήκαν έξω να περάσουν την αρχοντοπούλα μέσα κι εκείνη μόλις μπήκε πήγε κι στάθηκε σε μια γωνιά του σπιτιού. Την πλησίασε μια ηλικιωμένη γυναίκα και τη ρώτησε:</p><p>Δεν ξέρεις ποιος σου το έκανε όλο αυτό;</p><p>Όχι, είπε ανήσυχα η αρχοντοπούλα.</p><p>Σ΄ έχει φέρει εδώ η Μαύρη Αρκούδα, που για τα δικά της περιττώματα φώναξες εκείνο το “Μπλιαχ!”. Γι΄ αυτό σ΄ έφερε ως εδώ, της εξήγησε η ηλικιωμένη, η οποία ήταν η Ποντικογυναίκα.</p><br><p>Μόλις η αρχόντισσα έκατσε, η γυναίκα την έβαλε να βγάλει όλα τα κοσμήματα που φορούσε στα αυτιά της για να τα κάψει και η αρχόντισσα υπάκουσε. Έβγαλε προσεκτικά τα κοσμήματά της, που ήταν από μαλλί βουνίσιου κατσικιού και κοχύλια από πεταλίδες, και αμέσως η γυναίκα τα πήρε όπως ήταν το έθιμο. Στα μπράτσα της, η αρχόντισσα φορούσε και πολλά μπρούτζινα βραχιόλια και η Ποντικογυναίκα την πρόσταξε: “Κάθε φορά που θα βγαίνεις έξω, σκάψε και μια τρύπα. Αφόδευσε εκεί μέσα, κάλυψε την τρύπα πάλι με χώμα και από πάνω βάλε ένα βραχιόλι σου”. Πράγματι η αρχόντισσα έκανε όπως της είχε πει η Ποντικογυναίκα και έτσι τοποθέτησε κι ένα βραχιόλι στο έδαφος. </p><br><p>Πάντα στο πλευρό της η αρχόντισσα είχε για συνοδεία δυο νεαρές κοπέλες. Όταν εκείνη άρχισε να αφοδεύει, οι κοπέλες έτρεξαν πίσω στο σπίτι να ενημερώσουν και μόλις επέστρεψαν δεν είδαν παρά το μπρούτζινο βραχιόλι στο χώμα. Μάζεψαν τα βραχιόλια, τα πέρασαν σ΄ ένα κλαδί και τα έφεραν πίσω στον λαό τους να τα δει. Είπαν τότε οι μεγαλύτεροι: “Α, μάλλον γι΄ αυτό η γλυκιά μας είπε -Μπλιαχ!- όταν είδε τα δικά μας περιττώματα”.</p><br><p>Ο μεγαλύτερος γιος της, των Μαύρη Αρκούδα, ήταν αυτός που παντρεύτηκε τη νεαρή αρχόντισσα. Οι άντρες των Μαύρη Αρκούδα συνήθιζαν να πηγαίνουν νωρίς κάθε πρωί να πιάσουν σολομό. Οι γυναίκες τους στη συνέχεια σηκώνονταν κι αυτές να ετοιμάσουν τη φωτιά για την επιστροφή των ανδρών τους και τα ξύλα τα έβγαζαν μέσα από το ίδιο το ποτάμι. Σαν γύριζαν οι άνδρες από το ψάρεμα, οι γυναίκες τους άναβαν μια μεγάλη φωτιά για να στεγνώσουν τις κουβέρτες τους. Και οι γούνες τους όμως είχαν μουσκέψει. Όλοι τότε περικύκλωναν τη μεγάλη φωτιά που τόσο μεγάλη ήταν που, όσο και να τίναζαν οι άνδρες τις μουσκεμένες τους γούνες από επάνω, εκείνη δεν έσβηνε.</p><br><p>Είδε και η νεαρή αρχόντισσα τι έκαναν καθημερινά οι γυναίκες και είπε να πάει και αυτή να μαζέψει καυσόξυλα. Σηκώθηκε ένα πρωινό και πήγε κατά το δάσος, με τη συνοδεία πάντα των δυο νεαρών κοριτσιών, και μάζεψε αρκετά στεγνά ξύλα. Κατέφτασαν και οι ψαράδες και η κοπέλα άναψε τη φωτιά η οποία και θέριεψε αμέσως. Οι άνδρες Μαύρη Αρκούδα περικύκλωσαν τη φωτιά κι άρχισαν να τινάζουν από πάνω της τις κουβέρτες και τις γούνες τους. Μα η φωτιά αμέσως έσβησε και η κοπέλα αισθάνθηκε βαθιά ντροπή γι΄ αυτό. </p><br><p>Τότε την πλησίασε γι΄ άλλη μια φορά η φίλη της η Ποντικογυναίκα και της είπε: “Να πας και να μαζέψεις τα ξύλα για τη φωτιά από μέσα από το ποτάμι”, κι έτσι μέχρι και σήμερα όλοι ξέρουν ότι μόνο αυτά τα ξύλα κάνουν την καλύτερη θράκα. Η αρχόντισσα την άκουσε και την επόμενη κιόλας μέρα πήγε και μάζεψε ξύλα από το ποτάμι. Έφτιαξε τη φωτιά πριν να γυρίσουν οι άνδρες και όταν γύρισαν στάθηκαν όλοι γύρω της. Αυτή τη φορά, όσο και να τίναζαν τις γούνες τους, η φωτιά έκαιγε ακόμη καλά και ο άνδρας της χάρηκε πολύ όταν το είδε. </p><br><p>Οι Μαύρη Αρκούδα είχαν πάρει τη νεαρή κοπέλα μεσοκαλόκαιρο και τώρα ήταν φθινόπωρο. Μια μέρα η κοπέλα άρχισε να κλαίει και να μελαγχολεί στη σκέψη των γονιών της, νοσταλγούσε πολύ το σπίτι της και όσους είχε αφήσει πίσω της όταν παντρεύτηκε. Την είδε η Ποντικογυναίκα και την ρώτησε γιατί έκλαιγε. Εκείνη της απάντησε πως της έλειπαν πολύ οι γονείς της. Η Ποντικογυναίκα αμέσως τότε της είπε: “Άντε λοιπόν, δραπέτευσε! Η κατασκήνωση των γονιών σου δεν απέχει και πολύ από εδώ. Να φύγεις να πας να τους δεις. Θα βρεις ένα μονοπάτι πίσω από το σπίτι, δεν υπάρχει άλλο. Σε βγάζει πέρα από την κορυφή του βουνού και ακολουθεί το ποτάμι που βρίσκεται από την άλλη μεριά του. Αυτό είναι και το στόμα του Ξε-Ντα’Ουλ όπου και συναντά τον Ποταμό Σκίνα. Σαν βγεις από εκείνο εκεί το δάσος θα δεις ένα κανό να επιπλέει στο νερό και μέσα του έναν άνδρα. Θα κοιτάει το νερό έτοιμος να καμακώσει φώκιες, φώναξέ τον να βγει στην ακτή. Κάλεσέ τον με το όνομά του, τον λένε Επιπλέει-Απέναντι. Ζήτα του να σε πάρει στο κανό του και τάξε του τα σπίτια του πατέρα σου είτε τον θησαυρό του είτε ότι θα τον παντρευτείς”.</p><br><p>Κι εκεί τα λόγια της Ποντικογυναίκας τελείωσαν. Η κοπέλα σηκώθηκε με τις δυο κοπέλες πάντα στο πλάι της. Μπήκαν και οι τρεις τους στο δάσος. </p><br><p>Η αρχοντοπούλα έδεσε τα δυο κορίτσια σε κορμούς και τους είπε πως εκείνη θα πήγαινε λίγο παρακάτω να βρει και να φέρει πίσω εφόδια. Άρχισε να περπατά πολύ αργά με μεγάλη προσοχή. Μόλις είδε το μονοπάτι άρχισε να τρέχει προς το βουνό. Έφτασε και στην κορυφή του και στη συνέχεια άρχισε να κατηφορίζει την άλλη του πλαγιά. Ξάφνου άκουσε από πίσω της μια τρομερή κραυγή, ήταν οι Μαύρη Αρκούδα, τους είχαν πάρει στο κυνήγι. </p><br><p>Η αρχοντόπουλα από το φόβο της έβαλε κι αυτή τις φωνές καθώς έτρεχε. Έτρεχε κι έτρεχε ώσπου βγήκε από το δάσος και μπροστά της είδε το νερό. Και να! Μακριά πάνω στο νερό επέπλεε ένα κανό. Η κοπέλα, εξαντλημένη και κλαίγοντας τού φώναξε: “Καλέ μου, πάρε με κι εμένα στο κανό σου”, μα ο άνδρας δεν της έδωσε καθόλου σημασία. Είπε τότε πάλι εκείνη: “Θα με πάρεις μαζί σου αν τα σπίτια του πατέρα μου γραφτούν στ΄ όνομά σου; Αν τα ελάφια του γίνουν δικά σου; Αν όλα τα κανό του πατέρα μου περάσουν σ΄ εσένα; Αν οι υπηρέτες του υπηρετούν εσένα; Αν όλος του ο μπρούντζος γίνει δικός σου μπρούντζος; Αν γίνω γυναίκα σου;”. Με το άκουσμα αυτού του τελευταίου, ο Επιπλέει-Απέναντι χτύπησε με το ρόπαλο του το κανό του και κάτι του είπε. Τι του είπε, κανείς δεν ξέρει αλλά τότε ξεπρόβαλλαν και οι Μαύρη Αρκούδα από το δάσος. Το μπρούτζινο κανό πλησίασε τη γυναίκα στο σημείο που στεκόταν στην ακτή. Με μια κίνηση αυτή πήδησε πάνω του και ο άνδρας το ξαναχτύπησε με το ρόπαλο του. Το κανό πήγε και στάθηκε στη μέση του ποταμιού όπου στεκόταν και πριν. </p><br><p>Τότε οι Μαύρη Αρκούδα του φώναξαν: “Δώσε μας τη γυναίκα μου, αυτή που έχεις δίπλα σου. Δώσε τη μας πίσω αλλιώς θα έρθουμε και θα σου κάνουμε το κανό χίλια κομμάτια”. Οι Μαύρη Αρκούδα στέκονταν όλοι μαζί ενωμένοι και φαινόντουσαν πραγματικά αποφασισμένοι να πάρουν πίσω την κοπέλα. Αλλά ο άνδρας πάνω στο κανό δεν έδειχνε να τον νοιάζει ιδιαίτερα. Κάθε άλλο, κοιτούσε πάλι κάτω στο νερό και έψαχνε να βρει φώκιες να καμακώσει. Η αρχόντισσα ευτυχώς είχε κάνει όπως της είχε πει η Ποντικογυναίκα και βρισκόταν τώρα στο κανό του Επιπλέει-Απέναντι.</p><br><p>Οι Μαύρη Αρκούδα έπεσαν όλοι στο νερό και άρχισαν να κολυμπούν γρήγορα για να φτάσουν το κανό. Όταν το πλησίασαν, ο άνδρας που στεκόταν πάνω του σηκώθηκε, το χτύπησε στο πλάι και είπε: “Άκουσε με Γκαγκουάλα!” και το κανό ζωντάνεψε. Ήταν πολύ δυνατό. Το έλεγαν Ουάζ-Των-Δυο-Μεριών και είχε ένα στόμα στην κάθε του άκρη. Ήταν σαν το στόμα του κροκόδειλου. Τότε αυτά τα ζώα υπήρχαν ακόμη σ΄ εκείνη την περιοχή κι ας μην υπάρχουν σήμερα. Στριφογύρισε και στριφογύρισε και κάθε φορά δάγκωνε και από έναν λαιμό των Μαύρη Αρκούδα. </p><br><p>Το κανό τους νίκησε όλους και τώρα όλα τους τα σώματα τα έπαιρνε το ρεύμα του ποταμού. Ο άνδρας φαινόταν πολύ ικανοποιημένος, είχε νικήσει αυτούς που είχαν ταράξει την ηρεμία του. Βλέπετε ήταν ο άρχοντας της λίμνης και ζούσε στον πάτο της. Πήγε μέχρι την άλλη μεριά του κανό πλησιάζοντας την γυναίκα που είχε δεχτεί να πάρει μαζί του. Την αγκάλιασε και ακούμπησε το κεφάλι του στα πόδια της. Ο Επιπλέει-Απέναντι της είπε τότε: “Ψάξε το κεφάλι μου για ψείρες”. Εκείνη το ψαχούλεψε και βρήκε μία. Τρόμαξε πολύ μιας και όταν κοίταξε καλύτερα, είδε πως ήταν ένας βάτραχος! Της ξαναείπε τότε ο άνδρας: “Δάγκωσέ το.” Εκείνη δάγκωσε το νύχι της ηχηρά και του είπε: “Την δάγκωσα την ψείρα σου”. Η αγάπη του άνδρα γι΄ αυτήν φούσκωσε σαν το άκουσε αυτό.</p><br><p>Ο άνδρας και η νέα του γυναίκα πήγαν τότε εκεί όπου έμενε. Είχε πιάσει μπόλικες φώκιες να δώσει στην παλιά του γυναίκα. Εκείνη πήγε μέχρι την ακτή και εκεί είδε τη νέα γυναίκα να καταφτάνει. </p><br><p>Μόλις έβγαλαν και την τελευταία φώκια από το κανό, η τρανή γυναίκα ξεχώρισε μερικές και είπε: ”Αυτές θα τις κρατήσω για την αδερφή μου”. Έπειτα, ο άνδρας πήγε και ξάπλωσε δίπλα στη νέα του γυναίκα και όχι δίπλα στην Λυκοσκυλογυναίκα, την παλιά. Προτιμούσε τη νέα, μιας και ήταν μικρότερη.</p><br><p>Ο άνδρας ήταν ο πρώτος που σηκώθηκε το επόμενο πρωί και είπε αμέσως στη νέα του γυναίκα: “Αν ακούσεις κάποιο περίεργο ήχο στο σπίτι μας, να μην κοιτάξεις κατά εκεί, μπορεί και να πεθάνεις από αυτό”. Έπειτα, μιας και ήταν ακόμη νωρίς, ο άνδρας έφυγε να πιάσει φώκιες. Μόλις έφυγε, η παλιά γυναίκα σηκώθηκε κι εκείνη και έκατσε να φάει τις φώκιες που είχε φυλάξει την προηγούμενη ημέρα. Η νέα κοπέλα άκουσε τον ήχο δαγκωματιών από την άλλη μεριά του σπιτιού. Της φάνηκαν για ήχοι που κάνουν τα σκυλιά όταν τρώνε. Τότε ο ήχος δυνάμωσε και δυνάμωσε μέχρι που μπροστά της είδε τη Λυκοσκυλογυναίκα η οποία πήγε με ταχύτητα και χώθηκε μέσα σε μια τρύπα σέρνοντας μαζί της και μια φώκια. Μόλις όμως την κοίταξε η νέα γυναίκα, η Λυκοσκυλογυναίκα άρχισε να πνίγεται, κόντεψε να πεθάνει. Τα κατάφερε όμως και, αφού συνήλθε, πήγε εκεί που ήταν η νέα γυναίκα και την δάγκωσε στο λαιμό. Η νέα γυναίκα πέθανε. </p><br><p>Ο άνδρας τον ένιωσε τον θάνατο της νέας του γυναίκας και επέστρεψε αμέσως σπίτι του. Σαν είδε τη Λυκοσκυλογυναίκα τη ρώτησε:</p><p>Τι συνέβη στην άλλη που μένει εδώ;</p><p>Η αδερφή μου κοιμάται όλη μέρα, απάντησε εκείνη.</p><p>Αν της έχεις κάνει κακό, θα σε σκοτώσω.</p><br><p>Πήγε εκεί που είχε αφήσει τη νέα του γυναίκα και να, την είδε πεθαμένη. Θύμωσε πάρα πολύ με τη Λυκοσκυλογυναίκα και τη σκότωσε επιτόπου. Παραλίγο μάλιστα να μην τα καταφέρει γιατί κάθε φορά που της έκοβε το κεφάλι αυτό πήγαινε και ξαναέμπαινε στη θέση του. Της το έκοψε πολλές φορές μέχρι που στο τέλος πρόλαβε και έκοψε το σώμα της κομματάκια και έριξε πάνω τους τριανταφυλλάκια που στάζουν ισχυρό δηλητήριο. Έτσι η Λυκοσκυλογυναίκα πέθανε για πάντα. </p><br><p>Ο άνδρας πήρε την καρδιά της και την ταλάντευσε πάνω από το σώμα της νέας του γυναίκας, ξαναφέρνοντας την έτσι στη ζωή. Έθαψε τα κομμάτια της Λυκοσκυλογυναίκας διάσπαρτα σε όλο το σπίτι και η αγάπη του για τη νέα του γυναίκα αναζοπυρώθηκε. </p><br><p>Μια μέρα, οι εννιά κουνιάδοι του βγήκαν από το δάσος και πήγαν να επισκεφτούν την αδερφή τους, που τώρα ήταν πεθαμένη κάμποσο καιρό. Οι κουνιάδοι ρώτησαν πού ήταν η αδερφή τους και ο άνδρας τους απάντησε: “Ξεκίνησε μια μέρα να σας επισκεφτεί” και με τη σειρά τους αυτοί του είπαν ότι ούτε που την είχαν δει ούτε που την είχαν&nbsp;συναντήσει. </p><br><p>Ο καθένας τους είχε φέρει μαζί του από ένα κομμάτι κρέας να δώσουν δώρο στην αδερφή τους. Ήταν κρέας βουνίσιας κατσίκας, το αγαπημένο της αδερφής τους. Είπε τότε ο άνδρας στη νέα του γυναίκα: “Ετοιμάσου να φύγεις, πήγαινε μέχρι την όχθη του ποταμού και κάτσε μέσα στο κανό μου”.</p><br><p>Ο νεότερος των κουνιάδων άρχισε τότε να μυρίζει εδώ κι εκεί. Άρχισε να περιφέρεται στο σπίτι κρατώντας τη μύτη του ψηλά. Σύντομα κατάλαβε ότι η αδερφή του ήταν θαμμένη από κάτω. Έβγαλε μια κραυγή και άρχισε να σκάβει και να σκάβει με τα νύχια του μέχρι που ξέθαψε εντελώς ένα από τα κομμάτια της αδερφής του. Εντωμεταξύ, ο άνδρας είχε φτάσει κι αυτός στην όχθη, μπήκε κι αυτός στο κανό του, το χτύπησε με το ρόπαλο του και στη στιγμή αυτός και η νέα του γυναίκα είχαν απομακρυνθεί αρκετά από την όχθη.</p><br><p>Αγαπούσε πολύ τη νέα του γυναίκα και επιπλέον εκείνη περίμενε το παιδί του. Σαν ήρθε το πέρασμα του χρόνου, γέννησε ένα αγοράκι. Ο άνδρας χάρηκε πολύ μα εκείνη ακόμη νοσταλγούσε να δει τους γονείς της. </p><br><p>Έβαλε πάλι τα κλάματα και ο άνδρας της τη ρώτησε γιατί έκλαιγε. Εκείνη του εξήγησε και τότε εκείνος της απάντησε: “Να πας να τους δεις”. Έτσι, την επόμενη ημέρα, η γυναίκα σηκώθηκε το πρωί και ο άνδρας τής έδωσε το μπρούντζινο κανό του και το ρόπαλο για το αγόρι. Έπειτα, είπε στη γυναίκα του: “Σαν μεγαλώσει λίγο το παιδί, να του δίνεις το διαβολόχορτο κάθε μέρα μέχρι να μεγαλώσει για τα καλά”. Στη συνέχεια της έδωσε ένα τόξο με τα βέλη του κι ένα ρόπαλο για βίδρες: “Να τον ονομάσεις Γκουνάξνεσεμγκ Α Ντ”, και η γυναίκα ξεκίνησε με το παιδί της. </p><br><p>Έφτασε και στο χωριό του πατέρα της, άφησε το τόξο με τα βέλη και το βιδρορόπαλο στο μπρούντζινο κανό και το έκρυψε στην πίσω μεριά του χωριού. Περπάτησε κατά μήκος της όχθης και έφτασε στο σπίτι του πατέρα της. Μα και αυτός και η μητέρα της είχαν πεθάνει πολύ καιρό τώρα. Είχε ραγίσει η καρδιά τους την ημέρα που έχασαν τη μοναχοκόρη τους. Μα οι τέσσερις θείοι της ζούσαν ακόμη.</p><br><p>Πρώτα πήγε στο σπίτι του μεγαλύτερου από τους τέσσερις, μα αυτός της αρνήθηκε την είσοδο. Πήγε και στον δεύτερο στη σειρά μα κι αυτός την έδιωξε. Και ο επόμενος θείος δεν την άφησε να μπει στο σπίτι του. Τέλος η γυναίκα πήγε και στο σπίτι του μικρότερου θείου της. Εκείνος ήταν πολύ θλιμμένος και την προσκάλεσε να μείνει μαζί του. </p><br><p>Εκείνη πήγε και έστρωσε στη γωνία του σπιτιού, εκεί που συνηθίζουν να μένουν οι φτωχοί, μιας και το παιδί λερωνόταν συνεχώς εξαιτίας του διαβολόχορτου που έτρωγε. Η γυναίκα όμως συνέχισε να του το δίνει μιας και ήθελε το παιδί της να έχει καλή τύχη στη ζωή του. Έτσι το παιδί έτρωγε και η μητέρα του το έπλενε. </p><br><p>Το παιδί μεγάλωσε κι έγινε ένα δυνατό παλικάρι. Σαν ήρθε και το πέρασμα του χρόνου, άρχισαν οι άνθρωποι να πεθαίνουν. Τον χειμώνα συνέβαινε συχνά να πεθαίνουν πολλοί άνθρωποι σε όλον τον τόπο, πέθαιναν από ασιτία. </p><br><p>Το παλικάρι είχε τέσσερις νεαρούς φίλους. Μια μέρα κάλεσε τους φίλους του και τους είπε: “Αν μείνουμε εδώ θα πεθάνουμε κι εμείς από την πείνα. Ελάτε! Ας πάμε να ταξιδέψουμε με το κανό!”. Οι φίλοι του ξεσηκώθηκαν και όταν ο νεαρός το είπε στη μάνα του, εκείνη του επέτρεψε να φύγει. Τον οδήγησε μέχρι εκεί που είχε κρύψει το μπρούντζινο κανό και του έδωσε το τόξο και το ρόπαλο που είχε φυλάξει μέσα. Νωρίς ένα πρωί και με μυστικότητα ο νεαρός και οι τέσσερις φίλοι του έφυγαν και είπαν να πάνε προς τον νότο, στη Μετλακάχτλα. Εκεί θα πήγαιναν πρώτα.</p><br><p>Στο δρόμο τους το αγόρι είδε πως κάτι βράχια ήταν γεμάτα φώκιες. Βούτηξε το βιδρορόπαλό του στο νερό και εκείνο μεταμορφώθηκε σε βίδρα. Κολύμπησε μέχρι τις φώκιες και τις σκότωσε όλες. Ταυτόχρονα ο νεαρός τους έριχνε και με το τόξο του. Στο τέλος είχε σκοτώσει δέκα εικοσάδες φώκιες! Τις φόρτωσε όλες στο κανό του, μιας και οι φώκιες ήταν η κύρια τροφή του χειμώνα. Συνέχισαν λίγο πιο κάτω στον ποταμό ώσπου έφτασαν και μπήκαν στον κόλπο της Μετλακάχτλα. Οι κάτοικοι είδαν να καταφτάνει ένα κανό με πέντε παλικάρια που από τα πλάγια του κρεμόντουσαν πτερύγια φωκιών και σάστισαν. Η μάνα του νεαρού τους φώναξε τότε: “αυτός θαρρώ είναι ο γιος μου, που ο πατέρας του είπε να τον φωνάζετε Γκουνάξνεσεμγκ Α Ντ”.</p><br><p>Οι τρεις θείοι άρχισαν να γελούν με τη γυναίκα: “Αυτό είναι το βρωμιάρικο παιδί σου!” της είπαν. Το κανό τότε έφτασε γρήγορα μέχρι την όχθη, δίπλα στο σπίτι της γυναίκας. Ο νεαρός μοίρασε τις μικρές φώκιες στους τέσσερις φίλους, έπειτα έδωσε σε καθένα από τους τρεις θείους του δέκα και στον μικρότερο είκοσι. Όλοι τις πήραν σπίτια τους και όλοι ήταν ευχαριστημένοι.</p><br><p>Ο νεαρός άρχοντας ήταν πολύ καλός κυνηγός. Ήξερε να χρησιμοποιεί το τόξο του πολύ καλά και ήταν ατσίδας στο να πιάνει θαλάσσια πλάσματα όπως θαλάσσια λιοντάρια, βίδρες και φώκιες. Όλων των ειδών τα ζώα, όλα τα έπιανε. Η μητέρα του άρχισε να πουλάει κρέας αρκούδας και άλλα ζώα της στεριάς σε όσους είχαν ανάγκη. Σύντομα, έκανε κι ένα μεγάλο τραπέζι για όλο το χωριό όπου και ξαναονόμασε τον γιο της με το όνομα που του είχε δώσει ο πατέρας του, Γκουνάξνεσεμγκ Α Ντ και γινόταν σιγά σιγά ο πλουσιότερος ανάμεσα στους συγχωριανούς του. </p><br><p>Θέλησε τότε να παντρευτεί την κόρη του θείου του, μα αυτός δεν του την έδινε. Οι δυο τους τότε κλέφτηκαν, μιας και η κόρη τον ήθελε πολύ. Έτσι ο νεαρός έκανε αρχόντισσα και γυναίκα του την ξαδέρφη του. </p><br><p>Αποσυναρμολόγησε και το κανό του, το πιο πολύτιμο αντικείμενο των προγόνων του και με τα κομμάτια του έφτιαξε πλάκες χαλκού. Μόνο αρχηγοί είχαν πλάκες χαλκού. Τις έφτιαχναν οι ίδιοι και μιας και ήταν τόσο δυσεύρετες άξιζαν όσο πολυάριθμοι υπηρέτες, κανό και κάθε είδους περιουσία, τόσο πολύτιμες ήταν. Έφτιαξε δέκα από δαύτες, από το κανό που του είχε δώσει ο πατέρας του όταν ήταν μικρός. Έδωσε τρεις στον πατέρα της γυναίκας του για προίκα και τις υπόλοιπες τις μοίρασε ανάμεσα στους υπόλοιπους.</p><br><p>Δεν είχε περάσει και πολύς καιρός από τον γάμο του και κάποιοι κυνηγοί είχαν βαλθεί να κυνηγούν με ενθουσιασμό μια λευκή βίδρα που κυκλοφορούσε στα νοτιότερα κανάλια της Μετλακάχτλα. Η πεθερά του Γκουνάξνεσεμγκ Α Ντ άκουσε μια μέρα πως η λευκή βίδρα είχε φανεί σε αυτά τα κάτω κανάλια και είπε στον γαμπρό της: “Θέλω να πας και να σκοτώσεις τη λευκή βίδρα να την κάνω σκέπασμα. Πρόσεχε όμως να μη λερώσεις τη γούνα της ούτε με μια σταγόνα αίμα”.</p><br><p>Ο νεαρός άρχοντας και οι τέσσερις φίλοι του σηκώθηκαν. Πήραν ένα κανό και πήγαν κατακεί και να! όντως στα κανάλια κολυμπούσε η λευκή βίδρα. Την είχαν περικυκλώσει πολλά άλλα κανό, μα ο νεαρός τη σημάδεψε και μ΄ ένα μόνο χτύπημα την πέτυχε. Τη φόρτωσε πάνω στο κανό του και την πήγε μέχρι την πεθερά του. Εκείνη την έγδαρε προσεχτικά μα μια σταγόνα αίμα έτρεξε στη γούνα της εκεί που την είχε τρυπήσει το βέλος. Η πεθερά είπε τότε στην κόρη της: “Πήγαινε καλή μου στο ποτάμι και πλύνε το τομάρι”. </p><br><p>Η κοπέλα πήρε το τομάρι, κατέβηκε μέχρι την όχθη και εκεί άρχισε να το πλένει. Το άπλωσε πάνω στο νερό και το έτριψε μέχρι που καθάρισε τελείως. Έπειτα το πέρασε μια δυο ακόμα φορές στο νερό και το κλώτσησε και το έστυψε. Όταν το έριξε για τελευταία φορά να πλυθεί στον ποταμό, εκείνο ξάφνου παρασύρθηκε από το ρεύμα. Άρχισε να κατευθύνεται προς τη θάλασσα και η κοπέλα το ακολούθησε. Πήγαινε και πήγαινε και η κόρη πάσχιζε να το φτάσει. </p><br><p>Σύντομα είχε βγει σε αρκετά βαθιά νερά και τότε μπροστά στην κοπέλα εμφανίστηκαν δυο Όρκες. Η μία από της δυο έβαλε την κοπέλα στην πλάτη της, ακριβώς πίσω από το πτερύγιο και άρχισε να την πηγαίνει ακόμη πιο μακριά, στη θάλασσα. Κάθε φορά που η Όρκα ξεπρόβαλλε στην επιφάνεια, η νεαρή αρχόντισσα φώναζε το όνομα του Γκουνάξνεσεμγκ Α Ντ να έρθει να τη σώσει. </p><br><p>Την άκουσαν οι τέσσερις φίλοι του και πήγαν αμέσως να τον ειδοποιήσουν. Ευθύς εκείνος κατέβασε ένα κανό και σκοινί, τριαντάφυλλα και μια κλειστή βάρκα. Έπειτα πέρασε στην πλάτη το τόξο και τα βέλη του και κίνησε να πάρει πίσω τη γυναίκα του από τις Όρκες. Όλοι τους έκαναν κουπί με μανία, με όλη τους τη δύναμη. Οι Όρκες κατευθύνονταν τώρα βόρεια. Μόλις έφτασαν στους πρόποδες του τρανού βουνού Κουέ Ξτ, βούτηξαν κάθετα προς τον βυθό της θάλασσας παίρνοντας μαζί τους και τη γυναίκα τού Γκουνάξνεσεμγκ Α Ντ.</p><br><p>Το κανό έφτασε το σημείο που είχαν καταδυθεί οι Όρκες και ο Γκουνάξνεσεμγκ Α Ντ πήρε το σκοινί και έδεσε στη μια μεριά του μια μεγάλη πέτρα. Την άφησε να πέσει στο νερό και να βυθιστεί. Καθώς αυτή βυθιζόταν, όταν του τελείωνε το σκοινί έδενε κι άλλο στην άκρη του, κι άλλο μέχρι που η πέτρα άγγιξε τον βυθό. Ο Γκουνάξνεσεμγκ Α Ντ γύρισε στους συντρόφους του και τους είπε: “Μόλις φτάσω στον βυθό θα κουνήσω το σκοινί και έτσι θα ξέρετε ότι έφτασα. Να μην κάνετε τίποτα. Μόλις θα αρχίσω να ανεβαίνω πάλι θα κουνήσω το σκοινί για δεύτερη φορά. Τότε θα ξέρετε ότι έρχομαι και αρχίστε να με τραβάτε πάνω”. </p><br><p>Άρχισε την κατάδυσή του ο Γκουνάξνεσεμγκ Α Ντ τραβώντας τον εαυτό του όλο και πιο κάτω με τη βοήθεια του σκοινιού πότε με το ένα χέρι και πότε με το άλλο. Σαν πάτησε στον βυθό της θάλασσας κούνησε το σκοινί για να ειδοποιήσει τους φίλους του. Είδε τότε ένα μονοπάτι και το ακολούθησε. Σύντομα συνάντησε κάτι χήνες που έσκαβαν δίπλα σε κάτι ρίζες. Ο Γκουνάξνεσεμγκ Α Ντ έβγαλε το μαχαίρι του και έκανε από μια χαρακιά πάνω από τα μάτια τους. Ήταν βλέπετε όλες οι χήνες τυφλές και τώρα είχαν ξαναβρεί το φως τους. Άρχισαν τότε να τραγουδούν:</p><br><p>Τα μάτια μου είν’ ανοιχτά γκου’αλά</p><p>Τα μάτια μου είν’ ανοιχτά γκου’αλά</p><p>Τα μάτια μου είν’ ανοιχτά γκου’αλά</p><br><p>Και όλες μαζί τραγούδησαν:</p><br><p>Και σ’ εμένα συνέβη αυτό!</p><p>Και σ’ εμένα συνέβη αυτό!</p><p>Και σ’ εμένα συνέβη αυτό!</p><p>“Αυτός που πήρε τη γυναίκα σου πέρασε μόλις από εδώ κοντά! Έλα συνέχισε κι εμείς θα σε βοηθήσουμε”.</p><br><p>Και ο Γκουνάξνεσεμγκ Α Ντ συνέχισε προς τα εκεί που του υπέδειξαν οι χήνες. Μετά από λίγο συνάντησε τον Κάστορα που έκανε τις δουλειές του στο νερό. Ο Γκουνάξνεσεμγκ Α Ντ τον βοήθησε να κόψει τα δέντρα που χρειαζόταν και ο Κάστορας ευχαριστήθηκε πολύ. Του είπε: “Αυτός που πήρε τη γυναίκα σου, μόλις πέρασε από εδώ κοντά. Θα σε βοηθήσω, θα σου φτιάξω λίμνες, άντε συνέχισε!” και ο νεαρός συνέχισε.</p><br><p>Κόντευε να φτάσει και πλησίασε στην άκρη του χωριού που κατοικούσαν οι Όρκες. Είδε ένα μικρό σπιτάκι και μπήκε μέσα. Μέσα του ζεσταινόταν πλάι στη φωτιά ο Μέγας Γερανός, οποίος τον κοίταξε καλά. Μόλις μπήκε στο σπίτι ο Γκουνάξνεσεμγκ Α Ντ, η Γερανογυναίκα, που ήταν ο φύλακας του χωριού, άρχισε να σκούζει για να ειδοποιήσει τους συγχωριανούς της. Σαν άνοιξε το στόμα της, ο Γκουνάξνεσεμγκ Α Ντ της προσέφερε καπνό και μετά της έκανε δώρο ένα καμάκι που είχε σκαλίσει ο ίδιος, να το φορέσει στο ράμφος της για να πιάνει εύκολα τα ψάρια. Η Γερανογυναίκα τότε σώπασε. Πήρε τον Γκουνάξνεσεμγκ Α Ντ και τον έκρυψε στο φτέρωμα της. Οι Όρκες που έμεναν κι αυτές στο χωριό έτρεξαν κατά το σπίτι, μπήκαν με φούρια μέσα και ρώτησαν τη Γερανογυναίκα γιατί είχε σκούξει έτσι. Εκείνη τους είπε πως κατά λάθος, εκεί που πήγε να ζεσταθεί κοντά στη φωτιά, άρπαξαν λίγο τα φτερά της και γι αυτό είχε φωνάξει έτσι, από την τρομάρα της. </p><br><p>Οι Όρκες τότε ψαχούλεψαν λίγο ανάμεσα στα φτερά της, αλλά δεν βρήκαν τίποτα. Έφυγαν και πήγαν από ΄κει που είχαν έρθει. Βγήκε και ο Γκουνάξνεσεμγκ Α Ντ από την κρυψώνα του. Τον ρώτησε η Γερανογυναίκα: “Ακούς αυτόν τον θόρυβο από το δάσος; Εκεί κόβουν τώρα το πτερύγιο που θα φορέσουν στη γυναίκα σου. Αυτό ακούς. Να πας να βρεις τον άνδρα που κόβει το ξύλο κι εγώ θα σε βοηθήσω”. Πήγε και ο Γκουνάξνεσεμγκ Α Ντ μέχρι εκεί που κοβόταν το ξύλο. Κρύφτηκε και είδε πως αυτός που έκοβε τα ξύλα χρησιμοποιούσε κάτι μεγάλες μπρούντζινες σφήνες. Έβαζε το ξύλο που θα έκοβε πάνω στο μεγάλο κούτσουρο, έβαζε και τη σφήνα από πάνω και μετά με το πελώριο σφυρί του κοπάναγε τη σφήνα και άνοιγε το ξύλο. Ο Γκουνάξνεσεμγκ Α Ντ πήγε και χώθηκε μέσα στο ξύλο που θα κοβόταν μετά. </p><br><p>Ο άνδρας έπιασε το ξύλο και το στήριξε στο κούτσουρο βάζοντας του στην κορυφή τη μπρούντζινη σφήνα. Τη χτύπησε με το σφυρί κι αυτή σταμάτησε ακριβώς εκεί που ήταν το στόμα του Γκουνάξνεσεμγκ Α Ντ. Εκείνος δάγκωσε την άκρη της σφήνας κι αυτή έσπασε μέσα στο ξύλο.</p><br><p>Ο υπηρέτης βλέποντας αυτό πήρε άλλη μια σφήνα και προσπάθησε να ξανασπάσει το ξύλο. Μα κι αυτή έσπασε όπως και η προηγούμενη, μέσα στο ξύλο. Ο άνδρας κοντοστάθηκε κι έμεινε για λίγο σιωπηλός μέχρι που ξάφνου άρχισε να κλαίει. Καθώς έκλαιγε και έκλαιγε έλεγε στον εαυτό του: “Θα με μαλώσει ο αρχηγός, πωπω τι έκανα στις μπρούντζινες σφήνες του! Τις έσπασα!” και ανάμεσα στα αναφιλητά του φώναζε “Γι, γι γι!”.</p><br><p>Ο Γκουνάξνεσεμγκ Α Ντ πετάχτηκε τότε ξαφνικά και στάθηκε δίπλα στον άνδρα:</p><p>Μα γιατί κλαις; Και γιατί μιλάς καθώς κλαις;</p><p>Άνθρωπε μου, είπε ο υπηρέτης σαν σήκωσε το βλέμμα του και είδε ποιος στεκόταν δίπλα του, κλαίω γι΄ αυτό που θα πάθω όταν ο αρχηγός δει τις σπασμένες του σφήνες. Θα με σκοτώσει, γι αυτό κλαίω. Γι, γι, γι! Ο Γκεμες-Νέ Ξλ θα με τιμωρήσει για τη ζημιά στις σφήνες!</p><p>Φέρ’ τις μου εδώ να τις δω, είπε τότε ο Γκουνάξνεσεμγκ Α Ντ και ο υπηρέτης του τις έδειξε.</p><br><p>Ο Γκουνάξνεσεμγκ Α Ντ τις πήρες και τις ξαναέβαλε στο στόμα του επαναφέροντας τις στην αρχική τους κατάσταση. Ο υπηρέτης χοροπήδησε από τη χαρά του μόλις το είδε! Ο Γκουνάξνεσεμγκ Α Ντ έδωσε στον υπηρέτη και μπόλικο καπνό. Ο υπηρέτης, που τον έλεγαν Γκ Ιλκς-Ατσά Ντκ άρχισε τότε να ενημερώνει τον Γκουνάξνεσεμγκ Α Ντ: “Από αυτό εδώ το κομμάτι ξύλο πρέπει να φτιαχτεί το ραχοπτερύγιο για τη γυναίκα σου, γι αυτό έχω βαλθεί να το κόβω. Καλύτερα όμως να κρυφτείς όταν έρθουν οι δυο μου γυναίκες, αν σε δουν ποιος ξέρει…”. </p><br><p>Όντως, μετά από λίγο ο Γκουνάξνεσεμγκ Α Ντ έτρεξε να κρυφτεί σαν είδε να πλησιάζουν οι δυο γυναίκες του Γκ Ιλκς-Ατσά Ντκ που είχαν έρθει να κουβαλήσουν ξύλα. Σήκωσαν τις μύτες τους στον αέρα: “Μας μυρίζει, μάλλον μας μυρίζει ο Γκουνάξνεσεμγκ Α Ντ. Χμ, χμ!”. Ο άνδρας τους τότε πήρε ένα κλαδί κι άρχισε να τις διώχνει μακριά ενώ ταυτόχρονα τις μάλωσε: “Κι από που να έρθει αυτός για τον οποίο λέτε; Δρόμο τώρα, πηγαίνετε στα ξύλα σας, άντε δρόμο, Ξουτ!” είπε στις δυο του γυναίκες, τη Βιδρογυναίκα και την Ερμινογυναίκα. Γι΄ αυτό και είχαν οσφριστεί τον Γκουνάξνεσεμγκ Α Ντ.</p><br><p>Έφυγαν οι γυναίκες να πάνε να κουβαλήσουν ξύλα και ο Γκουνάξνεσεμγκ Α Ντ βγήκε από την κρυψώνα του και πλησίασε πάλι τον Γκ Ιλκς-Ατσά Ντκ, ο οποίος και του είπε: “Θα φτιάξω ένα δέμα σάπια ξύλα και θέλω εσύ να πας να χωθείς μέσα του. Θα το ακουμπήσω στη μια μεριά της εισόδου του σπιτιού. Κάποια στιγμή ο αφέντης θα με στείλει να φέρω νερό κι εγώ θα πάρω να γεμίσω έναν μεγάλο κουβά. Σαν θα μπω μέσα στο σπίτι θα κάνω πως πέφτω από τη σκάλα και θα ρίξω το νερό στη φωτιά. Θα γεμίσει το σπίτι με ατμό και τότε εσύ να βγεις από το δεμάτι με τα ξύλα. Η γυναίκα σου κάθεται στο πίσω μέρος του σπιτιού, πάρε την και φύγετε τρέχοντας. Εγώ θα φουσκώσω τα πατώματα και θα φράξω κι από μόνος μου την πόρτα να μη βγει κανείς. Θα έρθουν όμως μετά οι γυναίκες μου και θα αρχίσουν να τσιμπούν αλύπητα την κοιλιά μου και τότε θα αρχίσουν όλοι να σε κυνηγούν”.</p><br><p>Έτσι κι έγινε. Ο Γκ Ιλκς-Ατσά Ντκ κουβάλησε το δεμάτι με το σάπιο ξύλο που μέσα του είχε κρυφτεί ο Γκουνάξνεσεμγκ Α Ντ μέχρι το σπίτι και το ακούμπησε στην είσοδο. Μόλις σταθεροποιήθηκε, ο Γκουνάξνεσεμγκ Α Ντ μπόρεσε και είδε τη θέση καθόταν η γυναίκα του στο βάθος του σπιτιού, δίπλα ακριβώς στη φωτιά. Η φωτιά ήταν πολύ μεγάλη και όταν οι πέτρες πυρακτώθηκαν, ο αρχηγός έστειλε τον Γκ Ιλκς-Ατσά Ντκ να φέρει νερό. Εκείνος πήγε, γύρισε, μπήκε στο σπίτι και ξάφνου σκόνταψε ρίχνοντας όλο το νερό στην τεράστια φωτιά. Το σπίτι γέμισε με ατμό. Ο κρυμμένος άνδρας βρήκε την ευκαιρία και βγήκε από το δεμάτι, πήγε και άρπαξε τη γυναίκα του και έτρεξε έξω. Η τρανή κοιλιά του Γκ Ιλκς-Ατσά Ντκ πρήστηκε τόσο που έφραξε την πόρτα και κανείς δεν μπορούσε να βγει. Ήρθαν όμως τότε οι γυναίκες του και την τσίμπησαν. </p><br><p>Ο Γκουνάξνεσεμγκ Α Ντ όμως έτρεχε πολύ γρήγορα με τη γυναίκα του, δε σταμάτησε στιγμή να τρέχει. Έφτασε και στην άκρη του χωριού όπου έμενε και η φίλη του ο Γερανός. Ο Μέγας Γερανός άπλωσε τα φτερά του και με το καινούριο της ράφος σαν αγκίστρι πήγε να χτυπήσει τον Γκουνάξνεσεμγκ Α Ντ, αλλά αυτός γρήγορα την απέφυγε. Του είπε τότε εκείνη: “Έλα φύγε, δεν θα σου κάνω κακό, το έκανα μόνο για να με δουν”.</p><br><p>Πέρασε τη Γερανογυναίκα και από πίσω του άκουσε μεγάλο σαματά, οι Όρκες ήταν στον κατόπι του με τον Γκ Ιλκς-Ατσά Ντκ πρώτο πρώτο στο κυνήγι: “Για να δούμε! Θα μπορέσω εγώ, ο υπηρέτης να τον φτάσω πρώτος από όλους σας;”. Και έτρεξε να βγει πολύ πιο μπροστά από όλους τους άλλους.</p><br><p>Μόλις είχε σχεδόν φτάσει τον Γκουνάξνεσεμγκ Α Ντ, του είπε: “Τρέχα, συνέχισε, θα σε βοηθήσω”. Ο άνδρας τότε που έτρεχε με τη γυναίκα του έβγαλε από την θήκη του μπόλικο καπνό και τον έδωσε στον Γκ Ιλκς-Ατσά Ντκ. Εκείνος έπεσε κατάχαμα στη μέση του δρόμου και πρήστηκε επιτόπου όσο δεν πήγαινε.</p><br><p>Ο Γκουνάξνεσεμγκ Α Ντ κατάφερε να πάρει μια ανάσα. Μα για άλλη μια φορά ήρθαν οι γυναίκες του Γκ Ιλκς-Ατσά Ντκ και του τσίμπησαν την κοιλιά να ξεφουσκώσει. Πέρασαν οι Όρκες και συνέχισαν το κυνήγι τους.</p><br><p>Έφτασε και στον Κάστορα ο Γκουνάξνεσεμγκ Α Ντ. Μόλις έφτασε μπροστά στο φράγμα του, ο Κάστορας του έδειξε ένα σύντομο μονοπάτι να πάρει για να ξεφύγει. Αμέσως τον άκουσε ο άνδρας και συνέχισε όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Πλησίασαν και οι Όρκες τον Κάστορα και από την απροσεξία τους έπεσαν πάνω στα φράγματα και πλακώθηκαν από δαύτα. Έτσι ο Γκουνάξνεσεμγκ Α Ντ μπόρεσε να πάρει άλλη μια ανάσα όσο οι Όρκες προσπαθούσαν να ξεθαφτούν κάτω από τα χαλάσματα. Σαν το έκαναν όμως, το κυνήγι συνεχίστηκε.</p><br><p>Μπροστά πάλι βγήκε ο Γκ Ιλκς-Ατσά Ντκ και ο Γκουνάξνεσεμγκ Α Ντ του πέταξε κι άλλον καπνό: “Μη φοβάσαι, μόνο τρέχα, συνέχισε κι εγώ θα σε βοηθήσω” του είπε ο υπηρέτης και σωριάστηκε και πρήστηκε πάλι στη μέση του μονοπατιού. Κατέφθασαν οι γυναίκες του, τον ξεφούσκωσαν και οι Όρκες συνέχισαν το κυνήγι τους. </p><br><p>Έφτασε και στις Χήνες ο Γκουνάξνεσεμγκ Α Ντ, που μάζευαν ρίζες. Τον είδαν και όλες μαζί του είπαν: “Φύγε εσύ κι εμείς είμαστε εδώ!”. Ο άνδρας τις προσπέρασε και συνέχισε να τρέχει. Σαν έφτασαν στις Χήνες και οι Όρκες, οι Χήνες άρχισαν να σκορπίζουν τις κουτσουλιές τους προς τις Όρκες χτυπώντας όλο δύναμη τα φτερά τους. Οι κουτσουλιές πήγαν και στάθηκαν στα στόματα και στους λαιμούς των Ορκών που δυσκολεύονταν τώρα να αναπνεύσουν και να δουν γιατί οι κουτσουλιές ήταν παντού. Ο Γκουνάξνεσεμγκ Α Ντ πρόλαβε να ξεκουραστεί για λίγο μα σύντομα οι Όρκες βγήκαν από τις κουτσουλιές και τον ξαναπήραν στο κατόπι.</p><br><p>Στο μεταξύ, ο Γκουνάξνεσεμγκ Α Ντ είχε φτάσει το σκοινί και το κούνησε. Οι σύντροφοί του στο κανό το είδαν και άρχισαν να τον τραβούν στην επιφάνεια. Ο άνδρας και η γυναίκα του βγήκαν από το νερό, ανέβηκαν στο κανό και άρχισαν όλοι να κάνουν κουπί με όλη τους τη δύναμη. </p><br><p>Τους πήραν στο κυνήγι οι Όρκες. Κάθε φορά που τους πλησίαζαν, το κανό πήγαινε κι ερχόταν στο κύμα. Ο άνδρας έχυσε τότε στο νερό τα τριανταφυλλάκια και το μολυσμένο νερό και όλες οι Όρκες πέθαναν μονομιάς. Συνέχισαν να κάνουν κουπί και τα σώματα των Ορκών άρχισαν να βγαίνουν στην επιφάνεια και να επιπλέουν μέχρι που έγιναν βράχοι. </p><br><p>Ο μόνος που είχε μείνει να ακολουθεί ακόμη το κανό ήταν ο Γκ Ιλκς-Ατσά Ντκ. Είχε συμβουλέψει από πριν τον Γκουνάξνεσεμγκ Α Ντ για το τι πρέπει να κάνει, τότε που μάζευαν οι δυο τους ξύλα: “Σαν δεις μια όρκα&nbsp;με τρία πτερύγια, ενώ όλες οι άλλες έχουν ένα…” και ο Γκουνάξνεσεμγκ Α Ντ αμέσως έδωσε στην Όρκα που είχε πλησιάσει το κανό τους καπνό και λίπος και άλλα πολλά δώρα. Δεν έριξε άλλα τριανταφυλλάκια στο νερό.</p><br><p>Συνέχισαν το κουπί μέχρι που έφτασαν επιτέλους στην Μετλακάχτλα. Οι νεαροί έδεσαν το κανό και πάτησαν το πόδι τους στη γη έχοντας νικήσει τους εχθρούς τους. Η Όρκα που τους ακολουθούσε γύρισε και επέστρεψε σπίτι της.</p><br><p>Ο νεαρός άνδρας συνέχισε να κυνηγά και να φέρνει πίσω κάθε είδους ζώο. Έγινε και ο μεγαλύτερος αρχηγός ανάμεσα στους Τσίμσιαν αρχηγούς και κάθε τόσο οργάνωνε τσιμπούσια για όλους. Ήταν ένας πολύ πλούσιος αρχηγός. Χάρη σε αυτόν οι Τσίμσιαν δεν ξαναπείνασαν ποτέ τον χειμώνα, έβγαινε και σκότωνε και μοίραζε ζώα κάθε λογής σε όλον τον κόσμο.</p><br><p>Ο λαός όμως έφυγε μια μέρα από την Μετλακάχτλα και πήγε κι εγκαταστάθηκε δίπλα στον ποταμό Νας όπου είχε πολλούς κυπρίνους κι από τότε εκεί μένουν. Και ο Γκουνάξνεσεμγκ Α Ντ μετακόμισε. Έστειλε μπροστά τέσσερα κανό με τους υπηρέτες του να πάνε να στήσουν δίπλα στην Ξινομηλιά πάνω από το Μέρος των Κρανίων. Έχτισε ένα τρανό σπίτι κι ακόμα ένα μεγαλύτερο πέτρινο στύλο-τοτέμ. Φώναξε τότε όλους τους ανθρώπους να σηκώσουν και να στήσουν το τοτέμ και κάλεσε και όλα τα πνεύματα του βουνού, αυτά που λατρεύονταν από τους προγόνους μας και όλα τα πλάσματα του νερού.</p><br><p>Σε αυτό το μεγάλο και τρανό σπίτι μπήκαν πρώτα όλοι οι άνθρωποι, έπειτα όλα τα θαλάσσια πλάσματα και τέλος τα πνεύματα του βουνού. Μέχρι το βράδυ, όλοι τους ήταν μέσα στο σπίτι του Γκουνάξνεσεμγκ Α Ντ ο οποίος και τους υποδέχτηκε ξεχωριστά. Μόλις είχαν μπει όλα τα θαλάσσια πλάσματα και όλα τα πνεύματα, το σπίτι γέμισε νερό και αφρό. Σαν καταλάγιασε το νερό και έφυγε ο αφρός όλοι τους φορούσαν στα κεφάλια τους τα οικόσημα που τους αντιστοιχούσαν. Εκείνη την ημέρα έγινε και το μεγαλύτερο τσιμπούσι που έχει γίνει ποτέ στον κόσμο! Ο άνδρας τότε είπε το όνομά του στα πνεύματα για να το μάθουν και αυτό ήταν Γιάγκα-Κουνέ Σκ!</p><br><p>Τελείωσε το τσιμπούσι και τότε προσκάλεσε όλους τους καλεσμένους του να σηκώσουν όλοι μαζί το τοτέμ. Όλοι τους έβαλαν τα δυνατά τους και σχεδόν τα κατάφεραν. Μα μόλις ξημέρωσε, όλοι οι καλεσμένοι του Γκουνάξνεσεμγκ Α Ντ είχαν φύγει πια. Έτσι, το τοτέμ έμεινε να στηρίζεται στον γκρεμό κοντά στην Ξινομηλιά. </p><br><p>Αυτό ήταν και το τελευταίο τσιμπούσι του Γιάγκα-Κουνέ Σκ. Γύρισε πίσω στον πατέρα του στο νερό και δεν ξανανακατεύτηκε με τους ανθρώπους. Τους άφησε για πάντα και το όνομά του ακόμη φέρεται από τους συγγενείς του. Αυτή είναι η ιστορία της Φυλής του Κορακιού. </p><p><br></p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></description>
			<itunes:summary><![CDATA[<p>Ένας ήρωας της φυλής Τσίμσιαν, ο Γκουνάξνεσεμγκ Α Ντ, γεννιέται από αρχόντισα και πνεύμα, μα η δική του ανύψωση έρχεται μετά από πολλούς άθλους.</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Περιέχει έντονες σκηνές βίας, απαγωγή</p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ</p><br><p>Η Ιστορία του Γκουνάξνεσεμγκ Α Ντ</p><br><p>Ήταν κάποτε ένα ποτάμι, το Ξε-Ντα’Ουλ. Εκεί ζούσαν και οι Γκ ιντζέξλα Λ. Κάθε καλοκαίρι&nbsp;ξέραιναν κάθε είδους μούρα, σολομό και στ’ αλήθεια οποιοδήποτε τρόφιμο για να είναι προετοιμασμένοι για τον χειμώνα.</p><br><p>Μια μέρα δέκα νεαρές γυναίκες σηκώθηκαν να πάνε να μαζέψουν σολομομούρα και μάλιστα ανάμεσά τους βρισκόταν και μια αρχόντισσα. Πήραν όλες τους το μονοπάτι μόνο που κάποια στιγμή, η αρχόντισσα πάτησε με το γυμνό της πόδι περιττώματα αρκούδας. Θύμωσε πολύ και φώναξε όλο περηφάνια: “Μπλιαχ! Πρέπει να πάτησα τα περιττώματα της πιο τρανής αρκούδας, ακούς δούλα;” </p><br><p>Έφτασαν και στον προορισμό τους κι άρχισαν να μαζεύουν τα μούρα. Σαν γέμισαν τα καλάθια τους ξεκίνησαν την επιστροφή τους κατηφορίζοντας ξανά το ίδιο μονοπάτι. Τα καλάθια τους τα κουβαλούσαν γύρω από τους λαιμούς τους. Έδεναν η καθεμιά δυο καλάθια μεταξύ τους με σκοινί και στερέωναν το σκοινί στους ώμους διευκολύνοντας έτσι τη μεταφορά τους καθώς προχωρούσαν. </p><br><p>Ξάφνου το σκοινί της αρχόντισσας, που είχε πει το “Μπλιαχ!” όταν πάτησε τα περιττώματα της αρκούδας, έσπασε και όλα τα μούρα της έπεσαν στο έδαφος και σκορπίστηκαν. Οι συντρόφισσές της τα μάζεψαν όλα με προσοχή και ξαναγέμισαν τα καλάθια της. Συνέχισαν τη διαδρομή τους. Δεν είχαν προχωρήσει και πολύ, το σκοινί της αρχόντισσας έσπασε ξανά. Τα μούρα ξαναέπεσαν στο χώμα και σκορπίστηκαν προς όλες τις κατευθύνσεις και αυτή τη φορά λερώθηκαν πολύ με χώμα. Τρεις συντρόφισσες συνέχισαν, αφήνοντας την αρχόντισσα ξοπίσω ενώ έξι έμειναν να τη βοηθήσουν να μαζέψει τα μούρα και να τα ξαναβάλει στα καλάθια της. Μόλις τα γέμισαν της έδεσαν γερά και το λουρί τους. Προχώρησαν και προχώρησαν, μα το σκοινί της αρχόντισσας έσπασε πάλι και τα μούρα της έπεσαν. Δύο συντρόφισσές της συνέχισαν να περπατούν και τέσσερις έμειναν πίσω να τη βοηθήσουν. Πήραν πάλι τον δρόμο της επιστροφής κι αφού είχαν προχωρήσει αρκετά το σκοινί έσπασε, τα μούρα έπεσαν και δυο ακόμα γυναίκες συνέχισαν, αφήνοντας έτσι την αρχόντισσα με άλλες δυο γυναίκες να τη βοηθήσουν να μαζέψει τα πεσμένα μούρα. Συνέχισαν έπειτα όλες μαζί το περπάτημα, έσπασε το λουρί, έπεσαν τα μούρα και η αρχόντισσα έμεινε μόνο με μια συντρόφισσα στο πλάι της. Αρκετά κοντά στο χωριό πια, το σκοινί της αρχόντισσας έσπασε για τελευταία φορά και είπε στην γυναίκα που ήταν μαζί της: “Φύγε κι άσε με πίσω” κι εκείνη έφυγε και την άφησε και μάλιστα αρκετά γρήγορα μιας και κόντευε να νυχτώσει πια τελείως. </p><br><p>Η αρχόντισσα βάλθηκε να μαζεύει τα μούρα της και να τα βάζει στα καλάθια της και μόλις τα είχε μαζέψει όλα μπροστά της φάνηκαν δυο νεαροί άνδρες που τη χαιρέτησαν σαν την είδαν: “Θα σου κουβαλήσουμε εμείς τα καλάθια σου”, της είπαν και αυτό χαροποίησε ιδιαίτερα την αρχόντισσα. Τους έδωσε τα καλάθια της και οι τρεις τους προχώρησαν μαζί. Προχώρησαν μέχρι που βγήκαν από το δάσος και έφτασαν σ΄ ένα χωριό. </p><br><p>Μόλις το είδε μπροστά της η αρχόντισσα ήξερε ότι αυτό δεν ήταν το χωριό του πατέρα της, μα οι δυο νεαροί την ανάγκασαν να τους ακολουθήσει μέχρι το σπίτι τους. Εκεί η κοπέλα στάθηκε απ’ έξω. Ο πατέρας ρώτησε τους νεαρούς:</p><p>Δεν μου φέρατε αυτό για το οποίο βγήκατε;</p><p>Το φέραμε, στέκεται τώρα έξω, είπε ο ένας νεαρός.</p><p>Συνοδεύστε την μέσα στο σπίτι και φέρτε την να παντρευτεί ο γιος μου, είπε τότε ο αρχηγός σε δυο νεαρές που κάθονταν εκεί.</p><br><p>Οι δυο κοπέλες βγήκαν έξω να περάσουν την αρχοντοπούλα μέσα κι εκείνη μόλις μπήκε πήγε κι στάθηκε σε μια γωνιά του σπιτιού. Την πλησίασε μια ηλικιωμένη γυναίκα και τη ρώτησε:</p><p>Δεν ξέρεις ποιος σου το έκανε όλο αυτό;</p><p>Όχι, είπε ανήσυχα η αρχοντοπούλα.</p><p>Σ΄ έχει φέρει εδώ η Μαύρη Αρκούδα, που για τα δικά της περιττώματα φώναξες εκείνο το “Μπλιαχ!”. Γι΄ αυτό σ΄ έφερε ως εδώ, της εξήγησε η ηλικιωμένη, η οποία ήταν η Ποντικογυναίκα.</p><br><p>Μόλις η αρχόντισσα έκατσε, η γυναίκα την έβαλε να βγάλει όλα τα κοσμήματα που φορούσε στα αυτιά της για να τα κάψει και η αρχόντισσα υπάκουσε. Έβγαλε προσεκτικά τα κοσμήματά της, που ήταν από μαλλί βουνίσιου κατσικιού και κοχύλια από πεταλίδες, και αμέσως η γυναίκα τα πήρε όπως ήταν το έθιμο. Στα μπράτσα της, η αρχόντισσα φορούσε και πολλά μπρούτζινα βραχιόλια και η Ποντικογυναίκα την πρόσταξε: “Κάθε φορά που θα βγαίνεις έξω, σκάψε και μια τρύπα. Αφόδευσε εκεί μέσα, κάλυψε την τρύπα πάλι με χώμα και από πάνω βάλε ένα βραχιόλι σου”. Πράγματι η αρχόντισσα έκανε όπως της είχε πει η Ποντικογυναίκα και έτσι τοποθέτησε κι ένα βραχιόλι στο έδαφος. </p><br><p>Πάντα στο πλευρό της η αρχόντισσα είχε για συνοδεία δυο νεαρές κοπέλες. Όταν εκείνη άρχισε να αφοδεύει, οι κοπέλες έτρεξαν πίσω στο σπίτι να ενημερώσουν και μόλις επέστρεψαν δεν είδαν παρά το μπρούτζινο βραχιόλι στο χώμα. Μάζεψαν τα βραχιόλια, τα πέρασαν σ΄ ένα κλαδί και τα έφεραν πίσω στον λαό τους να τα δει. Είπαν τότε οι μεγαλύτεροι: “Α, μάλλον γι΄ αυτό η γλυκιά μας είπε -Μπλιαχ!- όταν είδε τα δικά μας περιττώματα”.</p><br><p>Ο μεγαλύτερος γιος της, των Μαύρη Αρκούδα, ήταν αυτός που παντρεύτηκε τη νεαρή αρχόντισσα. Οι άντρες των Μαύρη Αρκούδα συνήθιζαν να πηγαίνουν νωρίς κάθε πρωί να πιάσουν σολομό. Οι γυναίκες τους στη συνέχεια σηκώνονταν κι αυτές να ετοιμάσουν τη φωτιά για την επιστροφή των ανδρών τους και τα ξύλα τα έβγαζαν μέσα από το ίδιο το ποτάμι. Σαν γύριζαν οι άνδρες από το ψάρεμα, οι γυναίκες τους άναβαν μια μεγάλη φωτιά για να στεγνώσουν τις κουβέρτες τους. Και οι γούνες τους όμως είχαν μουσκέψει. Όλοι τότε περικύκλωναν τη μεγάλη φωτιά που τόσο μεγάλη ήταν που, όσο και να τίναζαν οι άνδρες τις μουσκεμένες τους γούνες από επάνω, εκείνη δεν έσβηνε.</p><br><p>Είδε και η νεαρή αρχόντισσα τι έκαναν καθημερινά οι γυναίκες και είπε να πάει και αυτή να μαζέψει καυσόξυλα. Σηκώθηκε ένα πρωινό και πήγε κατά το δάσος, με τη συνοδεία πάντα των δυο νεαρών κοριτσιών, και μάζεψε αρκετά στεγνά ξύλα. Κατέφτασαν και οι ψαράδες και η κοπέλα άναψε τη φωτιά η οποία και θέριεψε αμέσως. Οι άνδρες Μαύρη Αρκούδα περικύκλωσαν τη φωτιά κι άρχισαν να τινάζουν από πάνω της τις κουβέρτες και τις γούνες τους. Μα η φωτιά αμέσως έσβησε και η κοπέλα αισθάνθηκε βαθιά ντροπή γι΄ αυτό. </p><br><p>Τότε την πλησίασε γι΄ άλλη μια φορά η φίλη της η Ποντικογυναίκα και της είπε: “Να πας και να μαζέψεις τα ξύλα για τη φωτιά από μέσα από το ποτάμι”, κι έτσι μέχρι και σήμερα όλοι ξέρουν ότι μόνο αυτά τα ξύλα κάνουν την καλύτερη θράκα. Η αρχόντισσα την άκουσε και την επόμενη κιόλας μέρα πήγε και μάζεψε ξύλα από το ποτάμι. Έφτιαξε τη φωτιά πριν να γυρίσουν οι άνδρες και όταν γύρισαν στάθηκαν όλοι γύρω της. Αυτή τη φορά, όσο και να τίναζαν τις γούνες τους, η φωτιά έκαιγε ακόμη καλά και ο άνδρας της χάρηκε πολύ όταν το είδε. </p><br><p>Οι Μαύρη Αρκούδα είχαν πάρει τη νεαρή κοπέλα μεσοκαλόκαιρο και τώρα ήταν φθινόπωρο. Μια μέρα η κοπέλα άρχισε να κλαίει και να μελαγχολεί στη σκέψη των γονιών της, νοσταλγούσε πολύ το σπίτι της και όσους είχε αφήσει πίσω της όταν παντρεύτηκε. Την είδε η Ποντικογυναίκα και την ρώτησε γιατί έκλαιγε. Εκείνη της απάντησε πως της έλειπαν πολύ οι γονείς της. Η Ποντικογυναίκα αμέσως τότε της είπε: “Άντε λοιπόν, δραπέτευσε! Η κατασκήνωση των γονιών σου δεν απέχει και πολύ από εδώ. Να φύγεις να πας να τους δεις. Θα βρεις ένα μονοπάτι πίσω από το σπίτι, δεν υπάρχει άλλο. Σε βγάζει πέρα από την κορυφή του βουνού και ακολουθεί το ποτάμι που βρίσκεται από την άλλη μεριά του. Αυτό είναι και το στόμα του Ξε-Ντα’Ουλ όπου και συναντά τον Ποταμό Σκίνα. Σαν βγεις από εκείνο εκεί το δάσος θα δεις ένα κανό να επιπλέει στο νερό και μέσα του έναν άνδρα. Θα κοιτάει το νερό έτοιμος να καμακώσει φώκιες, φώναξέ τον να βγει στην ακτή. Κάλεσέ τον με το όνομά του, τον λένε Επιπλέει-Απέναντι. Ζήτα του να σε πάρει στο κανό του και τάξε του τα σπίτια του πατέρα σου είτε τον θησαυρό του είτε ότι θα τον παντρευτείς”.</p><br><p>Κι εκεί τα λόγια της Ποντικογυναίκας τελείωσαν. Η κοπέλα σηκώθηκε με τις δυο κοπέλες πάντα στο πλάι της. Μπήκαν και οι τρεις τους στο δάσος. </p><br><p>Η αρχοντοπούλα έδεσε τα δυο κορίτσια σε κορμούς και τους είπε πως εκείνη θα πήγαινε λίγο παρακάτω να βρει και να φέρει πίσω εφόδια. Άρχισε να περπατά πολύ αργά με μεγάλη προσοχή. Μόλις είδε το μονοπάτι άρχισε να τρέχει προς το βουνό. Έφτασε και στην κορυφή του και στη συνέχεια άρχισε να κατηφορίζει την άλλη του πλαγιά. Ξάφνου άκουσε από πίσω της μια τρομερή κραυγή, ήταν οι Μαύρη Αρκούδα, τους είχαν πάρει στο κυνήγι. </p><br><p>Η αρχοντόπουλα από το φόβο της έβαλε κι αυτή τις φωνές καθώς έτρεχε. Έτρεχε κι έτρεχε ώσπου βγήκε από το δάσος και μπροστά της είδε το νερό. Και να! Μακριά πάνω στο νερό επέπλεε ένα κανό. Η κοπέλα, εξαντλημένη και κλαίγοντας τού φώναξε: “Καλέ μου, πάρε με κι εμένα στο κανό σου”, μα ο άνδρας δεν της έδωσε καθόλου σημασία. Είπε τότε πάλι εκείνη: “Θα με πάρεις μαζί σου αν τα σπίτια του πατέρα μου γραφτούν στ΄ όνομά σου; Αν τα ελάφια του γίνουν δικά σου; Αν όλα τα κανό του πατέρα μου περάσουν σ΄ εσένα; Αν οι υπηρέτες του υπηρετούν εσένα; Αν όλος του ο μπρούντζος γίνει δικός σου μπρούντζος; Αν γίνω γυναίκα σου;”. Με το άκουσμα αυτού του τελευταίου, ο Επιπλέει-Απέναντι χτύπησε με το ρόπαλο του το κανό του και κάτι του είπε. Τι του είπε, κανείς δεν ξέρει αλλά τότε ξεπρόβαλλαν και οι Μαύρη Αρκούδα από το δάσος. Το μπρούτζινο κανό πλησίασε τη γυναίκα στο σημείο που στεκόταν στην ακτή. Με μια κίνηση αυτή πήδησε πάνω του και ο άνδρας το ξαναχτύπησε με το ρόπαλο του. Το κανό πήγε και στάθηκε στη μέση του ποταμιού όπου στεκόταν και πριν. </p><br><p>Τότε οι Μαύρη Αρκούδα του φώναξαν: “Δώσε μας τη γυναίκα μου, αυτή που έχεις δίπλα σου. Δώσε τη μας πίσω αλλιώς θα έρθουμε και θα σου κάνουμε το κανό χίλια κομμάτια”. Οι Μαύρη Αρκούδα στέκονταν όλοι μαζί ενωμένοι και φαινόντουσαν πραγματικά αποφασισμένοι να πάρουν πίσω την κοπέλα. Αλλά ο άνδρας πάνω στο κανό δεν έδειχνε να τον νοιάζει ιδιαίτερα. Κάθε άλλο, κοιτούσε πάλι κάτω στο νερό και έψαχνε να βρει φώκιες να καμακώσει. Η αρχόντισσα ευτυχώς είχε κάνει όπως της είχε πει η Ποντικογυναίκα και βρισκόταν τώρα στο κανό του Επιπλέει-Απέναντι.</p><br><p>Οι Μαύρη Αρκούδα έπεσαν όλοι στο νερό και άρχισαν να κολυμπούν γρήγορα για να φτάσουν το κανό. Όταν το πλησίασαν, ο άνδρας που στεκόταν πάνω του σηκώθηκε, το χτύπησε στο πλάι και είπε: “Άκουσε με Γκαγκουάλα!” και το κανό ζωντάνεψε. Ήταν πολύ δυνατό. Το έλεγαν Ουάζ-Των-Δυο-Μεριών και είχε ένα στόμα στην κάθε του άκρη. Ήταν σαν το στόμα του κροκόδειλου. Τότε αυτά τα ζώα υπήρχαν ακόμη σ΄ εκείνη την περιοχή κι ας μην υπάρχουν σήμερα. Στριφογύρισε και στριφογύρισε και κάθε φορά δάγκωνε και από έναν λαιμό των Μαύρη Αρκούδα. </p><br><p>Το κανό τους νίκησε όλους και τώρα όλα τους τα σώματα τα έπαιρνε το ρεύμα του ποταμού. Ο άνδρας φαινόταν πολύ ικανοποιημένος, είχε νικήσει αυτούς που είχαν ταράξει την ηρεμία του. Βλέπετε ήταν ο άρχοντας της λίμνης και ζούσε στον πάτο της. Πήγε μέχρι την άλλη μεριά του κανό πλησιάζοντας την γυναίκα που είχε δεχτεί να πάρει μαζί του. Την αγκάλιασε και ακούμπησε το κεφάλι του στα πόδια της. Ο Επιπλέει-Απέναντι της είπε τότε: “Ψάξε το κεφάλι μου για ψείρες”. Εκείνη το ψαχούλεψε και βρήκε μία. Τρόμαξε πολύ μιας και όταν κοίταξε καλύτερα, είδε πως ήταν ένας βάτραχος! Της ξαναείπε τότε ο άνδρας: “Δάγκωσέ το.” Εκείνη δάγκωσε το νύχι της ηχηρά και του είπε: “Την δάγκωσα την ψείρα σου”. Η αγάπη του άνδρα γι΄ αυτήν φούσκωσε σαν το άκουσε αυτό.</p><br><p>Ο άνδρας και η νέα του γυναίκα πήγαν τότε εκεί όπου έμενε. Είχε πιάσει μπόλικες φώκιες να δώσει στην παλιά του γυναίκα. Εκείνη πήγε μέχρι την ακτή και εκεί είδε τη νέα γυναίκα να καταφτάνει. </p><br><p>Μόλις έβγαλαν και την τελευταία φώκια από το κανό, η τρανή γυναίκα ξεχώρισε μερικές και είπε: ”Αυτές θα τις κρατήσω για την αδερφή μου”. Έπειτα, ο άνδρας πήγε και ξάπλωσε δίπλα στη νέα του γυναίκα και όχι δίπλα στην Λυκοσκυλογυναίκα, την παλιά. Προτιμούσε τη νέα, μιας και ήταν μικρότερη.</p><br><p>Ο άνδρας ήταν ο πρώτος που σηκώθηκε το επόμενο πρωί και είπε αμέσως στη νέα του γυναίκα: “Αν ακούσεις κάποιο περίεργο ήχο στο σπίτι μας, να μην κοιτάξεις κατά εκεί, μπορεί και να πεθάνεις από αυτό”. Έπειτα, μιας και ήταν ακόμη νωρίς, ο άνδρας έφυγε να πιάσει φώκιες. Μόλις έφυγε, η παλιά γυναίκα σηκώθηκε κι εκείνη και έκατσε να φάει τις φώκιες που είχε φυλάξει την προηγούμενη ημέρα. Η νέα κοπέλα άκουσε τον ήχο δαγκωματιών από την άλλη μεριά του σπιτιού. Της φάνηκαν για ήχοι που κάνουν τα σκυλιά όταν τρώνε. Τότε ο ήχος δυνάμωσε και δυνάμωσε μέχρι που μπροστά της είδε τη Λυκοσκυλογυναίκα η οποία πήγε με ταχύτητα και χώθηκε μέσα σε μια τρύπα σέρνοντας μαζί της και μια φώκια. Μόλις όμως την κοίταξε η νέα γυναίκα, η Λυκοσκυλογυναίκα άρχισε να πνίγεται, κόντεψε να πεθάνει. Τα κατάφερε όμως και, αφού συνήλθε, πήγε εκεί που ήταν η νέα γυναίκα και την δάγκωσε στο λαιμό. Η νέα γυναίκα πέθανε. </p><br><p>Ο άνδρας τον ένιωσε τον θάνατο της νέας του γυναίκας και επέστρεψε αμέσως σπίτι του. Σαν είδε τη Λυκοσκυλογυναίκα τη ρώτησε:</p><p>Τι συνέβη στην άλλη που μένει εδώ;</p><p>Η αδερφή μου κοιμάται όλη μέρα, απάντησε εκείνη.</p><p>Αν της έχεις κάνει κακό, θα σε σκοτώσω.</p><br><p>Πήγε εκεί που είχε αφήσει τη νέα του γυναίκα και να, την είδε πεθαμένη. Θύμωσε πάρα πολύ με τη Λυκοσκυλογυναίκα και τη σκότωσε επιτόπου. Παραλίγο μάλιστα να μην τα καταφέρει γιατί κάθε φορά που της έκοβε το κεφάλι αυτό πήγαινε και ξαναέμπαινε στη θέση του. Της το έκοψε πολλές φορές μέχρι που στο τέλος πρόλαβε και έκοψε το σώμα της κομματάκια και έριξε πάνω τους τριανταφυλλάκια που στάζουν ισχυρό δηλητήριο. Έτσι η Λυκοσκυλογυναίκα πέθανε για πάντα. </p><br><p>Ο άνδρας πήρε την καρδιά της και την ταλάντευσε πάνω από το σώμα της νέας του γυναίκας, ξαναφέρνοντας την έτσι στη ζωή. Έθαψε τα κομμάτια της Λυκοσκυλογυναίκας διάσπαρτα σε όλο το σπίτι και η αγάπη του για τη νέα του γυναίκα αναζοπυρώθηκε. </p><br><p>Μια μέρα, οι εννιά κουνιάδοι του βγήκαν από το δάσος και πήγαν να επισκεφτούν την αδερφή τους, που τώρα ήταν πεθαμένη κάμποσο καιρό. Οι κουνιάδοι ρώτησαν πού ήταν η αδερφή τους και ο άνδρας τους απάντησε: “Ξεκίνησε μια μέρα να σας επισκεφτεί” και με τη σειρά τους αυτοί του είπαν ότι ούτε που την είχαν δει ούτε που την είχαν&nbsp;συναντήσει. </p><br><p>Ο καθένας τους είχε φέρει μαζί του από ένα κομμάτι κρέας να δώσουν δώρο στην αδερφή τους. Ήταν κρέας βουνίσιας κατσίκας, το αγαπημένο της αδερφής τους. Είπε τότε ο άνδρας στη νέα του γυναίκα: “Ετοιμάσου να φύγεις, πήγαινε μέχρι την όχθη του ποταμού και κάτσε μέσα στο κανό μου”.</p><br><p>Ο νεότερος των κουνιάδων άρχισε τότε να μυρίζει εδώ κι εκεί. Άρχισε να περιφέρεται στο σπίτι κρατώντας τη μύτη του ψηλά. Σύντομα κατάλαβε ότι η αδερφή του ήταν θαμμένη από κάτω. Έβγαλε μια κραυγή και άρχισε να σκάβει και να σκάβει με τα νύχια του μέχρι που ξέθαψε εντελώς ένα από τα κομμάτια της αδερφής του. Εντωμεταξύ, ο άνδρας είχε φτάσει κι αυτός στην όχθη, μπήκε κι αυτός στο κανό του, το χτύπησε με το ρόπαλο του και στη στιγμή αυτός και η νέα του γυναίκα είχαν απομακρυνθεί αρκετά από την όχθη.</p><br><p>Αγαπούσε πολύ τη νέα του γυναίκα και επιπλέον εκείνη περίμενε το παιδί του. Σαν ήρθε το πέρασμα του χρόνου, γέννησε ένα αγοράκι. Ο άνδρας χάρηκε πολύ μα εκείνη ακόμη νοσταλγούσε να δει τους γονείς της. </p><br><p>Έβαλε πάλι τα κλάματα και ο άνδρας της τη ρώτησε γιατί έκλαιγε. Εκείνη του εξήγησε και τότε εκείνος της απάντησε: “Να πας να τους δεις”. Έτσι, την επόμενη ημέρα, η γυναίκα σηκώθηκε το πρωί και ο άνδρας τής έδωσε το μπρούντζινο κανό του και το ρόπαλο για το αγόρι. Έπειτα, είπε στη γυναίκα του: “Σαν μεγαλώσει λίγο το παιδί, να του δίνεις το διαβολόχορτο κάθε μέρα μέχρι να μεγαλώσει για τα καλά”. Στη συνέχεια της έδωσε ένα τόξο με τα βέλη του κι ένα ρόπαλο για βίδρες: “Να τον ονομάσεις Γκουνάξνεσεμγκ Α Ντ”, και η γυναίκα ξεκίνησε με το παιδί της. </p><br><p>Έφτασε και στο χωριό του πατέρα της, άφησε το τόξο με τα βέλη και το βιδρορόπαλο στο μπρούντζινο κανό και το έκρυψε στην πίσω μεριά του χωριού. Περπάτησε κατά μήκος της όχθης και έφτασε στο σπίτι του πατέρα της. Μα και αυτός και η μητέρα της είχαν πεθάνει πολύ καιρό τώρα. Είχε ραγίσει η καρδιά τους την ημέρα που έχασαν τη μοναχοκόρη τους. Μα οι τέσσερις θείοι της ζούσαν ακόμη.</p><br><p>Πρώτα πήγε στο σπίτι του μεγαλύτερου από τους τέσσερις, μα αυτός της αρνήθηκε την είσοδο. Πήγε και στον δεύτερο στη σειρά μα κι αυτός την έδιωξε. Και ο επόμενος θείος δεν την άφησε να μπει στο σπίτι του. Τέλος η γυναίκα πήγε και στο σπίτι του μικρότερου θείου της. Εκείνος ήταν πολύ θλιμμένος και την προσκάλεσε να μείνει μαζί του. </p><br><p>Εκείνη πήγε και έστρωσε στη γωνία του σπιτιού, εκεί που συνηθίζουν να μένουν οι φτωχοί, μιας και το παιδί λερωνόταν συνεχώς εξαιτίας του διαβολόχορτου που έτρωγε. Η γυναίκα όμως συνέχισε να του το δίνει μιας και ήθελε το παιδί της να έχει καλή τύχη στη ζωή του. Έτσι το παιδί έτρωγε και η μητέρα του το έπλενε. </p><br><p>Το παιδί μεγάλωσε κι έγινε ένα δυνατό παλικάρι. Σαν ήρθε και το πέρασμα του χρόνου, άρχισαν οι άνθρωποι να πεθαίνουν. Τον χειμώνα συνέβαινε συχνά να πεθαίνουν πολλοί άνθρωποι σε όλον τον τόπο, πέθαιναν από ασιτία. </p><br><p>Το παλικάρι είχε τέσσερις νεαρούς φίλους. Μια μέρα κάλεσε τους φίλους του και τους είπε: “Αν μείνουμε εδώ θα πεθάνουμε κι εμείς από την πείνα. Ελάτε! Ας πάμε να ταξιδέψουμε με το κανό!”. Οι φίλοι του ξεσηκώθηκαν και όταν ο νεαρός το είπε στη μάνα του, εκείνη του επέτρεψε να φύγει. Τον οδήγησε μέχρι εκεί που είχε κρύψει το μπρούντζινο κανό και του έδωσε το τόξο και το ρόπαλο που είχε φυλάξει μέσα. Νωρίς ένα πρωί και με μυστικότητα ο νεαρός και οι τέσσερις φίλοι του έφυγαν και είπαν να πάνε προς τον νότο, στη Μετλακάχτλα. Εκεί θα πήγαιναν πρώτα.</p><br><p>Στο δρόμο τους το αγόρι είδε πως κάτι βράχια ήταν γεμάτα φώκιες. Βούτηξε το βιδρορόπαλό του στο νερό και εκείνο μεταμορφώθηκε σε βίδρα. Κολύμπησε μέχρι τις φώκιες και τις σκότωσε όλες. Ταυτόχρονα ο νεαρός τους έριχνε και με το τόξο του. Στο τέλος είχε σκοτώσει δέκα εικοσάδες φώκιες! Τις φόρτωσε όλες στο κανό του, μιας και οι φώκιες ήταν η κύρια τροφή του χειμώνα. Συνέχισαν λίγο πιο κάτω στον ποταμό ώσπου έφτασαν και μπήκαν στον κόλπο της Μετλακάχτλα. Οι κάτοικοι είδαν να καταφτάνει ένα κανό με πέντε παλικάρια που από τα πλάγια του κρεμόντουσαν πτερύγια φωκιών και σάστισαν. Η μάνα του νεαρού τους φώναξε τότε: “αυτός θαρρώ είναι ο γιος μου, που ο πατέρας του είπε να τον φωνάζετε Γκουνάξνεσεμγκ Α Ντ”.</p><br><p>Οι τρεις θείοι άρχισαν να γελούν με τη γυναίκα: “Αυτό είναι το βρωμιάρικο παιδί σου!” της είπαν. Το κανό τότε έφτασε γρήγορα μέχρι την όχθη, δίπλα στο σπίτι της γυναίκας. Ο νεαρός μοίρασε τις μικρές φώκιες στους τέσσερις φίλους, έπειτα έδωσε σε καθένα από τους τρεις θείους του δέκα και στον μικρότερο είκοσι. Όλοι τις πήραν σπίτια τους και όλοι ήταν ευχαριστημένοι.</p><br><p>Ο νεαρός άρχοντας ήταν πολύ καλός κυνηγός. Ήξερε να χρησιμοποιεί το τόξο του πολύ καλά και ήταν ατσίδας στο να πιάνει θαλάσσια πλάσματα όπως θαλάσσια λιοντάρια, βίδρες και φώκιες. Όλων των ειδών τα ζώα, όλα τα έπιανε. Η μητέρα του άρχισε να πουλάει κρέας αρκούδας και άλλα ζώα της στεριάς σε όσους είχαν ανάγκη. Σύντομα, έκανε κι ένα μεγάλο τραπέζι για όλο το χωριό όπου και ξαναονόμασε τον γιο της με το όνομα που του είχε δώσει ο πατέρας του, Γκουνάξνεσεμγκ Α Ντ και γινόταν σιγά σιγά ο πλουσιότερος ανάμεσα στους συγχωριανούς του. </p><br><p>Θέλησε τότε να παντρευτεί την κόρη του θείου του, μα αυτός δεν του την έδινε. Οι δυο τους τότε κλέφτηκαν, μιας και η κόρη τον ήθελε πολύ. Έτσι ο νεαρός έκανε αρχόντισσα και γυναίκα του την ξαδέρφη του. </p><br><p>Αποσυναρμολόγησε και το κανό του, το πιο πολύτιμο αντικείμενο των προγόνων του και με τα κομμάτια του έφτιαξε πλάκες χαλκού. Μόνο αρχηγοί είχαν πλάκες χαλκού. Τις έφτιαχναν οι ίδιοι και μιας και ήταν τόσο δυσεύρετες άξιζαν όσο πολυάριθμοι υπηρέτες, κανό και κάθε είδους περιουσία, τόσο πολύτιμες ήταν. Έφτιαξε δέκα από δαύτες, από το κανό που του είχε δώσει ο πατέρας του όταν ήταν μικρός. Έδωσε τρεις στον πατέρα της γυναίκας του για προίκα και τις υπόλοιπες τις μοίρασε ανάμεσα στους υπόλοιπους.</p><br><p>Δεν είχε περάσει και πολύς καιρός από τον γάμο του και κάποιοι κυνηγοί είχαν βαλθεί να κυνηγούν με ενθουσιασμό μια λευκή βίδρα που κυκλοφορούσε στα νοτιότερα κανάλια της Μετλακάχτλα. Η πεθερά του Γκουνάξνεσεμγκ Α Ντ άκουσε μια μέρα πως η λευκή βίδρα είχε φανεί σε αυτά τα κάτω κανάλια και είπε στον γαμπρό της: “Θέλω να πας και να σκοτώσεις τη λευκή βίδρα να την κάνω σκέπασμα. Πρόσεχε όμως να μη λερώσεις τη γούνα της ούτε με μια σταγόνα αίμα”.</p><br><p>Ο νεαρός άρχοντας και οι τέσσερις φίλοι του σηκώθηκαν. Πήραν ένα κανό και πήγαν κατακεί και να! όντως στα κανάλια κολυμπούσε η λευκή βίδρα. Την είχαν περικυκλώσει πολλά άλλα κανό, μα ο νεαρός τη σημάδεψε και μ΄ ένα μόνο χτύπημα την πέτυχε. Τη φόρτωσε πάνω στο κανό του και την πήγε μέχρι την πεθερά του. Εκείνη την έγδαρε προσεχτικά μα μια σταγόνα αίμα έτρεξε στη γούνα της εκεί που την είχε τρυπήσει το βέλος. Η πεθερά είπε τότε στην κόρη της: “Πήγαινε καλή μου στο ποτάμι και πλύνε το τομάρι”. </p><br><p>Η κοπέλα πήρε το τομάρι, κατέβηκε μέχρι την όχθη και εκεί άρχισε να το πλένει. Το άπλωσε πάνω στο νερό και το έτριψε μέχρι που καθάρισε τελείως. Έπειτα το πέρασε μια δυο ακόμα φορές στο νερό και το κλώτσησε και το έστυψε. Όταν το έριξε για τελευταία φορά να πλυθεί στον ποταμό, εκείνο ξάφνου παρασύρθηκε από το ρεύμα. Άρχισε να κατευθύνεται προς τη θάλασσα και η κοπέλα το ακολούθησε. Πήγαινε και πήγαινε και η κόρη πάσχιζε να το φτάσει. </p><br><p>Σύντομα είχε βγει σε αρκετά βαθιά νερά και τότε μπροστά στην κοπέλα εμφανίστηκαν δυο Όρκες. Η μία από της δυο έβαλε την κοπέλα στην πλάτη της, ακριβώς πίσω από το πτερύγιο και άρχισε να την πηγαίνει ακόμη πιο μακριά, στη θάλασσα. Κάθε φορά που η Όρκα ξεπρόβαλλε στην επιφάνεια, η νεαρή αρχόντισσα φώναζε το όνομα του Γκουνάξνεσεμγκ Α Ντ να έρθει να τη σώσει. </p><br><p>Την άκουσαν οι τέσσερις φίλοι του και πήγαν αμέσως να τον ειδοποιήσουν. Ευθύς εκείνος κατέβασε ένα κανό και σκοινί, τριαντάφυλλα και μια κλειστή βάρκα. Έπειτα πέρασε στην πλάτη το τόξο και τα βέλη του και κίνησε να πάρει πίσω τη γυναίκα του από τις Όρκες. Όλοι τους έκαναν κουπί με μανία, με όλη τους τη δύναμη. Οι Όρκες κατευθύνονταν τώρα βόρεια. Μόλις έφτασαν στους πρόποδες του τρανού βουνού Κουέ Ξτ, βούτηξαν κάθετα προς τον βυθό της θάλασσας παίρνοντας μαζί τους και τη γυναίκα τού Γκουνάξνεσεμγκ Α Ντ.</p><br><p>Το κανό έφτασε το σημείο που είχαν καταδυθεί οι Όρκες και ο Γκουνάξνεσεμγκ Α Ντ πήρε το σκοινί και έδεσε στη μια μεριά του μια μεγάλη πέτρα. Την άφησε να πέσει στο νερό και να βυθιστεί. Καθώς αυτή βυθιζόταν, όταν του τελείωνε το σκοινί έδενε κι άλλο στην άκρη του, κι άλλο μέχρι που η πέτρα άγγιξε τον βυθό. Ο Γκουνάξνεσεμγκ Α Ντ γύρισε στους συντρόφους του και τους είπε: “Μόλις φτάσω στον βυθό θα κουνήσω το σκοινί και έτσι θα ξέρετε ότι έφτασα. Να μην κάνετε τίποτα. Μόλις θα αρχίσω να ανεβαίνω πάλι θα κουνήσω το σκοινί για δεύτερη φορά. Τότε θα ξέρετε ότι έρχομαι και αρχίστε να με τραβάτε πάνω”. </p><br><p>Άρχισε την κατάδυσή του ο Γκουνάξνεσεμγκ Α Ντ τραβώντας τον εαυτό του όλο και πιο κάτω με τη βοήθεια του σκοινιού πότε με το ένα χέρι και πότε με το άλλο. Σαν πάτησε στον βυθό της θάλασσας κούνησε το σκοινί για να ειδοποιήσει τους φίλους του. Είδε τότε ένα μονοπάτι και το ακολούθησε. Σύντομα συνάντησε κάτι χήνες που έσκαβαν δίπλα σε κάτι ρίζες. Ο Γκουνάξνεσεμγκ Α Ντ έβγαλε το μαχαίρι του και έκανε από μια χαρακιά πάνω από τα μάτια τους. Ήταν βλέπετε όλες οι χήνες τυφλές και τώρα είχαν ξαναβρεί το φως τους. Άρχισαν τότε να τραγουδούν:</p><br><p>Τα μάτια μου είν’ ανοιχτά γκου’αλά</p><p>Τα μάτια μου είν’ ανοιχτά γκου’αλά</p><p>Τα μάτια μου είν’ ανοιχτά γκου’αλά</p><br><p>Και όλες μαζί τραγούδησαν:</p><br><p>Και σ’ εμένα συνέβη αυτό!</p><p>Και σ’ εμένα συνέβη αυτό!</p><p>Και σ’ εμένα συνέβη αυτό!</p><p>“Αυτός που πήρε τη γυναίκα σου πέρασε μόλις από εδώ κοντά! Έλα συνέχισε κι εμείς θα σε βοηθήσουμε”.</p><br><p>Και ο Γκουνάξνεσεμγκ Α Ντ συνέχισε προς τα εκεί που του υπέδειξαν οι χήνες. Μετά από λίγο συνάντησε τον Κάστορα που έκανε τις δουλειές του στο νερό. Ο Γκουνάξνεσεμγκ Α Ντ τον βοήθησε να κόψει τα δέντρα που χρειαζόταν και ο Κάστορας ευχαριστήθηκε πολύ. Του είπε: “Αυτός που πήρε τη γυναίκα σου, μόλις πέρασε από εδώ κοντά. Θα σε βοηθήσω, θα σου φτιάξω λίμνες, άντε συνέχισε!” και ο νεαρός συνέχισε.</p><br><p>Κόντευε να φτάσει και πλησίασε στην άκρη του χωριού που κατοικούσαν οι Όρκες. Είδε ένα μικρό σπιτάκι και μπήκε μέσα. Μέσα του ζεσταινόταν πλάι στη φωτιά ο Μέγας Γερανός, οποίος τον κοίταξε καλά. Μόλις μπήκε στο σπίτι ο Γκουνάξνεσεμγκ Α Ντ, η Γερανογυναίκα, που ήταν ο φύλακας του χωριού, άρχισε να σκούζει για να ειδοποιήσει τους συγχωριανούς της. Σαν άνοιξε το στόμα της, ο Γκουνάξνεσεμγκ Α Ντ της προσέφερε καπνό και μετά της έκανε δώρο ένα καμάκι που είχε σκαλίσει ο ίδιος, να το φορέσει στο ράμφος της για να πιάνει εύκολα τα ψάρια. Η Γερανογυναίκα τότε σώπασε. Πήρε τον Γκουνάξνεσεμγκ Α Ντ και τον έκρυψε στο φτέρωμα της. Οι Όρκες που έμεναν κι αυτές στο χωριό έτρεξαν κατά το σπίτι, μπήκαν με φούρια μέσα και ρώτησαν τη Γερανογυναίκα γιατί είχε σκούξει έτσι. Εκείνη τους είπε πως κατά λάθος, εκεί που πήγε να ζεσταθεί κοντά στη φωτιά, άρπαξαν λίγο τα φτερά της και γι αυτό είχε φωνάξει έτσι, από την τρομάρα της. </p><br><p>Οι Όρκες τότε ψαχούλεψαν λίγο ανάμεσα στα φτερά της, αλλά δεν βρήκαν τίποτα. Έφυγαν και πήγαν από ΄κει που είχαν έρθει. Βγήκε και ο Γκουνάξνεσεμγκ Α Ντ από την κρυψώνα του. Τον ρώτησε η Γερανογυναίκα: “Ακούς αυτόν τον θόρυβο από το δάσος; Εκεί κόβουν τώρα το πτερύγιο που θα φορέσουν στη γυναίκα σου. Αυτό ακούς. Να πας να βρεις τον άνδρα που κόβει το ξύλο κι εγώ θα σε βοηθήσω”. Πήγε και ο Γκουνάξνεσεμγκ Α Ντ μέχρι εκεί που κοβόταν το ξύλο. Κρύφτηκε και είδε πως αυτός που έκοβε τα ξύλα χρησιμοποιούσε κάτι μεγάλες μπρούντζινες σφήνες. Έβαζε το ξύλο που θα έκοβε πάνω στο μεγάλο κούτσουρο, έβαζε και τη σφήνα από πάνω και μετά με το πελώριο σφυρί του κοπάναγε τη σφήνα και άνοιγε το ξύλο. Ο Γκουνάξνεσεμγκ Α Ντ πήγε και χώθηκε μέσα στο ξύλο που θα κοβόταν μετά. </p><br><p>Ο άνδρας έπιασε το ξύλο και το στήριξε στο κούτσουρο βάζοντας του στην κορυφή τη μπρούντζινη σφήνα. Τη χτύπησε με το σφυρί κι αυτή σταμάτησε ακριβώς εκεί που ήταν το στόμα του Γκουνάξνεσεμγκ Α Ντ. Εκείνος δάγκωσε την άκρη της σφήνας κι αυτή έσπασε μέσα στο ξύλο.</p><br><p>Ο υπηρέτης βλέποντας αυτό πήρε άλλη μια σφήνα και προσπάθησε να ξανασπάσει το ξύλο. Μα κι αυτή έσπασε όπως και η προηγούμενη, μέσα στο ξύλο. Ο άνδρας κοντοστάθηκε κι έμεινε για λίγο σιωπηλός μέχρι που ξάφνου άρχισε να κλαίει. Καθώς έκλαιγε και έκλαιγε έλεγε στον εαυτό του: “Θα με μαλώσει ο αρχηγός, πωπω τι έκανα στις μπρούντζινες σφήνες του! Τις έσπασα!” και ανάμεσα στα αναφιλητά του φώναζε “Γι, γι γι!”.</p><br><p>Ο Γκουνάξνεσεμγκ Α Ντ πετάχτηκε τότε ξαφνικά και στάθηκε δίπλα στον άνδρα:</p><p>Μα γιατί κλαις; Και γιατί μιλάς καθώς κλαις;</p><p>Άνθρωπε μου, είπε ο υπηρέτης σαν σήκωσε το βλέμμα του και είδε ποιος στεκόταν δίπλα του, κλαίω γι΄ αυτό που θα πάθω όταν ο αρχηγός δει τις σπασμένες του σφήνες. Θα με σκοτώσει, γι αυτό κλαίω. Γι, γι, γι! Ο Γκεμες-Νέ Ξλ θα με τιμωρήσει για τη ζημιά στις σφήνες!</p><p>Φέρ’ τις μου εδώ να τις δω, είπε τότε ο Γκουνάξνεσεμγκ Α Ντ και ο υπηρέτης του τις έδειξε.</p><br><p>Ο Γκουνάξνεσεμγκ Α Ντ τις πήρες και τις ξαναέβαλε στο στόμα του επαναφέροντας τις στην αρχική τους κατάσταση. Ο υπηρέτης χοροπήδησε από τη χαρά του μόλις το είδε! Ο Γκουνάξνεσεμγκ Α Ντ έδωσε στον υπηρέτη και μπόλικο καπνό. Ο υπηρέτης, που τον έλεγαν Γκ Ιλκς-Ατσά Ντκ άρχισε τότε να ενημερώνει τον Γκουνάξνεσεμγκ Α Ντ: “Από αυτό εδώ το κομμάτι ξύλο πρέπει να φτιαχτεί το ραχοπτερύγιο για τη γυναίκα σου, γι αυτό έχω βαλθεί να το κόβω. Καλύτερα όμως να κρυφτείς όταν έρθουν οι δυο μου γυναίκες, αν σε δουν ποιος ξέρει…”. </p><br><p>Όντως, μετά από λίγο ο Γκουνάξνεσεμγκ Α Ντ έτρεξε να κρυφτεί σαν είδε να πλησιάζουν οι δυο γυναίκες του Γκ Ιλκς-Ατσά Ντκ που είχαν έρθει να κουβαλήσουν ξύλα. Σήκωσαν τις μύτες τους στον αέρα: “Μας μυρίζει, μάλλον μας μυρίζει ο Γκουνάξνεσεμγκ Α Ντ. Χμ, χμ!”. Ο άνδρας τους τότε πήρε ένα κλαδί κι άρχισε να τις διώχνει μακριά ενώ ταυτόχρονα τις μάλωσε: “Κι από που να έρθει αυτός για τον οποίο λέτε; Δρόμο τώρα, πηγαίνετε στα ξύλα σας, άντε δρόμο, Ξουτ!” είπε στις δυο του γυναίκες, τη Βιδρογυναίκα και την Ερμινογυναίκα. Γι΄ αυτό και είχαν οσφριστεί τον Γκουνάξνεσεμγκ Α Ντ.</p><br><p>Έφυγαν οι γυναίκες να πάνε να κουβαλήσουν ξύλα και ο Γκουνάξνεσεμγκ Α Ντ βγήκε από την κρυψώνα του και πλησίασε πάλι τον Γκ Ιλκς-Ατσά Ντκ, ο οποίος και του είπε: “Θα φτιάξω ένα δέμα σάπια ξύλα και θέλω εσύ να πας να χωθείς μέσα του. Θα το ακουμπήσω στη μια μεριά της εισόδου του σπιτιού. Κάποια στιγμή ο αφέντης θα με στείλει να φέρω νερό κι εγώ θα πάρω να γεμίσω έναν μεγάλο κουβά. Σαν θα μπω μέσα στο σπίτι θα κάνω πως πέφτω από τη σκάλα και θα ρίξω το νερό στη φωτιά. Θα γεμίσει το σπίτι με ατμό και τότε εσύ να βγεις από το δεμάτι με τα ξύλα. Η γυναίκα σου κάθεται στο πίσω μέρος του σπιτιού, πάρε την και φύγετε τρέχοντας. Εγώ θα φουσκώσω τα πατώματα και θα φράξω κι από μόνος μου την πόρτα να μη βγει κανείς. Θα έρθουν όμως μετά οι γυναίκες μου και θα αρχίσουν να τσιμπούν αλύπητα την κοιλιά μου και τότε θα αρχίσουν όλοι να σε κυνηγούν”.</p><br><p>Έτσι κι έγινε. Ο Γκ Ιλκς-Ατσά Ντκ κουβάλησε το δεμάτι με το σάπιο ξύλο που μέσα του είχε κρυφτεί ο Γκουνάξνεσεμγκ Α Ντ μέχρι το σπίτι και το ακούμπησε στην είσοδο. Μόλις σταθεροποιήθηκε, ο Γκουνάξνεσεμγκ Α Ντ μπόρεσε και είδε τη θέση καθόταν η γυναίκα του στο βάθος του σπιτιού, δίπλα ακριβώς στη φωτιά. Η φωτιά ήταν πολύ μεγάλη και όταν οι πέτρες πυρακτώθηκαν, ο αρχηγός έστειλε τον Γκ Ιλκς-Ατσά Ντκ να φέρει νερό. Εκείνος πήγε, γύρισε, μπήκε στο σπίτι και ξάφνου σκόνταψε ρίχνοντας όλο το νερό στην τεράστια φωτιά. Το σπίτι γέμισε με ατμό. Ο κρυμμένος άνδρας βρήκε την ευκαιρία και βγήκε από το δεμάτι, πήγε και άρπαξε τη γυναίκα του και έτρεξε έξω. Η τρανή κοιλιά του Γκ Ιλκς-Ατσά Ντκ πρήστηκε τόσο που έφραξε την πόρτα και κανείς δεν μπορούσε να βγει. Ήρθαν όμως τότε οι γυναίκες του και την τσίμπησαν. </p><br><p>Ο Γκουνάξνεσεμγκ Α Ντ όμως έτρεχε πολύ γρήγορα με τη γυναίκα του, δε σταμάτησε στιγμή να τρέχει. Έφτασε και στην άκρη του χωριού όπου έμενε και η φίλη του ο Γερανός. Ο Μέγας Γερανός άπλωσε τα φτερά του και με το καινούριο της ράφος σαν αγκίστρι πήγε να χτυπήσει τον Γκουνάξνεσεμγκ Α Ντ, αλλά αυτός γρήγορα την απέφυγε. Του είπε τότε εκείνη: “Έλα φύγε, δεν θα σου κάνω κακό, το έκανα μόνο για να με δουν”.</p><br><p>Πέρασε τη Γερανογυναίκα και από πίσω του άκουσε μεγάλο σαματά, οι Όρκες ήταν στον κατόπι του με τον Γκ Ιλκς-Ατσά Ντκ πρώτο πρώτο στο κυνήγι: “Για να δούμε! Θα μπορέσω εγώ, ο υπηρέτης να τον φτάσω πρώτος από όλους σας;”. Και έτρεξε να βγει πολύ πιο μπροστά από όλους τους άλλους.</p><br><p>Μόλις είχε σχεδόν φτάσει τον Γκουνάξνεσεμγκ Α Ντ, του είπε: “Τρέχα, συνέχισε, θα σε βοηθήσω”. Ο άνδρας τότε που έτρεχε με τη γυναίκα του έβγαλε από την θήκη του μπόλικο καπνό και τον έδωσε στον Γκ Ιλκς-Ατσά Ντκ. Εκείνος έπεσε κατάχαμα στη μέση του δρόμου και πρήστηκε επιτόπου όσο δεν πήγαινε.</p><br><p>Ο Γκουνάξνεσεμγκ Α Ντ κατάφερε να πάρει μια ανάσα. Μα για άλλη μια φορά ήρθαν οι γυναίκες του Γκ Ιλκς-Ατσά Ντκ και του τσίμπησαν την κοιλιά να ξεφουσκώσει. Πέρασαν οι Όρκες και συνέχισαν το κυνήγι τους.</p><br><p>Έφτασε και στον Κάστορα ο Γκουνάξνεσεμγκ Α Ντ. Μόλις έφτασε μπροστά στο φράγμα του, ο Κάστορας του έδειξε ένα σύντομο μονοπάτι να πάρει για να ξεφύγει. Αμέσως τον άκουσε ο άνδρας και συνέχισε όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Πλησίασαν και οι Όρκες τον Κάστορα και από την απροσεξία τους έπεσαν πάνω στα φράγματα και πλακώθηκαν από δαύτα. Έτσι ο Γκουνάξνεσεμγκ Α Ντ μπόρεσε να πάρει άλλη μια ανάσα όσο οι Όρκες προσπαθούσαν να ξεθαφτούν κάτω από τα χαλάσματα. Σαν το έκαναν όμως, το κυνήγι συνεχίστηκε.</p><br><p>Μπροστά πάλι βγήκε ο Γκ Ιλκς-Ατσά Ντκ και ο Γκουνάξνεσεμγκ Α Ντ του πέταξε κι άλλον καπνό: “Μη φοβάσαι, μόνο τρέχα, συνέχισε κι εγώ θα σε βοηθήσω” του είπε ο υπηρέτης και σωριάστηκε και πρήστηκε πάλι στη μέση του μονοπατιού. Κατέφθασαν οι γυναίκες του, τον ξεφούσκωσαν και οι Όρκες συνέχισαν το κυνήγι τους. </p><br><p>Έφτασε και στις Χήνες ο Γκουνάξνεσεμγκ Α Ντ, που μάζευαν ρίζες. Τον είδαν και όλες μαζί του είπαν: “Φύγε εσύ κι εμείς είμαστε εδώ!”. Ο άνδρας τις προσπέρασε και συνέχισε να τρέχει. Σαν έφτασαν στις Χήνες και οι Όρκες, οι Χήνες άρχισαν να σκορπίζουν τις κουτσουλιές τους προς τις Όρκες χτυπώντας όλο δύναμη τα φτερά τους. Οι κουτσουλιές πήγαν και στάθηκαν στα στόματα και στους λαιμούς των Ορκών που δυσκολεύονταν τώρα να αναπνεύσουν και να δουν γιατί οι κουτσουλιές ήταν παντού. Ο Γκουνάξνεσεμγκ Α Ντ πρόλαβε να ξεκουραστεί για λίγο μα σύντομα οι Όρκες βγήκαν από τις κουτσουλιές και τον ξαναπήραν στο κατόπι.</p><br><p>Στο μεταξύ, ο Γκουνάξνεσεμγκ Α Ντ είχε φτάσει το σκοινί και το κούνησε. Οι σύντροφοί του στο κανό το είδαν και άρχισαν να τον τραβούν στην επιφάνεια. Ο άνδρας και η γυναίκα του βγήκαν από το νερό, ανέβηκαν στο κανό και άρχισαν όλοι να κάνουν κουπί με όλη τους τη δύναμη. </p><br><p>Τους πήραν στο κυνήγι οι Όρκες. Κάθε φορά που τους πλησίαζαν, το κανό πήγαινε κι ερχόταν στο κύμα. Ο άνδρας έχυσε τότε στο νερό τα τριανταφυλλάκια και το μολυσμένο νερό και όλες οι Όρκες πέθαναν μονομιάς. Συνέχισαν να κάνουν κουπί και τα σώματα των Ορκών άρχισαν να βγαίνουν στην επιφάνεια και να επιπλέουν μέχρι που έγιναν βράχοι. </p><br><p>Ο μόνος που είχε μείνει να ακολουθεί ακόμη το κανό ήταν ο Γκ Ιλκς-Ατσά Ντκ. Είχε συμβουλέψει από πριν τον Γκουνάξνεσεμγκ Α Ντ για το τι πρέπει να κάνει, τότε που μάζευαν οι δυο τους ξύλα: “Σαν δεις μια όρκα&nbsp;με τρία πτερύγια, ενώ όλες οι άλλες έχουν ένα…” και ο Γκουνάξνεσεμγκ Α Ντ αμέσως έδωσε στην Όρκα που είχε πλησιάσει το κανό τους καπνό και λίπος και άλλα πολλά δώρα. Δεν έριξε άλλα τριανταφυλλάκια στο νερό.</p><br><p>Συνέχισαν το κουπί μέχρι που έφτασαν επιτέλους στην Μετλακάχτλα. Οι νεαροί έδεσαν το κανό και πάτησαν το πόδι τους στη γη έχοντας νικήσει τους εχθρούς τους. Η Όρκα που τους ακολουθούσε γύρισε και επέστρεψε σπίτι της.</p><br><p>Ο νεαρός άνδρας συνέχισε να κυνηγά και να φέρνει πίσω κάθε είδους ζώο. Έγινε και ο μεγαλύτερος αρχηγός ανάμεσα στους Τσίμσιαν αρχηγούς και κάθε τόσο οργάνωνε τσιμπούσια για όλους. Ήταν ένας πολύ πλούσιος αρχηγός. Χάρη σε αυτόν οι Τσίμσιαν δεν ξαναπείνασαν ποτέ τον χειμώνα, έβγαινε και σκότωνε και μοίραζε ζώα κάθε λογής σε όλον τον κόσμο.</p><br><p>Ο λαός όμως έφυγε μια μέρα από την Μετλακάχτλα και πήγε κι εγκαταστάθηκε δίπλα στον ποταμό Νας όπου είχε πολλούς κυπρίνους κι από τότε εκεί μένουν. Και ο Γκουνάξνεσεμγκ Α Ντ μετακόμισε. Έστειλε μπροστά τέσσερα κανό με τους υπηρέτες του να πάνε να στήσουν δίπλα στην Ξινομηλιά πάνω από το Μέρος των Κρανίων. Έχτισε ένα τρανό σπίτι κι ακόμα ένα μεγαλύτερο πέτρινο στύλο-τοτέμ. Φώναξε τότε όλους τους ανθρώπους να σηκώσουν και να στήσουν το τοτέμ και κάλεσε και όλα τα πνεύματα του βουνού, αυτά που λατρεύονταν από τους προγόνους μας και όλα τα πλάσματα του νερού.</p><br><p>Σε αυτό το μεγάλο και τρανό σπίτι μπήκαν πρώτα όλοι οι άνθρωποι, έπειτα όλα τα θαλάσσια πλάσματα και τέλος τα πνεύματα του βουνού. Μέχρι το βράδυ, όλοι τους ήταν μέσα στο σπίτι του Γκουνάξνεσεμγκ Α Ντ ο οποίος και τους υποδέχτηκε ξεχωριστά. Μόλις είχαν μπει όλα τα θαλάσσια πλάσματα και όλα τα πνεύματα, το σπίτι γέμισε νερό και αφρό. Σαν καταλάγιασε το νερό και έφυγε ο αφρός όλοι τους φορούσαν στα κεφάλια τους τα οικόσημα που τους αντιστοιχούσαν. Εκείνη την ημέρα έγινε και το μεγαλύτερο τσιμπούσι που έχει γίνει ποτέ στον κόσμο! Ο άνδρας τότε είπε το όνομά του στα πνεύματα για να το μάθουν και αυτό ήταν Γιάγκα-Κουνέ Σκ!</p><br><p>Τελείωσε το τσιμπούσι και τότε προσκάλεσε όλους τους καλεσμένους του να σηκώσουν όλοι μαζί το τοτέμ. Όλοι τους έβαλαν τα δυνατά τους και σχεδόν τα κατάφεραν. Μα μόλις ξημέρωσε, όλοι οι καλεσμένοι του Γκουνάξνεσεμγκ Α Ντ είχαν φύγει πια. Έτσι, το τοτέμ έμεινε να στηρίζεται στον γκρεμό κοντά στην Ξινομηλιά. </p><br><p>Αυτό ήταν και το τελευταίο τσιμπούσι του Γιάγκα-Κουνέ Σκ. Γύρισε πίσω στον πατέρα του στο νερό και δεν ξανανακατεύτηκε με τους ανθρώπους. Τους άφησε για πάντα και το όνομά του ακόμη φέρεται από τους συγγενείς του. Αυτή είναι η ιστορία της Φυλής του Κορακιού. </p><p><br></p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></itunes:summary>
		</item>
		<item>
			<title>Ο Άνθρωπος Γεράκι</title>
			<itunes:title>Ο Άνθρωπος Γεράκι</itunes:title>
			<pubDate>Mon, 23 Aug 2021 10:13:17 GMT</pubDate>
			<itunes:duration>12:11</itunes:duration>
			<enclosure url="https://sphinx.acast.com/p/open/s/6013ebce985ab977d52addcc/e/6123667a37c1120012fe7cb1/media.mp3" length="14651223" type="audio/mpeg"/>
			<guid isPermaLink="false">6123667a37c1120012fe7cb1</guid>
			<itunes:explicit>false</itunes:explicit>
			<link>https://www.karakaxa.org/%CE%B5%CF%80%CE%B5%CE%B9%CF%83%CF%8C%CE%B4%CE%B9%CE%B1</link>
			<acast:episodeId>6123667a37c1120012fe7cb1</acast:episodeId>
			<acast:showId>6013ebce985ab977d52addcc</acast:showId>
			<acast:episodeUrl>mitos51</acast:episodeUrl>
			<acast:settings><![CDATA[FYjHyZbXWHZ7gmX8Pp1rmbKbhgrQiwYShz70Q9/ffXZMTtedvdcRQbP4eiLMjXzCKLPjEYLpGj+NMVKa+5C8pL4u/EOj1Vw4h5MMJYp0lCcFAe0fnxBJy/1ju4Qxy1fh8gO4DvlGA40yms2g0/hOkcrfHIopjTygHFqGwwOPKFIai4SuTvs86Lx3UYCyl6Zs+WO4fC9bB8/2bSJALEZpunHdJA38/ZCmkJMYOTmjFjq/9LLue1FWnKWJdNhGFIt6NVr7abddnRQ16ZGrnKDufYHDciAy357XvlDnxN/EnDYs9r5FcFkhK0W+rqTKPNGj]]></acast:settings>
			<itunes:subtitle>Μίτος</itunes:subtitle>
			<itunes:episodeType>full</itunes:episodeType>
			<itunes:episode>51</itunes:episode>
			<itunes:image href="https://assets.pippa.io/shows/6013ebce985ab977d52addcc/1629709576753-8dc866e5268e8efa2826bfaa61e93f03.jpeg"/>
			<description><![CDATA[<p>Οι Ατσομάουι που αλλιώς θα τους βρούμε και ως Ατσουγκέουι, έρχονται από τη δυτική ακτή των Η.Π.Α., μεταξύ Καλιφόρνια και Όρεγκον. Μας λένε μια ιστορία που μας εξηγεί πως άλλαξαν οι ίδιοι τους κανόνες, όταν ο μάγος τους, τους έκανε παγαποντιές!</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Περιέχει έντονες σκηνές βίας, βρεφοκτονία, ανθρωποφαγία</p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ</p><br><p>Ο Άνθρωπος Γεράκι</p><br><p>Ο Ήλιος είχε μια γυναίκα, την Κοχύλω. Είπε μια μέρα στον άνδρα της: “Ζουν δυο αρχηγοί εκεί πέρα. Γιατί δεν στέλνουμε τα παιδιά μας να τους παντρευτούν;” και ο Ήλιος συμφώνησε. Πήγε τότε η Κοχύλω και είπε στα παιδιά της: “Πηγαίνετε εκεί πέρα, στον τόπο αυτόν υπάρχουν πολλοί αρχηγοί που έχουν πολλά τρόφιμα. Εσείς να βρείτε το Κουνάβι-Του-Πεύκου, είναι ο καλύτερος όλων τους”. </p><br><p>Οι αδερφές ετοιμάστηκαν. Γέμισαν τα σακίδιά τους με κοχύλια, σολομό, ψωμί από αλεύρι βελανιδιών και μούρα μανζανίτα και κατέβηκαν από τα δυτικά, αφού πέρασαν τον Ποταμό-Που-Πέφτει. Σαν έφτασαν κάτω και βγήκαν από το δάσος προς την κοιλάδα, μπροστά τους είδαν το Κογιότ που έκαιγε ένα δέντρο. Η μικρότερη αδερφή αμέσως τον αναγνώρισε και η μεγαλύτερη αμέσως τον ερωτεύτηκε παράφορα. Η μικρότερη όμως της είπε: “Συνέχισε να περπατάς, μη σταματάς! Αυτός είναι το Κογιότ, προχώρα!”. Το Κογιότ που τις είχε δει, μονολόγησε τότε: “Αχ, μακάρι να μην ήξεραν ποιος είμαι” και άρχισε να τρέχει μπροστά ζητώντας να του δοθούν κάθε λογής όμορφες φορεσιές. Πράγματι, από το πουθενά, άρχισαν να εμφανίζονται ρούχα άριστης ποιότητας τα οποία το Κογιότ φόρεσε αμέσως. Μέχρι και το χαρακτηριστικό του λακκάκι κατάφερε να αλλάξει. Περίμενε τις αδερφές λίγο παρακάτω, μα σαν τον είδε η μικρότερη αμέσως τον αναγνώρισε πάλι και είπε: “Δεν σταματάμε, ας συνεχίσουμε, αυτό είναι το Κογιότ!” και συνέχισαν.</p><br><p>Προχώρησαν και προχώρησαν μέχρι που στο βάθος είδαν καπνό να υψώνεται: “Κάποιος μένει κατά ΄κει. Ας πάμε για επίσκεψη και για&nbsp;να μάθουμε προς τα πού να συνεχίσουμε”. Έτσι πλησίασαν τον καπνό, ο οποίος έβγαινε από ένα σπίτι, μπήκαν στο σπίτι και μέσα του βρήκαν τον Άνθρωπο-Γεράκι. Ήταν σαμάνος και ήταν ξαπλωμένος με την πλάτη γυρισμένη στη φωτιά:</p><p>Από πού έρχεστε; τις ρώτησε. Πού πηγαίνετε;</p><p>Ο πατέρας και η μητέρα μάς είπαν να πάμε να βρούμε τον Πλατ θταού Ικα, είπε η μεγαλύτερη, στα αδέρφια Κουνάβι-Του-Πεύκου που μόνο κοχύλια (dentalium) αφοδεύουν, εκεί πρέπει να πάμε. </p><p>Α! τους είπε ο Άνθρωπος-Γεράκι, μάλλον εμένα εννοούσαν. Εγώ είμαι ο Άνθρωπος-Γεράκι και αφοδεύω μόνο χάντρες. Είμαι κι εγώ αρχηγός. Βγαίνω έξω και κυνηγώ και στέλνω και τον λαό μου έξω να κυνηγήσει και να φέρει ξύλα. Και τι είδους σπίτι έχει αυτός που σας έστειλε ο πατέρας σας να βρείτε;</p><p>Έξω από το σπίτι, σ΄ ένα πάσσαλο κρέμεται το τομάρι μιας αρκούδας, έτσι μας είπαν, εξήγησε η μεγαλύτερη αδερφή. </p><p>Α, τότε, απάντησε ο Άνθρωπος-Γεράκι, σίγουρα είμαι αυτός που ήρθατε να βρείτε, να, εκεί κρέμεται το τομάρι της αρκούδας. Περιμένετε λίγο και θα σας αποδείξω πως εγώ είμαι αυτός που ψάχνατε. Βγάλτε τα καπέλα σας και κρατήστε τα ανάποδα. </p><br><p>Τα κορίτσια έκαναν όπως τους είπε και έβγαλαν τα καπέλα τους. Εκείνος πήγε και αφόδευσε μέσα σε αυτά. Μάλιστα αφόδευσε κροταλίες. Μετά τους είπε: “Κλείστε τα μάτια σας” και τα κορίτσια έκλεισαν αμέσως τα μάτια τους. Τότε άκουσαν τους κροταλίες και νόμισαν πως μέσα στα καπέλα τους υπήρχαν όντως κοχύλια γιατί αναγνώρισαν τον ίδιο θόρυβο που έκαναν κι αυτά. Τους είπε τότε ο Άνθρωπος-Γεράκι: “Πάμε σπίτι μου λοιπόν!” κι αυτές τον ακολούθησαν.</p><br><p>Φόρεσαν τα σακίδια τους και ξεκίνησαν όλοι μαζί: “Εσείς να πηγαίνετε αργά, εγώ θα πηγαίνω μπροστά”. Και συνέχισαν έτσι. Ο Άνθρωπος-Γεράκι πήγαινε πιο γρήγορα κι έτσι έφτασε στον προορισμό τους πρώτος. Ο πάσσαλος με το τομάρι αρκούδας ήταν στημένος στο απέναντι σπίτι από το δικό του, μα εκείνος το έβγαλε και το στερέωσε μπροστά στο δικό του πριν να φτάσουν τα κορίτσια. Σαν έφτασαν και οι αδερφές και είδαν σε ποιο σπίτι απέξω στεκόταν ο πάσσαλος με το τομάρι σε αυτό μπήκαν και έβγαλαν από την πλάτη τα σακίδιά τους. Ο Άνθρωπος-Γεράκι όμως είχε ήδη γυναίκα αλλά πρόλαβε να της πει να πάει να σταθεί στην άλλη μεριά του σπιτιού και αντί για άνδρα της να τον φωνάζει γιο της. Εκείνη το υποσχέθηκε. Έτσι, μόλις μπήκαν στο σπίτι οι αδερφές, ο Άνθρωπος-Γεράκι τους είπε να πάνε κάτσουν στη θέση της συζύγου και αυτές το έκαναν. </p><br><p>Στο χωριό εντωμεταξύ άρχισαν να καταφτάνουν οι κυνηγοί με τα ελάφια τους, τα οποία κι άρχισαν να στοιβάζουν σε έναν σωρό. Έστειλαν ένα αγόρι να πάει να ειδοποιήσει τον Άνθρωπο-Γεράκι και όταν το αγόρι έφτασε στο σπίτι του, εκείνος πήρε κάτι ξερά χορτάρια να κάνει θόρυβο να μην ακούσουν οι γυναίκες τι θα του έλεγε το παιδί. Στη συνέχεια γύρισε και είπε στις δυο τους: “Πάω να πάρω τη μοιρασιά μου από το κρέας. Εγώ παλιά έπαιρνα μόνο για εμένα μιας και δεν είχα γυναίκα, αλλά τώρα θα πρέπει να ζητήσω περισσότερο”. Βγήκε λοιπόν παίρνοντας μαζί του κι ένα καλάθι. Πήγε εκεί που βρίσκονταν όλοι τους και έκατσε στο χώμα με το στόμα ανοικτό. Καθώς οι άλλοι έτρωγαν το κρέας τους, του πετούσαν τα κόκκαλα κατευθείαν στο στόμα κι αυτός τα κατάπινε ολόκληρα. Άρχισαν τότε να τον κοροϊδεύουν λέγοντας: “Άκουσα πως κατέφτασαν στην πόλη δυο κορίτσια, του λόγου σου ήρθαν να παντρευτούν;” και όλοι τους έβαλαν τα γέλια. </p><br><p>Όταν τελείωσαν και έφυγαν όλοι, έκανε το ίδιο και ο Άνθρωπος-Γεράκι. Πήγε και κρύφτηκε στην πίσω μεριά του σπιτιού του και χωρίς να τον δει κανείς έκοψε δυο μεγάλα κομμάτια από τα μπούτια του και τα έβαλε στο καλάθι. Σαν να μη συμβαίνει τίποτα , το πήγε σπίτι και το έδωσε στις γυναίκες του να το μαγειρέψουν. Παρόλο που βρωμούσε και είχε απαίσια γεύση το έφαγαν, αφού νόμισαν πως ήταν ελάφι. Έπειτα έπεσαν να κοιμηθούν. </p><br><p>Την επόμενη μέρα ο Άνθρωπος-Γεράκι βγήκε πάλι από το σπίτι λέγοντας πως θα πήγαινε για κυνήγι. Αντ΄ αυτού όμως έκοψε κι άλλη από τη σάρκα του και αυτή τη φορά μέχρι και κάποια από τα έντερα του έβαλε στο καλάθι. Σαν επέστρεψε το σούρουπο, πάλι οι γυναίκες του μαγείρεψαν το κρέας και το έφαγαν. Κάπου τότε έφτασε και το αγόρι να τον ειδοποιήσει, και αυτός πάλι έκανε τον θόρυβο με τα ξερόχορτα να καλύψει τη φωνή τού παιδιού. Σαν πήγε κι έκατσε μαζί με τους άλλους, του πετούσαν πάλι κόκκαλα και όλο και τον κορόιδευαν, όπως και την προηγούμενη μέρα.</p><br><p>Στο μεταξύ όμως, η μικρότερη αδερφή τον είχε ακολουθήσει και τα είχε δει όλα. Γύρισε στο πλευρό της αδερφής της και της είπε: “Έτσι είσαι πάντα, ξεροκέφαλη και δεν παίρνεις συμβουλή από κανέναν. Είμαι σίγουρη τώρα πως ο αρχηγός που ήτανε να παντρευτούμε μένει απέναντι κι όχι εδώ. Τούτος εδώ μας ξεγέλασε και πήρε το τομάρι από την πόρτα του άλλου και το έβαλε στη δική του”.&nbsp;Σαν γύρισε ο Άνθρωπος-Γεράκι πρόσφερε στις γυναίκες το κρέας που είχε φέρει, μα εκείνες δεν έφαγαν τίποτα.</p><br><p>Το πρωί ο άνδρας βγήκε πάλι έξω να κυνηγήσει. Οι αδερφές τότε, σκότωσαν τα παιδιά τους, έβαλαν τα καλά τους, γέμισαν τα σακίδιά τους και βγήκαν από το σπίτι. Πήγαν στο απέναντι σπίτι και σαν μπήκαν και είδαν τον Κουνάβι-Του-Πεύκου έκατσαν στο πλευρό του. Άρχισαν αργότερα να καταφτάνουν και οι άνδρες που ένας ένας άφηναν τα ελάφια που είχαν σκοτώσει εκείνη την ημέρα. Τα έγδαραν και τα έκοψαν προσεκτικά, τα έβαλαν στη φωτιά και έφαγαν το δείπνο τους. Ο Νυφίτσα όμως δεν ήταν καθόλου ευχαριστημένος που αυτές οι δυο γυναίκες είχαν κάτσει δίπλα στον αδερφό του, τον Κουνάβι-Του-Πεύκου. Εκείνον όμως δεν τον πείραζε καθόλου, απλά καθόταν ήσυχα και κάπνιζε την πίπα του. </p><br><p>Στο μεταξύ, ο Άνθρωπος-Γεράκι είχε γυρίσει σπίτι του και είδε πως οι γυναίκες του είχαν φύγει. Θύμωσε πάρα πολύ και αμέσως πήρε και φόρεσε ένα σαμάνικο μενταγιόν γύρω από τον λαιμό του. Άρχισε να χορεύει και να τραγουδά:</p><br><p>Κετγ Κετγί ουινίνο</p><p>Κετγ Κετγιά ουινίνο</p><br><p>Και αμέσως άρχισε να βρέχει.</p><br><p>Ο Νυφίτσα που το παρατήρησε πρώτος, ειδοποίησε και τους άλλους. Όλο το βράδυ έβρεχε. Το νερό ανέβαινε κι ανέβαινε μέχρι που άρχισε να μπαίνει από την πόρτα: “Πες σε αυτές τις δυο γυναίκες να πάνε από εκεί που ήρθαν, ο Άνθρωπος-Γεράκι θα μας πνίξει όλους!”. Αλλά ο Κουνάβι-Του-Πεύκου παρέμεινε σιωπηλός μέχρι το πρωί. Τότε μόνο είπε: “Δεν μου αρέσει καθόλου αυτή η κατάσταση. Πού θα βρεθεί κάποιος θαρραλέος; Να πάει και να σκοτώσει τον Άνθρωπο-Γεράκι!”. Ένας από τους πολεμιστές βγήκε μπροστά και πήρε ένα μαχαίρι και μια ασπίδα.</p><br><p>Ο Άνθρωπος-Γεράκι τώρα χόρευε ακόμη πιο έντονα με περισσότερη μανία, τόση που όποτε χοροπηδούσε το κεφάλι του φαινόταν από την τρύπα του καπνού στο σπίτι του. Ο πολεμιστής πολύ ήσυχα πλησίασε και πλησίασε και όταν ήταν πια σίγουρος πως ο Άνθρωπος-Γεράκι δεν τον έβλεπε, μεμιάς του έκοψε το κεφάλι. Έτσι απότομα σταμάτησε και η βροχή, τα σύννεφα διαλύθηκαν και το νερό υποχώρησε. Είπαν τότε οι άνθρωποι μεταξύ τους: “Όταν ο σαμάνος μας δεν είναι καλός, τότε μπορούμε κι εμείς να τον ξεφορτωνόμαστε. Έτσι θα γίνεται από δω και μπρος”. Και πήγαν πάλι να κυνηγήσουν.</p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></description>
			<itunes:summary><![CDATA[<p>Οι Ατσομάουι που αλλιώς θα τους βρούμε και ως Ατσουγκέουι, έρχονται από τη δυτική ακτή των Η.Π.Α., μεταξύ Καλιφόρνια και Όρεγκον. Μας λένε μια ιστορία που μας εξηγεί πως άλλαξαν οι ίδιοι τους κανόνες, όταν ο μάγος τους, τους έκανε παγαποντιές!</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Περιέχει έντονες σκηνές βίας, βρεφοκτονία, ανθρωποφαγία</p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ</p><br><p>Ο Άνθρωπος Γεράκι</p><br><p>Ο Ήλιος είχε μια γυναίκα, την Κοχύλω. Είπε μια μέρα στον άνδρα της: “Ζουν δυο αρχηγοί εκεί πέρα. Γιατί δεν στέλνουμε τα παιδιά μας να τους παντρευτούν;” και ο Ήλιος συμφώνησε. Πήγε τότε η Κοχύλω και είπε στα παιδιά της: “Πηγαίνετε εκεί πέρα, στον τόπο αυτόν υπάρχουν πολλοί αρχηγοί που έχουν πολλά τρόφιμα. Εσείς να βρείτε το Κουνάβι-Του-Πεύκου, είναι ο καλύτερος όλων τους”. </p><br><p>Οι αδερφές ετοιμάστηκαν. Γέμισαν τα σακίδιά τους με κοχύλια, σολομό, ψωμί από αλεύρι βελανιδιών και μούρα μανζανίτα και κατέβηκαν από τα δυτικά, αφού πέρασαν τον Ποταμό-Που-Πέφτει. Σαν έφτασαν κάτω και βγήκαν από το δάσος προς την κοιλάδα, μπροστά τους είδαν το Κογιότ που έκαιγε ένα δέντρο. Η μικρότερη αδερφή αμέσως τον αναγνώρισε και η μεγαλύτερη αμέσως τον ερωτεύτηκε παράφορα. Η μικρότερη όμως της είπε: “Συνέχισε να περπατάς, μη σταματάς! Αυτός είναι το Κογιότ, προχώρα!”. Το Κογιότ που τις είχε δει, μονολόγησε τότε: “Αχ, μακάρι να μην ήξεραν ποιος είμαι” και άρχισε να τρέχει μπροστά ζητώντας να του δοθούν κάθε λογής όμορφες φορεσιές. Πράγματι, από το πουθενά, άρχισαν να εμφανίζονται ρούχα άριστης ποιότητας τα οποία το Κογιότ φόρεσε αμέσως. Μέχρι και το χαρακτηριστικό του λακκάκι κατάφερε να αλλάξει. Περίμενε τις αδερφές λίγο παρακάτω, μα σαν τον είδε η μικρότερη αμέσως τον αναγνώρισε πάλι και είπε: “Δεν σταματάμε, ας συνεχίσουμε, αυτό είναι το Κογιότ!” και συνέχισαν.</p><br><p>Προχώρησαν και προχώρησαν μέχρι που στο βάθος είδαν καπνό να υψώνεται: “Κάποιος μένει κατά ΄κει. Ας πάμε για επίσκεψη και για&nbsp;να μάθουμε προς τα πού να συνεχίσουμε”. Έτσι πλησίασαν τον καπνό, ο οποίος έβγαινε από ένα σπίτι, μπήκαν στο σπίτι και μέσα του βρήκαν τον Άνθρωπο-Γεράκι. Ήταν σαμάνος και ήταν ξαπλωμένος με την πλάτη γυρισμένη στη φωτιά:</p><p>Από πού έρχεστε; τις ρώτησε. Πού πηγαίνετε;</p><p>Ο πατέρας και η μητέρα μάς είπαν να πάμε να βρούμε τον Πλατ θταού Ικα, είπε η μεγαλύτερη, στα αδέρφια Κουνάβι-Του-Πεύκου που μόνο κοχύλια (dentalium) αφοδεύουν, εκεί πρέπει να πάμε. </p><p>Α! τους είπε ο Άνθρωπος-Γεράκι, μάλλον εμένα εννοούσαν. Εγώ είμαι ο Άνθρωπος-Γεράκι και αφοδεύω μόνο χάντρες. Είμαι κι εγώ αρχηγός. Βγαίνω έξω και κυνηγώ και στέλνω και τον λαό μου έξω να κυνηγήσει και να φέρει ξύλα. Και τι είδους σπίτι έχει αυτός που σας έστειλε ο πατέρας σας να βρείτε;</p><p>Έξω από το σπίτι, σ΄ ένα πάσσαλο κρέμεται το τομάρι μιας αρκούδας, έτσι μας είπαν, εξήγησε η μεγαλύτερη αδερφή. </p><p>Α, τότε, απάντησε ο Άνθρωπος-Γεράκι, σίγουρα είμαι αυτός που ήρθατε να βρείτε, να, εκεί κρέμεται το τομάρι της αρκούδας. Περιμένετε λίγο και θα σας αποδείξω πως εγώ είμαι αυτός που ψάχνατε. Βγάλτε τα καπέλα σας και κρατήστε τα ανάποδα. </p><br><p>Τα κορίτσια έκαναν όπως τους είπε και έβγαλαν τα καπέλα τους. Εκείνος πήγε και αφόδευσε μέσα σε αυτά. Μάλιστα αφόδευσε κροταλίες. Μετά τους είπε: “Κλείστε τα μάτια σας” και τα κορίτσια έκλεισαν αμέσως τα μάτια τους. Τότε άκουσαν τους κροταλίες και νόμισαν πως μέσα στα καπέλα τους υπήρχαν όντως κοχύλια γιατί αναγνώρισαν τον ίδιο θόρυβο που έκαναν κι αυτά. Τους είπε τότε ο Άνθρωπος-Γεράκι: “Πάμε σπίτι μου λοιπόν!” κι αυτές τον ακολούθησαν.</p><br><p>Φόρεσαν τα σακίδια τους και ξεκίνησαν όλοι μαζί: “Εσείς να πηγαίνετε αργά, εγώ θα πηγαίνω μπροστά”. Και συνέχισαν έτσι. Ο Άνθρωπος-Γεράκι πήγαινε πιο γρήγορα κι έτσι έφτασε στον προορισμό τους πρώτος. Ο πάσσαλος με το τομάρι αρκούδας ήταν στημένος στο απέναντι σπίτι από το δικό του, μα εκείνος το έβγαλε και το στερέωσε μπροστά στο δικό του πριν να φτάσουν τα κορίτσια. Σαν έφτασαν και οι αδερφές και είδαν σε ποιο σπίτι απέξω στεκόταν ο πάσσαλος με το τομάρι σε αυτό μπήκαν και έβγαλαν από την πλάτη τα σακίδιά τους. Ο Άνθρωπος-Γεράκι όμως είχε ήδη γυναίκα αλλά πρόλαβε να της πει να πάει να σταθεί στην άλλη μεριά του σπιτιού και αντί για άνδρα της να τον φωνάζει γιο της. Εκείνη το υποσχέθηκε. Έτσι, μόλις μπήκαν στο σπίτι οι αδερφές, ο Άνθρωπος-Γεράκι τους είπε να πάνε κάτσουν στη θέση της συζύγου και αυτές το έκαναν. </p><br><p>Στο χωριό εντωμεταξύ άρχισαν να καταφτάνουν οι κυνηγοί με τα ελάφια τους, τα οποία κι άρχισαν να στοιβάζουν σε έναν σωρό. Έστειλαν ένα αγόρι να πάει να ειδοποιήσει τον Άνθρωπο-Γεράκι και όταν το αγόρι έφτασε στο σπίτι του, εκείνος πήρε κάτι ξερά χορτάρια να κάνει θόρυβο να μην ακούσουν οι γυναίκες τι θα του έλεγε το παιδί. Στη συνέχεια γύρισε και είπε στις δυο τους: “Πάω να πάρω τη μοιρασιά μου από το κρέας. Εγώ παλιά έπαιρνα μόνο για εμένα μιας και δεν είχα γυναίκα, αλλά τώρα θα πρέπει να ζητήσω περισσότερο”. Βγήκε λοιπόν παίρνοντας μαζί του κι ένα καλάθι. Πήγε εκεί που βρίσκονταν όλοι τους και έκατσε στο χώμα με το στόμα ανοικτό. Καθώς οι άλλοι έτρωγαν το κρέας τους, του πετούσαν τα κόκκαλα κατευθείαν στο στόμα κι αυτός τα κατάπινε ολόκληρα. Άρχισαν τότε να τον κοροϊδεύουν λέγοντας: “Άκουσα πως κατέφτασαν στην πόλη δυο κορίτσια, του λόγου σου ήρθαν να παντρευτούν;” και όλοι τους έβαλαν τα γέλια. </p><br><p>Όταν τελείωσαν και έφυγαν όλοι, έκανε το ίδιο και ο Άνθρωπος-Γεράκι. Πήγε και κρύφτηκε στην πίσω μεριά του σπιτιού του και χωρίς να τον δει κανείς έκοψε δυο μεγάλα κομμάτια από τα μπούτια του και τα έβαλε στο καλάθι. Σαν να μη συμβαίνει τίποτα , το πήγε σπίτι και το έδωσε στις γυναίκες του να το μαγειρέψουν. Παρόλο που βρωμούσε και είχε απαίσια γεύση το έφαγαν, αφού νόμισαν πως ήταν ελάφι. Έπειτα έπεσαν να κοιμηθούν. </p><br><p>Την επόμενη μέρα ο Άνθρωπος-Γεράκι βγήκε πάλι από το σπίτι λέγοντας πως θα πήγαινε για κυνήγι. Αντ΄ αυτού όμως έκοψε κι άλλη από τη σάρκα του και αυτή τη φορά μέχρι και κάποια από τα έντερα του έβαλε στο καλάθι. Σαν επέστρεψε το σούρουπο, πάλι οι γυναίκες του μαγείρεψαν το κρέας και το έφαγαν. Κάπου τότε έφτασε και το αγόρι να τον ειδοποιήσει, και αυτός πάλι έκανε τον θόρυβο με τα ξερόχορτα να καλύψει τη φωνή τού παιδιού. Σαν πήγε κι έκατσε μαζί με τους άλλους, του πετούσαν πάλι κόκκαλα και όλο και τον κορόιδευαν, όπως και την προηγούμενη μέρα.</p><br><p>Στο μεταξύ όμως, η μικρότερη αδερφή τον είχε ακολουθήσει και τα είχε δει όλα. Γύρισε στο πλευρό της αδερφής της και της είπε: “Έτσι είσαι πάντα, ξεροκέφαλη και δεν παίρνεις συμβουλή από κανέναν. Είμαι σίγουρη τώρα πως ο αρχηγός που ήτανε να παντρευτούμε μένει απέναντι κι όχι εδώ. Τούτος εδώ μας ξεγέλασε και πήρε το τομάρι από την πόρτα του άλλου και το έβαλε στη δική του”.&nbsp;Σαν γύρισε ο Άνθρωπος-Γεράκι πρόσφερε στις γυναίκες το κρέας που είχε φέρει, μα εκείνες δεν έφαγαν τίποτα.</p><br><p>Το πρωί ο άνδρας βγήκε πάλι έξω να κυνηγήσει. Οι αδερφές τότε, σκότωσαν τα παιδιά τους, έβαλαν τα καλά τους, γέμισαν τα σακίδιά τους και βγήκαν από το σπίτι. Πήγαν στο απέναντι σπίτι και σαν μπήκαν και είδαν τον Κουνάβι-Του-Πεύκου έκατσαν στο πλευρό του. Άρχισαν αργότερα να καταφτάνουν και οι άνδρες που ένας ένας άφηναν τα ελάφια που είχαν σκοτώσει εκείνη την ημέρα. Τα έγδαραν και τα έκοψαν προσεκτικά, τα έβαλαν στη φωτιά και έφαγαν το δείπνο τους. Ο Νυφίτσα όμως δεν ήταν καθόλου ευχαριστημένος που αυτές οι δυο γυναίκες είχαν κάτσει δίπλα στον αδερφό του, τον Κουνάβι-Του-Πεύκου. Εκείνον όμως δεν τον πείραζε καθόλου, απλά καθόταν ήσυχα και κάπνιζε την πίπα του. </p><br><p>Στο μεταξύ, ο Άνθρωπος-Γεράκι είχε γυρίσει σπίτι του και είδε πως οι γυναίκες του είχαν φύγει. Θύμωσε πάρα πολύ και αμέσως πήρε και φόρεσε ένα σαμάνικο μενταγιόν γύρω από τον λαιμό του. Άρχισε να χορεύει και να τραγουδά:</p><br><p>Κετγ Κετγί ουινίνο</p><p>Κετγ Κετγιά ουινίνο</p><br><p>Και αμέσως άρχισε να βρέχει.</p><br><p>Ο Νυφίτσα που το παρατήρησε πρώτος, ειδοποίησε και τους άλλους. Όλο το βράδυ έβρεχε. Το νερό ανέβαινε κι ανέβαινε μέχρι που άρχισε να μπαίνει από την πόρτα: “Πες σε αυτές τις δυο γυναίκες να πάνε από εκεί που ήρθαν, ο Άνθρωπος-Γεράκι θα μας πνίξει όλους!”. Αλλά ο Κουνάβι-Του-Πεύκου παρέμεινε σιωπηλός μέχρι το πρωί. Τότε μόνο είπε: “Δεν μου αρέσει καθόλου αυτή η κατάσταση. Πού θα βρεθεί κάποιος θαρραλέος; Να πάει και να σκοτώσει τον Άνθρωπο-Γεράκι!”. Ένας από τους πολεμιστές βγήκε μπροστά και πήρε ένα μαχαίρι και μια ασπίδα.</p><br><p>Ο Άνθρωπος-Γεράκι τώρα χόρευε ακόμη πιο έντονα με περισσότερη μανία, τόση που όποτε χοροπηδούσε το κεφάλι του φαινόταν από την τρύπα του καπνού στο σπίτι του. Ο πολεμιστής πολύ ήσυχα πλησίασε και πλησίασε και όταν ήταν πια σίγουρος πως ο Άνθρωπος-Γεράκι δεν τον έβλεπε, μεμιάς του έκοψε το κεφάλι. Έτσι απότομα σταμάτησε και η βροχή, τα σύννεφα διαλύθηκαν και το νερό υποχώρησε. Είπαν τότε οι άνθρωποι μεταξύ τους: “Όταν ο σαμάνος μας δεν είναι καλός, τότε μπορούμε κι εμείς να τον ξεφορτωνόμαστε. Έτσι θα γίνεται από δω και μπρος”. Και πήγαν πάλι να κυνηγήσουν.</p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></itunes:summary>
		</item>
		<item>
			<title>Το Όνειρο και ο Θάνατος του Μπάλντερ</title>
			<itunes:title>Το Όνειρο και ο Θάνατος του Μπάλντερ</itunes:title>
			<pubDate>Fri, 06 Aug 2021 18:55:09 GMT</pubDate>
			<itunes:duration>48:43</itunes:duration>
			<enclosure url="https://sphinx.acast.com/p/open/s/6013ebce985ab977d52addcc/e/610d858ddd24fe0015c41ea9/media.mp3" length="59117285" type="audio/mpeg"/>
			<guid isPermaLink="false">610d858ddd24fe0015c41ea9</guid>
			<itunes:explicit>false</itunes:explicit>
			<link>https://www.karakaxa.org/%CE%B5%CF%80%CE%B5%CE%B9%CF%83%CF%8C%CE%B4%CE%B9%CE%B1</link>
			<acast:episodeId>610d858ddd24fe0015c41ea9</acast:episodeId>
			<acast:showId>6013ebce985ab977d52addcc</acast:showId>
			<acast:episodeUrl>mitos50</acast:episodeUrl>
			<acast:settings><![CDATA[FYjHyZbXWHZ7gmX8Pp1rmbKbhgrQiwYShz70Q9/ffXZMTtedvdcRQbP4eiLMjXzCKLPjEYLpGj+NMVKa+5C8pL4u/EOj1Vw4h5MMJYp0lCcFAe0fnxBJy/1ju4Qxy1fh8gO4DvlGA40yms2g0/hOkcrfHIopjTygHFqGwwOPKFIai4SuTvs86Lx3UYCyl6Zs+WO4fC9bB8/2bSJALEZpunHdJA38/ZCmkJMYOTmjFjr+S4LJ41x6y1G+eaE0o8zbTjQqaQwIzvjxX4gTke8dADv9cWt6eas2mLRVFDIPamYB3zIEHpsXWjUwXqipSqM7]]></acast:settings>
			<itunes:subtitle>Μίτος</itunes:subtitle>
			<itunes:episodeType>full</itunes:episodeType>
			<itunes:episode>50</itunes:episode>
			<itunes:image href="https://assets.pippa.io/shows/6013ebce985ab977d52addcc/1628276098160-a1c71a00a801f369f1c43311320adbfe.jpeg"/>
			<description><![CDATA[<p>Θα είναι η πρώτη, αλλά δυστυχώς όχι και η τελευταία φορά που θα πεθάνει ολόκληρος θεός σε μια ιστορία. Από τη Σκανδιναβική Μυθολογία, σας φέρνουμε ένα στυγμιότυπο πλούσιο σε γενεές, τόπους και έθιμα των βόρειων λαών της Ευρώπης. Καλή ακρόαση!</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Περιέχει έντονες σκηνές βίας, βία ενάντια σε ζώα </p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>Ηχητικά εφέ: freesound.org</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ</p><br><p>Το Όνειρο και ο Θάνατος του Μπάλντερ</p><br><p>Το Όνειρο</p><br><p>Ο Θεός μούγκρισε. Στριφογύρισε και διπλώθηκε στα δυο καθώς προσπαθούσε να ξεφύγει από τις σκοτεινές φιγούρες. Λαχάνιασε και μούγκρισε ξανά και τότε ξύπνησε. Ο ομορφότερος των θεών έμεινε έτσι για λίγο στο ημίφως. Το πρόσωπό του έλαμπε λευκότερο κι από αλάβαστρο και τα μαλλιά του αστράφτανε. Προσπάθησε να ξορκίσει το όνειρο που μόλις είχε δει, να ονομάσει την κάθε μορφή που του είχε παρουσιαστεί και μετά να την διώξει. Όμως, τώρα που είχε ξυπνήσει, οι φιγούρες, άμορφες πια, είχαν ήδη κρυφτεί στις σκιές. Ο φόβος του σύντομα μετατράπηκε σ΄ ένα υποβόσκον προαίσθημα, έκλεισε πάλι τα μάτια του και ξαναβυθίστηκε σε ύπνο.</p><br><p>Οι φρικαλέοι και σκελετωμένοι του επισκέπτες τότε βρήκαν ξανά την ευκαιρία και βγήκαν από τις τρύπες και τις σκιές τους με μοναδικό σκοπό να κλέψουν το φως του Θεού από μέσα του. Εκείνος κλώτσησε και τεντώθηκε. Φώναξε και η ίδια του η φωνή τον ξύπνησε. Γι΄ άλλη μια φορά αισθανόταν εκτεθειμένος, τρομοκρατημένος και καταδικασμένος.</p><br><p>Όταν οι θεοί και οι θεές έμαθαν για τα όνειρα του Μπάλντερ, αγχωμένοι συγκεντρώθηκαν να συζητήσουν το νόημά τους. Είπαν πως αυτός ήταν ο πιο ελεήμων, ο πιο ευγενής και ο πιο αγαπημένος όλων τους, δηλαδή ο τελευταίος που του άξιζε να του συμβεί κάτι τόσο σκοτεινό. Παρατήρησαν πως ποτέ στο παρελθόν κάτι τόσο καταχθόνιο δεν είχε διαβεί το κατώφλι του Μπρέινταμπλικ. Λέγοντάς τα όμως όλα αυτά, η ανησυχία τους οξύνθηκε. Κανείς τους δεν μπορούσε να εξηγήσει αυτά τα όνειρα του Μπάλντερ.</p><br><p>“Εγώ ο ίδιος θα πάω”, είπε τότε ο Πατριάρχης, ο Πατέρας του Μπάλντερ, “και θα επιστρέψω μόνον όταν βρω την εξήγηση”. Ο μάγος, παλιός όσο ο ίδιος ο χρόνος, σηκώθηκε τότε βιαστικά και άφησε πίσω του το συμβούλιο των θεών. Σέλωσε τον Σλέιπνιρ, κάλπασε πάνω από το τρεμάμενο ουράνιο τόξο και πήρε τον μακρύ μακρύ δρόμο που οδηγούσε από τα βόρεια της Μίντγκαρντ ως κάτω στην σκοτεινή και αέναα κινούμενη ομίχλη της Νίφλαϊμ.</p><br><p>Το κυνηγόσκυλο της Χελ άκουσε τον Όντιν να καταφτάνει. Οι τρίχες στον λαιμό και το στέρνο τού νάνου Γκαρμ καλύφθηκαν με ξερό αίμα και έτρεξε να κρυφτεί, αφήνοντας το πόστο του στη σπηλιά που ήταν η είσοδος του κάτω κόσμου. Μα ο Άρχοντας των Ρουνικών δεν του έδωσε σημασία. Κάλπασε και κάλπασε με τέτοια μανία που το παγωμένο έδαφος βρόντηξε κάτω από τις οκτώ οπλές του Σλέιπνιρ και δεν σταμάτησε μέχρι που έφτασε στην απαγορευμένη αίθουσα της Χελ.</p><br><p>Εκεί ο Όντιν ξεπέζεψε. Κοίταξε τριγύρω του την αίθουσα. Ήταν γεμάτη από τους νεκρούς και έλαμπε από τα χρυσά δαχτυλίδια και τα κάθε λογής χρυσά αντικείμενα. Οδήγησε τον Σλέιπνιρ στην ανατολική είσοδο της αίθουσας, όπου ήταν θαμμένη η μάντισσα. Ο Όντιν στάθηκε δίπλα στον τάφο της και τον κοίταξε επίμονα με το ένα του γυαλιστερό μάτι. Άρχισε να κάνει τα μαγικά του και τότε, μέσα από τη σκοτεινή ομίχλη, φάνηκε το χλωμό πνεύμα της μάντισσας που άρχισε να αιωρείται από πάνω του:</p><p>Ποιος, αναστέναξε εκείνη, ποιος ξένος με ανάγκασε να σηκωθώ και να ξαναβρεθώ στον τόπο των λυγμών; Το χιόνι πια μ΄ έχει καλύψει, η βροχή μ΄ έχει μαστιγώσει, η δροσιά μ΄ έχει μουσκέψει. Είμαι νεκρή πολύ καιρό τώρα.</p><p>Με λένε Βέγκταμ ο Περιπλανητής, απάντησε ο Όντιν, και είμαι ο γιος του Βάλταμ. Πες μου τι σκαρώνει η Χελ. Έχω ταξιδέψει πέρα απ΄ όλους τους άλλους κόσμους για να φτάσω εδώ. Γιατί έχουν τοποθετηθεί τόσα χρυσά δαχτυλίδια σε όλους τους πάγκους και γιατί έχει στολιστεί όλη η αίθουσα με τόσο χρυσάφι; Περιμένετε κάποιον επισκέπτη;</p><p>Το καλύτερο μελόποτο, είπε η μάντισσα, ετοιμάζεται τώρα για τον ερχομό του Μπάλντερ και μια ασπίδα καλύπτει τη χύτρα. Παρόλη τη δόξα τους, όλοι οι θεοί θα νιώσουν τρομακτική απελπισία. Δεν ήθελα να πω κάτι και δεν θα πω τίποτ΄ άλλο.</p><p>Μάντισσα πρέπει να μου πεις, πρόσταξε ο Όντιν, πρέπει να απαντήσεις σε ότι σε ρωτάω. Ποιος θα σκοτώσει τον Μπάλντερ και θα κλέψει τη ζωή από τον γιο του Όντιν;</p><p>Ο τυφλός Χοντ θα φέρει ένα κακορίζικο κλαδί. Αυτός θα σκοτώσει τον Μπάλντερ και θα κλέψει τη ζωή από τον γιο του Όντιν. Δεν ήθελα να πω κάτι και δεν θα πω τίποτ΄ άλλο.</p><p>Μάντισσα πρέπει να μου πεις, είπε πάλι ο Όντιν, πρέπει να απαντήσεις σε ότι σε ρωτάω. Ποιος θα πάρει εκδίκηση από τον Χοντ; Ποιος θα πάει τον φονιά του Μπάλντερ στην πυρά να καεί;</p><p>Η Ριντ θα ζευγαρώσει με τον Όντιν, είπε η μάντισσα, και γιος τους θα είναι ο Βάλι, γεννημένος στην Βεστρσαλίρ, στη Δύση. Θα πάρει εκδίκηση όταν θα είναι μόλις μιας νύχτας. Δεν θα πλύνει τα χέρια του μα ούτε θα χτενίσει τα μαλλιά του προτού να πάει τον φονιά του Μπάλντερ στην πυρά. Δεν ήθελα να πω κάτι και δεν θα πω τίποτ΄ άλλο.</p><p>Μάντισσα πρέπει να μου πεις, επέμεινε ο Όντιν, πρέπει ν΄ απαντήσεις σε ό,τι σε ρωτάω. Ποιες είναι οι κυράδες που θα θρηνήσουν και θα πετάξουν τα πέπλα τους στον Ουρανό;</p><p>Δεν είσαι ο Βέγκταμ, είπε τότε η μάντισσα, κι ας πίστεψα πως είσαι. Είσαι ο Όντιν ο μάγος, παλιός όσο ο ίδιος ο χρόνος.</p><p>Κι εσύ δεν είσαι μάντισσα, είπε ο Όντιν, ούτε καμιά σοφή. Είσαι η μητέρα των τριών τεράτων.</p><p>Κάλπασε μέχρι το σπίτι σου πάλι Όντιν και καυχίσου σε όλους για τα κατορθώματά σου, του είπε τότε η μάγισσα και στη φωνή της άρχισε να διακρίνεται κάτι επιθετικό και συνάμα κοροϊδευτικό. Κανείς δε θα με ξυπνήσει ξανά μέχρι ο Λόκι να ελευθερωθεί από τα δεσμά του και όλες οι δυνάμεις του σκότους να συγκεντρωθούν για τη Ράγκναροκ. </p><br><p>Το πνεύμα, χλωμό και φωτεινό, άρχισε τότε να λιώνει μέχρι που μπήκε ολόκληρο πίσω στον τάφο του.</p><br><p>Ο Όντιν γύρισε από την άλλη. Καβάλησε τον Σλέιπνιρ με βαριά καρδιά.</p><br><p>Ο Θάνατος</p><br><p>Υπό τη σκιά των φρικτών ονείρων του Μπάλντερ, ονείρων που φαινόταν ότι σε λίγο θα τον τραβούσαν στο έρεβος για πάντα, οι θεοί και οι θεές συγκεντρώθηκαν πάλι. Κανείς τους δεν είχε την παραμικρή αμφιβολία πως η ζωή του Μπάλντερ κινδύνευε κι εδώ και πολλές ημέρες σκεφτόντουσαν και συζητούσαν τι να κάνουν για να τον σώσουν. </p><br><p>Οι θεοί και οι θεές σκέφτηκαν όλους τους τρόπους που μπορούσε να πεθάνει κανείς. Ονόμασαν όλες τις γήινες, θαλάσσιες και ουράνιες αιτίες που μπορούν να προκαλέσουν θάνατο. Έπειτα, η μητέρα του Μπάλντερ η Φριγκ, ξεκίνησε ένα ταξίδι μέσα από τους εννέα κόσμους όπου και θα υποχρέωνε κάθε ουσία και αντικείμενο να ορκιστεί πως ποτέ δεν θα έκανε κακό στον Μπάλντερ.</p><br><p>Η φωτιά ορκίστηκε. Το νερό ορκίστηκε. Ο σίδηρος και όλα τα άλλα μέταλλα ορκίστηκαν. Οι πέτρες ορκίστηκαν. Τίποτα δεν μπορούσε να σταματήσει τη Φριγκ από την αποστολή της ούτε ν΄ αντισταθεί στην ακαταμάχητη δύναμη της πειθούς της. Το χώμα ορκίστηκε. Τα δέντρα ορκίστηκαν. Κάθε είδους αρρώστια ορκίστηκε. Η μητέρα του Μπάλντερ ήταν υπομονετική και τρομερά πιεστική. Όλα τα ζώα ορκίστηκαν και μαζί τους και όλα τα γλοιώδη ερπετά. </p><br><p>Έπειτα, οι θεοί και οι θεές ξανασυγκεντρώθηκαν και η Φριγκ τους διαβεβαίωσε πως έκανε όπως ακριβώς της είχαν πει και πως τίποτα σε ολόκληρη την πλάση δεν θα έκανε κακό στον Μπάλντερ: “Ας το δοκιμάσουμε”, είπαν τότε κι ένας τους σήκωσε μια πέτρα και την πέταξε στο κεφάλι του Μπάλντερ. Όση δύναμη και να είχε αυτή η πέτρα μέσα της, τη συγκράτησε και ο Μπάλντερ ούτε που κατάλαβε ότι κάτι τον χτύπησε: “Δεν το ένιωσα καθόλου”, είπε.</p><br><p>Τότε όλοι οι θεοί και οι θεές γέλασαν με την καρδιά τους. Άφησαν πίσω τους το Γκλαδσχάιμ και ξεχύθηκαν έξω στον ήλιο. Ήδη η χρυσή είσοδος και οι χρυσοί τοίχοι έλαμπαν από την αντανάκλαση του φωτός και σαν βγήκαν, βρήκαν την καταπράσινη πεδιάδα του Ίνταβολλ να σφίζει από ζωή - όλοι οι υπηρέτες των θεών πηγαινοέρχονταν με τις δουλειές τους, παρέες ανοιχτόχρωμων ξωτικών περέλαυναν ανέμελα, επισκέπτες της Άσγκαρντ χάζευαν την ομορφιά τριγύρω τους και αμέτρητα ζωντανά έβοσκαν και συμπεριφέρονταν λες και στ’ αλήθεια απολάμβαναν τη ζωή.</p><br><p>Συνηθιζόταν οι θεοί να συναντιούνται στο Γκλαδσχάιμ και οι θεές στο Βίνγκολφ, αυτοί ήταν οι κυρίαρχοι της Άσγκαρντ. Εκεί συζητούσαν τις πράξεις και τα πεπρωμένα των ηρώων της Μίντγκαρντ και, μόλις τελείωναν τα συμβούλια αυτά, όλοι τους μαζεύονταν σ΄ ένα μέρος και περνούσαν ευχάριστα κουτσομπολεύοντας, συζητώντας και απλά περνώντας καλά. Πότε πότε έπιναν, πότε πότε τραγουδούσαν, άλλες φορές αγωνίζονταν και άλλες φορές έπαιζαν παιχνίδια. </p><br><p>Σύντομα, οι θεοί είπαν να πάνε να δουν πώς ήταν ο Μπάλντερ. Τους είχε αρέσει πολύ αυτή η ασχολία του να του πετούν διάφορα αντικείμενα σε διάφορα μέρη του σώματός του και αυτός απλά να λέει: “Δεν το ένιωσα καθόλου!”. Οι θεοί με αυτό γελούσαν και όλο και ανέβαζαν τον πήχη δυσκολίας των δοκιμασιών. Μάλιστα κάποια στιγμή ξεθάρρεψαν τελείως και έστηναν τον Μπάλντερ στον τοίχο σαν στόχο. Κάποιοι του πετούσαν τότε βελάκια με απίστευτα μυτερές άκρες, τα οποία όμως ίσα που τον άγγιζαν και μετά έπεφταν στο πάτωμα. Άλλοι έφεραν ολόκληρους βράχους και του τους πετούσαν κατακέφαλα. Άλλοι τον χτυπούσαν με τσεκούρια κι άλλοι με ξίφη, μα όσο καλοσμηλεμένες κι αν ήταν οι λεπίδες τους, στον Μπάλντερ δεν έκαναν ούτε γρατζουνιά. Έτσι, ο ομορφότερος και πιο καλοσυνάτος όλων των θεών, είχε γίνει τώρα ο στόχος των πιο βίαιων επιθέσεων κι ας μην πάθαινε τίποτα. Όλοι οι παρευρισκόμενοι διασκέδαζαν τρομερά με αυτό το νέο παιχνίδι και πανηγύριζαν σαν τρελοί κάθε φορά που ο Μπάλντερ τη γλύτωνε ξανά και ξανά.</p><br><p>Όλοι εκτός από τον Λόκι. Ο Πανούργος, παρακολουθούσε τι γινόταν με αδημονία κι αποστροφή. Οι ταραχές και τα δεινά ήταν το οξυγόνο του και το να βλέπει τον Μπάλντερ να διασκεδάζει αλάβητος όλες αυτές τις επιθέσεις, τον αηδίαζε. Μέρα με τη μέρα αυτή η αντιπάθεια του Λόκι του Πανούργου μεγάλωνε και μεγάλωνε μέχρι που τον κατέλαβε πλήρως. Από τη μια αρνιόταν να συμμετέχει στο παιχνίδι αυτό, αλλά από την άλλη δεν μπορούσε και να μένει μακριά. </p><br><p>Ένα απόγευμα, εκεί που ο Λόκι στεκόταν τεμπέλικα στην πόρτα της αίθουσας του Γκλαδσχάιμ κοιτάζοντας τη συγκέντρωση, κατέβασε μια ιδέα. Μισοέκλεισε τα μάτια, έγλειψε τα χείλη του με ευχαρίστηση και χαμογέλασε πλατιά. Χωρίς να τον καταλάβει κανείς, έφυγε από το μπούγιο και κατευθύνθηκε προς τη Φένσαλιρ.</p><br><p>Ο Λόκι κοντοστάθηκε για λίγο, δεν υπήρχε κανείς τριγύρω. Όταν σιγουρεύτηκε πως ήταν εντελώς μόνος, άρχισε να μουρμουρά το ξόρκι. Έτσι, ο Μεταμορφωτής είχε γίνει στη στιγμή γριά γυναίκα. </p><br><p>Η Φριγκ βρισκόταν μόνη στην αίθουσα του θρόνου της και σε αυτό είχε υπολογίσει ο Λόκι. Κουτσαίνοντας, διέσχισε όλη την αίθουσα ρουφώντας τη μύτη του και βήχοντας αηδιαστικά, με μύξες να του τρέχουν από τη μύτη τις οποίες και σκούπιζε στα μαύρα κουρέλια που φορούσε: “Μα που βρίσκομαι;” ρώτησε απαιτητικά. </p><br><p>Η Φριγκ σηκώθηκε από τον θρόνο της, χαιρέτησε τη γριά γυναίκα και της συστήθηκε: “Πω πω, βρίσκομαι πολύ μακριά από το σπίτι μου”, είπε η γριά, “και δε νομίζω πως άξιζε κιόλας να έρθω ως εδώ”. Η Φριγκ την άκουσε υπομονετικά: “Πέρασα απ΄ έξω από ένα μέρος πριν λίγο και ήταν τόσο μα τόσο θορυβώδες!”, συνέχισε η γριά, “Φώναξα αλλά κανείς δε μου έδωσε σημασία. Όλοι εκεί ήταν απασχολημένοι να πετροβολούν έναν κακόμοιρο άνδρα! Τον άμοιρο… Είχε το πιο λευκό πρόσωπο που έχω δει ποτέ μου και τα πιο ξανθά μαλλιά… Όλοι εναντίον ενός, αμέ… Δεν ήξερα ότι τέτοιες σκληρότητες συνέβαιναν εδώ στην Άσγκαρντ”. Μα η Φριγκ χαμογέλασε ελαφρά και άφησε τη γριά γυναίκα να τελειώσει αυτό που ήθελε να πει: “Δεν έμεινα και πολύ, ποτέ δεν μου άρεσαν οι λιθοβολισμοί. Μα ποιος να το φανταζόταν, να έρθω τόσο μακριά για να ξαναβρώ μια από τα ίδια. Δεν του έμενε και πολύ του νεαρού, ναι, σίγουρα. Θα είναι νεκρός τώρα”. Καθώς η γριά μουρμούραγε και μονολογούσε, ήταν λες και είχε ξεχάσει ολωσδιόλου πως δεν ήταν μόνη της. Μα ξάφνου σήκωσε αποφασιστικά το κεφάλι της και με το βλέμμα της κάρφωσε τη Φριγκ: “Τι συνέβαινε εκεί λοιπόν; Γιατί τον λιθοβολούσαν τον νεαρό;”.</p><br><p>Η Φριγκ εξήγησε στη γριά πως αυτό που είχε δει δεν ήταν λιθοβολισμός μα ένα καινούριο παιχνίδι που είχαν βρει οι θεοί να παίζουν με τον ίδιο της τον γιο. Συνέχισε λέγοντάς της πως όσες πέτρες και να του πετούσαν, ο Μπάλντερ δεν θα πάθαινε τίποτα και πως αν ήθελε, κι εκείνη μπορούσε να πάει να του ρίξει:</p><p>Μα τι μαγικά είναι αυτά, είπε έκπληκτη η γριά και το αχνό μουστάκι που είχε στο χείλος της άρχισε να συσπάται πολύ παράξενα.</p><p>Τίποτα δεν μπορεί να κάνει κακό στον Μπάλντερ, αποκρίθηκε η Φριγκ, κανένα μέταλλο ή ξύλο δεν θα τον βλάψει. Όλα τα πράγματα μου το ορκίστηκαν.</p><p>Όλα; είπε η γριά. Ακόμη και μια τσιμπιά αλάτι;</p><br><p>Η Φριγκ άρχισε να ενοχλείται από αυτή την πολυλογού και σε αυτό απλά σήκωσε τους ώμους της αδιάφορα ελπίζοντας πως η γριά θα τελείωνε την κουβέντα τους εκεί:</p><p>Όλα; επανέλαβε η γυναίκα ρουφώντας τη μύτη της. Θέλεις να μου πεις ότι όλα τα πράγματα σου έχουν ορκιστεί πως δεν θα βλάψουν τον Μπάλντερ;</p><p>Όλα, επανέλαβε η Φριγκ. Εκτός από έναν μικρό θάμνο που φυτρώνει στα δυτικά της Βαλχάλα, τον ιξό. Ήταν τόσο μικρός που δεν ασχολήθηκα μαζί του.</p><p>Α, καλά, γρύλισε τότε η γριά χαμογελώντας. Μου έφτιαξες την ημέρα που έκατσες και μου μίλησες, ναι, μου έφτιαξες την ημέρα. Ας πηγαίνω λοιπόν.</p><br><p>Η Φριγκ έγυρε το κεφάλι της. Η γριά τότε κουτσαίνοντας, βασανιστικά αργά, έφτασε και βγήκε από τις πόρτες της Φένσαλιρ και η Φριγκ ανακουφίστηκε που την είχε ξεφορτωθεί. </p><br><p>Σαν σιγουρεύτηκε πως πάλι ήταν μόνος, ο Μεταμορφωτής είπε ξανά τα μαγικά λόγια και γονατίζοντας, πήρε την αρχική του μορφή, ήταν πάλι ο Λόκι. Με περισσή χαρά στο βήμα, ο Κολπατζής διέσχισε την πεδιάδα του Ίνταβολλ, μέχρι που πέρασε και τα τελευταία ζώα που έβοσκαν εκεί, τα οποία και στέκονταν τελείως ακίνητα. Ο αέρας άρχισε να πυκνώνει και η ορατότητα άρχισε να μειώνεται όλο και περισσότερο. Έπεφτε το σκοτάδι. </p><br><p>Ο Λόκι βιάστηκε να φύγει από το Γκλαδσχάιμ και να φτάσει στη Βαλχάλα και καθώς άκουσε τις φωνές των Άινχερτζαρ από μακριά, ένα χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη του. Συνέχισε δυτικά, ακολουθώντας το εξασθενημένο φως, σφυρίζοντας και χαζεύοντας δεξιά κι αριστερά. Έφτασε τότε σ΄ ένα μικρό λιβάδι. Εκεί, μήτε ριζωμένον στο νερό μα μήτε και στη γη, τον είδε να ξεφυτρώνει από τον κορμό μιας γέρικης βελανιδιάς - ο μικρός ιξός. Οι καρποί του γυάλιζαν σαν τσαμπιά από θολά μάτια. Τα φύλλα του πράσινα και κιτρινοπράσινα, τα κλαδιά του και οι φύτρες του ένα βαθύτερο πράσινο. Στο φως της ημέρας φαινόταν παράταιρος με το περιβάλλον του, πόσο μάλλον τώρα στο ημίφως.</p><br><p>Ο Λόκι άρπαξε τον μικρό θάμνο και τον τράβηξε ώσπου τον ξερίζωσε από τον κορμό της βελανιδιάς. Άφησε πίσω του το λιβάδι και πήρε τον δρόμο για το Γκλαδσχάιμ. Παράλληλα άρχισε να μαδάει τον θάμνο αναζητώντας το πιο ίσιο και χοντρό κλαδί που μπορούσε να βρει. Βρήκε ένα που ήταν μακρύ σαν μπράτσο και το καθάρισε από φύλλα και μικρότερα κλαδιά αφήνοντας πίσω του ίχνη στο έδαφος. Του ακόνισε την άκρη, έβαλε το κλαδί στη ζώνη του και φτάνοντας στον προορισμό του, διέσχισε την πόρτα της αίθουσας. </p><br><p>Τόσο απορροφημένοι ήταν όλοι όσοι είχαν μαζευτεί για το παιχνίδι στο Γκλαδσχάιμ, που κανείς δεν είχε προσέξει τον Λόκι ούτε να φεύγει μα ούτε και να επιστρέφει. Ο Πανούργος κοίταξε τριγύρω και χαμογέλασε όταν είδε ότι στο πλήθος βρισκόταν και η Φριγκ. Τα χείλη του σφίχτηκαν και τα μάτια του μίκρυναν σαν είδε και τον τυφλό Χοντ, τον αδερφό του Μπάλντερ να στέκεται ως συνήθως στην άκρη, δειλός και αργός σε κάθε του κίνηση. Ο Λόκι είδε τους θεούς να πετούν ξανά και ξανά βέλη και πέτρες στον Μπάλντερ και μάζεψε όλο του το θάρρος. Για μια στιγμή νόμισε πως θα του κόβονταν τα πόδια από τον ενθουσιασμό και την αδημονία.</p><br><p>Ένας υπηρέτης έτρεξε στο πλευρό του Λόκι και του πρόσφερε κρασί. Ο Λόκι, με μια γουλιά, ήπιε όλο το κρασί και σουλατσάρησε για λίγο πίσω από το ημικύκλιο που είχε σχηματίσει το πλήθος. Πλησίασε τον Χοντ και του τσίμπησε παιχνιδιάρικα τα πλευρά:</p><p>Αυτός πρέπει να είναι ο Λόκι, είπε ο Χοντ.</p><p>Ο μοναδικός, ακούστηκε μια φωνή δίπλα στο αυτί του.</p><p>Λοιπόν; Τι θες;</p><p>Γιατί δεν συμμετέχεις κι εσύ στο γλέντι; Γιατί δεν πετάς κι εσύ βέλη και πέτρες στον αδερφό σου;</p><p>Γιατί δεν βλέπω που είναι, είπε ο Χοντ και ο Λόκι έκανε μια γκριμάτσα. Κι επίσης δεν έχω και κάτι να του ρίξω.</p><p>Α, δεν είναι σωστά πράγματα αυτά, είπε τάχα προσβεβλημένος ο Λόκι. Δεν κάνουν καλά που σε αγνοούν έτσι. Στο κάτω κάτω, εσύ δεν είσαι ο αδερφός του;</p><p>Τίποτα καλό δεν συμβαίνει όταν κρατάμε μακροχρόνια πικρία, είπε ατάραχος ο Χοντ που είχε μάθει τόσο καιρό να ζει με αυτόν τον τρόπο.</p><br><p>Τα λόγια του Χοντ ίσα που ακούστηκαν όταν στην αίθουσα ξέσπασαν εκ νέου πανηγυρισμοί και γέλια:</p><p>Τι ήταν αυτό; ρώτησε ο Χοντ.</p><p>Μια απ’ τα ίδια, είπε ο Λόκι. Άλλο ένα βέλος βρήκε τον στόχο του. Αλλά τώρα ήρθε και η σειρά σου Χοντ. Πρέπει κι εσύ να παίξεις με τον αδερφό σου όπως κάνουν όλοι.</p><p>Μα δεν έχω όπλο! επανέλαβε ο Χοντ.</p><p>Πάρε αυτό εδώ το ξυλάκι τότε, είπε ο Λόκι και έβαλε στο χέρι του Χοντ το βέλος από ιξό. Θα σου υποδείξω πού στέκεται ο Μπάλντερ και θα σου καθοδηγήσω το χέρι να του ρίξεις.</p><br><p>Τα μάτια του Λόκι τώρα είχαν πάρει φωτιά. Ολόκληρο το σώμα του καιγόταν και στο πρόσωπό του φαινόταν μια ζοφερή χαιρεκακία και μια πρωτόγονη πείνα. Ο Χοντ πήρε στο χέρι του το βέλος από ιξό και με τη βοήθεια του Λόκι το έριξε στον αδερφό του. Το βέλος πέταξε από τη μια άκρη της αίθουσας μέχρι την άλλη και χτύπησε τον Μπάλντερ. Τον τρύπησε και πέρασε από μέσα του. Ο Θεός έπεσε στο έδαφος. Ήταν νεκρός.</p><br><p>Δεν ακουγόταν πια τίποτε στο Γκλαδσχάιμ. Κανείς ήχος, μόνο μια εκκωφαντική ησυχία. Οι θεοί δεν μπορούσαν να μιλήσουν. Είχαν μείνει να κοιτούν τον ομορφότερο και σοφότερο απ΄ όλους τους να κείτεται έτσι χάμω, λαμπερός αλλά πεθαμένος. Δεν μπορούσαν ούτε να κινηθούν από εκεί που στέκονταν, έστω να πάνε να τον σηκώσουν. </p><br><p>Οι θεοί κοίταξαν ο ένας τον άλλο και ύστερα κοίταξαν τον Χοντ και τον Λόκι. Αμέσως ήξεραν, δεν είχαν καμία αμφιβολία για το ποιος είχε σκοτώσει τον Μπάλντερ, αλλά δεν μπορούσαν να πάρουν εκδίκηση. Όλο το Γκλαδσχάιμ ήταν ευλογημένο και κανείς τους δεν ήθελε να είναι ο πρώτος που θα έχυνε το αίμα άλλου σε αυτό το καταφύγιο. </p><br><p>Ο Χοντ δεν μπορούσε να δει το έντονο βλέμμα της ομήγυρης εκείνη τη στιγμή και ο Λόκι δεν μπορούσε να το αντέξει. Μ΄ έναν πήδο, έφτασε μέχρι τις πόρτες του Γκλαδσχάιμ και εξαφανίστηκε στο σκοτάδι. </p><br><p>Τότε έσπασε και αυτή η ανυπόφορη ησυχία. Οι θεοί άρχισαν να κλαίνε και να θρηνούν, να χτυπιούνται και να οδύρονται. Το κλάμα ενός είχε ξεκλειδώσει τον πόνο όλων τους. Προσπαθούσαν να μιλήσουν, μα δεν υπήρχαν λόγια να εκφράσουν την απελπισία τους και τα δάκρυά τους έπνιγαν κάθε προσπάθεια γι΄ αυτό. </p><br><p>Εκεί βρισκόταν και ο ίδιος ο Όντιν, ο οποίος φαινόταν να έχει επηρεαστεί περισσότερο απ΄ όλους τους θεούς και τις θεές. Αυτός ήξερε καλύτερα ότι αυτό που συνέβη ήταν η πιο τρομερή συμφορά που είχε βρει ποτέ θεούς και ανθρώπους κι εκείνη τη στιγμή μπορούσε να προβλέψει το μέλλον που θα ακολουθούσε τον θάνατο του γιου του. </p><br><p>Πρώτη μίλησε η Φριγκ: “Θέλει κανείς…” είπε με αδύναμη και τρεμάμενη φωνή, “θέλει κανείς εδώ να γίνει ο πιο αγαπημένος και ακριβός μου;”, ρώτησε και όλοι γύρισαν και την κοίταξαν: “Υπάρχει κάποιος εδώ να κάνει το μακρύ ταξίδι μέχρι την Χελ και να πάει να βρει τον Μπάλντερ;”. Τότε οι θεές έκρυψαν τα πρόσωπα τους στις χούφτες τους κι άρχισαν ξανά να κλαίνε: “Υπάρχει κάποιος εδώ”, επανέλαβε η Φριγκ, αυτή τη φορά δυνατότερα και πιο σθεναρά, “να δώσει στη Χελ λύτρα, να της προσφέρει κάποιο αντίτιμο να επιτρέψει στον γιο μου τον Μπάλντερ να γυρίσει σπίτι του στην Άσγκαρντ;”. Τότε ένα βήμα μπροστά έκανε ο Χέρμοντ, ο γιος του Όντιν που όλοι τον θαύμαζαν για την τόλμη και το θάρρος του: “Εγώ θα πάω!”, είπε, “είμαι έτοιμος τώρα κιόλας!”.</p><br><p>Ένας αναστεναγμός ανακούφισης ακούστηκε σε ολόκληρο το Γκλαδσχάιμ. Ο Όντιν πρόσταξε τους υπηρέτες του, οι οποίοι γρήγορα γύρισαν φέρνοντας μαζί τους τον Σλέιπνιρ, το άτι του ίδιου του Όντιν. Ο Πατέρας τότε πήρε τα γκέμια και τα έδωσε στον Χέρμοντ. Στο Γκλαδσχάιμ, ο Χέρμοντ καβάλησε τον Σλέιπνιρ. Κοίταξε τριγύρω του όλους τους θεούς και τις θεές και το άψυχο σώμα του Μπάλντερ. Σήκωσε το χέρι του και σπηρούνιασε το άλογο. Ο Σλέιπνιρ κοπάνησε τις οπλές του στο μαρμάρινο πάτωμα της αίθουσας και θεός και άλογο εξαφανίστηκαν μέσα στη σκοτεινή νύχτα.</p><br><p>Οι θεοί και οι θεές δεν κοιμήθηκαν εκείνο το βράδυ. Οργάνωσαν μια σιωπηλή αγρυπνία στο Γκλαδσχάιμ. Μαζεμένοι γύρω από το λαμπερό κορμί του Μπάλντερ, ο καθένας τους ήταν τώρα έρμαιο των σκέψεων, ελπίδων και φόβων του. Θα&nbsp;μπορούσε ο Χέρμοντ να φέρει πίσω από τους νεκρούς τον Μπάλντερ; Με ποιο τρόπο να πάρουν εκδίκηση για τον θάνατο του και για τη δυστυχία του αδερφού του Χοντ; Ποια τιμωρία άρμοζε στον Λόκι και τέλος τι σήμαινε ο θάνατος του ενός για όλους τους;</p><br><p>Καινούργια μέρα άρχισε να ξημερώνει, ένα μυστήριο φως άγγιξε την ανατολή και άρχισε γρήγορα να εξαπλώνεται απ’ άκρη σ’ ‘άκρη. Με πόνο στην καρδιά, τέσσερις θεοί σήκωσαν το σώμα τού Μπάλντερ στους ώμους και οι υπόλοιποι σχημάτισαν μια πομπή ξοπίσω τους. Έφτασαν ως την ακτή και τοποθέτησαν τη σορό του Μπάλντερ στο Ρίνγκχορν, το μεγαλόπρεπο πλοίο του με τη γυριστή πλώρη.</p><br><p>Οι θεοί ήθελαν να φτιάξουν την πυρά μέσα στο πλοίο, ανάμεσα στο κατάρτι και την πρύμνη και να το σπρώξουν στα νερά, μα η θλίψη όλων τους ήταν τέτοια που δεν τους είχε μείνει καθόλου δύναμη. Όσο και να έσπρωχναν το πλοίο να κυλήσει στους πασσάλους για να φτάσει στο νερό δεν τα κατάφερναν. Έστειλαν τότε αγγελειαφόρο μέχρι τη Γιότουνχαϊμ να καλέσει για βοήθεια τη γιγάντισσα Χυρρρόκιν. Στο μεταξύ το πλήθος της Άσγκαρντ έκατσε στην ακτή και χάζευε το κύμα που έσκαγε. Καθένας μόνος του, χαμένος στις σκέψεις και τη στεναχώρια του, χωρίς μυαλό να παρηγορήσει τους άλλους.</p><br><p>Μετά από λίγο κατέφτασε και η Χυρρόκιν. Ήταν τεράστια και σκυθρωπή και καβαλούσε έναν λύκο με φίδια για γκέμια. Μόλις ξεπέζεψε το ζώο της, ο Όντιν φώναξε τέσσερις Μπερζέρκερς και τους είπε να έχουν τον νου τους στον λύκο και στα ερπετά να μην κάνουν κακό σε κανέναν. Ο λύκος, μόνο στη θέα των τεσσάρων Μπερζέρκερς ταράχτηκε, τα μάτια του γυάλισαν και ξεφύσηξε δυνατά. Οι Μπερζέρκερς, παρόλο που έπιασαν γερά τα φιδίσια γκέμια, δυσκολεύτηκαν να ελέγξουν τον λύκο. Τους τράβηξε από τη μια μεριά και έπειτα από την άλλη, προσπαθώντας απεγνωσμένα να βρει γερό πάτημα στην αμμουδιά για να ελευθερωθεί. Οι Μπερζέρκερς τότε θόλωσαν από θυμό και, σαν τρελαμένοι λύκοι και οι ίδιοι, άρχισαν να χτυπούν με τις παντοδύναμες γροθιές τους τον λύκο της Χυρρόκιν αλύπητα μέχρι που τον παράτησαν για νεκρό πάνω στην άμμο.</p><br><p>Η Χυρρόκιν εντωμεταξύ στάθηκε μπροστά στο Ρίνγκχορν. Κοίταξε καλά το μεγάλο και συνάμα κομψό και χαριτωμένο πλοίο, και το έπιασε από την πλώρη. Έθαψε τις φτέρνες τις στην άμμο και μ΄ ένα τρομερό μουγκρητό τράβηξε και τράβηξε, τόσο δυνατά τράβηξε που το Ρίνγκχορν γλύστρισε πάνω στους πασσάλους και μπήκε με φόρα στο νερό. Ο πάσσαλοι πήραν αμέσως φωτιά και οι εννιά κόσμοι σείστηκαν: “Αρκετά!” φώναξε ο Θορ σφίγγοντας στη γροθιά του το σφυρί του. Αισθάνθηκε τη δύναμή του να επιστρέφει στο σώμα του. Η Χυρρόκιν τον κοίταξε με αποδοκιμασία: “Αρκετά!”, επανέλαβε ο Θορ, “θα σε μάθω εγώ σεβασμό”. Μα ο Όντιν και κάμποσοι άλλοι θεοί βιάστηκαν να πάνε στο πλευρό του Θορ να τον ηρεμήσουν. Τον έπιασαν από το μπράτσο και του είπαν: </p><p>Θυμήσου πως είναι εδώ γιατί εμείς την προσκαλέσαμε.</p><p>Θα της λιώσω το κρανίο εγώ, μουρμούρισε ο Θορ.</p><p>Δεν είναι σωστό να την χτυπήσουμε, του είπαν ήρεμα οι θεοί. Άσε την, αγνόησέ την.</p><br><p>Η ηφαιστειακή οργή του Θορ τότε άρχισε να καταλαγιάζει. Έδωσε μια κλωτσιά στην άμμο προκαλώντας έτσι αμμοθύελλα και αρκέστηκε να βηματίζει νευρικά πάνω κάτω στην ακτή.</p><br><p>Οι τέσσερις θεοί που είχαν κατεβάσει το σώμα του Μπάλντερ μέχρι την ακροθαλασσιά, τον σήκωσαν ξανά και μέσα από το νερό τον ανέβασαν στο Ρίνγκχορν. Τον τοποθέτησαν στα ξύλα και κάλυψαν το αψεγάδιαστο κορμί του με έναν πορφυρό χιτώνα. Από το πλήθος παρακολουθούσε και η γυναίκα του Μπάλντερ, η Νάννα. Σαν είδε τον Μπάλντερ να κείτεται πάνω στα ξύλα άψυχος, το σώμα της συσπάστηκε. Δεν μπορούσε να το ελέγξει. Ο πόνος της ήταν τόσο βαθύς που ούτε δάκρυα δεν έτρεχαν από τα μάτια της. Τότε η καρδιά της Νάννα έσπασε. Η κόρη τής Νεπ πέθανε εκεί που στεκόταν και στη συνέχεια και το δικό της σώμα τοποθετήθηκε δίπλα σε αυτό του νεκρού της άνδρα. </p><br><p>Η πομπή είχε τώρα γίνει ένα τεράστιο πλήθος. Ο Οντιν ήταν εκεί με τα δυο του κοράκια, τη Σκέψη και τη Μνήμη, στους ώμους του. Δίπλα του στεκόταν η Φριγκ και όλες οι Βαλκυρίες: Η Σείση και η Ομίχλη, η Τσεκούρα και η Μαινόμενη, η Κραυγή, η Δέσμευση και η Στριγγλιά, η Λόγχη, η Ασπίδα, η Σχεδιοχαλάστρα - όλες οι πανέμορφες κυράδες, αυτές που αποφασίζουν ποιος ζει και ποιος πεθαίνει, όλες τους ήταν στο πλευρό του Πατέρα της Μάχης. </p><br><p>Ο Φρέυρ είχε κι αυτός καταφτάσει μέσα στο άρμα του που το έσερνε ο Γκούλινμπουρστι, ο αγριόχοιρος με τα χρυσά χαλινάρια, δώρο των νάνων Μπροκκ και Εΐτρι. Ο Χάιμνταλ ήρθε από την Άσγκαρντ καβάλα στο άτι του, τον Χρυσοθύσανο. Η Φρέγια καθόταν κι αυτή στο άρμα της που το έσερναν γάτες. </p><br><p>Τα Ξωτικά ήταν εκεί. Οι Νάνοι ήταν εκεί. Εκεί στέκονταν και εκατοντάδες Γίγαντες των Πάγων και Γίγαντες των Βράχων που είχαν ακολουθήσει τη Χυρρόκιν σαν έμαθαν τι είχε συμβεί. Έτσι, επάνω σ΄ ένα μικρό κομμάτι αμμουδιάς που δεν ανήκε μήτε στη γη μήτε στη θάλασσα, είχε μαζευτεί ένα τεράστιο πλήθος από θρηνούντες και περίεργους. Τα θαλασσοπούλια πετούσαν και βουτούσαν στα νερά, ξανασηκώνονταν και έκρωζαν, η θάλασσα έκλαιγε με αναφιλητά και όλοι τους παρακολούθησαν την τελετή επάνω στο Ρίνγκχορν.</p><br><p>Τα ξύλα κάτω από τα σώματα του Μπάλντερ και της Νάννα ήταν ξερά και έτοιμα, με την παραμικρή σπίθα, να κάνουν το καθήκον τους. Με τη φωτιά τους, θα τύλιγαν τα σώματα των νεκρών και θα επέτρεπαν έτσι στα πνεύματά τους να πάνε παρακάτω. Πολυάριθμοι θησαυροί τότε άρχισαν να αφήνονται δίπλα στα σώματα των νεκρών - πόρπες και καρφίτσες, δαχτυλίδια και χτένια, ζώνες μα και μαχαίρια, ψαλίδια και κουβάδες, αδράχτια και φτυάρια και όλο το νήμα της ζωής. </p><br><p>Εντωμεταξύ, το άλογο του Μπάλντερ πηγαινοερχόταν στην ακτή ώσπου ένας υπηρέτης των θεών του βύθισε ένα μαχαίρι στον λαιμό. Εκείνο έκανε έναν βίαιο σπασμό και, χωρίς να βγάλει τον παραμικρό ήχο, σωριάστηκε χάμω. Το σώμα του κομματιάστηκε και προστέθηκε κι αυτό στις προσφορές που γίνονταν επάνω στο Ρίνγκχορν.</p><br><p>Ο Όντιν με το άλογο του πλησίασε το πλοίο και άρπαξε την κουπαστή. Ανέβηκε και στάθηκε για λίγο πάνω από το πτώμα του γιου του. Τον κοίταξε για λίγο και έπειτα αργά έβγαλε από το χέρι του το χρυσό δαχτυλίδι Ντράουπνιρ, αυτό που κάθε ένατη νύχτα παράγει οκτώ δαχτυλίδια ίσης αξίας με αυτό, και το φόρεσε στο χέρι του Μπάλντερ. Έσκυψε και πλησίασε το στόμα του στο αυτί του Μπάλντερ. Μετά ξανασηκώθηκε και τον κοίταξε για λίγο μια τελευταία φορά. Κατέβηκε κι απομακρύνθηκε από το Ρινγκχορν.</p><br><p>Μ΄ ένα του νεύμα, ένας υπηρέτης έκανε ένα βήμα μπροστά κρατώντας μια αναμμένη δάδα. Έβαλε φωτιά στα ξύλα και στη στιγμή ένας πυκνός καπνός άρχισε να υψώνεται και να χορεύει στον ήρεμο αέρα. </p><br><p>Ο Θορ σήκωσε το σφυρί του. Χαμηλά και ευλαβικά άρχισε να τραγουδά τα μαγικά λόγια που θα ευλογούσαν την καύση.</p><br><p>Τότε ένας νάνος, ο Λιτ, που είχε χάσει κάθε ενδιαφέρον για την τελετουργία, πέρασε τρέχοντας μπροστά από τον Θορ εκεί που έσκαγε το κύμα. Εξοργισμένος ο Θορ με αυτή την ασέβεια, πρόταξε το πόδι του και έβαλε στον νάνο τρικλοποδιά. Πριν προλάβει να σηκωθεί ο Λιτ, ο Θορ του είχε δώσει μια τόσο δυνατή κλωτσιά που ο νάνος πετάχτηκε ψηλά και προσγειώθηκε στο κέντρο της πυράς πεθαίνοντας κι αυτός στο πλευρό του Μπάλντερ. </p><br><p>Λύθηκαν τότε τα σκοινιά και μαζί τους και ό,τι κρατούσε σιωπηλά τα συναισθήματα των θρηνούντων. Μοιρολόγια και κλάματα συνόδευαν το πλοίο καθώς αυτό άρχισε να απομακρύνεται από την όχθη. Στο στόμα όλων ήταν ο Μπάλντερ - ο ομορφότερος, ο πιο ευγενικός και ο σοφότερος όλων τους.</p><br><p>Το Ρίνγκχορν απομακρυνόταν. Θαλάσσιοι αέρηδες το έπιασαν και το πήγαν ακόμα πιο πέρα. Τη μια στιγμή το πλοίο έφερε τη φωτιά και την άλλη η φωτιά το πλοίο. Σε λίγο είχε μείνει μόνο ένα τρεμάμενο σημάδι στον ορίζοντα, ένα αντίο που χανόταν μέσα στον καπνό του.</p><br><p>Για εννέα νύχτες κάλπαζε ο Χέρμοντ στη βάση μιας χαράδρας τόσο βαθιάς και σκοτεινής που δεν μπορούσε να διακρίνει τίποτα. Σε λίγο το έδαφος κάτω του είχε δώσει τη θέση του στα παγωμένα χέρια τού κάτω κόσμου που άρχισαν να τον αναζητούν για να τον τραβήξουν κάτω. Ο θεός πέρασε και πολλά ποτάμια που όλα τους πήγαζαν από τη χύτρα της Βέργκελμιρ: το δροσερό Σβολ και το ορμητικό Γκούννθρα, το Φγιόρμ και το βραστό Φίμμπουλθουλ, το τρομερό Σλιντ και τα κακοτάξιδα Χριντ, Συλγκ, Υλγκ, το πλατύ Βιντ και το Λέιπτ που έρεε γρήγορο σαν αστραπή. Τελικά, ο Χέρμοντ έφτασε και στο παγωμένο ποτάμι Γκγιόλ, που έμοιαζε με χείμαρρο που στροβιλίζεται. Ο Σλέιπνιρ ήξερε τι να κάνει και κάλπασε κατευθείαν προς τη γέφυρα που ήταν πλεγμένη με ψάθα από χρυσάφι. </p><br><p>Στην αρχή της γέφυρας, η φρουρός της η Μόντγκουντ, σταμάτησε τον Χέρμοντ υψώνοντας το χέρι της και λέγοντάς του: “Πριν σε αφήσω να προχωρήσεις, πες μου το όνομα και την καταγωγή σου”. Μα ο Χέρμοντ έμεινε σιωπηλός: “Πέντε διμοιρίες πέρασαν από εδώ εχθές”, είπε τότε η Μόντγκουντ, “και διέσχισαν τη γέφυρα. Εσύ όμως κάνεις περισσότερο θόρυβο κι απ΄ όλους αυτούς μαζί”. Πάλι ο Χέρμοντ παρέμεινε σιωπηλός:</p><p>Δε μου μοιάζεις για κάποιος που έχει πεθάνει, συνέχισε η Μόντγκουντ. Ποιος είσαι;</p><p>Είμαι ο Χέρμοντ, είπε ο θεός, γιος του Όντιν. Πρέπει να φτάσω ως τη Χελ για να βρω τον αδερφό μου, τον νεκρό πια Μπάλντερ. Μήπως εσύ τον είδες καθώς πήγαινε εκεί;</p><p>Πέρασε τούτο εδώ το ποτάμι, είπε η Μόντγκουντ, και διέσχισε τούτη τη γέφυρα. Μα ο δρόμος για τη Χελ είναι μακρύς. Μπορεί να έχεις φτάσει ως εδώ αλλά θέλεις λίγο ακόμη προς τα βόρεια και προς τα κάτω.</p><br><p>Ο Χέρμοντ ευχαρίστησε την Μόντγκουντ και εκείνη του έκανε χώρο να περάσει. Τώρα που ο Σλέιπνιρ έβλεπε τον δρόμο μπροστά του, άλογο και καβαλάρης συνέχισαν γρήγορα το ταξίδι τους. Μέχρι που επιτέλους έφτασαν μπροστά στις πελώριες πύλες και τείχη που η Χελ είχε χτίσει γύρω από το παλάτι της, το Έλγιουντνιρ.</p><br><p>Ο Σλέιπνιρ κοκάλωσε και χλιμίντρισε.</p><br><p>Ο Χέρμοντ κατέβηκε και κοίταξε τριγύρω του μέσα από το αρρωστημένο εκείνο φως. Οι πύλες ήταν ερμητικά κλειστές κι απ’ ότι φαινόταν αδιαπέραστες για όσους δεν ήταν της μοίρας τους να φτάσουν μέχρι το θλιβερό Νάστροντ, την ακτή των νεκρών. Ο Χέρμοντ ανασκουμπώθηκε. Καβάλησε αποφασιστικά τον Σλέιπνιρ και του έδωσε μια δυνατή σπιρουνιά στα πλευρά. Το άτι του Όντιν κάλπασε με όλη του τη δύναμη προς τις πύλες. Την τελευταία στιγμή, με μια κίνηση που φαινόταν για δισταγμός, ο Σλέιπνιρ έδωσε μια δυνατή σπρωξιά στο έδαφος με τα πίσω του πόδια και τινάχτηκε πάνω από το ψηλότερο σημείο των πυλών και τις πέρασε. </p><br><p>Ο Χέρμοντ οδήγησε τον Σλέιπνιρ μέχρι τις πόρτες του Έλγιουντνιρ. Εκεί ξεπέζεψε για άλλη μια φορά και άνοιξε τις πόρτες που οδηγούσαν στην πέτρινη αίθουσα.</p><br><p>Πρόσωπα χωρίς παρελθόν γύρισαν και τον κοίταξαν - τα πρόσωπα των πρόσφατα χαμένων, πρόσωπα ωχρά που σάπιζαν, πρόσωπα με λιγότερη σάρκα παρά οστά. Πρόσωπα αξιολύπητα, απορημένα, αφημένα, μερικά από αυτά συνοφρυωμένα, κάποια σκεπτικά, άλλα κουτοπόνηρα κι άλλα εγκληματικά, κάποια να πονούν και όλα τους κοιτούσαν τώρα τον Χέρμοντ. Εκείνος όμως το μόνο που έβλεπε ήταν η λαμπερή φιγούρα που καθόταν μπροστά του σε θρόνο: Ο αδερφός του ο Μπάλντερ!</p><br><p>Για το καλό του Μπάλντερ και όλων των θεών, ο αποφασισμένος Χέρμοντ πέρασε όλο το βράδυ σ΄ εκείνη την αίθουσα. Έκατσε δίπλα στην πόρτα σιωπηλός με μόνη του παρέα τους νεκρούς που δεν μιλούσαν αν δεν τους μιλούσε κάποιος άλλος πρώτα. Περίμενε να σηκωθεί η Χελ από το Κρεβάτι της Ασθένειας και να τραβήξει τις κουρτίνες της Εκτυφλωτικής Δυστυχίας. </p><br><p>Το πρόσωπο και ο κορμός της Χελ ήταν ζωντανής γυναίκας, μα η λεκάνη και τα πόδια της σάπιζαν έτσι όπως σαπίζουν τα πτώματα. Πλησίασε τον θεό και ήταν σκυθρωπή και κατηφής. </p><br><p>Ο Χέρμοντ τη χαιρέτησε και της είπε για τον πόνο των θεών. Της είπε πως η Άσγκαρντ είχε βυθιστεί στον θρήνο και στη θλίψη. Διάλεξε τα λόγια του πολύ προσεκτικά ώστε να εκφράζουν μόνο αγάπη και φροντίδα και ζήτησε από τη Χελ να αφήσει τον Μπάλντερ να γυρίσει σπίτι μαζί του. Η Χελ σκέφτηκε για λίγο και, αν και η έκφρασή της δεν άλλαξε καθόλου, είπε: “Δεν είμαι και τόσο σίγουρη πως ο Μπάλντερ είναι τόσο αγαπητός όσο λες”. Περίμενε να πάρει κάποια απάντηση από τον Χέρμοντ, μια απάντηση που δεν ήρθε ποτέ: “Παρόλ’ αυτά”, συνέχισε τότε, “μπορούμε πάντα να κάνουμε μια δοκιμή”. Μιλούσε όσο αργά κινούνταν οι δυο της υπηρέτες, οι Γκανγκλάτι και Γκανγκλότ. Κάθε ήχος που έβγαινε από τα χείλη της ήταν απλά ένα διάλειμμα ανάμεσα στις σιωπές της: “Αν όλα τα πράγματα στους εννιά κόσμους, ζωντανά και νεκρά, κλάψουν για τον χαμό του Μπάλντερ”, δήλωσε η Χελ, “ας γυρίσει στην Άσγκαρντ. Μα αν έστω και ένα διστάσει, αν έστω και ένα δεν κλάψει, ο Μπάλντερ θα μείνει στη Νίφλχάιμ” και λέγοντας αυτό, η Χελ απομακρύνθηκε από τον Χέρμοντ.</p><br><p>Τότε ο Μπάλντερ σηκώθηκε και από τις σκιές φάνηκε και η Νάννα και στάθηκε δίπλα του. Διέσχισαν την αίθουσα μαζί περνώντας τους σωρούς των νεκρών, πάντα λαμπεροί και κατάλευκοι. Έφτασαν μέχρι τον Χερμοντ, τον χαιρέτησαν και τον οδήγησαν έξω από το Έλγιουντνιρ. Ο Μπάλντερ έβγαλε από το χέρι του το δαχτυλίδι Ντράουπνιρ, που του είχε δώσει ο πατέρας του επάνω στο Ρίνγκχορν, και το έβαλε στο χέρι του Χέρμοντ. Είπε τότε: “Δώσε αυτό στον πατέρα μου να με θυμάται”. Η Νάννα τον πλησίασε και του έδωσε ύφασμα για βέλο και άλλα δώρα: “Αυτά είναι για τη Φριγκ”, είπε, “και αυτό είναι για τη Φούλλα” και του έδωσε ένα χρυσό δαχτυλίδι.</p><br><p>Ο Χέρμοντ άφησε πίσω του τον Μπάλντερ και τη Νάννα. Καβάλησε τον Σλέιπνιρ και κάλπασε χωρίς σταματημό μέχρι την Άσγκαρντ. Εκεί, στο Γκλάδσχαιμ, εξήγησε στους θεούς και στις θεές τι του είχε ζητηθεί.</p><br><p>Οι Έσιρ, έστειλαν αγγελειαφόρους σε κάθε γωνιά των εννέα κόσμων. Το μόνο μήνυμα ήταν να κλάψουν όλοι για να βγάλουν τον Μπάλντερ από τη Χελ. Όπως όλα τα πράγματα είχαν κάποτε ορκιστεί να μην τον βλάψουν, έτσι τώρα έκλαιγαν για να τον φέρουν πίσω. Έκλαιγε η φωτιά, ο σίδηρος και όλα τα μέταλλα έκλαιγαν, έκλαιγαν και οι πέτρες και όλα τα πουλιά, όλες οι αρρώστιες έκλαιγαν, όλα τα ζώα έκλαιγαν, το χώμα έκλαιγε μαζί του και τα δέντρα, όλα τα δηλητηριώδη φυτά έκλαιγαν κι όλα τα ερπετά. Τα ερπετά που κλαίνε όταν τα καλύπτει πάχνη και αρχίζουν να ζεσταίνονται ξανά.</p><br><p>Οι αγγελειαφόροι είχαν αρχίσει να επιστρέφουν στην Άσγκαρντ και όλοι τους ήταν σίγουροι πως δεν τους είχε ξεφύγει τίποτα. Τότε όμως συνάντησαν μια γιγάντισσα που καθόταν μόνη της σε μια σπηλιά:</p><p>Πώς σε λένε; τη ρώτησε ένας τους.</p><p>Θοκκ, απάντησε η γιγάντισσα.</p><br><p>Οι αγγελειαφόροι τότε άρχισαν να εξηγούν την αποστολή τους και ζήτησαν από τη Θοκκ να κλάψει μαζί με όλα τα άλλα πράγματα, να κλάψει και να κλάψει μέχρι να βγει ο Μπάλντερ από τη Χελ. Η γιγάντισσα κοίταξε περιφρονητικά τους αγγελειαφόρους και τους είπε: “Η Θοκκ δε θα χύσει ούτε ένα δάκρυ για τον Μπάλντερ και την κηδεία του. Σκασίλα μου για τον γιο του Γέρου, τι ζωντανός, τι νεκρός, δεν με επηρεάζει καθόλου. Ας κάνει η Χελ ό,τι νομίζει”.</p><br><p>Παρόλα τα παρακάλια και τις ικεσίες των αγγελειαφόρων, η Θοκκ αρνήθηκε ακόμη και να τους ξαναπευθύνει τον λόγο. Δεν έπαιρνε τίποτα πίσω κι ούτε θα έκλαιγε. Έτσι την άφησαν οι αγγελειαφόροι και με βήματα βαριά διέσχισαν το Μπίφροστ. Χωρίς να πουν λέξη, φάνηκε από μακριά τι μαντάτα θα έφερναν πίσω. </p><br><p>Οι θεοί και οι θεές πόνεσαν αβάσταχτα. Αισθάνθηκαν γέροι και συγχισμένοι και αδύναμοι και ανήσυχοι. Κανείς τους όμως δεν αμφέβαλλε, πως η Θοκκ η γιγάντισσα στη σπηλιά ήταν στ’ αλήθεια ο Λόκι.</p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></description>
			<itunes:summary><![CDATA[<p>Θα είναι η πρώτη, αλλά δυστυχώς όχι και η τελευταία φορά που θα πεθάνει ολόκληρος θεός σε μια ιστορία. Από τη Σκανδιναβική Μυθολογία, σας φέρνουμε ένα στυγμιότυπο πλούσιο σε γενεές, τόπους και έθιμα των βόρειων λαών της Ευρώπης. Καλή ακρόαση!</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Περιέχει έντονες σκηνές βίας, βία ενάντια σε ζώα </p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>Ηχητικά εφέ: freesound.org</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ</p><br><p>Το Όνειρο και ο Θάνατος του Μπάλντερ</p><br><p>Το Όνειρο</p><br><p>Ο Θεός μούγκρισε. Στριφογύρισε και διπλώθηκε στα δυο καθώς προσπαθούσε να ξεφύγει από τις σκοτεινές φιγούρες. Λαχάνιασε και μούγκρισε ξανά και τότε ξύπνησε. Ο ομορφότερος των θεών έμεινε έτσι για λίγο στο ημίφως. Το πρόσωπό του έλαμπε λευκότερο κι από αλάβαστρο και τα μαλλιά του αστράφτανε. Προσπάθησε να ξορκίσει το όνειρο που μόλις είχε δει, να ονομάσει την κάθε μορφή που του είχε παρουσιαστεί και μετά να την διώξει. Όμως, τώρα που είχε ξυπνήσει, οι φιγούρες, άμορφες πια, είχαν ήδη κρυφτεί στις σκιές. Ο φόβος του σύντομα μετατράπηκε σ΄ ένα υποβόσκον προαίσθημα, έκλεισε πάλι τα μάτια του και ξαναβυθίστηκε σε ύπνο.</p><br><p>Οι φρικαλέοι και σκελετωμένοι του επισκέπτες τότε βρήκαν ξανά την ευκαιρία και βγήκαν από τις τρύπες και τις σκιές τους με μοναδικό σκοπό να κλέψουν το φως του Θεού από μέσα του. Εκείνος κλώτσησε και τεντώθηκε. Φώναξε και η ίδια του η φωνή τον ξύπνησε. Γι΄ άλλη μια φορά αισθανόταν εκτεθειμένος, τρομοκρατημένος και καταδικασμένος.</p><br><p>Όταν οι θεοί και οι θεές έμαθαν για τα όνειρα του Μπάλντερ, αγχωμένοι συγκεντρώθηκαν να συζητήσουν το νόημά τους. Είπαν πως αυτός ήταν ο πιο ελεήμων, ο πιο ευγενής και ο πιο αγαπημένος όλων τους, δηλαδή ο τελευταίος που του άξιζε να του συμβεί κάτι τόσο σκοτεινό. Παρατήρησαν πως ποτέ στο παρελθόν κάτι τόσο καταχθόνιο δεν είχε διαβεί το κατώφλι του Μπρέινταμπλικ. Λέγοντάς τα όμως όλα αυτά, η ανησυχία τους οξύνθηκε. Κανείς τους δεν μπορούσε να εξηγήσει αυτά τα όνειρα του Μπάλντερ.</p><br><p>“Εγώ ο ίδιος θα πάω”, είπε τότε ο Πατριάρχης, ο Πατέρας του Μπάλντερ, “και θα επιστρέψω μόνον όταν βρω την εξήγηση”. Ο μάγος, παλιός όσο ο ίδιος ο χρόνος, σηκώθηκε τότε βιαστικά και άφησε πίσω του το συμβούλιο των θεών. Σέλωσε τον Σλέιπνιρ, κάλπασε πάνω από το τρεμάμενο ουράνιο τόξο και πήρε τον μακρύ μακρύ δρόμο που οδηγούσε από τα βόρεια της Μίντγκαρντ ως κάτω στην σκοτεινή και αέναα κινούμενη ομίχλη της Νίφλαϊμ.</p><br><p>Το κυνηγόσκυλο της Χελ άκουσε τον Όντιν να καταφτάνει. Οι τρίχες στον λαιμό και το στέρνο τού νάνου Γκαρμ καλύφθηκαν με ξερό αίμα και έτρεξε να κρυφτεί, αφήνοντας το πόστο του στη σπηλιά που ήταν η είσοδος του κάτω κόσμου. Μα ο Άρχοντας των Ρουνικών δεν του έδωσε σημασία. Κάλπασε και κάλπασε με τέτοια μανία που το παγωμένο έδαφος βρόντηξε κάτω από τις οκτώ οπλές του Σλέιπνιρ και δεν σταμάτησε μέχρι που έφτασε στην απαγορευμένη αίθουσα της Χελ.</p><br><p>Εκεί ο Όντιν ξεπέζεψε. Κοίταξε τριγύρω του την αίθουσα. Ήταν γεμάτη από τους νεκρούς και έλαμπε από τα χρυσά δαχτυλίδια και τα κάθε λογής χρυσά αντικείμενα. Οδήγησε τον Σλέιπνιρ στην ανατολική είσοδο της αίθουσας, όπου ήταν θαμμένη η μάντισσα. Ο Όντιν στάθηκε δίπλα στον τάφο της και τον κοίταξε επίμονα με το ένα του γυαλιστερό μάτι. Άρχισε να κάνει τα μαγικά του και τότε, μέσα από τη σκοτεινή ομίχλη, φάνηκε το χλωμό πνεύμα της μάντισσας που άρχισε να αιωρείται από πάνω του:</p><p>Ποιος, αναστέναξε εκείνη, ποιος ξένος με ανάγκασε να σηκωθώ και να ξαναβρεθώ στον τόπο των λυγμών; Το χιόνι πια μ΄ έχει καλύψει, η βροχή μ΄ έχει μαστιγώσει, η δροσιά μ΄ έχει μουσκέψει. Είμαι νεκρή πολύ καιρό τώρα.</p><p>Με λένε Βέγκταμ ο Περιπλανητής, απάντησε ο Όντιν, και είμαι ο γιος του Βάλταμ. Πες μου τι σκαρώνει η Χελ. Έχω ταξιδέψει πέρα απ΄ όλους τους άλλους κόσμους για να φτάσω εδώ. Γιατί έχουν τοποθετηθεί τόσα χρυσά δαχτυλίδια σε όλους τους πάγκους και γιατί έχει στολιστεί όλη η αίθουσα με τόσο χρυσάφι; Περιμένετε κάποιον επισκέπτη;</p><p>Το καλύτερο μελόποτο, είπε η μάντισσα, ετοιμάζεται τώρα για τον ερχομό του Μπάλντερ και μια ασπίδα καλύπτει τη χύτρα. Παρόλη τη δόξα τους, όλοι οι θεοί θα νιώσουν τρομακτική απελπισία. Δεν ήθελα να πω κάτι και δεν θα πω τίποτ΄ άλλο.</p><p>Μάντισσα πρέπει να μου πεις, πρόσταξε ο Όντιν, πρέπει να απαντήσεις σε ότι σε ρωτάω. Ποιος θα σκοτώσει τον Μπάλντερ και θα κλέψει τη ζωή από τον γιο του Όντιν;</p><p>Ο τυφλός Χοντ θα φέρει ένα κακορίζικο κλαδί. Αυτός θα σκοτώσει τον Μπάλντερ και θα κλέψει τη ζωή από τον γιο του Όντιν. Δεν ήθελα να πω κάτι και δεν θα πω τίποτ΄ άλλο.</p><p>Μάντισσα πρέπει να μου πεις, είπε πάλι ο Όντιν, πρέπει να απαντήσεις σε ότι σε ρωτάω. Ποιος θα πάρει εκδίκηση από τον Χοντ; Ποιος θα πάει τον φονιά του Μπάλντερ στην πυρά να καεί;</p><p>Η Ριντ θα ζευγαρώσει με τον Όντιν, είπε η μάντισσα, και γιος τους θα είναι ο Βάλι, γεννημένος στην Βεστρσαλίρ, στη Δύση. Θα πάρει εκδίκηση όταν θα είναι μόλις μιας νύχτας. Δεν θα πλύνει τα χέρια του μα ούτε θα χτενίσει τα μαλλιά του προτού να πάει τον φονιά του Μπάλντερ στην πυρά. Δεν ήθελα να πω κάτι και δεν θα πω τίποτ΄ άλλο.</p><p>Μάντισσα πρέπει να μου πεις, επέμεινε ο Όντιν, πρέπει ν΄ απαντήσεις σε ό,τι σε ρωτάω. Ποιες είναι οι κυράδες που θα θρηνήσουν και θα πετάξουν τα πέπλα τους στον Ουρανό;</p><p>Δεν είσαι ο Βέγκταμ, είπε τότε η μάντισσα, κι ας πίστεψα πως είσαι. Είσαι ο Όντιν ο μάγος, παλιός όσο ο ίδιος ο χρόνος.</p><p>Κι εσύ δεν είσαι μάντισσα, είπε ο Όντιν, ούτε καμιά σοφή. Είσαι η μητέρα των τριών τεράτων.</p><p>Κάλπασε μέχρι το σπίτι σου πάλι Όντιν και καυχίσου σε όλους για τα κατορθώματά σου, του είπε τότε η μάγισσα και στη φωνή της άρχισε να διακρίνεται κάτι επιθετικό και συνάμα κοροϊδευτικό. Κανείς δε θα με ξυπνήσει ξανά μέχρι ο Λόκι να ελευθερωθεί από τα δεσμά του και όλες οι δυνάμεις του σκότους να συγκεντρωθούν για τη Ράγκναροκ. </p><br><p>Το πνεύμα, χλωμό και φωτεινό, άρχισε τότε να λιώνει μέχρι που μπήκε ολόκληρο πίσω στον τάφο του.</p><br><p>Ο Όντιν γύρισε από την άλλη. Καβάλησε τον Σλέιπνιρ με βαριά καρδιά.</p><br><p>Ο Θάνατος</p><br><p>Υπό τη σκιά των φρικτών ονείρων του Μπάλντερ, ονείρων που φαινόταν ότι σε λίγο θα τον τραβούσαν στο έρεβος για πάντα, οι θεοί και οι θεές συγκεντρώθηκαν πάλι. Κανείς τους δεν είχε την παραμικρή αμφιβολία πως η ζωή του Μπάλντερ κινδύνευε κι εδώ και πολλές ημέρες σκεφτόντουσαν και συζητούσαν τι να κάνουν για να τον σώσουν. </p><br><p>Οι θεοί και οι θεές σκέφτηκαν όλους τους τρόπους που μπορούσε να πεθάνει κανείς. Ονόμασαν όλες τις γήινες, θαλάσσιες και ουράνιες αιτίες που μπορούν να προκαλέσουν θάνατο. Έπειτα, η μητέρα του Μπάλντερ η Φριγκ, ξεκίνησε ένα ταξίδι μέσα από τους εννέα κόσμους όπου και θα υποχρέωνε κάθε ουσία και αντικείμενο να ορκιστεί πως ποτέ δεν θα έκανε κακό στον Μπάλντερ.</p><br><p>Η φωτιά ορκίστηκε. Το νερό ορκίστηκε. Ο σίδηρος και όλα τα άλλα μέταλλα ορκίστηκαν. Οι πέτρες ορκίστηκαν. Τίποτα δεν μπορούσε να σταματήσει τη Φριγκ από την αποστολή της ούτε ν΄ αντισταθεί στην ακαταμάχητη δύναμη της πειθούς της. Το χώμα ορκίστηκε. Τα δέντρα ορκίστηκαν. Κάθε είδους αρρώστια ορκίστηκε. Η μητέρα του Μπάλντερ ήταν υπομονετική και τρομερά πιεστική. Όλα τα ζώα ορκίστηκαν και μαζί τους και όλα τα γλοιώδη ερπετά. </p><br><p>Έπειτα, οι θεοί και οι θεές ξανασυγκεντρώθηκαν και η Φριγκ τους διαβεβαίωσε πως έκανε όπως ακριβώς της είχαν πει και πως τίποτα σε ολόκληρη την πλάση δεν θα έκανε κακό στον Μπάλντερ: “Ας το δοκιμάσουμε”, είπαν τότε κι ένας τους σήκωσε μια πέτρα και την πέταξε στο κεφάλι του Μπάλντερ. Όση δύναμη και να είχε αυτή η πέτρα μέσα της, τη συγκράτησε και ο Μπάλντερ ούτε που κατάλαβε ότι κάτι τον χτύπησε: “Δεν το ένιωσα καθόλου”, είπε.</p><br><p>Τότε όλοι οι θεοί και οι θεές γέλασαν με την καρδιά τους. Άφησαν πίσω τους το Γκλαδσχάιμ και ξεχύθηκαν έξω στον ήλιο. Ήδη η χρυσή είσοδος και οι χρυσοί τοίχοι έλαμπαν από την αντανάκλαση του φωτός και σαν βγήκαν, βρήκαν την καταπράσινη πεδιάδα του Ίνταβολλ να σφίζει από ζωή - όλοι οι υπηρέτες των θεών πηγαινοέρχονταν με τις δουλειές τους, παρέες ανοιχτόχρωμων ξωτικών περέλαυναν ανέμελα, επισκέπτες της Άσγκαρντ χάζευαν την ομορφιά τριγύρω τους και αμέτρητα ζωντανά έβοσκαν και συμπεριφέρονταν λες και στ’ αλήθεια απολάμβαναν τη ζωή.</p><br><p>Συνηθιζόταν οι θεοί να συναντιούνται στο Γκλαδσχάιμ και οι θεές στο Βίνγκολφ, αυτοί ήταν οι κυρίαρχοι της Άσγκαρντ. Εκεί συζητούσαν τις πράξεις και τα πεπρωμένα των ηρώων της Μίντγκαρντ και, μόλις τελείωναν τα συμβούλια αυτά, όλοι τους μαζεύονταν σ΄ ένα μέρος και περνούσαν ευχάριστα κουτσομπολεύοντας, συζητώντας και απλά περνώντας καλά. Πότε πότε έπιναν, πότε πότε τραγουδούσαν, άλλες φορές αγωνίζονταν και άλλες φορές έπαιζαν παιχνίδια. </p><br><p>Σύντομα, οι θεοί είπαν να πάνε να δουν πώς ήταν ο Μπάλντερ. Τους είχε αρέσει πολύ αυτή η ασχολία του να του πετούν διάφορα αντικείμενα σε διάφορα μέρη του σώματός του και αυτός απλά να λέει: “Δεν το ένιωσα καθόλου!”. Οι θεοί με αυτό γελούσαν και όλο και ανέβαζαν τον πήχη δυσκολίας των δοκιμασιών. Μάλιστα κάποια στιγμή ξεθάρρεψαν τελείως και έστηναν τον Μπάλντερ στον τοίχο σαν στόχο. Κάποιοι του πετούσαν τότε βελάκια με απίστευτα μυτερές άκρες, τα οποία όμως ίσα που τον άγγιζαν και μετά έπεφταν στο πάτωμα. Άλλοι έφεραν ολόκληρους βράχους και του τους πετούσαν κατακέφαλα. Άλλοι τον χτυπούσαν με τσεκούρια κι άλλοι με ξίφη, μα όσο καλοσμηλεμένες κι αν ήταν οι λεπίδες τους, στον Μπάλντερ δεν έκαναν ούτε γρατζουνιά. Έτσι, ο ομορφότερος και πιο καλοσυνάτος όλων των θεών, είχε γίνει τώρα ο στόχος των πιο βίαιων επιθέσεων κι ας μην πάθαινε τίποτα. Όλοι οι παρευρισκόμενοι διασκέδαζαν τρομερά με αυτό το νέο παιχνίδι και πανηγύριζαν σαν τρελοί κάθε φορά που ο Μπάλντερ τη γλύτωνε ξανά και ξανά.</p><br><p>Όλοι εκτός από τον Λόκι. Ο Πανούργος, παρακολουθούσε τι γινόταν με αδημονία κι αποστροφή. Οι ταραχές και τα δεινά ήταν το οξυγόνο του και το να βλέπει τον Μπάλντερ να διασκεδάζει αλάβητος όλες αυτές τις επιθέσεις, τον αηδίαζε. Μέρα με τη μέρα αυτή η αντιπάθεια του Λόκι του Πανούργου μεγάλωνε και μεγάλωνε μέχρι που τον κατέλαβε πλήρως. Από τη μια αρνιόταν να συμμετέχει στο παιχνίδι αυτό, αλλά από την άλλη δεν μπορούσε και να μένει μακριά. </p><br><p>Ένα απόγευμα, εκεί που ο Λόκι στεκόταν τεμπέλικα στην πόρτα της αίθουσας του Γκλαδσχάιμ κοιτάζοντας τη συγκέντρωση, κατέβασε μια ιδέα. Μισοέκλεισε τα μάτια, έγλειψε τα χείλη του με ευχαρίστηση και χαμογέλασε πλατιά. Χωρίς να τον καταλάβει κανείς, έφυγε από το μπούγιο και κατευθύνθηκε προς τη Φένσαλιρ.</p><br><p>Ο Λόκι κοντοστάθηκε για λίγο, δεν υπήρχε κανείς τριγύρω. Όταν σιγουρεύτηκε πως ήταν εντελώς μόνος, άρχισε να μουρμουρά το ξόρκι. Έτσι, ο Μεταμορφωτής είχε γίνει στη στιγμή γριά γυναίκα. </p><br><p>Η Φριγκ βρισκόταν μόνη στην αίθουσα του θρόνου της και σε αυτό είχε υπολογίσει ο Λόκι. Κουτσαίνοντας, διέσχισε όλη την αίθουσα ρουφώντας τη μύτη του και βήχοντας αηδιαστικά, με μύξες να του τρέχουν από τη μύτη τις οποίες και σκούπιζε στα μαύρα κουρέλια που φορούσε: “Μα που βρίσκομαι;” ρώτησε απαιτητικά. </p><br><p>Η Φριγκ σηκώθηκε από τον θρόνο της, χαιρέτησε τη γριά γυναίκα και της συστήθηκε: “Πω πω, βρίσκομαι πολύ μακριά από το σπίτι μου”, είπε η γριά, “και δε νομίζω πως άξιζε κιόλας να έρθω ως εδώ”. Η Φριγκ την άκουσε υπομονετικά: “Πέρασα απ΄ έξω από ένα μέρος πριν λίγο και ήταν τόσο μα τόσο θορυβώδες!”, συνέχισε η γριά, “Φώναξα αλλά κανείς δε μου έδωσε σημασία. Όλοι εκεί ήταν απασχολημένοι να πετροβολούν έναν κακόμοιρο άνδρα! Τον άμοιρο… Είχε το πιο λευκό πρόσωπο που έχω δει ποτέ μου και τα πιο ξανθά μαλλιά… Όλοι εναντίον ενός, αμέ… Δεν ήξερα ότι τέτοιες σκληρότητες συνέβαιναν εδώ στην Άσγκαρντ”. Μα η Φριγκ χαμογέλασε ελαφρά και άφησε τη γριά γυναίκα να τελειώσει αυτό που ήθελε να πει: “Δεν έμεινα και πολύ, ποτέ δεν μου άρεσαν οι λιθοβολισμοί. Μα ποιος να το φανταζόταν, να έρθω τόσο μακριά για να ξαναβρώ μια από τα ίδια. Δεν του έμενε και πολύ του νεαρού, ναι, σίγουρα. Θα είναι νεκρός τώρα”. Καθώς η γριά μουρμούραγε και μονολογούσε, ήταν λες και είχε ξεχάσει ολωσδιόλου πως δεν ήταν μόνη της. Μα ξάφνου σήκωσε αποφασιστικά το κεφάλι της και με το βλέμμα της κάρφωσε τη Φριγκ: “Τι συνέβαινε εκεί λοιπόν; Γιατί τον λιθοβολούσαν τον νεαρό;”.</p><br><p>Η Φριγκ εξήγησε στη γριά πως αυτό που είχε δει δεν ήταν λιθοβολισμός μα ένα καινούριο παιχνίδι που είχαν βρει οι θεοί να παίζουν με τον ίδιο της τον γιο. Συνέχισε λέγοντάς της πως όσες πέτρες και να του πετούσαν, ο Μπάλντερ δεν θα πάθαινε τίποτα και πως αν ήθελε, κι εκείνη μπορούσε να πάει να του ρίξει:</p><p>Μα τι μαγικά είναι αυτά, είπε έκπληκτη η γριά και το αχνό μουστάκι που είχε στο χείλος της άρχισε να συσπάται πολύ παράξενα.</p><p>Τίποτα δεν μπορεί να κάνει κακό στον Μπάλντερ, αποκρίθηκε η Φριγκ, κανένα μέταλλο ή ξύλο δεν θα τον βλάψει. Όλα τα πράγματα μου το ορκίστηκαν.</p><p>Όλα; είπε η γριά. Ακόμη και μια τσιμπιά αλάτι;</p><br><p>Η Φριγκ άρχισε να ενοχλείται από αυτή την πολυλογού και σε αυτό απλά σήκωσε τους ώμους της αδιάφορα ελπίζοντας πως η γριά θα τελείωνε την κουβέντα τους εκεί:</p><p>Όλα; επανέλαβε η γυναίκα ρουφώντας τη μύτη της. Θέλεις να μου πεις ότι όλα τα πράγματα σου έχουν ορκιστεί πως δεν θα βλάψουν τον Μπάλντερ;</p><p>Όλα, επανέλαβε η Φριγκ. Εκτός από έναν μικρό θάμνο που φυτρώνει στα δυτικά της Βαλχάλα, τον ιξό. Ήταν τόσο μικρός που δεν ασχολήθηκα μαζί του.</p><p>Α, καλά, γρύλισε τότε η γριά χαμογελώντας. Μου έφτιαξες την ημέρα που έκατσες και μου μίλησες, ναι, μου έφτιαξες την ημέρα. Ας πηγαίνω λοιπόν.</p><br><p>Η Φριγκ έγυρε το κεφάλι της. Η γριά τότε κουτσαίνοντας, βασανιστικά αργά, έφτασε και βγήκε από τις πόρτες της Φένσαλιρ και η Φριγκ ανακουφίστηκε που την είχε ξεφορτωθεί. </p><br><p>Σαν σιγουρεύτηκε πως πάλι ήταν μόνος, ο Μεταμορφωτής είπε ξανά τα μαγικά λόγια και γονατίζοντας, πήρε την αρχική του μορφή, ήταν πάλι ο Λόκι. Με περισσή χαρά στο βήμα, ο Κολπατζής διέσχισε την πεδιάδα του Ίνταβολλ, μέχρι που πέρασε και τα τελευταία ζώα που έβοσκαν εκεί, τα οποία και στέκονταν τελείως ακίνητα. Ο αέρας άρχισε να πυκνώνει και η ορατότητα άρχισε να μειώνεται όλο και περισσότερο. Έπεφτε το σκοτάδι. </p><br><p>Ο Λόκι βιάστηκε να φύγει από το Γκλαδσχάιμ και να φτάσει στη Βαλχάλα και καθώς άκουσε τις φωνές των Άινχερτζαρ από μακριά, ένα χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη του. Συνέχισε δυτικά, ακολουθώντας το εξασθενημένο φως, σφυρίζοντας και χαζεύοντας δεξιά κι αριστερά. Έφτασε τότε σ΄ ένα μικρό λιβάδι. Εκεί, μήτε ριζωμένον στο νερό μα μήτε και στη γη, τον είδε να ξεφυτρώνει από τον κορμό μιας γέρικης βελανιδιάς - ο μικρός ιξός. Οι καρποί του γυάλιζαν σαν τσαμπιά από θολά μάτια. Τα φύλλα του πράσινα και κιτρινοπράσινα, τα κλαδιά του και οι φύτρες του ένα βαθύτερο πράσινο. Στο φως της ημέρας φαινόταν παράταιρος με το περιβάλλον του, πόσο μάλλον τώρα στο ημίφως.</p><br><p>Ο Λόκι άρπαξε τον μικρό θάμνο και τον τράβηξε ώσπου τον ξερίζωσε από τον κορμό της βελανιδιάς. Άφησε πίσω του το λιβάδι και πήρε τον δρόμο για το Γκλαδσχάιμ. Παράλληλα άρχισε να μαδάει τον θάμνο αναζητώντας το πιο ίσιο και χοντρό κλαδί που μπορούσε να βρει. Βρήκε ένα που ήταν μακρύ σαν μπράτσο και το καθάρισε από φύλλα και μικρότερα κλαδιά αφήνοντας πίσω του ίχνη στο έδαφος. Του ακόνισε την άκρη, έβαλε το κλαδί στη ζώνη του και φτάνοντας στον προορισμό του, διέσχισε την πόρτα της αίθουσας. </p><br><p>Τόσο απορροφημένοι ήταν όλοι όσοι είχαν μαζευτεί για το παιχνίδι στο Γκλαδσχάιμ, που κανείς δεν είχε προσέξει τον Λόκι ούτε να φεύγει μα ούτε και να επιστρέφει. Ο Πανούργος κοίταξε τριγύρω και χαμογέλασε όταν είδε ότι στο πλήθος βρισκόταν και η Φριγκ. Τα χείλη του σφίχτηκαν και τα μάτια του μίκρυναν σαν είδε και τον τυφλό Χοντ, τον αδερφό του Μπάλντερ να στέκεται ως συνήθως στην άκρη, δειλός και αργός σε κάθε του κίνηση. Ο Λόκι είδε τους θεούς να πετούν ξανά και ξανά βέλη και πέτρες στον Μπάλντερ και μάζεψε όλο του το θάρρος. Για μια στιγμή νόμισε πως θα του κόβονταν τα πόδια από τον ενθουσιασμό και την αδημονία.</p><br><p>Ένας υπηρέτης έτρεξε στο πλευρό του Λόκι και του πρόσφερε κρασί. Ο Λόκι, με μια γουλιά, ήπιε όλο το κρασί και σουλατσάρησε για λίγο πίσω από το ημικύκλιο που είχε σχηματίσει το πλήθος. Πλησίασε τον Χοντ και του τσίμπησε παιχνιδιάρικα τα πλευρά:</p><p>Αυτός πρέπει να είναι ο Λόκι, είπε ο Χοντ.</p><p>Ο μοναδικός, ακούστηκε μια φωνή δίπλα στο αυτί του.</p><p>Λοιπόν; Τι θες;</p><p>Γιατί δεν συμμετέχεις κι εσύ στο γλέντι; Γιατί δεν πετάς κι εσύ βέλη και πέτρες στον αδερφό σου;</p><p>Γιατί δεν βλέπω που είναι, είπε ο Χοντ και ο Λόκι έκανε μια γκριμάτσα. Κι επίσης δεν έχω και κάτι να του ρίξω.</p><p>Α, δεν είναι σωστά πράγματα αυτά, είπε τάχα προσβεβλημένος ο Λόκι. Δεν κάνουν καλά που σε αγνοούν έτσι. Στο κάτω κάτω, εσύ δεν είσαι ο αδερφός του;</p><p>Τίποτα καλό δεν συμβαίνει όταν κρατάμε μακροχρόνια πικρία, είπε ατάραχος ο Χοντ που είχε μάθει τόσο καιρό να ζει με αυτόν τον τρόπο.</p><br><p>Τα λόγια του Χοντ ίσα που ακούστηκαν όταν στην αίθουσα ξέσπασαν εκ νέου πανηγυρισμοί και γέλια:</p><p>Τι ήταν αυτό; ρώτησε ο Χοντ.</p><p>Μια απ’ τα ίδια, είπε ο Λόκι. Άλλο ένα βέλος βρήκε τον στόχο του. Αλλά τώρα ήρθε και η σειρά σου Χοντ. Πρέπει κι εσύ να παίξεις με τον αδερφό σου όπως κάνουν όλοι.</p><p>Μα δεν έχω όπλο! επανέλαβε ο Χοντ.</p><p>Πάρε αυτό εδώ το ξυλάκι τότε, είπε ο Λόκι και έβαλε στο χέρι του Χοντ το βέλος από ιξό. Θα σου υποδείξω πού στέκεται ο Μπάλντερ και θα σου καθοδηγήσω το χέρι να του ρίξεις.</p><br><p>Τα μάτια του Λόκι τώρα είχαν πάρει φωτιά. Ολόκληρο το σώμα του καιγόταν και στο πρόσωπό του φαινόταν μια ζοφερή χαιρεκακία και μια πρωτόγονη πείνα. Ο Χοντ πήρε στο χέρι του το βέλος από ιξό και με τη βοήθεια του Λόκι το έριξε στον αδερφό του. Το βέλος πέταξε από τη μια άκρη της αίθουσας μέχρι την άλλη και χτύπησε τον Μπάλντερ. Τον τρύπησε και πέρασε από μέσα του. Ο Θεός έπεσε στο έδαφος. Ήταν νεκρός.</p><br><p>Δεν ακουγόταν πια τίποτε στο Γκλαδσχάιμ. Κανείς ήχος, μόνο μια εκκωφαντική ησυχία. Οι θεοί δεν μπορούσαν να μιλήσουν. Είχαν μείνει να κοιτούν τον ομορφότερο και σοφότερο απ΄ όλους τους να κείτεται έτσι χάμω, λαμπερός αλλά πεθαμένος. Δεν μπορούσαν ούτε να κινηθούν από εκεί που στέκονταν, έστω να πάνε να τον σηκώσουν. </p><br><p>Οι θεοί κοίταξαν ο ένας τον άλλο και ύστερα κοίταξαν τον Χοντ και τον Λόκι. Αμέσως ήξεραν, δεν είχαν καμία αμφιβολία για το ποιος είχε σκοτώσει τον Μπάλντερ, αλλά δεν μπορούσαν να πάρουν εκδίκηση. Όλο το Γκλαδσχάιμ ήταν ευλογημένο και κανείς τους δεν ήθελε να είναι ο πρώτος που θα έχυνε το αίμα άλλου σε αυτό το καταφύγιο. </p><br><p>Ο Χοντ δεν μπορούσε να δει το έντονο βλέμμα της ομήγυρης εκείνη τη στιγμή και ο Λόκι δεν μπορούσε να το αντέξει. Μ΄ έναν πήδο, έφτασε μέχρι τις πόρτες του Γκλαδσχάιμ και εξαφανίστηκε στο σκοτάδι. </p><br><p>Τότε έσπασε και αυτή η ανυπόφορη ησυχία. Οι θεοί άρχισαν να κλαίνε και να θρηνούν, να χτυπιούνται και να οδύρονται. Το κλάμα ενός είχε ξεκλειδώσει τον πόνο όλων τους. Προσπαθούσαν να μιλήσουν, μα δεν υπήρχαν λόγια να εκφράσουν την απελπισία τους και τα δάκρυά τους έπνιγαν κάθε προσπάθεια γι΄ αυτό. </p><br><p>Εκεί βρισκόταν και ο ίδιος ο Όντιν, ο οποίος φαινόταν να έχει επηρεαστεί περισσότερο απ΄ όλους τους θεούς και τις θεές. Αυτός ήξερε καλύτερα ότι αυτό που συνέβη ήταν η πιο τρομερή συμφορά που είχε βρει ποτέ θεούς και ανθρώπους κι εκείνη τη στιγμή μπορούσε να προβλέψει το μέλλον που θα ακολουθούσε τον θάνατο του γιου του. </p><br><p>Πρώτη μίλησε η Φριγκ: “Θέλει κανείς…” είπε με αδύναμη και τρεμάμενη φωνή, “θέλει κανείς εδώ να γίνει ο πιο αγαπημένος και ακριβός μου;”, ρώτησε και όλοι γύρισαν και την κοίταξαν: “Υπάρχει κάποιος εδώ να κάνει το μακρύ ταξίδι μέχρι την Χελ και να πάει να βρει τον Μπάλντερ;”. Τότε οι θεές έκρυψαν τα πρόσωπα τους στις χούφτες τους κι άρχισαν ξανά να κλαίνε: “Υπάρχει κάποιος εδώ”, επανέλαβε η Φριγκ, αυτή τη φορά δυνατότερα και πιο σθεναρά, “να δώσει στη Χελ λύτρα, να της προσφέρει κάποιο αντίτιμο να επιτρέψει στον γιο μου τον Μπάλντερ να γυρίσει σπίτι του στην Άσγκαρντ;”. Τότε ένα βήμα μπροστά έκανε ο Χέρμοντ, ο γιος του Όντιν που όλοι τον θαύμαζαν για την τόλμη και το θάρρος του: “Εγώ θα πάω!”, είπε, “είμαι έτοιμος τώρα κιόλας!”.</p><br><p>Ένας αναστεναγμός ανακούφισης ακούστηκε σε ολόκληρο το Γκλαδσχάιμ. Ο Όντιν πρόσταξε τους υπηρέτες του, οι οποίοι γρήγορα γύρισαν φέρνοντας μαζί τους τον Σλέιπνιρ, το άτι του ίδιου του Όντιν. Ο Πατέρας τότε πήρε τα γκέμια και τα έδωσε στον Χέρμοντ. Στο Γκλαδσχάιμ, ο Χέρμοντ καβάλησε τον Σλέιπνιρ. Κοίταξε τριγύρω του όλους τους θεούς και τις θεές και το άψυχο σώμα του Μπάλντερ. Σήκωσε το χέρι του και σπηρούνιασε το άλογο. Ο Σλέιπνιρ κοπάνησε τις οπλές του στο μαρμάρινο πάτωμα της αίθουσας και θεός και άλογο εξαφανίστηκαν μέσα στη σκοτεινή νύχτα.</p><br><p>Οι θεοί και οι θεές δεν κοιμήθηκαν εκείνο το βράδυ. Οργάνωσαν μια σιωπηλή αγρυπνία στο Γκλαδσχάιμ. Μαζεμένοι γύρω από το λαμπερό κορμί του Μπάλντερ, ο καθένας τους ήταν τώρα έρμαιο των σκέψεων, ελπίδων και φόβων του. Θα&nbsp;μπορούσε ο Χέρμοντ να φέρει πίσω από τους νεκρούς τον Μπάλντερ; Με ποιο τρόπο να πάρουν εκδίκηση για τον θάνατο του και για τη δυστυχία του αδερφού του Χοντ; Ποια τιμωρία άρμοζε στον Λόκι και τέλος τι σήμαινε ο θάνατος του ενός για όλους τους;</p><br><p>Καινούργια μέρα άρχισε να ξημερώνει, ένα μυστήριο φως άγγιξε την ανατολή και άρχισε γρήγορα να εξαπλώνεται απ’ άκρη σ’ ‘άκρη. Με πόνο στην καρδιά, τέσσερις θεοί σήκωσαν το σώμα τού Μπάλντερ στους ώμους και οι υπόλοιποι σχημάτισαν μια πομπή ξοπίσω τους. Έφτασαν ως την ακτή και τοποθέτησαν τη σορό του Μπάλντερ στο Ρίνγκχορν, το μεγαλόπρεπο πλοίο του με τη γυριστή πλώρη.</p><br><p>Οι θεοί ήθελαν να φτιάξουν την πυρά μέσα στο πλοίο, ανάμεσα στο κατάρτι και την πρύμνη και να το σπρώξουν στα νερά, μα η θλίψη όλων τους ήταν τέτοια που δεν τους είχε μείνει καθόλου δύναμη. Όσο και να έσπρωχναν το πλοίο να κυλήσει στους πασσάλους για να φτάσει στο νερό δεν τα κατάφερναν. Έστειλαν τότε αγγελειαφόρο μέχρι τη Γιότουνχαϊμ να καλέσει για βοήθεια τη γιγάντισσα Χυρρρόκιν. Στο μεταξύ το πλήθος της Άσγκαρντ έκατσε στην ακτή και χάζευε το κύμα που έσκαγε. Καθένας μόνος του, χαμένος στις σκέψεις και τη στεναχώρια του, χωρίς μυαλό να παρηγορήσει τους άλλους.</p><br><p>Μετά από λίγο κατέφτασε και η Χυρρόκιν. Ήταν τεράστια και σκυθρωπή και καβαλούσε έναν λύκο με φίδια για γκέμια. Μόλις ξεπέζεψε το ζώο της, ο Όντιν φώναξε τέσσερις Μπερζέρκερς και τους είπε να έχουν τον νου τους στον λύκο και στα ερπετά να μην κάνουν κακό σε κανέναν. Ο λύκος, μόνο στη θέα των τεσσάρων Μπερζέρκερς ταράχτηκε, τα μάτια του γυάλισαν και ξεφύσηξε δυνατά. Οι Μπερζέρκερς, παρόλο που έπιασαν γερά τα φιδίσια γκέμια, δυσκολεύτηκαν να ελέγξουν τον λύκο. Τους τράβηξε από τη μια μεριά και έπειτα από την άλλη, προσπαθώντας απεγνωσμένα να βρει γερό πάτημα στην αμμουδιά για να ελευθερωθεί. Οι Μπερζέρκερς τότε θόλωσαν από θυμό και, σαν τρελαμένοι λύκοι και οι ίδιοι, άρχισαν να χτυπούν με τις παντοδύναμες γροθιές τους τον λύκο της Χυρρόκιν αλύπητα μέχρι που τον παράτησαν για νεκρό πάνω στην άμμο.</p><br><p>Η Χυρρόκιν εντωμεταξύ στάθηκε μπροστά στο Ρίνγκχορν. Κοίταξε καλά το μεγάλο και συνάμα κομψό και χαριτωμένο πλοίο, και το έπιασε από την πλώρη. Έθαψε τις φτέρνες τις στην άμμο και μ΄ ένα τρομερό μουγκρητό τράβηξε και τράβηξε, τόσο δυνατά τράβηξε που το Ρίνγκχορν γλύστρισε πάνω στους πασσάλους και μπήκε με φόρα στο νερό. Ο πάσσαλοι πήραν αμέσως φωτιά και οι εννιά κόσμοι σείστηκαν: “Αρκετά!” φώναξε ο Θορ σφίγγοντας στη γροθιά του το σφυρί του. Αισθάνθηκε τη δύναμή του να επιστρέφει στο σώμα του. Η Χυρρόκιν τον κοίταξε με αποδοκιμασία: “Αρκετά!”, επανέλαβε ο Θορ, “θα σε μάθω εγώ σεβασμό”. Μα ο Όντιν και κάμποσοι άλλοι θεοί βιάστηκαν να πάνε στο πλευρό του Θορ να τον ηρεμήσουν. Τον έπιασαν από το μπράτσο και του είπαν: </p><p>Θυμήσου πως είναι εδώ γιατί εμείς την προσκαλέσαμε.</p><p>Θα της λιώσω το κρανίο εγώ, μουρμούρισε ο Θορ.</p><p>Δεν είναι σωστό να την χτυπήσουμε, του είπαν ήρεμα οι θεοί. Άσε την, αγνόησέ την.</p><br><p>Η ηφαιστειακή οργή του Θορ τότε άρχισε να καταλαγιάζει. Έδωσε μια κλωτσιά στην άμμο προκαλώντας έτσι αμμοθύελλα και αρκέστηκε να βηματίζει νευρικά πάνω κάτω στην ακτή.</p><br><p>Οι τέσσερις θεοί που είχαν κατεβάσει το σώμα του Μπάλντερ μέχρι την ακροθαλασσιά, τον σήκωσαν ξανά και μέσα από το νερό τον ανέβασαν στο Ρίνγκχορν. Τον τοποθέτησαν στα ξύλα και κάλυψαν το αψεγάδιαστο κορμί του με έναν πορφυρό χιτώνα. Από το πλήθος παρακολουθούσε και η γυναίκα του Μπάλντερ, η Νάννα. Σαν είδε τον Μπάλντερ να κείτεται πάνω στα ξύλα άψυχος, το σώμα της συσπάστηκε. Δεν μπορούσε να το ελέγξει. Ο πόνος της ήταν τόσο βαθύς που ούτε δάκρυα δεν έτρεχαν από τα μάτια της. Τότε η καρδιά της Νάννα έσπασε. Η κόρη τής Νεπ πέθανε εκεί που στεκόταν και στη συνέχεια και το δικό της σώμα τοποθετήθηκε δίπλα σε αυτό του νεκρού της άνδρα. </p><br><p>Η πομπή είχε τώρα γίνει ένα τεράστιο πλήθος. Ο Οντιν ήταν εκεί με τα δυο του κοράκια, τη Σκέψη και τη Μνήμη, στους ώμους του. Δίπλα του στεκόταν η Φριγκ και όλες οι Βαλκυρίες: Η Σείση και η Ομίχλη, η Τσεκούρα και η Μαινόμενη, η Κραυγή, η Δέσμευση και η Στριγγλιά, η Λόγχη, η Ασπίδα, η Σχεδιοχαλάστρα - όλες οι πανέμορφες κυράδες, αυτές που αποφασίζουν ποιος ζει και ποιος πεθαίνει, όλες τους ήταν στο πλευρό του Πατέρα της Μάχης. </p><br><p>Ο Φρέυρ είχε κι αυτός καταφτάσει μέσα στο άρμα του που το έσερνε ο Γκούλινμπουρστι, ο αγριόχοιρος με τα χρυσά χαλινάρια, δώρο των νάνων Μπροκκ και Εΐτρι. Ο Χάιμνταλ ήρθε από την Άσγκαρντ καβάλα στο άτι του, τον Χρυσοθύσανο. Η Φρέγια καθόταν κι αυτή στο άρμα της που το έσερναν γάτες. </p><br><p>Τα Ξωτικά ήταν εκεί. Οι Νάνοι ήταν εκεί. Εκεί στέκονταν και εκατοντάδες Γίγαντες των Πάγων και Γίγαντες των Βράχων που είχαν ακολουθήσει τη Χυρρόκιν σαν έμαθαν τι είχε συμβεί. Έτσι, επάνω σ΄ ένα μικρό κομμάτι αμμουδιάς που δεν ανήκε μήτε στη γη μήτε στη θάλασσα, είχε μαζευτεί ένα τεράστιο πλήθος από θρηνούντες και περίεργους. Τα θαλασσοπούλια πετούσαν και βουτούσαν στα νερά, ξανασηκώνονταν και έκρωζαν, η θάλασσα έκλαιγε με αναφιλητά και όλοι τους παρακολούθησαν την τελετή επάνω στο Ρίνγκχορν.</p><br><p>Τα ξύλα κάτω από τα σώματα του Μπάλντερ και της Νάννα ήταν ξερά και έτοιμα, με την παραμικρή σπίθα, να κάνουν το καθήκον τους. Με τη φωτιά τους, θα τύλιγαν τα σώματα των νεκρών και θα επέτρεπαν έτσι στα πνεύματά τους να πάνε παρακάτω. Πολυάριθμοι θησαυροί τότε άρχισαν να αφήνονται δίπλα στα σώματα των νεκρών - πόρπες και καρφίτσες, δαχτυλίδια και χτένια, ζώνες μα και μαχαίρια, ψαλίδια και κουβάδες, αδράχτια και φτυάρια και όλο το νήμα της ζωής. </p><br><p>Εντωμεταξύ, το άλογο του Μπάλντερ πηγαινοερχόταν στην ακτή ώσπου ένας υπηρέτης των θεών του βύθισε ένα μαχαίρι στον λαιμό. Εκείνο έκανε έναν βίαιο σπασμό και, χωρίς να βγάλει τον παραμικρό ήχο, σωριάστηκε χάμω. Το σώμα του κομματιάστηκε και προστέθηκε κι αυτό στις προσφορές που γίνονταν επάνω στο Ρίνγκχορν.</p><br><p>Ο Όντιν με το άλογο του πλησίασε το πλοίο και άρπαξε την κουπαστή. Ανέβηκε και στάθηκε για λίγο πάνω από το πτώμα του γιου του. Τον κοίταξε για λίγο και έπειτα αργά έβγαλε από το χέρι του το χρυσό δαχτυλίδι Ντράουπνιρ, αυτό που κάθε ένατη νύχτα παράγει οκτώ δαχτυλίδια ίσης αξίας με αυτό, και το φόρεσε στο χέρι του Μπάλντερ. Έσκυψε και πλησίασε το στόμα του στο αυτί του Μπάλντερ. Μετά ξανασηκώθηκε και τον κοίταξε για λίγο μια τελευταία φορά. Κατέβηκε κι απομακρύνθηκε από το Ρινγκχορν.</p><br><p>Μ΄ ένα του νεύμα, ένας υπηρέτης έκανε ένα βήμα μπροστά κρατώντας μια αναμμένη δάδα. Έβαλε φωτιά στα ξύλα και στη στιγμή ένας πυκνός καπνός άρχισε να υψώνεται και να χορεύει στον ήρεμο αέρα. </p><br><p>Ο Θορ σήκωσε το σφυρί του. Χαμηλά και ευλαβικά άρχισε να τραγουδά τα μαγικά λόγια που θα ευλογούσαν την καύση.</p><br><p>Τότε ένας νάνος, ο Λιτ, που είχε χάσει κάθε ενδιαφέρον για την τελετουργία, πέρασε τρέχοντας μπροστά από τον Θορ εκεί που έσκαγε το κύμα. Εξοργισμένος ο Θορ με αυτή την ασέβεια, πρόταξε το πόδι του και έβαλε στον νάνο τρικλοποδιά. Πριν προλάβει να σηκωθεί ο Λιτ, ο Θορ του είχε δώσει μια τόσο δυνατή κλωτσιά που ο νάνος πετάχτηκε ψηλά και προσγειώθηκε στο κέντρο της πυράς πεθαίνοντας κι αυτός στο πλευρό του Μπάλντερ. </p><br><p>Λύθηκαν τότε τα σκοινιά και μαζί τους και ό,τι κρατούσε σιωπηλά τα συναισθήματα των θρηνούντων. Μοιρολόγια και κλάματα συνόδευαν το πλοίο καθώς αυτό άρχισε να απομακρύνεται από την όχθη. Στο στόμα όλων ήταν ο Μπάλντερ - ο ομορφότερος, ο πιο ευγενικός και ο σοφότερος όλων τους.</p><br><p>Το Ρίνγκχορν απομακρυνόταν. Θαλάσσιοι αέρηδες το έπιασαν και το πήγαν ακόμα πιο πέρα. Τη μια στιγμή το πλοίο έφερε τη φωτιά και την άλλη η φωτιά το πλοίο. Σε λίγο είχε μείνει μόνο ένα τρεμάμενο σημάδι στον ορίζοντα, ένα αντίο που χανόταν μέσα στον καπνό του.</p><br><p>Για εννέα νύχτες κάλπαζε ο Χέρμοντ στη βάση μιας χαράδρας τόσο βαθιάς και σκοτεινής που δεν μπορούσε να διακρίνει τίποτα. Σε λίγο το έδαφος κάτω του είχε δώσει τη θέση του στα παγωμένα χέρια τού κάτω κόσμου που άρχισαν να τον αναζητούν για να τον τραβήξουν κάτω. Ο θεός πέρασε και πολλά ποτάμια που όλα τους πήγαζαν από τη χύτρα της Βέργκελμιρ: το δροσερό Σβολ και το ορμητικό Γκούννθρα, το Φγιόρμ και το βραστό Φίμμπουλθουλ, το τρομερό Σλιντ και τα κακοτάξιδα Χριντ, Συλγκ, Υλγκ, το πλατύ Βιντ και το Λέιπτ που έρεε γρήγορο σαν αστραπή. Τελικά, ο Χέρμοντ έφτασε και στο παγωμένο ποτάμι Γκγιόλ, που έμοιαζε με χείμαρρο που στροβιλίζεται. Ο Σλέιπνιρ ήξερε τι να κάνει και κάλπασε κατευθείαν προς τη γέφυρα που ήταν πλεγμένη με ψάθα από χρυσάφι. </p><br><p>Στην αρχή της γέφυρας, η φρουρός της η Μόντγκουντ, σταμάτησε τον Χέρμοντ υψώνοντας το χέρι της και λέγοντάς του: “Πριν σε αφήσω να προχωρήσεις, πες μου το όνομα και την καταγωγή σου”. Μα ο Χέρμοντ έμεινε σιωπηλός: “Πέντε διμοιρίες πέρασαν από εδώ εχθές”, είπε τότε η Μόντγκουντ, “και διέσχισαν τη γέφυρα. Εσύ όμως κάνεις περισσότερο θόρυβο κι απ΄ όλους αυτούς μαζί”. Πάλι ο Χέρμοντ παρέμεινε σιωπηλός:</p><p>Δε μου μοιάζεις για κάποιος που έχει πεθάνει, συνέχισε η Μόντγκουντ. Ποιος είσαι;</p><p>Είμαι ο Χέρμοντ, είπε ο θεός, γιος του Όντιν. Πρέπει να φτάσω ως τη Χελ για να βρω τον αδερφό μου, τον νεκρό πια Μπάλντερ. Μήπως εσύ τον είδες καθώς πήγαινε εκεί;</p><p>Πέρασε τούτο εδώ το ποτάμι, είπε η Μόντγκουντ, και διέσχισε τούτη τη γέφυρα. Μα ο δρόμος για τη Χελ είναι μακρύς. Μπορεί να έχεις φτάσει ως εδώ αλλά θέλεις λίγο ακόμη προς τα βόρεια και προς τα κάτω.</p><br><p>Ο Χέρμοντ ευχαρίστησε την Μόντγκουντ και εκείνη του έκανε χώρο να περάσει. Τώρα που ο Σλέιπνιρ έβλεπε τον δρόμο μπροστά του, άλογο και καβαλάρης συνέχισαν γρήγορα το ταξίδι τους. Μέχρι που επιτέλους έφτασαν μπροστά στις πελώριες πύλες και τείχη που η Χελ είχε χτίσει γύρω από το παλάτι της, το Έλγιουντνιρ.</p><br><p>Ο Σλέιπνιρ κοκάλωσε και χλιμίντρισε.</p><br><p>Ο Χέρμοντ κατέβηκε και κοίταξε τριγύρω του μέσα από το αρρωστημένο εκείνο φως. Οι πύλες ήταν ερμητικά κλειστές κι απ’ ότι φαινόταν αδιαπέραστες για όσους δεν ήταν της μοίρας τους να φτάσουν μέχρι το θλιβερό Νάστροντ, την ακτή των νεκρών. Ο Χέρμοντ ανασκουμπώθηκε. Καβάλησε αποφασιστικά τον Σλέιπνιρ και του έδωσε μια δυνατή σπιρουνιά στα πλευρά. Το άτι του Όντιν κάλπασε με όλη του τη δύναμη προς τις πύλες. Την τελευταία στιγμή, με μια κίνηση που φαινόταν για δισταγμός, ο Σλέιπνιρ έδωσε μια δυνατή σπρωξιά στο έδαφος με τα πίσω του πόδια και τινάχτηκε πάνω από το ψηλότερο σημείο των πυλών και τις πέρασε. </p><br><p>Ο Χέρμοντ οδήγησε τον Σλέιπνιρ μέχρι τις πόρτες του Έλγιουντνιρ. Εκεί ξεπέζεψε για άλλη μια φορά και άνοιξε τις πόρτες που οδηγούσαν στην πέτρινη αίθουσα.</p><br><p>Πρόσωπα χωρίς παρελθόν γύρισαν και τον κοίταξαν - τα πρόσωπα των πρόσφατα χαμένων, πρόσωπα ωχρά που σάπιζαν, πρόσωπα με λιγότερη σάρκα παρά οστά. Πρόσωπα αξιολύπητα, απορημένα, αφημένα, μερικά από αυτά συνοφρυωμένα, κάποια σκεπτικά, άλλα κουτοπόνηρα κι άλλα εγκληματικά, κάποια να πονούν και όλα τους κοιτούσαν τώρα τον Χέρμοντ. Εκείνος όμως το μόνο που έβλεπε ήταν η λαμπερή φιγούρα που καθόταν μπροστά του σε θρόνο: Ο αδερφός του ο Μπάλντερ!</p><br><p>Για το καλό του Μπάλντερ και όλων των θεών, ο αποφασισμένος Χέρμοντ πέρασε όλο το βράδυ σ΄ εκείνη την αίθουσα. Έκατσε δίπλα στην πόρτα σιωπηλός με μόνη του παρέα τους νεκρούς που δεν μιλούσαν αν δεν τους μιλούσε κάποιος άλλος πρώτα. Περίμενε να σηκωθεί η Χελ από το Κρεβάτι της Ασθένειας και να τραβήξει τις κουρτίνες της Εκτυφλωτικής Δυστυχίας. </p><br><p>Το πρόσωπο και ο κορμός της Χελ ήταν ζωντανής γυναίκας, μα η λεκάνη και τα πόδια της σάπιζαν έτσι όπως σαπίζουν τα πτώματα. Πλησίασε τον θεό και ήταν σκυθρωπή και κατηφής. </p><br><p>Ο Χέρμοντ τη χαιρέτησε και της είπε για τον πόνο των θεών. Της είπε πως η Άσγκαρντ είχε βυθιστεί στον θρήνο και στη θλίψη. Διάλεξε τα λόγια του πολύ προσεκτικά ώστε να εκφράζουν μόνο αγάπη και φροντίδα και ζήτησε από τη Χελ να αφήσει τον Μπάλντερ να γυρίσει σπίτι μαζί του. Η Χελ σκέφτηκε για λίγο και, αν και η έκφρασή της δεν άλλαξε καθόλου, είπε: “Δεν είμαι και τόσο σίγουρη πως ο Μπάλντερ είναι τόσο αγαπητός όσο λες”. Περίμενε να πάρει κάποια απάντηση από τον Χέρμοντ, μια απάντηση που δεν ήρθε ποτέ: “Παρόλ’ αυτά”, συνέχισε τότε, “μπορούμε πάντα να κάνουμε μια δοκιμή”. Μιλούσε όσο αργά κινούνταν οι δυο της υπηρέτες, οι Γκανγκλάτι και Γκανγκλότ. Κάθε ήχος που έβγαινε από τα χείλη της ήταν απλά ένα διάλειμμα ανάμεσα στις σιωπές της: “Αν όλα τα πράγματα στους εννιά κόσμους, ζωντανά και νεκρά, κλάψουν για τον χαμό του Μπάλντερ”, δήλωσε η Χελ, “ας γυρίσει στην Άσγκαρντ. Μα αν έστω και ένα διστάσει, αν έστω και ένα δεν κλάψει, ο Μπάλντερ θα μείνει στη Νίφλχάιμ” και λέγοντας αυτό, η Χελ απομακρύνθηκε από τον Χέρμοντ.</p><br><p>Τότε ο Μπάλντερ σηκώθηκε και από τις σκιές φάνηκε και η Νάννα και στάθηκε δίπλα του. Διέσχισαν την αίθουσα μαζί περνώντας τους σωρούς των νεκρών, πάντα λαμπεροί και κατάλευκοι. Έφτασαν μέχρι τον Χερμοντ, τον χαιρέτησαν και τον οδήγησαν έξω από το Έλγιουντνιρ. Ο Μπάλντερ έβγαλε από το χέρι του το δαχτυλίδι Ντράουπνιρ, που του είχε δώσει ο πατέρας του επάνω στο Ρίνγκχορν, και το έβαλε στο χέρι του Χέρμοντ. Είπε τότε: “Δώσε αυτό στον πατέρα μου να με θυμάται”. Η Νάννα τον πλησίασε και του έδωσε ύφασμα για βέλο και άλλα δώρα: “Αυτά είναι για τη Φριγκ”, είπε, “και αυτό είναι για τη Φούλλα” και του έδωσε ένα χρυσό δαχτυλίδι.</p><br><p>Ο Χέρμοντ άφησε πίσω του τον Μπάλντερ και τη Νάννα. Καβάλησε τον Σλέιπνιρ και κάλπασε χωρίς σταματημό μέχρι την Άσγκαρντ. Εκεί, στο Γκλάδσχαιμ, εξήγησε στους θεούς και στις θεές τι του είχε ζητηθεί.</p><br><p>Οι Έσιρ, έστειλαν αγγελειαφόρους σε κάθε γωνιά των εννέα κόσμων. Το μόνο μήνυμα ήταν να κλάψουν όλοι για να βγάλουν τον Μπάλντερ από τη Χελ. Όπως όλα τα πράγματα είχαν κάποτε ορκιστεί να μην τον βλάψουν, έτσι τώρα έκλαιγαν για να τον φέρουν πίσω. Έκλαιγε η φωτιά, ο σίδηρος και όλα τα μέταλλα έκλαιγαν, έκλαιγαν και οι πέτρες και όλα τα πουλιά, όλες οι αρρώστιες έκλαιγαν, όλα τα ζώα έκλαιγαν, το χώμα έκλαιγε μαζί του και τα δέντρα, όλα τα δηλητηριώδη φυτά έκλαιγαν κι όλα τα ερπετά. Τα ερπετά που κλαίνε όταν τα καλύπτει πάχνη και αρχίζουν να ζεσταίνονται ξανά.</p><br><p>Οι αγγελειαφόροι είχαν αρχίσει να επιστρέφουν στην Άσγκαρντ και όλοι τους ήταν σίγουροι πως δεν τους είχε ξεφύγει τίποτα. Τότε όμως συνάντησαν μια γιγάντισσα που καθόταν μόνη της σε μια σπηλιά:</p><p>Πώς σε λένε; τη ρώτησε ένας τους.</p><p>Θοκκ, απάντησε η γιγάντισσα.</p><br><p>Οι αγγελειαφόροι τότε άρχισαν να εξηγούν την αποστολή τους και ζήτησαν από τη Θοκκ να κλάψει μαζί με όλα τα άλλα πράγματα, να κλάψει και να κλάψει μέχρι να βγει ο Μπάλντερ από τη Χελ. Η γιγάντισσα κοίταξε περιφρονητικά τους αγγελειαφόρους και τους είπε: “Η Θοκκ δε θα χύσει ούτε ένα δάκρυ για τον Μπάλντερ και την κηδεία του. Σκασίλα μου για τον γιο του Γέρου, τι ζωντανός, τι νεκρός, δεν με επηρεάζει καθόλου. Ας κάνει η Χελ ό,τι νομίζει”.</p><br><p>Παρόλα τα παρακάλια και τις ικεσίες των αγγελειαφόρων, η Θοκκ αρνήθηκε ακόμη και να τους ξαναπευθύνει τον λόγο. Δεν έπαιρνε τίποτα πίσω κι ούτε θα έκλαιγε. Έτσι την άφησαν οι αγγελειαφόροι και με βήματα βαριά διέσχισαν το Μπίφροστ. Χωρίς να πουν λέξη, φάνηκε από μακριά τι μαντάτα θα έφερναν πίσω. </p><br><p>Οι θεοί και οι θεές πόνεσαν αβάσταχτα. Αισθάνθηκαν γέροι και συγχισμένοι και αδύναμοι και ανήσυχοι. Κανείς τους όμως δεν αμφέβαλλε, πως η Θοκκ η γιγάντισσα στη σπηλιά ήταν στ’ αλήθεια ο Λόκι.</p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></itunes:summary>
		</item>
		<item>
			<title>Ο Θρύλος του Ξύλινου Παπουτσιού</title>
			<itunes:title>Ο Θρύλος του Ξύλινου Παπουτσιού</itunes:title>
			<pubDate>Mon, 02 Aug 2021 09:10:18 GMT</pubDate>
			<itunes:duration>19:25</itunes:duration>
			<enclosure url="https://sphinx.acast.com/p/open/s/6013ebce985ab977d52addcc/e/61069d4853204f00192346d6/media.mp3" length="24481540" type="audio/mpeg"/>
			<guid isPermaLink="false">61069d4853204f00192346d6</guid>
			<itunes:explicit>false</itunes:explicit>
			<link>https://www.karakaxa.org/%CE%B5%CF%80%CE%B5%CE%B9%CF%83%CF%8C%CE%B4%CE%B9%CE%B1</link>
			<acast:episodeId>61069d4853204f00192346d6</acast:episodeId>
			<acast:showId>6013ebce985ab977d52addcc</acast:showId>
			<acast:episodeUrl>mitos49</acast:episodeUrl>
			<acast:settings><![CDATA[FYjHyZbXWHZ7gmX8Pp1rmbKbhgrQiwYShz70Q9/ffXZMTtedvdcRQbP4eiLMjXzCKLPjEYLpGj+NMVKa+5C8pL4u/EOj1Vw4h5MMJYp0lCcFAe0fnxBJy/1ju4Qxy1fh8gO4DvlGA40yms2g0/hOkcrfHIopjTygHFqGwwOPKFIai4SuTvs86Lx3UYCyl6Zs+WO4fC9bB8/2bSJALEZpunHdJA38/ZCmkJMYOTmjFjpckuLMH5qvGbOkdcY/AP7rPSJyEbaJUdAun9tz6Q1Rlga/HI6DsXLm/cAUiVZ5cbGVP1UGGM01m4HL+XzOvQ/B]]></acast:settings>
			<itunes:subtitle>Μίτος</itunes:subtitle>
			<itunes:episodeType>full</itunes:episodeType>
			<itunes:episode>49</itunes:episode>
			<itunes:image href="https://assets.pippa.io/shows/6013ebce985ab977d52addcc/1627823264312-ea3912cdb5613f6057420c2244aa06ac.jpeg"/>
			<description><![CDATA[<p>Αναρωτηθήκατε ποτέ γιατί οι Ολλανδοί έχουν αυτά τα παραδοσιακά ξύλινα παπούτσια; Πώς τα σκαρφίστηκαν και γιατί είναι έτσι; Όλες σας οι απορίες θα λυθούν μέσα από αυτή τη λαϊκή ιστορία από την Ολλανδία και την οικογένεια Βαν Άικ!</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Δεν περιέχει ευαίσθητο υλικό </p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>Ηχητικά εφέ: freesound.org</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ</p><br><p>Ο Θρύλος του Ξύλινου Παπουτσιού</p><br><p>Κάποιον παλιό καιρό, που τώρα έχει περάσει πολύ καιρό, μάλιστα τόσον καιρό που ούτε τα ημερολόγια μπορούν να τον βρουν μα ούτε και τα ρολόγια να τον μετρήσουν, μιλιούνια από καλές νεράιδες κατέβηκαν από τον Ήλιο στη Γη. Εδώ, άλλαξαν τη μορφή τους και έγιναν ρίζες, φύλλα και δέντρα. Σε όλον τον κόσμο υπήρχαν άπειρα είδη και άπειρα δέντρα, μα στην Ολλανδία υπήρχαν κυρίως το πεύκο και η σημύδα, η βελανιδιά και η φλαμουριά. Οι νεράιδες που κατοικούσαν σε αυτά τα δέντρα λεγόντουσαν οι Βρυοκυράδες ή Τρίντχες των Δέντρων, από το Ολλανδικό υποκοριστικό του ονόματος Κατερίνα.</p><br><p>Απ΄ όλα τα δέντρα το πιο αγαπημένο όλων ήταν η βελανιδιά μιας και οι περισσότεροι άνθρωποι τότε τρέφονταν με βελανίδια. Τα έψηναν, τα έβραζαν, τα έκαναν πουρέ ακόμη και αλεύρι τα έκαναν και μετά με αυτό έφτιαχναν ένα είδος ψωμιού. Με τον φλοιό των βελανιδιών, οι άνδρες επεξεργάζονταν τα δέρματα και με τον κορμό του δέντρου έχτιζαν βάρκες και σπίτια. Κάτω από τα κλαδιά τους και κοντά στον κορμό κάποιοι έφερναν τους αρρώστους τους και προσεύχονταν στους θεούς να τους κάνουν καλά. Ακόμη και πολεμιστές γονάτιζαν μπροστά στις βελανιδιές και ορκίζονταν αιώνια αφοσίωση στους άρχοντές τους, ανύπαντρες κοπέλες λογοδίνονταν και γυναίκες ένωναν τα χέρια τους σε κύκλο γύρω από τα δέντρα για να γεννήσουν γερά παιδιά. Μάλιστα τις πρώτες μέρες τις ζωής τους, τα νεογέννητα τοποθετούνταν στα ψηλότερα κλαδιά των δέντρων αυτών, πριν να πάνε ακόμη σπίτι για να γνωρίσουν τα αδέρφια τους. Για να μεγαλώσουν σωστά και να είναι γερά, οι μητέρες τους τα έτριβαν με τους χυμούς από πολύ νεαρά βλαστάρια βελανιδιάς. </p><br><p>Ακόμη πιο εντυπωσιακή, ήταν η μοναδική ιδιότητα των βελανιδιών να θεραπεύουν και τους ανθρώπους μα και την ίδια τη χώρα. Κάποιες φορές, το νέο έδαφος πάθαινε μια αρρώστια, το Βαλ όπου το χώμα βυθιζόταν αρκετά στο νερό. Όταν συνέβαινε αυτό, άνθρωποι, σπίτια, εκκλησίες, ζωντανά και στάβλοι όλα τους βυθίζονταν μαζί και χάνονταν για πάντα κάτω από το νερό. Μα οι βελανιδιές, με τις δυνατές τους ρίζες κρατούσαν το χώμα σταθερό. Δυστυχώς, ιστορίες για νεκρές πόλεις που είχαν χαθεί κάτω από τα κύματα όπως το Δάσος των Καλαμιών με τις εκατό πόλεις που το περιτριγύριζαν, ήταν πολύ συνηθισμένες. </p><br><p>Κάτω από τις σημύδες συναντιόντουσαν οι ερωτευμένοι και έδιναν τους όρκους τους ο ένας στον άλλον, συχνά σκαλίζοντας ενωμένες καρδιές στον μαλακό φλοιό τους. Τα καλοκαίρια τα δάση προσφέρουν την καλύτερη σκιά και τον χειμώνα είναι πηγή ξύλου για τη φωτιά. Την άνοιξη η ομορφιά των πράσινων φύλλων τους είναι εκθαμβωτική ενώ το φθινόπωρο παχαίνουν τα γουρούνια τρώγοντας τους καρπούς που έχουν πέσει χάμω. </p><br><p>Έτσι για χιλιάδες χρόνια, όσο οι άνθρωποι ζούσαν στο δάσος, τα δέντρα ήταν ιερά. </p><br><p>Αλλά περνώντας τα χρόνια, την εμφάνιση τους έκαναν οι αγελάδες&nbsp;τα πρόβατα και τα άλογα που συνεχώς πληθαίναν. Χρειαζόταν λοιπόν περισσότερη ανοιχτή γη όπως λιβάδια, πεδιάδες και τέτοια. Φυτεύτηκαν μηλιές και αχλαδιές, ροδακινιές και κερασιές και άρχισε και να μεγαλώνει το χορτάρι, το κριθάρι, το σιτάρι και η σίκαλη. Έτσι, αντί για τα πυκνά δάση, οι άνθρωποι τώρα ήθελαν να έχουν τους κήπους και τα περιβόλια τους κάτω από τον ήλιο. Και δεν ήταν και τίποτα πολιτισμένοι άνθρωποι τότε, ίσα που έδεναν τίποτα δέρματα γύρω από τα πόδια τους ενώ οι περισσότεροι ήταν ξυπόλητοι. </p><br><p>Τα δέντρα στα δάση άρχισαν να κόβονται. Τόσο αγάπησαν οι άνθρωποι το τσεκούρι, που σε λίγα κιόλας χρόνια η Δενδρυλλία έγινε Ολλανδία, με τον λαό της να μένει σε σπιτάκια με κόκκινες σκεπές, με καμινάδες και ανεμόμυλους, με αναχώματα και πελαργούς. Είχε πάρει πλήρως πια τη θέση της παλιάς Χολτ-λανδίας, του τόπου με τα πολλά δέντρα.</p><br><p>Τότε ζούσε κι ένας πολύ καλός άνδρας, έξυπνος και ικανός ξυλουργός που, από την αγάπη του για τη βελανιδιά, έδωσε στον εαυτό του και στα παιδιά του το όνομα Άικ, που στα Ολλανδικά πάει να πει βελανιδιά. Όπως προστάζει το Ολλανδικό έθιμο, ο άνδρας φώναξε το μικρότερό του παιδί να βυθίσει την πρώτη πέτρα των θεμελίων του καινούριου του σπιτιού και εκεί, μπροστά σε όλους, την ονόμασε Νίλτχε (ή Νέλλι) Βαν Άικ.</p><br><p>Ο ξυλουργός θρηνούσε τον χαμό των δασών και ζούσε με τον φόβο ότι στο τέλος δε θα έμενε ούτε μια βελανιδιά όρθια. Περισσότερο απ’ όλα όμως φοβόταν πως αυτή η νέα γη, υπήρχε μόνο και μόνο επειδή όλο και χτιζόντουσαν καινούρια αναχώματα που έσπρωχναν τον ωκεανό όλο και πιο πίσω και σύντομα θα βυθιζόταν και θα ξαναέκανε παρέα με τα ψάρια. Όλοι οι κάτοικοι, τα μωρά και οι μανάδες τους, άνδρες, γυναίκες, άλογα και άλλα κατοικίδια ζώα θα πνιγόντουσαν. Ο ξυλουργός θεωρούσε πως οι Ολλανδοί παραέσπρωχναν τη θάλασσα προς τα πίσω.</p><br><p>Μια μέρα, εκεί που καθόταν στο πεζούλι του σπιτιού του χαμένος στις μαύρες του σκέψεις, εμφανίστηκαν μπροστά του μια Βρυοκυρά κι ένα Δεντροξωτικό που κρατιόντουσαν χέρι χέρι. Τον πλησίασαν και του είπαν πως η προγονική του βελανιδιά ήθελε κάτι να του πει. Έπειτα, έσκασαν και οι δυο στα γέλια και έφυγαν. Ο Βαν Άικ, έτσι λεγόντουσαν επίσημα πια σαν οικογένεια, πήγε στο δάσος και στάθηκε μπροστά από τη μεγαλύτερη βελανιδιά. Ήταν ένα δέντρο που λατρευόταν από τους προγόνους του και που δεν θα άφηνε κανέναν να κόψει. Κοίταξε ψηλά και είδε τα φύλλα του δέντρου να τρέμουν και ένα κλαδί άρχισε να μεγαλώνει και να κατευθύνεται προς το μέρος του. Του ψιθύρισε στ’ αυτί:</p><p>Μην λυπάσαι τους απογόνους σου, θα δουν και θα γνωρίσουν πολύ πιο θαυμαστά πράγματα από εσένα. Εγώ και οι φίλες μου, οι άλλες βελανιδιές, θα πεθάνουμε, μα το φως του ήλιου θα απλωθεί σε όλον τον τόπο και θα τον ξηράνει. Τότε, αντίθετα με τα βελανίδια που πέφτουν κάτω στο χώμα, καινούρια ζωή θα ξεπροβάλλει από αυτό και θα αρχίσει να υψώνεται προς τα επάνω! Εκεί που τώρα υπάρχουν καταπράσινα λιβάδια, εκεί που χτίζονται πόλεις και εκεί που κάποτε υπήρχαν δάση, εκεί θα ξαναζήσουμε, μα όχι όπως πριν. Όποτε μας χρειάζεστε, εσύ και τα παιδιά σου και τα παιδιά των παιδιών σου, εμείς θα σας χαρίζουμε ζεστασιά, άνεση, φωτιά, φως και πλούτο. Μη φοβάσαι ότι η μοίρα αυτής της γης είναι να ερημώσει. Όσο ζούμε όλα τα δέντρα, οι βελανιδιές, οι σημύδες, τα έλατα και οι φλαμουριές θα ορθώνουμε το ανάστημά μας για να κρατάμε όρθια τα σπίτια σας. Θα κρατήσουμε ψηλά τα σπίτια σας, μακριά από τον βάλτο και εσείς θα περπατάτε και θα τρέχετε πάνω από τις κορυφές μας. Πίστεψέ με και πήγαινε να χαρείς τη ζωή σου. Εμείς θα φέρουμε τα πάνω κάτω για εσάς.</p><p>Δεν μπορώ να καταλάβω πως μπορούν αν πραγματοποιηθούν όλα αυτά, είπε ο Βαν Άικ.</p><p>Μη φοβάσαι και η υπόσχεσή μου είναι ισχυρή.</p><br><p>Τα φύλλα πάλι άρχισαν να τρέμουν. Μόλις ησύχασαν φάνηκαν πάλι η Βρυοκυρά και το Δεντροξωτικό Τρίντχε να καταφτάνουν χοροπηδώντας χέρι χέρι: “Θα σε βοηθήσουμε και θα πούμε και στα αδέρφια μας τα ξωτικά να κάνουν το ίδιο. Πάρε τώρα δυο κομμάτια από τον κορμό της βελανιδιάς και κόψε το καθένα με μήκος ένα πόδι. Στέγνωσέ τα πολύ καλά και, πριν πας να κοιμηθείς, βάλε τα επάνω στο τραπέζι της κουζίνας σου”. Κοίταξαν η μια το άλλο, χασκογέλασαν σαν μικρά παιδάκια κι εξαφανίστηκαν!</p><br><p>Με τη σκέψη σε όσα είχαν μόλις συμβεί, ο Βαν Άικ γύρισε πίσω στην καλύβα του και μέτρησε και έκοψε τα ξύλα. Το βράδυ, μόλις η γυναίκα του μάζεψε το τραπέζι από το δείπνο τους, έστησε τα δυο κομμάτια που είχαν μήκος ένα πόδι το καθένα. </p><br><p>Εκείνο το βράδυ είδε στον ύπνο του δυο Ξωτικά να μπαίνουν στο σπίτι του από το παράθυρο της κουζίνας. Ένα νανάκι, άσχημο και ζοφερό που κουβαλούσε μια εργαλειοθήκη και ένα ανοιχτόχρωμο ξωτικό που φαινόταν να είναι ο αρχηγός. Το νανάκι έπιασε αμέσως δουλειά και έβγαλε από την εργαλειοθήκη του πριόνι, τσεκούρι, τρυπάνι, σμίλη και ροκάνη. Στην αρχή τα δυο ξωτικά άρχισαν να μαλώνουν για το ποιος θα ήταν ο αρχηγός. Στη συνέχεια ησύχασαν και ξεκίνησαν δουλειά. Το νανάκι πήρε τα κομμάτια ξύλο και τα καλούπωσε εξωτερικά. Έπειτα σχημάτισε μια κοιλότητα από την οποία και διακρίνονταν τώρα τα δυο παπούτσια και το ξωτικό τα πήρε και τα γυάλισε. Το νανάκι έβαλε τα μικρά του ποδαράκια μέσα στα παπούτσια κι αποπειράθηκε να χορέψει. Μα γλύστρησε, έπεσε και στράβωσε τη μύτη του. Το ξωτικό έσκασε στα γέλια και του έπιασε τη μύτη και του την ίσιωσε πάλι. Φόρεσαν και τα δυο τους τότε τα ξύλινα παπούτσια και άρχισαν να χορεύουν βαλς για αρκετή ώρα, ώσπου κουράστηκαν, μάζεψαν τα πράγματα τους, και αφήνοντας πίσω τους τα παπούτσια, βγήκαν από εκεί απ’ όπου είχαν μπει.</p><br><p>Όταν ο Βαν ‘Αικ ξύπνησε το επόμενο πρωί, θυμήθηκε το όνειρό του και, χωρίς καν να ντυθεί, έτρεξε και πήγε στην κουζίνα. Και να! εκεί που πριν ήταν δυο κομμάτια ξύλο, τώρα βρίσκονταν ένα ζευγάρι ξύλινα παπούτσια. Εργαλεία δεν υπήρχαν πουθενά τριγύρω, ούτε σκόνη και ροκανίδια, μόνο το λείο ξύλο που μοσχομύριζε και ο Βαν Άικ χαμογέλασε. Εξέτασε λίγο καλύτερα τα παπούτσια και είδε πως ήταν υπέροχα λεία, μέσα-έξω. Είχαν στο πίσω μέρος ένα χαμηλό τακουνάκι και μπροστά, χαριτωμένες καμπύλες τελείωναν σε μια απαλή μύτη. Σε προσκαλούσαν να τα φορέσεις, πράγμα που ο Βαν Άικ έκανε αμέσως. Μόλις τα φόρεσε είδε πως του εφάρμοζαν τέλεια, σα να είχαν φτιαχτεί γι΄ αυτόν. Έκανε και μερικά βήματα γύρω στην κουζίνα, της οποίας το πάτωμα η γυναίκα του έτριβε και γυάλιζε, στη συνέχεια το κάλυπτε με καθαρή λευκή άμμο και με τη βοήθεια σκούπας γέμιζε τις ρωγμές και τα κενά. Μα του Βαν Άικ του φαινόταν σα να γλυστρούσε σε πάγο. Μετά από μια-δυο τούμπες και αρκετές προσπάθειες να βρει την ισορροπία του, τα έβγαλε και δεν τα ξαναφόρεσε ποτέ μέσα στο σπίτι. Έξω από αυτό όμως, τα παπούτσια του ήταν πολύ άνετα κι ελαφριά και περπατούσε πολύ εύκολα φορώντας τα.</p><br><p>Ανακάλυψε μάλιστα πως τα παπούτσια αυτά ήταν ιδανικά για περπάτημα και δουλειές στα χωράφια, στη λάσπη, σε μαλακά και γλυστερά μέρη και δεν βυθίζονταν καθόλου. Τα πόδια του έμειναν ξεκούραστα ακόμη και μετά από ώρες εργασίας, δεν πιάστηκαν και δεν τα άγγιξε ούτε σταγόνα νερό.</p><br><p>Σαν η κυρία Βαν Άικ και τα παιδιά του είδαν πόσο χαρούμενος ήταν ο μπαμπάς τους, όλοι τους ήθελαν από ένα τέτοιο ζευγάρι παπούτσια και τον ρώτησαν πώς θα τα ονόμαζε: “Κλόμπεν!” είπε εκείνος με στόμφο και μέχρι και σήμερα είναι γνωστά είτε ως κλόμπεν είτε ως κλομπς: “Θα βγάλω μια ολόκληρη περιουσία από δαύτα!” σκέφτηκε ο Βαν Άικ, “Θα στήσω ένα κλομπετσάδικο και γρήγορα μάλιστα!”.</p><br><p>Έφυγε βιαστικά για τον μεταλλουργό και τον έβαλε να του φτιάξει εργαλεία ίδια με αυτά που είχαν το νανάκι και το ξωτικό, όπως τα είχε δει στον ύπνο του. Έπειτα κρέμασε μια πινακίδα έξω από το σπίτι του που έλεγε “Ξύλινα παπούτσια για όλους”. Έφτιαξε κλομπς για παιδιά που μόλις είχαν απογαλακτιστεί, για αγόρια και κορίτσια, για ενήλικες άνδρες και γυναίκες και για όσους περνούσαν πολλές ώρες έξω από τα σπίτια τους, στους δρόμους και στα χωράφια.</p><br><p>Σύντομα τα κλομπς έγιναν δημοφιλή σε όλη την επαρχία. Μάλιστα είχε αρχίσει να γίνεται έθιμο σε ένδειξη καλών τρόπων, να αφήνει κανείς τα κλομπς του έξω από την πόρτα του σπιτιού που επισκεπτόταν. Αργότερα και στις πόλεις ακόμη, η κυρίες άρχισαν να φορούν ξύλινα πασουμάκια όταν έβγαιναν να κάνουν δουλειές στους κήπους τους. </p><br><p>Τα κλομπς, έφεραν μαζί τους και νέα μόδα για κάλτσες, μαλακές και ζεστές από μαλλί προβάτου. Χιλιάδες βελόνες άρχισαν να χτυπούν η μία την άλλη καθώς είχαν βαλθεί να πλέξουν το μαξιλαράκι μεταξύ ποδιού και παπουτσιού. Έπλεκαν κι έπλεκαν οι γυναίκες, ακόμη και καθώς πήγαιναν για την αγορά, ακόμη και όταν η μια συναντούσε την άλλη και τα έλεγαν στον δρόμο. Τα μαγαζάκια που έφτιαχναν και πουλούσαν κλομπς υπήρχαν πλέον σε κάθε χωριό.</p><br><p>Αφού πια είχε γίνει πάμπλουτος, ο Βαν Άικ είδε κι άλλο όνειρο. Το επόμενο πρωί που ξύπνησε είχε ένα πλατύ χαμόγελο στα χείλη και τέτοια καλή διάθεση που όποιος τον συναντούσε στον δρόμο, του έβγαζε το καπέλο κι έλεγε: “Καλημέρα Μενχίρ Πρόσχαρε! Πώς σαλπάρετε σήμερα;” γιατί έτσι μιλούν οι Ολλανδοί, δεν ρωτούν “τι κάνετε” και “πώς είστε”, αφού σε μια χώρα με τόσο νερό, φρονιμότερο είναι να ρωτά κανείς “πώς σαλπάρετε”, δεν είναι έτσι;</p><br><p>Και ο Βαν Άικ αφηγήθηκε το όνειρό του. Η Βρυοκυρά και το Δεντροξωτικό Τρίντχε πάλι τον επισκέφθηκαν και άρχισαν να χορεύουν: “Τι θέλετε πάλι;” τους ρώτησε ο κοιμώμενος, μα δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει αυτή του την ερώτηση και μέσα μπήκε το νανάκι όλο μουτζούρες σαν να δούλευε στα ορυχεία. Στο ένα του χέρι κρατούσε την εργαλειοθήκη του και στο άλλο μια παράξενη μηχανή. Ήταν ένας μεγάλος σβώλος σιδήρου μέσα σε ένα πλαίσιο, ενώ σκοινιά πότε τον τραβούσαν και πότε τον άφηναν να πέσει κάτω με έναν γδούπο:</p><p>Τι είναι αυτό; ρώτησε ο Βαν Άικ.</p><p>Είναι έμβολο, του είπε το νανάκι και του έδειξε πως λειτουργεί. </p><p>Όταν αύριο στον δρόμο σε ρωτήσει κάποιος ‘Πώς σαλπάρετε;’ εσύ να γελάσεις μαζί τους, είπε στον Βαν Άικ η Βρυοκυρά γελώντας δυνατά.</p><p>Τώρα θα μπορέσεις να δείξεις στους ανθρώπους πώς να χτίσουν γερές πόλεις με πελώριους ναούς και ψηλούς πύργους όπως έχουν και σε τόσες άλλες χώρες. Πάρε τα δέντρα και βγάλε τους τα κλαδιά. Ακόνισε τις κορυφές τους, αναποδογύρισε τα και με τη βοήθεια του εμβόλου, θα μπορέσεις να τα σφηνώσεις βαθιά μέσα στο έδαφος. Αυτό δεν σου υποσχέθηκε η βελανιδιά; Δεν σου είπε πως θα φέρει τα πάνω κάτω για τους ανθρώπους; Δεν σου είπε πως θα περπατήσετε επάνω από τις κορυφές τους;</p><br><p>Ο Βαν Άικ άρχισε να κάνει τη μια ερώτηση μετά την άλλη όμως τα Ξωτικά είχαν μείνει σε αυτόν τον κόσμο τόσο πολύ που η Βρυοκυρά άρχισε να κοιτά με μεγάλο άγχος έξω από το παράθυρο της κουζίνας. Βλέποντας τις πρώτες ακτίνες του ήλιου να εμφανίζονται, πήρε από το χέρι το Τρίντχε και το νανάκι και εξαφανίστηκαν πριν προλάβουν να γίνουν πέτρα.</p><br><p>Έτσι, την επόμενη ημέρα με το χαμόγελο στα χείλη ο Βαν Άικ σκέφτηκε: “Θα κάνω άλλη μια τεράστια περιουσία με αυτό” και όλοι στο διάβα του τον χαιρετούσαν ως τον Μενχίρ Χαρωπό.</p><br><p>Αμέσως ο Βαν Άικ έστησε ένα εργοστάσιο που κατασκεύαζε έμβολα. Έστειλε άνδρες στα δάση να διαλέξουν τα πιο ίσια και ψηλά δέντρα, να τους βγάλουν τα κλαδιά και να τους ακονίσουν τις κορυφές. Αυτούς τους πασσάλους στη συνέχεια τους αναποδογύριζε και τους κάρφωνε στο έδαφος, δημιουργώντας έτσι τη βάση για γερά θεμέλια, πιο γερά και από πέτρα, που έπιαναν καλά σε αυτό το βαλτώδες και σφογγώδες έδαφος. Χιλιάδες γερά κτίσματα και κατοικίες άρχισαν να χτίζονται μονομιάς και όλα τους στέκονταν ακόμη και μετά από τις χειρότερες καταιγίδες.</p><br><p>Η παλιά Ολλανδία δεν είχε το καρπερό έδαφος της Γαλλίας ούτε και τα αμέτρητα κοπάδια από πρόβατα της Αγγλίας ούτε καν τις στρατιές ραφτών των Βέλγων. Κι όμως έχτισε μεγαλόπρεπες επαύλεις και κυβερνητικά κτίρια. Όπως συνέβη και σε όλες τις άλλες χώρες, είχε κι εκείνη πια την αρχιτεκτονική της, στηριγμένη όχι σε πέτρες μα σε δάση που τώρα ήταν βυθισμένα μέσα στον πηλό και στην άμμο. Από τόση δα χώρα, η Ολλανδία αυξήθηκε, απλώθηκε, έγινε μεγάλη και όποιος την επισκέπτεται, βλέπει τις χαριτωμένες παραδόσεις της και τη φυσική της ομορφιά.&nbsp;</p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></description>
			<itunes:summary><![CDATA[<p>Αναρωτηθήκατε ποτέ γιατί οι Ολλανδοί έχουν αυτά τα παραδοσιακά ξύλινα παπούτσια; Πώς τα σκαρφίστηκαν και γιατί είναι έτσι; Όλες σας οι απορίες θα λυθούν μέσα από αυτή τη λαϊκή ιστορία από την Ολλανδία και την οικογένεια Βαν Άικ!</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Δεν περιέχει ευαίσθητο υλικό </p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>Ηχητικά εφέ: freesound.org</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ</p><br><p>Ο Θρύλος του Ξύλινου Παπουτσιού</p><br><p>Κάποιον παλιό καιρό, που τώρα έχει περάσει πολύ καιρό, μάλιστα τόσον καιρό που ούτε τα ημερολόγια μπορούν να τον βρουν μα ούτε και τα ρολόγια να τον μετρήσουν, μιλιούνια από καλές νεράιδες κατέβηκαν από τον Ήλιο στη Γη. Εδώ, άλλαξαν τη μορφή τους και έγιναν ρίζες, φύλλα και δέντρα. Σε όλον τον κόσμο υπήρχαν άπειρα είδη και άπειρα δέντρα, μα στην Ολλανδία υπήρχαν κυρίως το πεύκο και η σημύδα, η βελανιδιά και η φλαμουριά. Οι νεράιδες που κατοικούσαν σε αυτά τα δέντρα λεγόντουσαν οι Βρυοκυράδες ή Τρίντχες των Δέντρων, από το Ολλανδικό υποκοριστικό του ονόματος Κατερίνα.</p><br><p>Απ΄ όλα τα δέντρα το πιο αγαπημένο όλων ήταν η βελανιδιά μιας και οι περισσότεροι άνθρωποι τότε τρέφονταν με βελανίδια. Τα έψηναν, τα έβραζαν, τα έκαναν πουρέ ακόμη και αλεύρι τα έκαναν και μετά με αυτό έφτιαχναν ένα είδος ψωμιού. Με τον φλοιό των βελανιδιών, οι άνδρες επεξεργάζονταν τα δέρματα και με τον κορμό του δέντρου έχτιζαν βάρκες και σπίτια. Κάτω από τα κλαδιά τους και κοντά στον κορμό κάποιοι έφερναν τους αρρώστους τους και προσεύχονταν στους θεούς να τους κάνουν καλά. Ακόμη και πολεμιστές γονάτιζαν μπροστά στις βελανιδιές και ορκίζονταν αιώνια αφοσίωση στους άρχοντές τους, ανύπαντρες κοπέλες λογοδίνονταν και γυναίκες ένωναν τα χέρια τους σε κύκλο γύρω από τα δέντρα για να γεννήσουν γερά παιδιά. Μάλιστα τις πρώτες μέρες τις ζωής τους, τα νεογέννητα τοποθετούνταν στα ψηλότερα κλαδιά των δέντρων αυτών, πριν να πάνε ακόμη σπίτι για να γνωρίσουν τα αδέρφια τους. Για να μεγαλώσουν σωστά και να είναι γερά, οι μητέρες τους τα έτριβαν με τους χυμούς από πολύ νεαρά βλαστάρια βελανιδιάς. </p><br><p>Ακόμη πιο εντυπωσιακή, ήταν η μοναδική ιδιότητα των βελανιδιών να θεραπεύουν και τους ανθρώπους μα και την ίδια τη χώρα. Κάποιες φορές, το νέο έδαφος πάθαινε μια αρρώστια, το Βαλ όπου το χώμα βυθιζόταν αρκετά στο νερό. Όταν συνέβαινε αυτό, άνθρωποι, σπίτια, εκκλησίες, ζωντανά και στάβλοι όλα τους βυθίζονταν μαζί και χάνονταν για πάντα κάτω από το νερό. Μα οι βελανιδιές, με τις δυνατές τους ρίζες κρατούσαν το χώμα σταθερό. Δυστυχώς, ιστορίες για νεκρές πόλεις που είχαν χαθεί κάτω από τα κύματα όπως το Δάσος των Καλαμιών με τις εκατό πόλεις που το περιτριγύριζαν, ήταν πολύ συνηθισμένες. </p><br><p>Κάτω από τις σημύδες συναντιόντουσαν οι ερωτευμένοι και έδιναν τους όρκους τους ο ένας στον άλλον, συχνά σκαλίζοντας ενωμένες καρδιές στον μαλακό φλοιό τους. Τα καλοκαίρια τα δάση προσφέρουν την καλύτερη σκιά και τον χειμώνα είναι πηγή ξύλου για τη φωτιά. Την άνοιξη η ομορφιά των πράσινων φύλλων τους είναι εκθαμβωτική ενώ το φθινόπωρο παχαίνουν τα γουρούνια τρώγοντας τους καρπούς που έχουν πέσει χάμω. </p><br><p>Έτσι για χιλιάδες χρόνια, όσο οι άνθρωποι ζούσαν στο δάσος, τα δέντρα ήταν ιερά. </p><br><p>Αλλά περνώντας τα χρόνια, την εμφάνιση τους έκαναν οι αγελάδες&nbsp;τα πρόβατα και τα άλογα που συνεχώς πληθαίναν. Χρειαζόταν λοιπόν περισσότερη ανοιχτή γη όπως λιβάδια, πεδιάδες και τέτοια. Φυτεύτηκαν μηλιές και αχλαδιές, ροδακινιές και κερασιές και άρχισε και να μεγαλώνει το χορτάρι, το κριθάρι, το σιτάρι και η σίκαλη. Έτσι, αντί για τα πυκνά δάση, οι άνθρωποι τώρα ήθελαν να έχουν τους κήπους και τα περιβόλια τους κάτω από τον ήλιο. Και δεν ήταν και τίποτα πολιτισμένοι άνθρωποι τότε, ίσα που έδεναν τίποτα δέρματα γύρω από τα πόδια τους ενώ οι περισσότεροι ήταν ξυπόλητοι. </p><br><p>Τα δέντρα στα δάση άρχισαν να κόβονται. Τόσο αγάπησαν οι άνθρωποι το τσεκούρι, που σε λίγα κιόλας χρόνια η Δενδρυλλία έγινε Ολλανδία, με τον λαό της να μένει σε σπιτάκια με κόκκινες σκεπές, με καμινάδες και ανεμόμυλους, με αναχώματα και πελαργούς. Είχε πάρει πλήρως πια τη θέση της παλιάς Χολτ-λανδίας, του τόπου με τα πολλά δέντρα.</p><br><p>Τότε ζούσε κι ένας πολύ καλός άνδρας, έξυπνος και ικανός ξυλουργός που, από την αγάπη του για τη βελανιδιά, έδωσε στον εαυτό του και στα παιδιά του το όνομα Άικ, που στα Ολλανδικά πάει να πει βελανιδιά. Όπως προστάζει το Ολλανδικό έθιμο, ο άνδρας φώναξε το μικρότερό του παιδί να βυθίσει την πρώτη πέτρα των θεμελίων του καινούριου του σπιτιού και εκεί, μπροστά σε όλους, την ονόμασε Νίλτχε (ή Νέλλι) Βαν Άικ.</p><br><p>Ο ξυλουργός θρηνούσε τον χαμό των δασών και ζούσε με τον φόβο ότι στο τέλος δε θα έμενε ούτε μια βελανιδιά όρθια. Περισσότερο απ’ όλα όμως φοβόταν πως αυτή η νέα γη, υπήρχε μόνο και μόνο επειδή όλο και χτιζόντουσαν καινούρια αναχώματα που έσπρωχναν τον ωκεανό όλο και πιο πίσω και σύντομα θα βυθιζόταν και θα ξαναέκανε παρέα με τα ψάρια. Όλοι οι κάτοικοι, τα μωρά και οι μανάδες τους, άνδρες, γυναίκες, άλογα και άλλα κατοικίδια ζώα θα πνιγόντουσαν. Ο ξυλουργός θεωρούσε πως οι Ολλανδοί παραέσπρωχναν τη θάλασσα προς τα πίσω.</p><br><p>Μια μέρα, εκεί που καθόταν στο πεζούλι του σπιτιού του χαμένος στις μαύρες του σκέψεις, εμφανίστηκαν μπροστά του μια Βρυοκυρά κι ένα Δεντροξωτικό που κρατιόντουσαν χέρι χέρι. Τον πλησίασαν και του είπαν πως η προγονική του βελανιδιά ήθελε κάτι να του πει. Έπειτα, έσκασαν και οι δυο στα γέλια και έφυγαν. Ο Βαν Άικ, έτσι λεγόντουσαν επίσημα πια σαν οικογένεια, πήγε στο δάσος και στάθηκε μπροστά από τη μεγαλύτερη βελανιδιά. Ήταν ένα δέντρο που λατρευόταν από τους προγόνους του και που δεν θα άφηνε κανέναν να κόψει. Κοίταξε ψηλά και είδε τα φύλλα του δέντρου να τρέμουν και ένα κλαδί άρχισε να μεγαλώνει και να κατευθύνεται προς το μέρος του. Του ψιθύρισε στ’ αυτί:</p><p>Μην λυπάσαι τους απογόνους σου, θα δουν και θα γνωρίσουν πολύ πιο θαυμαστά πράγματα από εσένα. Εγώ και οι φίλες μου, οι άλλες βελανιδιές, θα πεθάνουμε, μα το φως του ήλιου θα απλωθεί σε όλον τον τόπο και θα τον ξηράνει. Τότε, αντίθετα με τα βελανίδια που πέφτουν κάτω στο χώμα, καινούρια ζωή θα ξεπροβάλλει από αυτό και θα αρχίσει να υψώνεται προς τα επάνω! Εκεί που τώρα υπάρχουν καταπράσινα λιβάδια, εκεί που χτίζονται πόλεις και εκεί που κάποτε υπήρχαν δάση, εκεί θα ξαναζήσουμε, μα όχι όπως πριν. Όποτε μας χρειάζεστε, εσύ και τα παιδιά σου και τα παιδιά των παιδιών σου, εμείς θα σας χαρίζουμε ζεστασιά, άνεση, φωτιά, φως και πλούτο. Μη φοβάσαι ότι η μοίρα αυτής της γης είναι να ερημώσει. Όσο ζούμε όλα τα δέντρα, οι βελανιδιές, οι σημύδες, τα έλατα και οι φλαμουριές θα ορθώνουμε το ανάστημά μας για να κρατάμε όρθια τα σπίτια σας. Θα κρατήσουμε ψηλά τα σπίτια σας, μακριά από τον βάλτο και εσείς θα περπατάτε και θα τρέχετε πάνω από τις κορυφές μας. Πίστεψέ με και πήγαινε να χαρείς τη ζωή σου. Εμείς θα φέρουμε τα πάνω κάτω για εσάς.</p><p>Δεν μπορώ να καταλάβω πως μπορούν αν πραγματοποιηθούν όλα αυτά, είπε ο Βαν Άικ.</p><p>Μη φοβάσαι και η υπόσχεσή μου είναι ισχυρή.</p><br><p>Τα φύλλα πάλι άρχισαν να τρέμουν. Μόλις ησύχασαν φάνηκαν πάλι η Βρυοκυρά και το Δεντροξωτικό Τρίντχε να καταφτάνουν χοροπηδώντας χέρι χέρι: “Θα σε βοηθήσουμε και θα πούμε και στα αδέρφια μας τα ξωτικά να κάνουν το ίδιο. Πάρε τώρα δυο κομμάτια από τον κορμό της βελανιδιάς και κόψε το καθένα με μήκος ένα πόδι. Στέγνωσέ τα πολύ καλά και, πριν πας να κοιμηθείς, βάλε τα επάνω στο τραπέζι της κουζίνας σου”. Κοίταξαν η μια το άλλο, χασκογέλασαν σαν μικρά παιδάκια κι εξαφανίστηκαν!</p><br><p>Με τη σκέψη σε όσα είχαν μόλις συμβεί, ο Βαν Άικ γύρισε πίσω στην καλύβα του και μέτρησε και έκοψε τα ξύλα. Το βράδυ, μόλις η γυναίκα του μάζεψε το τραπέζι από το δείπνο τους, έστησε τα δυο κομμάτια που είχαν μήκος ένα πόδι το καθένα. </p><br><p>Εκείνο το βράδυ είδε στον ύπνο του δυο Ξωτικά να μπαίνουν στο σπίτι του από το παράθυρο της κουζίνας. Ένα νανάκι, άσχημο και ζοφερό που κουβαλούσε μια εργαλειοθήκη και ένα ανοιχτόχρωμο ξωτικό που φαινόταν να είναι ο αρχηγός. Το νανάκι έπιασε αμέσως δουλειά και έβγαλε από την εργαλειοθήκη του πριόνι, τσεκούρι, τρυπάνι, σμίλη και ροκάνη. Στην αρχή τα δυο ξωτικά άρχισαν να μαλώνουν για το ποιος θα ήταν ο αρχηγός. Στη συνέχεια ησύχασαν και ξεκίνησαν δουλειά. Το νανάκι πήρε τα κομμάτια ξύλο και τα καλούπωσε εξωτερικά. Έπειτα σχημάτισε μια κοιλότητα από την οποία και διακρίνονταν τώρα τα δυο παπούτσια και το ξωτικό τα πήρε και τα γυάλισε. Το νανάκι έβαλε τα μικρά του ποδαράκια μέσα στα παπούτσια κι αποπειράθηκε να χορέψει. Μα γλύστρησε, έπεσε και στράβωσε τη μύτη του. Το ξωτικό έσκασε στα γέλια και του έπιασε τη μύτη και του την ίσιωσε πάλι. Φόρεσαν και τα δυο τους τότε τα ξύλινα παπούτσια και άρχισαν να χορεύουν βαλς για αρκετή ώρα, ώσπου κουράστηκαν, μάζεψαν τα πράγματα τους, και αφήνοντας πίσω τους τα παπούτσια, βγήκαν από εκεί απ’ όπου είχαν μπει.</p><br><p>Όταν ο Βαν ‘Αικ ξύπνησε το επόμενο πρωί, θυμήθηκε το όνειρό του και, χωρίς καν να ντυθεί, έτρεξε και πήγε στην κουζίνα. Και να! εκεί που πριν ήταν δυο κομμάτια ξύλο, τώρα βρίσκονταν ένα ζευγάρι ξύλινα παπούτσια. Εργαλεία δεν υπήρχαν πουθενά τριγύρω, ούτε σκόνη και ροκανίδια, μόνο το λείο ξύλο που μοσχομύριζε και ο Βαν Άικ χαμογέλασε. Εξέτασε λίγο καλύτερα τα παπούτσια και είδε πως ήταν υπέροχα λεία, μέσα-έξω. Είχαν στο πίσω μέρος ένα χαμηλό τακουνάκι και μπροστά, χαριτωμένες καμπύλες τελείωναν σε μια απαλή μύτη. Σε προσκαλούσαν να τα φορέσεις, πράγμα που ο Βαν Άικ έκανε αμέσως. Μόλις τα φόρεσε είδε πως του εφάρμοζαν τέλεια, σα να είχαν φτιαχτεί γι΄ αυτόν. Έκανε και μερικά βήματα γύρω στην κουζίνα, της οποίας το πάτωμα η γυναίκα του έτριβε και γυάλιζε, στη συνέχεια το κάλυπτε με καθαρή λευκή άμμο και με τη βοήθεια σκούπας γέμιζε τις ρωγμές και τα κενά. Μα του Βαν Άικ του φαινόταν σα να γλυστρούσε σε πάγο. Μετά από μια-δυο τούμπες και αρκετές προσπάθειες να βρει την ισορροπία του, τα έβγαλε και δεν τα ξαναφόρεσε ποτέ μέσα στο σπίτι. Έξω από αυτό όμως, τα παπούτσια του ήταν πολύ άνετα κι ελαφριά και περπατούσε πολύ εύκολα φορώντας τα.</p><br><p>Ανακάλυψε μάλιστα πως τα παπούτσια αυτά ήταν ιδανικά για περπάτημα και δουλειές στα χωράφια, στη λάσπη, σε μαλακά και γλυστερά μέρη και δεν βυθίζονταν καθόλου. Τα πόδια του έμειναν ξεκούραστα ακόμη και μετά από ώρες εργασίας, δεν πιάστηκαν και δεν τα άγγιξε ούτε σταγόνα νερό.</p><br><p>Σαν η κυρία Βαν Άικ και τα παιδιά του είδαν πόσο χαρούμενος ήταν ο μπαμπάς τους, όλοι τους ήθελαν από ένα τέτοιο ζευγάρι παπούτσια και τον ρώτησαν πώς θα τα ονόμαζε: “Κλόμπεν!” είπε εκείνος με στόμφο και μέχρι και σήμερα είναι γνωστά είτε ως κλόμπεν είτε ως κλομπς: “Θα βγάλω μια ολόκληρη περιουσία από δαύτα!” σκέφτηκε ο Βαν Άικ, “Θα στήσω ένα κλομπετσάδικο και γρήγορα μάλιστα!”.</p><br><p>Έφυγε βιαστικά για τον μεταλλουργό και τον έβαλε να του φτιάξει εργαλεία ίδια με αυτά που είχαν το νανάκι και το ξωτικό, όπως τα είχε δει στον ύπνο του. Έπειτα κρέμασε μια πινακίδα έξω από το σπίτι του που έλεγε “Ξύλινα παπούτσια για όλους”. Έφτιαξε κλομπς για παιδιά που μόλις είχαν απογαλακτιστεί, για αγόρια και κορίτσια, για ενήλικες άνδρες και γυναίκες και για όσους περνούσαν πολλές ώρες έξω από τα σπίτια τους, στους δρόμους και στα χωράφια.</p><br><p>Σύντομα τα κλομπς έγιναν δημοφιλή σε όλη την επαρχία. Μάλιστα είχε αρχίσει να γίνεται έθιμο σε ένδειξη καλών τρόπων, να αφήνει κανείς τα κλομπς του έξω από την πόρτα του σπιτιού που επισκεπτόταν. Αργότερα και στις πόλεις ακόμη, η κυρίες άρχισαν να φορούν ξύλινα πασουμάκια όταν έβγαιναν να κάνουν δουλειές στους κήπους τους. </p><br><p>Τα κλομπς, έφεραν μαζί τους και νέα μόδα για κάλτσες, μαλακές και ζεστές από μαλλί προβάτου. Χιλιάδες βελόνες άρχισαν να χτυπούν η μία την άλλη καθώς είχαν βαλθεί να πλέξουν το μαξιλαράκι μεταξύ ποδιού και παπουτσιού. Έπλεκαν κι έπλεκαν οι γυναίκες, ακόμη και καθώς πήγαιναν για την αγορά, ακόμη και όταν η μια συναντούσε την άλλη και τα έλεγαν στον δρόμο. Τα μαγαζάκια που έφτιαχναν και πουλούσαν κλομπς υπήρχαν πλέον σε κάθε χωριό.</p><br><p>Αφού πια είχε γίνει πάμπλουτος, ο Βαν Άικ είδε κι άλλο όνειρο. Το επόμενο πρωί που ξύπνησε είχε ένα πλατύ χαμόγελο στα χείλη και τέτοια καλή διάθεση που όποιος τον συναντούσε στον δρόμο, του έβγαζε το καπέλο κι έλεγε: “Καλημέρα Μενχίρ Πρόσχαρε! Πώς σαλπάρετε σήμερα;” γιατί έτσι μιλούν οι Ολλανδοί, δεν ρωτούν “τι κάνετε” και “πώς είστε”, αφού σε μια χώρα με τόσο νερό, φρονιμότερο είναι να ρωτά κανείς “πώς σαλπάρετε”, δεν είναι έτσι;</p><br><p>Και ο Βαν Άικ αφηγήθηκε το όνειρό του. Η Βρυοκυρά και το Δεντροξωτικό Τρίντχε πάλι τον επισκέφθηκαν και άρχισαν να χορεύουν: “Τι θέλετε πάλι;” τους ρώτησε ο κοιμώμενος, μα δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει αυτή του την ερώτηση και μέσα μπήκε το νανάκι όλο μουτζούρες σαν να δούλευε στα ορυχεία. Στο ένα του χέρι κρατούσε την εργαλειοθήκη του και στο άλλο μια παράξενη μηχανή. Ήταν ένας μεγάλος σβώλος σιδήρου μέσα σε ένα πλαίσιο, ενώ σκοινιά πότε τον τραβούσαν και πότε τον άφηναν να πέσει κάτω με έναν γδούπο:</p><p>Τι είναι αυτό; ρώτησε ο Βαν Άικ.</p><p>Είναι έμβολο, του είπε το νανάκι και του έδειξε πως λειτουργεί. </p><p>Όταν αύριο στον δρόμο σε ρωτήσει κάποιος ‘Πώς σαλπάρετε;’ εσύ να γελάσεις μαζί τους, είπε στον Βαν Άικ η Βρυοκυρά γελώντας δυνατά.</p><p>Τώρα θα μπορέσεις να δείξεις στους ανθρώπους πώς να χτίσουν γερές πόλεις με πελώριους ναούς και ψηλούς πύργους όπως έχουν και σε τόσες άλλες χώρες. Πάρε τα δέντρα και βγάλε τους τα κλαδιά. Ακόνισε τις κορυφές τους, αναποδογύρισε τα και με τη βοήθεια του εμβόλου, θα μπορέσεις να τα σφηνώσεις βαθιά μέσα στο έδαφος. Αυτό δεν σου υποσχέθηκε η βελανιδιά; Δεν σου είπε πως θα φέρει τα πάνω κάτω για τους ανθρώπους; Δεν σου είπε πως θα περπατήσετε επάνω από τις κορυφές τους;</p><br><p>Ο Βαν Άικ άρχισε να κάνει τη μια ερώτηση μετά την άλλη όμως τα Ξωτικά είχαν μείνει σε αυτόν τον κόσμο τόσο πολύ που η Βρυοκυρά άρχισε να κοιτά με μεγάλο άγχος έξω από το παράθυρο της κουζίνας. Βλέποντας τις πρώτες ακτίνες του ήλιου να εμφανίζονται, πήρε από το χέρι το Τρίντχε και το νανάκι και εξαφανίστηκαν πριν προλάβουν να γίνουν πέτρα.</p><br><p>Έτσι, την επόμενη ημέρα με το χαμόγελο στα χείλη ο Βαν Άικ σκέφτηκε: “Θα κάνω άλλη μια τεράστια περιουσία με αυτό” και όλοι στο διάβα του τον χαιρετούσαν ως τον Μενχίρ Χαρωπό.</p><br><p>Αμέσως ο Βαν Άικ έστησε ένα εργοστάσιο που κατασκεύαζε έμβολα. Έστειλε άνδρες στα δάση να διαλέξουν τα πιο ίσια και ψηλά δέντρα, να τους βγάλουν τα κλαδιά και να τους ακονίσουν τις κορυφές. Αυτούς τους πασσάλους στη συνέχεια τους αναποδογύριζε και τους κάρφωνε στο έδαφος, δημιουργώντας έτσι τη βάση για γερά θεμέλια, πιο γερά και από πέτρα, που έπιαναν καλά σε αυτό το βαλτώδες και σφογγώδες έδαφος. Χιλιάδες γερά κτίσματα και κατοικίες άρχισαν να χτίζονται μονομιάς και όλα τους στέκονταν ακόμη και μετά από τις χειρότερες καταιγίδες.</p><br><p>Η παλιά Ολλανδία δεν είχε το καρπερό έδαφος της Γαλλίας ούτε και τα αμέτρητα κοπάδια από πρόβατα της Αγγλίας ούτε καν τις στρατιές ραφτών των Βέλγων. Κι όμως έχτισε μεγαλόπρεπες επαύλεις και κυβερνητικά κτίρια. Όπως συνέβη και σε όλες τις άλλες χώρες, είχε κι εκείνη πια την αρχιτεκτονική της, στηριγμένη όχι σε πέτρες μα σε δάση που τώρα ήταν βυθισμένα μέσα στον πηλό και στην άμμο. Από τόση δα χώρα, η Ολλανδία αυξήθηκε, απλώθηκε, έγινε μεγάλη και όποιος την επισκέπτεται, βλέπει τις χαριτωμένες παραδόσεις της και τη φυσική της ομορφιά.&nbsp;</p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></itunes:summary>
		</item>
		<item>
			<title>Οι Χρυσές Παντόφλες</title>
			<itunes:title>Οι Χρυσές Παντόφλες</itunes:title>
			<pubDate>Sat, 31 Jul 2021 09:42:52 GMT</pubDate>
			<itunes:duration>20:45</itunes:duration>
			<enclosure url="https://sphinx.acast.com/p/open/s/6013ebce985ab977d52addcc/e/61051b1c561d1400194d88a3/media.mp3" length="25220199" type="audio/mpeg"/>
			<guid isPermaLink="false">61051b1c561d1400194d88a3</guid>
			<itunes:explicit>false</itunes:explicit>
			<link>https://www.karakaxa.org/%CE%B5%CF%80%CE%B5%CE%B9%CF%83%CF%8C%CE%B4%CE%B9%CE%B1</link>
			<acast:episodeId>61051b1c561d1400194d88a3</acast:episodeId>
			<acast:showId>6013ebce985ab977d52addcc</acast:showId>
			<acast:episodeUrl>mitos48</acast:episodeUrl>
			<acast:settings><![CDATA[FYjHyZbXWHZ7gmX8Pp1rmbKbhgrQiwYShz70Q9/ffXZMTtedvdcRQbP4eiLMjXzCKLPjEYLpGj+NMVKa+5C8pL4u/EOj1Vw4h5MMJYp0lCcFAe0fnxBJy/1ju4Qxy1fh8gO4DvlGA40yms2g0/hOkcrfHIopjTygHFqGwwOPKFIai4SuTvs86Lx3UYCyl6Zs+WO4fC9bB8/2bSJALEZpunHdJA38/ZCmkJMYOTmjFjosn62KNUqD0JWvwnwUnNXBqcYWmaPZ39SejOZRm85B8hTexNB0o6qnq06PFZUDz0fv1lKp1Hsx3RJliQVey+a7]]></acast:settings>
			<itunes:subtitle>Μίτος</itunes:subtitle>
			<itunes:episodeType>full</itunes:episodeType>
			<itunes:episode>48</itunes:episode>
			<itunes:image href="https://assets.pippa.io/shows/6013ebce985ab977d52addcc/1627724375713-6be07a4f359da796e05da770ad65ef0f.jpeg"/>
			<description><![CDATA[<p>Η Σταχτοπούτα ήταν Ουκρανή. Αμέ, παρόλο που οι Γκριμμ εμπνεύστηκαν από πολύ πιο βάναυσα Γοτθικά παραμύθια και μας παρουσίασαν την ιστορία που ξέρουμε όλοι σήμερα, η πηγή της είναι από την Ουκρανία και είστε έτοιμοι να την μάθετε κι εσείς!</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Περιέχει κακομεταχείριση.</p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>Ηχητικά εφέ: freesound.org</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ</p><br><p>Οι Χρυσές Παντόφλες</p><br><p>Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας γέρος και μια γριά. Ο γέρος είχε μια κόρη και η γριά είχε μια κόρη. Είπε η γριά στον γέρο: “Τράβα και αγόρασε μια αγελαδίτσα να τη δώσεις στην κόρη σου να έχει κάτι να φροντίζει”. Κι ο γέρος πήγε στο τοπικό πανηγύρι και αγόρασε μια αγελαδίτσα.</p><br><p>Η γριά, ενώ παραχάιδευε τη δικιά της κόρη και την κακομάθαινε, ήταν απότομη και σκληρή με την κόρη του γέρου. Εκείνη όμως ήταν φιλότιμο και εργατικό παιδί, ενώ η κόρη της γριάς οκνηρή και ακαμάτα. Δεν έκανε τίποτα άλλο από το να κάθεται όλη μέρα με τα χέρια σταυρωμένα στην ποδιά της. Μια μέρα η γριά είπε στην κόρη του γέρου: “Άκου εδώ κόρη σκύλου, τράβα γρήγορα να βοσκίσεις την αγελάδα σου! Και πάρε και αυτό το λινάρι. Να το ξεμπερδέψεις και να το τυλίξεις γύρω από την ανέμη, έπειτα να το ασπρίσεις και να μου το φέρεις έτοιμο σαν γυρίσεις το βράδυ”. Το κορίτσι χωρίς κουβέντα πήρε το λινάρι κι έφυγε για να βοσκήσει την αγελάδα της.</p><br><p>Βρήκε ένα καλό σημείο όπου η αγελάδα άρχισε να μασουλά το τρυφερό χορτάρι μα το κορίτσι έκατσε κατάχαμα κι άρχισε να κλαίει. Η αγελάδα ανήσυχη, γύρισε προς το μέρος της και τη ρώτησε:</p><p>Πες μου γλυκό μου κορίτσι, τι σε κάνει και κλαις έτσι;</p><p>Αλίμονο! Πώς να μην κλαίω; Η μητριά μου μου έδωσε αυτό το λινάρι και με πρόσταξε να το ξετυλίξω, να το περάσω στην ανέμη, έπειτα να το γνέσω, να το ασπρίσω και να της το έχω έτοιμο ύφασμα μέχρι το βράδυ.</p><p>Μην χαλάς την καρδιά σου παιδί μου, της είπε τρυφερά η αγελάδα, και όλα θα πάνε καλά. Ξάπλωσε και κοιμήσου τώρα.</p><br><p>Η κόρη του γέρου ξάπλωσε και κοιμήθηκε και σαν ξύπνησε, το λινάρι είχε ξετυλιχθεί, είχε περαστεί στην ανέμη, είχε ξασπρίσει και ήταν έτοιμο ύφασμα! Έτσι γύρισε με την αγελάδα της πίσω στο σπίτι κι έδωσε στη μητριά της το ύφασμα. Εκείνη το πήρε και το έκρυψε για να μη μάθει κανείς ότι είχε καταφέρει τη δουλειά που της είχε αναθέσει. </p><br><p>Την επόμενη μέρα, η γριά είπε στη δική της κόρη: “Αγαπημένη μου κορούλα, πάρε την αγελαδίτσα και βγάλε την έξω να βοσκήσει. Να, πάρε και αυτό το λινάρι. Να το ξετυλίξεις, να το περάσεις στην ανέμη, να το ασπρίσεις και να το γνέσεις να γίνει ύφασμα. Όταν με το καλό τελειώσεις, γύρνα σπίτι και φέρτο μου”. Η κόρη της γριάς πήγε με την αγελάδα παραδίπλα και την άφησε να βοσκήσει. Εκείνη ξάπλωσε και αποκοιμήθηκε στο δροσερό γρασίδι και ούτε που πήγε να μουσκέψει το λινάρι στο ρυάκι. Το σούρουπο πήρε την αγελάδα και γύρισε σπίτι της δίνοντας στη μάνα της το λινάρι όπως το είχε πάρει: </p><p>Αχ μαμά, πονούσε πολύ το κεφάλι μου όλη μέρα και ο ήλιος έκαιγε και δεν μπορούσα ούτε να κουνηθώ, πόσο μάλλον να πάω να βρέξω το λινάρι στο ρυάκι.</p><p>Δεν πειράζει παιδί μου, της είπε η γριά. Πήγαινε να ξαπλώσεις να ξεκουραστείς και το αφήνουμε για άλλη μέρα.</p><br><p>Σαν ξημέρωσε το επόμενο πρωί, η γριά πήγε στο κρεβάτι της κόρης του γέρου και της είπε: “Σήκω αμέσως κόρη σκύλου και πάρε την αγελάδα να την πας να βοσκήσει. Πάρε και αυτό το λινάρι και ξεμπέρδεψέ το, πέρασέ το στην ανέμη, ξάσπρισέ το, βάλε το στο αδράχτι και μέχρι το βράδι να το γνέσεις σε ύφασμα!”. Το κορίτσι πήρε την αγελάδα και το λινάρι και περπάτησε μέχρι που βρήκε ένα καλό λιβάδι για να βοσκήσει την αγελάδα. Μετά πήγε και έκατσε κάτω από μια ιτιά, πέταξε το λινάρι στο έδαφος δίπλα της και άρχισε να κλαίει γοερά. Η αγελάδα την πλησίασε και τη ρώτησε:</p><p>Πες μου, γλυκό μου κορίτσι, τι σε κάνει και κλαις τόσο;</p><p>Πώς να μην κλαίω, της είπε το κορίτσι και της μετέφερε τις προσταγές της μητριάς της.</p><p>Έλα, μην κλαις, είπε τότε η αγελάδα. Εσύ κοιμήσου και όλα θα πάνε καλά.</p><br><p>Το κορίτσι ξάπλωσε και κοιμήθηκε αμέσως. Το σούρουπο που ξύπνησε είδε στο πλάι της το λινάρι μεταμορφωμένο στο πιο φίνο ύφασμα που είχε δει ποτέ της, έτοιμο να κοπεί και να ραφτεί! Επέστρεψε σπίτι της με την αγελάδα και έδωσε το ύφασμα στη μητριά της.</p><br><p>Η γριά είπε τότε από μέσα της: “Μα πως γίνεται αυτή η κόρη σκύλου να κάνει τη δουλειά αυτή τόσο εύκολα; Μάλλον η αγελάδα έχει βάλει το χεράκι της, είμαι σίγουρη. Εγώ όμως θα βάλω τέλος σε αυτό, κόρη σκύλου, ακούς;” και πήγε και βρήκε τον γέρο: </p><p>Πατέρα και κεφαλή του σπιτιού, σφάξε την αγελάδα και κόψε την κομμάτια, εξαιτίας της η κόρη σου δεν κάνει τίποτα για να βοηθήσει στις δουλειές!</p><p>Εντάξει, θα τη σφάξω, απάντησε εκείνος.</p><br><p>Η κόρη του όμως, που τα άκουσε όλα αυτά, έτρεξε και πήγε στον στάβλο όπου και άρχισε να κλαίει με μαύρο δάκρυ. Σαν την άκουσε, η αγελαδίτσα την πλησίασε και τη ρώτησε:</p><p>- Πες μου, καλό μου κορίτσι, τι συνέβη και κλαις τόσο;</p><p>Μα πώς να μην κλαίω, είπε με αναφιλητά το κορίτσι, που έρχονται να σε σφάξουν;</p><p>Μη θρηνείς παιδί μου, της είπε ήρεμα η αγελάδα, και όλα θα πάνε καλά. Σαν με σφάξουν, πες στη μητριά σου να σου δώσει τα σωθικά μου να τα πλύνεις. Μέσα τους θα βρεις έναν σπόρο καλαμποκιού. Φύτεψε τον και από αυτόν θα μεγαλώσει μια πανέμορφη ιτιά. Ό,τι κι αν θελήσεις να πας να το ζητήσεις από αυτή την ιτιά και αμέσως η επιθυμία σου θα πραγματοποιηθεί.</p><br><p>Ο γερο-πατέρας της κοπέλας, έσφαξε λοιπόν την αγελάδα κι εκείνη πήγε στη μητριά της και της είπε: </p><p>Σας παρακαλώ μητέρα, δώστε μου τα σωθικά της αγελάδας να τα πλύνω.</p><p>Σάμπως θα άφηνα κανέναν άλλον εκτός από εσένα να κάνει τέτοια βρωμοδουλειά; απάντησε χαιρέκακα η γριά και της έδωσε την άδεια.</p><br><p>Η κόρη του γέρου πήρε τα σωθικά της αγελάδας και τα έπλυνε και να! όπως της είχε πει η αγελάδα, βρήκε και τον σπόρο καλαμποκιού εκεί. Τον φύτεψε δίπλα στη βεράντα του σπιτιού βαθιά μέσα στη γη και τον πότισε. Μόλις σηκώθηκε το επόμενο πρωί, ο σπόρος είχε ήδη γίνει ολόκληρη ιτιά και στον ίσκιο των κλαδιών της είχε ξεπηδήσει μια πηγή με κρυστάλλινο νερό που όμοιό του δεν υπήρχε σε ολάκερο το χωριό! Ήταν δροσερό και καθαρό σαν πάγος.</p><br><p>Σαν έφτασε και η Κυριακή, η γριά με παρακάλια και τεχνάσματα έπεισε την κόρη της να σηκωθεί και να πάει μαζί της στην εκκλησία για τη λειτουργία. Στην κόρη του γέρου όμως είπε: “Εσύ να μείνεις εδώ βρωμοκόριτσο και να φροντίσεις τη φωτιά. Να την έχεις διαρκώς αναμμένη και να ετοιμάσεις το δείπνο μας. Να καθαρίσεις το σπίτι στην εντέλεια και να ντυθείς με τα καλά σου, αφού πρώτα πλύνεις όλα μας τα ρούχα. Να τα βρω όλα έτοιμα όταν γυρίσω από την εκκλησία και αν και μία από αυτές τις δουλειές δεν έχει ολοκληρωθεί τότε αποχαιρέτα αυτόν τον κόσμο!”.</p><br><p>Έτσι, η γριά και η κόρη της πήγαν στην εκκλησία και η έξυπνη κόρη του γέρου έμεινε πίσω να φροντίζει τη φωτιά. Στη συνέχεια ετοίμασε το φαγητό και πήγε έξω στην ιτιά: “Ιτιά μου, ιτιά μου, βγες από τον κορμό σου! Κυρά Άννα, εμφανίσου που σε καλώ!”. Η ιτιά τότε έκανε το καθήκον της και τινάζοντας τα φύλλα της, έβγαλε από μέσα της μια αρχοντική κυρά:</p><p>Καλό μικρό κορίτσι, γλυκό μου παιδί, τι μπορώ να κάνω για εσένα; ρώτησε η γυναίκα την κόρη του γέρου.</p><p>Αχ δώσε μου να φορέσω καλά ρούχα και φτιάξε μου και μια άμαξα να πάω κι εγώ μέχρι τον οίκο του Θεού!</p><br><p>Στη στιγμή το κορίτσι ήταν ντυμένο με μεταξωτά ρούχα, φορούσε χρυσά παντοφλάκια ενώ μια άμαξα ήρθε και την πήγε μέχρι την εκκλησία.</p><br><p>Μόλις πέρασε το κατώφλι της εκκλησίας, άρχισαν τα μουρμουρητά και όλοι έλεγαν: “Πω πω πω! Ποια είναι αυτή; Μην είναι καμιά πριγκίπισσα ή βασίλισσα; Ομορφιά σαν και του λόγου της δεν έχουμε ξαναδεί στα μέρη μας!”. Τύχαινε εκείνη την ημέρα ο νεαρός Τσάρος να κάνει περιοδεία στους τόπους του και είχε βρεθεί σ΄ εκείνη την εκκλησία να παρακολουθήσει τη λειτουργία. Μόλις είδε την κοπέλα, η καρδιά του άρχισε να χτυπά δυνατά. Στεκόταν εκεί σαν στήλη άλατος και δεν μπορούσε να πάρει το βλέμμα του από πάνω της. Όλοι οι αξιωματικοί και οι αυλικοί του τη θαύμασαν και την ερωτεύτηκαν στη στιγμή. Μα κανείς δεν ήξερε ποια ήταν. Μόλις τελείωσε η λειτουργία, ήταν η πρώτη που αποχώρησε. Σαν έφτασε σπίτι της, έβγαλε αμέσως τα φορέματα, έβαλε τα κουρέλια που φορούσε πριν κι έκατσε δίπλα στο παράθυρο να κοιτά τον κόσμο που γυρνούσε από την εκκλησία. </p><br><p>Γύρισε τότε και η μητριά της με την κόρη της:</p><p>Είναι έτοιμο το φαγητό; ρώτησε απότομα.</p><p>Ναι, έτοιμο είναι.</p><p>Έπλυνες τα ρούχα που σου είπα;</p><p>Ναι, τα έπλυνα κι αυτά.</p><br><p>Έκατσαν τότε όλοι στο τραπέζι να φάνε και άρχισαν να μιλούν για την όμορφη κοπέλα που είχε εμφανιστεί νωρίτερα στην εκκλησία: “Ο γιος του Τσάρου, αντί να προσεύχεται καθόταν και την κοίταζε σαν χάνος, τόσο όμορφη ήταν”, είπε η γριά και στη συνέχεια γύρισε στην κόρη του γέρου και της είπε: “Όσο για σένα κόρη σκύλου, μπορεί να ράβεις πουκάμισα και να κάνεις το λινάρι ύφασμα, αλλά δεν είσαι παρά μια βρωμιάρα και τέτοια θα είσαι πάντα!”.</p><br><p>Την επόμενη Κυριακή, η γριά έντυσε με τα καλά της την κόρη της και πήγανε οι δυο τους στην εκκλησία. Πριν φύγει όμως, είπε στην κόρη του γέρου: “Εσύ βρωμιάρικο πλάσμα να μείνεις να κρατήσεις τη φωτιά αναμένη!” και στη συνέχεια της ανέθεσε αμέτρητες δουλειές να κάνει. Εκείνη έκανε όλες τις δουλειές και σαν τελείωσε, πήγε στην ιτιά έξω από το σπίτι και της είπε: “Ιτιά μου με την αστραφτερή σου την πηγή, ιτιά μου καλή, άλλαξε, μεταμορφώσου!”. Μέσα από τον κορμό της ιτιάς ξεπήδησαν τότε περισσότερες μεγαλόπρεπες καλλονές: “Καλό μικρό κορίτσι, γλυκό μου παιδί, τι μπορούμε να κάνουμε για εσένα;”. Η κόρη του γέρου τους είπε τι ήθελε και οι καλλονές της έδωσαν ένα πανέμορφο φόρεμα, της έβαλαν χρυσά παπούτσια στα πόδια και την έστειλαν στην εκκλησία καβάλα σε μια πολυτελή άμαξα. Ο νεαρός Τσάρος ήταν πάλι εκεί με την ελπίδα να ξαναδεί εκείνη που του είχε κλέψει την καρδιά. Σαν η κοπέλα πέρασε την πόρτα της εκκλησίας, τα πόδια του νεαρού Τσάρου κοκάλωσαν και έμεινε να την κοιτά με το βλέμμα του καρφωμένο πάνω της. Οι παρευρισκόμενοι τότε άρχισαν να μουρμουρίζουν: “Μα κανείς δεν ξέρει ποια είναι; Πώς δεν ξέρουμε ποια είναι αυτή η πανώρια κοπέλα;” και άρχισαν να ρωτούν ο ένας τον άλλο: “Εσύ ξέρεις ποια είναι”, “Γιατί, ξέρεις εσύ;” και τότε ο γιος του Τσάρου διέκοψε το σούσουρο λέγοντας: “Όποιος μου πει ποια είναι αυτή η κοπέλα θα του δώσω ένα σακί γεμάτο χρυσά φλουριά!”. Τότε άρχισαν όλοι να συζητούν μεταξύ τους και να στίβουν το μυαλό τους και να ανατρέχουν στις μνήμες τους, αλλά πάλι τίποτα. Ο γιος του Τσάρου όμως, είχε μαζί του κι έναν γελωτοποιό που πάντα ήταν στο πλευρό του και πάντα, όταν ο νεαρός ήταν θλιμμένος, έκανε πως ξεφλούδιζε κάπαρη και τον διασκέδαζε. Πλησίασε τον νεαρό Τσάρο και γελώντας του είπε:</p><p>Χαχα! Ξέρω πώς θα μάθουμε ποια είναι η κοπέλα!</p><p>Μα πώς; ρώτησε ο νεαρός.</p><p>Θα σου πω, χιχι! συνέχισε ο γελωτοποιός. Να πας να αλείψεις με πίσσα το σημείο που πάει συνήθως και στέκεται. Οι χρυσές της οι παντόφλες τότε θα κολλήσουν. Στη βιασύνη της να φύγει σαν τελειώσει - χαχα - η λειτουργία, θα τις αφήσει πίσω.</p><br><p>Ο νεαρός Τσάρος έδωσε αμέσως εντολή να αλειφθεί το πάτωμα, εκεί που συνήθως στεκόταν η κοπέλα, με πίσσα. Έτσι, την επόμενη φορά που ήρθε η πανέμορφη κοπέλα στην εκκλησία, με το τέλος της λειτουργίας βιάστηκε να φύγει και οι χρυσές τις παντόφλες έμειναν κολλημένες στην πίσσα. Γύρισε σπίτι, έβγαλε τα φουστάνια της και έβαλε τα συνηθισμένα της κουρέλια. Έπειτα έκατσε στο περβάζι και περίμενε να γυρίσουν και οι υπόλοιποι από την εκκλησία. </p><br><p>Έκατσαν όλοι τους στο τραπέζι και το μόνο που συζητούσαν ήταν πως ο γιος του Τσάρου είχε ερωτευθεί κεραυνοβόλα τη μυστήρια όμορφη κοπέλα που κανείς δεν ήξερε ποια ήταν. Η μητριά παράλληλα με το κουτσομπολιό, εκτόξευε και προσβολές στην κόρη του γέρου μιας και πάλι είχε κάνει όλες τις δουλειές που της είχε αναθέσει στην εντέλεια.</p><br><p>Ο νεαρός Τσάρος τώρα είχε πέσει σε βαθιά μελαγχολία μην μπορώντας να βρει την εκλεκτή της καρδιάς του. Ο ίδιος ο Τσάρος έστειλε διάγγελμα σε όλο το βασίλειο να βρεθεί η κάτοχος των χρυσών παντοφλών, αλλά με κανένα αποτέλεσμα. Στη συνέχεια έστειλε τους συμβούλους του απ’ άκρη σ’ άκρη να τη βρουν: “Αν δεν τη βρείτε”, τους είπε, “να ξέρετε ότι μπορεί αυτό να είναι το τέλος του παιδιού μου και άρα και το δικό σας το τέλος”.</p><br><p>Οι σύμβουλοι του Τσάρου σκορπίστηκαν σε όλο το βασίλειο μετρώντας τα πόδια κάθε κοπέλας που έβρισκαν μπροστά τους, μιας και αυτή θα γινόταν η μέλλουσα σύζυγος του γιου του Τσάρου. Πήγαν σε όλα τα σπίτια που κατοικούσαν ευγενείς, πλούσιοι, έμποροι, πριγκίπισσες και αρχοντοπούλες, αλλά τίποτα. Τα πόδια όλων τους ήταν είτε πολύ μικρά είτε πολύ μεγάλα. Είπαν τότε να δοκιμάσουν και τις αγροικίες και τα καλύβια.</p><br><p>Μετρούσαν και μετρούσαν, πήγαιναν από πόρτα σε πόρτα μέχρι που τόσο πια είχαν κουραστεί που δεν ήθελαν να ξαναδούν άλλο πόδι ούτε ζωγραφιστό! Έτσι μπουχτισμένοι που ήταν, είδαν μια όμορφη ιτιά που κάτω από τα κλαδιά της υπήρχε μια πηγή: “Ας πάμε να ξεκουραστούμε στη σκιά εκεί”, συμφώνησαν. Πήγαν λοιπόν κι έκατσαν στη σκιά της ιτιάς, ενώ σύντομα βγήκε από το σπίτι και η γριά:</p><p>Έχεις κόρη μητέρα; τη ρώτησαν οι σύμβουλοι.</p><p>Ναι έχω κόρη, τους απάντησε η γριά.</p><p>Μία ή δυο;</p><p>Υπάρχει κι άλλη μία εδώ, αλλά δεν είναι κόρη μου. Είναι ένα μίζερο πλάσμα εντελώς άχρηστο, δεν θα της έδινα καμία σημασία στη θέση σας.</p><p>Καλά καλά, είπαν τότε οι σύμβουλοι του Τσάρου, θα έρθουμε να μετρήσουμε και των δυο τα πόδια να δούμε αν μπαίνουν σε αυτές τις χρυσές παντόφλες.</p><p>Αχ, τι καλά! αναφώνησε η γριά και μπήκε πάλι σπίτι της.</p><br><p>Φώναξε την κόρη της και της είπε: “Πήγαινε αμέσως πάνω να σουλουπωθείς και να πλύνεις καλά τα πόδια σου”, ενώ στην κόρη του γέρου, που δεν ήταν ούτε πλυμένη μα ούτε αξιοπρεπώς ντυμένη, είπε τραβώντας την πίσω από την ξυλόσομπα: “Εσύ κόρη σκύλου κάτσε εδώ και μην το κουνήσεις!”. Μπήκαν στο σπίτι τότε οι σύμβουλοι του Τσάρου έτοιμοι για το μέτρημα. Η γριά είπε στην κόρη της: “Δείξε μας το καλοφτιαγμένο σου ποδαράκι κορούλα μου!”, μα μόλις το πόδι της πλησίασε τη χρυσή παντόφλα, ήταν προφανές ότι δεν της έκανε καθόλου. Οι σύμβουλοι τότε ρώτησαν τη γριά: </p><p>Μητέρα, πού είναι η άλλη σου κόρη;</p><p>Α, αυτή η ακαμάτα, αυτή δεν είναι ούτε καν ντυμένη!</p><p>Ασχέτως, απάντησαν αυστηρά οι σύμβουλοι, πού είναι;</p><br><p>Δειλά, η κόρη του γέρου, βγήκε από πίσω από τον φούρνο και η γριά της φώναξε: “Άντε βιάσου άχαρο πλάσμα!”. Μόλις οι σύμβουλοι φόρεσαν μια από τις παντόφλες στα πόδια της κόρης του γέρου, της ταίριαξε απόλυτα και οι σύμβουλοι κατενθουσιασμένοι και όλο χαρά ευχαρίστησαν τον Κύριο:</p><p>Λοιπόν μητέρα, θα πάρουμε την κόρη σου μαζί μας, στον Τσάρο.</p><p>Πώς! ούρλιαξε η γριά. Θα πάρετε μαζί σας αυτό το απόβρασμα; Θα γίνετε ο περίγελος της κοινωνίας!</p><p>Όπως και να χει… απάντησαν οι σύμβουλοι.</p><p>Μα πώς μπορεί μια τιποτένια σαν κι εσένα να γίνει η γυναίκα του νεαρού τσάρου, τσίριξε η γριά και έπιασε την κόρη του γέρου από το χέρι και δεν την άφηνε.</p><p>Μα πρέπει να έρθει μαζί μας, άρχισαν να τραβούν από την άλλη οι σύμβουλοι, πήγαινε να ντυθείς κοπέλα μου!</p><p>Περιμένετε όλοι σας μια στιγμή, είπε ήρεμα το κορίτσι και ελευθερώθηκε κι από τους δύο. Θα πάω να ετοιμαστώ όπως πρέπει.</p><br><p>Πήγε στην πηγή κάτω από την ιτιά και πλύθηκε και ντύθηκε και γύρισε μπροστά σε όλους πιο όμορφη από ποτέ, μόνο στα παραμύθια υπάρχει τέτοια ομορφιά. Σαν μπήκε στο φτωχικό της σπίτι έλαμπε σαν τον ήλιο και η μητριά της είχε μείνει άναυδη.</p><br><p>Οι σύμβουλοι την έβαλαν στην άμαξά τους και την πήγαν μέχρι το παλάτι του Τσάρου. Μόλις ο γιος του την είδε μπροστά του, το χρώμα ξαναγύρισε στα μάγουλά του και αδημονώντας είπε στον πατέρα του: “Βιάσου πατέρα μου! Δώσε μας την ευλογία σου!”. Και ο Τσάρος τους έδωσε αμέσως την ευλογία του και οι δυο τους παντρεύτηκαν. Οργάνωσαν τρανό φαγοπότι στο οποίο όλοι ήταν καλεσμένοι. Έζησαν ευτυχισμένοι κι έτρωγαν ψωμί κριθαρένιο μέχρι το τέλος της ζωής τους.</p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></description>
			<itunes:summary><![CDATA[<p>Η Σταχτοπούτα ήταν Ουκρανή. Αμέ, παρόλο που οι Γκριμμ εμπνεύστηκαν από πολύ πιο βάναυσα Γοτθικά παραμύθια και μας παρουσίασαν την ιστορία που ξέρουμε όλοι σήμερα, η πηγή της είναι από την Ουκρανία και είστε έτοιμοι να την μάθετε κι εσείς!</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Περιέχει κακομεταχείριση.</p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>Ηχητικά εφέ: freesound.org</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ</p><br><p>Οι Χρυσές Παντόφλες</p><br><p>Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας γέρος και μια γριά. Ο γέρος είχε μια κόρη και η γριά είχε μια κόρη. Είπε η γριά στον γέρο: “Τράβα και αγόρασε μια αγελαδίτσα να τη δώσεις στην κόρη σου να έχει κάτι να φροντίζει”. Κι ο γέρος πήγε στο τοπικό πανηγύρι και αγόρασε μια αγελαδίτσα.</p><br><p>Η γριά, ενώ παραχάιδευε τη δικιά της κόρη και την κακομάθαινε, ήταν απότομη και σκληρή με την κόρη του γέρου. Εκείνη όμως ήταν φιλότιμο και εργατικό παιδί, ενώ η κόρη της γριάς οκνηρή και ακαμάτα. Δεν έκανε τίποτα άλλο από το να κάθεται όλη μέρα με τα χέρια σταυρωμένα στην ποδιά της. Μια μέρα η γριά είπε στην κόρη του γέρου: “Άκου εδώ κόρη σκύλου, τράβα γρήγορα να βοσκίσεις την αγελάδα σου! Και πάρε και αυτό το λινάρι. Να το ξεμπερδέψεις και να το τυλίξεις γύρω από την ανέμη, έπειτα να το ασπρίσεις και να μου το φέρεις έτοιμο σαν γυρίσεις το βράδυ”. Το κορίτσι χωρίς κουβέντα πήρε το λινάρι κι έφυγε για να βοσκήσει την αγελάδα της.</p><br><p>Βρήκε ένα καλό σημείο όπου η αγελάδα άρχισε να μασουλά το τρυφερό χορτάρι μα το κορίτσι έκατσε κατάχαμα κι άρχισε να κλαίει. Η αγελάδα ανήσυχη, γύρισε προς το μέρος της και τη ρώτησε:</p><p>Πες μου γλυκό μου κορίτσι, τι σε κάνει και κλαις έτσι;</p><p>Αλίμονο! Πώς να μην κλαίω; Η μητριά μου μου έδωσε αυτό το λινάρι και με πρόσταξε να το ξετυλίξω, να το περάσω στην ανέμη, έπειτα να το γνέσω, να το ασπρίσω και να της το έχω έτοιμο ύφασμα μέχρι το βράδυ.</p><p>Μην χαλάς την καρδιά σου παιδί μου, της είπε τρυφερά η αγελάδα, και όλα θα πάνε καλά. Ξάπλωσε και κοιμήσου τώρα.</p><br><p>Η κόρη του γέρου ξάπλωσε και κοιμήθηκε και σαν ξύπνησε, το λινάρι είχε ξετυλιχθεί, είχε περαστεί στην ανέμη, είχε ξασπρίσει και ήταν έτοιμο ύφασμα! Έτσι γύρισε με την αγελάδα της πίσω στο σπίτι κι έδωσε στη μητριά της το ύφασμα. Εκείνη το πήρε και το έκρυψε για να μη μάθει κανείς ότι είχε καταφέρει τη δουλειά που της είχε αναθέσει. </p><br><p>Την επόμενη μέρα, η γριά είπε στη δική της κόρη: “Αγαπημένη μου κορούλα, πάρε την αγελαδίτσα και βγάλε την έξω να βοσκήσει. Να, πάρε και αυτό το λινάρι. Να το ξετυλίξεις, να το περάσεις στην ανέμη, να το ασπρίσεις και να το γνέσεις να γίνει ύφασμα. Όταν με το καλό τελειώσεις, γύρνα σπίτι και φέρτο μου”. Η κόρη της γριάς πήγε με την αγελάδα παραδίπλα και την άφησε να βοσκήσει. Εκείνη ξάπλωσε και αποκοιμήθηκε στο δροσερό γρασίδι και ούτε που πήγε να μουσκέψει το λινάρι στο ρυάκι. Το σούρουπο πήρε την αγελάδα και γύρισε σπίτι της δίνοντας στη μάνα της το λινάρι όπως το είχε πάρει: </p><p>Αχ μαμά, πονούσε πολύ το κεφάλι μου όλη μέρα και ο ήλιος έκαιγε και δεν μπορούσα ούτε να κουνηθώ, πόσο μάλλον να πάω να βρέξω το λινάρι στο ρυάκι.</p><p>Δεν πειράζει παιδί μου, της είπε η γριά. Πήγαινε να ξαπλώσεις να ξεκουραστείς και το αφήνουμε για άλλη μέρα.</p><br><p>Σαν ξημέρωσε το επόμενο πρωί, η γριά πήγε στο κρεβάτι της κόρης του γέρου και της είπε: “Σήκω αμέσως κόρη σκύλου και πάρε την αγελάδα να την πας να βοσκήσει. Πάρε και αυτό το λινάρι και ξεμπέρδεψέ το, πέρασέ το στην ανέμη, ξάσπρισέ το, βάλε το στο αδράχτι και μέχρι το βράδι να το γνέσεις σε ύφασμα!”. Το κορίτσι πήρε την αγελάδα και το λινάρι και περπάτησε μέχρι που βρήκε ένα καλό λιβάδι για να βοσκήσει την αγελάδα. Μετά πήγε και έκατσε κάτω από μια ιτιά, πέταξε το λινάρι στο έδαφος δίπλα της και άρχισε να κλαίει γοερά. Η αγελάδα την πλησίασε και τη ρώτησε:</p><p>Πες μου, γλυκό μου κορίτσι, τι σε κάνει και κλαις τόσο;</p><p>Πώς να μην κλαίω, της είπε το κορίτσι και της μετέφερε τις προσταγές της μητριάς της.</p><p>Έλα, μην κλαις, είπε τότε η αγελάδα. Εσύ κοιμήσου και όλα θα πάνε καλά.</p><br><p>Το κορίτσι ξάπλωσε και κοιμήθηκε αμέσως. Το σούρουπο που ξύπνησε είδε στο πλάι της το λινάρι μεταμορφωμένο στο πιο φίνο ύφασμα που είχε δει ποτέ της, έτοιμο να κοπεί και να ραφτεί! Επέστρεψε σπίτι της με την αγελάδα και έδωσε το ύφασμα στη μητριά της.</p><br><p>Η γριά είπε τότε από μέσα της: “Μα πως γίνεται αυτή η κόρη σκύλου να κάνει τη δουλειά αυτή τόσο εύκολα; Μάλλον η αγελάδα έχει βάλει το χεράκι της, είμαι σίγουρη. Εγώ όμως θα βάλω τέλος σε αυτό, κόρη σκύλου, ακούς;” και πήγε και βρήκε τον γέρο: </p><p>Πατέρα και κεφαλή του σπιτιού, σφάξε την αγελάδα και κόψε την κομμάτια, εξαιτίας της η κόρη σου δεν κάνει τίποτα για να βοηθήσει στις δουλειές!</p><p>Εντάξει, θα τη σφάξω, απάντησε εκείνος.</p><br><p>Η κόρη του όμως, που τα άκουσε όλα αυτά, έτρεξε και πήγε στον στάβλο όπου και άρχισε να κλαίει με μαύρο δάκρυ. Σαν την άκουσε, η αγελαδίτσα την πλησίασε και τη ρώτησε:</p><p>- Πες μου, καλό μου κορίτσι, τι συνέβη και κλαις τόσο;</p><p>Μα πώς να μην κλαίω, είπε με αναφιλητά το κορίτσι, που έρχονται να σε σφάξουν;</p><p>Μη θρηνείς παιδί μου, της είπε ήρεμα η αγελάδα, και όλα θα πάνε καλά. Σαν με σφάξουν, πες στη μητριά σου να σου δώσει τα σωθικά μου να τα πλύνεις. Μέσα τους θα βρεις έναν σπόρο καλαμποκιού. Φύτεψε τον και από αυτόν θα μεγαλώσει μια πανέμορφη ιτιά. Ό,τι κι αν θελήσεις να πας να το ζητήσεις από αυτή την ιτιά και αμέσως η επιθυμία σου θα πραγματοποιηθεί.</p><br><p>Ο γερο-πατέρας της κοπέλας, έσφαξε λοιπόν την αγελάδα κι εκείνη πήγε στη μητριά της και της είπε: </p><p>Σας παρακαλώ μητέρα, δώστε μου τα σωθικά της αγελάδας να τα πλύνω.</p><p>Σάμπως θα άφηνα κανέναν άλλον εκτός από εσένα να κάνει τέτοια βρωμοδουλειά; απάντησε χαιρέκακα η γριά και της έδωσε την άδεια.</p><br><p>Η κόρη του γέρου πήρε τα σωθικά της αγελάδας και τα έπλυνε και να! όπως της είχε πει η αγελάδα, βρήκε και τον σπόρο καλαμποκιού εκεί. Τον φύτεψε δίπλα στη βεράντα του σπιτιού βαθιά μέσα στη γη και τον πότισε. Μόλις σηκώθηκε το επόμενο πρωί, ο σπόρος είχε ήδη γίνει ολόκληρη ιτιά και στον ίσκιο των κλαδιών της είχε ξεπηδήσει μια πηγή με κρυστάλλινο νερό που όμοιό του δεν υπήρχε σε ολάκερο το χωριό! Ήταν δροσερό και καθαρό σαν πάγος.</p><br><p>Σαν έφτασε και η Κυριακή, η γριά με παρακάλια και τεχνάσματα έπεισε την κόρη της να σηκωθεί και να πάει μαζί της στην εκκλησία για τη λειτουργία. Στην κόρη του γέρου όμως είπε: “Εσύ να μείνεις εδώ βρωμοκόριτσο και να φροντίσεις τη φωτιά. Να την έχεις διαρκώς αναμμένη και να ετοιμάσεις το δείπνο μας. Να καθαρίσεις το σπίτι στην εντέλεια και να ντυθείς με τα καλά σου, αφού πρώτα πλύνεις όλα μας τα ρούχα. Να τα βρω όλα έτοιμα όταν γυρίσω από την εκκλησία και αν και μία από αυτές τις δουλειές δεν έχει ολοκληρωθεί τότε αποχαιρέτα αυτόν τον κόσμο!”.</p><br><p>Έτσι, η γριά και η κόρη της πήγαν στην εκκλησία και η έξυπνη κόρη του γέρου έμεινε πίσω να φροντίζει τη φωτιά. Στη συνέχεια ετοίμασε το φαγητό και πήγε έξω στην ιτιά: “Ιτιά μου, ιτιά μου, βγες από τον κορμό σου! Κυρά Άννα, εμφανίσου που σε καλώ!”. Η ιτιά τότε έκανε το καθήκον της και τινάζοντας τα φύλλα της, έβγαλε από μέσα της μια αρχοντική κυρά:</p><p>Καλό μικρό κορίτσι, γλυκό μου παιδί, τι μπορώ να κάνω για εσένα; ρώτησε η γυναίκα την κόρη του γέρου.</p><p>Αχ δώσε μου να φορέσω καλά ρούχα και φτιάξε μου και μια άμαξα να πάω κι εγώ μέχρι τον οίκο του Θεού!</p><br><p>Στη στιγμή το κορίτσι ήταν ντυμένο με μεταξωτά ρούχα, φορούσε χρυσά παντοφλάκια ενώ μια άμαξα ήρθε και την πήγε μέχρι την εκκλησία.</p><br><p>Μόλις πέρασε το κατώφλι της εκκλησίας, άρχισαν τα μουρμουρητά και όλοι έλεγαν: “Πω πω πω! Ποια είναι αυτή; Μην είναι καμιά πριγκίπισσα ή βασίλισσα; Ομορφιά σαν και του λόγου της δεν έχουμε ξαναδεί στα μέρη μας!”. Τύχαινε εκείνη την ημέρα ο νεαρός Τσάρος να κάνει περιοδεία στους τόπους του και είχε βρεθεί σ΄ εκείνη την εκκλησία να παρακολουθήσει τη λειτουργία. Μόλις είδε την κοπέλα, η καρδιά του άρχισε να χτυπά δυνατά. Στεκόταν εκεί σαν στήλη άλατος και δεν μπορούσε να πάρει το βλέμμα του από πάνω της. Όλοι οι αξιωματικοί και οι αυλικοί του τη θαύμασαν και την ερωτεύτηκαν στη στιγμή. Μα κανείς δεν ήξερε ποια ήταν. Μόλις τελείωσε η λειτουργία, ήταν η πρώτη που αποχώρησε. Σαν έφτασε σπίτι της, έβγαλε αμέσως τα φορέματα, έβαλε τα κουρέλια που φορούσε πριν κι έκατσε δίπλα στο παράθυρο να κοιτά τον κόσμο που γυρνούσε από την εκκλησία. </p><br><p>Γύρισε τότε και η μητριά της με την κόρη της:</p><p>Είναι έτοιμο το φαγητό; ρώτησε απότομα.</p><p>Ναι, έτοιμο είναι.</p><p>Έπλυνες τα ρούχα που σου είπα;</p><p>Ναι, τα έπλυνα κι αυτά.</p><br><p>Έκατσαν τότε όλοι στο τραπέζι να φάνε και άρχισαν να μιλούν για την όμορφη κοπέλα που είχε εμφανιστεί νωρίτερα στην εκκλησία: “Ο γιος του Τσάρου, αντί να προσεύχεται καθόταν και την κοίταζε σαν χάνος, τόσο όμορφη ήταν”, είπε η γριά και στη συνέχεια γύρισε στην κόρη του γέρου και της είπε: “Όσο για σένα κόρη σκύλου, μπορεί να ράβεις πουκάμισα και να κάνεις το λινάρι ύφασμα, αλλά δεν είσαι παρά μια βρωμιάρα και τέτοια θα είσαι πάντα!”.</p><br><p>Την επόμενη Κυριακή, η γριά έντυσε με τα καλά της την κόρη της και πήγανε οι δυο τους στην εκκλησία. Πριν φύγει όμως, είπε στην κόρη του γέρου: “Εσύ βρωμιάρικο πλάσμα να μείνεις να κρατήσεις τη φωτιά αναμένη!” και στη συνέχεια της ανέθεσε αμέτρητες δουλειές να κάνει. Εκείνη έκανε όλες τις δουλειές και σαν τελείωσε, πήγε στην ιτιά έξω από το σπίτι και της είπε: “Ιτιά μου με την αστραφτερή σου την πηγή, ιτιά μου καλή, άλλαξε, μεταμορφώσου!”. Μέσα από τον κορμό της ιτιάς ξεπήδησαν τότε περισσότερες μεγαλόπρεπες καλλονές: “Καλό μικρό κορίτσι, γλυκό μου παιδί, τι μπορούμε να κάνουμε για εσένα;”. Η κόρη του γέρου τους είπε τι ήθελε και οι καλλονές της έδωσαν ένα πανέμορφο φόρεμα, της έβαλαν χρυσά παπούτσια στα πόδια και την έστειλαν στην εκκλησία καβάλα σε μια πολυτελή άμαξα. Ο νεαρός Τσάρος ήταν πάλι εκεί με την ελπίδα να ξαναδεί εκείνη που του είχε κλέψει την καρδιά. Σαν η κοπέλα πέρασε την πόρτα της εκκλησίας, τα πόδια του νεαρού Τσάρου κοκάλωσαν και έμεινε να την κοιτά με το βλέμμα του καρφωμένο πάνω της. Οι παρευρισκόμενοι τότε άρχισαν να μουρμουρίζουν: “Μα κανείς δεν ξέρει ποια είναι; Πώς δεν ξέρουμε ποια είναι αυτή η πανώρια κοπέλα;” και άρχισαν να ρωτούν ο ένας τον άλλο: “Εσύ ξέρεις ποια είναι”, “Γιατί, ξέρεις εσύ;” και τότε ο γιος του Τσάρου διέκοψε το σούσουρο λέγοντας: “Όποιος μου πει ποια είναι αυτή η κοπέλα θα του δώσω ένα σακί γεμάτο χρυσά φλουριά!”. Τότε άρχισαν όλοι να συζητούν μεταξύ τους και να στίβουν το μυαλό τους και να ανατρέχουν στις μνήμες τους, αλλά πάλι τίποτα. Ο γιος του Τσάρου όμως, είχε μαζί του κι έναν γελωτοποιό που πάντα ήταν στο πλευρό του και πάντα, όταν ο νεαρός ήταν θλιμμένος, έκανε πως ξεφλούδιζε κάπαρη και τον διασκέδαζε. Πλησίασε τον νεαρό Τσάρο και γελώντας του είπε:</p><p>Χαχα! Ξέρω πώς θα μάθουμε ποια είναι η κοπέλα!</p><p>Μα πώς; ρώτησε ο νεαρός.</p><p>Θα σου πω, χιχι! συνέχισε ο γελωτοποιός. Να πας να αλείψεις με πίσσα το σημείο που πάει συνήθως και στέκεται. Οι χρυσές της οι παντόφλες τότε θα κολλήσουν. Στη βιασύνη της να φύγει σαν τελειώσει - χαχα - η λειτουργία, θα τις αφήσει πίσω.</p><br><p>Ο νεαρός Τσάρος έδωσε αμέσως εντολή να αλειφθεί το πάτωμα, εκεί που συνήθως στεκόταν η κοπέλα, με πίσσα. Έτσι, την επόμενη φορά που ήρθε η πανέμορφη κοπέλα στην εκκλησία, με το τέλος της λειτουργίας βιάστηκε να φύγει και οι χρυσές τις παντόφλες έμειναν κολλημένες στην πίσσα. Γύρισε σπίτι, έβγαλε τα φουστάνια της και έβαλε τα συνηθισμένα της κουρέλια. Έπειτα έκατσε στο περβάζι και περίμενε να γυρίσουν και οι υπόλοιποι από την εκκλησία. </p><br><p>Έκατσαν όλοι τους στο τραπέζι και το μόνο που συζητούσαν ήταν πως ο γιος του Τσάρου είχε ερωτευθεί κεραυνοβόλα τη μυστήρια όμορφη κοπέλα που κανείς δεν ήξερε ποια ήταν. Η μητριά παράλληλα με το κουτσομπολιό, εκτόξευε και προσβολές στην κόρη του γέρου μιας και πάλι είχε κάνει όλες τις δουλειές που της είχε αναθέσει στην εντέλεια.</p><br><p>Ο νεαρός Τσάρος τώρα είχε πέσει σε βαθιά μελαγχολία μην μπορώντας να βρει την εκλεκτή της καρδιάς του. Ο ίδιος ο Τσάρος έστειλε διάγγελμα σε όλο το βασίλειο να βρεθεί η κάτοχος των χρυσών παντοφλών, αλλά με κανένα αποτέλεσμα. Στη συνέχεια έστειλε τους συμβούλους του απ’ άκρη σ’ άκρη να τη βρουν: “Αν δεν τη βρείτε”, τους είπε, “να ξέρετε ότι μπορεί αυτό να είναι το τέλος του παιδιού μου και άρα και το δικό σας το τέλος”.</p><br><p>Οι σύμβουλοι του Τσάρου σκορπίστηκαν σε όλο το βασίλειο μετρώντας τα πόδια κάθε κοπέλας που έβρισκαν μπροστά τους, μιας και αυτή θα γινόταν η μέλλουσα σύζυγος του γιου του Τσάρου. Πήγαν σε όλα τα σπίτια που κατοικούσαν ευγενείς, πλούσιοι, έμποροι, πριγκίπισσες και αρχοντοπούλες, αλλά τίποτα. Τα πόδια όλων τους ήταν είτε πολύ μικρά είτε πολύ μεγάλα. Είπαν τότε να δοκιμάσουν και τις αγροικίες και τα καλύβια.</p><br><p>Μετρούσαν και μετρούσαν, πήγαιναν από πόρτα σε πόρτα μέχρι που τόσο πια είχαν κουραστεί που δεν ήθελαν να ξαναδούν άλλο πόδι ούτε ζωγραφιστό! Έτσι μπουχτισμένοι που ήταν, είδαν μια όμορφη ιτιά που κάτω από τα κλαδιά της υπήρχε μια πηγή: “Ας πάμε να ξεκουραστούμε στη σκιά εκεί”, συμφώνησαν. Πήγαν λοιπόν κι έκατσαν στη σκιά της ιτιάς, ενώ σύντομα βγήκε από το σπίτι και η γριά:</p><p>Έχεις κόρη μητέρα; τη ρώτησαν οι σύμβουλοι.</p><p>Ναι έχω κόρη, τους απάντησε η γριά.</p><p>Μία ή δυο;</p><p>Υπάρχει κι άλλη μία εδώ, αλλά δεν είναι κόρη μου. Είναι ένα μίζερο πλάσμα εντελώς άχρηστο, δεν θα της έδινα καμία σημασία στη θέση σας.</p><p>Καλά καλά, είπαν τότε οι σύμβουλοι του Τσάρου, θα έρθουμε να μετρήσουμε και των δυο τα πόδια να δούμε αν μπαίνουν σε αυτές τις χρυσές παντόφλες.</p><p>Αχ, τι καλά! αναφώνησε η γριά και μπήκε πάλι σπίτι της.</p><br><p>Φώναξε την κόρη της και της είπε: “Πήγαινε αμέσως πάνω να σουλουπωθείς και να πλύνεις καλά τα πόδια σου”, ενώ στην κόρη του γέρου, που δεν ήταν ούτε πλυμένη μα ούτε αξιοπρεπώς ντυμένη, είπε τραβώντας την πίσω από την ξυλόσομπα: “Εσύ κόρη σκύλου κάτσε εδώ και μην το κουνήσεις!”. Μπήκαν στο σπίτι τότε οι σύμβουλοι του Τσάρου έτοιμοι για το μέτρημα. Η γριά είπε στην κόρη της: “Δείξε μας το καλοφτιαγμένο σου ποδαράκι κορούλα μου!”, μα μόλις το πόδι της πλησίασε τη χρυσή παντόφλα, ήταν προφανές ότι δεν της έκανε καθόλου. Οι σύμβουλοι τότε ρώτησαν τη γριά: </p><p>Μητέρα, πού είναι η άλλη σου κόρη;</p><p>Α, αυτή η ακαμάτα, αυτή δεν είναι ούτε καν ντυμένη!</p><p>Ασχέτως, απάντησαν αυστηρά οι σύμβουλοι, πού είναι;</p><br><p>Δειλά, η κόρη του γέρου, βγήκε από πίσω από τον φούρνο και η γριά της φώναξε: “Άντε βιάσου άχαρο πλάσμα!”. Μόλις οι σύμβουλοι φόρεσαν μια από τις παντόφλες στα πόδια της κόρης του γέρου, της ταίριαξε απόλυτα και οι σύμβουλοι κατενθουσιασμένοι και όλο χαρά ευχαρίστησαν τον Κύριο:</p><p>Λοιπόν μητέρα, θα πάρουμε την κόρη σου μαζί μας, στον Τσάρο.</p><p>Πώς! ούρλιαξε η γριά. Θα πάρετε μαζί σας αυτό το απόβρασμα; Θα γίνετε ο περίγελος της κοινωνίας!</p><p>Όπως και να χει… απάντησαν οι σύμβουλοι.</p><p>Μα πώς μπορεί μια τιποτένια σαν κι εσένα να γίνει η γυναίκα του νεαρού τσάρου, τσίριξε η γριά και έπιασε την κόρη του γέρου από το χέρι και δεν την άφηνε.</p><p>Μα πρέπει να έρθει μαζί μας, άρχισαν να τραβούν από την άλλη οι σύμβουλοι, πήγαινε να ντυθείς κοπέλα μου!</p><p>Περιμένετε όλοι σας μια στιγμή, είπε ήρεμα το κορίτσι και ελευθερώθηκε κι από τους δύο. Θα πάω να ετοιμαστώ όπως πρέπει.</p><br><p>Πήγε στην πηγή κάτω από την ιτιά και πλύθηκε και ντύθηκε και γύρισε μπροστά σε όλους πιο όμορφη από ποτέ, μόνο στα παραμύθια υπάρχει τέτοια ομορφιά. Σαν μπήκε στο φτωχικό της σπίτι έλαμπε σαν τον ήλιο και η μητριά της είχε μείνει άναυδη.</p><br><p>Οι σύμβουλοι την έβαλαν στην άμαξά τους και την πήγαν μέχρι το παλάτι του Τσάρου. Μόλις ο γιος του την είδε μπροστά του, το χρώμα ξαναγύρισε στα μάγουλά του και αδημονώντας είπε στον πατέρα του: “Βιάσου πατέρα μου! Δώσε μας την ευλογία σου!”. Και ο Τσάρος τους έδωσε αμέσως την ευλογία του και οι δυο τους παντρεύτηκαν. Οργάνωσαν τρανό φαγοπότι στο οποίο όλοι ήταν καλεσμένοι. Έζησαν ευτυχισμένοι κι έτρωγαν ψωμί κριθαρένιο μέχρι το τέλος της ζωής τους.</p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></itunes:summary>
		</item>
		<item>
			<title>Ο Ασπουρτσέλα, ο Εκατοντασέλιδος</title>
			<itunes:title>Ο Ασπουρτσέλα, ο Εκατοντασέλιδος</itunes:title>
			<pubDate>Mon, 26 Jul 2021 17:54:18 GMT</pubDate>
			<itunes:duration>40:25</itunes:duration>
			<enclosure url="https://sphinx.acast.com/p/open/s/6013ebce985ab977d52addcc/e/60fef6cb95e09f001aed519e/media.mp3" length="44602257" type="audio/mpeg"/>
			<guid isPermaLink="false">60fef6cb95e09f001aed519e</guid>
			<itunes:explicit>false</itunes:explicit>
			<link>https://www.karakaxa.org/%CE%B5%CF%80%CE%B5%CE%B9%CF%83%CF%8C%CE%B4%CE%B9%CE%B1</link>
			<acast:episodeId>60fef6cb95e09f001aed519e</acast:episodeId>
			<acast:showId>6013ebce985ab977d52addcc</acast:showId>
			<acast:episodeUrl>mitos47</acast:episodeUrl>
			<acast:settings><![CDATA[FYjHyZbXWHZ7gmX8Pp1rmbKbhgrQiwYShz70Q9/ffXZMTtedvdcRQbP4eiLMjXzCKLPjEYLpGj+NMVKa+5C8pL4u/EOj1Vw4h5MMJYp0lCcFAe0fnxBJy/1ju4Qxy1fh8gO4DvlGA40yms2g0/hOkcrfHIopjTygHFqGwwOPKFIai4SuTvs86Lx3UYCyl6Zs+WO4fC9bB8/2bSJALEZpunHdJA38/ZCmkJMYOTmjFjrWMy1XZTPknmrUL2qLHoN/0azvST6mAw/E5yMGEhX2rF97Wg8uX76gUwyLJ48kiODoj5oBMA4jv7HNkt5qgQJ/]]></acast:settings>
			<itunes:subtitle>Μίτος</itunes:subtitle>
			<itunes:episodeType>full</itunes:episodeType>
			<itunes:episode>47</itunes:episode>
			<itunes:image href="https://assets.pippa.io/shows/6013ebce985ab977d52addcc/1627322025124-91cb56174b21ac66eec5dcbf3078b419.jpeg"/>
			<description><![CDATA[<p>Τελευταία από αυτές τις ιστορίες, μια αγαπημένη και δημοφιλής ιστορία από τη Γεωργία που συνδυάζει πολλές άλλες. Ξανά: Οι ιστορίες ταξιδεύουν στον χώρο και στον χρόνο και αυτή η ιστορία είναι η απόδειξη.</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Περιέχει έντονες σκηνές βίας, δουλεία γυναικών, διαμελισμό</p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>Ηχητικά εφέ: freesound.org</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ</p><br><p>Ο Ασπουρτσέλα, ο Εκατοντασέλιδος</p><br><p>Κάποτε ήταν και δεν ήταν (τέτοιο είναι το μεγαλείο του Θεού) μια γυναίκα. Ο άντρας της είχε πεθάνει νέος και την άφησε μόνη με τέσσερα παιδιά, τρία αγόρια κι ένα κορίτσι.</p><br><p>Όταν τα παιδιά είχαν πια μεγαλώσει, η μητέρα τους τους είπε: “Παιδιά μου, πώς και δεν έχετε φροντίσει την κληρονομιά σας τόσα χρόνια; Γιατί την έχετε εγκαταλείψει τελείως;”. Πρώτη φορά άκουγαν τα παιδιά γι΄ αυτήν την κληρονομιά και ρώτησαν τη μητέρα τους τι ακριβώς εννοούσε. Εκείνη τους εξήγησε σε ποια σημεία υπήρχαν χωράφια που τους ανήκαν και πως για να φτάσουν ως εκεί έπρεπε να ταξιδέψουν πολύ:</p><p>Μα αφού είναι τόσο μακριά, ποιος θα μας φέρνει φαγητό όταν πηγαίνουμε εκεί για δουλειά; ρώτησαν τη μητέρα τους τα αγόρια.</p><p>Θα σας στείλω την αδερφή σας να σας φέρει το κολατσιό σας, απάντησε εκείνη.</p><br><p>Τα αγόρια δέχτηκαν την πρόταση της μητέρας τους και κίνησαν για την κληρονομιά τους. Εκείνη όταν τους ξεπροβόδισε έδωσε στον καθένα τους από ένα κρεμμύδι και ένα σκόρδο και τους είπε: “Καθώς πηγαίνετε, να ρίχνετε τις φλούδες στο έδαφος για να μπορέσει να τις ακολουθήσει αργότερα η αδερφή σας, όταν έρθει η ώρα να σας φέρει το φαγητό”.</p><br><p>Τα αγόρια πήγαν για δουλειά και καθώς πήγαιναν έριχναν στο έδαφος τις φλούδες που έκοβαν από τα κρεμμύδια τους.</p><br><p>Σ΄ ένα από τα μονοπάτια εκεί κοντά, ζούσε ένας δράκος με εκατό κεφάλια. Η μητέρα αυτού του τέρατος είδε τη σειρά από φλούδες κρεμμυδιού στον δρόμο, τις μάζεψε όλες και τις τοποθέτησε στο μονοπάτι που οδηγούσε στο δικό της σπίτι. Τρεις μέρες πέρασαν και η μητέρα των αγοριών θεώρησε πως τώρα κοντά θα πρέπει να τελείωναν και οι προμήθειες που είχαν πάρει μαζί τους τα παιδιά της. Τους ετοίμασε μπόλικο φαγητό, τους το έβαλε σ΄ έναν σάκο και το έδωσε στην κόρη της να το πάει στους αδερφούς της. Το κορίτσι πήρε τον δρόμο του, ακολουθώντας τις φλούδες από κρεμμύδι.</p><br><p>Περπάτησε και περπάτησε μέχρι που έφτασε μπροστά σ΄ ένα σπίτι. Μέσα σε αυτό το σπίτι, το κορίτσι βρήκε μια γυναίκα καθισμένη και της είπε:</p><p>Μητέρα, μητέρα, δουλεύουν τα αδέρφια μου εδώ;</p><p>Εδώ βρήκες να ψάξεις για τα αδέρφια σου; της απάντησε η δράκαινα. Εδώ είναι το σπίτι του δράκου με τα εκατό κεφάλια. Θα επιστρέψει σύντομα, οπότε καλύτερα να σε κρύψω αλλιώς θα σε φάει.</p><br><p>Η μητέρα του δράκου πήρε το κορίτσι και το έκρυψε. Να σου μετά από λίγο εμφανίστηκε και ο δράκος, κανείς δεν ξέρει από πού. Κουβαλούσε μαζί του κυνήγι και καυσόξυλα και μόλις τα έλυσε από την πλάτη του όπου τα είχε δέσει, είπε στη μητέρα του: </p><p>Μάνα, μου μυρίζει άνθρωπος! Ποιος ήρθε ως εδώ;</p><p>Μα τι είναι αυτά που ρωτάς; Τα πουλιά των ουρανών σε φοβούνται και τα σκουλήκια της γης σε τρέμουν, ποιος να έρθει ως εδώ;</p><br><p>Αλλά ο δράκος επέμενε μέχρι που η μητέρα του ενέδωσε στις πιέσεις του και είπε: “Έχει έρθει εδώ μια κοπέλα και θέλω να την πάρεις για γυναίκα σου. Αν μου υποσχεθείς ότι δεν θα τη φας, τότε κι εγώ θα σου τη δείξω”. Ο δράκος υποσχέθηκε και η μητέρα του, έφερε μπροστά του το κορίτσι. Του δράκου του άρεσε πολύ κι έτσι δεν την έφαγε.</p><br><p>Τα αγόρια περίμεναν και περίμεναν να φανεί η αδερφή τους με τα εφόδιά τους, αλλά μάταια. Σηκώθηκαν λοιπόν και πήγαν αυτοί σπίτι τους. Μάλωσαν τότε τη μητέρα τους: “Γιατί δεν μας έστειλες φαγητό με την αδερφή μας;”. Μόλις η μητέρα τους το άκουσε αυτό άρχισε να κλαίει και να βογκά: “Αχ συμφορά μου, παραδίπλα από τον δρόμο για τα χωράφια μας μένει ένας δράκος με εκατό κεφάλια. Πολύ φοβάμαι πως, την κατάρα μου να ’χει, την έφαγε την αδερφή σας”. Τα αγόρια ούτε που είχαν ξανακούσει γι΄ αυτόν τον δράκο μα, μόλις έμαθαν γι΄ αυτόν, αμέσως σηκώθηκαν και τράβηξαν να τον αντιμετωπίσουν. </p><br><p>Αφού είχαν προχωρήσει αρκετά, πλησίασαν και το σπίτι του δράκου. Η δράκαινα και η αδερφή τους κάθονταν στην οροφή του σπιτιού. Η μάνα του δράκου είδε από μακριά τα παλικάρια να καταφτάνουν. Γύρισε και είπε στη νύφη της:</p><p>Κοίτα εκεί! Βλέπεις κάτι να έρχεται;</p><p>Βλέπω κάτι σαν σμήνος από μύγες, απάντησε η νύφη της.</p><p>Αλίμονο στις μανάδες τους και στη μάνα του δράκου! μοιρολόγησε η δράκαινα.</p><br><p>Μετά από λίγο ξαναρώτησε το κορίτσι:</p><p>Τώρα; Βλέπεις κάτι να έρχεται;</p><p>Βλέπω τρεις άνδρες, απάντησε η γυναίκα του δράκου.</p><p>Αλίμονο στις μανάδες τους και στη μάνα του δράκου! μοιρολόγησε η δράκαινα.</p><br><p>Τα τρία αδέρφια πλησίασαν λοιπόν στο σπίτι του δράκου. Μπροστά του υπήρχε ένας αδιαπέραστος όγκος νερού. Σκέφτηκαν τότε να σηκώσουν και να πετάξουν βράχους στο νερό, πράγμα που έκαναν και έτσι κατάφεραν να περάσουν απέναντι. Τότε η κοπέλα αναγνώρισε τα αδέρφια της, κατέβηκε από την οροφή και τους σφιχταγκάλιασε. Όταν η δράκαινα έμαθε ποιοι ήταν, τους καλωσόρισε στο σπίτι της, τους τάισε και τους πότισε και μετά τους έκρυψε, λέγοντας: “Γρήγορα, αν ο γιος μου γυρίσει και σας βρει θα σας φάει”.</p><br><p>Κατέφτασε και ο δράκος με τα εκατό κεφάλια, αν και κανείς δεν ξέρει από πού. Στον έναν του ώμο κουβαλούσε καυσόξυλα και στον άλλον κυνήγι. Ξεφόρτωσε στο κατώφλι του σπιτιού και μόλις μπήκε μέσα είπε: “Μυρίζω άνθρωπο! Ποιος ήρθε εδώ μάνα;” και η μητέρα του προσπάθησε με υπεκφυγές και αλλάζοντας θέμα να μην του απαντήσει, μα ο γιος της την πίεσε τόσο πολύ που στο τέλος του είπε: “Αν μου υποσχεθείς πως δεν θα βλάψεις τ΄ αδέρφια τής γυναίκας σου, θα σου τους παρουσιάσω”. Ο δράκος το υποσχέθηκε και η δράκαινα έφερε τα τρία παλικάρια μπροστά του.</p><br><p>Μετά από λίγο, ο δράκος είπε στα αδέρφια: “Ελάτε, ας ετοιμάσουμε το δείπνο μας”. Πήγαν όλοι τους έξω για να γδάρουν το κυνήγι που είχε φέρει ο δράκος. Όσο τ΄ αγόρια έγδερναν ένα ελάφι, ο δράκος είχε ήδη γδάρει εξήντα και τα είχε ήδη ρίξει στην κατσαρόλα! Έπειτα πήγε και βούτηξε το ελάφι των αδερφών, το έγδαρε στα γρήγορα και το πρόσθεσε κι αυτό στη φωτιά. </p><br><p>Σαν το φαγητό είχε ετοιμαστεί και έκατσαν όλοι τους να φάνε, ο δράκος ρώτησε τους κουνιάδους του: </p><p>Είστε από αυτούς που τρώνε τα κόκαλα ή τη σάρκα;</p><p>Και τι να την κάνουμε τη σάρκα; Τα κόκαλα μας αρκούν, απάντησαν τ΄ αγόρια.</p><br><p>Ο δράκος τότε γέμισε το στόμα του με ελάφι, μάσησε και κατάπιε όλη τη σάρκα και πέταξε τα κόκαλα στους τρεις νεαρούς. Έπειτα τους ρώτησε ξανά:</p><p>Πίνετε από ντόκι (καράφα) ή από κάντσι (κέρατο);</p><p>Από κάντσι, του απάντησαν με μια φωνή τα αδέρφια.</p><br><p>Ο δράκος γέμισε για τον εαυτό του μια καράφα κρασί, ενώ στα παλικάρια έδωσε ένα κέρατο με κρασί να το μοιραστούν. </p><br><p>Όταν πια όλοι είχαν τελειώσει το φαγητό τους και είχαν αρχίσει να ετοιμάζονται για ύπνο, ρώτησε ο δράκος τα αδέρφια της γυναίκας του:</p><p>Θέλετε να κοιμηθείτε σε κρεβάτι ή στον στάβλο;</p><p>Τι να το κάνουμε το κρεβάτι, βάλε μας στον στάβλο, απάντησαν εκείνα.</p><br><p>Ο δράκος ξάπλωσε στο κρεβάτι του, αφού οδήγησε τα αδέρφια στον στάβλο, και κοιμήθηκε. Το πρωί που ξύπνησε, ο δράκος φώναξε στη μάνα του: “Μάνα πεινάω, πεινάω πολύ!”. Η δράκαινα, που κατάλαβε τι ήθελε να πει ο γιος της, του απάντησε ήρεμα για να μην καταλάβει τίποτα η νύφη της: “Πήγαινε στον στάβλο γιέ μου. Εκεί θα βρεις τρεις στραβοψημένες φραντζόλες ψωμί, αυτές να φας”.</p><br><p>Ο δράκος πήγε μέχρι τον στάβλο όπου και βρήκε τα τρία αδέρφια να κοιμούνται. Έφαγε τον έναν επί τόπου, τους άλλους δυο τους έβαλε στις τσέπες του και τράβηξε κατά το δάσος.</p><br><p>Εντωμεταξύ, η μητέρα των παιδιών περίμενε και περίμενε αλλά σαν είδε ότι κανείς τους δεν γυρνούσε σκέφτηκε: “Ο δράκος πρέπει να έφαγε τα παιδιά μου” και άρχισε να κλαίει πικρά και τα δάκρυά της έτρεχαν άφθονα, τόσα που έφτασαν μέχρι τους Ουρανούς. Έτυχε να περνάει κάποιος από εκεί εκείνη τη στιγμή και βλέποντας όλα αυτά τα δάκρυα ρώτησε τη γυναίκα γιατί έκλαιγε. Εκείνη του εξήγησε πως μόλις είχε καταλάβει ότι έχασε όλα της τα παιδιά. Ο άνδρας τότε της έδωσε ένα μήλο και της είπε: “Κόψε αυτό το μήλο σε εκατό κομμάτια και κάθε μέρα τρώγε από τρία. Σαν θα τελειώσει το μήλο, θα κάνεις έναν γιο και θα τον βγάλεις Ασπουρτσέλα”.</p><br><p>Η γυναίκα έκανε όπως της είχε πει ο άνδρας και έκοψε το μήλο σε εκατό κομμάτια. Κάθε μέρα έτρωγε από τρία ώσπου το μήλο τελείωσε και να! έκανε γιο και τον έβγαλε Ασπουρτσέλα. Ο Ασπουρτσέλα μεγάλωσε μέσα σε μια μέρα όσο άλλα παιδιά θα μεγάλωναν σ΄ έναν χρόνο!</p><br><p>Μια μέρα που ο Ασπουρτσέλα έπαιζε στην άκρη του δρόμου με κάτι άλλα αγόρια, πέρασε από κοντά τους μια γυναίκα που κουβαλούσε στον ώμο ένα κανάτι με νερό. Ο Ασπουρτσέλα εκείνη τη στιγμή, πάνω στο παιχνίδι, πέταξε το κότσι του το οποίο εκσφενδονίστηκε και έσπασε το κανάτι με το νερό. Η γυναίκα εξοργίστηκε και του φώναξε: “Καταραμένος να ‘σαι! αλλά τι κατάρα να σου δώσω που έχεις μείνει μοναχοπαίδι; Για το κακό που μου έκανες, να μην ελευθερωθούν ποτέ τα αδέρφια και η αδερφή σου από τα νύχια του δράκου!”.</p><br><p>Ο Ασπουρτσέλα μπερδεύτηκε. Βιάστηκε να γυρίσει σπίτι του και βρήκε τη μάνα του να κάθεται: </p><p>Δώσε μου να θηλάσω μάνα!</p><p>Μα τι παράξενη επιθυμία τέτοια ώρα, του απάντησε σαστισμένη η μητέρα του.</p><br><p>Μα το αγόρι επέμεινε και η μητέρα τού έκανε το χατίρι. Καθώς ο Ασπουρτσέλα δάγκωσε το στήθος της, τη ρώτησε: “Πες μου μάνα, έχω αδέρφια;”. Η μητέρα του δεν ήθελε να του απαντήσει, αλλά την πόνεσε τόσο που έκατσε και του τα είπε όλα στο τέλος. Ακούγοντας την ιστορία, ο Ασπουρτσέλα θέλησε να φύγει να πάει να βρει τα αδέρφια του. Η μητέρα του τον παρακάλεσε να μη φύγει από φόβο μήπως τον χάσει κι αυτόν, αλλά αυτός ήταν ανένδοτος κι έφυγε.</p><br><p>Περιπλανήθηκε στον κόσμο ώσπου έφτασε σ΄ ένα μεγάλο χωράφι όπου είδε έναν σωρό άνδρες να οργώνουν: “Τρέξτε να σωθείτε! Καταφτάνει ο δράκος με τα εκατό κεφάλια!”, τους φώναξε και οι άνδρες τρόμαξαν τόσο που σκορπίστηκαν προς κάθε κατεύθυνση. Ο Ασπουρτσέλα τότε πέρασε το άροτρο πάνω από τον ώμο του και το πήγε σε σιδηρουργό: “Από αυτό φτιάξε μου ένα ζευγάρι σιδερένια παπούτσια, ένα τόξο και κάμποσα βέλη”. Ο σιδηρουργός του έφτιαξε ό,τι ζήτησε και ο Ασπουρτσέλα φόρεσε τα παπούτσια του, πήρε το τόξο και τα βέλη του και πήγε να σκοτώσει τον δράκο με τα εκατό κεφάλια.</p><br><p>Συνέχισε να πηγαίνει ώσπου πλησίασε και το σπίτι του δράκου. Η μάνα του δράκου καθόταν στην οροφή του σπιτιού και σαν είδε τον Ασπουρτσέλα να καταφτάνει από μακριά, ρώτησε τη νύφη της: “Βλέπεις κι εσύ κάποιον να έρχεται ή με γελούν τα μάτια μου;”. Η νύφη της επιβεβαίωσε πως κι εκείνη έβλεπε κάποιον να πλησιάζει και τότε η μάνα του δράκου είπε: “Αλίμονο στο στήθος της μάνας του κι αλίμονο στο στήθος της μάνας του γιού μου!”.</p><br><p>Ο Ασπουρτσέλα είχε μέχρι τότε πλησιάσει αρκετά το σπίτι, μ΄ έναν πήδο πέρασε πάνω από το νερό και στάθηκε στην πόρτα του σπιτιού. Μέσα στο σπίτι είδε μια νεαρή κοπέλα: “Σίγουρα εσύ πρέπει να είσαι η αδερφή μου”, μα η κοπέλα ήξερε μόνο τα τρία της τα αδέρφια και αρνήθηκε. Σαν όμως ο Ασπουρτσέλα της διηγήθηκε την ιστορία του εκείνη αμέσως τον πίστεψε.</p><br><p>Εμφανίστηκε και η μάνα του δράκου και είπε:</p><p>Έλα παλικάρι μου να κρυφτείς με ασφάλεια κάπου γιατί αν σε βρει ο γιος μου θα σε φάει.</p><p>Χάσου από μπροστά μου παλιογυναίκα! της φώναξε ο Ασπουρτσέλα και την έσπρωξε μακριά. Που ο Θεός να ταπεινώσει κι εσένα και τον άθλιο τον γιο σου!</p><br><p>Ο Ασπουρτσέλα έκατσε σε μια καρέκλα και περίμενε κάπως ανυπόμονα να γυρίσει ο δράκος σπίτι. Έγινε και αυτό, και ο δράκος κατέφτασε μετά από λίγο με φρέσκο κυνήγι να κρέμεται από τον έναν του ώμο και τρεις πελώριες ρίζες από τον άλλον. Μόλις είδε ένα αγόρι να στέκεται έτσι ατρόμητο μπροστά του ο δράκος σκέφτηκε: “Τα πουλιά σταματούν το πέταγμά τους από φόβο σαν με βλέπουν και τα σκουλήκια σταματούν να σέρνονται. Πώς τολμά αυτός ο νεαρός και περπατά έτσι ανέμελα μπροστά μου;”. Έπειτα από θυμό τα μάτια του άρχισαν να βγάζουν σπίθες και, κοιτάζοντας τον Ασπουρτσέλα, του είπε με οργή: </p><p>Ποιος είσαι εσύ και τι δουλειά έχεις εδώ;</p><p>Να σου πω ποιος είμαι εγώ. Είμαι ο αδερφός της γυναίκας σου και ήρθα εδώ ως καλεσμένος σου. Πρέπει λοιπόν κι εσύ να με φιλοξενήσεις.</p><p>Πολύ καλά, είπε ο δράκος. Έλα μέσα να ετοιμάσουμε το δείπνο, πρέπει να γδάρουμε το κυνήγι για να το μαγειρέψουμε.</p><br><p>Βάλθηκαν οι δυο τους να γδέρνουν τα ζώα που είχε πιάσει ο δράκος εκείνη την ημέρα και μέχρι ο δράκος να τελειώσει το πρώτο του ζώο, ο Ασπουρτσέλα είχε τελειώσει όλα τα υπόλοιπα και τα είχε ήδη ρίξει στη φωτιά να μαγειρευτούν. Ο δράκος κοίταξε καλά καλά τον Ασπουρτσέλα και δεν μίλησε. Σαν είχε γίνει το φαγητό και όλοι έκατσαν στο τραπέζι να φάνε, ο δράκος, όπως συνήθιζε, ρώτησε τον καλεσμένο του:</p><p>Είσαι από αυτούς που τρώνε τα κόκαλα ή τη σάρκα;</p><p>Φέρε δω τη σάρκα, τι να τα κάνω τα κόκαλα, σκύλος είμαι; του απάντησε ο Ασπουρτσέλα.</p><br><p>Ο δράκος του πρόσφερε κομμάτια όλο σάρκα κι έπειτα τον ρώτησε:</p><p>Πίνεις από ντόκι ή από κάντσι;</p><p>Δώσε μου το ντόκι, τι να με φτάσει το κάντσι;</p><br><p>Ο δράκος του γέμισε το ντόκι με κρασί κι έπειτα έπεσε σε βαθιά περισυλλογή. Μόλις έφτασε και η ώρα του ύπνου, ρώτησε τον Ασπουρτσέλα:</p><p>Θέλεις να κοιμηθείς σε κρεβάτι ή στον στάβλο;</p><p>Είμαι άνδρας, τι δουλειά έχω να κοιμηθώ στον στάβλο; Δώσε μου ένα κρεβάτι! </p><br><p>Έτσι, ο Ασπουρτσέλα κατέληξε να κοιμάται στο κρεβάτι και ο δράκος στον στάβλο. Προσπάθησε να κοιμηθεί δηλαδή, γιατί δεν του κολλούσε ύπνος. Σκεφτόταν συνεχώς πώς να ξεφορτωθεί αυτόν τον ενοχλητικό επισκέπτη. Σαν πέρασε αρκετή ώρα και ο δράκος θεώρησε πως ο Ασπουρτσέλα θα κοιμόταν, πήρε ένα μεγάλο ξίφος κι άρχισε να το ακονίζει. Ο ήχος του ακονίσματος ξύπνησε τον Ασπουρτσέλα ο οποίος, μαντεύοντας το σχέδιο του δράκου, πήγε κι έβαλε ένα κούτσουρο στη θέση του κάτω από τα σκεπάσματα και κρύφτηκε κάπου στο δωμάτιο. Μόλις ο δράκος είχε ακονίσει το ξίφος του και η λεπίδα του έγινε κοφτερή σαν διαμάντι, ξεγλύστρησε από τον στάβλο και πήγε μέχρι το κρεβάτι όπου κοιμόταν ο Ασπουρτσέλα. Κατέβασε το ξίφος του με όλη του τη δύναμη και το κούτσουρο κόπηκε στη μέση, πούπουλα άρχισαν να πετούν στον αέρα και ο δράκος αποχώρησε όσο ήσυχα είχε έρθει. </p><br><p>Ο Ασπουρτσέλα ξαναέστρωσε το κρεβάτι του και κοιμήθηκε βαθιά. Το επόμενο πρωί, όταν ο δράκος είδε πως ο κουνιάδος του ήταν σώος και αβλαβής τα ‘χασε και τον ρώτησε δειλά:</p><p>Μήπως σε έπιασε κανένα πονάκι το βράδυ;</p><p>Όχι τίποτα!</p><p>Ούτε κανένα τσίμπημα από έντομο;</p><p>Ούτε.</p><p>Τότε έλα να παλέψουμε για λίγο.</p><p>Αμέ! απάντησε με ενθουσιασμό ο Ασπουρτσέλα και οι δυο τους άρχισαν να παλεύουν.</p><br><p>Ο δράκος προσπάθησε και ίδρωσε αλλά δεν κατάφερε να κουνήσει ούτε σπιθαμή τον κουνιάδο του. Όταν ήρθε η σειρά του Ασπουρτσέλα να κάνει επίθεση, με μια κίνηση βύθισε τον δράκο μέσα στη γη ως τον λαιμό. Έβγαλε τότε το τόξο του και ένα βέλος και σημάδεψε τον δράκο ανάμεσα στα μάτια:</p><p>Πες μου αμέσως που είναι τ΄ αδέρφια μου αλλιώς θα σου ρίξω!</p><p>Αχ, μη με σκοτώσεις και θα σου πω. Μέσα στο στέρνο μου υπάρχει ένα σεντούκι. Εκεί είναι και οι τρεις τους, νεκροί. Εκεί όμως βρίσκεται κι ένα μαντήλι. Βάλε το πάνω τους και θα ζωντανέψουν.</p><br><p>Ο Ασπουρτσέλα άνοιξε τότε το στέρνο του δράκου κι έβγαλε από μέσα το σεντούκι. Έβγαλε τ΄ αδέρφια του από εκεί και τους κάλυψε έναν έναν με το μαντήλι, ξαναφέρνοντάς τους έτσι στη ζωή. Στη συνέχεια έριξε μία με το τόξο του και σκότωσε τον δράκο με τα εκατό κεφάλια. Μόλις τον έκοψε σε αμέτρητα κομμάτια, πήγε και σκότωσε και τη μάνα του, τη δράκαινα. Έπειτα, τ΄ αδέρφια του του είπαν την ιστορία τους και αυτός τους είπε τη δική του. </p><br><p>Τα τρία αδέρφια, αν και θαύμασαν την ιστορία του Ασπουρτσέλα, άρχισαν παράλληλα να τον ζηλεύουν για την ανδρεία και το θάρρος του. Ξεκίνησαν και οι πέντε τους το ταξίδι της επιστροφής για το σπίτι και τη μάνα τους. Στη διαδρομή συνάντησαν ένα λιβάδι που στη μέση του είχε ένα δέντρο τόσο μεγάλο που τα κλαδιά του έκαναν ίσκιο σε ολόκληρο το λιβάδι. Είπε τότε ο Ασπουρτσέλα στους αδερφούς και την αδερφή του: “Ελάτε, πάμε να ξεκουραστούμε για λίγο κάτω από αυτό το δέντρο. Είμαι πολύ κουρασμένος και θα ήθελα να κλείσω τα μάτια μου για λίγο” και τα αδέρφια του συμφώνησαν.</p><br><p>Ο Ασπουρτσέλα ξάπλωσε στη βάση του δέντρου και κοιμήθηκε πολύ βαθιά. Οι τρεις αδερφοί μαζεύτηκαν γύρω του κι άρχισαν να ψιθυρίζουν ο ένας στον άλλο: “Μιας και σκότωσε τον δράκο με τα εκατό κεφάλια, τι άλλο τον χρειαζόμαστε; Ας τον δέσουμε σε αυτό το δέντρο κι ας τον αφήσουμε εδώ να πεθάνει”. Μάζεψαν κλαδιά και φύλλα και έφτιαξαν γερό σκοινί. Στη συνέχεια έδεσαν τον αδερφό τους στο δέντρο τόσο σφιχτά, που αίμα άρχισε να τρέχει από τα δάχτυλά του. Η αδερφή, με δάκρυα στα μάτια παρακάλεσε τα αδέρφια της να δείξουν έλεος, μα αυτοί δεν την άκουσαν, παρά την πήραν από το μπράτσο κι έφυγαν για το σπίτι τους.</p><br><p>Μόλις έφτασαν, η κοπέλα είπε στη μάνα της τι είχε συμβεί, τι είχαν κάνει τα αδέρφια της και η μητέρα τους τα καταράστηκε.</p><br><p>Όταν ο Ασπουρτσέλα ξύπνησε και είδε πως ήταν δεμένος στο δέντρο, προσπάθησε να λυθεί, αλλά ίσα που μπορούσε να κουνηθεί. Κοίταξε τριγύρω και είδε πως τ΄ αδέρφια του είχαν εξαφανιστεί. Κοίταξε ξανά προς όλες τις κατευθύνσεις και στη συνέχεια προσευχήθηκε στον Θεό: “Θεέ μου, αν έχω αδικήσει τ΄ αδέρφια μου, τούτο εδώ το δέντρο να μην με αφήσει ποτέ να φύγω, μα αν με αδίκησαν εκείνα, τότε θε να μπορέσω να το ξεριζώσω ολάκερο. ” Μόλις είπε αυτό, προσπάθησε άλλη μια φορά να λυθεί και το δέντρο ξεριζώθηκε ολόκληρο.</p><br><p>Φορτωμένος με το δέντρο, ο Ασπουρτσέλα κίνησε για το σπίτι του. Έφτασε μπροστά στο σπίτι και φώναξε στ΄ αδέρφια του: “Βγείτε έξω και ελάτε να με λύσετε!”. Οι αδερφοί του έγιναν κάτασπροι σαν το πανί από τον φόβο τους, αλλά παρόλ΄ αυτά βγήκαν έξω και τον ελευθέρωσαν. Μετά από αυτό ο Ασπουρτσέλα δεν ήθελε πια να μείνει με τ΄ αδέρφια του και όσο και να τον παρακάλεσαν η μητέρα και η αδερφή του να μείνει, επέμενε να φύγει.</p><br><p>Κι έφυγε. Περιπλανήθηκε εδώ κι εκεί ώσπου συνάντησε έναν άνδρα που όργωνε το χωράφι του. Όποτε το άροτρό του συναντούσε κανένα σβώλο χώματος, ο άνδρας τον σήκωνε, τον έβαζε στο στόμα του και τον κατάπινε. Ο Ασπουρτσέλα έμεινε να τον κοιτά να το κάνει ξανά και ξανά ώσπου δεν άντεξε και τον ρώτησε:</p><p>Άνθρωπε μου, γιατί καταπίνεις αυτούς τους σβώλους από χώμα;</p><p>Εδώ ο Ασπουρτσέλα σκότωσε ολόκληρο δράκο με εκατό κεφάλια, κι εσένα αυτό που κάνω εγώ σου προκαλεί θαυμασμό;</p><p>Εγώ είμαι ο Ασπουρτσέλα, ας γίνουμε αδέρφια! του είπε και οι δυο τους συνέχισαν μαζί.</p><br><p>Αφού διένυσαν αρκετή απόσταση, έφτασαν σ΄ ένα χωράφι όπου είδαν έναν άνδρα που είχε στα πόδια του δεμένες μυλόπετρες και στις τσέπες του λαγούς. Αμολούσε τους λαγούς και στη συνέχεια έτρεχε και τους έπιανε. Αυτό συνέβη ξανά και ξανά ώσπου ο Ασπουρτσέλα δεν άντεξε,&nbsp;τον πλησίασε και του είπε:</p><p>Άνθρωπε μου τι κάνεις; Πώς είναι δυνατόν να πιάνεις κάθε φορά τους λαγούς;</p><p>Εδώ ο Ασπουρτσέλα σκότωσε ολόκληρο δράκο με εκατό κεφάλια κι εσύ εντυπωσιάστηκες που έπιασα δυο λαγούς;</p><p>Μα αυτός είναι ο Ασπουρτσέλα και θα γίνει αδερφός σου αν το θες κι εσύ, είπε τότε ευγενικά ο σβωλοφάγος και συνέχισαν όλοι μαζί.</p><br><p>Στον δρόμο που πήγαιναν, οι τρεις φίλοι είπαν να παίξουν ένα παιχνίδι. Ο καθένας με τη σειρά θα έριχνε ένα βέλος με το τόξο του και όπου προσγειωνόταν εκείνο το βέλος, εκεί και θα ξαπόσταιναν να φάνε το κολατσιό τους. Πρώτος έριξε ο σβωλοφάγος και, αν και το βέλος έπεσε σ΄ ένα πολύ άβολο σημείο, οι τρεις τους πήγαν κι έκατσαν εκεί. Στη συνέχεια, το βέλος το έριξε ο λαγοπιάστης, μα κι αυτουνού το βέλος έπεσε σε κακοτράχηλο σημείο. Παρόλ’ αυτά έκατσαν κι έφαγαν το μεσημεριανό τους εκεί. Τελευταίος έριξε το βέλος του ο Ασπουρτσέλα και αυτό πήγε και καρφώθηκε στο ράφι ενός σπιτιού όπου ζούσαν τρεις δράκοι! Ήταν μάλιστα έτοιμοι να παντρευτούν τρεις κοπέλες, μα σαν είδαν το βέλος να καρφώνεται στο ράφι τους, σταμάτησαν τα πάντα. </p><br><p>Ένας ένας προσπάθησαν να βγάλουν το βέλος από εκεί αλλά κανείς τους δεν μπορούσε ούτε να το κουνήσει έστω και λίγο. Συμφώνησαν τότε και οι τρεις: “Αφού ούτε εμείς δεν μπορούμε να βγάλουμε αυτό το βέλος από εκεί, καλό θα ήταν να φύγουμε μακριά, μπας και όποιος το έριξε περάσει από εδώ να το μαζέψει”. Και οι δράκοι σηκώθηκαν κι έφυγαν, αφήνοντας πίσω τους μόνο έναν σακάτη δράκο, τον οποίο και έκρυψαν στην καμινάδα.</p><br><p>Οι τρεις φίλοι έφτασαν στο σπίτι και έστρωσαν να φάνε το κολατσιό τους. Κοιτώντας γύρω τους αισθάνθηκαν πολύ τυχεροί που είχαν βρει ένα τέτοιο μέρος να μείνουν και συμφώνησαν να μείνει ο καθένας τους από μια μέρα σε αυτό το σπίτι ενώ οι άλλοι θα έφερναν τροφή.</p><br><p>Πρώτος έμεινε στο σπίτι ο σβωλοφάγος. Εκεί που τελείωνε με την ετοιμασία του φαγητού και ήταν έτοιμος να το μοιράσει σε μερίδες, να σου από την καμινάδα εμφανίστηκε ο σακάτης δράκος: “Δώσε μου να φάω και να πιώ”, είπε στον σβωλοφάγο, ο οποίος και του έδωσε να φάει και να πιει. “Δώσε μου κι άλλο φαγητό και ποτό”, είπε μετά από λίγο ο δράκος και ο σβωλοφάγος του ξαναέδωσε να φάει και να πιει. Όταν ο δράκος ζήτησε για τρίτη φορά να φάει και να πιει, ο σβωλοφάγος του απάντησε: </p><p>Μα αν τα φας και τα πιεις όλα εσύ, εγώ τι θα δώσω στους φίλους μου να φάνε;</p><p>Είπα δώσε μου να φάω και να πιώ, αλλιώς θα φάω εσένα και όλες σου τις προμήθειες ούτως ή άλλως.</p><br><p>Ο σβωλοφάγος τρόμαξε τόσο που έτρεξε και στάθηκε στην πόρτα, όσο ο δράκος έκατσε και με την ησυχία του έφαγε το υπόλοιπο φαγητό. </p><br><p>Γύρισαν και οι άλλοι δύο και δεν βρήκαν να τους περιμένει καθόλου φαγητό. Αλλά τι σημασία είχε, καλά τα είχαν καταφέρει εκείνη την ημέρα κι έτσι την επόμενη έμεινε σπίτι ο λαγοπιάστης. Ακριβώς η ίδια μοίρα είχε βρει κι αυτόν και έτσι την τρίτη μέρα, σπίτι έμεινε ο Ασπουρτσέλα.</p><br><p>Έκατσε και μαγείρεψε μια ποικιλία φαγητών για τους φίλους του και τους ετοίμασε και εξαίρετα ποτά. Τότε κατέβηκε και ο δράκος από την καμινάδα και άρχισε πάλι να λέει: “Δώσε μου να φάω και να πιω” και ο Ασπουρτσέλα του έδωσε. Ο δράκος μετά από λίγο ξαναείπε: “Δώσε μου φαγητό και ποτό” και ο Ασπουρτσέλα του ξαναέδωσε. Σαν ο δράκος ζήτησε και τρίτη φορά να φάει και να πιει, του είπε ο Ασπουρτσέλα:</p><p>Αν σου δώσω εσένα όλο το φαγητό, τότε τι θα μείνει για τους φίλους μου;”</p><p>Αν δεν μου δώσεις να φάω και να πιω τότε θα φάω κι εσένα και όλες τις προμήθειές σου ούτως ή άλλως.</p><br><p>Ο Ασπουρτσέλα χαμογέλασε πονηρά, σήκωσε το τόξο του και μ΄ ένα μόνο βέλος τρύπησε τον δράκο στην καρδιά. Έπειτα τον έκοψε φέτες.</p><br><p>Το κεφάλι του δράκου κύλησε σε μια μεριά ενώ το σώμα του σε άλλη. Το κεφάλι φώναξε: “Ευτυχισμένος όποιος με ακολουθήσει!”, ενώ το σώμα είπε χαμηλόφωνα: “Αλίμονο σε όποιον ακολουθήσει εμένα”. Κατέφτασαν και οι σύντροφοι του Ασπουρτσέλα και αφού έφαγαν και ήπιαν καλά, είπαν: “Ας πάμε να δούμε τι είναι αυτά που υπόσχεται το κεφάλι του δράκου”.</p><br><p>Το κεφάλι του δράκου κύλησε και κύλησε μέχρι που έπεσε μέσα σε μια λαγουδότρυπα. Ο Ασπουρτσέλα κοίταξε μέσα και από την άλλη ξεπρόβαλαν τρεις πανέμορφες κοπέλες. Του άρεσαν πολύ και, γυρνώντας στους φίλους του, είπε: “Ας τις φέρουμε από εδώ κι ας τις παντρευτούμε!”. Στη λαγουδότρυπα μπήκε πρώτος ο σβωλοφάγος, αλλά πριν να φτάσει στον πάτο άρχισε να φωνάζει “Καίγομαι! Καίγομαι! Τραβήξτε με πίσω!” και τον έβγαλαν από την τρύπα. Το ίδιο ακριβώς συνέβη και με τον λαγοπιάστη όταν προσπάθησε κι αυτός να κατέβει. Έμενε τώρα ο Ασπουρτσέλα. Είπε στους φίλους του: “αν αρχίσω να φωνάζω πως καίγομαι, εσείς να με σπρώξετε όλο και πιο βαθιά στην τρύπα”. Κι έτσι έκαναν, όσο περισσότερο αυτός φώναζε, τόσο και αυτοί τον έσπρωχναν παραμέσα.</p><br><p>Ο Ασπουρτσέλα κατάφερε κι έφτασε τις κοπέλες και όλες τους ήταν πανώριες. Η μικρότερη όμως του άρεσε καλύτερα κι έτσι, βοηθώντας τη μεγαλύτερη να ανέβει την τρύπα, φώναξε: “Σβωλοφάγε, αυτή είναι δική σου!”. Στη συνέχεια, βοήθησε τη μεσαία και φώναξε στον λαγοπιάστη: “Αυτή είναι για εσένα!”. Τέλος, όταν ήταν έτοιμος να στείλει και τη μικρότερη επάνω, εκείνη του είπε: “Καλύτερα να πας εσύ πρώτος κι εγώ θα σε ακολουθήσω. Πολύ φοβάμαι ότι αν πάω πρώτη, οι σύντροφοί σου θα σε προδώσουν”.</p><br><p>Ο Ασπουρτσέλα όμως επέμεινε και πείσμωσε και δεν έκανε πίσω μέχρι που η κοπέλα δέχτηκε να πάει εκείνη πρώτη στην επιφάνεια. Πριν ξεκινήσει όμως του είπε: “Θα πάω, αλλά μόνο γιατί εσύ επέμεινες τόσο. Μάθε λοιπόν πως οι φίλοι σου, σαν έρθει η ώρα, δεν θα σε τραβήξουν μέχρι επάνω, παρά θα κλείσουν την τρύπα, παγιδεύοντάς σε εδώ. Εδώ κάτω κυλούν τρία ρυάκια - ένα γαλάζιο, ένα μαύρο κι ένα λευκό. Να μην βάλεις το κεφάλι σου παρά μόνο κάτω από το λευκό, αλλιώς θα πνιγείς στα σίγουρα”.</p><br><p>Τα πράγματα έγιναν όπως είχε πει η μικρότερη κοπέλα. Μόλις είχαν ανέβει και οι τρεις κοπέλες, οι δυο άνδρες σφράγισαν τη λαγουδότρυπα με χώμα και πέτρες και άφησαν τον Ασπουρτσέλα μόνον. Τέτοια ήταν η αγανάκτηση του Ασπουρτσέλα που ευθύς πήγε και έβαλε το κεφάλι του κάτω από το μαύρο ρυάκι και μεταφέρθηκε αμέσως στον κάτω κόσμο. Εκεί περιπλανήθηκε για πολύ καιρό, ώσπου συνάντησε την καλύβα μιας γριάς γυναίκας. Της φώναξε:</p><p>Μητέρα, μητέρα, δώσε μου να χαρείς λίγο νερό να πιω.</p><p>Αχ παιδί μου, του απάντησε εκείνη, δεν μας έχει μείνει καθόλου. Νερό θα ξαναέχουμε μόνο όταν ο δράκος πάρει την πριγκίπισσά μας μακριά.</p><p>Δράκος; Ποιος δράκος;</p><p>Όλο το νερό μας το κρατά ένας δράκος και δεν θα το αφήσει αν δεν του δώσουμε την πριγκίπισσα να τη φάει. Βλέπεις, όλοι έχουμε δώσει στον δράκο από ένα παιδί και τώρα είναι η σειρά του βασιλιά. </p><p>Φέρε μου κάποιο σκεύος γυναίκα, πρέπει να βιαστώ και να πάω στο πηγάδι τώρα κιόλας.</p><br><p>Η γυναίκα τον παρακάλεσε να μην πάει, αλλά εκείνος δεν την άκουσε. Πήγε τότε και του έφερε κάτι μικρά κιούπια. Ο Ασπουρτσέλα τα έσπασε και της είπε: “Καλά, δεν έχεις κφέβρις (αμφορείς); Φέρε τα εδώ!” και η γυναίκα πήγε και του έφερε τα κφέβρις. Ο Ασπουρτσέλα τα πήρε και απομακρύνθηκε. </p><br><p>Σαν έφτασε στην άκρη του ρυακιού, ο Ασπουρτσέλα είδε μια καλοντυμένη κοπέλα να κάθεται στην όχθη και να κλαίει γοερά. Τη ρώτησε αν ήταν καλά και μόλις έμαθε πως αυτή ήταν η κόρη του βασιλιά, της είπε: “Θα κοιμηθώ για λίγο εδώ, μόλις φανεί ο δράκος, ξύπνησέ με”. Ξάπλωσε στα πόδια της πριγκίπισσας και κοιμήθηκε.</p><br><p>Σύντομα φάνηκε και ο δράκος. Η πριγκίπισσα φοβήθηκε να ξυπνήσει τον Ασπουρτσέλα και αρκέστηκε στο να κλαίει πιο δυνατά από ποτέ. Όταν όμως ένα από τα δάκρυα της άγγιξε το μάγουλο του Ασπουρτσέλα, εκείνος ξύπνησε. Βλέποντας μπροστά του τον δράκο, του έριξε ένα βέλος με το τόξο του και τον σκότωσε, ενώ στη συνέχεια τον έκοψε κομματάκια. Η πριγκίπισσα όλο χαρά επέστρεψε στο παλάτι και κατενθουσιασμένη είπε στον πατέρα της τον βασιλιά: “έτσι κι έτσι έγινε πατέρα μου, και ο δράκος είναι τώρα πια νεκρός”. Ο βασιλιάς στην αρχή δεν το πίστεψε μα όταν οι φήμες άρχισαν να καταφτάνουν και από αλλού, θέλησε να γνωρίσει αυτοπρόσωπος το παλικάρι. Είπε θα του έδινε το χέρι της κόρης του και το μισό του βασίλειο. </p><br><p>Το έψαξαν και τον έψαξαν, μα δεν τον βρήκαν πουθενά. Τότε, η γριά γυναίκα πήγε μέχρι το παλάτι και τους είπε: </p><p>Παντοδύναμε άρχοντα! Δείξε έλεος για εμένα και τον γιο μου!</p><p>Μα εσύ δεν είχες γιο μέχρι τώρα, πού τον βρήκες έτσι ξαφνικά; της είπε με καχυποψία ο βασιλιάς.</p><p>Ο Θεός με λυπήθηκε και μου έφερε για γιο έναν άξιο νέο που σκότωσε τον δράκο που μας τυραννούσε!</p><br><p>Ο βασιλιάς χάρηκε που επιτέλους είχε βρεθεί ο νεαρός και έστειλε τους υπουργούς του να τον φέρουν στο παλάτι. Όταν έφτασε ο Ασπουρτσέλα, ο βασιλιάς του προσέφερε αμύθητους θησαυρούς. Μα αυτός αρνήθηκε να τους δεχτεί και είπε στον βασιλιά: “Το μόνο που θα ήθελα από εσένα βασιλιά μου είναι να με βοηθήσεις να γυρίσω πίσω στον κόσμο μου, εκεί όπου κυριαρχεί το φως. Μόνο αυτό θέλω και θα είμαι ευτυχισμένος”. Ο βασιλιάς μελαγχόλησε και τον παρακάλεσε να το ξανασκεφτεί, μα βλέποντας πως ο Ασπουρτσέλα ήταν ανένδοτος, του υποσχέθηκε να τον βοηθήσει. </p><br><p>Ο Ασπουρτσέλα γύρισε τότε στη θετή του μητέρα. Στο δρόμο για εκεί συνάντησε ένα πανύψηλο δέντρο και στην κορυφή του διέκρινε τη φωλιά ενός γρύπα. Ξάφνου εμφανίστηκε ένας δράκος που άρχισε να περικυκλώνει τη φωλιά, ενώ από μέσα ακούστηκαν οι στριγγλιές των μικρών τού γρύπα. Χωρίς δεύτερη σκέψη, ο Ασπουρτσέλα έβγαλε το τόξο του και με τη μία σκότωσε τον δράκο. Την επόμενη στιγμή εμφανίστηκε και ο γρύπας και σαν έφτασε στη φωλιά του, τα μικρά του διηγήθηκαν τι είχε συμβεί. Όλο ευγνωμοσύνη τότε, ο γρύπας πλησίασε τον Ασπουρτσέλα και του είπε: </p><p>Πες μου αν υπάρχει κάτι να κάνω να σου ξεπληρώσω το καλό που μου έκανες.</p><p>Δεν ζητώ τίποτε άλλο παρά να επιστρέψω στον κόσμο μου, εκεί όπου κυβερνά το φως.</p><p>Θα είναι ένα πολύ δύσκολο ταξίδι, αλλά για σένα θα το κάνω, του είπε ο γρύπας και τον έστειλε να βρει και να φέρει μαζί του προμήθειες.</p><br><p>Ο Ασπουρτσέλα πήγε τότε μπροστά στον βασιλιά και του ζήτησε να τον εφοδιάσει με ό,τι θα χρειαζόταν για το ταξίδι του. Όταν όλα ήταν έτοιμα, ο Ασπουρτσέλα ανέβηκε στην πλάτη του γρύπα και οι δυο τους πέταξαν ψηλά. Πότε πότε στον δρόμο, ο γρύπας ζητούσε από τον Ασπουρτσέλα να του βάλει τροφή στο ράμφος του να φάει και εκείνος έκανε όπως του ζητούσε. Μόλις ήταν έτοιμοι να μπουν στον κόσμο του Ασπουρτσέλα, ο γρύπας του ζήτησε φαγητό μια τελευταία φορά, μα του Ασπουρτσέλα δεν του είχε μείνει τίποτα. Έκοψε τότε το μπούτι του και το έβαλε στο στόμα του γρύπα να το φάει. Αυτό το κομμάτι άρεσε τόσο πολύ στον γρύπα που είπε να μην το φάει αμέσως και να το φυλάξει για αργότερα.</p><br><p>Μόλις έφτασαν για τα καλά στον τόπο του Ασπουρτσέλα, ο γρύπας του είπε: “Άντε φτάσαμε! πήδα από την πλάτη μου και στο καλό!”. Ο Ασπουρτσέλα κατέβηκε από την πλάτη του γρύπα και αφού τον ευχαρίστησε, κουτσαίνοντας άρχισε να απομακρύνεται. Ο γρύπας τότε του φώναξε: “Ε! γιατί ξαφνικά κουτσαίνεις, τι συνέβη;” και ο Ασπουρτσέλα του εξήγησε. Ο γρύπας αμέσως έφτυσε το κομμάτι που είχε φυλάξει στο στόμα του και βάζοντας το στη θέση του, έκανε καλά τον Ασπουρτσέλα κι έφυγε.</p><br><p>Έτσι, ο Ασπουρτσέλα κίνησε να βρει τους φίλους του. Πήγε και πήγε ώσπου τους βρήκε να ετοιμάζονται να παντρευτούν τις δυο κοπέλες. Έβγαλε το τόξο του και σημαδεύοντας τους δυο άνδρες, ρώτησε δυνατά: </p><p>Ποιοι έφταιγαν, οι άνδρες ή οι γυναίκες;</p><p>Μα πως να φταίνε οι γυναίκες; Βέβαια και έφταιγαν οι άνδρες! είπε η μικρότερη από τις τρεις κοπέλες.</p><br><p>Ο Ασπουρτσέλα σκότωσε τους δυο συντρόφους του με το τόξο του και στη συνέχεια ταξίδεψε με τις τρεις δεσποσύνες ώσπου έφτασε σπίτι του. Εκεί, παντρεύτηκε τη μικρότερη ενώ τις άλλες δύο τις προξένεψε στους αδερφούς του.</p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></description>
			<itunes:summary><![CDATA[<p>Τελευταία από αυτές τις ιστορίες, μια αγαπημένη και δημοφιλής ιστορία από τη Γεωργία που συνδυάζει πολλές άλλες. Ξανά: Οι ιστορίες ταξιδεύουν στον χώρο και στον χρόνο και αυτή η ιστορία είναι η απόδειξη.</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Περιέχει έντονες σκηνές βίας, δουλεία γυναικών, διαμελισμό</p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>Ηχητικά εφέ: freesound.org</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ</p><br><p>Ο Ασπουρτσέλα, ο Εκατοντασέλιδος</p><br><p>Κάποτε ήταν και δεν ήταν (τέτοιο είναι το μεγαλείο του Θεού) μια γυναίκα. Ο άντρας της είχε πεθάνει νέος και την άφησε μόνη με τέσσερα παιδιά, τρία αγόρια κι ένα κορίτσι.</p><br><p>Όταν τα παιδιά είχαν πια μεγαλώσει, η μητέρα τους τους είπε: “Παιδιά μου, πώς και δεν έχετε φροντίσει την κληρονομιά σας τόσα χρόνια; Γιατί την έχετε εγκαταλείψει τελείως;”. Πρώτη φορά άκουγαν τα παιδιά γι΄ αυτήν την κληρονομιά και ρώτησαν τη μητέρα τους τι ακριβώς εννοούσε. Εκείνη τους εξήγησε σε ποια σημεία υπήρχαν χωράφια που τους ανήκαν και πως για να φτάσουν ως εκεί έπρεπε να ταξιδέψουν πολύ:</p><p>Μα αφού είναι τόσο μακριά, ποιος θα μας φέρνει φαγητό όταν πηγαίνουμε εκεί για δουλειά; ρώτησαν τη μητέρα τους τα αγόρια.</p><p>Θα σας στείλω την αδερφή σας να σας φέρει το κολατσιό σας, απάντησε εκείνη.</p><br><p>Τα αγόρια δέχτηκαν την πρόταση της μητέρας τους και κίνησαν για την κληρονομιά τους. Εκείνη όταν τους ξεπροβόδισε έδωσε στον καθένα τους από ένα κρεμμύδι και ένα σκόρδο και τους είπε: “Καθώς πηγαίνετε, να ρίχνετε τις φλούδες στο έδαφος για να μπορέσει να τις ακολουθήσει αργότερα η αδερφή σας, όταν έρθει η ώρα να σας φέρει το φαγητό”.</p><br><p>Τα αγόρια πήγαν για δουλειά και καθώς πήγαιναν έριχναν στο έδαφος τις φλούδες που έκοβαν από τα κρεμμύδια τους.</p><br><p>Σ΄ ένα από τα μονοπάτια εκεί κοντά, ζούσε ένας δράκος με εκατό κεφάλια. Η μητέρα αυτού του τέρατος είδε τη σειρά από φλούδες κρεμμυδιού στον δρόμο, τις μάζεψε όλες και τις τοποθέτησε στο μονοπάτι που οδηγούσε στο δικό της σπίτι. Τρεις μέρες πέρασαν και η μητέρα των αγοριών θεώρησε πως τώρα κοντά θα πρέπει να τελείωναν και οι προμήθειες που είχαν πάρει μαζί τους τα παιδιά της. Τους ετοίμασε μπόλικο φαγητό, τους το έβαλε σ΄ έναν σάκο και το έδωσε στην κόρη της να το πάει στους αδερφούς της. Το κορίτσι πήρε τον δρόμο του, ακολουθώντας τις φλούδες από κρεμμύδι.</p><br><p>Περπάτησε και περπάτησε μέχρι που έφτασε μπροστά σ΄ ένα σπίτι. Μέσα σε αυτό το σπίτι, το κορίτσι βρήκε μια γυναίκα καθισμένη και της είπε:</p><p>Μητέρα, μητέρα, δουλεύουν τα αδέρφια μου εδώ;</p><p>Εδώ βρήκες να ψάξεις για τα αδέρφια σου; της απάντησε η δράκαινα. Εδώ είναι το σπίτι του δράκου με τα εκατό κεφάλια. Θα επιστρέψει σύντομα, οπότε καλύτερα να σε κρύψω αλλιώς θα σε φάει.</p><br><p>Η μητέρα του δράκου πήρε το κορίτσι και το έκρυψε. Να σου μετά από λίγο εμφανίστηκε και ο δράκος, κανείς δεν ξέρει από πού. Κουβαλούσε μαζί του κυνήγι και καυσόξυλα και μόλις τα έλυσε από την πλάτη του όπου τα είχε δέσει, είπε στη μητέρα του: </p><p>Μάνα, μου μυρίζει άνθρωπος! Ποιος ήρθε ως εδώ;</p><p>Μα τι είναι αυτά που ρωτάς; Τα πουλιά των ουρανών σε φοβούνται και τα σκουλήκια της γης σε τρέμουν, ποιος να έρθει ως εδώ;</p><br><p>Αλλά ο δράκος επέμενε μέχρι που η μητέρα του ενέδωσε στις πιέσεις του και είπε: “Έχει έρθει εδώ μια κοπέλα και θέλω να την πάρεις για γυναίκα σου. Αν μου υποσχεθείς ότι δεν θα τη φας, τότε κι εγώ θα σου τη δείξω”. Ο δράκος υποσχέθηκε και η μητέρα του, έφερε μπροστά του το κορίτσι. Του δράκου του άρεσε πολύ κι έτσι δεν την έφαγε.</p><br><p>Τα αγόρια περίμεναν και περίμεναν να φανεί η αδερφή τους με τα εφόδιά τους, αλλά μάταια. Σηκώθηκαν λοιπόν και πήγαν αυτοί σπίτι τους. Μάλωσαν τότε τη μητέρα τους: “Γιατί δεν μας έστειλες φαγητό με την αδερφή μας;”. Μόλις η μητέρα τους το άκουσε αυτό άρχισε να κλαίει και να βογκά: “Αχ συμφορά μου, παραδίπλα από τον δρόμο για τα χωράφια μας μένει ένας δράκος με εκατό κεφάλια. Πολύ φοβάμαι πως, την κατάρα μου να ’χει, την έφαγε την αδερφή σας”. Τα αγόρια ούτε που είχαν ξανακούσει γι΄ αυτόν τον δράκο μα, μόλις έμαθαν γι΄ αυτόν, αμέσως σηκώθηκαν και τράβηξαν να τον αντιμετωπίσουν. </p><br><p>Αφού είχαν προχωρήσει αρκετά, πλησίασαν και το σπίτι του δράκου. Η δράκαινα και η αδερφή τους κάθονταν στην οροφή του σπιτιού. Η μάνα του δράκου είδε από μακριά τα παλικάρια να καταφτάνουν. Γύρισε και είπε στη νύφη της:</p><p>Κοίτα εκεί! Βλέπεις κάτι να έρχεται;</p><p>Βλέπω κάτι σαν σμήνος από μύγες, απάντησε η νύφη της.</p><p>Αλίμονο στις μανάδες τους και στη μάνα του δράκου! μοιρολόγησε η δράκαινα.</p><br><p>Μετά από λίγο ξαναρώτησε το κορίτσι:</p><p>Τώρα; Βλέπεις κάτι να έρχεται;</p><p>Βλέπω τρεις άνδρες, απάντησε η γυναίκα του δράκου.</p><p>Αλίμονο στις μανάδες τους και στη μάνα του δράκου! μοιρολόγησε η δράκαινα.</p><br><p>Τα τρία αδέρφια πλησίασαν λοιπόν στο σπίτι του δράκου. Μπροστά του υπήρχε ένας αδιαπέραστος όγκος νερού. Σκέφτηκαν τότε να σηκώσουν και να πετάξουν βράχους στο νερό, πράγμα που έκαναν και έτσι κατάφεραν να περάσουν απέναντι. Τότε η κοπέλα αναγνώρισε τα αδέρφια της, κατέβηκε από την οροφή και τους σφιχταγκάλιασε. Όταν η δράκαινα έμαθε ποιοι ήταν, τους καλωσόρισε στο σπίτι της, τους τάισε και τους πότισε και μετά τους έκρυψε, λέγοντας: “Γρήγορα, αν ο γιος μου γυρίσει και σας βρει θα σας φάει”.</p><br><p>Κατέφτασε και ο δράκος με τα εκατό κεφάλια, αν και κανείς δεν ξέρει από πού. Στον έναν του ώμο κουβαλούσε καυσόξυλα και στον άλλον κυνήγι. Ξεφόρτωσε στο κατώφλι του σπιτιού και μόλις μπήκε μέσα είπε: “Μυρίζω άνθρωπο! Ποιος ήρθε εδώ μάνα;” και η μητέρα του προσπάθησε με υπεκφυγές και αλλάζοντας θέμα να μην του απαντήσει, μα ο γιος της την πίεσε τόσο πολύ που στο τέλος του είπε: “Αν μου υποσχεθείς πως δεν θα βλάψεις τ΄ αδέρφια τής γυναίκας σου, θα σου τους παρουσιάσω”. Ο δράκος το υποσχέθηκε και η δράκαινα έφερε τα τρία παλικάρια μπροστά του.</p><br><p>Μετά από λίγο, ο δράκος είπε στα αδέρφια: “Ελάτε, ας ετοιμάσουμε το δείπνο μας”. Πήγαν όλοι τους έξω για να γδάρουν το κυνήγι που είχε φέρει ο δράκος. Όσο τ΄ αγόρια έγδερναν ένα ελάφι, ο δράκος είχε ήδη γδάρει εξήντα και τα είχε ήδη ρίξει στην κατσαρόλα! Έπειτα πήγε και βούτηξε το ελάφι των αδερφών, το έγδαρε στα γρήγορα και το πρόσθεσε κι αυτό στη φωτιά. </p><br><p>Σαν το φαγητό είχε ετοιμαστεί και έκατσαν όλοι τους να φάνε, ο δράκος ρώτησε τους κουνιάδους του: </p><p>Είστε από αυτούς που τρώνε τα κόκαλα ή τη σάρκα;</p><p>Και τι να την κάνουμε τη σάρκα; Τα κόκαλα μας αρκούν, απάντησαν τ΄ αγόρια.</p><br><p>Ο δράκος τότε γέμισε το στόμα του με ελάφι, μάσησε και κατάπιε όλη τη σάρκα και πέταξε τα κόκαλα στους τρεις νεαρούς. Έπειτα τους ρώτησε ξανά:</p><p>Πίνετε από ντόκι (καράφα) ή από κάντσι (κέρατο);</p><p>Από κάντσι, του απάντησαν με μια φωνή τα αδέρφια.</p><br><p>Ο δράκος γέμισε για τον εαυτό του μια καράφα κρασί, ενώ στα παλικάρια έδωσε ένα κέρατο με κρασί να το μοιραστούν. </p><br><p>Όταν πια όλοι είχαν τελειώσει το φαγητό τους και είχαν αρχίσει να ετοιμάζονται για ύπνο, ρώτησε ο δράκος τα αδέρφια της γυναίκας του:</p><p>Θέλετε να κοιμηθείτε σε κρεβάτι ή στον στάβλο;</p><p>Τι να το κάνουμε το κρεβάτι, βάλε μας στον στάβλο, απάντησαν εκείνα.</p><br><p>Ο δράκος ξάπλωσε στο κρεβάτι του, αφού οδήγησε τα αδέρφια στον στάβλο, και κοιμήθηκε. Το πρωί που ξύπνησε, ο δράκος φώναξε στη μάνα του: “Μάνα πεινάω, πεινάω πολύ!”. Η δράκαινα, που κατάλαβε τι ήθελε να πει ο γιος της, του απάντησε ήρεμα για να μην καταλάβει τίποτα η νύφη της: “Πήγαινε στον στάβλο γιέ μου. Εκεί θα βρεις τρεις στραβοψημένες φραντζόλες ψωμί, αυτές να φας”.</p><br><p>Ο δράκος πήγε μέχρι τον στάβλο όπου και βρήκε τα τρία αδέρφια να κοιμούνται. Έφαγε τον έναν επί τόπου, τους άλλους δυο τους έβαλε στις τσέπες του και τράβηξε κατά το δάσος.</p><br><p>Εντωμεταξύ, η μητέρα των παιδιών περίμενε και περίμενε αλλά σαν είδε ότι κανείς τους δεν γυρνούσε σκέφτηκε: “Ο δράκος πρέπει να έφαγε τα παιδιά μου” και άρχισε να κλαίει πικρά και τα δάκρυά της έτρεχαν άφθονα, τόσα που έφτασαν μέχρι τους Ουρανούς. Έτυχε να περνάει κάποιος από εκεί εκείνη τη στιγμή και βλέποντας όλα αυτά τα δάκρυα ρώτησε τη γυναίκα γιατί έκλαιγε. Εκείνη του εξήγησε πως μόλις είχε καταλάβει ότι έχασε όλα της τα παιδιά. Ο άνδρας τότε της έδωσε ένα μήλο και της είπε: “Κόψε αυτό το μήλο σε εκατό κομμάτια και κάθε μέρα τρώγε από τρία. Σαν θα τελειώσει το μήλο, θα κάνεις έναν γιο και θα τον βγάλεις Ασπουρτσέλα”.</p><br><p>Η γυναίκα έκανε όπως της είχε πει ο άνδρας και έκοψε το μήλο σε εκατό κομμάτια. Κάθε μέρα έτρωγε από τρία ώσπου το μήλο τελείωσε και να! έκανε γιο και τον έβγαλε Ασπουρτσέλα. Ο Ασπουρτσέλα μεγάλωσε μέσα σε μια μέρα όσο άλλα παιδιά θα μεγάλωναν σ΄ έναν χρόνο!</p><br><p>Μια μέρα που ο Ασπουρτσέλα έπαιζε στην άκρη του δρόμου με κάτι άλλα αγόρια, πέρασε από κοντά τους μια γυναίκα που κουβαλούσε στον ώμο ένα κανάτι με νερό. Ο Ασπουρτσέλα εκείνη τη στιγμή, πάνω στο παιχνίδι, πέταξε το κότσι του το οποίο εκσφενδονίστηκε και έσπασε το κανάτι με το νερό. Η γυναίκα εξοργίστηκε και του φώναξε: “Καταραμένος να ‘σαι! αλλά τι κατάρα να σου δώσω που έχεις μείνει μοναχοπαίδι; Για το κακό που μου έκανες, να μην ελευθερωθούν ποτέ τα αδέρφια και η αδερφή σου από τα νύχια του δράκου!”.</p><br><p>Ο Ασπουρτσέλα μπερδεύτηκε. Βιάστηκε να γυρίσει σπίτι του και βρήκε τη μάνα του να κάθεται: </p><p>Δώσε μου να θηλάσω μάνα!</p><p>Μα τι παράξενη επιθυμία τέτοια ώρα, του απάντησε σαστισμένη η μητέρα του.</p><br><p>Μα το αγόρι επέμεινε και η μητέρα τού έκανε το χατίρι. Καθώς ο Ασπουρτσέλα δάγκωσε το στήθος της, τη ρώτησε: “Πες μου μάνα, έχω αδέρφια;”. Η μητέρα του δεν ήθελε να του απαντήσει, αλλά την πόνεσε τόσο που έκατσε και του τα είπε όλα στο τέλος. Ακούγοντας την ιστορία, ο Ασπουρτσέλα θέλησε να φύγει να πάει να βρει τα αδέρφια του. Η μητέρα του τον παρακάλεσε να μη φύγει από φόβο μήπως τον χάσει κι αυτόν, αλλά αυτός ήταν ανένδοτος κι έφυγε.</p><br><p>Περιπλανήθηκε στον κόσμο ώσπου έφτασε σ΄ ένα μεγάλο χωράφι όπου είδε έναν σωρό άνδρες να οργώνουν: “Τρέξτε να σωθείτε! Καταφτάνει ο δράκος με τα εκατό κεφάλια!”, τους φώναξε και οι άνδρες τρόμαξαν τόσο που σκορπίστηκαν προς κάθε κατεύθυνση. Ο Ασπουρτσέλα τότε πέρασε το άροτρο πάνω από τον ώμο του και το πήγε σε σιδηρουργό: “Από αυτό φτιάξε μου ένα ζευγάρι σιδερένια παπούτσια, ένα τόξο και κάμποσα βέλη”. Ο σιδηρουργός του έφτιαξε ό,τι ζήτησε και ο Ασπουρτσέλα φόρεσε τα παπούτσια του, πήρε το τόξο και τα βέλη του και πήγε να σκοτώσει τον δράκο με τα εκατό κεφάλια.</p><br><p>Συνέχισε να πηγαίνει ώσπου πλησίασε και το σπίτι του δράκου. Η μάνα του δράκου καθόταν στην οροφή του σπιτιού και σαν είδε τον Ασπουρτσέλα να καταφτάνει από μακριά, ρώτησε τη νύφη της: “Βλέπεις κι εσύ κάποιον να έρχεται ή με γελούν τα μάτια μου;”. Η νύφη της επιβεβαίωσε πως κι εκείνη έβλεπε κάποιον να πλησιάζει και τότε η μάνα του δράκου είπε: “Αλίμονο στο στήθος της μάνας του κι αλίμονο στο στήθος της μάνας του γιού μου!”.</p><br><p>Ο Ασπουρτσέλα είχε μέχρι τότε πλησιάσει αρκετά το σπίτι, μ΄ έναν πήδο πέρασε πάνω από το νερό και στάθηκε στην πόρτα του σπιτιού. Μέσα στο σπίτι είδε μια νεαρή κοπέλα: “Σίγουρα εσύ πρέπει να είσαι η αδερφή μου”, μα η κοπέλα ήξερε μόνο τα τρία της τα αδέρφια και αρνήθηκε. Σαν όμως ο Ασπουρτσέλα της διηγήθηκε την ιστορία του εκείνη αμέσως τον πίστεψε.</p><br><p>Εμφανίστηκε και η μάνα του δράκου και είπε:</p><p>Έλα παλικάρι μου να κρυφτείς με ασφάλεια κάπου γιατί αν σε βρει ο γιος μου θα σε φάει.</p><p>Χάσου από μπροστά μου παλιογυναίκα! της φώναξε ο Ασπουρτσέλα και την έσπρωξε μακριά. Που ο Θεός να ταπεινώσει κι εσένα και τον άθλιο τον γιο σου!</p><br><p>Ο Ασπουρτσέλα έκατσε σε μια καρέκλα και περίμενε κάπως ανυπόμονα να γυρίσει ο δράκος σπίτι. Έγινε και αυτό, και ο δράκος κατέφτασε μετά από λίγο με φρέσκο κυνήγι να κρέμεται από τον έναν του ώμο και τρεις πελώριες ρίζες από τον άλλον. Μόλις είδε ένα αγόρι να στέκεται έτσι ατρόμητο μπροστά του ο δράκος σκέφτηκε: “Τα πουλιά σταματούν το πέταγμά τους από φόβο σαν με βλέπουν και τα σκουλήκια σταματούν να σέρνονται. Πώς τολμά αυτός ο νεαρός και περπατά έτσι ανέμελα μπροστά μου;”. Έπειτα από θυμό τα μάτια του άρχισαν να βγάζουν σπίθες και, κοιτάζοντας τον Ασπουρτσέλα, του είπε με οργή: </p><p>Ποιος είσαι εσύ και τι δουλειά έχεις εδώ;</p><p>Να σου πω ποιος είμαι εγώ. Είμαι ο αδερφός της γυναίκας σου και ήρθα εδώ ως καλεσμένος σου. Πρέπει λοιπόν κι εσύ να με φιλοξενήσεις.</p><p>Πολύ καλά, είπε ο δράκος. Έλα μέσα να ετοιμάσουμε το δείπνο, πρέπει να γδάρουμε το κυνήγι για να το μαγειρέψουμε.</p><br><p>Βάλθηκαν οι δυο τους να γδέρνουν τα ζώα που είχε πιάσει ο δράκος εκείνη την ημέρα και μέχρι ο δράκος να τελειώσει το πρώτο του ζώο, ο Ασπουρτσέλα είχε τελειώσει όλα τα υπόλοιπα και τα είχε ήδη ρίξει στη φωτιά να μαγειρευτούν. Ο δράκος κοίταξε καλά καλά τον Ασπουρτσέλα και δεν μίλησε. Σαν είχε γίνει το φαγητό και όλοι έκατσαν στο τραπέζι να φάνε, ο δράκος, όπως συνήθιζε, ρώτησε τον καλεσμένο του:</p><p>Είσαι από αυτούς που τρώνε τα κόκαλα ή τη σάρκα;</p><p>Φέρε δω τη σάρκα, τι να τα κάνω τα κόκαλα, σκύλος είμαι; του απάντησε ο Ασπουρτσέλα.</p><br><p>Ο δράκος του πρόσφερε κομμάτια όλο σάρκα κι έπειτα τον ρώτησε:</p><p>Πίνεις από ντόκι ή από κάντσι;</p><p>Δώσε μου το ντόκι, τι να με φτάσει το κάντσι;</p><br><p>Ο δράκος του γέμισε το ντόκι με κρασί κι έπειτα έπεσε σε βαθιά περισυλλογή. Μόλις έφτασε και η ώρα του ύπνου, ρώτησε τον Ασπουρτσέλα:</p><p>Θέλεις να κοιμηθείς σε κρεβάτι ή στον στάβλο;</p><p>Είμαι άνδρας, τι δουλειά έχω να κοιμηθώ στον στάβλο; Δώσε μου ένα κρεβάτι! </p><br><p>Έτσι, ο Ασπουρτσέλα κατέληξε να κοιμάται στο κρεβάτι και ο δράκος στον στάβλο. Προσπάθησε να κοιμηθεί δηλαδή, γιατί δεν του κολλούσε ύπνος. Σκεφτόταν συνεχώς πώς να ξεφορτωθεί αυτόν τον ενοχλητικό επισκέπτη. Σαν πέρασε αρκετή ώρα και ο δράκος θεώρησε πως ο Ασπουρτσέλα θα κοιμόταν, πήρε ένα μεγάλο ξίφος κι άρχισε να το ακονίζει. Ο ήχος του ακονίσματος ξύπνησε τον Ασπουρτσέλα ο οποίος, μαντεύοντας το σχέδιο του δράκου, πήγε κι έβαλε ένα κούτσουρο στη θέση του κάτω από τα σκεπάσματα και κρύφτηκε κάπου στο δωμάτιο. Μόλις ο δράκος είχε ακονίσει το ξίφος του και η λεπίδα του έγινε κοφτερή σαν διαμάντι, ξεγλύστρησε από τον στάβλο και πήγε μέχρι το κρεβάτι όπου κοιμόταν ο Ασπουρτσέλα. Κατέβασε το ξίφος του με όλη του τη δύναμη και το κούτσουρο κόπηκε στη μέση, πούπουλα άρχισαν να πετούν στον αέρα και ο δράκος αποχώρησε όσο ήσυχα είχε έρθει. </p><br><p>Ο Ασπουρτσέλα ξαναέστρωσε το κρεβάτι του και κοιμήθηκε βαθιά. Το επόμενο πρωί, όταν ο δράκος είδε πως ο κουνιάδος του ήταν σώος και αβλαβής τα ‘χασε και τον ρώτησε δειλά:</p><p>Μήπως σε έπιασε κανένα πονάκι το βράδυ;</p><p>Όχι τίποτα!</p><p>Ούτε κανένα τσίμπημα από έντομο;</p><p>Ούτε.</p><p>Τότε έλα να παλέψουμε για λίγο.</p><p>Αμέ! απάντησε με ενθουσιασμό ο Ασπουρτσέλα και οι δυο τους άρχισαν να παλεύουν.</p><br><p>Ο δράκος προσπάθησε και ίδρωσε αλλά δεν κατάφερε να κουνήσει ούτε σπιθαμή τον κουνιάδο του. Όταν ήρθε η σειρά του Ασπουρτσέλα να κάνει επίθεση, με μια κίνηση βύθισε τον δράκο μέσα στη γη ως τον λαιμό. Έβγαλε τότε το τόξο του και ένα βέλος και σημάδεψε τον δράκο ανάμεσα στα μάτια:</p><p>Πες μου αμέσως που είναι τ΄ αδέρφια μου αλλιώς θα σου ρίξω!</p><p>Αχ, μη με σκοτώσεις και θα σου πω. Μέσα στο στέρνο μου υπάρχει ένα σεντούκι. Εκεί είναι και οι τρεις τους, νεκροί. Εκεί όμως βρίσκεται κι ένα μαντήλι. Βάλε το πάνω τους και θα ζωντανέψουν.</p><br><p>Ο Ασπουρτσέλα άνοιξε τότε το στέρνο του δράκου κι έβγαλε από μέσα το σεντούκι. Έβγαλε τ΄ αδέρφια του από εκεί και τους κάλυψε έναν έναν με το μαντήλι, ξαναφέρνοντάς τους έτσι στη ζωή. Στη συνέχεια έριξε μία με το τόξο του και σκότωσε τον δράκο με τα εκατό κεφάλια. Μόλις τον έκοψε σε αμέτρητα κομμάτια, πήγε και σκότωσε και τη μάνα του, τη δράκαινα. Έπειτα, τ΄ αδέρφια του του είπαν την ιστορία τους και αυτός τους είπε τη δική του. </p><br><p>Τα τρία αδέρφια, αν και θαύμασαν την ιστορία του Ασπουρτσέλα, άρχισαν παράλληλα να τον ζηλεύουν για την ανδρεία και το θάρρος του. Ξεκίνησαν και οι πέντε τους το ταξίδι της επιστροφής για το σπίτι και τη μάνα τους. Στη διαδρομή συνάντησαν ένα λιβάδι που στη μέση του είχε ένα δέντρο τόσο μεγάλο που τα κλαδιά του έκαναν ίσκιο σε ολόκληρο το λιβάδι. Είπε τότε ο Ασπουρτσέλα στους αδερφούς και την αδερφή του: “Ελάτε, πάμε να ξεκουραστούμε για λίγο κάτω από αυτό το δέντρο. Είμαι πολύ κουρασμένος και θα ήθελα να κλείσω τα μάτια μου για λίγο” και τα αδέρφια του συμφώνησαν.</p><br><p>Ο Ασπουρτσέλα ξάπλωσε στη βάση του δέντρου και κοιμήθηκε πολύ βαθιά. Οι τρεις αδερφοί μαζεύτηκαν γύρω του κι άρχισαν να ψιθυρίζουν ο ένας στον άλλο: “Μιας και σκότωσε τον δράκο με τα εκατό κεφάλια, τι άλλο τον χρειαζόμαστε; Ας τον δέσουμε σε αυτό το δέντρο κι ας τον αφήσουμε εδώ να πεθάνει”. Μάζεψαν κλαδιά και φύλλα και έφτιαξαν γερό σκοινί. Στη συνέχεια έδεσαν τον αδερφό τους στο δέντρο τόσο σφιχτά, που αίμα άρχισε να τρέχει από τα δάχτυλά του. Η αδερφή, με δάκρυα στα μάτια παρακάλεσε τα αδέρφια της να δείξουν έλεος, μα αυτοί δεν την άκουσαν, παρά την πήραν από το μπράτσο κι έφυγαν για το σπίτι τους.</p><br><p>Μόλις έφτασαν, η κοπέλα είπε στη μάνα της τι είχε συμβεί, τι είχαν κάνει τα αδέρφια της και η μητέρα τους τα καταράστηκε.</p><br><p>Όταν ο Ασπουρτσέλα ξύπνησε και είδε πως ήταν δεμένος στο δέντρο, προσπάθησε να λυθεί, αλλά ίσα που μπορούσε να κουνηθεί. Κοίταξε τριγύρω και είδε πως τ΄ αδέρφια του είχαν εξαφανιστεί. Κοίταξε ξανά προς όλες τις κατευθύνσεις και στη συνέχεια προσευχήθηκε στον Θεό: “Θεέ μου, αν έχω αδικήσει τ΄ αδέρφια μου, τούτο εδώ το δέντρο να μην με αφήσει ποτέ να φύγω, μα αν με αδίκησαν εκείνα, τότε θε να μπορέσω να το ξεριζώσω ολάκερο. ” Μόλις είπε αυτό, προσπάθησε άλλη μια φορά να λυθεί και το δέντρο ξεριζώθηκε ολόκληρο.</p><br><p>Φορτωμένος με το δέντρο, ο Ασπουρτσέλα κίνησε για το σπίτι του. Έφτασε μπροστά στο σπίτι και φώναξε στ΄ αδέρφια του: “Βγείτε έξω και ελάτε να με λύσετε!”. Οι αδερφοί του έγιναν κάτασπροι σαν το πανί από τον φόβο τους, αλλά παρόλ΄ αυτά βγήκαν έξω και τον ελευθέρωσαν. Μετά από αυτό ο Ασπουρτσέλα δεν ήθελε πια να μείνει με τ΄ αδέρφια του και όσο και να τον παρακάλεσαν η μητέρα και η αδερφή του να μείνει, επέμενε να φύγει.</p><br><p>Κι έφυγε. Περιπλανήθηκε εδώ κι εκεί ώσπου συνάντησε έναν άνδρα που όργωνε το χωράφι του. Όποτε το άροτρό του συναντούσε κανένα σβώλο χώματος, ο άνδρας τον σήκωνε, τον έβαζε στο στόμα του και τον κατάπινε. Ο Ασπουρτσέλα έμεινε να τον κοιτά να το κάνει ξανά και ξανά ώσπου δεν άντεξε και τον ρώτησε:</p><p>Άνθρωπε μου, γιατί καταπίνεις αυτούς τους σβώλους από χώμα;</p><p>Εδώ ο Ασπουρτσέλα σκότωσε ολόκληρο δράκο με εκατό κεφάλια, κι εσένα αυτό που κάνω εγώ σου προκαλεί θαυμασμό;</p><p>Εγώ είμαι ο Ασπουρτσέλα, ας γίνουμε αδέρφια! του είπε και οι δυο τους συνέχισαν μαζί.</p><br><p>Αφού διένυσαν αρκετή απόσταση, έφτασαν σ΄ ένα χωράφι όπου είδαν έναν άνδρα που είχε στα πόδια του δεμένες μυλόπετρες και στις τσέπες του λαγούς. Αμολούσε τους λαγούς και στη συνέχεια έτρεχε και τους έπιανε. Αυτό συνέβη ξανά και ξανά ώσπου ο Ασπουρτσέλα δεν άντεξε,&nbsp;τον πλησίασε και του είπε:</p><p>Άνθρωπε μου τι κάνεις; Πώς είναι δυνατόν να πιάνεις κάθε φορά τους λαγούς;</p><p>Εδώ ο Ασπουρτσέλα σκότωσε ολόκληρο δράκο με εκατό κεφάλια κι εσύ εντυπωσιάστηκες που έπιασα δυο λαγούς;</p><p>Μα αυτός είναι ο Ασπουρτσέλα και θα γίνει αδερφός σου αν το θες κι εσύ, είπε τότε ευγενικά ο σβωλοφάγος και συνέχισαν όλοι μαζί.</p><br><p>Στον δρόμο που πήγαιναν, οι τρεις φίλοι είπαν να παίξουν ένα παιχνίδι. Ο καθένας με τη σειρά θα έριχνε ένα βέλος με το τόξο του και όπου προσγειωνόταν εκείνο το βέλος, εκεί και θα ξαπόσταιναν να φάνε το κολατσιό τους. Πρώτος έριξε ο σβωλοφάγος και, αν και το βέλος έπεσε σ΄ ένα πολύ άβολο σημείο, οι τρεις τους πήγαν κι έκατσαν εκεί. Στη συνέχεια, το βέλος το έριξε ο λαγοπιάστης, μα κι αυτουνού το βέλος έπεσε σε κακοτράχηλο σημείο. Παρόλ’ αυτά έκατσαν κι έφαγαν το μεσημεριανό τους εκεί. Τελευταίος έριξε το βέλος του ο Ασπουρτσέλα και αυτό πήγε και καρφώθηκε στο ράφι ενός σπιτιού όπου ζούσαν τρεις δράκοι! Ήταν μάλιστα έτοιμοι να παντρευτούν τρεις κοπέλες, μα σαν είδαν το βέλος να καρφώνεται στο ράφι τους, σταμάτησαν τα πάντα. </p><br><p>Ένας ένας προσπάθησαν να βγάλουν το βέλος από εκεί αλλά κανείς τους δεν μπορούσε ούτε να το κουνήσει έστω και λίγο. Συμφώνησαν τότε και οι τρεις: “Αφού ούτε εμείς δεν μπορούμε να βγάλουμε αυτό το βέλος από εκεί, καλό θα ήταν να φύγουμε μακριά, μπας και όποιος το έριξε περάσει από εδώ να το μαζέψει”. Και οι δράκοι σηκώθηκαν κι έφυγαν, αφήνοντας πίσω τους μόνο έναν σακάτη δράκο, τον οποίο και έκρυψαν στην καμινάδα.</p><br><p>Οι τρεις φίλοι έφτασαν στο σπίτι και έστρωσαν να φάνε το κολατσιό τους. Κοιτώντας γύρω τους αισθάνθηκαν πολύ τυχεροί που είχαν βρει ένα τέτοιο μέρος να μείνουν και συμφώνησαν να μείνει ο καθένας τους από μια μέρα σε αυτό το σπίτι ενώ οι άλλοι θα έφερναν τροφή.</p><br><p>Πρώτος έμεινε στο σπίτι ο σβωλοφάγος. Εκεί που τελείωνε με την ετοιμασία του φαγητού και ήταν έτοιμος να το μοιράσει σε μερίδες, να σου από την καμινάδα εμφανίστηκε ο σακάτης δράκος: “Δώσε μου να φάω και να πιώ”, είπε στον σβωλοφάγο, ο οποίος και του έδωσε να φάει και να πιει. “Δώσε μου κι άλλο φαγητό και ποτό”, είπε μετά από λίγο ο δράκος και ο σβωλοφάγος του ξαναέδωσε να φάει και να πιει. Όταν ο δράκος ζήτησε για τρίτη φορά να φάει και να πιει, ο σβωλοφάγος του απάντησε: </p><p>Μα αν τα φας και τα πιεις όλα εσύ, εγώ τι θα δώσω στους φίλους μου να φάνε;</p><p>Είπα δώσε μου να φάω και να πιώ, αλλιώς θα φάω εσένα και όλες σου τις προμήθειες ούτως ή άλλως.</p><br><p>Ο σβωλοφάγος τρόμαξε τόσο που έτρεξε και στάθηκε στην πόρτα, όσο ο δράκος έκατσε και με την ησυχία του έφαγε το υπόλοιπο φαγητό. </p><br><p>Γύρισαν και οι άλλοι δύο και δεν βρήκαν να τους περιμένει καθόλου φαγητό. Αλλά τι σημασία είχε, καλά τα είχαν καταφέρει εκείνη την ημέρα κι έτσι την επόμενη έμεινε σπίτι ο λαγοπιάστης. Ακριβώς η ίδια μοίρα είχε βρει κι αυτόν και έτσι την τρίτη μέρα, σπίτι έμεινε ο Ασπουρτσέλα.</p><br><p>Έκατσε και μαγείρεψε μια ποικιλία φαγητών για τους φίλους του και τους ετοίμασε και εξαίρετα ποτά. Τότε κατέβηκε και ο δράκος από την καμινάδα και άρχισε πάλι να λέει: “Δώσε μου να φάω και να πιω” και ο Ασπουρτσέλα του έδωσε. Ο δράκος μετά από λίγο ξαναείπε: “Δώσε μου φαγητό και ποτό” και ο Ασπουρτσέλα του ξαναέδωσε. Σαν ο δράκος ζήτησε και τρίτη φορά να φάει και να πιει, του είπε ο Ασπουρτσέλα:</p><p>Αν σου δώσω εσένα όλο το φαγητό, τότε τι θα μείνει για τους φίλους μου;”</p><p>Αν δεν μου δώσεις να φάω και να πιω τότε θα φάω κι εσένα και όλες τις προμήθειές σου ούτως ή άλλως.</p><br><p>Ο Ασπουρτσέλα χαμογέλασε πονηρά, σήκωσε το τόξο του και μ΄ ένα μόνο βέλος τρύπησε τον δράκο στην καρδιά. Έπειτα τον έκοψε φέτες.</p><br><p>Το κεφάλι του δράκου κύλησε σε μια μεριά ενώ το σώμα του σε άλλη. Το κεφάλι φώναξε: “Ευτυχισμένος όποιος με ακολουθήσει!”, ενώ το σώμα είπε χαμηλόφωνα: “Αλίμονο σε όποιον ακολουθήσει εμένα”. Κατέφτασαν και οι σύντροφοι του Ασπουρτσέλα και αφού έφαγαν και ήπιαν καλά, είπαν: “Ας πάμε να δούμε τι είναι αυτά που υπόσχεται το κεφάλι του δράκου”.</p><br><p>Το κεφάλι του δράκου κύλησε και κύλησε μέχρι που έπεσε μέσα σε μια λαγουδότρυπα. Ο Ασπουρτσέλα κοίταξε μέσα και από την άλλη ξεπρόβαλαν τρεις πανέμορφες κοπέλες. Του άρεσαν πολύ και, γυρνώντας στους φίλους του, είπε: “Ας τις φέρουμε από εδώ κι ας τις παντρευτούμε!”. Στη λαγουδότρυπα μπήκε πρώτος ο σβωλοφάγος, αλλά πριν να φτάσει στον πάτο άρχισε να φωνάζει “Καίγομαι! Καίγομαι! Τραβήξτε με πίσω!” και τον έβγαλαν από την τρύπα. Το ίδιο ακριβώς συνέβη και με τον λαγοπιάστη όταν προσπάθησε κι αυτός να κατέβει. Έμενε τώρα ο Ασπουρτσέλα. Είπε στους φίλους του: “αν αρχίσω να φωνάζω πως καίγομαι, εσείς να με σπρώξετε όλο και πιο βαθιά στην τρύπα”. Κι έτσι έκαναν, όσο περισσότερο αυτός φώναζε, τόσο και αυτοί τον έσπρωχναν παραμέσα.</p><br><p>Ο Ασπουρτσέλα κατάφερε κι έφτασε τις κοπέλες και όλες τους ήταν πανώριες. Η μικρότερη όμως του άρεσε καλύτερα κι έτσι, βοηθώντας τη μεγαλύτερη να ανέβει την τρύπα, φώναξε: “Σβωλοφάγε, αυτή είναι δική σου!”. Στη συνέχεια, βοήθησε τη μεσαία και φώναξε στον λαγοπιάστη: “Αυτή είναι για εσένα!”. Τέλος, όταν ήταν έτοιμος να στείλει και τη μικρότερη επάνω, εκείνη του είπε: “Καλύτερα να πας εσύ πρώτος κι εγώ θα σε ακολουθήσω. Πολύ φοβάμαι ότι αν πάω πρώτη, οι σύντροφοί σου θα σε προδώσουν”.</p><br><p>Ο Ασπουρτσέλα όμως επέμεινε και πείσμωσε και δεν έκανε πίσω μέχρι που η κοπέλα δέχτηκε να πάει εκείνη πρώτη στην επιφάνεια. Πριν ξεκινήσει όμως του είπε: “Θα πάω, αλλά μόνο γιατί εσύ επέμεινες τόσο. Μάθε λοιπόν πως οι φίλοι σου, σαν έρθει η ώρα, δεν θα σε τραβήξουν μέχρι επάνω, παρά θα κλείσουν την τρύπα, παγιδεύοντάς σε εδώ. Εδώ κάτω κυλούν τρία ρυάκια - ένα γαλάζιο, ένα μαύρο κι ένα λευκό. Να μην βάλεις το κεφάλι σου παρά μόνο κάτω από το λευκό, αλλιώς θα πνιγείς στα σίγουρα”.</p><br><p>Τα πράγματα έγιναν όπως είχε πει η μικρότερη κοπέλα. Μόλις είχαν ανέβει και οι τρεις κοπέλες, οι δυο άνδρες σφράγισαν τη λαγουδότρυπα με χώμα και πέτρες και άφησαν τον Ασπουρτσέλα μόνον. Τέτοια ήταν η αγανάκτηση του Ασπουρτσέλα που ευθύς πήγε και έβαλε το κεφάλι του κάτω από το μαύρο ρυάκι και μεταφέρθηκε αμέσως στον κάτω κόσμο. Εκεί περιπλανήθηκε για πολύ καιρό, ώσπου συνάντησε την καλύβα μιας γριάς γυναίκας. Της φώναξε:</p><p>Μητέρα, μητέρα, δώσε μου να χαρείς λίγο νερό να πιω.</p><p>Αχ παιδί μου, του απάντησε εκείνη, δεν μας έχει μείνει καθόλου. Νερό θα ξαναέχουμε μόνο όταν ο δράκος πάρει την πριγκίπισσά μας μακριά.</p><p>Δράκος; Ποιος δράκος;</p><p>Όλο το νερό μας το κρατά ένας δράκος και δεν θα το αφήσει αν δεν του δώσουμε την πριγκίπισσα να τη φάει. Βλέπεις, όλοι έχουμε δώσει στον δράκο από ένα παιδί και τώρα είναι η σειρά του βασιλιά. </p><p>Φέρε μου κάποιο σκεύος γυναίκα, πρέπει να βιαστώ και να πάω στο πηγάδι τώρα κιόλας.</p><br><p>Η γυναίκα τον παρακάλεσε να μην πάει, αλλά εκείνος δεν την άκουσε. Πήγε τότε και του έφερε κάτι μικρά κιούπια. Ο Ασπουρτσέλα τα έσπασε και της είπε: “Καλά, δεν έχεις κφέβρις (αμφορείς); Φέρε τα εδώ!” και η γυναίκα πήγε και του έφερε τα κφέβρις. Ο Ασπουρτσέλα τα πήρε και απομακρύνθηκε. </p><br><p>Σαν έφτασε στην άκρη του ρυακιού, ο Ασπουρτσέλα είδε μια καλοντυμένη κοπέλα να κάθεται στην όχθη και να κλαίει γοερά. Τη ρώτησε αν ήταν καλά και μόλις έμαθε πως αυτή ήταν η κόρη του βασιλιά, της είπε: “Θα κοιμηθώ για λίγο εδώ, μόλις φανεί ο δράκος, ξύπνησέ με”. Ξάπλωσε στα πόδια της πριγκίπισσας και κοιμήθηκε.</p><br><p>Σύντομα φάνηκε και ο δράκος. Η πριγκίπισσα φοβήθηκε να ξυπνήσει τον Ασπουρτσέλα και αρκέστηκε στο να κλαίει πιο δυνατά από ποτέ. Όταν όμως ένα από τα δάκρυα της άγγιξε το μάγουλο του Ασπουρτσέλα, εκείνος ξύπνησε. Βλέποντας μπροστά του τον δράκο, του έριξε ένα βέλος με το τόξο του και τον σκότωσε, ενώ στη συνέχεια τον έκοψε κομματάκια. Η πριγκίπισσα όλο χαρά επέστρεψε στο παλάτι και κατενθουσιασμένη είπε στον πατέρα της τον βασιλιά: “έτσι κι έτσι έγινε πατέρα μου, και ο δράκος είναι τώρα πια νεκρός”. Ο βασιλιάς στην αρχή δεν το πίστεψε μα όταν οι φήμες άρχισαν να καταφτάνουν και από αλλού, θέλησε να γνωρίσει αυτοπρόσωπος το παλικάρι. Είπε θα του έδινε το χέρι της κόρης του και το μισό του βασίλειο. </p><br><p>Το έψαξαν και τον έψαξαν, μα δεν τον βρήκαν πουθενά. Τότε, η γριά γυναίκα πήγε μέχρι το παλάτι και τους είπε: </p><p>Παντοδύναμε άρχοντα! Δείξε έλεος για εμένα και τον γιο μου!</p><p>Μα εσύ δεν είχες γιο μέχρι τώρα, πού τον βρήκες έτσι ξαφνικά; της είπε με καχυποψία ο βασιλιάς.</p><p>Ο Θεός με λυπήθηκε και μου έφερε για γιο έναν άξιο νέο που σκότωσε τον δράκο που μας τυραννούσε!</p><br><p>Ο βασιλιάς χάρηκε που επιτέλους είχε βρεθεί ο νεαρός και έστειλε τους υπουργούς του να τον φέρουν στο παλάτι. Όταν έφτασε ο Ασπουρτσέλα, ο βασιλιάς του προσέφερε αμύθητους θησαυρούς. Μα αυτός αρνήθηκε να τους δεχτεί και είπε στον βασιλιά: “Το μόνο που θα ήθελα από εσένα βασιλιά μου είναι να με βοηθήσεις να γυρίσω πίσω στον κόσμο μου, εκεί όπου κυριαρχεί το φως. Μόνο αυτό θέλω και θα είμαι ευτυχισμένος”. Ο βασιλιάς μελαγχόλησε και τον παρακάλεσε να το ξανασκεφτεί, μα βλέποντας πως ο Ασπουρτσέλα ήταν ανένδοτος, του υποσχέθηκε να τον βοηθήσει. </p><br><p>Ο Ασπουρτσέλα γύρισε τότε στη θετή του μητέρα. Στο δρόμο για εκεί συνάντησε ένα πανύψηλο δέντρο και στην κορυφή του διέκρινε τη φωλιά ενός γρύπα. Ξάφνου εμφανίστηκε ένας δράκος που άρχισε να περικυκλώνει τη φωλιά, ενώ από μέσα ακούστηκαν οι στριγγλιές των μικρών τού γρύπα. Χωρίς δεύτερη σκέψη, ο Ασπουρτσέλα έβγαλε το τόξο του και με τη μία σκότωσε τον δράκο. Την επόμενη στιγμή εμφανίστηκε και ο γρύπας και σαν έφτασε στη φωλιά του, τα μικρά του διηγήθηκαν τι είχε συμβεί. Όλο ευγνωμοσύνη τότε, ο γρύπας πλησίασε τον Ασπουρτσέλα και του είπε: </p><p>Πες μου αν υπάρχει κάτι να κάνω να σου ξεπληρώσω το καλό που μου έκανες.</p><p>Δεν ζητώ τίποτε άλλο παρά να επιστρέψω στον κόσμο μου, εκεί όπου κυβερνά το φως.</p><p>Θα είναι ένα πολύ δύσκολο ταξίδι, αλλά για σένα θα το κάνω, του είπε ο γρύπας και τον έστειλε να βρει και να φέρει μαζί του προμήθειες.</p><br><p>Ο Ασπουρτσέλα πήγε τότε μπροστά στον βασιλιά και του ζήτησε να τον εφοδιάσει με ό,τι θα χρειαζόταν για το ταξίδι του. Όταν όλα ήταν έτοιμα, ο Ασπουρτσέλα ανέβηκε στην πλάτη του γρύπα και οι δυο τους πέταξαν ψηλά. Πότε πότε στον δρόμο, ο γρύπας ζητούσε από τον Ασπουρτσέλα να του βάλει τροφή στο ράμφος του να φάει και εκείνος έκανε όπως του ζητούσε. Μόλις ήταν έτοιμοι να μπουν στον κόσμο του Ασπουρτσέλα, ο γρύπας του ζήτησε φαγητό μια τελευταία φορά, μα του Ασπουρτσέλα δεν του είχε μείνει τίποτα. Έκοψε τότε το μπούτι του και το έβαλε στο στόμα του γρύπα να το φάει. Αυτό το κομμάτι άρεσε τόσο πολύ στον γρύπα που είπε να μην το φάει αμέσως και να το φυλάξει για αργότερα.</p><br><p>Μόλις έφτασαν για τα καλά στον τόπο του Ασπουρτσέλα, ο γρύπας του είπε: “Άντε φτάσαμε! πήδα από την πλάτη μου και στο καλό!”. Ο Ασπουρτσέλα κατέβηκε από την πλάτη του γρύπα και αφού τον ευχαρίστησε, κουτσαίνοντας άρχισε να απομακρύνεται. Ο γρύπας τότε του φώναξε: “Ε! γιατί ξαφνικά κουτσαίνεις, τι συνέβη;” και ο Ασπουρτσέλα του εξήγησε. Ο γρύπας αμέσως έφτυσε το κομμάτι που είχε φυλάξει στο στόμα του και βάζοντας το στη θέση του, έκανε καλά τον Ασπουρτσέλα κι έφυγε.</p><br><p>Έτσι, ο Ασπουρτσέλα κίνησε να βρει τους φίλους του. Πήγε και πήγε ώσπου τους βρήκε να ετοιμάζονται να παντρευτούν τις δυο κοπέλες. Έβγαλε το τόξο του και σημαδεύοντας τους δυο άνδρες, ρώτησε δυνατά: </p><p>Ποιοι έφταιγαν, οι άνδρες ή οι γυναίκες;</p><p>Μα πως να φταίνε οι γυναίκες; Βέβαια και έφταιγαν οι άνδρες! είπε η μικρότερη από τις τρεις κοπέλες.</p><br><p>Ο Ασπουρτσέλα σκότωσε τους δυο συντρόφους του με το τόξο του και στη συνέχεια ταξίδεψε με τις τρεις δεσποσύνες ώσπου έφτασε σπίτι του. Εκεί, παντρεύτηκε τη μικρότερη ενώ τις άλλες δύο τις προξένεψε στους αδερφούς του.</p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></itunes:summary>
		</item>
		<item>
			<title>Λάσσε, Δουλικό Μου!</title>
			<itunes:title>Λάσσε, Δουλικό Μου!</itunes:title>
			<pubDate>Fri, 23 Jul 2021 09:00:15 GMT</pubDate>
			<itunes:duration>34:51</itunes:duration>
			<enclosure url="https://sphinx.acast.com/p/open/s/6013ebce985ab977d52addcc/e/60f9b8912c23a400120f7eb0/media.mp3" length="42342996" type="audio/mpeg"/>
			<guid isPermaLink="false">60f9b8912c23a400120f7eb0</guid>
			<itunes:explicit>false</itunes:explicit>
			<link>https://www.karakaxa.org/%CE%B5%CF%80%CE%B5%CE%B9%CF%83%CF%8C%CE%B4%CE%B9%CE%B1</link>
			<acast:episodeId>60f9b8912c23a400120f7eb0</acast:episodeId>
			<acast:showId>6013ebce985ab977d52addcc</acast:showId>
			<acast:episodeUrl>mitos46</acast:episodeUrl>
			<acast:settings><![CDATA[FYjHyZbXWHZ7gmX8Pp1rmbKbhgrQiwYShz70Q9/ffXZMTtedvdcRQbP4eiLMjXzCKLPjEYLpGj+NMVKa+5C8pL4u/EOj1Vw4h5MMJYp0lCcFAe0fnxBJy/1ju4Qxy1fh8gO4DvlGA40yms2g0/hOkcrfHIopjTygHFqGwwOPKFIai4SuTvs86Lx3UYCyl6Zs+WO4fC9bB8/2bSJALEZpunHdJA38/ZCmkJMYOTmjFjqw/vaM3r8395th2HQ9bx6Uq8kKtd+LqbkaIJ7NrebpNOGQUtO4oNDQJsTFm594AZ1+S1QKacgqr0sv827/tmuq]]></acast:settings>
			<itunes:subtitle>Μίτος</itunes:subtitle>
			<itunes:episodeType>full</itunes:episodeType>
			<itunes:episode>46</itunes:episode>
			<itunes:image href="https://assets.pippa.io/shows/6013ebce985ab977d52addcc/1626978414531-dd87155c648770a43f355358c84dadc6.jpeg"/>
			<description><![CDATA[<p>Λυχνάρι το θέλετε, χαρτί το θέλετε, οι Σουηδοί μας φέρνουν τον τέλειο μα μπουχτισμένο υπηρέτη τον Λάσσε. Αλλά οι εργάτες κάποια στιγμή απαιτούν τα δικαιώματά τους.</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Περιέχει κάποια βία, απαγωγή, υποτίμηση γυναικών</p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>Ηχητικά εφέ: freesound.org</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ</p><br><p>Λάσσε, Δουλικό μου!</p><br><p>Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε ένας πρίγκιπας ή δούκας ή ότι θέλετε εσείς να είναι, το μόνο σίγουρο είναι πως ήταν ένας γαλαζοαίματος άρχοντας ο οποίος δεν ήθελε να κάτσει στα αυγά του. Ταξίδεψε στον κόσμο όλο και όπου πήγαινε όλοι τον συμπαθούσαν και συγχρωτιζόταν με τους πιο ευγενείς ανθρώπους. Είχε βλέπετε αμύθητη περιουσία και ήταν πάντα περιτριγυρισμένος από φίλους και γνωστούς. Όπως όλοι γνωρίζουμε, πάντα βρίσκονται γουρούνια να χώσουν τις μουσούδες τους όπου μυριστούν φαΐ… Αφού όμως ξόδευε την περιουσία του με αυτόν τον τρόπο, σύντομα αυτή λιγόστεψε αρκετά μέχρι που δεν του έμεινε ούτε κέρμα. Αυτό σήμανε και το τέλος των φίλων του, μιας και συμπεριφέρθηκαν όπως αρμόζει σε γουρούνια - μόλις καλοφάνε και χορτάσουν, αρχίζουν την γκρίνια και σκορπίζονται εδώ κι εκεί ψάχνοντας να βρουν άλλα πράγματα να κάνουν. Έτσι ο δούκας έμεινε μόνος και παρατημένος από όλους. Βοήθεια είχε βρει μόνο όταν σπαταλούσε την περιουσία του, μα σαν ήρθε η ώρα να την ξαναχτίσει, όλες οι πόρτες ήταν κλειστές. Μην βλέποντας άλλη λύση ο δούκας, πήρε τον δρόμο του γυρισμού για το σπίτι του ζητιανεύοντας πότε πότε για να μπορέσει να φάει κάτι.</p><br><p>Ένα σούρουπο βρέθηκε σ΄ ένα μεγάλο δάσος χωρίς να μπορεί να βρει κάπου να περάσει τη νύχτα. Κοιτώντας δεξιά κι αριστερά διέκρινε στο βάθος, πίσω από κάτι πυκνούς θάμνους, μια καλύβα. Φυσικά ένα τέτοιο φτωχοκάλυβο δεν ήταν το κατάλληλο κατάλυμμα για κάποιον της τάξης του, αλλά αν σου δίνουν γάιδαρο δεν το κοιτάς στα δόντια, οπότε ο δούκας μπήκε στην καλύβα. Ούτε γάτα δεν υπήρχε στην καλύβα, ούτε ένα σκαμνάκι να κάτσει κανείς, μόνο ένα τεράστιο μπαούλο ακουμπισμένο σ΄ έναν από τους τέσσερις τοίχους. Και τι μπορεί να ήταν μέσα στο μπαούλο; Μήπως να είχε καναδυό μουχλιασμένα ψίχουλα; Αχ, ακόμη κι αυτά θα του προσέφεραν τρομερή ανακούφιση τώρα, έτσι όπως πεινούσε. Δεν είχε εξοικονομίσει ούτε κέρμα όλη μέρα, κανείς δεν του είχε δώσει κάτι και μετά από τόσον καιρό ανέχειας και πείνας, μπορούσε να διακρίνει και τα πλευρά του. Άνοιξε λοιπόν το μπαούλο. Μέσα του βρήκε ένα άλλο μπαούλο και μέσα σε αυτό ένα άλλο κι ένα άλλο και αυτό συνεχιζόταν με το κάθε νέο μπαούλο να είναι μικρότερο από το προηγούμενο μέχρι που πια άνοιγε… κουτάκια. Όσο πιο μικρά ήταν, τόσο πιο πολύ δυσκολευόταν να τ’ ανοίξει, φαινόταν λες και κάποιος προσπαθούσε να προστατεύσει αυτό που θα υπήρχε στο τελευταίο. Θα πρέπει να ήταν πραγματικά πολύτιμο, σκέφτηκε ο δούκας.</p><br><p>Άνοιξε και το τελευταίο κουτάκι και το μόνο που βρήκε μέσα ήταν ένα κομμάτι χαρτί. Μετά από τόση προσπάθεια και προσμονή, μόνο αυτό ήταν! Ο δούκας στεναχωρήθηκε πολύ και έτσι όπως έσκυψε απογοητευμένος το κεφάλι του είδε πως στο χαρτί υπήρχαν λέξεις τις οποίες μάλιστα με μια δεύτερη ματιά μπορούσε και να διαβάσει, κι ας του φαινόντουσαν παράξενες. Τις διάβασε δυνατά: “Λάσσε, δουλικό μου!”. Δεν πρόλαβε καλά καλά να τελειώσει και μια φωνή ακούστηκε και μάλιστα δίπλα στο αυτί του: “Τι διατάσσει ο αφέντης;”. Ο δούκας κοίταξε τριγύρω μα δεν είδε κανέναν. Παραξενεύτηκε και σκέφτηκε να το ξαναδιαβάσει δυνατά: “Λάσσε, δουλικό μου!” και όπως και πριν, πήρε την ίδια απόκριση: </p><p>Τι διατάσσει ο αφέντης;</p><p>Αν υπάρχει κάποιος εδώ τριγύρω που με ακούει, παρακαλώ να μου φέρει έστω και λίγο φαγητό, είπε δειλά ο δούκας.</p><br><p>Μονομιάς εμφανίστηκε στο καλυβάκι ένα τραπέζι γεμάτο με απερίγραπτες νοστιμιές. Ο δούκας αλλοιθώρισε και άρχισε αμέσως να τρώει και να πίνει, παρόλο που ήταν κατάμονος. Καθώς έτρωγε σκέφτηκε πως αυτό ήταν το καλύτερο γεύμα που είχε φάει ποτέ του και μόλις χόρτασε και συνήλθε, έβγαλε πάλι το κομμάτι χαρτί από την τσέπη του και είπε:</p><p>Λάσσε, δουλικό μου!</p><p>Τι διατάσσει ο αφέντης;</p><p>Τώρα που μου έφερες να φάω και να πιω, φέρε μου και ένα κρεβάτι να κοιμηθώ. Αλλά να είναι καλό κρεβάτι, ε;</p><br><p>Όπως καταλαβαίνετε, τώρα που ήταν φαγωμένος ο δούκας, άρχισε να σκέφτεται όπως παλιά. Η διαταγή του έγινε πραγματικότητα στη στιγμή. Το τραπέζι εξαφανίστηκε και στη θέση του εμφανίστηκε ένα κρεβάτι τόσο περίτεχνο και άνετο που ακόμη κι ένας βασιλιάς θα χαιρόταν να ξαπλώσει πάνω του. Όλα λοιπόν ήταν καλά μέχρι εκείνη τη στιγμή. Μα όλοι ξέρουμε πως κάτι καλό μπορεί πάντα να γίνει καλύτερο κι έτσι σαν ο δούκας ξάπλωσε στο πολυτελές του κρεβάτι, αποφάσισε πως ο ίδιος ήταν φτιαγμένος για περισσότερη χλιδή. Σήκωσε το χαρτί:</p><p>Λάσσε, δουλικό μου!</p><p>Τι διατάσσει ο αφέντης;</p><p>Αφού μπόρεσες και μου έφερες τέτοιο γεύμα και από το πουθενά κατέβασες ένα τέτοιο κρεβάτι, σίγουρα θα μπορέσεις να μου προσφέρεις κι ένα καλύτερο δωμάτιο. Ξέρεις εγώ είμαι συνηθισμένος σε παλάτια με χρυσούς καθρέπτες και μεταξωτά χαλιά, να ζω δηλαδή με πολυτέλειες κάθε είδους.</p><br><p>Μόλις η τελευταία λέξη άφησε τα χείλη του, βρήκε τον εαυτό του στη μέση του πιο εντυπωσιακά όμορφου δωματίου που είχε δει ποτέ του. Τώρα όλα ήταν της αρεσκείας του και μ΄ ένα χαμόγελο ευχαρίστησης στα χείλη, γύρισε πλευρό και έκλεισε τα μάτια του. </p><br><p>Μα ένα μόνο δωμάτιο δεν μπορούσε να εκφράσει ακριβώς το μεγαλείο το δικό του. Το επόμενο πρωί, μόλις ξύπνησε, ο δούκας συνειδητοποίησε πως είχε αποκοιμηθεί μέσα σ΄ ένα μεγαλόπρεπο κάστρο. Ορίστε, το ένα δωμάτιο διαδεχόταν το άλλο και μετά το άλλο και όπου κι αν κοιτούσε οι τοίχοι και τα ταβάνια ήταν διακοσμημένα με τα πιο περίτεχνα και λαμπερά σχέδια, τόσο λαμπερά, που σαν έπεφταν πάνω τους οι ακτίνες του ήλιου, ο δούκας έπρεπε να κάνει σκιά στα μάτια του. Τότε είδε πως όλα ήταν χρυσά κι ασημένια. Κοίταξε κι έξω από το παράθυρο και η ομορφιά που αντίκρυσε του έκοψε την ανάσα. Το πυκνό και άχαρο δάσος είχε δώσει τη θέση του σ΄ έναν πελώριο κήπο, γεμάτο με καταπράσινα δέντρα και τριανταφυλλιές κάθε ποικιλίας, θάμνους μα και δενδρύλλια. Αλλά πουθενά δεν υπήρχε ψυχή, ούτε γάτα δεν περνούσε. Παρόλ΄ αυτά ο δούκας αισθανόταν πως ήταν και πάλι άρχοντας και αυτό τον ευχαρίστησε πολύ. Πήρε για άλλη μια φορά το χαρτί στα χέρια του:</p><p>Λάσσε, δουλικό μου!</p><p>Τι διατάσσει ο αφέντης;</p><p>Μου έδωσες να φάω και να πιω κι ένα κρεβάτι για να κοιμηθώ. Μου έχτισες κι αυτό το κάστρο το οποίο μου ταιριάζει τόσο πολύ που λέω να μείνω εδώ. Αλλά δεν μπορώ να μείνω εδώ μονάχος. Χρειάζομαι υπηρέτες και υπηρέτριες για προσωπικό. </p><br><p>Έτσι κι έγινε. Υπηρέτες και καμαριέρες, μάγειροι και σταβλίτες, αυλικοί και καθαριστές, όλοι τους εμφανίστηκαν μπροστά στον δούκα και κάποιοι υποκλίθηκαν βαθιά ενώ άλλοι έσκυψαν τα κεφάλια τους με σεβασμό. Τώρα η χαρά του δούκα δεν κρυβόταν.</p><br><p>Στην άλλη μεριά του δάσους όμως, στεκόταν ένα άλλο κάστρο και ο άρχοντας του ήταν και ο άρχοντας του δάσους και όλων των χωραφιών και των εκτάσεων γύρω του. Μια μέρα λοιπόν, αυτός ο άρχοντας κοίταξε έξω από το παράθυρο του και είδε το νέο κάστρο του δούκα, με τις χρυσές του ανεμοδούρες στις κορυφές των πύργων οι οποίες πότε πότε τον τυφλώναν με τη λάμψη τους:</p><p>Τι παράξενο, σκέφτηκε ο άρχοντας και έστειλε να παρουσιαστούν μπροστά του οι αυλικοί, ο οποίοι σκοτώθηκαν να πέσουν στα πόδια του. Το βλέπετε εκείνο εκεί το κάστρο;</p><p>Ναι, το βλέπουμε, του απάντησαν με μια φωνή οι αυλικοί και γούρλωσαν τα μάτια.</p><p>Ποιος τόλμησε και έχτισε ολόκληρο κάστρο στη γη μου;</p><br><p>Οι αυλικοί υποκλίθηκαν, έξυσαν το κεφάλι τους και απολογήθηκαν ότι δεν ήξεραν τίποτα για το κάστρο. Έτσι, ο άρχοντας φώναξε τους φρουρούς του. Οι φρουροί παρουσιάστηκαν μπροστά του σε σχηματισμό και παρουσίασαν τα όπλα: “Στείλτε όλους τους στρατιώτες, πεζούς και έφιππους”, διέταξε ο άρχοντας, “και γκρεμίστε αμέσως εκείνο εκεί το κάστρο, κρεμάστε όποιον το έχτισε και γρήγορα!”.</p><br><p>Οι στρατιώτες παρατάχτηκαν βιαστικά και κίνησαν αμέσως για το κάστρο του δούκα. Οι τυμπανιστές έδιναν τον ρυθμό για τον βηματισμό, οι τρομπέτες ηχούσαν τρανές και οι υπόλοιποι μουσικοί έδιναν στη φανφάρα ένα πολύ αυστηρό ύφος. Ο δούκας άκουσε όλον αυτόν τον σαματά πολύ πριν τους δει στον ορίζοντα και, γνωρίζοντας πολύ καλά από πείρα τι είδους εμβατήριο ήταν αυτό, έβγαλε το χαρτί:</p><p>Λάσσε, δουλικό μου!</p><p>Τι διατάσσει ο αφέντης;</p><p>Έρχονται στρατιές, είπε αγχωμένα, και τώρα πρέπει να μου φτιάξεις και μένα έναν στρατό, αλλά διπλάσιο σε μέγεθος από αυτόν που καταφθάνει. Και να τους δώσεις σπαθιά και πιστόλια και λόγχες και κανόνια και γρήγορα!</p><br><p>Γρήγορα κι έγινε, και όταν ο δούκας κοίταξε έξω από το παράθυρό του είδε έναν πολυάριθμο στρατό πλήρως εξοπλισμένο να περικυκλώνει το κάστρο του. </p><br><p>Όταν ο στρατός του άρχοντα είχε πλησιάσει αρκετά ώστε να δει την αντίπαλη στρατιά, δεν τόλμησε να προχωρήσει. Μα ο δούκας, που δεν ήταν καθόλου άτολμος, συνάντησε τον αρχιστράτηγο του άρχοντα και τον ρώτησε τι ήθελε από εκείνον. Ο αρχιστράτηγος τού μετέφερε τις διαταγές που είχε λάβει: “Άκου, δεν θα βγει τίποτα από αυτή τη σύγκρουση”, του απάντησε τότε ο δούκας, “όπως βλέπεις ο στρατός μου υπερτερεί του δικού σου και, αν ο άρχοντάς σου δεχτεί να με ακούσει θα μπορέσουμε να γίνουμε σύμμαχοι. Θα του προσφέρω τον δικό μου στρατό στην υπηρεσία του και ό,τι στόχο βάλει, θα τον πετύχουμε μαζί”. Του αρχιστράτηγου του άρεσε αυτή η πρόταση και ο δούκας προσκάλεσε αυτόν και όλους τους αξιωματικούς του να έρθουν στο κάστρο όπου και τους τάισε και τους πότισε πλουσιοπάροχα. Καθώς έτρωγαν και έπιναν οι αξιωματικοί άρχισαν και να μιλούν και να κουτσομπολεύουν και ο δούκας έμαθε ότι ο άρχοντας είχε μια ανύπανδρη κόρη που όμοιά της στην ομορφιά δεν υπήρχε πουθενά. Όσο περισσότερο έτρωγαν και έπιναν οι άντρες τού άρχοντα, τόσο περισσότερο ήταν της γνώμης πως ο δούκας θα ήταν ο ιδανικός σύζυγος για την κόρη του άρχοντα. Και πες πες, άρχισε και ο δούκας να το πιστεύει. Το μόνο κακό ήταν, έλεγαν οι στρατιώτες, πως αυτή η κόρη του άρχοντα ήταν πολύ υπερήφανη και δεν καταδεχόταν ούτε να κοιτάξει τον οποιοδήποτε. Ο δούκας με αυτό έβαλε τα γέλια: “Μα αν αυτό είναι το μόνο πρόβλημα”, είπε, “είναι κάτι που διορθώνεται εύκολα”.</p><br><p>Μόλις οι αξιωματικοί έφαγαν τόσο που έσκασαν, φώναξαν: Ουρά! όλοι μαζί για να ευχαριστήσουν τον δούκα και πήραν τον δρόμο της επιστροφής. Μπορούμε μόνο να φανταστούμε τι παρέλαση επιστροφής ήταν αυτή, μιας και αρκετοί από αυτούς είχαν κάπως χαλαρώσει την κορμοστασιά τους μετά το φαγοπότι. Ο δούκας τους ζήτησε να μεταφέρουν τις ευχές του στον άρχοντα και να του πουν ότι σύντομα θα πήγαινε να τον επισκεφτεί.</p><br><p>Σαν έμεινε πάλι μόνος ο δούκας, άρχισε να φέρνει στον νου του την αρχοντοπούλα και αναρωτιόταν αν στ’ αλήθεια ήταν τόσο όμορφη όσο του είχαν πει οι στρατιώτες. Αποφάσισε να μάθει μόνος του την αλήθεια. Τόσα παράξενα είχαν συμβεί εκείνη την ημέρα, γιατί όχι κι άλλο ένα;</p><p>Λάσσε, δουλικό μου!</p><p>Τι διατάσσει ο αφέντης;</p><p>Μόνο εσύ μπορείς να φέρεις μπροστά μου την κόρη του άρχοντα, μα μόνο αφού έχει κοιμηθεί. Πρόσεξε να μην την ξυπνήσεις ούτε καθώς τη φέρνεις μα ούτε κι όταν την επιστρέψεις στο κρεβάτι της. </p><br><p>Σύντομα, μπροστά στον δούκα βρέθηκε η κοιμώμενη αρχοντοπούλα, ξαπλωμένη στο κρεβάτι του. Ήταν όντως πολύ όμορφη και γλυκιά σα ζάχαρη. Ο δούκας την εξέτασε από όλες τις οπτικές γωνίες και δεν μπορούσε να της βρει ούτε ένα ψεγάδι. Όσο περισσότερο την κοιτούσε τόσο πιο όμορφη του φαινόταν.</p><p>Λάσσε, δουλικό μου!</p><p>Τι διατάσσει ο αφέντης;</p><p>Πήγαινε την αρχοντοπούλα στο κρεβάτι της, τώρα ξέρω τη μορφή της και αύριο κιόλας θα πάω να ζητήσω το χέρι της. </p><br><p>Το επόμενο πρωί, ο άρχοντας του κάστρου ξύπνησε και είπε στον εαυτό του: “Αχ ωραία, σήμερα θα έχει χαθεί αυτό το κάστρο στην άλλη μεριά του δάσους από τα μάτια μου”. Μα κάποια παγαποντιά πρέπει να είχε γίνει, γιατί το κάστρο στεκόταν ακόμη εκεί, στην άλλη άκρη του δάσους, όπως και πριν και οι χρυσές του ανεμοδούρες πάλι τον τυφλώναν. Ο βασιλιάς εξοργισμένος, φώναξε να παρουσιαστούν μπροστά του οι πάντες και όντως με υποκλίσεις και επαίνους και δουλική ταχύτητα, όλοι οι αυλικοί, οι υπηρέτες και όλοι οι στρατιώτες στάθηκαν και παρουσίασαν τα όπλα τους:</p><p>Το βλέπετε εκείνο εκεί το κάστρο, απευθύνθηκε σε όλους ο βασιλιάς.</p><p>Ναι, το βλέπουμε, του απάντησαν όλοι καθώς τεντώσαν τους λαιμούς τους και γούρλωσαν τα μάτια τους.</p><p>Δεν σας διέταξα να το γκρεμίσετε και να κρεμάσετε όποιον το έχτισε;</p><br><p>Αυτό δεν μπορούσε να το αρνηθεί κανείς. Από τη γραμμή βγήκε τότε ο αρχιστράτηγος και εξιστόρησε στον βασιλιά τι είχε συμβεί, πόσους περισσότερους στρατιώτες είχε ο δούκας και πόσο θαυμάσιο ήταν το κάστρο του. Έπειτα μετέφερε στον βασιλιά και την πρόταση του δούκα καθώς και τους χαιρετισμούς του.</p><br><p>Το κεφάλι του βασιλιά άρχισε να γυρίζει, έβγαλε την κορώνα του και έξυσε το κούτελό του. Δεν μπορούσε να συνειδητοποιήσει τι είχε συμβεί… Αυτός ήταν ο άρχοντας του τόπου. Πώς συνέβησαν όλα αυτά σε μία μόνο νύχτα, το κάστρο, ο στρατός… Αν ο δούκας δεν ήταν ο ίδιος ο διάβολος, τότε σίγουρα ήταν ένας πανίσχυρος μάγος.</p><br><p>Καθώς σκεφτόταν όλα αυτά, στην αίθουσα μπήκε η κόρη του, η πριγκίπισσα:</p><p>Ο Θεός να σ΄ έχει καλά πατέρα, του είπε με σεβασμό. Είδα το πιο ωραίο όνειρο εχθές το βράδυ.</p><p>Τι είδες κόρη μου, τη ρώτησε αφηρημένα ο βασιλιάς.</p><p>Ω, είδα ότι ήμουν λέει σε εκείνο εκεί το κάστρο όπου και ζούσε ένας δούκας, γοητευτικός κι ευγενικός περισσότερο από κάθε άλλον άντρα που έχω γνωρίσει και τώρα τον θέλω για άντρα μου.</p><p>Πώς; Τον θες για σύζυγό σου εσύ, που ποτέ σου δεν καταδέχτηκες ούτε να κοιτάξεις κανέναν άντρα; Για κοίτα κάτι παράξενα πράγματα! είπε έκπληκτος ο βασιλιάς.</p><p>Όπως και να έχει, είπε αδιάφορα η πριγκίπισσα, έτσι αισθάνομαι τώρα. Αυτόν θέλω και αυτόν θα πάρω.</p><br><p>Ο βασιλιάς δυσκολευόταν να χωνέψει πόση εντύπωση του είχε κάνει ο δούκας. Ξάφνου, άκουσε μια εκκωφαντική ακολουθία από τύμπανα, τρομπέτες και άλλα όργανα παντός τύπου. Στην αίθουσα τότε μπήκε κι ένας αγγελειαφόρος μεταφέροντας μήνυμα ότι είχε καταφτάσει ο δούκας με μια εντυπωσιακή ακολουθία, ένα πλήθος καλοντυμένων ανθρώπων, με ρούχα ραμμένα με χρυσή και ασημένια κλωστή. Ο βασιλιάς, φορώντας την κορώνα του και ντυμένος κι εκείνος με τα καλύτερά του ρούχα έμεινε να κοιτά την πόρτα από την οποία θα δεχόταν τους επισκέπτες του, ενώ τώρα η κόρη του ήταν πεπεισμένη περισσότερο από ποτέ να πραγματοποιήσει αυτό που είχε βάλει στόχο. </p><br><p>Ο δούκας χαιρέτησε ευγενικά τον βασιλιά και ο άρχοντας του ανταπόδωσε τον χαιρετισμό ανάλογα. Αφού συζήτησαν για λίγο τις υποθέσεις τους, έγιναν σύντομα φίλοι. Οργανώθηκε τρανό φαγοπότι όπου ο δούκας έκατσε δίπλα στην πριγκίπισσα. Τι είπαν ο ένας στον άλλο δεν γνωρίζουμε, μα ο δούκας ήταν γενικά τόσο γλυκομίλητος που ό,τι και να έλεγε στην πριγκίπισσα, εκείνη δεν θα του έφερνε αντίρρηση και σύντομα πήγε στον βασιλιά και ζήτησε το χέρι της. Ο βασιλιάς δεν ήταν ακριβώς σε θέση να του αρνηθεί μιας και θεωρούσε πως καλύτερα να είχε τον δούκα για φίλο παρά για εχθρό. Ούτε μπορούσε όμως να του πει αμέσως ναι. Πρώτα επιθυμούσε να δει το κάστρο του δούκα, την περιουσία και τις υποθέσεις του, κάτι που ήταν απόλυτα φυσιολογικό. Συμφωνήθηκε επί τόπου λοιπόν, ο βασιλιάς να συνοδεύεται από την πριγκίπισσα ώστε να δει κι εκείνη το κάστρο του δούκα και την περιουσία του και τότε ο δούκας με τη συνοδεία του αποχώρησε.</p><br><p>Όταν ο δούκας επέστρεψε στο κάστρο του, ο Λάσσε είχε πολλή δουλειά να κάνει, μιας και του ανέθεσε πολλές αποστολές. Βιάστηκε όμως και υπάκουσε σε όλες τις διαταγές του δούκα και όλα ήταν έτοιμα και στην εντέλεια όταν κατέφτασε ο βασιλιάς με την κόρη του για την επιθεώρηση. Και οι δυο τους έδειχναν τρομερά ευχαριστημένοι και εντυπωσιασμένοι από αυτά που έβλεπαν διασχίζοντας το κάθε δωμάτιο, εξετάζοντας την κάθε γωνιά. Έγινε και ο γάμος και ο βασιλιάς οργάνωσε μια μεγάλη γιορτή για το νιόπαντρο ζευγάρι. Σαν τελείωσε η γιορτή, ο δούκας με τη νύφη του επέστρεψαν στο κάστρο του όπου και ο δούκας οργάνωσε άλλη μια μεγάλη γιορτή προς τιμήν του και της νέας του γυναίκας.</p><br><p>Πέρασε λίγος καιρός κι ένα βράδυ ο δούκας άκουσε από κάπου:</p><p>Είναι ευχαριστημένος τώρα ο αφέντης; είπε ο Λάσσε, παρόλο που ο δούκας δεν μπορούσε να τον δει.</p><p>Είμαι πολύ ευχαριστημένος, του απάντησε ο δούκας, εσύ μου έδωσες ότι έχω.</p><p>Κι εγώ τι έχω πάρει για αντάλλαγμα; ρώτησε ο Λάσσε.</p><p>Τίποτα, είπε θλιμμένα ο δούκας. Αλλά, για τον Θεό, τι να σου δώσω που δεν είσαι καν από σάρκα και οστά, που δεν μπορώ καν να σε δω; Αν υπάρχει κάτι που να μπορώ να κάνω για εσένα, πες μου τι είναι κι εγώ θα το κάνω.</p><p>Να, θα ήθελα πολύ να έχω αυτό το κομμάτι χαρτί που έχεις στο κουτάκι, είπε γλυκά ο Λάσσε.</p><p>Αν αυτό είναι το μόνο που θες από εμένα, και είναι κάτι τόσο ασήμαντο, η επιθυμία σου θα γίνει πραγματικότητα, μιας και νομίζω ότι έχω μάθει πια τα λόγια απ’ έξω.</p><br><p>Ο Λασσε ευχαρίστησε τον δούκα και του είπε πως το μόνο που έπρεπε να κάνει είναι να βάλει το χαρτάκι πάνω στην καρέκλα δίπλα στο κρεβάτι του πριν πάει να κοιμηθεί και πως εκείνος θα το έπαιρνε κατά τη διάρκεια της νύχτας.</p><br><p>Έτσι κι έκανε ο δούκας, ξάπλωσε και κοιμήθηκε. Τα ξημερώματα όμως, ο δούκας αισθάνθηκε να κρυώνει και να κρυώνει ακόμη περισσότερο μέχρι που τα δόντια του άρχισαν να τρίζουν από το κρύο και, σαν άνοιξε τα μάτια του, είδε πως όχι μόνο δεν φορούσε τίποτα παρά ένα πουκάμισο, αλλά ούτε κρεβάτι δεν υπήρχε ούτε κάστρο. Ήταν ξαπλωμένος πάνω στο μπαούλο του καλυβιού. Μεμιάς ξεφώνησε: “Λάσσε, δουλικό μου!”, μα δεν πήρε απάντηση. Για δεύτερη φορά φώναξε: “Λάσσε, δουλικό μου!”, μα πάλι δεν πήρε απάντηση. Μαζεύοντας τότε όλη του τη δύναμη ούρλιαξε για τρίτη φορά: “Λάσσε, δουλικό μου!”. Αλλά και αυτή η προσπάθεια ήταν μάταιη.</p><br><p>Τότε άρχισε να συνειδητοποιεί τι είχε συμβεί. Ο Λάσσε, από τη στιγμή που πήρε στα χέρια του το κομμάτι χαρτί δεν χρειαζόταν πια να τον υπηρετεί και ό,τι είχε φτιάξει για τον δούκα έφυγε κι αυτό μαζί του. Γι αυτό είχε βρεθεί σε αυτή την κατάσταση ο δούκας, με ό,τι είχε ξεκινήσει, με αυτό είχε μείνει. Η πριγκίπισσα στο πλευρό του ήταν σε λίγο καλύτερη θέση μιας και είχε μείνει να φορά τα καλά της ρούχα, αυτά που είχε φέρει από το σπίτι της και στα οποία ο Λάσσε δεν είχε καμία επιρροή. Τώρα ο δούκας έπρεπε να εξηγήσει και σε αυτήν τι είχε συμβεί και την παρακάλεσε να φύγει και να τον αφήσει να τα βγάλει μόνος του πέρα, δεν ήταν απαραίτητο να περάσει κι εκείνη αυτή την ταλαιπωρία. Μα η πριγκίπισσα κούνησε αρνητικά το κεφάλι της. Θυμόταν πολύ καλά τι τους είχε πει ο ιερέας όταν τους πάντρευε, είπε, και δεν θα τον άφηνε ποτέ μα ποτέ. </p><br><p>Λίγο αργότερα ξύπνησε και ο βασιλιάς στο κάστρο του και κοιτώντας έξω από το παράθυρό του είδε πως μέχρι και το τελευταίο πετραδάκι από το κάστρο του γαμπρού του είχε εξαφανιστεί. Ανήσυχος, έστειλε μια ομάδα αυλικών του να πάνε να δουν τι είχε συμβεί. Σύντομα επέστρεψαν, κάνοντας υποκλίσεις και ξύνοντας τα κεφάλια τους:</p><p>Το βλέπετε εκείνο εκεί το κάστρο τούς ρώτησε ο βασιλιάς.</p><p>Όχι, δεν το βλέπουμε, απάντησαν εκείνοι τεντώνοντας τους λαιμούς τους και γουρλώνοντας τα μάτια τους.</p><p>Τι απέγινε; ρώτησε ο βασιλιάς.</p><br><p>Μα σε αυτό, οι αυλικοί δεν είχαν απάντηση. Ο βασιλιάς τότε ετοιμάστηκε βιαστικά και βγήκε με όλη του την Αυλή. Διέσχισε το δάσος και όταν έφτασε εκεί όπου έπρεπε να είναι ο μεγαλόπρεπος κήπος και το περήφανο κάστρο δεν είδε τίποτα παρά κάτι αγκαθωτούς θάμνους και χαμόκλαδα. Από πίσω τους φάνηκε και η καλύβα και ο βασιλιάς κίνησε να μπει. Μπήκε… και τι να δει ο άμοιρος! Εκεί στεκόταν ο γαμπρός του φορώντας ένα φτωχικό πουκάμισο και δίπλα σε αυτόν η κόρη του και πριγκίπισσα, φορώντας κι εκείνη όχι πολλά περισσότερα, να κλαίει και να οδύρεται: “Μα τους Ουρανούς, τι συνέβη εδώ;”, ρώτησε ο βασιλιάς. Δεν πήρε όμως απάντηση, μιας και ο δούκας προτίμησε να πεθάνει παρά να του πει τι είχε στ’ αλήθεια συμβεί.</p><br><p>Στην αρχή ο βασιλιάς τον πήρε με το μαλακό και τον παρακάλεσε και τον ικέτεψε να του πει, αλλά βλέποντας ότι αυτό δεν έπιανε άρχισε τις απειλές και τις φοβέρες. Ο δούκας όμως παρέμεινε σιωπηλός και δεν είπε κουβέντα. Ο βασιλιάς εξοργίστηκε με αυτό το πείσμα, και πολύ καλά έκανε, αφού κατάλαβε ότι ο ευγενής δούκας δεν ήταν αυτός που είχε πει πως ήταν και διέταξε να κρεμαστεί και μάλιστα αμέσως. Η πριγκίπισσα παρακάλεσε και έπεσε στα πόδια του πατέρα της ικετεύοντάς τον να του χαρίσει τη ζωή, μα τα δάκρυα και τα παρακάλια της ήταν εντελώς άχρηστα - ένας αχρείος ήταν και αχρείου θάνατος του έπρεπε. </p><br><p>Έτσι θα γινόταν λοιπόν. Η αγχόνη άρχισε να στήνεται και ταυτόχρονα δέθηκε ένα σκοινί γύρω από τον λαιμό του δούκα. Καθώς όμως άρχισαν να τον οδηγούν προς την αγχόνη, η πριγκίπισσα πήγε κρυφά και δωροδόκησε τον δήμιο να σκαρφιστεί ένα τέχνασμα ώστε να φανεί μόνο ότι ο δούκας κρεμάστηκε αλλά να μην πεθάνει στ’ αλήθεια. Όταν θα νύχτωνε, η πριγκίπισσα θα πήγαινε να τον κατεβάσει από την αγχόνη και οι δυο τους θα εξαφανιζόντουσαν. Η συμφωνία έγινε. Μπροστά στον βασιλιά και στον λαό του, ο δούκας κρεμάστηκε κι αφού όλοι ήταν ευχαριστημένοι, πήγαν σπίτια τους.</p><br><p>Ο δούκας έμεινε να κρέμεται από την αγχόνη, αλλά ασφαλής. Είχε έτσι χρόνο να σκεφτεί το λάθος που είχε κάνει με την απληστία του, ζητώντας πάντα τα πολλά, αντί να αρκείται στα λίγα. Αλλά αυτό που τον απέλπιζε περισσότερο ήταν που είχε δώσει στον Λάσσε το κομμάτι χαρτί. Τι ανόητος που ήταν! Αχ και να το είχε γι΄ άλλη μια φορά στα χέρια του, θα έδειχνε σε όλους πως το πάθημα τού είχε γίνει μάθημα! Μα όποιος σκορπάει τον καιρό, δεν τον ξαναμαζεύει, έτσι είναι τα πράγματα.</p><br><p>Μην έχοντας τι άλλο να κάνει, ο δούκας άρχισε να λικνίζεται στην αγχόνη πηγαινοφέρνοντας τα πόδια του πέρα δώθε. Ήταν μια μακριά και πολύ κουραστική μέρα γι΄ αυτόν και ο ήλιος που έδυε στο βάθος τού πρόσφερε κάποια ανακούφιση. Σαν όμως εξαφανίστηκε και η τελευταία ηλιαχτίδα πίσω από τα βουνά ακούστηκε από τον δρόμο ένα δυνατό ΓΙΟ-ΧΟ!. Ο δούκας σήκωσε το βλέμμα του και είδε να κατεβαίνουν από τον δρόμο επτά κάρα με παλιοπάπουτσα. Στο τελευταίο κάρο αυτής της παράξενης πομπής στεκόταν ένας μικρόσωμος γεράκος που φορούσε στο κεφάλι του το σκουφί του ύπνου. Το πρόσωπό του ήταν πρόσωπο τρομακτικού τελώνιου και τώρα που το σκέφτομαι, και ο υπόλοιπος δεν ήταν και πολύ καλύτερος.</p><br><p>Έφτασε μπροστά στην αγχόνη και σταμάτησε όταν βρέθηκε ακριβώς κάτω από τον δούκα, τον κοίταξε και άρχισε να γελά… το απαίσιο τέρας: “Μα πόσο χαζός είσαι;”, είπε κοροϊδευτικά, “αλλά μήπως μπορεί να κάνει κι αλλιώς κάποιος τόσο χαζός όσο εσύ, μόνο με αυτή τη χαζομάρα πορεύεται κάθε μέρα σου”, και συνέχισε να χασκογελάει και να περιπαίζει τον δούκα, “Αμέ, εκεί πάνω κρέμεσαι εσύ τώρα και εδώ κάτω βρίσκομαι εγώ με όλα τα παπούτσια που έλιωσα να σε υπηρετώ. Αναρωτιέμαι αν μπόρεσες ποτέ σου στ’ αλήθεια να διαβάσεις τι ήταν γραμμένο στο χαρτί κι αν το κατάλαβες ποτέ”, είπε ο Λάσσε και γελώντας άλλη μια φορά, έβγαλε το χαρτί και το ταρακούνησε κάτω από τη μύτη του δούκα.</p><br><p>Αλλά όπως ξέρουμε, δεν είναι όλοι οι κρεμασμένοι από αγχόνη νεκροί και αυτή τη φορά ήταν ο Λάσσε που ξεγελάστηκε. Ο δούκας με μια απότομη κίνηση άρπαξε το χαρτί από το χέρι τού Λάσσε και είπε:</p><p>Λάσσε, δουλικό μου!</p><p>Τι διατάσσει ο αφέντης;</p><p>Κατέβασε με αμέσως από την αγχόνη και κάνε να γίνει το κάστρο και ο κήπος και όλα τα άλλα όπως ήταν πρώτα. Σαν σκοτεινιάσει τελείως, να φέρεις και την πριγκίπισσα εκεί.</p><br><p>Όταν ο βασιλιάς ξύπνησε το επόμενο πρωί, κοίταξε έξω από το παράθυρο του και, όπως πριν, το κάστρο του δούκα ήταν στη θέση του με τις ανεμοδούρες του να τον τυφλώνουν. Αμέσως φώναξε τους αυλικούς του οι οποίοι εμφανίστηκαν μπροστά του με υποκλίσεις μέχρι το πάτωμα:</p><p>Το βλέπετε εκείνο εκεί το κάστρο;</p><p>Το βλέπουμε, το βλέπουμε, είπαν οι αυλικοί τεντώνοντας τους λαιμούς τους και κοιτώντας σα χαμένοι με τα μάτια γουρλωμένα.</p><br><p>Έπειτα ο βασιλιάς έστειλε να του φέρουν μπροστά του την πριγκίπισσα, μα αυτή ήταν άφαντη. Τότε ο βασιλιάς είπε να πάει να δει αν ο γαμπρός του κρεμόταν ακόμη εκεί όπου τον είχε αφήσει την προηγούμενη&nbsp;μέρα. Αλλά όχι, ούτε ο γαμπρός του μα ούτε και η αγχόνη ήταν πια εκεί. Έβγαλε την κορώνα του και έξυσε το κεφάλι του. Αυτό όμως δεν βοήθησε την κατάσταση και ο βασιλιάς δεν μπορούσε να καταλάβει πώς είχε πάλι αλλάξει τόσο η κατάσταση. Πάλι με όλη την Αυλή του να τον ακολουθεί, πήγε μέχρι εκεί που παλιά στεκόταν το κάστρο του δούκα και να το πάλι, εκεί ήταν. Οι κήποι και οι τριανταφυλλιές του ήταν όπως πριν και όλοι οι υπηρέτες και οι κηπουροί του κάστρου πηγαινοέρχονταν κάνοντας τις δουλειές τους σα να μην συμβαίνει κάτι. Από τα σκαλιά τότε κατέβηκε και ο δούκας με τη γυναίκα του, ντυμένοι στην τρίχα για να υποδεχτούν τον βασιλιά. </p><br><p>Σίγουρα εδώ συμβαίνουν διαβολικά πράγματα, σκέφτηκε ο βασιλιάς ο οποίος δυσκολευόταν να πιστέψει τα ίδια του τα μάτια:</p><p>Καλωσόρισες πατέρα! του είπε εγκάρδια ο δούκας.</p><p>Ε-Εσύ… εσύ είσαι ο γαμπρός μου; ρώτησε ο βασιλιάς.</p><p>Μα και βέβαια είμαι, γέλασε ο δούκας, ποιος άλλος μπορεί να είμαι;</p><p>Μα δεν σε κρέμασα εχθές ως ληστή και παγαπόντη; σάστισε ο βασιλιάς.</p><p>Νομίζω ο πατέρας μας το έχασε κάπου καθώς ερχόταν κατά εδώ, είπε ο δούκας ευχάριστα γυρνώντας στη γυναίκα του. Νομίζατε πατέρα ότι θα επέτρεπα στον εαυτό μου να κρεμαστεί τόσο εύκολα; Πείτε μου αμέσως αν κάποιος εδώ μέσα πιστεύει κάτι τέτοιο, συνέχισε ο δούκας και κοίταξε το πλήθος κατάματα.</p><br><p>Όλοι τους για μια στιγμή πάγωσαν από φόβο και μετά ξεκίνησαν τις υποκλίσεις και τους επαίνους. Ο βασιλιάς ήταν πολύ μπερδεμένος. Κοιτώντας και ξανακοιτώντας τον δούκα και τους τρόπους του, άρχισε να πιστεύει ότι ποτέ δεν θα ήθελε το κακό του… αλλά και πάλι δεν ήταν και πολύ σίγουρος:</p><p>Δεν ήμουν εδώ και εχθές που το κάστρο είχε εξαφανιστεί και στη θέση του υπήρχε μόνο μια καλύβα; Δεν μπήκα εγώ ο ίδιος μέσα στην καλύβα και σε βρήκα ξεβράκωτο; ρώτησε λίγο χαμένος ο βασιλιάς.</p><p>Μα πώς μιλάτε έτσι πατέρα, απάντησε ο δούκας. Πολύ φοβάμαι ότι διασχίζοντας το δάσος τα τρολ σας πείραξαν το μυαλό. Εσείς οι υπόλοιποι τι λέτε;</p><br><p>Ο δούκας έκανε αυτή την τελευταία ερώτηση γυρνώντας στο πλήθος. Μετά από μια στιγμή σιγής, ακολούθησαν υποκλίσεις και σούσουρο, μουρμουρητά και μια γενική συμφωνία πως λογικότερο ήταν ο δούκας να έχει δίκιο. Ο βασιλιάς έτριψε τα μάτια του και κοίταξε τριγύρω: “Έτσι θα είναι, όπως τα λες”, είπε στον δούκα. "Και νομίζω ότι τώρα τα βρήκα πάλι τα λογικά μου και τα μάτια μου βλέπουν τα σωστά. Πράγματι θα ήταν μεγάλο κρίμα και αμαρτία να σε είχα κρεμάσει”, δήλωσε ο βασιλιάς και ένα χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη του. Το όλο θέμα είχε τώρα ξεχαστεί. </p><br><p>Μιας και το πάθημα είχε γίνει μάθημα στον δούκα, αυτή τη φορά έκανε πολύ περισσότερα πράγματα μόνος του και δεν άφηνε τον Λάσσε να λιώσει τόσα ζευγάρια παπούτσια όπως πριν. Ο βασιλιάς του έδωσε το μισό βασίλειο και τώρα είχε πολλά να κάνει μιας και είχε ήδη αποκτήσει τη φήμη ενός σοφού και δίκαιου κυβερνήτη.</p><br><p>Μια μέρα, ο Λάσσε εμφανίστηκε στον δούκα. Αν και η εμφάνιση του δεν είχε βελτιωθεί καθόλου, οι τρόποι του τουλάχιστον ήταν πιο πολιτισμένοι και δεν χασκογελούσε σαν πρώτα:</p><p>Δεν με χρειάζεσαι πια, του είπε. Παλιά έλιωνα το ένα ζευγάρι παπούτσια μετά το άλλο, αλλά τώρα δεν λιώνω ούτε ένα και τα πόδια μου πονάνε από την αχρηστία. Δεν θα με διώξεις;</p><p>Πιστεύω αλήθεια, ότι τώρα ναι, μπορώ να κάνω και χωρίς εσένα, του απάντησε με ειλικρίνεια ο δούκας. Το κάστρο και ό,τι υπάρχει μέσα του είναι σε τέλεια αρμονία γιατί δεν υπάρχει άλλος αρχιτέκτονας σαν κι εσένα αλλά όμως, αφού δεν επιθυμώ να διακοσμήσω για άλλη μια φορά την αγχόνη, δεν μπορώ να σου παραδώσω το κομμάτι χαρτί που σε κρατά στο πλευρό μου. </p><p>Αν μείνει για πάντα στην κατοχή σου το χαρτί τότε δεν έχω να φοβάμαι τίποτα, είπε τότε ο Λάσσε. Μα αν το βρει κανείς άλλος τότε πάλι θα πρέπει να τρέχω σαν τρελός και να κάνω όλα τα χατίρια του καινούριου αφέντη, κι αυτό ακριβώς θέλω να αποφύγω. Αν εσύ, σαν κι εμένα, είχες δουλέψει χίλια χρόνια τότε θα ανησυχούσες, πίστεψέ με.</p><br><p>Οι δυο τους συμφώνησαν τότε να θάψουν το κομμάτι χαρτί μέσα στο κουτάκι του οκτώ πήχες κάτω από τη γη. Έβαλαν από πάνω μια μεγάλη πέτρα που έφτιαξε ο Λάσσε και έτσι σιγουρεύτηκαν ότι θα έμενε εκεί για πάντα. Έπειτα ευχαρίστησαν ο ένας τον άλλον για τη γνωριμία και τη συνεργασία και χωρίστηκαν. Κανείς δεν είδε ποτέ πού είχε θάψει ο δούκας το κουτί και έζησε με τη γυναίκα του ευτυχισμένος για πολλά ακόμη χρόνια, μάλιστα έκανε πολλούς γιους και πολλές κόρες. Όταν πέθανε ο βασιλιάς ανέλαβε εκείνος όλο το βασίλειο και πιστεύω πως, αν δεν έχει πεθάνει κι αυτός, ακόμη εκεί βασιλεύει. </p><br><p>Όσο για το κουτάκι με το κομμάτι χαρτί, ακόμη οι άνθρωποι σκάβουν και το αναζητούν.</p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></description>
			<itunes:summary><![CDATA[<p>Λυχνάρι το θέλετε, χαρτί το θέλετε, οι Σουηδοί μας φέρνουν τον τέλειο μα μπουχτισμένο υπηρέτη τον Λάσσε. Αλλά οι εργάτες κάποια στιγμή απαιτούν τα δικαιώματά τους.</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Περιέχει κάποια βία, απαγωγή, υποτίμηση γυναικών</p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>Ηχητικά εφέ: freesound.org</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ</p><br><p>Λάσσε, Δουλικό μου!</p><br><p>Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε ένας πρίγκιπας ή δούκας ή ότι θέλετε εσείς να είναι, το μόνο σίγουρο είναι πως ήταν ένας γαλαζοαίματος άρχοντας ο οποίος δεν ήθελε να κάτσει στα αυγά του. Ταξίδεψε στον κόσμο όλο και όπου πήγαινε όλοι τον συμπαθούσαν και συγχρωτιζόταν με τους πιο ευγενείς ανθρώπους. Είχε βλέπετε αμύθητη περιουσία και ήταν πάντα περιτριγυρισμένος από φίλους και γνωστούς. Όπως όλοι γνωρίζουμε, πάντα βρίσκονται γουρούνια να χώσουν τις μουσούδες τους όπου μυριστούν φαΐ… Αφού όμως ξόδευε την περιουσία του με αυτόν τον τρόπο, σύντομα αυτή λιγόστεψε αρκετά μέχρι που δεν του έμεινε ούτε κέρμα. Αυτό σήμανε και το τέλος των φίλων του, μιας και συμπεριφέρθηκαν όπως αρμόζει σε γουρούνια - μόλις καλοφάνε και χορτάσουν, αρχίζουν την γκρίνια και σκορπίζονται εδώ κι εκεί ψάχνοντας να βρουν άλλα πράγματα να κάνουν. Έτσι ο δούκας έμεινε μόνος και παρατημένος από όλους. Βοήθεια είχε βρει μόνο όταν σπαταλούσε την περιουσία του, μα σαν ήρθε η ώρα να την ξαναχτίσει, όλες οι πόρτες ήταν κλειστές. Μην βλέποντας άλλη λύση ο δούκας, πήρε τον δρόμο του γυρισμού για το σπίτι του ζητιανεύοντας πότε πότε για να μπορέσει να φάει κάτι.</p><br><p>Ένα σούρουπο βρέθηκε σ΄ ένα μεγάλο δάσος χωρίς να μπορεί να βρει κάπου να περάσει τη νύχτα. Κοιτώντας δεξιά κι αριστερά διέκρινε στο βάθος, πίσω από κάτι πυκνούς θάμνους, μια καλύβα. Φυσικά ένα τέτοιο φτωχοκάλυβο δεν ήταν το κατάλληλο κατάλυμμα για κάποιον της τάξης του, αλλά αν σου δίνουν γάιδαρο δεν το κοιτάς στα δόντια, οπότε ο δούκας μπήκε στην καλύβα. Ούτε γάτα δεν υπήρχε στην καλύβα, ούτε ένα σκαμνάκι να κάτσει κανείς, μόνο ένα τεράστιο μπαούλο ακουμπισμένο σ΄ έναν από τους τέσσερις τοίχους. Και τι μπορεί να ήταν μέσα στο μπαούλο; Μήπως να είχε καναδυό μουχλιασμένα ψίχουλα; Αχ, ακόμη κι αυτά θα του προσέφεραν τρομερή ανακούφιση τώρα, έτσι όπως πεινούσε. Δεν είχε εξοικονομίσει ούτε κέρμα όλη μέρα, κανείς δεν του είχε δώσει κάτι και μετά από τόσον καιρό ανέχειας και πείνας, μπορούσε να διακρίνει και τα πλευρά του. Άνοιξε λοιπόν το μπαούλο. Μέσα του βρήκε ένα άλλο μπαούλο και μέσα σε αυτό ένα άλλο κι ένα άλλο και αυτό συνεχιζόταν με το κάθε νέο μπαούλο να είναι μικρότερο από το προηγούμενο μέχρι που πια άνοιγε… κουτάκια. Όσο πιο μικρά ήταν, τόσο πιο πολύ δυσκολευόταν να τ’ ανοίξει, φαινόταν λες και κάποιος προσπαθούσε να προστατεύσει αυτό που θα υπήρχε στο τελευταίο. Θα πρέπει να ήταν πραγματικά πολύτιμο, σκέφτηκε ο δούκας.</p><br><p>Άνοιξε και το τελευταίο κουτάκι και το μόνο που βρήκε μέσα ήταν ένα κομμάτι χαρτί. Μετά από τόση προσπάθεια και προσμονή, μόνο αυτό ήταν! Ο δούκας στεναχωρήθηκε πολύ και έτσι όπως έσκυψε απογοητευμένος το κεφάλι του είδε πως στο χαρτί υπήρχαν λέξεις τις οποίες μάλιστα με μια δεύτερη ματιά μπορούσε και να διαβάσει, κι ας του φαινόντουσαν παράξενες. Τις διάβασε δυνατά: “Λάσσε, δουλικό μου!”. Δεν πρόλαβε καλά καλά να τελειώσει και μια φωνή ακούστηκε και μάλιστα δίπλα στο αυτί του: “Τι διατάσσει ο αφέντης;”. Ο δούκας κοίταξε τριγύρω μα δεν είδε κανέναν. Παραξενεύτηκε και σκέφτηκε να το ξαναδιαβάσει δυνατά: “Λάσσε, δουλικό μου!” και όπως και πριν, πήρε την ίδια απόκριση: </p><p>Τι διατάσσει ο αφέντης;</p><p>Αν υπάρχει κάποιος εδώ τριγύρω που με ακούει, παρακαλώ να μου φέρει έστω και λίγο φαγητό, είπε δειλά ο δούκας.</p><br><p>Μονομιάς εμφανίστηκε στο καλυβάκι ένα τραπέζι γεμάτο με απερίγραπτες νοστιμιές. Ο δούκας αλλοιθώρισε και άρχισε αμέσως να τρώει και να πίνει, παρόλο που ήταν κατάμονος. Καθώς έτρωγε σκέφτηκε πως αυτό ήταν το καλύτερο γεύμα που είχε φάει ποτέ του και μόλις χόρτασε και συνήλθε, έβγαλε πάλι το κομμάτι χαρτί από την τσέπη του και είπε:</p><p>Λάσσε, δουλικό μου!</p><p>Τι διατάσσει ο αφέντης;</p><p>Τώρα που μου έφερες να φάω και να πιω, φέρε μου και ένα κρεβάτι να κοιμηθώ. Αλλά να είναι καλό κρεβάτι, ε;</p><br><p>Όπως καταλαβαίνετε, τώρα που ήταν φαγωμένος ο δούκας, άρχισε να σκέφτεται όπως παλιά. Η διαταγή του έγινε πραγματικότητα στη στιγμή. Το τραπέζι εξαφανίστηκε και στη θέση του εμφανίστηκε ένα κρεβάτι τόσο περίτεχνο και άνετο που ακόμη κι ένας βασιλιάς θα χαιρόταν να ξαπλώσει πάνω του. Όλα λοιπόν ήταν καλά μέχρι εκείνη τη στιγμή. Μα όλοι ξέρουμε πως κάτι καλό μπορεί πάντα να γίνει καλύτερο κι έτσι σαν ο δούκας ξάπλωσε στο πολυτελές του κρεβάτι, αποφάσισε πως ο ίδιος ήταν φτιαγμένος για περισσότερη χλιδή. Σήκωσε το χαρτί:</p><p>Λάσσε, δουλικό μου!</p><p>Τι διατάσσει ο αφέντης;</p><p>Αφού μπόρεσες και μου έφερες τέτοιο γεύμα και από το πουθενά κατέβασες ένα τέτοιο κρεβάτι, σίγουρα θα μπορέσεις να μου προσφέρεις κι ένα καλύτερο δωμάτιο. Ξέρεις εγώ είμαι συνηθισμένος σε παλάτια με χρυσούς καθρέπτες και μεταξωτά χαλιά, να ζω δηλαδή με πολυτέλειες κάθε είδους.</p><br><p>Μόλις η τελευταία λέξη άφησε τα χείλη του, βρήκε τον εαυτό του στη μέση του πιο εντυπωσιακά όμορφου δωματίου που είχε δει ποτέ του. Τώρα όλα ήταν της αρεσκείας του και μ΄ ένα χαμόγελο ευχαρίστησης στα χείλη, γύρισε πλευρό και έκλεισε τα μάτια του. </p><br><p>Μα ένα μόνο δωμάτιο δεν μπορούσε να εκφράσει ακριβώς το μεγαλείο το δικό του. Το επόμενο πρωί, μόλις ξύπνησε, ο δούκας συνειδητοποίησε πως είχε αποκοιμηθεί μέσα σ΄ ένα μεγαλόπρεπο κάστρο. Ορίστε, το ένα δωμάτιο διαδεχόταν το άλλο και μετά το άλλο και όπου κι αν κοιτούσε οι τοίχοι και τα ταβάνια ήταν διακοσμημένα με τα πιο περίτεχνα και λαμπερά σχέδια, τόσο λαμπερά, που σαν έπεφταν πάνω τους οι ακτίνες του ήλιου, ο δούκας έπρεπε να κάνει σκιά στα μάτια του. Τότε είδε πως όλα ήταν χρυσά κι ασημένια. Κοίταξε κι έξω από το παράθυρο και η ομορφιά που αντίκρυσε του έκοψε την ανάσα. Το πυκνό και άχαρο δάσος είχε δώσει τη θέση του σ΄ έναν πελώριο κήπο, γεμάτο με καταπράσινα δέντρα και τριανταφυλλιές κάθε ποικιλίας, θάμνους μα και δενδρύλλια. Αλλά πουθενά δεν υπήρχε ψυχή, ούτε γάτα δεν περνούσε. Παρόλ΄ αυτά ο δούκας αισθανόταν πως ήταν και πάλι άρχοντας και αυτό τον ευχαρίστησε πολύ. Πήρε για άλλη μια φορά το χαρτί στα χέρια του:</p><p>Λάσσε, δουλικό μου!</p><p>Τι διατάσσει ο αφέντης;</p><p>Μου έδωσες να φάω και να πιω κι ένα κρεβάτι για να κοιμηθώ. Μου έχτισες κι αυτό το κάστρο το οποίο μου ταιριάζει τόσο πολύ που λέω να μείνω εδώ. Αλλά δεν μπορώ να μείνω εδώ μονάχος. Χρειάζομαι υπηρέτες και υπηρέτριες για προσωπικό. </p><br><p>Έτσι κι έγινε. Υπηρέτες και καμαριέρες, μάγειροι και σταβλίτες, αυλικοί και καθαριστές, όλοι τους εμφανίστηκαν μπροστά στον δούκα και κάποιοι υποκλίθηκαν βαθιά ενώ άλλοι έσκυψαν τα κεφάλια τους με σεβασμό. Τώρα η χαρά του δούκα δεν κρυβόταν.</p><br><p>Στην άλλη μεριά του δάσους όμως, στεκόταν ένα άλλο κάστρο και ο άρχοντας του ήταν και ο άρχοντας του δάσους και όλων των χωραφιών και των εκτάσεων γύρω του. Μια μέρα λοιπόν, αυτός ο άρχοντας κοίταξε έξω από το παράθυρο του και είδε το νέο κάστρο του δούκα, με τις χρυσές του ανεμοδούρες στις κορυφές των πύργων οι οποίες πότε πότε τον τυφλώναν με τη λάμψη τους:</p><p>Τι παράξενο, σκέφτηκε ο άρχοντας και έστειλε να παρουσιαστούν μπροστά του οι αυλικοί, ο οποίοι σκοτώθηκαν να πέσουν στα πόδια του. Το βλέπετε εκείνο εκεί το κάστρο;</p><p>Ναι, το βλέπουμε, του απάντησαν με μια φωνή οι αυλικοί και γούρλωσαν τα μάτια.</p><p>Ποιος τόλμησε και έχτισε ολόκληρο κάστρο στη γη μου;</p><br><p>Οι αυλικοί υποκλίθηκαν, έξυσαν το κεφάλι τους και απολογήθηκαν ότι δεν ήξεραν τίποτα για το κάστρο. Έτσι, ο άρχοντας φώναξε τους φρουρούς του. Οι φρουροί παρουσιάστηκαν μπροστά του σε σχηματισμό και παρουσίασαν τα όπλα: “Στείλτε όλους τους στρατιώτες, πεζούς και έφιππους”, διέταξε ο άρχοντας, “και γκρεμίστε αμέσως εκείνο εκεί το κάστρο, κρεμάστε όποιον το έχτισε και γρήγορα!”.</p><br><p>Οι στρατιώτες παρατάχτηκαν βιαστικά και κίνησαν αμέσως για το κάστρο του δούκα. Οι τυμπανιστές έδιναν τον ρυθμό για τον βηματισμό, οι τρομπέτες ηχούσαν τρανές και οι υπόλοιποι μουσικοί έδιναν στη φανφάρα ένα πολύ αυστηρό ύφος. Ο δούκας άκουσε όλον αυτόν τον σαματά πολύ πριν τους δει στον ορίζοντα και, γνωρίζοντας πολύ καλά από πείρα τι είδους εμβατήριο ήταν αυτό, έβγαλε το χαρτί:</p><p>Λάσσε, δουλικό μου!</p><p>Τι διατάσσει ο αφέντης;</p><p>Έρχονται στρατιές, είπε αγχωμένα, και τώρα πρέπει να μου φτιάξεις και μένα έναν στρατό, αλλά διπλάσιο σε μέγεθος από αυτόν που καταφθάνει. Και να τους δώσεις σπαθιά και πιστόλια και λόγχες και κανόνια και γρήγορα!</p><br><p>Γρήγορα κι έγινε, και όταν ο δούκας κοίταξε έξω από το παράθυρό του είδε έναν πολυάριθμο στρατό πλήρως εξοπλισμένο να περικυκλώνει το κάστρο του. </p><br><p>Όταν ο στρατός του άρχοντα είχε πλησιάσει αρκετά ώστε να δει την αντίπαλη στρατιά, δεν τόλμησε να προχωρήσει. Μα ο δούκας, που δεν ήταν καθόλου άτολμος, συνάντησε τον αρχιστράτηγο του άρχοντα και τον ρώτησε τι ήθελε από εκείνον. Ο αρχιστράτηγος τού μετέφερε τις διαταγές που είχε λάβει: “Άκου, δεν θα βγει τίποτα από αυτή τη σύγκρουση”, του απάντησε τότε ο δούκας, “όπως βλέπεις ο στρατός μου υπερτερεί του δικού σου και, αν ο άρχοντάς σου δεχτεί να με ακούσει θα μπορέσουμε να γίνουμε σύμμαχοι. Θα του προσφέρω τον δικό μου στρατό στην υπηρεσία του και ό,τι στόχο βάλει, θα τον πετύχουμε μαζί”. Του αρχιστράτηγου του άρεσε αυτή η πρόταση και ο δούκας προσκάλεσε αυτόν και όλους τους αξιωματικούς του να έρθουν στο κάστρο όπου και τους τάισε και τους πότισε πλουσιοπάροχα. Καθώς έτρωγαν και έπιναν οι αξιωματικοί άρχισαν και να μιλούν και να κουτσομπολεύουν και ο δούκας έμαθε ότι ο άρχοντας είχε μια ανύπανδρη κόρη που όμοιά της στην ομορφιά δεν υπήρχε πουθενά. Όσο περισσότερο έτρωγαν και έπιναν οι άντρες τού άρχοντα, τόσο περισσότερο ήταν της γνώμης πως ο δούκας θα ήταν ο ιδανικός σύζυγος για την κόρη του άρχοντα. Και πες πες, άρχισε και ο δούκας να το πιστεύει. Το μόνο κακό ήταν, έλεγαν οι στρατιώτες, πως αυτή η κόρη του άρχοντα ήταν πολύ υπερήφανη και δεν καταδεχόταν ούτε να κοιτάξει τον οποιοδήποτε. Ο δούκας με αυτό έβαλε τα γέλια: “Μα αν αυτό είναι το μόνο πρόβλημα”, είπε, “είναι κάτι που διορθώνεται εύκολα”.</p><br><p>Μόλις οι αξιωματικοί έφαγαν τόσο που έσκασαν, φώναξαν: Ουρά! όλοι μαζί για να ευχαριστήσουν τον δούκα και πήραν τον δρόμο της επιστροφής. Μπορούμε μόνο να φανταστούμε τι παρέλαση επιστροφής ήταν αυτή, μιας και αρκετοί από αυτούς είχαν κάπως χαλαρώσει την κορμοστασιά τους μετά το φαγοπότι. Ο δούκας τους ζήτησε να μεταφέρουν τις ευχές του στον άρχοντα και να του πουν ότι σύντομα θα πήγαινε να τον επισκεφτεί.</p><br><p>Σαν έμεινε πάλι μόνος ο δούκας, άρχισε να φέρνει στον νου του την αρχοντοπούλα και αναρωτιόταν αν στ’ αλήθεια ήταν τόσο όμορφη όσο του είχαν πει οι στρατιώτες. Αποφάσισε να μάθει μόνος του την αλήθεια. Τόσα παράξενα είχαν συμβεί εκείνη την ημέρα, γιατί όχι κι άλλο ένα;</p><p>Λάσσε, δουλικό μου!</p><p>Τι διατάσσει ο αφέντης;</p><p>Μόνο εσύ μπορείς να φέρεις μπροστά μου την κόρη του άρχοντα, μα μόνο αφού έχει κοιμηθεί. Πρόσεξε να μην την ξυπνήσεις ούτε καθώς τη φέρνεις μα ούτε κι όταν την επιστρέψεις στο κρεβάτι της. </p><br><p>Σύντομα, μπροστά στον δούκα βρέθηκε η κοιμώμενη αρχοντοπούλα, ξαπλωμένη στο κρεβάτι του. Ήταν όντως πολύ όμορφη και γλυκιά σα ζάχαρη. Ο δούκας την εξέτασε από όλες τις οπτικές γωνίες και δεν μπορούσε να της βρει ούτε ένα ψεγάδι. Όσο περισσότερο την κοιτούσε τόσο πιο όμορφη του φαινόταν.</p><p>Λάσσε, δουλικό μου!</p><p>Τι διατάσσει ο αφέντης;</p><p>Πήγαινε την αρχοντοπούλα στο κρεβάτι της, τώρα ξέρω τη μορφή της και αύριο κιόλας θα πάω να ζητήσω το χέρι της. </p><br><p>Το επόμενο πρωί, ο άρχοντας του κάστρου ξύπνησε και είπε στον εαυτό του: “Αχ ωραία, σήμερα θα έχει χαθεί αυτό το κάστρο στην άλλη μεριά του δάσους από τα μάτια μου”. Μα κάποια παγαποντιά πρέπει να είχε γίνει, γιατί το κάστρο στεκόταν ακόμη εκεί, στην άλλη άκρη του δάσους, όπως και πριν και οι χρυσές του ανεμοδούρες πάλι τον τυφλώναν. Ο βασιλιάς εξοργισμένος, φώναξε να παρουσιαστούν μπροστά του οι πάντες και όντως με υποκλίσεις και επαίνους και δουλική ταχύτητα, όλοι οι αυλικοί, οι υπηρέτες και όλοι οι στρατιώτες στάθηκαν και παρουσίασαν τα όπλα τους:</p><p>Το βλέπετε εκείνο εκεί το κάστρο, απευθύνθηκε σε όλους ο βασιλιάς.</p><p>Ναι, το βλέπουμε, του απάντησαν όλοι καθώς τεντώσαν τους λαιμούς τους και γούρλωσαν τα μάτια τους.</p><p>Δεν σας διέταξα να το γκρεμίσετε και να κρεμάσετε όποιον το έχτισε;</p><br><p>Αυτό δεν μπορούσε να το αρνηθεί κανείς. Από τη γραμμή βγήκε τότε ο αρχιστράτηγος και εξιστόρησε στον βασιλιά τι είχε συμβεί, πόσους περισσότερους στρατιώτες είχε ο δούκας και πόσο θαυμάσιο ήταν το κάστρο του. Έπειτα μετέφερε στον βασιλιά και την πρόταση του δούκα καθώς και τους χαιρετισμούς του.</p><br><p>Το κεφάλι του βασιλιά άρχισε να γυρίζει, έβγαλε την κορώνα του και έξυσε το κούτελό του. Δεν μπορούσε να συνειδητοποιήσει τι είχε συμβεί… Αυτός ήταν ο άρχοντας του τόπου. Πώς συνέβησαν όλα αυτά σε μία μόνο νύχτα, το κάστρο, ο στρατός… Αν ο δούκας δεν ήταν ο ίδιος ο διάβολος, τότε σίγουρα ήταν ένας πανίσχυρος μάγος.</p><br><p>Καθώς σκεφτόταν όλα αυτά, στην αίθουσα μπήκε η κόρη του, η πριγκίπισσα:</p><p>Ο Θεός να σ΄ έχει καλά πατέρα, του είπε με σεβασμό. Είδα το πιο ωραίο όνειρο εχθές το βράδυ.</p><p>Τι είδες κόρη μου, τη ρώτησε αφηρημένα ο βασιλιάς.</p><p>Ω, είδα ότι ήμουν λέει σε εκείνο εκεί το κάστρο όπου και ζούσε ένας δούκας, γοητευτικός κι ευγενικός περισσότερο από κάθε άλλον άντρα που έχω γνωρίσει και τώρα τον θέλω για άντρα μου.</p><p>Πώς; Τον θες για σύζυγό σου εσύ, που ποτέ σου δεν καταδέχτηκες ούτε να κοιτάξεις κανέναν άντρα; Για κοίτα κάτι παράξενα πράγματα! είπε έκπληκτος ο βασιλιάς.</p><p>Όπως και να έχει, είπε αδιάφορα η πριγκίπισσα, έτσι αισθάνομαι τώρα. Αυτόν θέλω και αυτόν θα πάρω.</p><br><p>Ο βασιλιάς δυσκολευόταν να χωνέψει πόση εντύπωση του είχε κάνει ο δούκας. Ξάφνου, άκουσε μια εκκωφαντική ακολουθία από τύμπανα, τρομπέτες και άλλα όργανα παντός τύπου. Στην αίθουσα τότε μπήκε κι ένας αγγελειαφόρος μεταφέροντας μήνυμα ότι είχε καταφτάσει ο δούκας με μια εντυπωσιακή ακολουθία, ένα πλήθος καλοντυμένων ανθρώπων, με ρούχα ραμμένα με χρυσή και ασημένια κλωστή. Ο βασιλιάς, φορώντας την κορώνα του και ντυμένος κι εκείνος με τα καλύτερά του ρούχα έμεινε να κοιτά την πόρτα από την οποία θα δεχόταν τους επισκέπτες του, ενώ τώρα η κόρη του ήταν πεπεισμένη περισσότερο από ποτέ να πραγματοποιήσει αυτό που είχε βάλει στόχο. </p><br><p>Ο δούκας χαιρέτησε ευγενικά τον βασιλιά και ο άρχοντας του ανταπόδωσε τον χαιρετισμό ανάλογα. Αφού συζήτησαν για λίγο τις υποθέσεις τους, έγιναν σύντομα φίλοι. Οργανώθηκε τρανό φαγοπότι όπου ο δούκας έκατσε δίπλα στην πριγκίπισσα. Τι είπαν ο ένας στον άλλο δεν γνωρίζουμε, μα ο δούκας ήταν γενικά τόσο γλυκομίλητος που ό,τι και να έλεγε στην πριγκίπισσα, εκείνη δεν θα του έφερνε αντίρρηση και σύντομα πήγε στον βασιλιά και ζήτησε το χέρι της. Ο βασιλιάς δεν ήταν ακριβώς σε θέση να του αρνηθεί μιας και θεωρούσε πως καλύτερα να είχε τον δούκα για φίλο παρά για εχθρό. Ούτε μπορούσε όμως να του πει αμέσως ναι. Πρώτα επιθυμούσε να δει το κάστρο του δούκα, την περιουσία και τις υποθέσεις του, κάτι που ήταν απόλυτα φυσιολογικό. Συμφωνήθηκε επί τόπου λοιπόν, ο βασιλιάς να συνοδεύεται από την πριγκίπισσα ώστε να δει κι εκείνη το κάστρο του δούκα και την περιουσία του και τότε ο δούκας με τη συνοδεία του αποχώρησε.</p><br><p>Όταν ο δούκας επέστρεψε στο κάστρο του, ο Λάσσε είχε πολλή δουλειά να κάνει, μιας και του ανέθεσε πολλές αποστολές. Βιάστηκε όμως και υπάκουσε σε όλες τις διαταγές του δούκα και όλα ήταν έτοιμα και στην εντέλεια όταν κατέφτασε ο βασιλιάς με την κόρη του για την επιθεώρηση. Και οι δυο τους έδειχναν τρομερά ευχαριστημένοι και εντυπωσιασμένοι από αυτά που έβλεπαν διασχίζοντας το κάθε δωμάτιο, εξετάζοντας την κάθε γωνιά. Έγινε και ο γάμος και ο βασιλιάς οργάνωσε μια μεγάλη γιορτή για το νιόπαντρο ζευγάρι. Σαν τελείωσε η γιορτή, ο δούκας με τη νύφη του επέστρεψαν στο κάστρο του όπου και ο δούκας οργάνωσε άλλη μια μεγάλη γιορτή προς τιμήν του και της νέας του γυναίκας.</p><br><p>Πέρασε λίγος καιρός κι ένα βράδυ ο δούκας άκουσε από κάπου:</p><p>Είναι ευχαριστημένος τώρα ο αφέντης; είπε ο Λάσσε, παρόλο που ο δούκας δεν μπορούσε να τον δει.</p><p>Είμαι πολύ ευχαριστημένος, του απάντησε ο δούκας, εσύ μου έδωσες ότι έχω.</p><p>Κι εγώ τι έχω πάρει για αντάλλαγμα; ρώτησε ο Λάσσε.</p><p>Τίποτα, είπε θλιμμένα ο δούκας. Αλλά, για τον Θεό, τι να σου δώσω που δεν είσαι καν από σάρκα και οστά, που δεν μπορώ καν να σε δω; Αν υπάρχει κάτι που να μπορώ να κάνω για εσένα, πες μου τι είναι κι εγώ θα το κάνω.</p><p>Να, θα ήθελα πολύ να έχω αυτό το κομμάτι χαρτί που έχεις στο κουτάκι, είπε γλυκά ο Λάσσε.</p><p>Αν αυτό είναι το μόνο που θες από εμένα, και είναι κάτι τόσο ασήμαντο, η επιθυμία σου θα γίνει πραγματικότητα, μιας και νομίζω ότι έχω μάθει πια τα λόγια απ’ έξω.</p><br><p>Ο Λασσε ευχαρίστησε τον δούκα και του είπε πως το μόνο που έπρεπε να κάνει είναι να βάλει το χαρτάκι πάνω στην καρέκλα δίπλα στο κρεβάτι του πριν πάει να κοιμηθεί και πως εκείνος θα το έπαιρνε κατά τη διάρκεια της νύχτας.</p><br><p>Έτσι κι έκανε ο δούκας, ξάπλωσε και κοιμήθηκε. Τα ξημερώματα όμως, ο δούκας αισθάνθηκε να κρυώνει και να κρυώνει ακόμη περισσότερο μέχρι που τα δόντια του άρχισαν να τρίζουν από το κρύο και, σαν άνοιξε τα μάτια του, είδε πως όχι μόνο δεν φορούσε τίποτα παρά ένα πουκάμισο, αλλά ούτε κρεβάτι δεν υπήρχε ούτε κάστρο. Ήταν ξαπλωμένος πάνω στο μπαούλο του καλυβιού. Μεμιάς ξεφώνησε: “Λάσσε, δουλικό μου!”, μα δεν πήρε απάντηση. Για δεύτερη φορά φώναξε: “Λάσσε, δουλικό μου!”, μα πάλι δεν πήρε απάντηση. Μαζεύοντας τότε όλη του τη δύναμη ούρλιαξε για τρίτη φορά: “Λάσσε, δουλικό μου!”. Αλλά και αυτή η προσπάθεια ήταν μάταιη.</p><br><p>Τότε άρχισε να συνειδητοποιεί τι είχε συμβεί. Ο Λάσσε, από τη στιγμή που πήρε στα χέρια του το κομμάτι χαρτί δεν χρειαζόταν πια να τον υπηρετεί και ό,τι είχε φτιάξει για τον δούκα έφυγε κι αυτό μαζί του. Γι αυτό είχε βρεθεί σε αυτή την κατάσταση ο δούκας, με ό,τι είχε ξεκινήσει, με αυτό είχε μείνει. Η πριγκίπισσα στο πλευρό του ήταν σε λίγο καλύτερη θέση μιας και είχε μείνει να φορά τα καλά της ρούχα, αυτά που είχε φέρει από το σπίτι της και στα οποία ο Λάσσε δεν είχε καμία επιρροή. Τώρα ο δούκας έπρεπε να εξηγήσει και σε αυτήν τι είχε συμβεί και την παρακάλεσε να φύγει και να τον αφήσει να τα βγάλει μόνος του πέρα, δεν ήταν απαραίτητο να περάσει κι εκείνη αυτή την ταλαιπωρία. Μα η πριγκίπισσα κούνησε αρνητικά το κεφάλι της. Θυμόταν πολύ καλά τι τους είχε πει ο ιερέας όταν τους πάντρευε, είπε, και δεν θα τον άφηνε ποτέ μα ποτέ. </p><br><p>Λίγο αργότερα ξύπνησε και ο βασιλιάς στο κάστρο του και κοιτώντας έξω από το παράθυρό του είδε πως μέχρι και το τελευταίο πετραδάκι από το κάστρο του γαμπρού του είχε εξαφανιστεί. Ανήσυχος, έστειλε μια ομάδα αυλικών του να πάνε να δουν τι είχε συμβεί. Σύντομα επέστρεψαν, κάνοντας υποκλίσεις και ξύνοντας τα κεφάλια τους:</p><p>Το βλέπετε εκείνο εκεί το κάστρο τούς ρώτησε ο βασιλιάς.</p><p>Όχι, δεν το βλέπουμε, απάντησαν εκείνοι τεντώνοντας τους λαιμούς τους και γουρλώνοντας τα μάτια τους.</p><p>Τι απέγινε; ρώτησε ο βασιλιάς.</p><br><p>Μα σε αυτό, οι αυλικοί δεν είχαν απάντηση. Ο βασιλιάς τότε ετοιμάστηκε βιαστικά και βγήκε με όλη του την Αυλή. Διέσχισε το δάσος και όταν έφτασε εκεί όπου έπρεπε να είναι ο μεγαλόπρεπος κήπος και το περήφανο κάστρο δεν είδε τίποτα παρά κάτι αγκαθωτούς θάμνους και χαμόκλαδα. Από πίσω τους φάνηκε και η καλύβα και ο βασιλιάς κίνησε να μπει. Μπήκε… και τι να δει ο άμοιρος! Εκεί στεκόταν ο γαμπρός του φορώντας ένα φτωχικό πουκάμισο και δίπλα σε αυτόν η κόρη του και πριγκίπισσα, φορώντας κι εκείνη όχι πολλά περισσότερα, να κλαίει και να οδύρεται: “Μα τους Ουρανούς, τι συνέβη εδώ;”, ρώτησε ο βασιλιάς. Δεν πήρε όμως απάντηση, μιας και ο δούκας προτίμησε να πεθάνει παρά να του πει τι είχε στ’ αλήθεια συμβεί.</p><br><p>Στην αρχή ο βασιλιάς τον πήρε με το μαλακό και τον παρακάλεσε και τον ικέτεψε να του πει, αλλά βλέποντας ότι αυτό δεν έπιανε άρχισε τις απειλές και τις φοβέρες. Ο δούκας όμως παρέμεινε σιωπηλός και δεν είπε κουβέντα. Ο βασιλιάς εξοργίστηκε με αυτό το πείσμα, και πολύ καλά έκανε, αφού κατάλαβε ότι ο ευγενής δούκας δεν ήταν αυτός που είχε πει πως ήταν και διέταξε να κρεμαστεί και μάλιστα αμέσως. Η πριγκίπισσα παρακάλεσε και έπεσε στα πόδια του πατέρα της ικετεύοντάς τον να του χαρίσει τη ζωή, μα τα δάκρυα και τα παρακάλια της ήταν εντελώς άχρηστα - ένας αχρείος ήταν και αχρείου θάνατος του έπρεπε. </p><br><p>Έτσι θα γινόταν λοιπόν. Η αγχόνη άρχισε να στήνεται και ταυτόχρονα δέθηκε ένα σκοινί γύρω από τον λαιμό του δούκα. Καθώς όμως άρχισαν να τον οδηγούν προς την αγχόνη, η πριγκίπισσα πήγε κρυφά και δωροδόκησε τον δήμιο να σκαρφιστεί ένα τέχνασμα ώστε να φανεί μόνο ότι ο δούκας κρεμάστηκε αλλά να μην πεθάνει στ’ αλήθεια. Όταν θα νύχτωνε, η πριγκίπισσα θα πήγαινε να τον κατεβάσει από την αγχόνη και οι δυο τους θα εξαφανιζόντουσαν. Η συμφωνία έγινε. Μπροστά στον βασιλιά και στον λαό του, ο δούκας κρεμάστηκε κι αφού όλοι ήταν ευχαριστημένοι, πήγαν σπίτια τους.</p><br><p>Ο δούκας έμεινε να κρέμεται από την αγχόνη, αλλά ασφαλής. Είχε έτσι χρόνο να σκεφτεί το λάθος που είχε κάνει με την απληστία του, ζητώντας πάντα τα πολλά, αντί να αρκείται στα λίγα. Αλλά αυτό που τον απέλπιζε περισσότερο ήταν που είχε δώσει στον Λάσσε το κομμάτι χαρτί. Τι ανόητος που ήταν! Αχ και να το είχε γι΄ άλλη μια φορά στα χέρια του, θα έδειχνε σε όλους πως το πάθημα τού είχε γίνει μάθημα! Μα όποιος σκορπάει τον καιρό, δεν τον ξαναμαζεύει, έτσι είναι τα πράγματα.</p><br><p>Μην έχοντας τι άλλο να κάνει, ο δούκας άρχισε να λικνίζεται στην αγχόνη πηγαινοφέρνοντας τα πόδια του πέρα δώθε. Ήταν μια μακριά και πολύ κουραστική μέρα γι΄ αυτόν και ο ήλιος που έδυε στο βάθος τού πρόσφερε κάποια ανακούφιση. Σαν όμως εξαφανίστηκε και η τελευταία ηλιαχτίδα πίσω από τα βουνά ακούστηκε από τον δρόμο ένα δυνατό ΓΙΟ-ΧΟ!. Ο δούκας σήκωσε το βλέμμα του και είδε να κατεβαίνουν από τον δρόμο επτά κάρα με παλιοπάπουτσα. Στο τελευταίο κάρο αυτής της παράξενης πομπής στεκόταν ένας μικρόσωμος γεράκος που φορούσε στο κεφάλι του το σκουφί του ύπνου. Το πρόσωπό του ήταν πρόσωπο τρομακτικού τελώνιου και τώρα που το σκέφτομαι, και ο υπόλοιπος δεν ήταν και πολύ καλύτερος.</p><br><p>Έφτασε μπροστά στην αγχόνη και σταμάτησε όταν βρέθηκε ακριβώς κάτω από τον δούκα, τον κοίταξε και άρχισε να γελά… το απαίσιο τέρας: “Μα πόσο χαζός είσαι;”, είπε κοροϊδευτικά, “αλλά μήπως μπορεί να κάνει κι αλλιώς κάποιος τόσο χαζός όσο εσύ, μόνο με αυτή τη χαζομάρα πορεύεται κάθε μέρα σου”, και συνέχισε να χασκογελάει και να περιπαίζει τον δούκα, “Αμέ, εκεί πάνω κρέμεσαι εσύ τώρα και εδώ κάτω βρίσκομαι εγώ με όλα τα παπούτσια που έλιωσα να σε υπηρετώ. Αναρωτιέμαι αν μπόρεσες ποτέ σου στ’ αλήθεια να διαβάσεις τι ήταν γραμμένο στο χαρτί κι αν το κατάλαβες ποτέ”, είπε ο Λάσσε και γελώντας άλλη μια φορά, έβγαλε το χαρτί και το ταρακούνησε κάτω από τη μύτη του δούκα.</p><br><p>Αλλά όπως ξέρουμε, δεν είναι όλοι οι κρεμασμένοι από αγχόνη νεκροί και αυτή τη φορά ήταν ο Λάσσε που ξεγελάστηκε. Ο δούκας με μια απότομη κίνηση άρπαξε το χαρτί από το χέρι τού Λάσσε και είπε:</p><p>Λάσσε, δουλικό μου!</p><p>Τι διατάσσει ο αφέντης;</p><p>Κατέβασε με αμέσως από την αγχόνη και κάνε να γίνει το κάστρο και ο κήπος και όλα τα άλλα όπως ήταν πρώτα. Σαν σκοτεινιάσει τελείως, να φέρεις και την πριγκίπισσα εκεί.</p><br><p>Όταν ο βασιλιάς ξύπνησε το επόμενο πρωί, κοίταξε έξω από το παράθυρο του και, όπως πριν, το κάστρο του δούκα ήταν στη θέση του με τις ανεμοδούρες του να τον τυφλώνουν. Αμέσως φώναξε τους αυλικούς του οι οποίοι εμφανίστηκαν μπροστά του με υποκλίσεις μέχρι το πάτωμα:</p><p>Το βλέπετε εκείνο εκεί το κάστρο;</p><p>Το βλέπουμε, το βλέπουμε, είπαν οι αυλικοί τεντώνοντας τους λαιμούς τους και κοιτώντας σα χαμένοι με τα μάτια γουρλωμένα.</p><br><p>Έπειτα ο βασιλιάς έστειλε να του φέρουν μπροστά του την πριγκίπισσα, μα αυτή ήταν άφαντη. Τότε ο βασιλιάς είπε να πάει να δει αν ο γαμπρός του κρεμόταν ακόμη εκεί όπου τον είχε αφήσει την προηγούμενη&nbsp;μέρα. Αλλά όχι, ούτε ο γαμπρός του μα ούτε και η αγχόνη ήταν πια εκεί. Έβγαλε την κορώνα του και έξυσε το κεφάλι του. Αυτό όμως δεν βοήθησε την κατάσταση και ο βασιλιάς δεν μπορούσε να καταλάβει πώς είχε πάλι αλλάξει τόσο η κατάσταση. Πάλι με όλη την Αυλή του να τον ακολουθεί, πήγε μέχρι εκεί που παλιά στεκόταν το κάστρο του δούκα και να το πάλι, εκεί ήταν. Οι κήποι και οι τριανταφυλλιές του ήταν όπως πριν και όλοι οι υπηρέτες και οι κηπουροί του κάστρου πηγαινοέρχονταν κάνοντας τις δουλειές τους σα να μην συμβαίνει κάτι. Από τα σκαλιά τότε κατέβηκε και ο δούκας με τη γυναίκα του, ντυμένοι στην τρίχα για να υποδεχτούν τον βασιλιά. </p><br><p>Σίγουρα εδώ συμβαίνουν διαβολικά πράγματα, σκέφτηκε ο βασιλιάς ο οποίος δυσκολευόταν να πιστέψει τα ίδια του τα μάτια:</p><p>Καλωσόρισες πατέρα! του είπε εγκάρδια ο δούκας.</p><p>Ε-Εσύ… εσύ είσαι ο γαμπρός μου; ρώτησε ο βασιλιάς.</p><p>Μα και βέβαια είμαι, γέλασε ο δούκας, ποιος άλλος μπορεί να είμαι;</p><p>Μα δεν σε κρέμασα εχθές ως ληστή και παγαπόντη; σάστισε ο βασιλιάς.</p><p>Νομίζω ο πατέρας μας το έχασε κάπου καθώς ερχόταν κατά εδώ, είπε ο δούκας ευχάριστα γυρνώντας στη γυναίκα του. Νομίζατε πατέρα ότι θα επέτρεπα στον εαυτό μου να κρεμαστεί τόσο εύκολα; Πείτε μου αμέσως αν κάποιος εδώ μέσα πιστεύει κάτι τέτοιο, συνέχισε ο δούκας και κοίταξε το πλήθος κατάματα.</p><br><p>Όλοι τους για μια στιγμή πάγωσαν από φόβο και μετά ξεκίνησαν τις υποκλίσεις και τους επαίνους. Ο βασιλιάς ήταν πολύ μπερδεμένος. Κοιτώντας και ξανακοιτώντας τον δούκα και τους τρόπους του, άρχισε να πιστεύει ότι ποτέ δεν θα ήθελε το κακό του… αλλά και πάλι δεν ήταν και πολύ σίγουρος:</p><p>Δεν ήμουν εδώ και εχθές που το κάστρο είχε εξαφανιστεί και στη θέση του υπήρχε μόνο μια καλύβα; Δεν μπήκα εγώ ο ίδιος μέσα στην καλύβα και σε βρήκα ξεβράκωτο; ρώτησε λίγο χαμένος ο βασιλιάς.</p><p>Μα πώς μιλάτε έτσι πατέρα, απάντησε ο δούκας. Πολύ φοβάμαι ότι διασχίζοντας το δάσος τα τρολ σας πείραξαν το μυαλό. Εσείς οι υπόλοιποι τι λέτε;</p><br><p>Ο δούκας έκανε αυτή την τελευταία ερώτηση γυρνώντας στο πλήθος. Μετά από μια στιγμή σιγής, ακολούθησαν υποκλίσεις και σούσουρο, μουρμουρητά και μια γενική συμφωνία πως λογικότερο ήταν ο δούκας να έχει δίκιο. Ο βασιλιάς έτριψε τα μάτια του και κοίταξε τριγύρω: “Έτσι θα είναι, όπως τα λες”, είπε στον δούκα. "Και νομίζω ότι τώρα τα βρήκα πάλι τα λογικά μου και τα μάτια μου βλέπουν τα σωστά. Πράγματι θα ήταν μεγάλο κρίμα και αμαρτία να σε είχα κρεμάσει”, δήλωσε ο βασιλιάς και ένα χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη του. Το όλο θέμα είχε τώρα ξεχαστεί. </p><br><p>Μιας και το πάθημα είχε γίνει μάθημα στον δούκα, αυτή τη φορά έκανε πολύ περισσότερα πράγματα μόνος του και δεν άφηνε τον Λάσσε να λιώσει τόσα ζευγάρια παπούτσια όπως πριν. Ο βασιλιάς του έδωσε το μισό βασίλειο και τώρα είχε πολλά να κάνει μιας και είχε ήδη αποκτήσει τη φήμη ενός σοφού και δίκαιου κυβερνήτη.</p><br><p>Μια μέρα, ο Λάσσε εμφανίστηκε στον δούκα. Αν και η εμφάνιση του δεν είχε βελτιωθεί καθόλου, οι τρόποι του τουλάχιστον ήταν πιο πολιτισμένοι και δεν χασκογελούσε σαν πρώτα:</p><p>Δεν με χρειάζεσαι πια, του είπε. Παλιά έλιωνα το ένα ζευγάρι παπούτσια μετά το άλλο, αλλά τώρα δεν λιώνω ούτε ένα και τα πόδια μου πονάνε από την αχρηστία. Δεν θα με διώξεις;</p><p>Πιστεύω αλήθεια, ότι τώρα ναι, μπορώ να κάνω και χωρίς εσένα, του απάντησε με ειλικρίνεια ο δούκας. Το κάστρο και ό,τι υπάρχει μέσα του είναι σε τέλεια αρμονία γιατί δεν υπάρχει άλλος αρχιτέκτονας σαν κι εσένα αλλά όμως, αφού δεν επιθυμώ να διακοσμήσω για άλλη μια φορά την αγχόνη, δεν μπορώ να σου παραδώσω το κομμάτι χαρτί που σε κρατά στο πλευρό μου. </p><p>Αν μείνει για πάντα στην κατοχή σου το χαρτί τότε δεν έχω να φοβάμαι τίποτα, είπε τότε ο Λάσσε. Μα αν το βρει κανείς άλλος τότε πάλι θα πρέπει να τρέχω σαν τρελός και να κάνω όλα τα χατίρια του καινούριου αφέντη, κι αυτό ακριβώς θέλω να αποφύγω. Αν εσύ, σαν κι εμένα, είχες δουλέψει χίλια χρόνια τότε θα ανησυχούσες, πίστεψέ με.</p><br><p>Οι δυο τους συμφώνησαν τότε να θάψουν το κομμάτι χαρτί μέσα στο κουτάκι του οκτώ πήχες κάτω από τη γη. Έβαλαν από πάνω μια μεγάλη πέτρα που έφτιαξε ο Λάσσε και έτσι σιγουρεύτηκαν ότι θα έμενε εκεί για πάντα. Έπειτα ευχαρίστησαν ο ένας τον άλλον για τη γνωριμία και τη συνεργασία και χωρίστηκαν. Κανείς δεν είδε ποτέ πού είχε θάψει ο δούκας το κουτί και έζησε με τη γυναίκα του ευτυχισμένος για πολλά ακόμη χρόνια, μάλιστα έκανε πολλούς γιους και πολλές κόρες. Όταν πέθανε ο βασιλιάς ανέλαβε εκείνος όλο το βασίλειο και πιστεύω πως, αν δεν έχει πεθάνει κι αυτός, ακόμη εκεί βασιλεύει. </p><br><p>Όσο για το κουτάκι με το κομμάτι χαρτί, ακόμη οι άνθρωποι σκάβουν και το αναζητούν.</p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></itunes:summary>
		</item>
		<item>
			<title>Το Λευκό Ελάφι</title>
			<itunes:title>Το Λευκό Ελάφι</itunes:title>
			<pubDate>Mon, 19 Jul 2021 08:30:00 GMT</pubDate>
			<itunes:duration>18:21</itunes:duration>
			<enclosure url="https://sphinx.acast.com/p/open/s/6013ebce985ab977d52addcc/e/60f1dab9f0c1cd0012996248/media.mp3" length="21962168" type="audio/mpeg"/>
			<guid isPermaLink="false">60f1dab9f0c1cd0012996248</guid>
			<itunes:explicit>false</itunes:explicit>
			<link>https://www.karakaxa.org/%CE%B5%CF%80%CE%B5%CE%B9%CF%83%CF%8C%CE%B4%CE%B9%CE%B1</link>
			<acast:episodeId>60f1dab9f0c1cd0012996248</acast:episodeId>
			<acast:showId>6013ebce985ab977d52addcc</acast:showId>
			<acast:episodeUrl>mitos45</acast:episodeUrl>
			<acast:settings><![CDATA[FYjHyZbXWHZ7gmX8Pp1rmbKbhgrQiwYShz70Q9/ffXZMTtedvdcRQbP4eiLMjXzCKLPjEYLpGj+NMVKa+5C8pL4u/EOj1Vw4h5MMJYp0lCcFAe0fnxBJy/1ju4Qxy1fh8gO4DvlGA40yms2g0/hOkcrfHIopjTygHFqGwwOPKFIai4SuTvs86Lx3UYCyl6Zs+WO4fC9bB8/2bSJALEZpunHdJA38/ZCmkJMYOTmjFjpbZ285eYvj13GNByHXT787m0hflQJTsuNSXshofLWfu4Dw5QUGeW14mx9n9h17Y9Hjr/LVRRxdr5VVhwdFaA2Z]]></acast:settings>
			<itunes:subtitle>Μίτος</itunes:subtitle>
			<itunes:episodeType>full</itunes:episodeType>
			<itunes:episode>45</itunes:episode>
			<itunes:image href="https://assets.pippa.io/shows/6013ebce985ab977d52addcc/1626462821662-c531d623b7acd9eb7b8b29086aa345d0.jpeg"/>
			<description><![CDATA[<p>Μια πολύ γνώριμη λαϊκή ιστορία αλλά από την άλλη άκρη της Ευρώπης, η Λετονία μας φέρνει ένα από τα πιο γνωστά της παραμύθια, που σαν πολλά άλλα μας διδάσκει να αφήνουμε τη φύση και τα ζωάκια της στην ησυχία τους!</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Περιέχει κάποια βία</p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>Ηχητικά εφέ: freesound.org</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ</p><br><p>Το Λευκό Ελάφι</p><br><p>Μια φορά κι έναν καιρό ζούσαν δυο αδέρφια δυνατά όσο οι βελανιδιές δίπλα στο ποτάμι. Μια μέρα ο πατέρας τους, τους ρώτησε: “Σκεφτείτε και πείτε μου ειλικρινά ποια τέχνη θέλετε να ακολουθήσετε στη ζωή σας”.</p><br><p>Τα δυο αδέρφια στην αρχή κούνησαν τα κεφάλια τους αρνητικά και δεν απάντησαν στον γερο-πατέρα τους. Στο τέλος όμως, μετά από πολύ σκέψη, του είπαν: “Η αλήθεια είναι ότι μας φαίνεται καλή η ιδέα να δουλέψουμε σαν ξυλουργοί. Θα προτιμούσαμε όμως να γίνουμε κυνηγοί και να πιάνουμε χήνες και αγριόπαπιες”. </p><br><p>Ο πατέρας τους, που τους άκουσε προσεκτικά, έδωσε στον καθένα τους από ένα τόξο, μια φαρέτρα με βέλη και ένα καλό κυνηγόσκυλο. Τους πήγε μέχρι την είσοδο του σπιτιού και τους έστειλε στο καλό με τις ευχές του. </p><br><p>Έτσι τα αδέρφια βγήκαν στον κόσμο. Σύντομα βρέθηκε στο δρόμο τους ένα σμήνος αγριόπαπιες, αλλά όσο κι αν προσπάθησαν να χτυπήσουν έστω και μία με τα βέλη τους, δεν κατάφεραν να πετύχουν καμία. Συνέχισαν να περπατούν και μετά από λίγο κατάλαβαν ότι είχαν προχωρήσει πολύ βαθιά σ΄ ένα πυκνό δάσος και πως δεν ήξεραν πώς να βγουν. Είδαν ότι οι προμήθειες τους ήταν λίγες, αλλά ενθάρυναν ο ένας τον άλλον και συμφώνησαν να μην απογοητευτούν ό,τι κι αν συμβεί. </p><br><p>Λίγο παρακάτω, τα αδέρφια είδαν δυο αντιλόπες. Σήκωσαν τα τόξα τους να τις χτυπήσουν και οι αντιλόπες με ανθρώπινες φωνές τους παρακάλεσαν: “Μην μας σκοτώσετε και όταν μας χρειαστείτε, εμείς θα βρεθούμε αμέσως στο πλευρό σας”. Τα αδέρφια δεν τις σκότωσαν και συνέχισαν τον δρόμο τους μέσα στο δάσος. </p><br><p>Μπροστά τους βρέθηκαν δυο λύκοι. Τα αδέρφια πάλι έβγαλαν τα τόξα τους να τους σκοτώσουν και οι λύκοι τους μίλησαν και τους είπαν: “Μην μας σκοτώσετε και όταν μας χρειαστείτε, εμείς θα βρεθούμε ευθύς στο πλευρό σας”. Τα αδέρφια άφησαν τους λύκους να ζήσουν και προχώρησαν.</p><br><p>Δυο λαγοί πέρασαν από δίπλα τους και τα αδέρφια τους σημάδεψαν με τα όπλα τους. Μα οι λαγοί σταμάτησαν και είπαν στα αδέρφια: “Μην μας σκοτώσετε και όταν μας χρειαστείτε, εμείς θα βρεθούμε ευθύς στο πλευρό σας”. Και οι δυο κατέβασαν τα τόξα τους και τώρα πια καθένας τους είχε τρεις πιστούς φίλους του δάσους, μία αντιλόπη, έναν λύκο κι έναν λαγό, χώρια τα πιστά τους σκυλιά.</p><br><p>Προχώρησαν και προχώρησαν στο δάσος ώσπου βρέθηκαν μπροστά σ΄ ένα σταυροδρόμι που χώριζε τον δρόμο στα δύο. Τα αδέρφια μάλωσαν για λίγο ποιον από τους δυο δρόμους να πάρουν, αλλά στο τέλος συμφώνησαν ότι καλύτερο θα ήταν να χωριστούν και ο καθένας να ακολουθήσει διαφορετικό δρόμο. Πριν χωριστούν&nbsp;κάρφωσαν τα μαχαίρια τους στο δέντρο που βρισκόταν στην άκρη του δρόμου. Έτσι, όποιο από τα αδέρφια επέστρεφε πρώτο σε αυτό το σημείο θα κοιτούσε το μαχαίρι και θα καταλάβαινε πολλά για την τύχη του άλλου. Αν το μαχαίρι ήταν ακόμη κοφτερό και η λεπίδα του γυάλιζε αυτό θα σήμαινε ότι όλα πήγαιναν καλά. Αν όμως το μαχαίρι είχε σκουριάσει αυτό θα σήμαινε πως το παλικάρι χρειαζόταν τη βοήθεια του αδερφού του. Έδωσαν τα χέρια και χωρίστηκαν, ο ένας πήρε τον αριστερό δρόμο και άλλος τον δεξί.</p><br><p>Ο μεγαλύτερος αδερφός περπάτησε για μια ολόκληρη μέρα και δεν συνάντησε τίποτα ενδιαφέρον. Και τη δεύτερη μέρα τα ίδια, δεν συνάντησε σχεδόν τίποτε στον δρόμο του. Την τρίτη μέρα όμως είδε μπροστά του ένα περίτεχνο κάστρο. Η πρόσοψη και οι τοίχοι του ήταν χτισμένοι από ξύλο έλατου και ο πυργίσκος του χανόταν μέσα στα σύννεφα, τόσο ψηλός ήταν. Αν και γύρω δεν υπήρχε ψυχή, στο περβάζι ενός παράθυρου πρόβαλε μια δεσποσύνη:</p><p>Πες μου όμορφη κυρά, της φώναξε ο μεγαλύτερος αδερφός, πού έχουν εξαφανιστεί όλοι;</p><p>Πήγαν να πιάσουν το Λευκό Ελάφι, αλλά τώρα πια έχουν μεταμορφωθεί όλοι τους σε πέτρες και βράχους. Ήταν κι ο πατέρας μου ένας από αυτούς.</p><p>Μην ανησυχείς άλλο κυρά μου. Αυτοί πήγαν χωρίς τους σωστούς βοηθούς. Κοίτα όμως πόσους βοηθούς έχω εγώ! Αυτοί θα με οδηγήσουν στο Λευκό Ελάφι και θα σώσω τον πατέρα σου.</p><br><p>Ο άθλος δεν φαινόταν και τόσο δύσκολος, αλλά …… υπομονή, η ιστορία συνεχίζεται.</p><br><p>Μόλις ο μεγαλύτερος αδερφός έκανε ένα βήμα προς την πύλη του κάστρου, μπροστά του πετάχτηκε το Λευκό Ελάφι που άρχισε να απομακρύνεται τρέχοντας με τρομερή ταχύτητα. Αμέσως το πήρε στο κατόπι με την αντιλόπη, τον λύκο, τον λαγό και το σκυλί του να ακολουθούν. Το Ελάφι όμως είχε γίνει άφαντο και το μόνο που φαινόταν ήταν μια αχνάδα εκεί όπου το είχε δει. Συνεχίζοντας να τρέχει προς την κατεύθυνση που είχε πάρει το Ελάφι, ο μεγάλος αδερφός συνάντησε μια γριά να κάθεται δίπλα στη φωτιά στη μέση του δάσους. Το παλικάρι την πλησίασε και λαχανιασμένος τη ρώτησε:</p><p>Μπορώ να κάτσω κι εγώ δίπλα σου να ζεσταθώ;</p><p>Ναι, κάτσε, δεν μ΄ ενοχλείς. Να χαϊδέψω λίγο τα ζωντανά σου; Δεν θα τα πειράξω.</p><p>Αμέ, εμπρός.</p><br><p>Μόλις η γριά άγγιξε τα ζώα όλα τους, μαζί και ο μεγαλύτερος αδερφός έγιναν πέτρα.</p><br><p>Εντωμεταξύ, ο μικρότερος αδερφός περιπλανήθηκε μέσα στο δάσος για μέρες μέχρι που βρέθηκε σ΄ ένα Βασίλειο. Πήγε κι έπιασε δουλειά να βόσκει τα πρόβατα του Βασιλιά. </p><br><p>Δεν πέρασε και πολύς καιρός και μεγάλη συμφορά βρήκε το βασίλειο. Ένας τρομερός δράκος βγήκε από τη θάλασσα και απαίτησε να του δοθούν οι τρεις κόρες του Βασιλιά να τις φάει. Είπε ότι να δεν τον υπακούσουν, τότε με την ουρά του, θα χτυπήσει τη θάλασσα και θα σηκωθεί πελώριο κύμα που θα τους πνίξει όλους και θα βυθίσει όλες τις πόλεις του Βασιλείου. </p><br><p>Ο Βασιλιάς ήταν απαρηγόρητος. Έβγαλε διάγγελμα ότι όποιος σκότωνε τον δράκο θα έπαιρνε τη μικρότερη του κόρη για γυναίκα. Έστειλε αγγελειοφόρους να διαδώσουν το μήνυμα, αλλά δεν βρέθηκε κανείς αρκετά θαρραλέος να το τολμήσει. Ο Βασιλιάς τότε άρχισε να κλαίει και να θρηνεί τον επερχόμενο χαμό των θυγατέρων του, αλλά τα δάκρυα και οι λυγμοί δεν βοηθούσαν σε τίποτα. Το επόμενο κιόλας πρωί η μεγαλύτερη κόρη του Βασιλιά θα παραδινόταν στον δράκο ως γεύμα. </p><br><p>Ο μικρός αδερφός έμαθε κι αυτός τα νέα και δεν μπορούσε να καταλάβει&nbsp;για ποιο λόγο η πριγκίπισσα έπρεπε ντε και καλά να γίνει το πρωινό του δράκου. Όλη εκείνη την ημέρα βόσκησε τα πρόβατα μα σαν ήρθε το σούρουπο, αυτός και τα ζώα του, σφηρηλάτισαν ένα τρανό ξίφος. Το ξημέρωμα της μέρας που θα πήγαινε η μεγαλύτερη κόρη του Βασιλιά στον δράκο, το κάρο που την μετέφερε, πέρασε μπροστά από τα λιβάδια όπου ο μικρότερος αδερφός έβοσκε το κοπάδι του:</p><p>Ε, εσύ εκεί, πού πας; ρώτησε τον οδηγό του κάρου.</p><p>Στον δράκο πάω, πού αλλού; Γιατί βοσκέ, μήπως θέλεις εσύ να μετρήσεις πόσα δόντια έχει ο δράκος;</p><p>Γιατί όχι; απάντησε ο μικρότερος αδερφός και ακολούθησε το κάρο.</p><br><p>Ο οδηγός του κάρου σταμάτησε εκεί που έσκαγε το κύμα. Η πριγκίπισσα κατέβηκε κλαίγοντας και παρακαλώντας τον να τη βοηθήσει. Μα ο οδηγός γρήγορα γύρισε το κάρο να φύγει λέγοντας πως ήταν άοπλος και δεν θα μπορούσε να αντιμετωπίσει μόνος του τον δράκο. </p><br><p>Η θάλασσα τότε μαύρισε και το τρομερό τέρας ξεπρόβαλε από τα νερά με τα τρία του κεφάλια. Τα ζώα του μικρότερου αδερφού του επιτέθηκαν αμέσως και το παλικάρι πήδηξε στην πλάτη ενός αλόγου και μ΄ ένα χτύπημα έκοψε και τα τρία κεφάλια του δράκου. Στη συνέχεια έκοψε τις γλώσσες και τις καταχώνιασε στο ταγάρι του. Δεν είπε ούτε λέξη και επέστρεψε γρήγορα στο κοπάδι του. </p><br><p>Ο οδηγός του κάρου τότε, θέλοντας να φανεί ότι αυτός είναι ο ήρωας, είπε στην πριγκίπισσα: “Είδες; Σε σώσαμε! Αλλά μην σου ξεφύγει σε κανέναν ότι ήταν εδώ και ο βοσκός αλλιώς θα σε σκοτώσω. Αν σε ρωτήσει ο πατέρας σου, εσύ να του πεις: “Ο οδηγός με πήγε μέχρι το κύμα και μ΄ έφερε πίσω, αυτόν να ανταμείψεις.’” Η πριγκίπισσα, μην έχοντας άλλη επιλογή, συμφώνησε μιας και ήθελε να παραμείνει ζωντανή. </p><br><p>Την επόμενη κιόλας ημέρα βγήκε από τη θάλασσα ένας άλλος δράκος, αυτή τη φορά με έξι κεφάλια και απαίτησε να φάει τη μεσαία κόρη του βασιλιά. Ο ίδιος οδηγός πήγε την πριγκίπισσα μέχρι την ακροθαλασσιά και ο βοσκός τους ακολούθησε. Για άλλη μια φορά ήταν εκείνος που έσωσε τη ζωή της πριγκίπισσας κόβοντας και τα έξι κεφάλια του τέρατος, έπειτα τους έκοψε τις γλώσσες και τις έβαλε κι αυτές στο ταγάρι του.</p><br><p>Την τρίτη μέρα, ο οδηγός κατέβασε και τη μικρότερη κόρη του βασιλιά στην παραλία, περνώντας δίπλα από τον νεαρό βοσκό, ο οποίος για τρίτη φορά ακολούθησε το κάρο. Η θάλασσα σκοτείνιασε και από μέσα βγήκε ένα εννιακέφαλο τέρας. Τα πιστά ζώα του βοσκού έπεσαν πάνω στο θηρίο, ενώ ο νεαρός έκοψε και τα εννέα κεφάλια μ΄ ένα χτύπημα. Η πριγκίπισσα γρήγορα τότε πήγε και έδωσε το δαχτυλίδι της στον νεαρό βοσκό όταν ο οδηγός του κάρου είχε αλλού στραμμένη την προσοχή του. Ο νεαρός τότε έσκυψε και έκοψε τις εννιά γλώσσες του δράκου και χωρίς να πει λέξη, λες κι έτσι έπρεπε να γίνει, επέστρεψε στο κοπάδι του. </p><br><p>Ο οδηγός απείλησε και τη μικρότερη κόρη του βασιλιά λέγοντας: “Είδες; Σε σώσαμε! Μην τολμήσεις όμως να πεις σε κανέναν ότι ήταν εδώ και ο βοσκός αλλιώς θα σκοτώσω και εσένα και τις αδερφές σου. Αν σε ρωτήσει ο Βασιλιάς, να του πεις “Ο οδηγός με πήγε μέχρι τη θάλασσα και μ΄ έφερε πίσω, αυτόν να ανταμείψεις’.” Η μικρότερη πριγκίπισσα δεν είχε άλλη επιλογή από το να υπακούσει τον οδηγό του κάρου. </p><br><p>Ο Βασιλιάς ήταν τρομερά ικανοποιημένος. Αγκάλιασε τον οδηγό και του είπε: “Έσωσες και τις τρεις μου κόρες από βέβαιο θάνατο. Άκου τώρα πώς θα σε ανταμείψω: θα πάρεις την μικρότερη κόρη μου για γυναίκα σου και το μισό μου Βασίλειο για προίκα!”. Και οι ετοιμασίες για τον γάμο άρχισαν αμέσως, σε τρεις μέρες κιόλας ο πριγκίπισσα θα παντρευόταν τον οδηγό. Τι απέγινε όμως με τον νεαρό βοσκό; Α, αυτός φόρτωσε το ταγάρι του στον ώμο και κατευθύνθηκε προς το παλάτι.</p><br><p>Μόλις τον είδε μπροστά της η μικρότερη πριγκίπισσα, ανακοίνωσε στον πατέρα της: “Εγώ θα παντρευτώ όποιον έχει το δαχτυλίδι μου, γιατί αυτός μας έσωσε και τις τρεις από τους δράκους”. Ο οδηγός τότε έδωσε στην πριγκίπισσα ένα κύπελλο με κρασί. Εκείνη ήπιε μια γουλιά και το πέρασε στον βοσκό, όπως ήταν το έθιμο. Ο βοσκός, περίμενε να στρέψει αλλού το βλέμμα του ο οδηγός και έριξε το δαχτυλίδι της πριγκίπισσας μέσα στο κύπελλο με το κρασί. Είπε τότε η πριγκίπισσα στον βασιλιά: “Αυτός είναι λοιπόν που μας έσωσε!”. Αλλά ο Βασιλιάς δεν την πίστεψε:</p><p>Μιας και το δαχτυλίδι μου δεν είναι αρκετή απόδειξη, για να δούμε ποιος έχει τις γλώσσες από τα κεφάλια των δράκων!</p><p>Έλα, είπε ο Βασιλιάς στον οδηγό, δείξε μας τις γλώσσες των δράκων να τελειώνουμε, όπου να ‘ναι ξεκινά η τελετή του γάμου σας. </p><br><p>Αλλά πού να βρει τις γλώσσες των δράκων ο οδηγός, αφού δεν τις είχε; Έτσι παρέμεινε σιωπηλός. Αρπάζοντας την ευκαιρία ο βοσκός πλησίασε τον Βασιλιά και την κόρη του και τους παρουσίασε και τις δεκαοκτώ γλώσσες των δράκων. Αμέσως ο Βασιλιάς διέταξε να ντύσουν τον νεαρό βοσκό με τα καλύτερα ρούχα και να τον ετοιμάσουν για τον γάμο με την μικρότερη κόρη του. Όσο για τον πονηρό και ύπουλο οδηγό, αυτός εξορίστηκε απ΄ όλες τις πόλεις και τα χωράφια του Βασιλείου. Έτσι, ο μικρότερος αδερφός παντρεύτηκε την μικρότερη κόρη του Βασιλιά και πήρε το μισό Βασίλειο για προίκα. </p><br><p>Μια μέρα όμως αποφάσισε να πάει να δει εκείνη τη γέρικη βελανιδιά όπου είχε δει τελευταία φορά τον αδερφό του. Πήγε και είδε πως το μαχαίρι του αδερφού του ήταν σκουριασμένο μέχρι τη λαβή. Κατάλαβε ότι ο αδερφός του βρισκόταν σε μεγάλο κίνδυνο και παρόλο που δεν ήθελε να αφήσει πίσω τη νεαρή του νύφη, ο μικρότερος αδερφός φώναξε στο πλευρό του την αντιλόπη, τον λύκο, τον λαγό και το σκυλί του και κίνησε να τον βρει. </p><br><p>Ταξίδεψε και ταξίδεψε ώσπου συνάντησε ένα περίτεχνο κάστρο του οποίου η πρόσοψη και οι τοίχοι του ήταν από έλατο κι ο πυργίσκος του ήταν τόσο ψηλός που χανόταν μέσα στα σύννεφα. Δεν υπήρχε ψυχή τριγύρω παρά μόνο μια δεσποσύνη που στεκόταν στο περβάζι ενός παράθυρου:</p><p>Πες μου ωραία δεσποσύνη, πού έχουν εξαφανιστεί όλοι;</p><p>Πήγαν να πιάσουν το Λευκό Ελάφι, αλλά τώρα όλοι τους έχουν μεταμορφωθεί σε πέτρες και βράχους. Πέρασε κι άλλος ένας κυνηγός από εδώ που έψαχνε κι αυτός το Λευκό Ελάφι.</p><p>Μα αυτός πρέπει να είναι ο αδερφός μου! είπε ο μικρότερος αδερφός. Πρέπει να τον βρω και να τον σώσω!</p><br><p>Ο άθλος δεν φαινόταν και τόσο δύσκολος, αλλά……. υπομονή, η ιστορία μας έχει συνέχεια.</p><br><p>Ο νεαρός πλησίασε την πύλη του κάστρου και με τρομερή ταχύτητα πέρασε από μπροστά του το Λευκό Ελάφι. Άρχισε τότε να το ακολουθεί με τα πιστά του ζώα στο πλευρό του. Μα το ελάφι δεν είχε αφήσει κανένα ίχνος, παρά μόνο μια αχνάδα από εκεί που μόλις είχε περάσει. Προχωρώντας προς το δάσος, ο μικρότερος αδερφός είδε μια γριά να κάθεται και να ζεσταίνεται δίπλα στη φωτιά της. Την πλησίασε και της είπε: </p><p>Πες μου γιαγιάκα, τι είναι όλες αυτές οι πέτρες και οι βράχοι τριγύρω;</p><p>Θα σου πω, αλλά πρώτα κάτσε να χαϊδέψω λίγο τα ζώα σου, δεν θα τα πειράξω, του απάντησε εκείνη.</p><p>Α όχι! Μπορεί εσύ να είσαι πονηρή σαν αλεπού, αλλά κι εγώ δεν είμαι χαζός ξέρεις. Βλέπεις πόσο αιχμηρό είναι το ξίφος μου;</p><p>Αυτές οι πέτρες ήταν κάποτε άνθρωποι, είπε τότε φοβισμένη η γριά, και αυτοί οι βράχοι ζώα. Βρίσκεται και ο αδερφός σου ανάμεσά τους.</p><p>Πες μου αμέσως πώς να σπάσω τα μάγια, αλλιώς θα μάθεις ακριβώς πόσο αιχμηρό είναι αυτό το ξίφος!</p><p>Τη βλέπεις τη φωτιά; είπε γονατίζοντας από φόβο η μάγισσα. Πάρε τη στάχτη και ρίξε τη πάνω στις πέτρες και στους βράχους.</p><br><p>Έτσι και έκανε ο μικρότερος αδερφός. Πράγματι, οι πέτρες ξανάγιναν άνθρωποι και μάλιστα αρκετοί να γεμίσουν ολόκληρο Βασίλειο! Ήταν και ο Βασιλιάς τους ανάμεσά τους. Να και ο μεγάλος αδερφός του με τα πιστά του ζώα, τα οποία όλα μαζί όρμησαν στη γριά μάγισσα και αυτό ήταν το τέλος της. </p><br><p>Πόση χαρά και ανακούφιση υπήρχε παντού! Ο Βασιλιάς έδωσε στον μεγαλύτερο αδερφό την κόρη του για γυναίκα η οποία, μιας και τώρα είχαν διαλυθεί και δικά της μάγια, μπορούσε πια να φύγει από το κάστρο. Ο μικρότερος αδερφός επέστρεψε πίσω στην πριγκίπισσά του κι έζησαν ευτυχισμένοι μέχρι το τέλος της ζωής τους. </p><br><p>Και τι συνέβη στο Λευκό Ελάφι;</p><p>Ακούστε προσεκτικά και θα μάθετε. Μόλις η γριά μάγισσα πέθανε, το Λευκό Ελάφι σκόνταψε και έπεσε πάνω σε μια κουφάλα δέντρου λύνοντας έτσι και τα μάγια που η γριά είχε κάνει σε αυτό! Από εκείνη την ημέρα έτρεχε ελεύθερο στο δάσος και δεν έκανε ποτέ κακό σε κανέναν.</p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></description>
			<itunes:summary><![CDATA[<p>Μια πολύ γνώριμη λαϊκή ιστορία αλλά από την άλλη άκρη της Ευρώπης, η Λετονία μας φέρνει ένα από τα πιο γνωστά της παραμύθια, που σαν πολλά άλλα μας διδάσκει να αφήνουμε τη φύση και τα ζωάκια της στην ησυχία τους!</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Περιέχει κάποια βία</p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>Ηχητικά εφέ: freesound.org</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ</p><br><p>Το Λευκό Ελάφι</p><br><p>Μια φορά κι έναν καιρό ζούσαν δυο αδέρφια δυνατά όσο οι βελανιδιές δίπλα στο ποτάμι. Μια μέρα ο πατέρας τους, τους ρώτησε: “Σκεφτείτε και πείτε μου ειλικρινά ποια τέχνη θέλετε να ακολουθήσετε στη ζωή σας”.</p><br><p>Τα δυο αδέρφια στην αρχή κούνησαν τα κεφάλια τους αρνητικά και δεν απάντησαν στον γερο-πατέρα τους. Στο τέλος όμως, μετά από πολύ σκέψη, του είπαν: “Η αλήθεια είναι ότι μας φαίνεται καλή η ιδέα να δουλέψουμε σαν ξυλουργοί. Θα προτιμούσαμε όμως να γίνουμε κυνηγοί και να πιάνουμε χήνες και αγριόπαπιες”. </p><br><p>Ο πατέρας τους, που τους άκουσε προσεκτικά, έδωσε στον καθένα τους από ένα τόξο, μια φαρέτρα με βέλη και ένα καλό κυνηγόσκυλο. Τους πήγε μέχρι την είσοδο του σπιτιού και τους έστειλε στο καλό με τις ευχές του. </p><br><p>Έτσι τα αδέρφια βγήκαν στον κόσμο. Σύντομα βρέθηκε στο δρόμο τους ένα σμήνος αγριόπαπιες, αλλά όσο κι αν προσπάθησαν να χτυπήσουν έστω και μία με τα βέλη τους, δεν κατάφεραν να πετύχουν καμία. Συνέχισαν να περπατούν και μετά από λίγο κατάλαβαν ότι είχαν προχωρήσει πολύ βαθιά σ΄ ένα πυκνό δάσος και πως δεν ήξεραν πώς να βγουν. Είδαν ότι οι προμήθειες τους ήταν λίγες, αλλά ενθάρυναν ο ένας τον άλλον και συμφώνησαν να μην απογοητευτούν ό,τι κι αν συμβεί. </p><br><p>Λίγο παρακάτω, τα αδέρφια είδαν δυο αντιλόπες. Σήκωσαν τα τόξα τους να τις χτυπήσουν και οι αντιλόπες με ανθρώπινες φωνές τους παρακάλεσαν: “Μην μας σκοτώσετε και όταν μας χρειαστείτε, εμείς θα βρεθούμε αμέσως στο πλευρό σας”. Τα αδέρφια δεν τις σκότωσαν και συνέχισαν τον δρόμο τους μέσα στο δάσος. </p><br><p>Μπροστά τους βρέθηκαν δυο λύκοι. Τα αδέρφια πάλι έβγαλαν τα τόξα τους να τους σκοτώσουν και οι λύκοι τους μίλησαν και τους είπαν: “Μην μας σκοτώσετε και όταν μας χρειαστείτε, εμείς θα βρεθούμε ευθύς στο πλευρό σας”. Τα αδέρφια άφησαν τους λύκους να ζήσουν και προχώρησαν.</p><br><p>Δυο λαγοί πέρασαν από δίπλα τους και τα αδέρφια τους σημάδεψαν με τα όπλα τους. Μα οι λαγοί σταμάτησαν και είπαν στα αδέρφια: “Μην μας σκοτώσετε και όταν μας χρειαστείτε, εμείς θα βρεθούμε ευθύς στο πλευρό σας”. Και οι δυο κατέβασαν τα τόξα τους και τώρα πια καθένας τους είχε τρεις πιστούς φίλους του δάσους, μία αντιλόπη, έναν λύκο κι έναν λαγό, χώρια τα πιστά τους σκυλιά.</p><br><p>Προχώρησαν και προχώρησαν στο δάσος ώσπου βρέθηκαν μπροστά σ΄ ένα σταυροδρόμι που χώριζε τον δρόμο στα δύο. Τα αδέρφια μάλωσαν για λίγο ποιον από τους δυο δρόμους να πάρουν, αλλά στο τέλος συμφώνησαν ότι καλύτερο θα ήταν να χωριστούν και ο καθένας να ακολουθήσει διαφορετικό δρόμο. Πριν χωριστούν&nbsp;κάρφωσαν τα μαχαίρια τους στο δέντρο που βρισκόταν στην άκρη του δρόμου. Έτσι, όποιο από τα αδέρφια επέστρεφε πρώτο σε αυτό το σημείο θα κοιτούσε το μαχαίρι και θα καταλάβαινε πολλά για την τύχη του άλλου. Αν το μαχαίρι ήταν ακόμη κοφτερό και η λεπίδα του γυάλιζε αυτό θα σήμαινε ότι όλα πήγαιναν καλά. Αν όμως το μαχαίρι είχε σκουριάσει αυτό θα σήμαινε πως το παλικάρι χρειαζόταν τη βοήθεια του αδερφού του. Έδωσαν τα χέρια και χωρίστηκαν, ο ένας πήρε τον αριστερό δρόμο και άλλος τον δεξί.</p><br><p>Ο μεγαλύτερος αδερφός περπάτησε για μια ολόκληρη μέρα και δεν συνάντησε τίποτα ενδιαφέρον. Και τη δεύτερη μέρα τα ίδια, δεν συνάντησε σχεδόν τίποτε στον δρόμο του. Την τρίτη μέρα όμως είδε μπροστά του ένα περίτεχνο κάστρο. Η πρόσοψη και οι τοίχοι του ήταν χτισμένοι από ξύλο έλατου και ο πυργίσκος του χανόταν μέσα στα σύννεφα, τόσο ψηλός ήταν. Αν και γύρω δεν υπήρχε ψυχή, στο περβάζι ενός παράθυρου πρόβαλε μια δεσποσύνη:</p><p>Πες μου όμορφη κυρά, της φώναξε ο μεγαλύτερος αδερφός, πού έχουν εξαφανιστεί όλοι;</p><p>Πήγαν να πιάσουν το Λευκό Ελάφι, αλλά τώρα πια έχουν μεταμορφωθεί όλοι τους σε πέτρες και βράχους. Ήταν κι ο πατέρας μου ένας από αυτούς.</p><p>Μην ανησυχείς άλλο κυρά μου. Αυτοί πήγαν χωρίς τους σωστούς βοηθούς. Κοίτα όμως πόσους βοηθούς έχω εγώ! Αυτοί θα με οδηγήσουν στο Λευκό Ελάφι και θα σώσω τον πατέρα σου.</p><br><p>Ο άθλος δεν φαινόταν και τόσο δύσκολος, αλλά …… υπομονή, η ιστορία συνεχίζεται.</p><br><p>Μόλις ο μεγαλύτερος αδερφός έκανε ένα βήμα προς την πύλη του κάστρου, μπροστά του πετάχτηκε το Λευκό Ελάφι που άρχισε να απομακρύνεται τρέχοντας με τρομερή ταχύτητα. Αμέσως το πήρε στο κατόπι με την αντιλόπη, τον λύκο, τον λαγό και το σκυλί του να ακολουθούν. Το Ελάφι όμως είχε γίνει άφαντο και το μόνο που φαινόταν ήταν μια αχνάδα εκεί όπου το είχε δει. Συνεχίζοντας να τρέχει προς την κατεύθυνση που είχε πάρει το Ελάφι, ο μεγάλος αδερφός συνάντησε μια γριά να κάθεται δίπλα στη φωτιά στη μέση του δάσους. Το παλικάρι την πλησίασε και λαχανιασμένος τη ρώτησε:</p><p>Μπορώ να κάτσω κι εγώ δίπλα σου να ζεσταθώ;</p><p>Ναι, κάτσε, δεν μ΄ ενοχλείς. Να χαϊδέψω λίγο τα ζωντανά σου; Δεν θα τα πειράξω.</p><p>Αμέ, εμπρός.</p><br><p>Μόλις η γριά άγγιξε τα ζώα όλα τους, μαζί και ο μεγαλύτερος αδερφός έγιναν πέτρα.</p><br><p>Εντωμεταξύ, ο μικρότερος αδερφός περιπλανήθηκε μέσα στο δάσος για μέρες μέχρι που βρέθηκε σ΄ ένα Βασίλειο. Πήγε κι έπιασε δουλειά να βόσκει τα πρόβατα του Βασιλιά. </p><br><p>Δεν πέρασε και πολύς καιρός και μεγάλη συμφορά βρήκε το βασίλειο. Ένας τρομερός δράκος βγήκε από τη θάλασσα και απαίτησε να του δοθούν οι τρεις κόρες του Βασιλιά να τις φάει. Είπε ότι να δεν τον υπακούσουν, τότε με την ουρά του, θα χτυπήσει τη θάλασσα και θα σηκωθεί πελώριο κύμα που θα τους πνίξει όλους και θα βυθίσει όλες τις πόλεις του Βασιλείου. </p><br><p>Ο Βασιλιάς ήταν απαρηγόρητος. Έβγαλε διάγγελμα ότι όποιος σκότωνε τον δράκο θα έπαιρνε τη μικρότερη του κόρη για γυναίκα. Έστειλε αγγελειοφόρους να διαδώσουν το μήνυμα, αλλά δεν βρέθηκε κανείς αρκετά θαρραλέος να το τολμήσει. Ο Βασιλιάς τότε άρχισε να κλαίει και να θρηνεί τον επερχόμενο χαμό των θυγατέρων του, αλλά τα δάκρυα και οι λυγμοί δεν βοηθούσαν σε τίποτα. Το επόμενο κιόλας πρωί η μεγαλύτερη κόρη του Βασιλιά θα παραδινόταν στον δράκο ως γεύμα. </p><br><p>Ο μικρός αδερφός έμαθε κι αυτός τα νέα και δεν μπορούσε να καταλάβει&nbsp;για ποιο λόγο η πριγκίπισσα έπρεπε ντε και καλά να γίνει το πρωινό του δράκου. Όλη εκείνη την ημέρα βόσκησε τα πρόβατα μα σαν ήρθε το σούρουπο, αυτός και τα ζώα του, σφηρηλάτισαν ένα τρανό ξίφος. Το ξημέρωμα της μέρας που θα πήγαινε η μεγαλύτερη κόρη του Βασιλιά στον δράκο, το κάρο που την μετέφερε, πέρασε μπροστά από τα λιβάδια όπου ο μικρότερος αδερφός έβοσκε το κοπάδι του:</p><p>Ε, εσύ εκεί, πού πας; ρώτησε τον οδηγό του κάρου.</p><p>Στον δράκο πάω, πού αλλού; Γιατί βοσκέ, μήπως θέλεις εσύ να μετρήσεις πόσα δόντια έχει ο δράκος;</p><p>Γιατί όχι; απάντησε ο μικρότερος αδερφός και ακολούθησε το κάρο.</p><br><p>Ο οδηγός του κάρου σταμάτησε εκεί που έσκαγε το κύμα. Η πριγκίπισσα κατέβηκε κλαίγοντας και παρακαλώντας τον να τη βοηθήσει. Μα ο οδηγός γρήγορα γύρισε το κάρο να φύγει λέγοντας πως ήταν άοπλος και δεν θα μπορούσε να αντιμετωπίσει μόνος του τον δράκο. </p><br><p>Η θάλασσα τότε μαύρισε και το τρομερό τέρας ξεπρόβαλε από τα νερά με τα τρία του κεφάλια. Τα ζώα του μικρότερου αδερφού του επιτέθηκαν αμέσως και το παλικάρι πήδηξε στην πλάτη ενός αλόγου και μ΄ ένα χτύπημα έκοψε και τα τρία κεφάλια του δράκου. Στη συνέχεια έκοψε τις γλώσσες και τις καταχώνιασε στο ταγάρι του. Δεν είπε ούτε λέξη και επέστρεψε γρήγορα στο κοπάδι του. </p><br><p>Ο οδηγός του κάρου τότε, θέλοντας να φανεί ότι αυτός είναι ο ήρωας, είπε στην πριγκίπισσα: “Είδες; Σε σώσαμε! Αλλά μην σου ξεφύγει σε κανέναν ότι ήταν εδώ και ο βοσκός αλλιώς θα σε σκοτώσω. Αν σε ρωτήσει ο πατέρας σου, εσύ να του πεις: “Ο οδηγός με πήγε μέχρι το κύμα και μ΄ έφερε πίσω, αυτόν να ανταμείψεις.’” Η πριγκίπισσα, μην έχοντας άλλη επιλογή, συμφώνησε μιας και ήθελε να παραμείνει ζωντανή. </p><br><p>Την επόμενη κιόλας ημέρα βγήκε από τη θάλασσα ένας άλλος δράκος, αυτή τη φορά με έξι κεφάλια και απαίτησε να φάει τη μεσαία κόρη του βασιλιά. Ο ίδιος οδηγός πήγε την πριγκίπισσα μέχρι την ακροθαλασσιά και ο βοσκός τους ακολούθησε. Για άλλη μια φορά ήταν εκείνος που έσωσε τη ζωή της πριγκίπισσας κόβοντας και τα έξι κεφάλια του τέρατος, έπειτα τους έκοψε τις γλώσσες και τις έβαλε κι αυτές στο ταγάρι του.</p><br><p>Την τρίτη μέρα, ο οδηγός κατέβασε και τη μικρότερη κόρη του βασιλιά στην παραλία, περνώντας δίπλα από τον νεαρό βοσκό, ο οποίος για τρίτη φορά ακολούθησε το κάρο. Η θάλασσα σκοτείνιασε και από μέσα βγήκε ένα εννιακέφαλο τέρας. Τα πιστά ζώα του βοσκού έπεσαν πάνω στο θηρίο, ενώ ο νεαρός έκοψε και τα εννέα κεφάλια μ΄ ένα χτύπημα. Η πριγκίπισσα γρήγορα τότε πήγε και έδωσε το δαχτυλίδι της στον νεαρό βοσκό όταν ο οδηγός του κάρου είχε αλλού στραμμένη την προσοχή του. Ο νεαρός τότε έσκυψε και έκοψε τις εννιά γλώσσες του δράκου και χωρίς να πει λέξη, λες κι έτσι έπρεπε να γίνει, επέστρεψε στο κοπάδι του. </p><br><p>Ο οδηγός απείλησε και τη μικρότερη κόρη του βασιλιά λέγοντας: “Είδες; Σε σώσαμε! Μην τολμήσεις όμως να πεις σε κανέναν ότι ήταν εδώ και ο βοσκός αλλιώς θα σκοτώσω και εσένα και τις αδερφές σου. Αν σε ρωτήσει ο Βασιλιάς, να του πεις “Ο οδηγός με πήγε μέχρι τη θάλασσα και μ΄ έφερε πίσω, αυτόν να ανταμείψεις’.” Η μικρότερη πριγκίπισσα δεν είχε άλλη επιλογή από το να υπακούσει τον οδηγό του κάρου. </p><br><p>Ο Βασιλιάς ήταν τρομερά ικανοποιημένος. Αγκάλιασε τον οδηγό και του είπε: “Έσωσες και τις τρεις μου κόρες από βέβαιο θάνατο. Άκου τώρα πώς θα σε ανταμείψω: θα πάρεις την μικρότερη κόρη μου για γυναίκα σου και το μισό μου Βασίλειο για προίκα!”. Και οι ετοιμασίες για τον γάμο άρχισαν αμέσως, σε τρεις μέρες κιόλας ο πριγκίπισσα θα παντρευόταν τον οδηγό. Τι απέγινε όμως με τον νεαρό βοσκό; Α, αυτός φόρτωσε το ταγάρι του στον ώμο και κατευθύνθηκε προς το παλάτι.</p><br><p>Μόλις τον είδε μπροστά της η μικρότερη πριγκίπισσα, ανακοίνωσε στον πατέρα της: “Εγώ θα παντρευτώ όποιον έχει το δαχτυλίδι μου, γιατί αυτός μας έσωσε και τις τρεις από τους δράκους”. Ο οδηγός τότε έδωσε στην πριγκίπισσα ένα κύπελλο με κρασί. Εκείνη ήπιε μια γουλιά και το πέρασε στον βοσκό, όπως ήταν το έθιμο. Ο βοσκός, περίμενε να στρέψει αλλού το βλέμμα του ο οδηγός και έριξε το δαχτυλίδι της πριγκίπισσας μέσα στο κύπελλο με το κρασί. Είπε τότε η πριγκίπισσα στον βασιλιά: “Αυτός είναι λοιπόν που μας έσωσε!”. Αλλά ο Βασιλιάς δεν την πίστεψε:</p><p>Μιας και το δαχτυλίδι μου δεν είναι αρκετή απόδειξη, για να δούμε ποιος έχει τις γλώσσες από τα κεφάλια των δράκων!</p><p>Έλα, είπε ο Βασιλιάς στον οδηγό, δείξε μας τις γλώσσες των δράκων να τελειώνουμε, όπου να ‘ναι ξεκινά η τελετή του γάμου σας. </p><br><p>Αλλά πού να βρει τις γλώσσες των δράκων ο οδηγός, αφού δεν τις είχε; Έτσι παρέμεινε σιωπηλός. Αρπάζοντας την ευκαιρία ο βοσκός πλησίασε τον Βασιλιά και την κόρη του και τους παρουσίασε και τις δεκαοκτώ γλώσσες των δράκων. Αμέσως ο Βασιλιάς διέταξε να ντύσουν τον νεαρό βοσκό με τα καλύτερα ρούχα και να τον ετοιμάσουν για τον γάμο με την μικρότερη κόρη του. Όσο για τον πονηρό και ύπουλο οδηγό, αυτός εξορίστηκε απ΄ όλες τις πόλεις και τα χωράφια του Βασιλείου. Έτσι, ο μικρότερος αδερφός παντρεύτηκε την μικρότερη κόρη του Βασιλιά και πήρε το μισό Βασίλειο για προίκα. </p><br><p>Μια μέρα όμως αποφάσισε να πάει να δει εκείνη τη γέρικη βελανιδιά όπου είχε δει τελευταία φορά τον αδερφό του. Πήγε και είδε πως το μαχαίρι του αδερφού του ήταν σκουριασμένο μέχρι τη λαβή. Κατάλαβε ότι ο αδερφός του βρισκόταν σε μεγάλο κίνδυνο και παρόλο που δεν ήθελε να αφήσει πίσω τη νεαρή του νύφη, ο μικρότερος αδερφός φώναξε στο πλευρό του την αντιλόπη, τον λύκο, τον λαγό και το σκυλί του και κίνησε να τον βρει. </p><br><p>Ταξίδεψε και ταξίδεψε ώσπου συνάντησε ένα περίτεχνο κάστρο του οποίου η πρόσοψη και οι τοίχοι του ήταν από έλατο κι ο πυργίσκος του ήταν τόσο ψηλός που χανόταν μέσα στα σύννεφα. Δεν υπήρχε ψυχή τριγύρω παρά μόνο μια δεσποσύνη που στεκόταν στο περβάζι ενός παράθυρου:</p><p>Πες μου ωραία δεσποσύνη, πού έχουν εξαφανιστεί όλοι;</p><p>Πήγαν να πιάσουν το Λευκό Ελάφι, αλλά τώρα όλοι τους έχουν μεταμορφωθεί σε πέτρες και βράχους. Πέρασε κι άλλος ένας κυνηγός από εδώ που έψαχνε κι αυτός το Λευκό Ελάφι.</p><p>Μα αυτός πρέπει να είναι ο αδερφός μου! είπε ο μικρότερος αδερφός. Πρέπει να τον βρω και να τον σώσω!</p><br><p>Ο άθλος δεν φαινόταν και τόσο δύσκολος, αλλά……. υπομονή, η ιστορία μας έχει συνέχεια.</p><br><p>Ο νεαρός πλησίασε την πύλη του κάστρου και με τρομερή ταχύτητα πέρασε από μπροστά του το Λευκό Ελάφι. Άρχισε τότε να το ακολουθεί με τα πιστά του ζώα στο πλευρό του. Μα το ελάφι δεν είχε αφήσει κανένα ίχνος, παρά μόνο μια αχνάδα από εκεί που μόλις είχε περάσει. Προχωρώντας προς το δάσος, ο μικρότερος αδερφός είδε μια γριά να κάθεται και να ζεσταίνεται δίπλα στη φωτιά της. Την πλησίασε και της είπε: </p><p>Πες μου γιαγιάκα, τι είναι όλες αυτές οι πέτρες και οι βράχοι τριγύρω;</p><p>Θα σου πω, αλλά πρώτα κάτσε να χαϊδέψω λίγο τα ζώα σου, δεν θα τα πειράξω, του απάντησε εκείνη.</p><p>Α όχι! Μπορεί εσύ να είσαι πονηρή σαν αλεπού, αλλά κι εγώ δεν είμαι χαζός ξέρεις. Βλέπεις πόσο αιχμηρό είναι το ξίφος μου;</p><p>Αυτές οι πέτρες ήταν κάποτε άνθρωποι, είπε τότε φοβισμένη η γριά, και αυτοί οι βράχοι ζώα. Βρίσκεται και ο αδερφός σου ανάμεσά τους.</p><p>Πες μου αμέσως πώς να σπάσω τα μάγια, αλλιώς θα μάθεις ακριβώς πόσο αιχμηρό είναι αυτό το ξίφος!</p><p>Τη βλέπεις τη φωτιά; είπε γονατίζοντας από φόβο η μάγισσα. Πάρε τη στάχτη και ρίξε τη πάνω στις πέτρες και στους βράχους.</p><br><p>Έτσι και έκανε ο μικρότερος αδερφός. Πράγματι, οι πέτρες ξανάγιναν άνθρωποι και μάλιστα αρκετοί να γεμίσουν ολόκληρο Βασίλειο! Ήταν και ο Βασιλιάς τους ανάμεσά τους. Να και ο μεγάλος αδερφός του με τα πιστά του ζώα, τα οποία όλα μαζί όρμησαν στη γριά μάγισσα και αυτό ήταν το τέλος της. </p><br><p>Πόση χαρά και ανακούφιση υπήρχε παντού! Ο Βασιλιάς έδωσε στον μεγαλύτερο αδερφό την κόρη του για γυναίκα η οποία, μιας και τώρα είχαν διαλυθεί και δικά της μάγια, μπορούσε πια να φύγει από το κάστρο. Ο μικρότερος αδερφός επέστρεψε πίσω στην πριγκίπισσά του κι έζησαν ευτυχισμένοι μέχρι το τέλος της ζωής τους. </p><br><p>Και τι συνέβη στο Λευκό Ελάφι;</p><p>Ακούστε προσεκτικά και θα μάθετε. Μόλις η γριά μάγισσα πέθανε, το Λευκό Ελάφι σκόνταψε και έπεσε πάνω σε μια κουφάλα δέντρου λύνοντας έτσι και τα μάγια που η γριά είχε κάνει σε αυτό! Από εκείνη την ημέρα έτρεχε ελεύθερο στο δάσος και δεν έκανε ποτέ κακό σε κανέναν.</p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></itunes:summary>
		</item>
		<item>
			<title>Ο Αποσπερίτης και ο Αυγερινός</title>
			<itunes:title>Ο Αποσπερίτης και ο Αυγερινός</itunes:title>
			<pubDate>Fri, 16 Jul 2021 18:11:07 GMT</pubDate>
			<itunes:duration>37:14</itunes:duration>
			<enclosure url="https://sphinx.acast.com/p/open/s/6013ebce985ab977d52addcc/e/60f1cbbcaaf47f0013d3ca3c/media.mp3" length="45096817" type="audio/mpeg"/>
			<guid isPermaLink="false">60f1cbbcaaf47f0013d3ca3c</guid>
			<itunes:explicit>false</itunes:explicit>
			<link>https://www.karakaxa.org/%CE%B5%CF%80%CE%B5%CE%B9%CF%83%CF%8C%CE%B4%CE%B9%CE%B1</link>
			<acast:episodeId>60f1cbbcaaf47f0013d3ca3c</acast:episodeId>
			<acast:showId>6013ebce985ab977d52addcc</acast:showId>
			<acast:episodeUrl>mitos44</acast:episodeUrl>
			<acast:settings><![CDATA[FYjHyZbXWHZ7gmX8Pp1rmbKbhgrQiwYShz70Q9/ffXZMTtedvdcRQbP4eiLMjXzCKLPjEYLpGj+NMVKa+5C8pL4u/EOj1Vw4h5MMJYp0lCcFAe0fnxBJy/1ju4Qxy1fh8gO4DvlGA40yms2g0/hOkcrfHIopjTygHFqGwwOPKFIai4SuTvs86Lx3UYCyl6Zs+WO4fC9bB8/2bSJALEZpunHdJA38/ZCmkJMYOTmjFjq5bUD0QbpoDajPKZc+QVnfZ7X7JDfngzfQqqlAG+omdmWvHuqxkFy3OSFBvEcqYZazWFWBz5wBo9YjPqW1soMu]]></acast:settings>
			<itunes:subtitle>Μίτος</itunes:subtitle>
			<itunes:episodeType>full</itunes:episodeType>
			<itunes:episode>44</itunes:episode>
			<itunes:image href="https://assets.pippa.io/shows/6013ebce985ab977d52addcc/1626459035802-53e9f8564ade92a6584efd4fa999f0e4.jpeg"/>
			<description><![CDATA[<p>Αν υπάρχει μια ιστορία που να συμβολίζει τον αγώνα που κάνουμε όλοι ενάντια στον θάνατο, είναι αυτή η ιστορία από τη Μολδαβία. Για ότι κερδίζουμε κι ότι αφήνουμε πίσω μας...</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Δεν περιέχει ευαίσθητο υλικό </p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>Ηχητικά εφέ: freesound.org</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ</p><br><p>Ο Αποσπερίτης και ο Αυγερινός</p><br><p>Πριν πολύ καιρό, ζούσε ένας Βασιλιάς που είχε έναν γιο. Έναν γιο τόσο άτακτο και σκανταλιάρη που κανείς δεν μπορούσε να μαντέψει τι ετοίμαζε κάθε μέρα. Μια μέρα το παιδί πήγε μέχρι την πύλη του παλατιού κι άρχισε να βάζει πέτρες στους καταπέλτες των τειχών και να τις πετάει εδώ κι εκεί. Εκείνη τη στιγμή έτυχε στο δρόμο να περνάει μια γριά γυναίκα κουβαλώντας ένα κανάτι με νερό. Το αγόρι έριξε μία πέτρα με τον καταπέλτη και της έσπασε το κανάτι. Το κανάτι έσπασε, το νερό χύθηκε στο χώμα και η γυναίκα γύρισε προς τον πρίγκιπα και του φώναξε: “Να πλανιέσαι άσκοπα, γεμάτος ανησυχία μέχρι να βρεις το Αθάνατο Βασίλειο αλλά και όταν το βρεις, να μη βρεις ηρεμία”.</p><br><p>Το αγόρι τρομαγμένο επέστρεψε στο δωμάτιο του και μετά από τρεις μέρες το μυαλό του θόλωσε και τόσο χαμένος στις σκέψεις του ήταν που έπεσε σε βαθιά θλίψη. Μόνη του σκέψη ήταν να βρει το Αθάνατο Βασίλειο. Αρκετές μέρες έκανε υπολογισμούς και σκέφτηκε και μελαγχόλησε ώσπου ένα πρωινό ζήτησε από τον πατέρα του τον Βασιλιά να του δώσει λίγα χρήματα, μια αλλαξιά ρούχα, ένα ξίφος κι ένα κοντάρι για να βγει στον κόσμο. Φαινόταν αποφασισμένος και κανείς δεν μπορούσε να τον μεταπείσει. Έτσι, ο γιος του Βασιλιά έφυγε από το παλάτι. </p><br><p>Πήρε ένα μονοπάτι και μετά ένα άλλο, πέρασε ένα χωριό και μετά ένα άλλο, μετά διέσχισε μια πόλη ώσπου έφτασε στη σπηλιά ενός ερημίτη. Του φώναξε να βγει και ο ερημίτης ξεπρόβαλε στην είσοδο της σπηλιάς:</p><p>Τι ζητάς παλικάρι μου;</p><p>Ψάχνω να βρω το Αθάνατο Βασίλειο.</p><p>Ούτε έχω δει μα ούτε ακούσει γι΄ αυτό το Βασίλειο, του είπε όλο έκπληξη ο ερημίτης.</p><p>Και τι θα κάνω τώρα, είπε απελπισμένα ο νεαρός. Δεν μπορώ να γυρίσω πίσω.</p><p>Προχώρησε μέσα σε αυτό το πυκνό δάσος, τον συμβούλευσε τότε ο ερημίτης. Εκεί θα συναντήσεις άκακα ζώα αλλά και τρομερά θηρία, να τα χαιρετίσεις όλα. Στο τέλος θα φτάσεις σ΄ ένα παλάτι που στο κατώφλι του θα είναι ξαπλωμένος ένας δράκος. Χαιρέτησέ τον κι αυτόν και θα δεις, θα χαρεί τόσο πολύ που θα κουνήσει το κεφάλι του και θα σε αφήσει να περάσεις. Τότε θα μάθεις τι να κάνεις μετά. </p><br><p>Ο γιος του Βασιλιά έκανε όπως του είχε πει ο ερημίτης. Ενόσω διέσχιζε το δάσος, χαιρετούσε κάθε πλάσμα που βρισκόταν στο διάβα του, ακόμα και τα πουλιά και τα έντομα, μέχρι που έφτασε και στο παλάτι. Εκεί, ένας τρομερός δράκος είχε ακουμπισμένο το κεφάλι του στο κατώφλι. Ο γιος του Βασιλιά υποκλίθηκε και είπε στον δράκο:</p><p>Καλή σου μέρα Δράκε μου με τα χρυσά σου λέπια!</p><p>Αν δεν με είχες χαιρετίσει, του είπε τότε χαρούμενα ο δράκος απομακρύνοντας το κεφάλι του από την είσοδο του παλατιού, θα σε είχα σκοτώσει στη στιγμή.</p><p>Αν είχες δοκιμάσει να με σκοτώσεις, του απάντησε τότε ο νεαρός καθώς στάθηκε μπροστά στην πόρτα του παλατιού, θα σε είχα κάνει κιμά!</p><br><p>Ο γιος του Βασιλιά μπήκε στο παλάτι και είδε έναν γέρο άνδρα, τόσο γέρο όσο γέρικος είναι ο κόσμος:</p><p>Τι σε φέρνει εδώ γενναίε μου;</p><p>Αναζητώ το Αθάνατο Βασίλειο.</p><p>Αυτό είναι πολύ, πολύ μακριά νέε μου. Κανείς δεν έχει φτάσει ως εκεί και κανείς δεν ξέρει τον δρόμο για να φτάσει. Αφού όμως ήσουν τόσο ευγενικός με όλα μου τα πλάσματα, θα σου δώσω αυτό το κουβάρι με χρυσή κλωστή, αυτή θα σου δείξει τον δρόμο. Άφησε τη να κυλίσει και ακολούθα την.</p><br><p>Ο γιος του Βασιλιά τότε αποχαιρέτησε τον γέρο και άφησε το κουβάρι να πέσει. Εκείνο κύλησε πάνω από βουνά και πεδιάδες, πάνω από χωράφια και ερήμους. Καθώς κυλούσε, το κουβάρι άφηνε πίσω του μια ισχνή χρυσή κλωστή, τόσο λεπτή όσο ο ιστός της αράχνης. Ο πρίγκιπας άρχισε να περπατά και να περπατά και να περπατά ώσπου έφτασε σε μια βελανιδιά και είπε να κάτσει λίγο να ξεκουραστεί. Βρήκε ένα δροσερό και σκιερό μέρος να καθήσει, μόνο που άθελα του έκατσε ακριβώς πάνω σ΄ ένα βελανίδι που είχε βγάλει μια μικρή φύτρα. Το βελανίδι, μην αντέχοντας όλο αυτό το βάρος πάνω του, του είπε:</p><p>Ποιος είσαι εσύ νεαρέ μου και τι θέλεις στα μέρη μας;</p><p>Είμαι γιος Βασιλιά και πάω στο Αθάνατο Βασίλειο όπου και θα ζήσω για πάντα.</p><p>Καλά, μην κάθεσαι όμως επάνω μου, μόλις έβγαλα βλαστάρι και είμαι ευαίσθητο κι αδύναμο. Μη με λιώσεις, άσε με να μεγαλώσω κι αν θες κάτσε μαζί μου μέχρι να γίνω μεγάλο και δυνατό δέντρο. Θα ζήσω πολλά και καλά χρόνια και όταν πια κουραστώ να ζω και πέσω χάμω σκορπίζοντας τη σκόνη μου στα χελιδόνια, τότε κι εσένα θα έρθει το τέλος σου.</p><br><p>Ο γιος του Βασιλιά σηκώθηκε, κάλυψε το βελανίδι με χώμα για να μεγαλώσει, το αποχαιρέτησε κι έφυγε. Περπάτησε και περπάτησε ώσπου συνάντησε ένα αμπέλι παραφορτωμένο με σταφύλια. Ο νεαρός είπε να κάτσει να ξεκουραστεί, έκοψε ένα τσαμπί σταφύλια και τα έφυγε. Σαν τελείωσε, το αμπέλι του είπε:</p><p>Για που το έβαλες νεαρέ μου;</p><p>Πάω στο Αθάνατο Βασίλειο όπου και θα ζήσω για πάντα.</p><p>Θάψε ένα από τα κουκούτσια των σταφυλιών μου στο χώμα να γίνει κι αυτό αμπέλι που θα κάνει με τη σειρά του τα δικά του σταφύλια. Αν θέλεις, κάτσε μαζί μου και θα ζήσεις μέχρι το αμπέλι να μεγαλώσει τόσο πολύ που δεν θα έχει πού να βάλει τις ρίζες του στη γη και τα φύλλα του κάτω από τον ήλιο. Όσο θα είσαι εδώ μπορείς να πίνεις κρασί και να τρως σταφύλια.</p><br><p>Ο γιος του Βασιλιά έθαψε έναν σπόρο σταφυλιού στο χώμα και είπε στο αμπέλι: </p><p>Σ΄ ευχαριστώ αμπέλι μου και καλή τύχη σου εύχομαι. Να μεγαλώσεις και να πολλαπλασιαστείς, αλλά εγώ θα συνεχίσω το ταξίδι μου.</p><p>Καλή υγεία και τύχη να έχεις παλικάρι μου!</p><br><p>Και ο νεαρός συνέχισε το ταξίδι του. Λίγο παρακάτω είδε έναν πληγωμένο αετό και, καθώς έβγαλε το τόξο του να τον σκοτώσει, ο αετός του είπε: “Μη με σκοτώσεις παλικάρι μου. Φρόντισε με και κάνε με καλά κι εγώ θα σε βοηθήσω. Όποτε βρεθείς μπροστά σε ένα πρόβλημα αρκεί μόνο να με θυμηθείς κι εγώ θα βρεθώ στο πλευρό σου”. Και ο γιος του Βασιλιά έδεσε τις πληγές του αετού και τον τάισε, τον έκανε καλά και συνέχισε το ταξίδι του.</p><br><p>Έφτασε και στη θάλασσα. Καθώς προχωρούσε δίπλα στο κύμα, στο βάθος διέκρινε κάτι γυαλιστερό και κατάλευκο: “Μα τι μπορεί να είναι αυτό;” αναρωτήθηκε, “τι θαύμα με περιμένει;”. Όταν πλησίασε είδε το θαύμα! Μόλις τα κύματα τραβήχτηκαν φάνηκε μπροστά του ο Βασιλιάς των Ψαριών, ο οποίος είχε ξεβραστεί στην καυτή άμμο και καιγόταν κάτω από τον ήλιο. Ήταν δώδεκα βήματα μακρύς και ψηλός σαν άνθρωπος, τα πτερύγια του ήταν ασημένια και τα λέπια του χρυσά. Ποτέ κανείς θνητός δεν είχε ξαναδεί τέτοιο πλάσμα!</p><p>Πω, πω τι γεύμα θα γίνει αυτό το ψάρι! είπε ο γιος του Βασιλιά πλησιάζοντάς τον.</p><p>Παλικάρι μου, αν με φας σου εγγυώμαι ότι&nbsp;δεν θα πας πολύ μακριά ακόμα, απάντησε ο Βασιλιάς των Ψαριών σαν τον άκουσε. Καλύτερα για σένα θα είναι να με ρίξεις στα βαθιά να πάω από εκεί που ήρθα. Μετά, όποτε βρεθείς μπροστά σ΄ ένα πρόβλημα αρκεί μόνο να με θυμηθείς κι εγώ θα βρεθώ στο πλευρό σου.</p><br><p>Ο νεαρός τότε έψαξε και βρήκε ένα κοντάρι και σιγά σιγά έσπρωξε τον Βασιλιά των Ψαριών προς τη θάλασσα μέχρι που έφτασε αρκετά βαθιά για να μπορεί κολυμπήσει και να φύγει. Έπειτα ο πρίγκηπας συνέχισε τον δρόμο του. Πέρασε από κάστρα και βασιλιάδες, αγορές και κλεφτρόνια. Συνάντησε και μια αλεπού που την κυνηγούσαν κάτι σκυλιά. Ήταν εξουθενωμένη και γεμάτη δαγκωνιές. Ο γιος του Βασιλιά έβγαλε το τόξο του και τη σημάδεψε, όταν η αλεπού του είπε: “Καλό μου παλικάρι, μη με σκοτώσεις, μόνο σώσε με από τα σκυλιά κι εγώ μια μέρα θα σε βοηθήσω”. Ο νεαρός τότε έδιωξε τα σκυλιά και πήρε την αλεπού υπό την προστασία του, την ντάντεψε μέχρι που έγινε τελείως καλά και την άφησε ελεύθερη. Φεύγοντας, η αλεπού του είπε: “Σ΄ ευχαριστώ πρίγκιπά μου που μου έσωσες τη ζωή. Όποτε βρεθείς μπροστά σ΄ ένα πρόβλημα αρκεί μόνο να με θυμηθείς κι εγώ θα βρεθώ στο πλευρό σου”.</p><br><p>Ο γιος του Βασιλιά συνέχισε το ταξίδι του. Όσο πιο μακριά πήγαινε τόσο ξετυλιγόταν το κουβάρι με τη χρυσή κλωστή και όλο και μίκραινε. Περπάτησε και περπάτησε μέχρι που βρέθηκε μπροστά σε μια λεύκα με δυο κορμούς. Ανάμεσα στους κορμούς μια αράχνη είχε στήσει τον ιστό της στον οποίο είχε πιαστεί ένα κουνούπι που πάλευε να ξεφύγει. Όταν το κουνούπι είδε τον γιο του Βασιλιά, του φώναξε: “Πρίγκιπά μου σώσε με κι εγώ θα βρω τρόπο να σε βοηθήσω. Ξέρω πού πας, τραβάς για το Αθάνατο Βασίλειο και αν με βοηθήσεις, σου το υπόσχομαι δεν θα το μετανιώσεις”. Ο γιος του Βασιλιά ίσα που άκουσε το κουνούπι και σταμάτησε. Το ελευθέρωσε και του πρόσφερε το χέρι του να φάει λίγο για ν΄ ανακτήσει τις δυνάμεις του. Φεύγοντας το κουνούπι, του είπε: “Σ΄ ευχαριστώ ταξιδιώτη για το καλό που μου έκανες. Όποτε σου τύχει κάποιο πρόβλημα αρκεί μόνο να με θυμηθείς κι εγώ θα βρεθώ στο πλευρό σου. Συνέχισε έτσι όπως πηγαίνεις μέχρι τώρα και ο στόχος σου δεν είναι μακριά. Θα δεις ένα παλάτι. Να πας αμέσως μπροστά στον Βασιλιά και να του πεις να σου δώσει την κόρη του για γυναίκα σου, μιας και δεν μπορείς να κυβερνήσεις το Αθάνατο Βασίλειο ανύμφευτος!”.</p><br><p>Ο γιος του Βασιλιά προχώρησε μέχρι που το χρυσό κουβάρι έγινε μικρό σαν μήλο, μετά μικρό σαν καρύδι και όταν έγινε μικρό σαν φασόλι είδε μπροστά του το παλάτι. Ήταν το ομορφότερο παλάτι που είχε δει ποτέ του, οι πύργοι του ψηλοί και φύλλα χρυσού διακοσμούσαν το εξωτερικό του. Ο νεαρός πήγε κατευθείαν στην πύλη του παλατιού και τη χτύπησε. Ο ίδιος ο Βασιλιάς πήγε να δει ποιος ήταν και τότε το γενναίο παλικάρι του είπε: </p><p>Υψηλότατε, ήρθα μέχρι εδώ να ζητήσω το χέρι της μικρότερης κόρης σας. Θα ήθελα να κάτσω στην κεφαλή του τραπεζιού σας με την κόρη σας δίπλα μου ως γυναίκα μου. Δέχεστε την πρόταση μου;</p><p>Και γιατί όχι; του απάντησε ο Βασιλιάς. Θα σου τη δώσω για γυναίκα αν κρυφτείς τόσο καλά που να μην μπορεί να σε βρει κανείς. Τότε θα οργανώσουμε μια σωστή γαμήλια γιορτή και θα μπορέσεις να ζήσεις εδώ για πάντα, μιας και πέρα από αυτή την πύλη βρίσκεται το Αθάνατο Βασίλειο.</p><br><p>Ο νεαρός στενοχωρήθηκε πολύ με αυτό που άκουσε γιατί δεν ήξερε πού να πάει να κρυφτεί. Έκατσε και σκέφτηκε πολύ ώσπου ξαφνικά θυμήθηκε τον αετό! Στη στιγμή, ο αετός εμφανίστηκε μπροστά του. </p><p>Τι σε στενοχωρεί τόσο αφέντη μου;</p><p>Βρήκα τον μπελά μου αητέ, του απάντησε ο πρίγκηπας και του διηγήθηκε τι είχε συμβεί.</p><p>Αυτό είναι μόνο; Να μην ανησυχείς καθόλου γι΄ αυτό!</p><br><p>Ο αετός πήρε τον νεαρό και τον έκρυψε ψηλά στον ουρανό πέρα από εννέα στρώσεις σύννεφα.</p><br><p>Ο Βασιλιάς του Αθάνατου Βασίλειου είχε τρεις κόρες που ήταν ολόιδιες. Είχαν ίδια χαρακτηριστικά, ίδια μαλλιά, ίδια φορέματα, ίδια παπούτσια. Ο Βασιλιάς βγήκε από το παλάτι με το ξίφος και τη μεγαλύτερή του κόρη και της είπε να πάει να βρει τον νεαρό και πως αν αποτύγχανε, θα της έκοβε το κεφάλι. Η κοπέλα πήγε στον κήπο και γέμισε ένα καλάθι με χρυσάνθεμα. Έπειτα πήγε και βρήκε τον πατέρα της και οι δυό τους ξεκίνησαν την αναζήτησή τους. Η πριγκίπισσα κοίταξε στη γη και δεν τον βρήκε. Κοίταξε στη θάλασσα και πάλι δεν τον είδε πουθενά. Κοίταξε και στον ουρανό και είπε: “Βγες από τα σύννεφα, σε βλέπω.” Μεμιάς ο αετός κατέβασε τον νεαρό και τον παρουσίασε μπροστά στον Βασιλιά, ο οποίος τον κοίταξε καλά καλά και του είπε:</p><p>Να σου το κόψω τώρα το κεφάλι;</p><p>Μεγαλειότατε, διέκοψε τότε η κόρη του, πρέπει να του συγχωρήσετε αυτή του την πρώτη αποτυχία.</p><p>Πολύ καλά, είπε ο Βασιλιάς και τον συγχώρεσε. Αλλά θυμίσου πως αν σε βρει και η δεύτερή μου κόρη τότε σίγουρα θα το χάσεις το κεφάλι σου. </p><br><p>Πήγε τότε πίσω στο παλάτι να φέρει τη μεσαία του κόρη, όσο ο πρίγκιπας έκατσε κι έκλαιγε τη μοίρα του μην ξέροντας τι να κάνει. Καθώς βρισκόταν σε περισυλλογή, στο μυαλό του έφερε τον Βασιλιά των Ψαριών. Όσο γρήγορη ήταν αυτή του η σκέψη, τόσο γρήγορα εμφανίστηκε μπροστά του ένα τεράστιο κύμα κι από μέσα του ξεπήδησε ο Βασιλιάς των Ψαριών:</p><p>Σε τι μπελά βρέθηκες αφέντη μου;</p><p>Βρίσκομαι σε κίνδυνο! είπε το πριγκιπόπουλο και του εξιστόρησε ό,τι είχε συμβεί με τον Βασιλιά του Αθάνατου Βασίλειου.</p><p>Αν αυτό είναι όλο, τότε ησύχασε. Ξέρω κάτι πολύ καλές κρυψώνες στον βυθό της θάλασσας.</p><br><p>Και ο Βασιλιάς των Ψαριών έβαλε στο στόμα του τον νεαρό σαν σπόρο καλαμποκιού και τον πήρε μαζί του στα βάθη της θάλασσας.</p><br><p>Ο Βασιλιάς του Αθάνατου Βασίλειου βγήκε τότε από την πύλη του παλατιού συνοδευόμενος από την μεσαία του κόρη, τράβηξε το ξίφος του και είπε: “Βρες πού είναι κρυμμένος ο πρίγκιπας αλλιώς θα χάσεις τη ζωή σου”. Η πριγκίπισσα πήγε να πλυθεί, μάζεψε κάμποσα χρυσάνθεμα στο πανέρι της και πήγε να ψάξει για τον πρίγκιπα. Κοίταξε παντού στη γη, αλλά δεν τον βρήκε. Κοίταξε τότε στον ουρανό, μα ούτε εκεί ήταν. Τέλος, η πριγκίπισσα κοίταξε και στη θάλασσα και τον είδε. Είπε τότε ο Βασιλιάς: “Βγες έξω νεαρέ, η κόρη μου σε είδε”. Ο Βασιλιάς των Ψαριών έφερε τον πρίγκιπα μπροστά στον Βασιλιά του Αθάνατου Βασίλειου:</p><p>Τώρα θα σου κόψω το κεφάλι.</p><p>Όχι πατέρα μου, συγχώρα του και τη δεύτερη αποτυχία, παρενέβη η μεσαία κόρη του Βασιλιά. Αν και την τρίτη φορά δεν καταφέρει να κρυφτεί τότε να του το κόψεις.</p><p>Πολύ καλά, είπε ο Βασιλιάς βάζοντας για άλλη μια φορά το σπαθί του στη θήκη του. Θα σε συγχωρήσω για δεύτερη φορά και μόνο για χάρη της κόρης μου. Αν όμως σε βρούμε και την τρίτη φορά τότε δεν θα ξαναδείς τούτο τον κόσμο. </p><br><p>Τώρα ο πρίγκιπας είχε εντελώς απελπιστεί. Φοβόταν τόσο πολύ που η καρδιά του κόντευε να σπάσει από τους χτύπους: “Πάει θα το χάσω το κεφαλάκι μου! Τι να κάνω, πού να πάω να μη με βρει η μικρότερη κόρη του Βασιλιά; Ποιος θα με βοηθήσει;” Καθώς κλαιγόταν και τράβαγε τα μαλλιά του στο νου του ήρθε η αλεπού, η οποία εμφανίστηκε στο πλευρό του στη στιγμή:</p><p>Γιατί κλαις έτσι αφέντη μου;</p><p>Άκου, άκου τι έπαθα, της είπε ο πρίγκιπας και της είπε ό,τι του είχε συμβεί.</p><p>Καλέ ηρέμησε! Μην χαλάς την καρδιά σου για κάτι τέτοιο, δεν υπάρχει λόγος για τόση δυστυχία. Μιας και τα πράγματα έφτασαν ως εδώ, ακολούθα με, ξέρω ακριβώς τι να κάνω!</p><br><p>Η αλεπού προχώρησε μπροστά και ο πρίγκιπας την ακολούθησε. Σταμάτησαν όταν έφτασαν στον βασιλικό κήπο και τότε η αλεπού χτύπησε με την ουρά της τον πρίγκιπα, ο οποίος μεταμορφώθηκε σε χρυσάνθεμο.</p><br><p>Η μικρότερη κόρη του Βασιλιά πλύθηκε, κατέβηκε στον κήπο, έκοψε αυτό το συγκεκριμένο χρυσάνθεμο, μιας και αυτό της άρεσε περισσότερο και το έβαλε στο πανέρι της. Βγήκε και ο Βασιλιάς από το παλάτι με το σπαθί του στο χέρι, φώναξε κοντά του την μικρότερη του κόρη και της είπε να βρει τον πρίγκιπα, αλλιώς θα της έκοβε το κεφάλι. Η πριγκίπισσα κοίταξε στη γη, αλλά τίποτα. Έψαξε στη θάλασσα και πάλι τίποτα. Τέλος κοίταξε και στον ουρανό, αλλά δεν βρήκε τον νεαρό ούτε εκεί. Ξανακοίταξε στα βάθη της γης, στον πάτο της θάλασσας, στα πιο μακρινά αστέρια του ουρανού, μα ο νεαρός ήταν άφαντος. Είπε ο Βασιλιάς:</p><p>Ψάξε καλύτερα, πού τον έκρυψες;</p><p>Έψαξα παντού πατέρα μου, διεξοδικά αλλά δεν μπορώ να τον βρω. Βλέπω τον ίσκιο του, μα όχι τον ίδιο.</p><p>Βγες έξω να σε δούμε νεαρέ, φώναξε τότε ο Βασιλιάς, από εκεί που κρύβεσαι! Η κόρη μου δεν μπόρεσε να σε βρει.</p><br><p>Ο πρίγκιπας ξεπήδησε από το πανέρι της πριγκίπισσας και είπε:</p><p>Να ‘μαι Εξοχώτατε!</p><p>Έξοχα νεαρέ μου, βλέπω έχεις πολύ κουράγιο μέσα σου!</p><br><p>Ο Βασιλιάς φώναξε τους μουσικούς του και προσκάλεσε τον πρίγκιπα στην αυλή. Έπειτα του ζήτησε να μαντέψει ποια από τις τρεις του κόρες ήταν η μικρότερη και να την επιλέξει. Αν διάλεγε σωστά θα την παντρευόταν αμέσως. Αν όχι, θα του έκοβε το κεφάλι. Ο νεαρός, που νόμιζε ότι πια τα προβλήματα του είχαν τελειώσει, δεν πίστευε στ’ αυτιά του. Άρχισε να κλαίει και να κλαίει μέχρι που τα μάτια του πρήστηκαν από το κλάμα: “Αυτό είναι το τέλος μου, στα σίγουρα τώρα ο Βασιλιάς θα μου κόψει το κεφάλι και πάνω που νόμιζα ότι είχα γλυτώσει”. Και στον νου του έφερε το κουνούπι. Με ένα βζζζιν! το κουνούπι εμφανίστηκε μπροστά του:</p><p>Τι σου συμβαίνει αφέντη μου; Γιατί κλαις τόσο;</p><p>Μα τι άλλο να κάνω; Πάνω που όλα είχαν τελειώσει, τώρα πάλι ο Βασιλιάς θέλει το κεφάλι μου. Πώς να ξεχωρίσω τη μικρότερή του κόρη από τις άλλες όταν μοιάζουν τόσο πολύ;</p><p>Μην σκοτίζεσαι άλλο αφέντη και μην το σκέφτεσαι. Εγώ ξέρω ποια είναι ποια μιας κι έχω μεγαλώσει κοντά τους. Όταν σου τις φέρει ο Βασιλιάς να τις ξεχωρίσεις, εγώ θα πάω και θα σταθώ στην άκρη της μύτης της μικρότερης κι έτσι θα ξέρεις κι εσύ ποια είναι.</p><br><p>Δεν είχε περάσει και πολύ και ο Βασιλιάς παρουσίασε στον νεαρό τις τρεις του κόρες. Είχαν τα ίδια μάτια, τα ίδια πρόσωπα, το ίδιο ύψος και ήταν ντυμένες το ίδιο. Ήταν αδύνατο να τις ξεχωρίσει κανείς. Τότε βγήκε και το κουνούπι από κάτι κοντινούς θάμνους και πετώντας στάθηκε στη μύτη της μικρότερης. Εκείνη πήγε να το διώξει και τότε ο πρίγκιπας της έπιασε το χέρι και φώναξε:</p><p>Αυτή είναι η μικρότερη πριγκιποπούλα Υψηλότατε!</p><p>Σωστά μάντεψες, αυτή είναι η μικρότερη, είπε ο Βασιλιάς.</p><br><p>Και ήταν όντως όμορφη σαν τον ήλιο που ανατέλλει και σαν τον βασιλικό που ανθίζει. Ο πατέρας της ήταν κι αυτός πολύ ικανοποιημένος με τον γάμο της κόρης του. Προσκάλεσε τον γαμπρό του να κάτσει στην κεφαλή του τραπεζιού και του είπε: “Σου δίνω το χέρι της κόρης μου και μαζί της όλο το βασίλειό μου. Από σήμερα και μπρος θα μείνεις μαζί μας. Ο θάνατος θα σε προσπερνά και θα ζήσεις για πάντα. Εμπρός λοιπόν, πήγαινε να θαυμάσεις το βασίλειο σου μα θυμήσου να μην βγεις ποτέ από την πύλη που μπήκες αλλιώς μεγάλο κακό θα σε βρει”.</p><br><p>Ο πρίγκιπας βγήκε έξω και είδε χρυσούς κήπους, δέντρα τόσο φορτωμένα με καρπούς που τα κλαδιά τους άγγιζαν τη γη, παλάτια από χρυσό κι ασήμι, πηγάδια από μάρμαρο με ασημένιες γούρνες, ποτάμια από γάλα και μέλι, λιβάδια γεμάτα με πολύχρωμα πουλιά και γρασίδι όλο λουλούδια και χορτάρι με δροσοσταλίδες σαν μαργαριτάρια. </p><br><p>Υπήρχαν πολλά θαύματα να δει, αλλά δεν θα μπορέσουμε να τα περιγράψουμε όλα τώρα μιας και το γαμήλιο γλέντι είχε αρχίσει και το φαγοπότι ήταν πολύ γιορτινό. Ούτε θα μπορέσουμε να σας πούμε πόσο κράτησε το γλέντι μιας και ο ήλιος δεν ανατέλλει ούτε δύει σε αυτόν τον τόπο, μόνο μένει πάντα στη μέση του ουρανού.</p><br><p>Μετά τον γάμο, ο πρίγκιπας ζούσε ζωή χαρισάμενη. Μια μέρα που είχε βγει για κυνήγι, έριξε μια με το τόξο του και το βέλος βγήκε έξω από την πύλη του Βασιλείου. Ξεχνώντας τη συμβουλή που του είχε δώσει ο Βασιλιάς, ο πρίγκιπας ξεκλείδωσε και βγήκε από την πύλη να πάει να φέρει πίσω το βέλος του. Τότε όμως είδε μπροστά του τη χρυσή κλωστή και ξαφνικά θυμήθηκε το σπίτι του, τον πατέρα και τη μητέρα του. Τους είχε πεθυμήσει. Το σκέφτηκε για λίγο και αποφάσισε να πάει να τους επισκεφτεί:</p><p>Θα φύγω να πάω να δω τι κάνουν οι γονείς μου.</p><p>Μην πας αγόρι μου, τον παρακάλεσε ο Βασιλιάς, δεν υπάρχει πια λόγος. Έχει περάσει πολύς καιρός, ούτε οι γονείς σου ζουν πια μα ούτε καν τα εγγόνια τους.</p><br><p>Αλλά ο γενναίος νεαρός δεν τον πίστεψε και ετοιμάστηκε να φύγει. Μάζεψε κάποια πράγματα, τα όπλα του, υποκλίθηκε στον Βασιλιά, φίλησε τη γυναίκα του και αναχώρησε. Ο Βασιλιάς και η κόρη του έμειναν να τον κοιτούν να φεύγει με βαθιά θλίψη.</p><br><p>Ο πρίγκιπας άρχισε πάλι να ακολουθεί τη χρυσή κλωστή. Περπάτησε και περπάτησε μέχρι που έφτασε στο αμπέλι το οποίο είχε μεγαλώσει και είχε απλωθεί σε λόφους και λιβάδια, τόση έκταση είχε πάρει που δεν έβλεπε το τέλος του. Το αμπέλι τον γνώρισε και του είπε:</p><p>Κάτσε να ξεκουραστείς γενναίε μου!</p><p>Σ΄ ευχαριστώ για την ευγενική σου πρόταση, μα βιάζομαι να φτάσω στους γονείς μου.</p><br><p>Συνέχισε τον δρόμο του μέχρι που συνάντησε μια γέρικη βελανιδιά, η οποία τον αναγνώρισε αμέσως:</p><p>Σταμάτα για λίγο γενναίο μου παλικάρι και ξεκουράσου κάτω από τα κλαδιά μου. Εσύ είσαι αυτός που μου είχες κάνει μεγάλο καλό και με βοήθησες από τόσο δα βελανιδάκι να γίνω μεγάλο δέντρο!</p><br><p>Ο γιος του Βασιλιά με έκπληξη και δυσπιστία κοίταξε τη βελανιδιά και δεν μπορούσε να πιστέψει πως είχε περάσει τόσος καιρός. Την ευχαρίστησε για τα καλά της λόγια και έφυγε.</p><br><p>Προχώρησε και προχώρησε μέχρι που έφτασε και στο κάστρο απ’ όπου είχε πάρει το κουβάρι με τη χρυσή κλωστή. Εκεί βρήκε και τον δράκο ο οποίος είχε γεράσει τόσο που ήταν όλο ζάρες. Τον χαιρέτησε και ο δράκος χάρηκε πολύ:</p><p>Παλικάρι μου, έτοιμος ήμουν να σε καταβροχθίσω, αλλά ευτυχώς που με χαιρέτησες.</p><br><p>Ο πρίγκιπας μπήκε στο παλάτι και βρήκε και τον άρχοντα που ζούσε εκεί. Τόσα χρόνια είχαν περάσει από την τελευταία φορά που τον είδε, που η γενειάδα του είχε μακρύνει πάρα πολύ. Τη μισή την έβαζε για κουβέρτα και πάνω στην άλλη μισή κοιμόταν! Ο γέρος άνθρωπος με τη βοήθεια της μαγκούρας του σήκωσε τα βλέφαρά του, κοίταξε τον νέο και είπε: “Αν ξαναπεράσεις από εδώ, έλα να με δεις”. Ο πρίγκιπας αποχαιρέτησε τον γέρο και τράβηξε για το σπίτι του, που τώρα δεν απείχε και πολύ. </p><br><p>Εκεί που ήταν η σπηλιά του ερημίτη, τώρα υπήρχε ένα πυκνό κι αφιλόξενο δάσος και ο πρίγκιπας φοβήθηκε μην του επιτεθούν λύκοι. Όσο για τον ερημίτη και τη σπηλιά, δεν υπήρχε ίχνος τους πουθενά. Τόσο λυπήθηκε ο γιος του Βασιλιά που έτοιμος ήταν να γυρίσει πίσω. Παρόλ΄ αυτά συνέχισε μέχρι που έφτασε στο σπίτι του. Κοίταξε από δω και κοίταξε κι από κει μα δεν κατάφερε να διακρίνει κάτι. Το μόνο που μπόρεσε να κάνει ήταν να μαντέψει πού κάποτε στεκόταν το παλάτι των γονιών του από κάτι ερείπια που υπήρχαν εκεί. Σε μια γωνιά ανάμεσα στα ερείπια, ο νεαρός είδε μια καλύβα. Πήγε να μάθει τι είχε συμβεί και μέσα βρήκε να μένει ένας άντρας τριακοσίων ετών. Ο άντρας είπε στο παλικάρι πως κάποιος μακρινός του πρόγονος του είχε πει για έναν Βασιλιά που κάποτε ζούσε εκεί και του οποίου ο γιος είχε φύγει να βρει ζωή χωρίς θάνατο, νιάτα χωρίς γεράματα και να ζήσει για πάντα στο Αθάνατο Βασίλειο. Μετά από αυτό στον τόπο είχε έρθει η πανούκλα και πέθαναν όλοι, ακόμη και τα ζώα και τα πουλιά. </p><br><p>Ο γιος του Βασιλιά λυπήθηκε πολύ με αυτά που άκουσε και τότε μόνο θυμήθηκε τι του είχε πει ο Βασιλιάς του Αθάνατου Βασίλειου και γύρισε πίσω. Πέρασε το σημείο που κάποτε βρισκόταν η πύλη του παλατιού του, όπου τώρα υπήρχε μόνο ένας σωρός από πηλό και του έδωσε μια κλωτσιά. Από κάτω του βγήκε ο Θάνατος, ντυμένος στα μαύρα. Ήταν αδύνατος, σκελετωμένος και κουβαλούσε στον ώμο του ένα δρεπάνι: “Αυτή θα είναι μια κρίσιμη στιγμή”, σκέφτηκε τότε το παλικάρι: “Α, επιτέλους σε βρίσκω νεαρέ μου”, του είπε ο Θάνατος, “περιμένω να σε δω πάρα πολύ καιρό”. Ο νεαρός τότε μάζεψε όλο του το θάρρος και άρχισε να τρέχει και να τρέχει πάντα ακολουθώντας την κλωστή για το Αθάνατο Βασίλειο και ο Θάνατος τον πήρε στο κατόπι. Μόλις έφτασε μπροστά στο παλάτι του γέρου Βασιλιά δεν άντεξε να τρέξει κι άλλο. Χαιρέτησε τον Δράκο που πολύ χάρηκε για αυτό και έβγαλε το κεφάλι του από την είσοδο και μπήκε μέσα. Ήταν τόσο εξουθενωμένος που μετά βίας κατάφερε και είπε στον γέρο-Βασιλιά: </p><p>Βοήθησε με καλέ μου άνθρωπε, μη με αφήσεις να φύγω έτσι. Πες μου τι να κάνω μιας και ο Θάνατος είναι στο κατόπι μου.</p><p>Δώσε στον Θάνατο αυτό, είπε ο Βασιλιάς δίνοντας στον νεαρό μια μάλλινη ζώνη, και πες του πως μόνο όταν λιώσει και το τελευταίο νήμα θα έρθει να σε πάρει.</p><br><p>Στο μεταξύ έφτασε κι ο Θάνατος έξω από το παλάτι και μόλις είδε τον Δράκο σήκωσε το δρεπάνι του να τον σκοτώσει. Ορθώθηκε τότε ο Δράκος και άνοιξε το στόμα του απ΄όπου βγήκε φωτιά και λάβρα και δεν τον άφησε να περάσει:</p><p>Ως εδώ ξεδοντιάρη Θάνατε, τι θες και κυνηγάς τον κόσμο;</p><p>Δουλειά σου εσύ, άσε με να περάσω!</p><p>Έπρεπε να με είχες χαιρετήσει, του είπε ο Δράκος, αλλά αφού δεν το έκανες, αν αγαπάς τη ζωή σου, φύγε αλλιώς η κατάσταση εδώ θα γίνει… καυτή.</p><br><p>Βλέποντας ότι ο Δράκος δεν αστειευόταν καθόλου, ο Θάνατος απομακρύνθηκε φωνάζοντας προς το παλάτι: “Ε, γερο-Βασιλιά, άσε τον πρίγκιπα να βγει έξω αλλιώς θα σου μαδήσω τη γενειάδα τρίχα-τρίχα!”. Βγήκε ο πρίγκιπας από το παλάτι κρατώντας τη ζώνη και είπε στον Θάνατο: “Πάρε αυτή τη ζώνη Θάνατε και φόρα την. Σαν τη λιώσεις τελείως και δεν της μένει ούτε νήμα, έλα να με πάρεις”. Και ο Θάνατος πήρε τη ζώνη και τη φόρεσε. Ο πρίγκιπας προχώρησε και προχώρησε ώσπου έφτασε στη βελανιδιά. Εκείνη του είπε:</p><p>Έλα κάτσε γενναίε μου να ξεκουραστείς.</p><p>Δεν μπορώ, με ακολουθεί ο Θάνατος.</p><p>Μην ανησυχείς γι΄ αυτό. Βάλε το χέρι σου μέσα στην κουφάλα μου και βγάλε από εκεί ένα σιδερένιο μπαστούνι.</p><p>Εντάξει, το πήρα. </p><p>Αν σε προλάβει ο Θάνατος, δώσε του το μπαστούνι και πες του να το χρησιμοποιήσει μέχρι να λιώσει ακόμη και η λαβή του και τότε μόνο να έρθει να σε πάρει.</p><br><p>Ο γιος του Βασιλιά αποχαιρέτησε τη βελανιδιά και συνέχισε να τρέχει. Έτρεξε μέσα από λιβάδια χωρίς δρόμους και πέρασε ποτάμια χωρίς όχθες. Μια μέρα όμως ξαφνικά μπροστά του εμφανίστηκε ο Θάνατος:</p><p>Σταμάτα εδώ παλικάρι μου, ήρθε η ώρα σου!</p><p>&nbsp;Καλά όταν έρθει η ώρα μου, θα έρθει. Προς το παρόν όμως πάρε εσύ αυτό το μπαστούνι και σαν του λιώσεις ακόμη και τη λαβή, τότε έλα να με πάρεις.</p><br><p>Ο Θάνατος πήρε το μπαστούνι και άρχισε να απομακρύνεται μιας και είχε πολύ περπάτημα να κάνει μέχρι να το λιώσει όλο. Βγάζοντας φτερά στα πόδια, ο γιος του Βασιλιά συνέχισε τον δρόμο της επιστροφής. Έφτασε και στο αμπέλι που τον είδε να έρχεται από μακριά και τον προσκάλεσε να κοπιάσει:</p><p>Σταμάτα και λίγο παλικάρι μου, φάε σταφύλια και πιες κρασί.</p><p>Πολύ θα το ήθελα, αλλά έχω ακόμη πολύ δρόμο να διανύσω και ο Θάνατος με ακολουθεί.</p><p>Μην ανησυχείς, θα κάνω ό,τι μπορώ να σε βοηθήσω.</p><p>Πιστεύω όλα θα πάνε καλά αν μου πεις πώς να τον σταματήσω αυτόν τον Θάνατο, αυτό θέλω από εσένα.</p><p>Όταν θα έρθει να σε βρει, να του πετάξεις το ξίφος σου και να του πεις ότι μόνο όταν σκουριάσει ολόκληρο να έρθει να σε πάρει.</p><p>Σ΄ ευχαριστώ για την συμβουλή σου αμπέλι μου. Μόλις τον δω, θα πετάξω το ξίφος μου στα πόδια του.</p><br><p>Ο πρίγκιπας αποχαιρέτησε το αμπέλι και έφυγε γρήγορα για το Αθάνατο Βασίλειο. Κι όμως μια μέρα, να σου πάλι μπροστά του ο Θάνατος:</p><p>Σταμάτα παλικάρι μου, έφτασε το τέλος σου!</p><p>Καλά, αφού το λες εσύ έτσι θα είναι. Ορίστε όμως το τελευταίο πράγμα που μου έχει απομείνει στον κόσμο αυτό. Αν δεν ήθελα τόσο πολύ να ζήσω, δεν θα αποχωριζόμουν ποτέ αυτό το ξίφος. Σου το παραδίδω, να το έχεις μαζί σου μέχρι να σκουριάσει εντελώς και τότε, και μόνο τότε, να έρθεις να με πάρεις αν καταφέρεις να με βρεις. Αν όχι, μάθε πως θα είμαι στο Αθάνατο Βασίλειο και σταμάτα να με αναζητάς.</p><br><p>Ο πρίγκιπας πέταξε το ξίφος του στα πόδια του Θανάτου και συνέχισε. Το ξίφος σκούριασε με τον χρόνο και ο Θάνατος σαν σαΐτα, άρχισε να αναζητά τον γιο του Βασιλιά. Εκείνος είχε φτάσει στην πύλη του Αθάνατου Βασίλειου και μόλις τον είδε η γυναίκα του έτρεξε να του ανοίξει και τον πήρε από το χέρι. Μα ο γρήγορος Θάνατος ίσα που τον πρόλαβε καθώς έμπαινε και του έπιασε το πόδι:</p><p>Σταμάτα! Σταμάτα! Είσαι δικός μου, πού νομίζεις ότι πας; ούρλιαξε ο Θάνατος.</p><p>Όχι, είναι δικός μου! του φώναξε η κόρη του Βασιλιά.</p><p>Άφησέ τον σου λέω! τσίριξε ο Θάνατος. Δικός μου είναι!</p><p>Αφού τα πράγματα ήρθαν ως εδώ, είπε τότε ήρεμα η πριγκίπισσα, θα τον μεταμορφώσω σε χρυσό μήλο, θα τον πετάξω στον αέρα και όποιος από τους δυο μας τον πιάσει αυτός και θα τον κρατήσει. </p><br><p>Η μικρότερη κόρη του Βασιλιά μεταμόρφωσε τον πρίγκιπα σε χρυσό μήλο και τον πέταξε στον αέρα. Έτσι στον ουρανό καρφώθηκε ο Αποσπερίτης, το βραδινό αστέρι. Ο Βασιλιάς και οι άλλες δυο του κόρες, έχοντας ακούσει όλη τη φασαρία και τις φωνές, κατέφτασαν κι αυτοί στην πύλη και ακούγοντας τι είχε συμβεί μεταμόρφωσαν και την μικρότερη κόρη του Βασιλιά σε χρυσό μήλο, την πέταξαν κι αυτή ψηλά και της είπαν να πάει να βρει τον πρίγκιπα και να γυρίσουν και οι δυο τους πίσω. Ο Θάνατος δεν θα μπορούσε πια να τους βλάψει. Το μήλο πετάχτηκε στον ουρανό και έγινε ο Αυγερινός, το άστρο του πρωινού.</p><br><p>Ο Θάνατος βλέποντάς τα όλ΄ αυτά θύμωσε πολύ και άρχισε να ποδοπατά τις σκιές του Βασιλιά και των θυγατέρων του, μεταμορφώνοντας έτσι και τους τρεις σε πέτρινες κολόνες. Από εκείνο τον καιρό και μετά ο Αυγερινός και ο Αποσπερίτης στέκονται στον ουρανό και στην πύλη του κόσμου τους στέκονται τρεις κολόνες φρουροί τους.</p><br><p>Καβάλα σε σκαντζοχοιράκι</p><p>Σκαρφίστηκα αυτό το παραμυθάκι</p><p>Κατέβασα το σφυρί το καρφωτό</p><p>Κι άλλη ιστορία δεν έχω να σας πω</p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></description>
			<itunes:summary><![CDATA[<p>Αν υπάρχει μια ιστορία που να συμβολίζει τον αγώνα που κάνουμε όλοι ενάντια στον θάνατο, είναι αυτή η ιστορία από τη Μολδαβία. Για ότι κερδίζουμε κι ότι αφήνουμε πίσω μας...</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Δεν περιέχει ευαίσθητο υλικό </p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>Ηχητικά εφέ: freesound.org</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ</p><br><p>Ο Αποσπερίτης και ο Αυγερινός</p><br><p>Πριν πολύ καιρό, ζούσε ένας Βασιλιάς που είχε έναν γιο. Έναν γιο τόσο άτακτο και σκανταλιάρη που κανείς δεν μπορούσε να μαντέψει τι ετοίμαζε κάθε μέρα. Μια μέρα το παιδί πήγε μέχρι την πύλη του παλατιού κι άρχισε να βάζει πέτρες στους καταπέλτες των τειχών και να τις πετάει εδώ κι εκεί. Εκείνη τη στιγμή έτυχε στο δρόμο να περνάει μια γριά γυναίκα κουβαλώντας ένα κανάτι με νερό. Το αγόρι έριξε μία πέτρα με τον καταπέλτη και της έσπασε το κανάτι. Το κανάτι έσπασε, το νερό χύθηκε στο χώμα και η γυναίκα γύρισε προς τον πρίγκιπα και του φώναξε: “Να πλανιέσαι άσκοπα, γεμάτος ανησυχία μέχρι να βρεις το Αθάνατο Βασίλειο αλλά και όταν το βρεις, να μη βρεις ηρεμία”.</p><br><p>Το αγόρι τρομαγμένο επέστρεψε στο δωμάτιο του και μετά από τρεις μέρες το μυαλό του θόλωσε και τόσο χαμένος στις σκέψεις του ήταν που έπεσε σε βαθιά θλίψη. Μόνη του σκέψη ήταν να βρει το Αθάνατο Βασίλειο. Αρκετές μέρες έκανε υπολογισμούς και σκέφτηκε και μελαγχόλησε ώσπου ένα πρωινό ζήτησε από τον πατέρα του τον Βασιλιά να του δώσει λίγα χρήματα, μια αλλαξιά ρούχα, ένα ξίφος κι ένα κοντάρι για να βγει στον κόσμο. Φαινόταν αποφασισμένος και κανείς δεν μπορούσε να τον μεταπείσει. Έτσι, ο γιος του Βασιλιά έφυγε από το παλάτι. </p><br><p>Πήρε ένα μονοπάτι και μετά ένα άλλο, πέρασε ένα χωριό και μετά ένα άλλο, μετά διέσχισε μια πόλη ώσπου έφτασε στη σπηλιά ενός ερημίτη. Του φώναξε να βγει και ο ερημίτης ξεπρόβαλε στην είσοδο της σπηλιάς:</p><p>Τι ζητάς παλικάρι μου;</p><p>Ψάχνω να βρω το Αθάνατο Βασίλειο.</p><p>Ούτε έχω δει μα ούτε ακούσει γι΄ αυτό το Βασίλειο, του είπε όλο έκπληξη ο ερημίτης.</p><p>Και τι θα κάνω τώρα, είπε απελπισμένα ο νεαρός. Δεν μπορώ να γυρίσω πίσω.</p><p>Προχώρησε μέσα σε αυτό το πυκνό δάσος, τον συμβούλευσε τότε ο ερημίτης. Εκεί θα συναντήσεις άκακα ζώα αλλά και τρομερά θηρία, να τα χαιρετίσεις όλα. Στο τέλος θα φτάσεις σ΄ ένα παλάτι που στο κατώφλι του θα είναι ξαπλωμένος ένας δράκος. Χαιρέτησέ τον κι αυτόν και θα δεις, θα χαρεί τόσο πολύ που θα κουνήσει το κεφάλι του και θα σε αφήσει να περάσεις. Τότε θα μάθεις τι να κάνεις μετά. </p><br><p>Ο γιος του Βασιλιά έκανε όπως του είχε πει ο ερημίτης. Ενόσω διέσχιζε το δάσος, χαιρετούσε κάθε πλάσμα που βρισκόταν στο διάβα του, ακόμα και τα πουλιά και τα έντομα, μέχρι που έφτασε και στο παλάτι. Εκεί, ένας τρομερός δράκος είχε ακουμπισμένο το κεφάλι του στο κατώφλι. Ο γιος του Βασιλιά υποκλίθηκε και είπε στον δράκο:</p><p>Καλή σου μέρα Δράκε μου με τα χρυσά σου λέπια!</p><p>Αν δεν με είχες χαιρετίσει, του είπε τότε χαρούμενα ο δράκος απομακρύνοντας το κεφάλι του από την είσοδο του παλατιού, θα σε είχα σκοτώσει στη στιγμή.</p><p>Αν είχες δοκιμάσει να με σκοτώσεις, του απάντησε τότε ο νεαρός καθώς στάθηκε μπροστά στην πόρτα του παλατιού, θα σε είχα κάνει κιμά!</p><br><p>Ο γιος του Βασιλιά μπήκε στο παλάτι και είδε έναν γέρο άνδρα, τόσο γέρο όσο γέρικος είναι ο κόσμος:</p><p>Τι σε φέρνει εδώ γενναίε μου;</p><p>Αναζητώ το Αθάνατο Βασίλειο.</p><p>Αυτό είναι πολύ, πολύ μακριά νέε μου. Κανείς δεν έχει φτάσει ως εκεί και κανείς δεν ξέρει τον δρόμο για να φτάσει. Αφού όμως ήσουν τόσο ευγενικός με όλα μου τα πλάσματα, θα σου δώσω αυτό το κουβάρι με χρυσή κλωστή, αυτή θα σου δείξει τον δρόμο. Άφησε τη να κυλίσει και ακολούθα την.</p><br><p>Ο γιος του Βασιλιά τότε αποχαιρέτησε τον γέρο και άφησε το κουβάρι να πέσει. Εκείνο κύλησε πάνω από βουνά και πεδιάδες, πάνω από χωράφια και ερήμους. Καθώς κυλούσε, το κουβάρι άφηνε πίσω του μια ισχνή χρυσή κλωστή, τόσο λεπτή όσο ο ιστός της αράχνης. Ο πρίγκιπας άρχισε να περπατά και να περπατά και να περπατά ώσπου έφτασε σε μια βελανιδιά και είπε να κάτσει λίγο να ξεκουραστεί. Βρήκε ένα δροσερό και σκιερό μέρος να καθήσει, μόνο που άθελα του έκατσε ακριβώς πάνω σ΄ ένα βελανίδι που είχε βγάλει μια μικρή φύτρα. Το βελανίδι, μην αντέχοντας όλο αυτό το βάρος πάνω του, του είπε:</p><p>Ποιος είσαι εσύ νεαρέ μου και τι θέλεις στα μέρη μας;</p><p>Είμαι γιος Βασιλιά και πάω στο Αθάνατο Βασίλειο όπου και θα ζήσω για πάντα.</p><p>Καλά, μην κάθεσαι όμως επάνω μου, μόλις έβγαλα βλαστάρι και είμαι ευαίσθητο κι αδύναμο. Μη με λιώσεις, άσε με να μεγαλώσω κι αν θες κάτσε μαζί μου μέχρι να γίνω μεγάλο και δυνατό δέντρο. Θα ζήσω πολλά και καλά χρόνια και όταν πια κουραστώ να ζω και πέσω χάμω σκορπίζοντας τη σκόνη μου στα χελιδόνια, τότε κι εσένα θα έρθει το τέλος σου.</p><br><p>Ο γιος του Βασιλιά σηκώθηκε, κάλυψε το βελανίδι με χώμα για να μεγαλώσει, το αποχαιρέτησε κι έφυγε. Περπάτησε και περπάτησε ώσπου συνάντησε ένα αμπέλι παραφορτωμένο με σταφύλια. Ο νεαρός είπε να κάτσει να ξεκουραστεί, έκοψε ένα τσαμπί σταφύλια και τα έφυγε. Σαν τελείωσε, το αμπέλι του είπε:</p><p>Για που το έβαλες νεαρέ μου;</p><p>Πάω στο Αθάνατο Βασίλειο όπου και θα ζήσω για πάντα.</p><p>Θάψε ένα από τα κουκούτσια των σταφυλιών μου στο χώμα να γίνει κι αυτό αμπέλι που θα κάνει με τη σειρά του τα δικά του σταφύλια. Αν θέλεις, κάτσε μαζί μου και θα ζήσεις μέχρι το αμπέλι να μεγαλώσει τόσο πολύ που δεν θα έχει πού να βάλει τις ρίζες του στη γη και τα φύλλα του κάτω από τον ήλιο. Όσο θα είσαι εδώ μπορείς να πίνεις κρασί και να τρως σταφύλια.</p><br><p>Ο γιος του Βασιλιά έθαψε έναν σπόρο σταφυλιού στο χώμα και είπε στο αμπέλι: </p><p>Σ΄ ευχαριστώ αμπέλι μου και καλή τύχη σου εύχομαι. Να μεγαλώσεις και να πολλαπλασιαστείς, αλλά εγώ θα συνεχίσω το ταξίδι μου.</p><p>Καλή υγεία και τύχη να έχεις παλικάρι μου!</p><br><p>Και ο νεαρός συνέχισε το ταξίδι του. Λίγο παρακάτω είδε έναν πληγωμένο αετό και, καθώς έβγαλε το τόξο του να τον σκοτώσει, ο αετός του είπε: “Μη με σκοτώσεις παλικάρι μου. Φρόντισε με και κάνε με καλά κι εγώ θα σε βοηθήσω. Όποτε βρεθείς μπροστά σε ένα πρόβλημα αρκεί μόνο να με θυμηθείς κι εγώ θα βρεθώ στο πλευρό σου”. Και ο γιος του Βασιλιά έδεσε τις πληγές του αετού και τον τάισε, τον έκανε καλά και συνέχισε το ταξίδι του.</p><br><p>Έφτασε και στη θάλασσα. Καθώς προχωρούσε δίπλα στο κύμα, στο βάθος διέκρινε κάτι γυαλιστερό και κατάλευκο: “Μα τι μπορεί να είναι αυτό;” αναρωτήθηκε, “τι θαύμα με περιμένει;”. Όταν πλησίασε είδε το θαύμα! Μόλις τα κύματα τραβήχτηκαν φάνηκε μπροστά του ο Βασιλιάς των Ψαριών, ο οποίος είχε ξεβραστεί στην καυτή άμμο και καιγόταν κάτω από τον ήλιο. Ήταν δώδεκα βήματα μακρύς και ψηλός σαν άνθρωπος, τα πτερύγια του ήταν ασημένια και τα λέπια του χρυσά. Ποτέ κανείς θνητός δεν είχε ξαναδεί τέτοιο πλάσμα!</p><p>Πω, πω τι γεύμα θα γίνει αυτό το ψάρι! είπε ο γιος του Βασιλιά πλησιάζοντάς τον.</p><p>Παλικάρι μου, αν με φας σου εγγυώμαι ότι&nbsp;δεν θα πας πολύ μακριά ακόμα, απάντησε ο Βασιλιάς των Ψαριών σαν τον άκουσε. Καλύτερα για σένα θα είναι να με ρίξεις στα βαθιά να πάω από εκεί που ήρθα. Μετά, όποτε βρεθείς μπροστά σ΄ ένα πρόβλημα αρκεί μόνο να με θυμηθείς κι εγώ θα βρεθώ στο πλευρό σου.</p><br><p>Ο νεαρός τότε έψαξε και βρήκε ένα κοντάρι και σιγά σιγά έσπρωξε τον Βασιλιά των Ψαριών προς τη θάλασσα μέχρι που έφτασε αρκετά βαθιά για να μπορεί κολυμπήσει και να φύγει. Έπειτα ο πρίγκηπας συνέχισε τον δρόμο του. Πέρασε από κάστρα και βασιλιάδες, αγορές και κλεφτρόνια. Συνάντησε και μια αλεπού που την κυνηγούσαν κάτι σκυλιά. Ήταν εξουθενωμένη και γεμάτη δαγκωνιές. Ο γιος του Βασιλιά έβγαλε το τόξο του και τη σημάδεψε, όταν η αλεπού του είπε: “Καλό μου παλικάρι, μη με σκοτώσεις, μόνο σώσε με από τα σκυλιά κι εγώ μια μέρα θα σε βοηθήσω”. Ο νεαρός τότε έδιωξε τα σκυλιά και πήρε την αλεπού υπό την προστασία του, την ντάντεψε μέχρι που έγινε τελείως καλά και την άφησε ελεύθερη. Φεύγοντας, η αλεπού του είπε: “Σ΄ ευχαριστώ πρίγκιπά μου που μου έσωσες τη ζωή. Όποτε βρεθείς μπροστά σ΄ ένα πρόβλημα αρκεί μόνο να με θυμηθείς κι εγώ θα βρεθώ στο πλευρό σου”.</p><br><p>Ο γιος του Βασιλιά συνέχισε το ταξίδι του. Όσο πιο μακριά πήγαινε τόσο ξετυλιγόταν το κουβάρι με τη χρυσή κλωστή και όλο και μίκραινε. Περπάτησε και περπάτησε μέχρι που βρέθηκε μπροστά σε μια λεύκα με δυο κορμούς. Ανάμεσα στους κορμούς μια αράχνη είχε στήσει τον ιστό της στον οποίο είχε πιαστεί ένα κουνούπι που πάλευε να ξεφύγει. Όταν το κουνούπι είδε τον γιο του Βασιλιά, του φώναξε: “Πρίγκιπά μου σώσε με κι εγώ θα βρω τρόπο να σε βοηθήσω. Ξέρω πού πας, τραβάς για το Αθάνατο Βασίλειο και αν με βοηθήσεις, σου το υπόσχομαι δεν θα το μετανιώσεις”. Ο γιος του Βασιλιά ίσα που άκουσε το κουνούπι και σταμάτησε. Το ελευθέρωσε και του πρόσφερε το χέρι του να φάει λίγο για ν΄ ανακτήσει τις δυνάμεις του. Φεύγοντας το κουνούπι, του είπε: “Σ΄ ευχαριστώ ταξιδιώτη για το καλό που μου έκανες. Όποτε σου τύχει κάποιο πρόβλημα αρκεί μόνο να με θυμηθείς κι εγώ θα βρεθώ στο πλευρό σου. Συνέχισε έτσι όπως πηγαίνεις μέχρι τώρα και ο στόχος σου δεν είναι μακριά. Θα δεις ένα παλάτι. Να πας αμέσως μπροστά στον Βασιλιά και να του πεις να σου δώσει την κόρη του για γυναίκα σου, μιας και δεν μπορείς να κυβερνήσεις το Αθάνατο Βασίλειο ανύμφευτος!”.</p><br><p>Ο γιος του Βασιλιά προχώρησε μέχρι που το χρυσό κουβάρι έγινε μικρό σαν μήλο, μετά μικρό σαν καρύδι και όταν έγινε μικρό σαν φασόλι είδε μπροστά του το παλάτι. Ήταν το ομορφότερο παλάτι που είχε δει ποτέ του, οι πύργοι του ψηλοί και φύλλα χρυσού διακοσμούσαν το εξωτερικό του. Ο νεαρός πήγε κατευθείαν στην πύλη του παλατιού και τη χτύπησε. Ο ίδιος ο Βασιλιάς πήγε να δει ποιος ήταν και τότε το γενναίο παλικάρι του είπε: </p><p>Υψηλότατε, ήρθα μέχρι εδώ να ζητήσω το χέρι της μικρότερης κόρης σας. Θα ήθελα να κάτσω στην κεφαλή του τραπεζιού σας με την κόρη σας δίπλα μου ως γυναίκα μου. Δέχεστε την πρόταση μου;</p><p>Και γιατί όχι; του απάντησε ο Βασιλιάς. Θα σου τη δώσω για γυναίκα αν κρυφτείς τόσο καλά που να μην μπορεί να σε βρει κανείς. Τότε θα οργανώσουμε μια σωστή γαμήλια γιορτή και θα μπορέσεις να ζήσεις εδώ για πάντα, μιας και πέρα από αυτή την πύλη βρίσκεται το Αθάνατο Βασίλειο.</p><br><p>Ο νεαρός στενοχωρήθηκε πολύ με αυτό που άκουσε γιατί δεν ήξερε πού να πάει να κρυφτεί. Έκατσε και σκέφτηκε πολύ ώσπου ξαφνικά θυμήθηκε τον αετό! Στη στιγμή, ο αετός εμφανίστηκε μπροστά του. </p><p>Τι σε στενοχωρεί τόσο αφέντη μου;</p><p>Βρήκα τον μπελά μου αητέ, του απάντησε ο πρίγκηπας και του διηγήθηκε τι είχε συμβεί.</p><p>Αυτό είναι μόνο; Να μην ανησυχείς καθόλου γι΄ αυτό!</p><br><p>Ο αετός πήρε τον νεαρό και τον έκρυψε ψηλά στον ουρανό πέρα από εννέα στρώσεις σύννεφα.</p><br><p>Ο Βασιλιάς του Αθάνατου Βασίλειου είχε τρεις κόρες που ήταν ολόιδιες. Είχαν ίδια χαρακτηριστικά, ίδια μαλλιά, ίδια φορέματα, ίδια παπούτσια. Ο Βασιλιάς βγήκε από το παλάτι με το ξίφος και τη μεγαλύτερή του κόρη και της είπε να πάει να βρει τον νεαρό και πως αν αποτύγχανε, θα της έκοβε το κεφάλι. Η κοπέλα πήγε στον κήπο και γέμισε ένα καλάθι με χρυσάνθεμα. Έπειτα πήγε και βρήκε τον πατέρα της και οι δυό τους ξεκίνησαν την αναζήτησή τους. Η πριγκίπισσα κοίταξε στη γη και δεν τον βρήκε. Κοίταξε στη θάλασσα και πάλι δεν τον είδε πουθενά. Κοίταξε και στον ουρανό και είπε: “Βγες από τα σύννεφα, σε βλέπω.” Μεμιάς ο αετός κατέβασε τον νεαρό και τον παρουσίασε μπροστά στον Βασιλιά, ο οποίος τον κοίταξε καλά καλά και του είπε:</p><p>Να σου το κόψω τώρα το κεφάλι;</p><p>Μεγαλειότατε, διέκοψε τότε η κόρη του, πρέπει να του συγχωρήσετε αυτή του την πρώτη αποτυχία.</p><p>Πολύ καλά, είπε ο Βασιλιάς και τον συγχώρεσε. Αλλά θυμίσου πως αν σε βρει και η δεύτερή μου κόρη τότε σίγουρα θα το χάσεις το κεφάλι σου. </p><br><p>Πήγε τότε πίσω στο παλάτι να φέρει τη μεσαία του κόρη, όσο ο πρίγκιπας έκατσε κι έκλαιγε τη μοίρα του μην ξέροντας τι να κάνει. Καθώς βρισκόταν σε περισυλλογή, στο μυαλό του έφερε τον Βασιλιά των Ψαριών. Όσο γρήγορη ήταν αυτή του η σκέψη, τόσο γρήγορα εμφανίστηκε μπροστά του ένα τεράστιο κύμα κι από μέσα του ξεπήδησε ο Βασιλιάς των Ψαριών:</p><p>Σε τι μπελά βρέθηκες αφέντη μου;</p><p>Βρίσκομαι σε κίνδυνο! είπε το πριγκιπόπουλο και του εξιστόρησε ό,τι είχε συμβεί με τον Βασιλιά του Αθάνατου Βασίλειου.</p><p>Αν αυτό είναι όλο, τότε ησύχασε. Ξέρω κάτι πολύ καλές κρυψώνες στον βυθό της θάλασσας.</p><br><p>Και ο Βασιλιάς των Ψαριών έβαλε στο στόμα του τον νεαρό σαν σπόρο καλαμποκιού και τον πήρε μαζί του στα βάθη της θάλασσας.</p><br><p>Ο Βασιλιάς του Αθάνατου Βασίλειου βγήκε τότε από την πύλη του παλατιού συνοδευόμενος από την μεσαία του κόρη, τράβηξε το ξίφος του και είπε: “Βρες πού είναι κρυμμένος ο πρίγκιπας αλλιώς θα χάσεις τη ζωή σου”. Η πριγκίπισσα πήγε να πλυθεί, μάζεψε κάμποσα χρυσάνθεμα στο πανέρι της και πήγε να ψάξει για τον πρίγκιπα. Κοίταξε παντού στη γη, αλλά δεν τον βρήκε. Κοίταξε τότε στον ουρανό, μα ούτε εκεί ήταν. Τέλος, η πριγκίπισσα κοίταξε και στη θάλασσα και τον είδε. Είπε τότε ο Βασιλιάς: “Βγες έξω νεαρέ, η κόρη μου σε είδε”. Ο Βασιλιάς των Ψαριών έφερε τον πρίγκιπα μπροστά στον Βασιλιά του Αθάνατου Βασίλειου:</p><p>Τώρα θα σου κόψω το κεφάλι.</p><p>Όχι πατέρα μου, συγχώρα του και τη δεύτερη αποτυχία, παρενέβη η μεσαία κόρη του Βασιλιά. Αν και την τρίτη φορά δεν καταφέρει να κρυφτεί τότε να του το κόψεις.</p><p>Πολύ καλά, είπε ο Βασιλιάς βάζοντας για άλλη μια φορά το σπαθί του στη θήκη του. Θα σε συγχωρήσω για δεύτερη φορά και μόνο για χάρη της κόρης μου. Αν όμως σε βρούμε και την τρίτη φορά τότε δεν θα ξαναδείς τούτο τον κόσμο. </p><br><p>Τώρα ο πρίγκιπας είχε εντελώς απελπιστεί. Φοβόταν τόσο πολύ που η καρδιά του κόντευε να σπάσει από τους χτύπους: “Πάει θα το χάσω το κεφαλάκι μου! Τι να κάνω, πού να πάω να μη με βρει η μικρότερη κόρη του Βασιλιά; Ποιος θα με βοηθήσει;” Καθώς κλαιγόταν και τράβαγε τα μαλλιά του στο νου του ήρθε η αλεπού, η οποία εμφανίστηκε στο πλευρό του στη στιγμή:</p><p>Γιατί κλαις έτσι αφέντη μου;</p><p>Άκου, άκου τι έπαθα, της είπε ο πρίγκιπας και της είπε ό,τι του είχε συμβεί.</p><p>Καλέ ηρέμησε! Μην χαλάς την καρδιά σου για κάτι τέτοιο, δεν υπάρχει λόγος για τόση δυστυχία. Μιας και τα πράγματα έφτασαν ως εδώ, ακολούθα με, ξέρω ακριβώς τι να κάνω!</p><br><p>Η αλεπού προχώρησε μπροστά και ο πρίγκιπας την ακολούθησε. Σταμάτησαν όταν έφτασαν στον βασιλικό κήπο και τότε η αλεπού χτύπησε με την ουρά της τον πρίγκιπα, ο οποίος μεταμορφώθηκε σε χρυσάνθεμο.</p><br><p>Η μικρότερη κόρη του Βασιλιά πλύθηκε, κατέβηκε στον κήπο, έκοψε αυτό το συγκεκριμένο χρυσάνθεμο, μιας και αυτό της άρεσε περισσότερο και το έβαλε στο πανέρι της. Βγήκε και ο Βασιλιάς από το παλάτι με το σπαθί του στο χέρι, φώναξε κοντά του την μικρότερη του κόρη και της είπε να βρει τον πρίγκιπα, αλλιώς θα της έκοβε το κεφάλι. Η πριγκίπισσα κοίταξε στη γη, αλλά τίποτα. Έψαξε στη θάλασσα και πάλι τίποτα. Τέλος κοίταξε και στον ουρανό, αλλά δεν βρήκε τον νεαρό ούτε εκεί. Ξανακοίταξε στα βάθη της γης, στον πάτο της θάλασσας, στα πιο μακρινά αστέρια του ουρανού, μα ο νεαρός ήταν άφαντος. Είπε ο Βασιλιάς:</p><p>Ψάξε καλύτερα, πού τον έκρυψες;</p><p>Έψαξα παντού πατέρα μου, διεξοδικά αλλά δεν μπορώ να τον βρω. Βλέπω τον ίσκιο του, μα όχι τον ίδιο.</p><p>Βγες έξω να σε δούμε νεαρέ, φώναξε τότε ο Βασιλιάς, από εκεί που κρύβεσαι! Η κόρη μου δεν μπόρεσε να σε βρει.</p><br><p>Ο πρίγκιπας ξεπήδησε από το πανέρι της πριγκίπισσας και είπε:</p><p>Να ‘μαι Εξοχώτατε!</p><p>Έξοχα νεαρέ μου, βλέπω έχεις πολύ κουράγιο μέσα σου!</p><br><p>Ο Βασιλιάς φώναξε τους μουσικούς του και προσκάλεσε τον πρίγκιπα στην αυλή. Έπειτα του ζήτησε να μαντέψει ποια από τις τρεις του κόρες ήταν η μικρότερη και να την επιλέξει. Αν διάλεγε σωστά θα την παντρευόταν αμέσως. Αν όχι, θα του έκοβε το κεφάλι. Ο νεαρός, που νόμιζε ότι πια τα προβλήματα του είχαν τελειώσει, δεν πίστευε στ’ αυτιά του. Άρχισε να κλαίει και να κλαίει μέχρι που τα μάτια του πρήστηκαν από το κλάμα: “Αυτό είναι το τέλος μου, στα σίγουρα τώρα ο Βασιλιάς θα μου κόψει το κεφάλι και πάνω που νόμιζα ότι είχα γλυτώσει”. Και στον νου του έφερε το κουνούπι. Με ένα βζζζιν! το κουνούπι εμφανίστηκε μπροστά του:</p><p>Τι σου συμβαίνει αφέντη μου; Γιατί κλαις τόσο;</p><p>Μα τι άλλο να κάνω; Πάνω που όλα είχαν τελειώσει, τώρα πάλι ο Βασιλιάς θέλει το κεφάλι μου. Πώς να ξεχωρίσω τη μικρότερή του κόρη από τις άλλες όταν μοιάζουν τόσο πολύ;</p><p>Μην σκοτίζεσαι άλλο αφέντη και μην το σκέφτεσαι. Εγώ ξέρω ποια είναι ποια μιας κι έχω μεγαλώσει κοντά τους. Όταν σου τις φέρει ο Βασιλιάς να τις ξεχωρίσεις, εγώ θα πάω και θα σταθώ στην άκρη της μύτης της μικρότερης κι έτσι θα ξέρεις κι εσύ ποια είναι.</p><br><p>Δεν είχε περάσει και πολύ και ο Βασιλιάς παρουσίασε στον νεαρό τις τρεις του κόρες. Είχαν τα ίδια μάτια, τα ίδια πρόσωπα, το ίδιο ύψος και ήταν ντυμένες το ίδιο. Ήταν αδύνατο να τις ξεχωρίσει κανείς. Τότε βγήκε και το κουνούπι από κάτι κοντινούς θάμνους και πετώντας στάθηκε στη μύτη της μικρότερης. Εκείνη πήγε να το διώξει και τότε ο πρίγκιπας της έπιασε το χέρι και φώναξε:</p><p>Αυτή είναι η μικρότερη πριγκιποπούλα Υψηλότατε!</p><p>Σωστά μάντεψες, αυτή είναι η μικρότερη, είπε ο Βασιλιάς.</p><br><p>Και ήταν όντως όμορφη σαν τον ήλιο που ανατέλλει και σαν τον βασιλικό που ανθίζει. Ο πατέρας της ήταν κι αυτός πολύ ικανοποιημένος με τον γάμο της κόρης του. Προσκάλεσε τον γαμπρό του να κάτσει στην κεφαλή του τραπεζιού και του είπε: “Σου δίνω το χέρι της κόρης μου και μαζί της όλο το βασίλειό μου. Από σήμερα και μπρος θα μείνεις μαζί μας. Ο θάνατος θα σε προσπερνά και θα ζήσεις για πάντα. Εμπρός λοιπόν, πήγαινε να θαυμάσεις το βασίλειο σου μα θυμήσου να μην βγεις ποτέ από την πύλη που μπήκες αλλιώς μεγάλο κακό θα σε βρει”.</p><br><p>Ο πρίγκιπας βγήκε έξω και είδε χρυσούς κήπους, δέντρα τόσο φορτωμένα με καρπούς που τα κλαδιά τους άγγιζαν τη γη, παλάτια από χρυσό κι ασήμι, πηγάδια από μάρμαρο με ασημένιες γούρνες, ποτάμια από γάλα και μέλι, λιβάδια γεμάτα με πολύχρωμα πουλιά και γρασίδι όλο λουλούδια και χορτάρι με δροσοσταλίδες σαν μαργαριτάρια. </p><br><p>Υπήρχαν πολλά θαύματα να δει, αλλά δεν θα μπορέσουμε να τα περιγράψουμε όλα τώρα μιας και το γαμήλιο γλέντι είχε αρχίσει και το φαγοπότι ήταν πολύ γιορτινό. Ούτε θα μπορέσουμε να σας πούμε πόσο κράτησε το γλέντι μιας και ο ήλιος δεν ανατέλλει ούτε δύει σε αυτόν τον τόπο, μόνο μένει πάντα στη μέση του ουρανού.</p><br><p>Μετά τον γάμο, ο πρίγκιπας ζούσε ζωή χαρισάμενη. Μια μέρα που είχε βγει για κυνήγι, έριξε μια με το τόξο του και το βέλος βγήκε έξω από την πύλη του Βασιλείου. Ξεχνώντας τη συμβουλή που του είχε δώσει ο Βασιλιάς, ο πρίγκιπας ξεκλείδωσε και βγήκε από την πύλη να πάει να φέρει πίσω το βέλος του. Τότε όμως είδε μπροστά του τη χρυσή κλωστή και ξαφνικά θυμήθηκε το σπίτι του, τον πατέρα και τη μητέρα του. Τους είχε πεθυμήσει. Το σκέφτηκε για λίγο και αποφάσισε να πάει να τους επισκεφτεί:</p><p>Θα φύγω να πάω να δω τι κάνουν οι γονείς μου.</p><p>Μην πας αγόρι μου, τον παρακάλεσε ο Βασιλιάς, δεν υπάρχει πια λόγος. Έχει περάσει πολύς καιρός, ούτε οι γονείς σου ζουν πια μα ούτε καν τα εγγόνια τους.</p><br><p>Αλλά ο γενναίος νεαρός δεν τον πίστεψε και ετοιμάστηκε να φύγει. Μάζεψε κάποια πράγματα, τα όπλα του, υποκλίθηκε στον Βασιλιά, φίλησε τη γυναίκα του και αναχώρησε. Ο Βασιλιάς και η κόρη του έμειναν να τον κοιτούν να φεύγει με βαθιά θλίψη.</p><br><p>Ο πρίγκιπας άρχισε πάλι να ακολουθεί τη χρυσή κλωστή. Περπάτησε και περπάτησε μέχρι που έφτασε στο αμπέλι το οποίο είχε μεγαλώσει και είχε απλωθεί σε λόφους και λιβάδια, τόση έκταση είχε πάρει που δεν έβλεπε το τέλος του. Το αμπέλι τον γνώρισε και του είπε:</p><p>Κάτσε να ξεκουραστείς γενναίε μου!</p><p>Σ΄ ευχαριστώ για την ευγενική σου πρόταση, μα βιάζομαι να φτάσω στους γονείς μου.</p><br><p>Συνέχισε τον δρόμο του μέχρι που συνάντησε μια γέρικη βελανιδιά, η οποία τον αναγνώρισε αμέσως:</p><p>Σταμάτα για λίγο γενναίο μου παλικάρι και ξεκουράσου κάτω από τα κλαδιά μου. Εσύ είσαι αυτός που μου είχες κάνει μεγάλο καλό και με βοήθησες από τόσο δα βελανιδάκι να γίνω μεγάλο δέντρο!</p><br><p>Ο γιος του Βασιλιά με έκπληξη και δυσπιστία κοίταξε τη βελανιδιά και δεν μπορούσε να πιστέψει πως είχε περάσει τόσος καιρός. Την ευχαρίστησε για τα καλά της λόγια και έφυγε.</p><br><p>Προχώρησε και προχώρησε μέχρι που έφτασε και στο κάστρο απ’ όπου είχε πάρει το κουβάρι με τη χρυσή κλωστή. Εκεί βρήκε και τον δράκο ο οποίος είχε γεράσει τόσο που ήταν όλο ζάρες. Τον χαιρέτησε και ο δράκος χάρηκε πολύ:</p><p>Παλικάρι μου, έτοιμος ήμουν να σε καταβροχθίσω, αλλά ευτυχώς που με χαιρέτησες.</p><br><p>Ο πρίγκιπας μπήκε στο παλάτι και βρήκε και τον άρχοντα που ζούσε εκεί. Τόσα χρόνια είχαν περάσει από την τελευταία φορά που τον είδε, που η γενειάδα του είχε μακρύνει πάρα πολύ. Τη μισή την έβαζε για κουβέρτα και πάνω στην άλλη μισή κοιμόταν! Ο γέρος άνθρωπος με τη βοήθεια της μαγκούρας του σήκωσε τα βλέφαρά του, κοίταξε τον νέο και είπε: “Αν ξαναπεράσεις από εδώ, έλα να με δεις”. Ο πρίγκιπας αποχαιρέτησε τον γέρο και τράβηξε για το σπίτι του, που τώρα δεν απείχε και πολύ. </p><br><p>Εκεί που ήταν η σπηλιά του ερημίτη, τώρα υπήρχε ένα πυκνό κι αφιλόξενο δάσος και ο πρίγκιπας φοβήθηκε μην του επιτεθούν λύκοι. Όσο για τον ερημίτη και τη σπηλιά, δεν υπήρχε ίχνος τους πουθενά. Τόσο λυπήθηκε ο γιος του Βασιλιά που έτοιμος ήταν να γυρίσει πίσω. Παρόλ΄ αυτά συνέχισε μέχρι που έφτασε στο σπίτι του. Κοίταξε από δω και κοίταξε κι από κει μα δεν κατάφερε να διακρίνει κάτι. Το μόνο που μπόρεσε να κάνει ήταν να μαντέψει πού κάποτε στεκόταν το παλάτι των γονιών του από κάτι ερείπια που υπήρχαν εκεί. Σε μια γωνιά ανάμεσα στα ερείπια, ο νεαρός είδε μια καλύβα. Πήγε να μάθει τι είχε συμβεί και μέσα βρήκε να μένει ένας άντρας τριακοσίων ετών. Ο άντρας είπε στο παλικάρι πως κάποιος μακρινός του πρόγονος του είχε πει για έναν Βασιλιά που κάποτε ζούσε εκεί και του οποίου ο γιος είχε φύγει να βρει ζωή χωρίς θάνατο, νιάτα χωρίς γεράματα και να ζήσει για πάντα στο Αθάνατο Βασίλειο. Μετά από αυτό στον τόπο είχε έρθει η πανούκλα και πέθαναν όλοι, ακόμη και τα ζώα και τα πουλιά. </p><br><p>Ο γιος του Βασιλιά λυπήθηκε πολύ με αυτά που άκουσε και τότε μόνο θυμήθηκε τι του είχε πει ο Βασιλιάς του Αθάνατου Βασίλειου και γύρισε πίσω. Πέρασε το σημείο που κάποτε βρισκόταν η πύλη του παλατιού του, όπου τώρα υπήρχε μόνο ένας σωρός από πηλό και του έδωσε μια κλωτσιά. Από κάτω του βγήκε ο Θάνατος, ντυμένος στα μαύρα. Ήταν αδύνατος, σκελετωμένος και κουβαλούσε στον ώμο του ένα δρεπάνι: “Αυτή θα είναι μια κρίσιμη στιγμή”, σκέφτηκε τότε το παλικάρι: “Α, επιτέλους σε βρίσκω νεαρέ μου”, του είπε ο Θάνατος, “περιμένω να σε δω πάρα πολύ καιρό”. Ο νεαρός τότε μάζεψε όλο του το θάρρος και άρχισε να τρέχει και να τρέχει πάντα ακολουθώντας την κλωστή για το Αθάνατο Βασίλειο και ο Θάνατος τον πήρε στο κατόπι. Μόλις έφτασε μπροστά στο παλάτι του γέρου Βασιλιά δεν άντεξε να τρέξει κι άλλο. Χαιρέτησε τον Δράκο που πολύ χάρηκε για αυτό και έβγαλε το κεφάλι του από την είσοδο και μπήκε μέσα. Ήταν τόσο εξουθενωμένος που μετά βίας κατάφερε και είπε στον γέρο-Βασιλιά: </p><p>Βοήθησε με καλέ μου άνθρωπε, μη με αφήσεις να φύγω έτσι. Πες μου τι να κάνω μιας και ο Θάνατος είναι στο κατόπι μου.</p><p>Δώσε στον Θάνατο αυτό, είπε ο Βασιλιάς δίνοντας στον νεαρό μια μάλλινη ζώνη, και πες του πως μόνο όταν λιώσει και το τελευταίο νήμα θα έρθει να σε πάρει.</p><br><p>Στο μεταξύ έφτασε κι ο Θάνατος έξω από το παλάτι και μόλις είδε τον Δράκο σήκωσε το δρεπάνι του να τον σκοτώσει. Ορθώθηκε τότε ο Δράκος και άνοιξε το στόμα του απ΄όπου βγήκε φωτιά και λάβρα και δεν τον άφησε να περάσει:</p><p>Ως εδώ ξεδοντιάρη Θάνατε, τι θες και κυνηγάς τον κόσμο;</p><p>Δουλειά σου εσύ, άσε με να περάσω!</p><p>Έπρεπε να με είχες χαιρετήσει, του είπε ο Δράκος, αλλά αφού δεν το έκανες, αν αγαπάς τη ζωή σου, φύγε αλλιώς η κατάσταση εδώ θα γίνει… καυτή.</p><br><p>Βλέποντας ότι ο Δράκος δεν αστειευόταν καθόλου, ο Θάνατος απομακρύνθηκε φωνάζοντας προς το παλάτι: “Ε, γερο-Βασιλιά, άσε τον πρίγκιπα να βγει έξω αλλιώς θα σου μαδήσω τη γενειάδα τρίχα-τρίχα!”. Βγήκε ο πρίγκιπας από το παλάτι κρατώντας τη ζώνη και είπε στον Θάνατο: “Πάρε αυτή τη ζώνη Θάνατε και φόρα την. Σαν τη λιώσεις τελείως και δεν της μένει ούτε νήμα, έλα να με πάρεις”. Και ο Θάνατος πήρε τη ζώνη και τη φόρεσε. Ο πρίγκιπας προχώρησε και προχώρησε ώσπου έφτασε στη βελανιδιά. Εκείνη του είπε:</p><p>Έλα κάτσε γενναίε μου να ξεκουραστείς.</p><p>Δεν μπορώ, με ακολουθεί ο Θάνατος.</p><p>Μην ανησυχείς γι΄ αυτό. Βάλε το χέρι σου μέσα στην κουφάλα μου και βγάλε από εκεί ένα σιδερένιο μπαστούνι.</p><p>Εντάξει, το πήρα. </p><p>Αν σε προλάβει ο Θάνατος, δώσε του το μπαστούνι και πες του να το χρησιμοποιήσει μέχρι να λιώσει ακόμη και η λαβή του και τότε μόνο να έρθει να σε πάρει.</p><br><p>Ο γιος του Βασιλιά αποχαιρέτησε τη βελανιδιά και συνέχισε να τρέχει. Έτρεξε μέσα από λιβάδια χωρίς δρόμους και πέρασε ποτάμια χωρίς όχθες. Μια μέρα όμως ξαφνικά μπροστά του εμφανίστηκε ο Θάνατος:</p><p>Σταμάτα εδώ παλικάρι μου, ήρθε η ώρα σου!</p><p>&nbsp;Καλά όταν έρθει η ώρα μου, θα έρθει. Προς το παρόν όμως πάρε εσύ αυτό το μπαστούνι και σαν του λιώσεις ακόμη και τη λαβή, τότε έλα να με πάρεις.</p><br><p>Ο Θάνατος πήρε το μπαστούνι και άρχισε να απομακρύνεται μιας και είχε πολύ περπάτημα να κάνει μέχρι να το λιώσει όλο. Βγάζοντας φτερά στα πόδια, ο γιος του Βασιλιά συνέχισε τον δρόμο της επιστροφής. Έφτασε και στο αμπέλι που τον είδε να έρχεται από μακριά και τον προσκάλεσε να κοπιάσει:</p><p>Σταμάτα και λίγο παλικάρι μου, φάε σταφύλια και πιες κρασί.</p><p>Πολύ θα το ήθελα, αλλά έχω ακόμη πολύ δρόμο να διανύσω και ο Θάνατος με ακολουθεί.</p><p>Μην ανησυχείς, θα κάνω ό,τι μπορώ να σε βοηθήσω.</p><p>Πιστεύω όλα θα πάνε καλά αν μου πεις πώς να τον σταματήσω αυτόν τον Θάνατο, αυτό θέλω από εσένα.</p><p>Όταν θα έρθει να σε βρει, να του πετάξεις το ξίφος σου και να του πεις ότι μόνο όταν σκουριάσει ολόκληρο να έρθει να σε πάρει.</p><p>Σ΄ ευχαριστώ για την συμβουλή σου αμπέλι μου. Μόλις τον δω, θα πετάξω το ξίφος μου στα πόδια του.</p><br><p>Ο πρίγκιπας αποχαιρέτησε το αμπέλι και έφυγε γρήγορα για το Αθάνατο Βασίλειο. Κι όμως μια μέρα, να σου πάλι μπροστά του ο Θάνατος:</p><p>Σταμάτα παλικάρι μου, έφτασε το τέλος σου!</p><p>Καλά, αφού το λες εσύ έτσι θα είναι. Ορίστε όμως το τελευταίο πράγμα που μου έχει απομείνει στον κόσμο αυτό. Αν δεν ήθελα τόσο πολύ να ζήσω, δεν θα αποχωριζόμουν ποτέ αυτό το ξίφος. Σου το παραδίδω, να το έχεις μαζί σου μέχρι να σκουριάσει εντελώς και τότε, και μόνο τότε, να έρθεις να με πάρεις αν καταφέρεις να με βρεις. Αν όχι, μάθε πως θα είμαι στο Αθάνατο Βασίλειο και σταμάτα να με αναζητάς.</p><br><p>Ο πρίγκιπας πέταξε το ξίφος του στα πόδια του Θανάτου και συνέχισε. Το ξίφος σκούριασε με τον χρόνο και ο Θάνατος σαν σαΐτα, άρχισε να αναζητά τον γιο του Βασιλιά. Εκείνος είχε φτάσει στην πύλη του Αθάνατου Βασίλειου και μόλις τον είδε η γυναίκα του έτρεξε να του ανοίξει και τον πήρε από το χέρι. Μα ο γρήγορος Θάνατος ίσα που τον πρόλαβε καθώς έμπαινε και του έπιασε το πόδι:</p><p>Σταμάτα! Σταμάτα! Είσαι δικός μου, πού νομίζεις ότι πας; ούρλιαξε ο Θάνατος.</p><p>Όχι, είναι δικός μου! του φώναξε η κόρη του Βασιλιά.</p><p>Άφησέ τον σου λέω! τσίριξε ο Θάνατος. Δικός μου είναι!</p><p>Αφού τα πράγματα ήρθαν ως εδώ, είπε τότε ήρεμα η πριγκίπισσα, θα τον μεταμορφώσω σε χρυσό μήλο, θα τον πετάξω στον αέρα και όποιος από τους δυο μας τον πιάσει αυτός και θα τον κρατήσει. </p><br><p>Η μικρότερη κόρη του Βασιλιά μεταμόρφωσε τον πρίγκιπα σε χρυσό μήλο και τον πέταξε στον αέρα. Έτσι στον ουρανό καρφώθηκε ο Αποσπερίτης, το βραδινό αστέρι. Ο Βασιλιάς και οι άλλες δυο του κόρες, έχοντας ακούσει όλη τη φασαρία και τις φωνές, κατέφτασαν κι αυτοί στην πύλη και ακούγοντας τι είχε συμβεί μεταμόρφωσαν και την μικρότερη κόρη του Βασιλιά σε χρυσό μήλο, την πέταξαν κι αυτή ψηλά και της είπαν να πάει να βρει τον πρίγκιπα και να γυρίσουν και οι δυο τους πίσω. Ο Θάνατος δεν θα μπορούσε πια να τους βλάψει. Το μήλο πετάχτηκε στον ουρανό και έγινε ο Αυγερινός, το άστρο του πρωινού.</p><br><p>Ο Θάνατος βλέποντάς τα όλ΄ αυτά θύμωσε πολύ και άρχισε να ποδοπατά τις σκιές του Βασιλιά και των θυγατέρων του, μεταμορφώνοντας έτσι και τους τρεις σε πέτρινες κολόνες. Από εκείνο τον καιρό και μετά ο Αυγερινός και ο Αποσπερίτης στέκονται στον ουρανό και στην πύλη του κόσμου τους στέκονται τρεις κολόνες φρουροί τους.</p><br><p>Καβάλα σε σκαντζοχοιράκι</p><p>Σκαρφίστηκα αυτό το παραμυθάκι</p><p>Κατέβασα το σφυρί το καρφωτό</p><p>Κι άλλη ιστορία δεν έχω να σας πω</p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></itunes:summary>
		</item>
		<item>
			<title>Ο Ρωμαλέος Χανς</title>
			<itunes:title>Ο Ρωμαλέος Χανς</itunes:title>
			<pubDate>Mon, 05 Jul 2021 16:20:22 GMT</pubDate>
			<itunes:duration>12:59</itunes:duration>
			<enclosure url="https://sphinx.acast.com/p/open/s/6013ebce985ab977d52addcc/e/60e331470cba0e001ab65cef/media.mp3" length="15090835" type="audio/mpeg"/>
			<guid isPermaLink="false">60e331470cba0e001ab65cef</guid>
			<itunes:explicit>false</itunes:explicit>
			<link>https://www.karakaxa.org/%CE%B5%CF%80%CE%B5%CE%B9%CF%83%CF%8C%CE%B4%CE%B9%CE%B1</link>
			<acast:episodeId>60e331470cba0e001ab65cef</acast:episodeId>
			<acast:showId>6013ebce985ab977d52addcc</acast:showId>
			<acast:episodeUrl>mitos43</acast:episodeUrl>
			<acast:settings><![CDATA[FYjHyZbXWHZ7gmX8Pp1rmbKbhgrQiwYShz70Q9/ffXZMTtedvdcRQbP4eiLMjXzCKLPjEYLpGj+NMVKa+5C8pL4u/EOj1Vw4h5MMJYp0lCcFAe0fnxBJy/1ju4Qxy1fh8gO4DvlGA40yms2g0/hOkcrfHIopjTygHFqGwwOPKFIai4SuTvs86Lx3UYCyl6Zs+WO4fC9bB8/2bSJALEZpunHdJA38/ZCmkJMYOTmjFjo217hPlO5jDvDWHKK0cDAjxV6fDsdiEks6CuFCyl+6yUdwNlpW9x+utqAwFDTW8QZbjYQ3AQl6xHhiwb0DwC10]]></acast:settings>
			<itunes:subtitle>Μίτος</itunes:subtitle>
			<itunes:episodeType>full</itunes:episodeType>
			<itunes:episode>43</itunes:episode>
			<itunes:image href="https://assets.pippa.io/shows/6013ebce985ab977d52addcc/1625502012568-0b20d0efacf6b8d08b1ac2ac951d9392.jpeg"/>
			<description><![CDATA[<p>Ουδέτεροι, ξε-ουδέτεροι, έχουν και οι Ελβετοί τη δική τους λαϊκή ιστορία να μας πουν. Το παιδί από τα χωράφια παντρεύεται ολόκληρη πριγκίπισσα!</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Περιέχει έντονες σκηνές βίας </p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>Ηχητικά εφέ: freesound.org</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ</p><br><p>Ο Ρωμαλέος Χανς</p><br><p>Μια φορά κι έναν καιρό, μια πολύ μεγαλόσωμη γυναίκα, η Μεγάλη Μπεθ, έκανε έναν γιο. Όταν το αγόρι ήταν μόλις επτά ετών πήρε το όνομα Ρωμαλέος Χανς και μια μέρα η μητέρα του, του είπε: “Αγόρι μου, είμαστε φτωχοί και σύντομα θα πρέπει να ξεκινήσεις να βγάζεις κι εσύ το ψωμί σου στη δούλεψη ενός ξένου. Οι αγρότες όμως, παίρνουν μόνο τους δυνατούς στα χωράφια. Πριν σε στείλω λοιπόν να δουλέψεις αλλουνού τη γη, πήγαινε στο δάσος και φέρε πίσω ένα μεγάλο δεμάτι με ξύλα, να δω αν είσαι έτοιμος για δουλειά”. </p><br><p>Ο μικρός Χανς υπάκουσε τη μάνα του και κατάφερε να φέρει ένα μικρό δεμάτι με ξύλα πίσω. Είπε τότε η μητέρα του: “Καταλαβαίνω πως δεν είσαι έτοιμος να πας για δουλειά ακόμα…”.</p><br><p>Και ο Χανς έμεινε σπίτι για άλλα επτά χρόνια. Τον ξαναέστειλε η μητέρα του στο δάσος να φέρει ξύλα και αυτή τη φορά μπορούσε και ξερίζωνε έλατα λες και ήταν χορταράκια και τα μετέφερε σπίτι του λες και κουβαλούσε πινέλα με φτερά. Έτσι, η μητέρα του Χανς βρέθηκε με προμήθεια ξύλου μιας ολόκληρης χρονιάς: “Τώρα είσαι έτοιμος να πας να δουλέψεις στον κόσμο”, του είπε ξεχνώντας όμως να τον πληροφορήσει πως στον έξω κόσμο κανείς δούλευε για πληρωμή. </p><br><p>Ο Χανς ετοίμασε τον σάκο του και πήγε μέχρι τα διπλανά χωράφια. Εκεί ο αγρότης είχε ήδη δυο άντρες στη δούλεψή του και δεν χρειαζόταν στ’αλήθεια τρίτο. Αλλά λίγο η απληστία του, λίγο που ο Χανς δε ζήτησε πληρωμή, τον προσέλαβε κι αυτόν. Η πρώτη δουλειά που είχε να κάνει ο Χανς ήταν να κόψει ξύλα στο δάσος, να τα φορτώσει σε ένα κάρο να τα φέρει στο κτήμα. Το κάρο ήταν ήδη φορτωμένο με πολλά ξύλα και όταν τελείωσε να το φορτώνει και ο Χανς, τα δυο άλογα που θα το έσερναν δεν μπορούσαν να το τραβήξουν ούτε λίγο. Τότε ο Χανς φόρτωσε και τα άλογα πάνω στο κάρο, φόρεσε εκείνος το χαλινάρι, και σαν μικρός τυφώνας έφτασε τρέχοντας μέχρι το κτήμα.</p><br><p>Ο αγρότης σαν είδε αυτό το θέαμα μπροστά του έξυσε ανήσυχος το κεφάλι του κι αναρωτήθηκε τι θα γινόταν αν αυτός ο αφελής νεαρός ξαφνικά μάθαινε για τους μισθούς και τα χρήματα. Αλλά δεν είπε τίποτα κι έκατσε να φάει με τον Χανς. Και στο τραπέζι έκανε θαύματα ο Χανς, είχε την όρεξη τεσσάρων ανδρών. Πάλι ο αγρότης έξυσε το κεφάλι του, αυτή τη φορά σκεπτόμενος πως αν συνέχιζε έτσι η κατάσταση, σύντομα αυτός ο νεαρός θα του έτρωγε ότι έβγαζε σε παραγωγή κι άρχισε να σκέφτεται πως να τον ξεφορτωθεί: </p><br><p>“Το δαχτυλίδι της γυναίκας μου έπεσε στο πηγάδι, πάει λίγος καιρός”, είπε στον Χανς μια μέρα ο αγρότης, “τράβα μέχρι τον πάτο του να δεις αν μπορείς να το βρεις”. Ο Χανς υπάκουσε και κατέβηκε μέχρι τον πάτο του πηγαδιού. Με το που πάτησε το πόδι του κάτω, ο αγρότης και οι άλλοι δυο βοηθοί του άδειασαν ένα καρότσι με πέτρες μεγάλες σαν τα κεφάλια τους πάνω στον Χανς: “Αχ, διώξτε τις κότες από το άνοιγμα του πηγαδιού”, ακούστηκε μια φωνή από τον πάτο, “γραντζουνάνε το έδαφος με τα νύχια τους και μου ρίχνουν χαλίκια εδω κάτω!”. </p><br><p>Τότε ο αγρότης σκέφτηκε ότι αν του έριχνε τη βαριά καμπάνα της εκκλησίας κατακέφαλα, σίγουρα θα ησύχαζε από δαύτον. Πήγε με τους άλλους δυο, έκλεψαν την καμπάνα και την έριξαν κι αυτή μέσα στο πηγάδι: “Αχ, τι ωραίο σκουφάκι που βρήκα!” είπε τότε ο Χανς.</p><br><p>Με την ελπίδα ότι σίγουρα μια μυλόπετρα θα τον αποτελείωνε, ο αγρότης και οι άνδρες του πέταξαν και μια τέτοια στο πηγάδι: “Τώρα βρήκα και το δαχτυλίδι της παντρειάς μου. Προσοχή όλοι εσείς εκεί πάνω, ανεβαίνω τώρα!” είπε ο Χανς και βγήκε από το πηγάδι με την καμπάνα στο κεφάλι και τη μυλόπετρα στο δάχτυλο.</p><br><p>Ο αγρότης άρχισε τότε να ανησυχεί πολύ για τη συμφωνία που είχε κάνει με τον Χανς μα πιο πολύ φοβόταν πως αν ο Χανς μάθαινε ότι εκείνος προσπάθησε να τον σκοτώσει τρεις φορές και δεν τον είχε πληρώσει τόσο καιρό θα του έκανε κακό. Έτσι, έλουσε τον Χανς με όσα χρήματα και προμήθειες θα του χρειάζονταν για το υπόλοιπο του ταξιδιού του και τον έστειλε στο καλό. </p><br><p>Ο Χανς αναχώρησε και σύντομα συνάντησε έναν κυνηγό κι έναν ψαρά, που επίσης αναζητούσαν δουλειά. Οι τρεις τους είπαν να ταξιδέψουν όλοι μαζί και έτσι περπάτησαν παρέα όλη την ημέρα. Μα σαν τους βρήκε η νύχτα δεν υπήρχε πουθενά τριγύρω μήτε χωριό μήτε πανδοχείο, μόνο ένα μικρό και παράξενο σπιτάκι. Ήταν ακατοίκητο και είπαν να μείνουν εκεί για λίγο.</p><br><p>Το επόμενο πρωί σαν ξύπνησαν, όλοι τους πεινούσαν πολύ και στο σπιτάκι δεν υπήρχε παρά μια κατσαρόλα και ένα τόσο δα κομματάκι κρέας. Μιας και δεν θα έφτανε και για τους τρεις, συμφώνησαν να πάνε οι δυο για κυνήγι και ο ψαράς να μείνει πίσω να μαγειρέψει ότι υπήρχε.</p><br><p>Δεν είχε προλάβει καλά καλά ο ψαράς να βάλει την κατσαρόλα στη φωτιά, να σου μπροστά του μια γριά γυναίκα να του ζητά να της δώσει λίγο κρέας να φάει. Ο ψαράς, που ήταν πολύ καλός άνθρωπος γύρισε μια στιγμή να της κόψει ένα κομμάτι και τότε η γριά πήδηξε στην πλάτη του με όλο της το βάρος, τον κατέβασε στη γη κι άρχισε να τον βαρά με όλη της τη δύναμη. Μέσα στην τρομάρα του ο ψαράς και προσπαθώντας να αποδράσει σύρθηκε μέχρι το τζάκι και κρύφτηκε ανάμεσα στις στάχτες. Η γριά τότε εξαφανίστηκε και η φωτιά κάτω από την κατσαρόλα έσβησε. </p><br><p>Σαν σουρούπωσε γύρισαν και οι άλλοι δυο από το κυνήγι τους έχοντας πιάσει μια αρκούδα. Την ξεκοίλιασαν, την καθάρισαν, την έκοψαν και την έβαλαν στη φωτιά, έτσι έφαγαν όλοι τους καλά. </p><br><p>Ξημέρωσε και η επόμενη μέρα και αυτή τη φορά πήγε ο ψαράς με τον Χανς να βρουν δουλειά. Έμεινε πίσω ο κυνηγός να φροντίσει το σπιτάκι, αλλά τον βρήκε η ίδια μοίρα που είχε βρει και τον ψαρά την προηγούμενη μέρα. Όσο εκείνος έκοβε ένα κομμάτι από την αρκούδα να δώσει στη γριά να φάει, εκείνη του φορτώθηκε στην πλάτη και τον χτύπησε τόσο δυνατά που τον κατέβασε μέχρι το χώμα. Εκεί τον βρήκαν και οι άλλοι δύο όταν επέστρεψαν και ζήτησαν να φάνε, αλλά μάταια. Τίποτα δεν είχε μαγειρευτεί.</p><br><p>Ήρθε και η τρίτη μέρα και σπίτι έμεινε ο Χανς, ενώ ο ψαράς και ο κυνηγός, που από ντροπή δεν είχαν πει τίποτα για τη γριά γυναίκα, θα πήγαιναν για προμήθειες. Ο Χανς βάλθηκε να μαγειρεύει όταν η γριά ήρθε ζητώντας να της δώσει λίγο κρέας να φάει κι αυτή. Ο Χανς άρχισε να κόβει ένα κομμάτι κρέας για τη γριά και σαν εκείνη του χύμηξε να ανέβει στην πλάτη του, ο Χανς την έπιασε με το ένα χέρι κι άρχισε να την στροβιλίζει πάνω από το κεφάλι του τόσο γρήγορα που η γυναίκα λιποθύμισε. Έπειτα, την έδεσε πισθάγκωνα και την έβαλε δίπλα στο τζάκι. Εκεί έμεινε μέχρι που γύρισαν τα δυο παλικάρια από την έξοδο τους. Μάλιστα, είχαν βιαστεί να επιστρέψουν νωρίτερα για να δουν τι είχε συμβεί με τον Χανς και τη γριά. Την είδαν τότε δίπλα στο τζάκι και δεν το ξανασυζήτησαν πια.</p><br><p>Αλλά ο Χανς δεν θα ελευθέρωνε τη γριά μάγισσα μέχρι να έβγαζε κάτι από αυτήν. Της είπε πως θα την κρατούσε εκεί δεμένη μέχρι να του φανερώσει το μεγαλύτερο μυστικό της. Η μάγισσα αρχικά αντιστάθηκε, αλλά σύντομα ενέδωσε στις πιέσεις του Χανς: “Μέσα στο βουνό”, άρχισε να λέει, “υπάρχει μια βαθιά σπηλιά που οδηγεί σε ένα εξαίσιο κάστρο. Εκεί μένει μια πριγκίπισσα που τη φυλούν τρεις δράκοι. Όποιος καταφέρει να σκοτώσει τους δράκους θα πάρει όλον τον θησαυρό που βρίσκεται στο κάστρο και την πριγκίπισσα για γυναίκα του”.</p><br><p>Αμέσως οι τρεις φίλοι κίνησαν για το βουνό και τη σπηλιά και σαν έφτασαν στο άνοιγμα της, τράβηξαν κλήρο για το ποιος θα κατέβει κάτω πρώτος. Ο κλήρος έπεσε στον Χανς. Όντως, όπως του είχε πει η γριά και το κάστρο ήταν εκεί, χρυσό και στολισμένο με πολύτιμους λίθους, και η πριγκίπισσα που ζούσε σε αυτό.</p><br><p>Η πριγκίπισσα του πρόσφερε κρασί και ψωμί. Αφού ο Χανς ήπιε κι έφαγε αισθάνθηκε πιο δυνατός από ποτέ. Στη συνέχεια, η πριγκίπισσα του έδωσε ένα πελώριο ξίφος και του είπε πως έπρεπε με αυτό να σκοτώσει τον δράκο. </p><br><p>Με έναν εκκωφαντικό βρυχηθμό, από το άνοιγμα ενός πελώριου βράχου βγήκε πετώντας ο δράκος βγάζοντας φωτιές από τα ρουθούνια του. Ο Χανς κατάφερε και του έκοψε το κεφάλι με τη μία, μα δεν πρόλαβε να αποφύγει τη φωτιά και σωριάστηκε στο χώμα βαριά λαβωμένος. Η πριγκίπισσα έσπευσε στο πλευρό του και δίνοντάς του κι άλλο κρασί και ψωμί, τον έκανε καλά στη στιγμή. Πάλι ο Χανς αισθανόταν δυνατός σαν πρώτα. Και πάλι καλά, αφού τότε ακούστηκε και ο δεύτερος βρυχηθμός. Αυτή τη φορά από τον βράχο βγήκε ένας δράκος κατά πολύ μεγαλύτερος από τον προηγούμενο φυσώντας και ξεφυσώντας πύρινες δέσμες.</p><br><p>Ο Χανς ετοιμάστηκε να ξαναπολεμήσει. Το κάστρο σείστηκε συθέμελα και τρομεροί ήχοι μάχης αντήχησαν σε όλους τους διαδρόμους του καθώς ο Χανς γενναία τρυπούσε με το ξίφος του τον δράκο ξανά και ξανά προσπαθώντας όσο μπορούσε να αποφύγει την καυτή του ανάσα ώσπου κατάφερε και του έκοψε το κεφάλι. Ήταν όμως τόσο κουρασμένος και χτυπημένος που σωριάστηκε λιπόθυμος δίπλα στο κουφάρι του δράκου. Η πριγκίπισσα βρέθηκε αμέσως στο πλευρό του και αφού τον συνέφερε για άλλη μια φορά με κρασί και ψωμί, διέταξε της υπηρέτριες της να του στρώσουν ένα άνετο κρεβάτι και να τον πάνε μέχρι εκεί να ξαπλώσει. Έτσι κι έκαναν, και ο Χανς ξεκουράστηκε όσο του χρειαζόταν.</p><br><p>Μόλις ξύπνησε, η πριγκίπισσα έδωσε στον Χανς ένα τρίτο ξίφος, το μεγαλύτερο από τα τρία που του είχε δώσει μέχρι τώρα. Αφού του έδωσε να φάει και να πιει καλά να δυναμώσει εντελώς, τον έστειλε να πάει να πολεμήσει τον τρίτο δράκο, τον πιο τρομερό από τους τρεις. </p><br><p>Η μάχη κράτησε τρεις ολόκληρες μέρες. Στο τέλος της, ο δράκος έμεινε να ξεψυχά αργά στο έδαφος και ο Χανς να αγκομαχά στο πλευρό του. Η πριγκίπισσα πήγε και τον φρόντισε ώσπου μπόρεσε να ξανασταθεί στα πόδια του.</p><br><p>Δύσκολα μπορούσαν ο Χανς και η πριγκίπισσα να κρύψουν τη χαρά και τον ενθουσιασμό τους όταν πια τα πράγματα είχαν καταλαγιάσει και ήταν ελεύθεροι. Άρχισαν αμέσως να σχεδιάζουν το γάμο τους, για την επόμενη κιόλας μέρα.</p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></description>
			<itunes:summary><![CDATA[<p>Ουδέτεροι, ξε-ουδέτεροι, έχουν και οι Ελβετοί τη δική τους λαϊκή ιστορία να μας πουν. Το παιδί από τα χωράφια παντρεύεται ολόκληρη πριγκίπισσα!</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Περιέχει έντονες σκηνές βίας </p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>Ηχητικά εφέ: freesound.org</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ</p><br><p>Ο Ρωμαλέος Χανς</p><br><p>Μια φορά κι έναν καιρό, μια πολύ μεγαλόσωμη γυναίκα, η Μεγάλη Μπεθ, έκανε έναν γιο. Όταν το αγόρι ήταν μόλις επτά ετών πήρε το όνομα Ρωμαλέος Χανς και μια μέρα η μητέρα του, του είπε: “Αγόρι μου, είμαστε φτωχοί και σύντομα θα πρέπει να ξεκινήσεις να βγάζεις κι εσύ το ψωμί σου στη δούλεψη ενός ξένου. Οι αγρότες όμως, παίρνουν μόνο τους δυνατούς στα χωράφια. Πριν σε στείλω λοιπόν να δουλέψεις αλλουνού τη γη, πήγαινε στο δάσος και φέρε πίσω ένα μεγάλο δεμάτι με ξύλα, να δω αν είσαι έτοιμος για δουλειά”. </p><br><p>Ο μικρός Χανς υπάκουσε τη μάνα του και κατάφερε να φέρει ένα μικρό δεμάτι με ξύλα πίσω. Είπε τότε η μητέρα του: “Καταλαβαίνω πως δεν είσαι έτοιμος να πας για δουλειά ακόμα…”.</p><br><p>Και ο Χανς έμεινε σπίτι για άλλα επτά χρόνια. Τον ξαναέστειλε η μητέρα του στο δάσος να φέρει ξύλα και αυτή τη φορά μπορούσε και ξερίζωνε έλατα λες και ήταν χορταράκια και τα μετέφερε σπίτι του λες και κουβαλούσε πινέλα με φτερά. Έτσι, η μητέρα του Χανς βρέθηκε με προμήθεια ξύλου μιας ολόκληρης χρονιάς: “Τώρα είσαι έτοιμος να πας να δουλέψεις στον κόσμο”, του είπε ξεχνώντας όμως να τον πληροφορήσει πως στον έξω κόσμο κανείς δούλευε για πληρωμή. </p><br><p>Ο Χανς ετοίμασε τον σάκο του και πήγε μέχρι τα διπλανά χωράφια. Εκεί ο αγρότης είχε ήδη δυο άντρες στη δούλεψή του και δεν χρειαζόταν στ’αλήθεια τρίτο. Αλλά λίγο η απληστία του, λίγο που ο Χανς δε ζήτησε πληρωμή, τον προσέλαβε κι αυτόν. Η πρώτη δουλειά που είχε να κάνει ο Χανς ήταν να κόψει ξύλα στο δάσος, να τα φορτώσει σε ένα κάρο να τα φέρει στο κτήμα. Το κάρο ήταν ήδη φορτωμένο με πολλά ξύλα και όταν τελείωσε να το φορτώνει και ο Χανς, τα δυο άλογα που θα το έσερναν δεν μπορούσαν να το τραβήξουν ούτε λίγο. Τότε ο Χανς φόρτωσε και τα άλογα πάνω στο κάρο, φόρεσε εκείνος το χαλινάρι, και σαν μικρός τυφώνας έφτασε τρέχοντας μέχρι το κτήμα.</p><br><p>Ο αγρότης σαν είδε αυτό το θέαμα μπροστά του έξυσε ανήσυχος το κεφάλι του κι αναρωτήθηκε τι θα γινόταν αν αυτός ο αφελής νεαρός ξαφνικά μάθαινε για τους μισθούς και τα χρήματα. Αλλά δεν είπε τίποτα κι έκατσε να φάει με τον Χανς. Και στο τραπέζι έκανε θαύματα ο Χανς, είχε την όρεξη τεσσάρων ανδρών. Πάλι ο αγρότης έξυσε το κεφάλι του, αυτή τη φορά σκεπτόμενος πως αν συνέχιζε έτσι η κατάσταση, σύντομα αυτός ο νεαρός θα του έτρωγε ότι έβγαζε σε παραγωγή κι άρχισε να σκέφτεται πως να τον ξεφορτωθεί: </p><br><p>“Το δαχτυλίδι της γυναίκας μου έπεσε στο πηγάδι, πάει λίγος καιρός”, είπε στον Χανς μια μέρα ο αγρότης, “τράβα μέχρι τον πάτο του να δεις αν μπορείς να το βρεις”. Ο Χανς υπάκουσε και κατέβηκε μέχρι τον πάτο του πηγαδιού. Με το που πάτησε το πόδι του κάτω, ο αγρότης και οι άλλοι δυο βοηθοί του άδειασαν ένα καρότσι με πέτρες μεγάλες σαν τα κεφάλια τους πάνω στον Χανς: “Αχ, διώξτε τις κότες από το άνοιγμα του πηγαδιού”, ακούστηκε μια φωνή από τον πάτο, “γραντζουνάνε το έδαφος με τα νύχια τους και μου ρίχνουν χαλίκια εδω κάτω!”. </p><br><p>Τότε ο αγρότης σκέφτηκε ότι αν του έριχνε τη βαριά καμπάνα της εκκλησίας κατακέφαλα, σίγουρα θα ησύχαζε από δαύτον. Πήγε με τους άλλους δυο, έκλεψαν την καμπάνα και την έριξαν κι αυτή μέσα στο πηγάδι: “Αχ, τι ωραίο σκουφάκι που βρήκα!” είπε τότε ο Χανς.</p><br><p>Με την ελπίδα ότι σίγουρα μια μυλόπετρα θα τον αποτελείωνε, ο αγρότης και οι άνδρες του πέταξαν και μια τέτοια στο πηγάδι: “Τώρα βρήκα και το δαχτυλίδι της παντρειάς μου. Προσοχή όλοι εσείς εκεί πάνω, ανεβαίνω τώρα!” είπε ο Χανς και βγήκε από το πηγάδι με την καμπάνα στο κεφάλι και τη μυλόπετρα στο δάχτυλο.</p><br><p>Ο αγρότης άρχισε τότε να ανησυχεί πολύ για τη συμφωνία που είχε κάνει με τον Χανς μα πιο πολύ φοβόταν πως αν ο Χανς μάθαινε ότι εκείνος προσπάθησε να τον σκοτώσει τρεις φορές και δεν τον είχε πληρώσει τόσο καιρό θα του έκανε κακό. Έτσι, έλουσε τον Χανς με όσα χρήματα και προμήθειες θα του χρειάζονταν για το υπόλοιπο του ταξιδιού του και τον έστειλε στο καλό. </p><br><p>Ο Χανς αναχώρησε και σύντομα συνάντησε έναν κυνηγό κι έναν ψαρά, που επίσης αναζητούσαν δουλειά. Οι τρεις τους είπαν να ταξιδέψουν όλοι μαζί και έτσι περπάτησαν παρέα όλη την ημέρα. Μα σαν τους βρήκε η νύχτα δεν υπήρχε πουθενά τριγύρω μήτε χωριό μήτε πανδοχείο, μόνο ένα μικρό και παράξενο σπιτάκι. Ήταν ακατοίκητο και είπαν να μείνουν εκεί για λίγο.</p><br><p>Το επόμενο πρωί σαν ξύπνησαν, όλοι τους πεινούσαν πολύ και στο σπιτάκι δεν υπήρχε παρά μια κατσαρόλα και ένα τόσο δα κομματάκι κρέας. Μιας και δεν θα έφτανε και για τους τρεις, συμφώνησαν να πάνε οι δυο για κυνήγι και ο ψαράς να μείνει πίσω να μαγειρέψει ότι υπήρχε.</p><br><p>Δεν είχε προλάβει καλά καλά ο ψαράς να βάλει την κατσαρόλα στη φωτιά, να σου μπροστά του μια γριά γυναίκα να του ζητά να της δώσει λίγο κρέας να φάει. Ο ψαράς, που ήταν πολύ καλός άνθρωπος γύρισε μια στιγμή να της κόψει ένα κομμάτι και τότε η γριά πήδηξε στην πλάτη του με όλο της το βάρος, τον κατέβασε στη γη κι άρχισε να τον βαρά με όλη της τη δύναμη. Μέσα στην τρομάρα του ο ψαράς και προσπαθώντας να αποδράσει σύρθηκε μέχρι το τζάκι και κρύφτηκε ανάμεσα στις στάχτες. Η γριά τότε εξαφανίστηκε και η φωτιά κάτω από την κατσαρόλα έσβησε. </p><br><p>Σαν σουρούπωσε γύρισαν και οι άλλοι δυο από το κυνήγι τους έχοντας πιάσει μια αρκούδα. Την ξεκοίλιασαν, την καθάρισαν, την έκοψαν και την έβαλαν στη φωτιά, έτσι έφαγαν όλοι τους καλά. </p><br><p>Ξημέρωσε και η επόμενη μέρα και αυτή τη φορά πήγε ο ψαράς με τον Χανς να βρουν δουλειά. Έμεινε πίσω ο κυνηγός να φροντίσει το σπιτάκι, αλλά τον βρήκε η ίδια μοίρα που είχε βρει και τον ψαρά την προηγούμενη μέρα. Όσο εκείνος έκοβε ένα κομμάτι από την αρκούδα να δώσει στη γριά να φάει, εκείνη του φορτώθηκε στην πλάτη και τον χτύπησε τόσο δυνατά που τον κατέβασε μέχρι το χώμα. Εκεί τον βρήκαν και οι άλλοι δύο όταν επέστρεψαν και ζήτησαν να φάνε, αλλά μάταια. Τίποτα δεν είχε μαγειρευτεί.</p><br><p>Ήρθε και η τρίτη μέρα και σπίτι έμεινε ο Χανς, ενώ ο ψαράς και ο κυνηγός, που από ντροπή δεν είχαν πει τίποτα για τη γριά γυναίκα, θα πήγαιναν για προμήθειες. Ο Χανς βάλθηκε να μαγειρεύει όταν η γριά ήρθε ζητώντας να της δώσει λίγο κρέας να φάει κι αυτή. Ο Χανς άρχισε να κόβει ένα κομμάτι κρέας για τη γριά και σαν εκείνη του χύμηξε να ανέβει στην πλάτη του, ο Χανς την έπιασε με το ένα χέρι κι άρχισε να την στροβιλίζει πάνω από το κεφάλι του τόσο γρήγορα που η γυναίκα λιποθύμισε. Έπειτα, την έδεσε πισθάγκωνα και την έβαλε δίπλα στο τζάκι. Εκεί έμεινε μέχρι που γύρισαν τα δυο παλικάρια από την έξοδο τους. Μάλιστα, είχαν βιαστεί να επιστρέψουν νωρίτερα για να δουν τι είχε συμβεί με τον Χανς και τη γριά. Την είδαν τότε δίπλα στο τζάκι και δεν το ξανασυζήτησαν πια.</p><br><p>Αλλά ο Χανς δεν θα ελευθέρωνε τη γριά μάγισσα μέχρι να έβγαζε κάτι από αυτήν. Της είπε πως θα την κρατούσε εκεί δεμένη μέχρι να του φανερώσει το μεγαλύτερο μυστικό της. Η μάγισσα αρχικά αντιστάθηκε, αλλά σύντομα ενέδωσε στις πιέσεις του Χανς: “Μέσα στο βουνό”, άρχισε να λέει, “υπάρχει μια βαθιά σπηλιά που οδηγεί σε ένα εξαίσιο κάστρο. Εκεί μένει μια πριγκίπισσα που τη φυλούν τρεις δράκοι. Όποιος καταφέρει να σκοτώσει τους δράκους θα πάρει όλον τον θησαυρό που βρίσκεται στο κάστρο και την πριγκίπισσα για γυναίκα του”.</p><br><p>Αμέσως οι τρεις φίλοι κίνησαν για το βουνό και τη σπηλιά και σαν έφτασαν στο άνοιγμα της, τράβηξαν κλήρο για το ποιος θα κατέβει κάτω πρώτος. Ο κλήρος έπεσε στον Χανς. Όντως, όπως του είχε πει η γριά και το κάστρο ήταν εκεί, χρυσό και στολισμένο με πολύτιμους λίθους, και η πριγκίπισσα που ζούσε σε αυτό.</p><br><p>Η πριγκίπισσα του πρόσφερε κρασί και ψωμί. Αφού ο Χανς ήπιε κι έφαγε αισθάνθηκε πιο δυνατός από ποτέ. Στη συνέχεια, η πριγκίπισσα του έδωσε ένα πελώριο ξίφος και του είπε πως έπρεπε με αυτό να σκοτώσει τον δράκο. </p><br><p>Με έναν εκκωφαντικό βρυχηθμό, από το άνοιγμα ενός πελώριου βράχου βγήκε πετώντας ο δράκος βγάζοντας φωτιές από τα ρουθούνια του. Ο Χανς κατάφερε και του έκοψε το κεφάλι με τη μία, μα δεν πρόλαβε να αποφύγει τη φωτιά και σωριάστηκε στο χώμα βαριά λαβωμένος. Η πριγκίπισσα έσπευσε στο πλευρό του και δίνοντάς του κι άλλο κρασί και ψωμί, τον έκανε καλά στη στιγμή. Πάλι ο Χανς αισθανόταν δυνατός σαν πρώτα. Και πάλι καλά, αφού τότε ακούστηκε και ο δεύτερος βρυχηθμός. Αυτή τη φορά από τον βράχο βγήκε ένας δράκος κατά πολύ μεγαλύτερος από τον προηγούμενο φυσώντας και ξεφυσώντας πύρινες δέσμες.</p><br><p>Ο Χανς ετοιμάστηκε να ξαναπολεμήσει. Το κάστρο σείστηκε συθέμελα και τρομεροί ήχοι μάχης αντήχησαν σε όλους τους διαδρόμους του καθώς ο Χανς γενναία τρυπούσε με το ξίφος του τον δράκο ξανά και ξανά προσπαθώντας όσο μπορούσε να αποφύγει την καυτή του ανάσα ώσπου κατάφερε και του έκοψε το κεφάλι. Ήταν όμως τόσο κουρασμένος και χτυπημένος που σωριάστηκε λιπόθυμος δίπλα στο κουφάρι του δράκου. Η πριγκίπισσα βρέθηκε αμέσως στο πλευρό του και αφού τον συνέφερε για άλλη μια φορά με κρασί και ψωμί, διέταξε της υπηρέτριες της να του στρώσουν ένα άνετο κρεβάτι και να τον πάνε μέχρι εκεί να ξαπλώσει. Έτσι κι έκαναν, και ο Χανς ξεκουράστηκε όσο του χρειαζόταν.</p><br><p>Μόλις ξύπνησε, η πριγκίπισσα έδωσε στον Χανς ένα τρίτο ξίφος, το μεγαλύτερο από τα τρία που του είχε δώσει μέχρι τώρα. Αφού του έδωσε να φάει και να πιει καλά να δυναμώσει εντελώς, τον έστειλε να πάει να πολεμήσει τον τρίτο δράκο, τον πιο τρομερό από τους τρεις. </p><br><p>Η μάχη κράτησε τρεις ολόκληρες μέρες. Στο τέλος της, ο δράκος έμεινε να ξεψυχά αργά στο έδαφος και ο Χανς να αγκομαχά στο πλευρό του. Η πριγκίπισσα πήγε και τον φρόντισε ώσπου μπόρεσε να ξανασταθεί στα πόδια του.</p><br><p>Δύσκολα μπορούσαν ο Χανς και η πριγκίπισσα να κρύψουν τη χαρά και τον ενθουσιασμό τους όταν πια τα πράγματα είχαν καταλαγιάσει και ήταν ελεύθεροι. Άρχισαν αμέσως να σχεδιάζουν το γάμο τους, για την επόμενη κιόλας μέρα.</p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></itunes:summary>
		</item>
		<item>
			<title>Η Ανιέτε και ο Γοργόνος</title>
			<itunes:title>Η Ανιέτε και ο Γοργόνος</itunes:title>
			<pubDate>Fri, 02 Jul 2021 08:20:15 GMT</pubDate>
			<itunes:duration>8:54</itunes:duration>
			<enclosure url="https://sphinx.acast.com/p/open/s/6013ebce985ab977d52addcc/e/60dde62a8c523000129ca8d4/media.mp3" length="11436667" type="audio/mpeg"/>
			<guid isPermaLink="false">60dde62a8c523000129ca8d4</guid>
			<itunes:explicit>false</itunes:explicit>
			<link>https://www.karakaxa.org/%CE%B5%CF%80%CE%B5%CE%B9%CF%83%CF%8C%CE%B4%CE%B9%CE%B1</link>
			<acast:episodeId>60dde62a8c523000129ca8d4</acast:episodeId>
			<acast:showId>6013ebce985ab977d52addcc</acast:showId>
			<acast:episodeUrl>mitos42</acast:episodeUrl>
			<acast:settings><![CDATA[FYjHyZbXWHZ7gmX8Pp1rmbKbhgrQiwYShz70Q9/ffXZMTtedvdcRQbP4eiLMjXzCKLPjEYLpGj+NMVKa+5C8pL4u/EOj1Vw4h5MMJYp0lCcFAe0fnxBJy/1ju4Qxy1fh8gO4DvlGA40yms2g0/hOkcrfHIopjTygHFqGwwOPKFIai4SuTvs86Lx3UYCyl6Zs+WO4fC9bB8/2bSJALEZpunHdJA38/ZCmkJMYOTmjFjrG6ewzJKl+maWSIFB7/MPCArfe4E9mfP42r230+Ejc9jx8ekQN2zD63azfWqjbbNZzdi6p9Qe6n++XEVSx0TAd]]></acast:settings>
			<itunes:subtitle>Μίτος</itunes:subtitle>
			<itunes:episodeType>full</itunes:episodeType>
			<itunes:episode>42</itunes:episode>
			<itunes:image href="https://assets.pippa.io/shows/6013ebce985ab977d52addcc/1625155047723-c79c2f38be4768d7b6117f08d04a7db4.jpeg"/>
			<description><![CDATA[<h4>Αν πάει κανείς στην Κοπεγχάγη και κοιτάξει κάτω από τη γέφυρα Højbro, θα δει ένα άγαλμα (ή μάλλον πολλά) παιδιών κάτω από το νερό με τα χέρια υψωμένα προς τον ουρανό. Αν κοιτάξουμε και καλύτερα, θα δούμε κι έναν άνδρα εκεί επίσης να παρακαλά. Αυτή η παραδοσιακή μπαλάντα από τη Δανία, μας λέει τι συνέβει μεταξύ της Ανιέτε και του Γοργόνου.</h4><p><br></p><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Δεν περιέχει ευαίσθητο υλικό</p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>Ηχητικά εφέ: freesound.org</p><br><p>Τραγούδι: Virelai - Agnete og Havmanden (https://youtu.be/-aL2VCf7oR4)</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ </p><br><p>Η Ανιέτε και ο Γοργόνος</p><br><p>Η Ανιέτε είχε βγει να κάνει βόλτα στην ακροθαλασσιά όταν ένας γοργόνος παρουσιάστηκε μπροστά της από τα βάθη της θάλασσας. Από όσο ξέρουμε, αυτός ο γοργόνος ήταν πολύ όμορφος. Ζήτησε από την Ανιέτε να τον ακολουθήσει στον βυθό και εκείνη δέχτηκε με τον όρο να την πάει ο ίδιος. Ο γοργόνος τότε της έκλεισε τα αυτιά και το στόμα και την πήρε μαζί του στον βυθό της θάλασσας.</p><br><p>Μετά από κάμποσο καιρό, κοντά οκτώ χρόνια, η Ανιέτε άκουσε τις καμπάνες της εκκλησίας να σημαίνουν και ρώτησε τον γοργόνο αν θα μπορούσε να πάει στη λειτουργία. Εκείνος της είπε πως ναι, μπορούσε αλλά θα έπρεπε να γυρίσει σύντομα κοντά στα παιδιά της. Της είπε επίσης ότι δεν έπρεπε να λύσει τα μαλλιά της, να μιλήσει στη μητέρα της και να γονατίσει κατά τη διάρκεια της λειτουργίας. Έπειτα, της έκλεισε τα αυτιά και το στόμα και την έβγαλε στην επιφάνεια.</p><br><p>Όταν η Ανιέτε βρέθηκε στην εκκλησία, μάθετε πως και τα μαλλιά της έλυσε και στη μητέρα της μίλησε και γονάτισε στη λειτουργία. Η μητέρα της τη ρώτησε πού ήταν τόσα χρόνια και η Ανιέτε της είπε πως ζούσε με τον γοργόνο και είχαν επτά παιδιά μαζί. Της είπε μάλιστα πως ο γοργόνος της είχε κάνει δώρο ένα χρυσό δαχτυλίδι και άλλα πολλά δώρα. </p><br><p>Μόλις το είπε αυτό, ο γοργόνος εμφανίστηκε στην εκκλησία και όλες οι εικόνες των αγίων γύρισαν προς τον τοίχο. Ο γοργόνος ήταν πολύ συγχισμένος και είπε στην Ανιέτε ότι τα παιδιά της έκλαιγαν διαρκώς και τη ζητούσαν και της ζήτησε να γυρίσει πίσω μαζί του. </p><br><p>Αυτή η κλασική μπαλάντα όμως τελειώνει με την Ανιέτε να του λέει πως δεν την ένοιαζε καθόλου που τα παιδιά της έκλαιγαν, πως δεν τα σκεφτόταν καθόλου ούτε καν αυτό που ήταν ακόμη πολύ μωρό μέσα στην κούνια…</p><br><p>Η Ανιέτε στέκεται στην ψηλή τη γέφυρα</p><p>τα πουλιά μας κελαηδούν -</p><p>Και από τα γαλάζια κύματα ήρθε ο γοργόνος</p><p>Αγαπημένη Ανιέτε - </p><br><p>Τα μαλλιά του ήταν σαν από ατόφιο χρυσάφι </p><p>Και τα μάτια του τόσο γοητευτικά</p><br><p>“Άκουσε με Ανιέτε, καλή κι ευγενική!</p><p>Θα γίνεις η αγαπημένη μου;”</p><br><p>“Ω ναι, ειλικρινά, θα γενώ</p><p>Αν με πάρεις μαζί σου κάτω από τα γαλάζια κύματα”</p><br><p>Της έκλεισε τ’αυτιά, της έκλεισε το στόμα</p><p>Την οδήγησε στον πάτο του ωκεανού</p><br><p>Στον πάτο του ωκεανού, εκεί είναι το σπίτι του</p><p>Εκεί η Ανιέτε περπατά με τα κόκκινα της τα παπούτσια</p><br><p>Εκεί ήταν οι δυο τους για οκτώ χρόνια</p><p>Επτά γιους και μια κόρη έχει η Ανιέτε με τον γοργόνο</p><br><p>Δίπλα στην κούνια καθόταν και τραγουδούσε η Ανιέτε</p><p>Όταν άκουσε τις Αγγλικές καμπάνες να ηχούν</p><br><p>Πήγε η Ανιέτε και στάθηκε μπροστά στον γοργόνο</p><p>“Μπορώ μόνο αυτή τη φορά να πάω κι εγώ στην εκκλησιά;”</p><br><p>“Ω ναι, ειλικρινά, μπορείς να πας</p><p>Αν γυρίσεις πίσω στα μικρά σου τα παιδιά”.</p><br><p>“Ναι, στα σίγουρα και θα γυρίσω,</p><p>Τίποτα δεν αγαπώ στον κόσμο όσο αυτά”.</p><br><p>“Μα σαν θα πας στην εκκλησιά</p><p>Να μην φορέσεις το χρυσό σου δαχτυλίδι</p><br><p>Σαν θα φτάσεις στην αυλή της</p><p>Μην αφήσεις τα ξανθά σου τα μαλλιά ελεύθερα</p><br><p>Και σαν ανέβεις τα σκαλοπάτια της</p><p>Μην πας εκεί που βρίσκεται η μάνα σου</p><br><p>Σαν ο παπάς πει για τον άγιο</p><p>Εσύ να μη γονατίσεις”.</p><br><p>Μα σαν πήγε εκείνη στην εκκλησιά</p><p>Όλα τα χρυσά της φόρεσε</p><br><p>Στην αυλή της μόλις μπήκε</p><p>Ελευθέρωσε τα ξανθά της τα μαλλιά</p><br><p>Τα σκαλοπάτια μόλις πέρασε</p><p>Δίπλα στη μάνα της πήγε κι έκατσε</p><br><p>Και μόλις ο παπάς είπε για τον άγιο</p><p>Γονάτισε κάτω χαμηλά</p><br><p>Κοντά κοντά η μάνα της, την πήρε και την ρώτηξε:</p><p>“Ανιέτε! Ανιέτε! Από που μας έρχεσαι;</p><br><p>Ανιέτε! Ανιέτε! Γλυκιά μου κόρη κι απαλή!</p><p>Που σε είχαμε χάσει τόσον καιρό;</p><br><p>Πού σε είχαμε χάσει τόσον καιρό;</p><p>Και πού έγιναν έτσι λευκά τα μαγουλάκια σου;”</p><br><p>“Στον βυθό της θάλασσας κατοικώ</p><p>Εκεί δόθηκα στον γοργόνο</p><br><p>Εκεί ο ευγενής ήλιος δεν λάμπει</p><p>Και έτσι, λευκά έχουν γίνει τα μαγουλάκια μου</p><br><p>Επτά γιούς του έχω κάνει</p><p>Και η όγδοη η κόρη του είναι τόση δα μικρή”.</p><br><p>“Τι σου έδωσε ο γοργόνος για την τιμή σου;</p><p>Όταν σε πήρε νύφη του, τι πήρες;”</p><br><p>“Μου ‘δωσε πέντε χρυσά δαχτυλίδια</p><p>Με ρόδα και κρίνα σκαλιστά</p><br><p>Μου έδωσε βραχιόλια από κόκκινο χρυσάφι</p><p>Τέτοια στα χέρια τους δεν έχουν ούτε βασίλισσες</p><br><p>Μου έδωσε παπούτσια με χρυσές πόρπες</p><p>Τέτοια στα πόδια τους δεν φορούν ούτε βασίλισσες</p><br><p>Και μου έδωσε και μια χρυσή άρπα</p><p>Να τραγουδώ τον πόνο μου</p><br><p>Αλλά τώρα θα μείνω στην πράσινη ξηρά</p><p>Δεν θα ξαναπάω στον βυθό της θάλασσας”.</p><br><p>Οι δυο τους νόμισαν πως ήτανε μονάχες</p><p>Αλλά ο γοργόνος στεκόταν εκεί και όλα τα είχε ακούσει</p><br><p>Ο γοργόνος πέρασε την πόρτα της εκκλησιάς</p><p>Και όλα τα εικονίσματα του γύρισαν την πλάτη</p><br><p>Τα μαλλιά του ήταν σαν από ατόφιο χρυσάφι</p><p>Και τα μάτια του τόσο δακρυσμένα</p><br><p>“Ανιέτε! Ανιέτε! Έλα στη θάλασσα μαζί μου!</p><p>Τα μικρά σου τα παιδιά σε ζητούν”.</p><br><p>“Άσε τα να με ζητούν και να με αναζητούν!</p><p>Δεν θα ξαναγυρίσω πια σε αυτά”.</p><br><p>“Σκέψου τα μικρά! Σκέψου τα μεγάλα!</p><p>Μα πιο πολύ σκέψου το μικρότερο στην κούνια του!”</p><br><p>“Όχι, ποτέ δεν θα ξανασκεφτώ ούτε τα μικρά ούτε τα μεγάλα</p><p>Και πιο λίγο απ’ όλα θα σκεφτώ το μικρότερο στην κούνια του”.</p><br><p>Ο γοργόνος σήκωσε το τρανό του δεξί του χέρι:</p><p>“Κατήφεια και σκοτάδι σε ολόκληρο τον τόπο αυτό!”</p><br><p>Το ζοφερό σύννεφο του σκότους</p><p>Έκρυψε όλον τον τόπο και την πόλη</p><br><p>Η Ανιέτε περπατά τυφλωμένη</p><p>Τον δρόμο της δεν&nbsp;μπορεί να βρει</p><br><p>Ήθελε στο πράσινο να περπατήσει</p><p>Όταν κατέβηκε στον βυθό της θάλασσας</p><br><p>Ήθελε στης μάνας της να φτάσει</p><p>Όταν κατηφόρισε προς τα βαθιά</p><br><p>“Καλωσήρθες Ανιέτε, κάτω από τα γαλάζια κύματα!</p><p>Ποτέ ξανά δεν θα πατήσεις το πόδι σου στην πράσινη γη</p><br><p>Ποτέ ξανά δεν θα πατήσεις το πόδι σου στην πράσινη γη</p><p>Και ποτέ σου δεν θα ματαδείς τα μικρά σου τα παιδιά</p><br><p>Μόνο εδώ θα κάθεσαι, στην γκρίζα αυτή πέτρα</p><p>Όπου θα παίζεις με τα κόκκαλα των νεκρών</p><br><p>Θα σου αφήσω όμως τη χρυσή αυτή άρπα</p><p>Για να παίζεις τον θλιμμένο σου σκοπό”.</p><br><p>Αυτά ακούει κανείς μέσα στο πράσινο το δάσος</p><p>τα πουλιά μας κελαηδούν -</p><p>Η Ανιέτε παίζει την άρπα της από τον βυθό της θάλασσας</p><p>Αγαπημένη Ανιέτε - </p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></description>
			<itunes:summary><![CDATA[<h4>Αν πάει κανείς στην Κοπεγχάγη και κοιτάξει κάτω από τη γέφυρα Højbro, θα δει ένα άγαλμα (ή μάλλον πολλά) παιδιών κάτω από το νερό με τα χέρια υψωμένα προς τον ουρανό. Αν κοιτάξουμε και καλύτερα, θα δούμε κι έναν άνδρα εκεί επίσης να παρακαλά. Αυτή η παραδοσιακή μπαλάντα από τη Δανία, μας λέει τι συνέβει μεταξύ της Ανιέτε και του Γοργόνου.</h4><p><br></p><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Δεν περιέχει ευαίσθητο υλικό</p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>Ηχητικά εφέ: freesound.org</p><br><p>Τραγούδι: Virelai - Agnete og Havmanden (https://youtu.be/-aL2VCf7oR4)</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ </p><br><p>Η Ανιέτε και ο Γοργόνος</p><br><p>Η Ανιέτε είχε βγει να κάνει βόλτα στην ακροθαλασσιά όταν ένας γοργόνος παρουσιάστηκε μπροστά της από τα βάθη της θάλασσας. Από όσο ξέρουμε, αυτός ο γοργόνος ήταν πολύ όμορφος. Ζήτησε από την Ανιέτε να τον ακολουθήσει στον βυθό και εκείνη δέχτηκε με τον όρο να την πάει ο ίδιος. Ο γοργόνος τότε της έκλεισε τα αυτιά και το στόμα και την πήρε μαζί του στον βυθό της θάλασσας.</p><br><p>Μετά από κάμποσο καιρό, κοντά οκτώ χρόνια, η Ανιέτε άκουσε τις καμπάνες της εκκλησίας να σημαίνουν και ρώτησε τον γοργόνο αν θα μπορούσε να πάει στη λειτουργία. Εκείνος της είπε πως ναι, μπορούσε αλλά θα έπρεπε να γυρίσει σύντομα κοντά στα παιδιά της. Της είπε επίσης ότι δεν έπρεπε να λύσει τα μαλλιά της, να μιλήσει στη μητέρα της και να γονατίσει κατά τη διάρκεια της λειτουργίας. Έπειτα, της έκλεισε τα αυτιά και το στόμα και την έβγαλε στην επιφάνεια.</p><br><p>Όταν η Ανιέτε βρέθηκε στην εκκλησία, μάθετε πως και τα μαλλιά της έλυσε και στη μητέρα της μίλησε και γονάτισε στη λειτουργία. Η μητέρα της τη ρώτησε πού ήταν τόσα χρόνια και η Ανιέτε της είπε πως ζούσε με τον γοργόνο και είχαν επτά παιδιά μαζί. Της είπε μάλιστα πως ο γοργόνος της είχε κάνει δώρο ένα χρυσό δαχτυλίδι και άλλα πολλά δώρα. </p><br><p>Μόλις το είπε αυτό, ο γοργόνος εμφανίστηκε στην εκκλησία και όλες οι εικόνες των αγίων γύρισαν προς τον τοίχο. Ο γοργόνος ήταν πολύ συγχισμένος και είπε στην Ανιέτε ότι τα παιδιά της έκλαιγαν διαρκώς και τη ζητούσαν και της ζήτησε να γυρίσει πίσω μαζί του. </p><br><p>Αυτή η κλασική μπαλάντα όμως τελειώνει με την Ανιέτε να του λέει πως δεν την ένοιαζε καθόλου που τα παιδιά της έκλαιγαν, πως δεν τα σκεφτόταν καθόλου ούτε καν αυτό που ήταν ακόμη πολύ μωρό μέσα στην κούνια…</p><br><p>Η Ανιέτε στέκεται στην ψηλή τη γέφυρα</p><p>τα πουλιά μας κελαηδούν -</p><p>Και από τα γαλάζια κύματα ήρθε ο γοργόνος</p><p>Αγαπημένη Ανιέτε - </p><br><p>Τα μαλλιά του ήταν σαν από ατόφιο χρυσάφι </p><p>Και τα μάτια του τόσο γοητευτικά</p><br><p>“Άκουσε με Ανιέτε, καλή κι ευγενική!</p><p>Θα γίνεις η αγαπημένη μου;”</p><br><p>“Ω ναι, ειλικρινά, θα γενώ</p><p>Αν με πάρεις μαζί σου κάτω από τα γαλάζια κύματα”</p><br><p>Της έκλεισε τ’αυτιά, της έκλεισε το στόμα</p><p>Την οδήγησε στον πάτο του ωκεανού</p><br><p>Στον πάτο του ωκεανού, εκεί είναι το σπίτι του</p><p>Εκεί η Ανιέτε περπατά με τα κόκκινα της τα παπούτσια</p><br><p>Εκεί ήταν οι δυο τους για οκτώ χρόνια</p><p>Επτά γιους και μια κόρη έχει η Ανιέτε με τον γοργόνο</p><br><p>Δίπλα στην κούνια καθόταν και τραγουδούσε η Ανιέτε</p><p>Όταν άκουσε τις Αγγλικές καμπάνες να ηχούν</p><br><p>Πήγε η Ανιέτε και στάθηκε μπροστά στον γοργόνο</p><p>“Μπορώ μόνο αυτή τη φορά να πάω κι εγώ στην εκκλησιά;”</p><br><p>“Ω ναι, ειλικρινά, μπορείς να πας</p><p>Αν γυρίσεις πίσω στα μικρά σου τα παιδιά”.</p><br><p>“Ναι, στα σίγουρα και θα γυρίσω,</p><p>Τίποτα δεν αγαπώ στον κόσμο όσο αυτά”.</p><br><p>“Μα σαν θα πας στην εκκλησιά</p><p>Να μην φορέσεις το χρυσό σου δαχτυλίδι</p><br><p>Σαν θα φτάσεις στην αυλή της</p><p>Μην αφήσεις τα ξανθά σου τα μαλλιά ελεύθερα</p><br><p>Και σαν ανέβεις τα σκαλοπάτια της</p><p>Μην πας εκεί που βρίσκεται η μάνα σου</p><br><p>Σαν ο παπάς πει για τον άγιο</p><p>Εσύ να μη γονατίσεις”.</p><br><p>Μα σαν πήγε εκείνη στην εκκλησιά</p><p>Όλα τα χρυσά της φόρεσε</p><br><p>Στην αυλή της μόλις μπήκε</p><p>Ελευθέρωσε τα ξανθά της τα μαλλιά</p><br><p>Τα σκαλοπάτια μόλις πέρασε</p><p>Δίπλα στη μάνα της πήγε κι έκατσε</p><br><p>Και μόλις ο παπάς είπε για τον άγιο</p><p>Γονάτισε κάτω χαμηλά</p><br><p>Κοντά κοντά η μάνα της, την πήρε και την ρώτηξε:</p><p>“Ανιέτε! Ανιέτε! Από που μας έρχεσαι;</p><br><p>Ανιέτε! Ανιέτε! Γλυκιά μου κόρη κι απαλή!</p><p>Που σε είχαμε χάσει τόσον καιρό;</p><br><p>Πού σε είχαμε χάσει τόσον καιρό;</p><p>Και πού έγιναν έτσι λευκά τα μαγουλάκια σου;”</p><br><p>“Στον βυθό της θάλασσας κατοικώ</p><p>Εκεί δόθηκα στον γοργόνο</p><br><p>Εκεί ο ευγενής ήλιος δεν λάμπει</p><p>Και έτσι, λευκά έχουν γίνει τα μαγουλάκια μου</p><br><p>Επτά γιούς του έχω κάνει</p><p>Και η όγδοη η κόρη του είναι τόση δα μικρή”.</p><br><p>“Τι σου έδωσε ο γοργόνος για την τιμή σου;</p><p>Όταν σε πήρε νύφη του, τι πήρες;”</p><br><p>“Μου ‘δωσε πέντε χρυσά δαχτυλίδια</p><p>Με ρόδα και κρίνα σκαλιστά</p><br><p>Μου έδωσε βραχιόλια από κόκκινο χρυσάφι</p><p>Τέτοια στα χέρια τους δεν έχουν ούτε βασίλισσες</p><br><p>Μου έδωσε παπούτσια με χρυσές πόρπες</p><p>Τέτοια στα πόδια τους δεν φορούν ούτε βασίλισσες</p><br><p>Και μου έδωσε και μια χρυσή άρπα</p><p>Να τραγουδώ τον πόνο μου</p><br><p>Αλλά τώρα θα μείνω στην πράσινη ξηρά</p><p>Δεν θα ξαναπάω στον βυθό της θάλασσας”.</p><br><p>Οι δυο τους νόμισαν πως ήτανε μονάχες</p><p>Αλλά ο γοργόνος στεκόταν εκεί και όλα τα είχε ακούσει</p><br><p>Ο γοργόνος πέρασε την πόρτα της εκκλησιάς</p><p>Και όλα τα εικονίσματα του γύρισαν την πλάτη</p><br><p>Τα μαλλιά του ήταν σαν από ατόφιο χρυσάφι</p><p>Και τα μάτια του τόσο δακρυσμένα</p><br><p>“Ανιέτε! Ανιέτε! Έλα στη θάλασσα μαζί μου!</p><p>Τα μικρά σου τα παιδιά σε ζητούν”.</p><br><p>“Άσε τα να με ζητούν και να με αναζητούν!</p><p>Δεν θα ξαναγυρίσω πια σε αυτά”.</p><br><p>“Σκέψου τα μικρά! Σκέψου τα μεγάλα!</p><p>Μα πιο πολύ σκέψου το μικρότερο στην κούνια του!”</p><br><p>“Όχι, ποτέ δεν θα ξανασκεφτώ ούτε τα μικρά ούτε τα μεγάλα</p><p>Και πιο λίγο απ’ όλα θα σκεφτώ το μικρότερο στην κούνια του”.</p><br><p>Ο γοργόνος σήκωσε το τρανό του δεξί του χέρι:</p><p>“Κατήφεια και σκοτάδι σε ολόκληρο τον τόπο αυτό!”</p><br><p>Το ζοφερό σύννεφο του σκότους</p><p>Έκρυψε όλον τον τόπο και την πόλη</p><br><p>Η Ανιέτε περπατά τυφλωμένη</p><p>Τον δρόμο της δεν&nbsp;μπορεί να βρει</p><br><p>Ήθελε στο πράσινο να περπατήσει</p><p>Όταν κατέβηκε στον βυθό της θάλασσας</p><br><p>Ήθελε στης μάνας της να φτάσει</p><p>Όταν κατηφόρισε προς τα βαθιά</p><br><p>“Καλωσήρθες Ανιέτε, κάτω από τα γαλάζια κύματα!</p><p>Ποτέ ξανά δεν θα πατήσεις το πόδι σου στην πράσινη γη</p><br><p>Ποτέ ξανά δεν θα πατήσεις το πόδι σου στην πράσινη γη</p><p>Και ποτέ σου δεν θα ματαδείς τα μικρά σου τα παιδιά</p><br><p>Μόνο εδώ θα κάθεσαι, στην γκρίζα αυτή πέτρα</p><p>Όπου θα παίζεις με τα κόκκαλα των νεκρών</p><br><p>Θα σου αφήσω όμως τη χρυσή αυτή άρπα</p><p>Για να παίζεις τον θλιμμένο σου σκοπό”.</p><br><p>Αυτά ακούει κανείς μέσα στο πράσινο το δάσος</p><p>τα πουλιά μας κελαηδούν -</p><p>Η Ανιέτε παίζει την άρπα της από τον βυθό της θάλασσας</p><p>Αγαπημένη Ανιέτε - </p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></itunes:summary>
		</item>
		<item>
			<title>Η Χρυσή Ρίζα</title>
			<itunes:title>Η Χρυσή Ρίζα</itunes:title>
			<pubDate>Mon, 28 Jun 2021 09:32:49 GMT</pubDate>
			<itunes:duration>23:43</itunes:duration>
			<enclosure url="https://sphinx.acast.com/p/open/s/6013ebce985ab977d52addcc/e/60d99741e03470001901ec02/media.mp3" length="28504392" type="audio/mpeg"/>
			<guid isPermaLink="false">60d99741e03470001901ec02</guid>
			<itunes:explicit>false</itunes:explicit>
			<link>https://www.karakaxa.org/%CE%B5%CF%80%CE%B5%CE%B9%CF%83%CF%8C%CE%B4%CE%B9%CE%B1</link>
			<acast:episodeId>60d99741e03470001901ec02</acast:episodeId>
			<acast:showId>6013ebce985ab977d52addcc</acast:showId>
			<acast:episodeUrl>mitos41</acast:episodeUrl>
			<acast:settings><![CDATA[FYjHyZbXWHZ7gmX8Pp1rmbKbhgrQiwYShz70Q9/ffXZMTtedvdcRQbP4eiLMjXzCKLPjEYLpGj+NMVKa+5C8pL4u/EOj1Vw4h5MMJYp0lCcFAe0fnxBJy/1ju4Qxy1fh8gO4DvlGA40yms2g0/hOkcrfHIopjTygHFqGwwOPKFIai4SuTvs86Lx3UYCyl6Zs+WO4fC9bB8/2bSJALEZpunHdJA38/ZCmkJMYOTmjFjqPf9Cewf535yb7pdjqLxRWcOv+ceeLS8EpvIKN9KylPxzK/X26EMweNE3qF/YGqnwlAXQtV4iDT2JYSax3ki98]]></acast:settings>
			<itunes:subtitle>Μίτος</itunes:subtitle>
			<itunes:episodeType>full</itunes:episodeType>
			<itunes:episode>41</itunes:episode>
			<itunes:image href="https://assets.pippa.io/shows/6013ebce985ab977d52addcc/1624872716989-3cef0f738cf26ac241ff4c852cb0de7b.jpeg"/>
			<description><![CDATA[<p>Αυτή τη φορά από την περιοχή της Λομπαρντίας, οι Ιταλοί έχουν μια ιστορία για την περιέργεια και τη συγχώρεση, με άφθονη ποιητική διάθεση.</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Περιέχει έντονες σκηνές βίας, βρεφοκτονία, αυτοκτονία</p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>Ηχητικά εφέ: freesound.org, ηχητικά εφέ φλογέρων από τον χρήστη klankbeeld</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ</p><br><p>Η Χρυσή Ρίζα</p><br><p>Ο άνθρωπος που είναι περίεργος και θέλει να μάθει περισσότερα απ’όσα του πρέπουν, πάντα κρατά μαζί του το σπίρτο που θα ανάψει φωτιά στην πυριτιδαποθήκη της μοίρας του. Και ο άνθρωπος που χώνει τη μύτη του στις υποθέσεις των άλλων, πολύ συχνά χάνει τις δικές του. Γενικά, ο άνθρωπος που σκάβει τρύπες για να βρει θησαυρό τελικά ανοίγει το χάσμα στο οποίο ο ίδιος θα πέσει - αυτό συνέβη και στην κόρη του κηπουρού όπως θα μάθουμε παρακάτω.</p><br><p>Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας κηπουρός που, όσο σκληρά κι αν δούλευε, δεν κατάφερνε να βγάλει αρκετά για να θρέψει την οικογένειά του. Έτσι, έδωσε από ένα μικρό γουρουνάκι στην καθεμιά από τις τρεις του κόρες για να τα μεγαλώσουν και να έχουν έστω και κάτι λίγο για προίκα. Η Πασκούτσα και η Τσίτσε, που ήταν οι μεγαλύτερες, πήραν τα γουρουνάκια τους και τα πήγαν να βοσκήσουν σε ένα πανέμορφο λιβάδι. Aλλά δεν ήθελαν να πάρουν μαζί τους την Παρμετέλλα την μικρότερη και την έδιωξαν και της είπαν να πάει να βοσκήσει το δικό της γουρουνάκι αλλού. Έτσι η Παρμετέλλα πήγε με το γουρουνάκι της σε ένα δάσος, όπου οι Σκιές κρύβονταν από τις επιθέσεις του Ήλιου. Έφτασε μπροστά σε ένα ξέφωτο με ένα δέντρο με χρυσά φύλλα και ένα ρυάκι στη μέση - ένα ρυάκι τόσο ελκυστικό σαν τη μαιτρέσσα ενός πανδοχείου που προσφέρει κρύο νερό στους περαστικούς απευθύνοντάς τους γοητευτικά βλέμματα και λόγια. Η Παρμετέλλα έκοψε ένα χρυσό φύλλο από το δέντρο και το πρόσφερε στον πατέρα της, ο οποίος με μεγάλη χαρά πήγε και το πούλησε κερδίζοντας έτσι είκοσι δουκάτα - ένα ποσό που βούλωσε αρκετές τρύπες στις υποθέσεις του. Όταν ρώτησε την κόρη του πού το είχε βρει, εκείνη του είπε: “Πάρτε το πατέρα μου και μην κάνετε άλλες ερωτήσεις, μην πάτε να χαλάσετε την τύχη σας”. Την επόμενη μέρα το κορίτσι ξαναπήγε στο δέντρο και έκοψε άλλο ένα φύλλο και μετά κι άλλο κι άλλο μέχρι που το δέντρο έμεινε γυμνό λες και ήταν φθινόπωρο. Σκέφτηκε τότε πως το δέντρο έπρεπε να είχε και χρυσές ρίζες, αλλά ήταν πολύ αδύναμο και δεν μπορούσε να τις ξεριζώσει. Γύρισε σπίτι της και πήρε μαζί της ένα τσεκούρι και μια τσάπα και βάλθηκε να σκάβει και να σκάβει τη βάση του δέντρου. Σαν είχε σκάψει αρκετά και φαινόντουσαν πια αρκετές από τις ρίζες, έσπρωξε τον κορμό να πέσει και από κάτω φανερώθηκε μια πορφυρή σκάλα.</p><br><p>Η Παρμετέλλα, που ήταν πολύ περίεργη από τη φύση της, άρχισε να κατεβαίνει τη σκάλα και, αφού διέσχισε ένα βαθύ και σκοτεινό σπήλαιο, κατέληξε σε μια πανέμορφη πεδιάδα. Εκεί βρισκόταν κι ένα παλάτι που ήταν φτιαγμένο από χρυσό και ασήμι ενώ η διακόσμησή του ήταν μόνο από μαργαριτάρια και πολύτιμους λίθους. Η Παρμετέλλα έμεινε να θαυμάζει το τοπίο αρκετή ώρα μέχρι που, μην βλέποντας ψυχή τριγύρω, μπήκε στο παλάτι σε μία αίθουσα όπου βρίσκονταν κρεμασμένοι πολλοί πίνακες. Στους πίνακες μπορούσε κανείς να δει θαυμαστά πράγματα, όπως την άγνοια του ανθρώπου που πιστεύει ότι είναι σοφός, την αδικία που κάνει αυτός που κρατά τη ζυγαριά της δικαιοσύνης και τις πληγές των εκδικητικών Ουρανών, όλα έκοβαν την ανάσα. </p><br><p>Σε αυτή την αίθουσα υπήρχε κι ένα μακρύ τραπέζι στρωμένο με λαχταριστά φαγητά και δροσιστικά ποτά. Η Παρμετέλλα, που τώρα πεινούσε πολύ, έκατσε στο τραπέζι να φάει σαν σωστή Κοντέσσα. Καθώς έτρωγε λοιπόν, μέσα στην αίθουσα μπήκε ένας νεαρός και όμορφος Σκλάβος που αμέσως της είπε: “Μείνε, μη φύγεις από εδώ κι εγώ θα σε κάνω γυναίκα μου, θα είσαι η πιο ευτυχισμένη γυναίκα του κόσμου!”. Παρόλο το ξάφνιασμά της, η Παρμετέλλα συμπάθησε αμέσως τον νεαρό και δέχτηκε την πρότασή του. Στη στιγμή, εμφανίστηκε μπροστά της μια διαμαντένια άμαξα που την έσερναν τέσσερα χρυσά άλογα με φτερά από σμαράγδια και ρουμπίνια και την σήκωσαν ψηλά στον αέρα. Εμφανίστηκαν και αρκετοί πίθηκοι ντυμένοι στα χρυσά, υπηρέτες της, οι οποίοι την έντυσαν με τα καλύτερα ρούχα από την κορυφή ως τα νύχια, έτσι που έμοιαζε σωστή βασίλισσα. </p><br><p>Μόλις έφτασε η νύχτα και ο Ήλιος αποφάσισε να κοιμηθεί στις όχθες του ποταμού της Ινδίας και έσβησε το φως του, ο Σκλάβος είπε στην Παρμετέλλα: “Αγαπημένη μου, πήγαινε τώρα να ξεκουραστείς σε εκείνο εκεί το κρεβάτι, μα πριν ξαπλώσεις, θυμήσου να σβήσεις το κερί. Κάνε το όπως σου το είπα αλλιώς μεγάλο κακό θα σε βρει”. Η Παρμετέλλα έκανε όπως της είπε μα όπως έκλεινε τα μάτια της, είδε τον Σκλάβο να μεταμορφώνεται σε ευγενή και μετά να ξαπλώνει και αυτός. Το επόμενο πρωί, σαν η Αυγή βγήκε να μαζέψει νέα αυγά από το περιβόλι του Ουρανού, ο νεαρός είχε πάρει την αρχική του μορφή και η Παρμετέλλα έμεινε να αναρωτιέται και να θαυμάζει.</p><br><p>Έτσι, το επόμενο βράδυ, η Παρμετέλλα πήγε να ξαπλώσει και, όπως είχε κάνει και το προηγούμενο βράδυ, έσβησε το κερί και ο νεαρός ήρθε και αυτός να ξαπλώσει στο πλευρό της. Αυτή τη φορά όμως, σαν ο νεαρός έκλεισε τα μάτια του, η Παρμετέλλα σηκώθηκε από το κρεββάτι της και με τη βοήθεια ενός τσακμακιού που είχε φέρει μαζί της, άναψε πάλι το κερί. Τότε είδε ξεκάθαρα τον έβενο να μεταμορφώνεται σε φίλντισι, το κάρβουνο σε κιμωλία. Καθώς είχε μείνει να κοιτά με το στόμα ανοικτό το θαύμα που συνέβαινε μπροστά της, ο νεαρός ξύπνησε και άρχισε να επιπλίττει την Παρμετέλλα λέγοντας: “Αχ συμφορά μου! Η περιέργειά σου με καταδίκασε σε άλλα εφτά χρόνια με αυτή την κατάρα. Φύγε από εδώ, εμπρός, δρόμο! Να μη σε βλέπω μπροστά μου! Δεν ξέρεις τι καλό είχες και το έχασες!” και λέγοντας αυτά εξαφανίστηκε από μπροστά της σαν καπνός.</p><br><p>Το καημένο το κορίτσι αποχώρησε από το παλάτι παγωμένο από τον φόβο και με το κεφάλι χαμηλωμένο από ντροπή. Σαν βγήκε από το σπήλαιο απ’ όπου είχε μπει, συνάντησε μια νεράιδα που της είπε: “Καημένο μου παιδί, πόσο η καρδιά μου πονά για την κακή σου τύχη! Δύστυχο κορίτσι, πας έτοιμη για σφαγή, μοιάζεις σαν να είσαι έτοιμη να περάσεις μια στενή όσο μια τρίχα γέφυρα. Θα προσπαθήσω να σε βοηθήσω να μη χαθείς. Πάρε αυτά τα επτά αδράχτια και τα εφτά σύκα και αυτό το βάζο με μέλι. Πάρε και αυτά τα εφτά ζευγάρια σιδεροπάπουτσα, φόρεσέ τα&nbsp;και περπάτα χωρίς να σταματήσεις μέχρι να λιώσουν όλα. Τότε θα δεις εφτά γυναίκες να κάθονται σε ένα μπαλκόνι και να γνέθουν από ψηλά το νήμα των οστών των νεκρών που βρίσκονται κάτω από το μπαλκόνι τους. Μείνε κρυμμένη και ήσυχη και όταν το νήμα φανεί, βγάλε τα κόκαλα και στη θέση τους βάλε αδράχτι αλειμμένο με μέλι και στη θέση της θηλιάς βάλε ένα σύκο. Μόλις οι γυναίκες ανεβάσουν το αδράχτι στο μπαλκόνι τους και δοκιμάσουν το μέλι θα πουν:</p><p>Όποιος μου γλύκανε τ’ αδράχτι</p><p>Καλή τύχη θε να ‘χει!</p><p>Θα επαναλάβουν αυτά τα λόγια αρκετές φορές και έπειτα η μια μετά την άλλη θα πουν </p><p>Εσύ που μας έφερες τα γλυκά εμφανίσου!, </p><p>αλλά εσύ να πεις ‘Όχι, θα με φάτε! </p><p>Η άλλη τότε θα πει Στο κουταλάκι μας σου υποσχόμαστε, δεν θα σε φάμε </p><p>Εσύ όμως να μείνεις ακίνητη και θα ακούσεις </p><p>Στο σάλιο μας κάνουμε όρκο, δεν θα σε φάμε </p><p>Μην κουνήσεις ρούπι από τη θέση σου, θα σου πουν τότε </p><p>Μα τις σκούπες μας σου λέμε βγες, δεν θα σε φάμε </p><p>Μην τις πιστέψεις, μετά θα πουν </p><p>Σου ορκιζόμαστε στον σούγλο μας, δεν θα σε φάμε </p><p>Εσύ κλείσε το στόμα σου, αλλιώς θα το πληρώσεις ακριβά. Στο τέλος θα σου πουν </p><p>Σου υποσχόμαστε στον Αστραπόβροντο ότι δεν θα σε φάμε! </p><p>Τότε κι εσύ να βγεις και θα είσαι ασφαλής, δεν θα σε φάνε.</p><br><p>Αφού τελείωσε η νεράιδα, η Παρμετέλλα πήρε τον δρόμο πάνω από κοιλάδες και λόφους και μόλις πέρασαν εφτά χρόνια, το τελευταίο ζευγάρι σιδεροπάπουτσα έλιωσε κι αυτό. Πλησίασε τότε ένα σπίτι που στο μπαλκόνι του βρίσκονταν οι εφτά γυναίκες που έγνεθαν. Ακολουθώντας τις οδηγίες της νεράιδας, η Παρμετέλλα υπέμεινε τις ψευτοϋποσχέσεις και τους δελεασμούς των γυναικών μέχρι που τελικά ορκίστηκαν στον Αστραπόβροντο. Τότε η Παρμετέλλα εμφανίστηκε μπροστά τους και ανέβηκε στο μπαλκόνι. Οι εφτά γυναίκες της είπαν τότε: “Προδότρα, εσύ είσαι ο λόγος που ο αδερφός μας έζησε άλλα εφτά χρόνια με την κατάρα στο παλάτι σαν Σκλάβος. Παρόλο που ήσουν προετοιμασμένη και φέρθηκες έξυπνα με τους όρκους μας, θα έρθει και η σειρά σου να πληρώσεις ό,τι χρωστάς, μην αμφιβάλλεις στιγμή γι΄ αυτό. Τώρα όμως κάνε ό,τι σου πούμε. Πήγαινε και κρύψου πίσω από αυτή τη σκάφη και όταν καταφτάσει η μάνα μας, που αν σε δει θα σε κάνει μια χαψιά, πετάξου και πιάσε την από πίσω και μην την αφήσεις αν δεν σου ορκιστεί στον Αστραπόβροντο πως δεν θα σε πειράξει”. </p><br><p>Η Παρμετέλλα έκανε όπως της είπαν οι γυναίκες και αφού η δράκαινα ορκίστηκε στο πυρόφτυαρο, στην ανέμη, στο καρούλι, στο προσκέφαλο και στον πάσσαλο, ορκίστηκε και στον Αστραπόβροντο και η Παρμετέλλα την ελευθέρωσε από τη λαβή της. Παρουσιάστηκε μπροστά της και η δράκαινα της είπε: “Αυτή τη φορά με νίκησες. Αλλά να προσέχεις Προδότρα γιατί με την πρώτη βροχή θα σε στείλω να καείς σε Λάβα”. </p><br><p>Μια μέρα η δράκαινα, που πάντα έψαχνε να βρει τρόπο να καταβροχθίσει την Παρμετέλλα, πήρε δώδεκα σακιά με κάθε λογής σπόρους - αρακά, φακές, ρεβύθια, φασόλια, φασολάκια και λούπινα - και τους ανακάτεψε. Έπειτα είπε στην Παρμετέλλα: “Προδότρα, πάρε αυτούς τους σπόρους και ξεχώρισέ τους τον καθένα στο είδος του. Αν δεν είναι όλοι ξεχωρισμένοι μέχρι το βράδυ τότε θα σε φάω”. </p><br><p>Η καημένη η Παρμετέλλα έκατσε δίπλα στα σακιά και άρχισε να κλαίει με μαύρο δάκρυ: “Αχ Μητέρα, Μητέρα, αυτή η χρυσή ρίζα με έκανε στ’ αλήθεια κακορίζικη! Τώρα η δυστυχία μου ολοκληρώθηκε, γιατί από τότε που είδα το μαύρο πρόσωπο να γίνεται άσπρο, όλος μου ο κόσμος μαύρισε. Αλίμονο! Είμαι τελειωμένη, καταδικασμένη, σαν να είμαι ήδη στο στόμα της δράκαινας και δεν υπάρχει κανείς να με βοηθήσει, κανείς να με συμβουλέψει, κανείς να με παρηγορήσει”. </p><br><p>Καθώς έκλαιγε έτσι το κορίτσι τσαφ! να σου μπροστά της ο Αστραπόβροντος μιας και το ξόρκι που τον κρατούσε φυλακισμένο είχε λήξει. Αν και ήταν πολύ θυμωμένος με την Παρμετέλλα, η καρδιά του δεν θα άλλαζε ποτέ και, βλέποντάς τη να υποφέρει, της είπε: “Προδότρα, γιατί κλαις έτσι;” και το κορίτσι του διηγήθηκε για τη δοκιμασία που της είχε αναθέσει η μητέρα του και πως ήθελε να τη φάει. Της είπε τότε ο Αστραπόβροντος: “Ξέχασε τους φόβους και ηρέμησε την καρδιά σου, γιατί τίποτα κακό δεν θα συμβεί”. Σκόρπισε τότε όλους τους σπόρους στο έδαφος και μετά φώναξε να βγουν από το έδαφος μυρμήγκια που έπιασαν αμέσως δουλειά. Ξεχώρισαν όλους τους σπόρους κατά είδος και η Παρμετέλλα τους έβαζε όλους σε διαφορετικά σακιά. </p><br><p>Μόλις γύρισε σπίτι και η δράκαινα είδε ότι η δουλειά είχε γίνει απελπίστηκε και φώναξε: “Αυτός ο Αστραπόβροντος με ξεγέλασε, αλλά δεν θα σε αφήσω να ξεφύγεις τόσο εύκολα! Πάρε αυτά τα υφάσματα που είναι αρκετά για να φτιαχτούν δώδεκα στρώματα και μέχρι το βράδυ να είναι έτοιμα και γεμισμένα με πούπουλα αλλιώς θα σε κάνω κιμά και θα σε φάω”.</p><br><p>Το δύσμοιρο κορίτσι πήρε τα υφάσματα και πήγε κι έκατσε σε μια γωνιά. Άρχισε να κλαίει τόσο δυνατά που τα δάκρυα έτρεχαν σαν βρύσες από τα μάτια της. Εμφανίστηκε όμως πάλι ο Αστραπόβροντος που την άκουσε από μακριά και της είπε: “Μην κλαις Προδότρα και θα σε βοηθήσω εγώ. Λύσε τα μαλλιά σου και άπλωσε τα υφάσματα στο έδαφος. Στάσου πάνω τους και ξεκίνα να φωνάζεις και να οδύρεσαι πως ο βασιλιάς των πουλιών πέθανε και κοίτα να δεις τι θα γίνει”.</p><br><p>Η Παρμετέλλα έκανε όπως της είπε ο Αστραπόβροντος και από τα σύννεφα ξεπρόβαλλαν κάθε λογής πουλιά μεγάλα και μικρά, τόσα πολλά που σκοτείνιασε ο ουρανός. Χτυπώντας τα φτερά τους έπεφταν άπειρα πούπουλα στο έδαφος και σε μία μόλις ώρα όλα τα στρώματα ήταν γεμάτα! Μόλις η δράκαινα γύρισε σπίτι και είδε ότι η δουλειά είχε γίνει, φούσκωσε από θυμό και όταν ήταν έτοιμη να σκάσει άρχισε να τσιρίζει: “Ο Αστραπόβροντος νομίζει πως είναι εξυπνότερος από εμένα αλλά να με δέσετε στην ουρά γορίλα αν αφήσω εγώ την Παρμετέλλα να μου ξεφύγει!” και γυρνώντας στην Παρμετέλλα της είπε: “Πήγαινε αμέσως στο σπίτι της αδερφής μου και πες της να μου στείλει τα μουσικά όργανα. Αποφάσισα πως ο Αστραπόβροντος θα παντρευτεί και μάλιστα θα του κάνουμε γιορτή που αξίζει μόνο σε βασιλιά!”. Ταυτόχρονα η δράκαινα έστειλε μήνυμα με πουλί στην αδερφή της να σφάξει και να μαγειρέψει το κορίτσι που θα ερχόταν να τη βρει και ότι θα πήγαινε και αυτή να μοιραστούν το γεύμα. </p><br><p>Η Παρμετέλλα, ακούγοντας πόσο εύκολο ήταν αυτό το έργο που της ανέθεσε η δράκαινα, ανακουφίστηκε και άφησε τον εαυτό της να δει τον κόσμο ξανά με αισιοδοξία. Πόσο λάθος όμως έκανε. Στο δρόμο που πήγαινε συνάντησε τον Αστραπόβροντο ο οποίος βλέποντάς την να βιάζεται τη ρώτησε: “Πού πας βρε φουκαριάρικο κορίτσι έτσι βιαστικά; Δεν ξέρεις πως πας κατευθείαν για σφαγή; Με χαμόγελο στα χείλη δένεις μόνη σου στα δεσμά σου, ακονίζεις από μόνη σου το μαχαίρι που θα σε σφάξει και ανακατεύεις με τα χέρια σου τα συστατικά του δηλητηρίου που θα πάρεις. Η δράκαινα για την οποία τραβάς ανέμελα είναι έτοιμη να σε φάει. Αλλά μη φοβάσαι. Πάρε αυτή τη φρατζόλα, αυτή τη δέσμη σανό και αυτή την πέτρα. Σαν θα φτάσεις στο σπίτι της θείας μου εκεί θα δεις ένα σκυλί που αμέσως θα σου χυμήξει να σε δαγκώσει. Δώσε του τη φρατζόλα και θα τη στραβοκαταπιεί. Μόλις περάσεις τον σκύλο, θα δεις ένα αφηνιασμένο άλογο που θα σε πλησιάσει να σε κλωτσήσει και να σε ποδοπατήσει. Δώσε του το σανό και θα του δέσεις τα πόδια. Τέλος, θα φτάσεις σε μια πόρτα που θα ανοιγοκλείνει από μόνη της με μανία. Βάλε στο άνοιγμα κάτω αυτή την πέτρα να σταματήσεις την οργή της. Ανέβα τα σκαλιά και θα βρεθείς μπροστά στη δράκαινα που θα κρατά ένα μωρό στην αγκαλιά με τον φούρνο έτοιμο να σε μαγειρέψει. Τότε θα σου πει να κρατήσεις για λίγο το μωρό όσο εκείνη θα πάει να σου φέρει τα όργανα. Αλλά πρόσεχε, θα πάει να ακονίσει τους χαυλιόδοντές της για να σε ξεσκίσει καλύτερα. Χωρίς κανένα δισταγμό και έλεος, ρίξε το μωρό στο φούρνο, πάρε μόνη σου τα όργανα που είναι πίσω από την πόρτα και βγες τρέχοντας από εκεί μέσα αλλιώς σίγουρα θα είναι το τέλος σου. Τα όργανα βρίσκονται σε ένα κουτί, μην το ανοίξεις όμως εσύ, σε προειδοποιώ”.</p><br><p>Η Παρμετέλλα έκανε όπως της είπε ο Αστραπόβροντος, αλλά καθώς γυρνούσε με το κουτί με τα όργανα παραμάσχαλα, το άνοιξε και ωπ! από μέσα ξεπήδησαν ένα σωρό όργανα - μια φλογέρα, ένας αυλός, μια γκάιντα, ένας πλαγίαυλος - και άρχισαν να παίζουν όλα μαζί γεμίζοντας τον αέρα με μια απερίγραπτη κακοφωνία, ενώ η Παρμετέλλα τραβούσε τα μαλλιά της από απόγνωση. </p><br><p>Εντωμεταξύ η δράκαινα είχε επιστρέψει και μην βλέποντας πουθενά την Παρμετέλλα, βγήκε στο παράθυρο και φώναξε στην πόρτα: “Σύνθλιψε την προδότρα!” μα η πόρτα της απάντησε:</p><p>Κακό δεν θα κάνω στο κορίτσι</p><p>Μιας και στην οργή μου βρήκε λύση</p><br><p>Τότε η δράκαινα φώναξε στο άλογο: “Πάτα την κλέφτρα να τη λιώσεις!” μα το άλογο αποκρίθηκε:</p><p>Δεν θα κάνω στο κορίτσι κακό</p><p>Μιας και αυτή μου έδωσε σανό</p><br><p>Τέλος, η δράκαινα φώναξε στο σκύλο: “Δάγκωσέ την να της κόψεις κομμάτι!”, αλλά το σκυλί της είπε:</p><p>Δεν θέλω να πάθει κακό η μικρή</p><p>Γιατί αυτή μου έδωσε ψωμί</p><br><p>Η Παρμετέλλα έτρεχε γύρω από τα όργανα προσπαθώντας να τα πιάσει αλλά χωρίς αποτέλεσμα, μέχρι που ήρθε δίπλα της κι ο Αστραπόβροντος ο οποίος τη μάλωσε: “Προδότρα, ακόμη να καταλάβεις ότι εξαιτίας της περιέργειάς σου έχεις φτάσει σε αυτό το σημείο;” και σφύριξε στα όργανα να γυρίσουν πίσω και τα έκλεισε πάλι στο κουτί τους. Η Παρμετέλλα πήγε τότε το κουτί με τα όργανα στη μάνα του Αστραπόβροντου η οποία, όταν είδε ότι και αυτή τη δουλειά την είχε φέρει εις πέρας η Παρμετέλλα, είπε: “Σκληρή μου μοίρα, ακόμη και η ίδια μου η αδερφή δεν κατάφερε να μου δώσει την απόλαυση που αποζητώ!”.</p><br><p>Άρχισαν και οι ετοιμασίες για τον γάμο του Αστραπόβροντου και κατέφτασε και η νύφη - ένα κακάσχημο πλάσμα, ένα συνοθύλευμα ασχήμιας, μια αρπυία, μια διαβολική σκιά, ένας τρόμος, ένα τέρας, μια τεράστια σκάφη στολισμένη με λουλούδια και φιόγκους που έμοιαζε με τσίρκο. Η δράκαινα οργάνωσε ένα τρανό φαγοπότι για λόγου της και μιας και ήταν κακόβουλο και ύπουλο πλάσμα, έβαλε το τραπέζι δίπλα σε ένα πηγάδι, με τις εφτά της κόρες να κάθονται εκεί δίπλα κρατώντας από έναν πυρσό στο χέρι. Στην Παρμετέλλα έδωσε να κρατάει δυο πυρσούς και να κάτσει στην άκρη του πηγαδιού έτσι ώστε με μια λάθος κίνησή της να πέσει μέσα στο πηγάδι. </p><br><p>Καθώς τα πιάτα στο τραπέζι πηγαινοερχόντουσαν, ο Αστραπόβροντος, που ανακατευόταν μόνο και μόνο που έβλεπε την μελλοντική του νύφη, είπε στην Παρμετέλλα: </p><p>Προδότρα, με αγαπάς;</p><p>Από εδώ ως τον ουρανό, του αποκρίθηκε εκείνη.</p><p>Αν με αγαπάς τότε δώσε μου ένα φιλί.</p><p>Όχι, του είπε τότε εκείνη. Κοίτα τι εξαίσιο πλάσμα έχεις δίπλα σου που σύντομα θα γίνει ολοδικό σου! Σας εύχομαι κάθε ευτυχία και πολλούς απογόνους.</p><p>Είναι προφανές πως δεν σου κόβει και πολύ, διέκοψε τότε η νύφη, και όσα χρόνια και να περάσουν έτσι κουτή θα μείνεις. Τι χαζή σεμνοτυφία είναι αυτή, να σου ζητά ένας τόσο όμορφος νεαρός να τον φιλήσεις, εδώ εγώ αφήνω βοσκούς και ζητιάνους να μου κάνουν άλλα κι άλλα.</p><br><p>Ακούγοντάς το αυτό, ο γαμπρός κοκκίνισε από θυμό και το φαγητό τού έκατσε στον λαιμό. Αλλά προσποιήθηκε πως δεν είχε ακούσει τίποτα και χαμογέλασε όπως πριν, σκεπτόμενος πως θα έπαιρνε εκδίκηση μετά. Άρχισε να τελειώνει το γλέντι και μετά από λίγο ο Αστραπόβροντος πλησίασε τη νύφη του και της είπε:</p><p>Είδες σύζυγέ μου πώς αυτό το περήφανο πλάσμα αρνήθηκε να με φιλήσει;</p><p>Μα ήταν τόσο κουτή να αρνηθεί να φιλήσει έναν τόσο όμορφο νέο σαν κι εσένα, εγώ αφήνω βοσκούς να με φιλούν για το τίποτα. </p><br><p>Ε, εκεί δεν άντεξε άλλο ο Αστραπόβροντος, άστραψε και βρόντηξε και χωρίς να το καταλάβει καλά καλά άρπαξε ένα μαχαίρι και το βύθισε στο στέρνο της νύφης του. Στη συνέχεια την έθαψε στο κελάρι. Πήγε τότε στην Παρμετέλλα, την αγκάλιασε και της είπε: “Είσαι το πετράδι μου, το άνθος όλων των γυναικών, ο καθρέφτης της τιμής! Γύρνα λίγο να με κοιτάξεις κι εμένα, δώσε μου το χέρι και τα χείλη σου, έλα κοντά μου και θα είμαι δικός σου παντοτινά!”.</p><br><p>Το επόμενο πρωί, σαν ο Ήλιος έβγαλε τα φωτεινά του άτια από τον σκοτεινό τους στάβλο να βοσκήσουν στα λιβάδια της Αυγής, η δράκαινα κατέφτασε με φρέσκα αυγά για το νιόπαντρο ζευγάρι για να τα δώσει στη νύφη της κι εκείνη να της πει: “Ευτυχισμένη όποια παντρεύεται και της τυχαίνει τέτοια πεθερά!”. Αλλά στην αγκαλιά του γιού της βρήκε την Παρμετέλλα και, μαθαίνοντας τι είχε γίνει, έτρεξε στην αδερφή της να βρουν μαζί μια λύση να ξεφορτωθούν αυτό το αγκάθι χωρίς να μπορέσει να τη σταματήσει ο Αστραπόβροντος. Φτάνοντας όμως στο σπίτι της αδερφής της είδε πως από στενοχώρια για το χαμό του μωρού της, είχε μπει και η αδερφή της στο φούρνο και είχε καεί. Η δράκαινα τότε από απελπισία μεταμορφώθηκε σε κριάρι και άρχισε να κοπανάει το κεφάλι της στον τοίχο μέχρι που πέθανε.&nbsp;</p><br><p>Ο Αστραπόβροντος έφερε ειρήνη ανάμεσα στην Παρμετέλλα και στις αδερφές του και έζησαν ευτυχισμένοι όλοι μαζί κάτω από την ίδια στέγη φέρνοντας στο νου το γνωμικό που λέει</p><br><p>Η υπομονή κατακτά τα πάντα.</p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></description>
			<itunes:summary><![CDATA[<p>Αυτή τη φορά από την περιοχή της Λομπαρντίας, οι Ιταλοί έχουν μια ιστορία για την περιέργεια και τη συγχώρεση, με άφθονη ποιητική διάθεση.</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Περιέχει έντονες σκηνές βίας, βρεφοκτονία, αυτοκτονία</p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>Ηχητικά εφέ: freesound.org, ηχητικά εφέ φλογέρων από τον χρήστη klankbeeld</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ</p><br><p>Η Χρυσή Ρίζα</p><br><p>Ο άνθρωπος που είναι περίεργος και θέλει να μάθει περισσότερα απ’όσα του πρέπουν, πάντα κρατά μαζί του το σπίρτο που θα ανάψει φωτιά στην πυριτιδαποθήκη της μοίρας του. Και ο άνθρωπος που χώνει τη μύτη του στις υποθέσεις των άλλων, πολύ συχνά χάνει τις δικές του. Γενικά, ο άνθρωπος που σκάβει τρύπες για να βρει θησαυρό τελικά ανοίγει το χάσμα στο οποίο ο ίδιος θα πέσει - αυτό συνέβη και στην κόρη του κηπουρού όπως θα μάθουμε παρακάτω.</p><br><p>Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας κηπουρός που, όσο σκληρά κι αν δούλευε, δεν κατάφερνε να βγάλει αρκετά για να θρέψει την οικογένειά του. Έτσι, έδωσε από ένα μικρό γουρουνάκι στην καθεμιά από τις τρεις του κόρες για να τα μεγαλώσουν και να έχουν έστω και κάτι λίγο για προίκα. Η Πασκούτσα και η Τσίτσε, που ήταν οι μεγαλύτερες, πήραν τα γουρουνάκια τους και τα πήγαν να βοσκήσουν σε ένα πανέμορφο λιβάδι. Aλλά δεν ήθελαν να πάρουν μαζί τους την Παρμετέλλα την μικρότερη και την έδιωξαν και της είπαν να πάει να βοσκήσει το δικό της γουρουνάκι αλλού. Έτσι η Παρμετέλλα πήγε με το γουρουνάκι της σε ένα δάσος, όπου οι Σκιές κρύβονταν από τις επιθέσεις του Ήλιου. Έφτασε μπροστά σε ένα ξέφωτο με ένα δέντρο με χρυσά φύλλα και ένα ρυάκι στη μέση - ένα ρυάκι τόσο ελκυστικό σαν τη μαιτρέσσα ενός πανδοχείου που προσφέρει κρύο νερό στους περαστικούς απευθύνοντάς τους γοητευτικά βλέμματα και λόγια. Η Παρμετέλλα έκοψε ένα χρυσό φύλλο από το δέντρο και το πρόσφερε στον πατέρα της, ο οποίος με μεγάλη χαρά πήγε και το πούλησε κερδίζοντας έτσι είκοσι δουκάτα - ένα ποσό που βούλωσε αρκετές τρύπες στις υποθέσεις του. Όταν ρώτησε την κόρη του πού το είχε βρει, εκείνη του είπε: “Πάρτε το πατέρα μου και μην κάνετε άλλες ερωτήσεις, μην πάτε να χαλάσετε την τύχη σας”. Την επόμενη μέρα το κορίτσι ξαναπήγε στο δέντρο και έκοψε άλλο ένα φύλλο και μετά κι άλλο κι άλλο μέχρι που το δέντρο έμεινε γυμνό λες και ήταν φθινόπωρο. Σκέφτηκε τότε πως το δέντρο έπρεπε να είχε και χρυσές ρίζες, αλλά ήταν πολύ αδύναμο και δεν μπορούσε να τις ξεριζώσει. Γύρισε σπίτι της και πήρε μαζί της ένα τσεκούρι και μια τσάπα και βάλθηκε να σκάβει και να σκάβει τη βάση του δέντρου. Σαν είχε σκάψει αρκετά και φαινόντουσαν πια αρκετές από τις ρίζες, έσπρωξε τον κορμό να πέσει και από κάτω φανερώθηκε μια πορφυρή σκάλα.</p><br><p>Η Παρμετέλλα, που ήταν πολύ περίεργη από τη φύση της, άρχισε να κατεβαίνει τη σκάλα και, αφού διέσχισε ένα βαθύ και σκοτεινό σπήλαιο, κατέληξε σε μια πανέμορφη πεδιάδα. Εκεί βρισκόταν κι ένα παλάτι που ήταν φτιαγμένο από χρυσό και ασήμι ενώ η διακόσμησή του ήταν μόνο από μαργαριτάρια και πολύτιμους λίθους. Η Παρμετέλλα έμεινε να θαυμάζει το τοπίο αρκετή ώρα μέχρι που, μην βλέποντας ψυχή τριγύρω, μπήκε στο παλάτι σε μία αίθουσα όπου βρίσκονταν κρεμασμένοι πολλοί πίνακες. Στους πίνακες μπορούσε κανείς να δει θαυμαστά πράγματα, όπως την άγνοια του ανθρώπου που πιστεύει ότι είναι σοφός, την αδικία που κάνει αυτός που κρατά τη ζυγαριά της δικαιοσύνης και τις πληγές των εκδικητικών Ουρανών, όλα έκοβαν την ανάσα. </p><br><p>Σε αυτή την αίθουσα υπήρχε κι ένα μακρύ τραπέζι στρωμένο με λαχταριστά φαγητά και δροσιστικά ποτά. Η Παρμετέλλα, που τώρα πεινούσε πολύ, έκατσε στο τραπέζι να φάει σαν σωστή Κοντέσσα. Καθώς έτρωγε λοιπόν, μέσα στην αίθουσα μπήκε ένας νεαρός και όμορφος Σκλάβος που αμέσως της είπε: “Μείνε, μη φύγεις από εδώ κι εγώ θα σε κάνω γυναίκα μου, θα είσαι η πιο ευτυχισμένη γυναίκα του κόσμου!”. Παρόλο το ξάφνιασμά της, η Παρμετέλλα συμπάθησε αμέσως τον νεαρό και δέχτηκε την πρότασή του. Στη στιγμή, εμφανίστηκε μπροστά της μια διαμαντένια άμαξα που την έσερναν τέσσερα χρυσά άλογα με φτερά από σμαράγδια και ρουμπίνια και την σήκωσαν ψηλά στον αέρα. Εμφανίστηκαν και αρκετοί πίθηκοι ντυμένοι στα χρυσά, υπηρέτες της, οι οποίοι την έντυσαν με τα καλύτερα ρούχα από την κορυφή ως τα νύχια, έτσι που έμοιαζε σωστή βασίλισσα. </p><br><p>Μόλις έφτασε η νύχτα και ο Ήλιος αποφάσισε να κοιμηθεί στις όχθες του ποταμού της Ινδίας και έσβησε το φως του, ο Σκλάβος είπε στην Παρμετέλλα: “Αγαπημένη μου, πήγαινε τώρα να ξεκουραστείς σε εκείνο εκεί το κρεβάτι, μα πριν ξαπλώσεις, θυμήσου να σβήσεις το κερί. Κάνε το όπως σου το είπα αλλιώς μεγάλο κακό θα σε βρει”. Η Παρμετέλλα έκανε όπως της είπε μα όπως έκλεινε τα μάτια της, είδε τον Σκλάβο να μεταμορφώνεται σε ευγενή και μετά να ξαπλώνει και αυτός. Το επόμενο πρωί, σαν η Αυγή βγήκε να μαζέψει νέα αυγά από το περιβόλι του Ουρανού, ο νεαρός είχε πάρει την αρχική του μορφή και η Παρμετέλλα έμεινε να αναρωτιέται και να θαυμάζει.</p><br><p>Έτσι, το επόμενο βράδυ, η Παρμετέλλα πήγε να ξαπλώσει και, όπως είχε κάνει και το προηγούμενο βράδυ, έσβησε το κερί και ο νεαρός ήρθε και αυτός να ξαπλώσει στο πλευρό της. Αυτή τη φορά όμως, σαν ο νεαρός έκλεισε τα μάτια του, η Παρμετέλλα σηκώθηκε από το κρεββάτι της και με τη βοήθεια ενός τσακμακιού που είχε φέρει μαζί της, άναψε πάλι το κερί. Τότε είδε ξεκάθαρα τον έβενο να μεταμορφώνεται σε φίλντισι, το κάρβουνο σε κιμωλία. Καθώς είχε μείνει να κοιτά με το στόμα ανοικτό το θαύμα που συνέβαινε μπροστά της, ο νεαρός ξύπνησε και άρχισε να επιπλίττει την Παρμετέλλα λέγοντας: “Αχ συμφορά μου! Η περιέργειά σου με καταδίκασε σε άλλα εφτά χρόνια με αυτή την κατάρα. Φύγε από εδώ, εμπρός, δρόμο! Να μη σε βλέπω μπροστά μου! Δεν ξέρεις τι καλό είχες και το έχασες!” και λέγοντας αυτά εξαφανίστηκε από μπροστά της σαν καπνός.</p><br><p>Το καημένο το κορίτσι αποχώρησε από το παλάτι παγωμένο από τον φόβο και με το κεφάλι χαμηλωμένο από ντροπή. Σαν βγήκε από το σπήλαιο απ’ όπου είχε μπει, συνάντησε μια νεράιδα που της είπε: “Καημένο μου παιδί, πόσο η καρδιά μου πονά για την κακή σου τύχη! Δύστυχο κορίτσι, πας έτοιμη για σφαγή, μοιάζεις σαν να είσαι έτοιμη να περάσεις μια στενή όσο μια τρίχα γέφυρα. Θα προσπαθήσω να σε βοηθήσω να μη χαθείς. Πάρε αυτά τα επτά αδράχτια και τα εφτά σύκα και αυτό το βάζο με μέλι. Πάρε και αυτά τα εφτά ζευγάρια σιδεροπάπουτσα, φόρεσέ τα&nbsp;και περπάτα χωρίς να σταματήσεις μέχρι να λιώσουν όλα. Τότε θα δεις εφτά γυναίκες να κάθονται σε ένα μπαλκόνι και να γνέθουν από ψηλά το νήμα των οστών των νεκρών που βρίσκονται κάτω από το μπαλκόνι τους. Μείνε κρυμμένη και ήσυχη και όταν το νήμα φανεί, βγάλε τα κόκαλα και στη θέση τους βάλε αδράχτι αλειμμένο με μέλι και στη θέση της θηλιάς βάλε ένα σύκο. Μόλις οι γυναίκες ανεβάσουν το αδράχτι στο μπαλκόνι τους και δοκιμάσουν το μέλι θα πουν:</p><p>Όποιος μου γλύκανε τ’ αδράχτι</p><p>Καλή τύχη θε να ‘χει!</p><p>Θα επαναλάβουν αυτά τα λόγια αρκετές φορές και έπειτα η μια μετά την άλλη θα πουν </p><p>Εσύ που μας έφερες τα γλυκά εμφανίσου!, </p><p>αλλά εσύ να πεις ‘Όχι, θα με φάτε! </p><p>Η άλλη τότε θα πει Στο κουταλάκι μας σου υποσχόμαστε, δεν θα σε φάμε </p><p>Εσύ όμως να μείνεις ακίνητη και θα ακούσεις </p><p>Στο σάλιο μας κάνουμε όρκο, δεν θα σε φάμε </p><p>Μην κουνήσεις ρούπι από τη θέση σου, θα σου πουν τότε </p><p>Μα τις σκούπες μας σου λέμε βγες, δεν θα σε φάμε </p><p>Μην τις πιστέψεις, μετά θα πουν </p><p>Σου ορκιζόμαστε στον σούγλο μας, δεν θα σε φάμε </p><p>Εσύ κλείσε το στόμα σου, αλλιώς θα το πληρώσεις ακριβά. Στο τέλος θα σου πουν </p><p>Σου υποσχόμαστε στον Αστραπόβροντο ότι δεν θα σε φάμε! </p><p>Τότε κι εσύ να βγεις και θα είσαι ασφαλής, δεν θα σε φάνε.</p><br><p>Αφού τελείωσε η νεράιδα, η Παρμετέλλα πήρε τον δρόμο πάνω από κοιλάδες και λόφους και μόλις πέρασαν εφτά χρόνια, το τελευταίο ζευγάρι σιδεροπάπουτσα έλιωσε κι αυτό. Πλησίασε τότε ένα σπίτι που στο μπαλκόνι του βρίσκονταν οι εφτά γυναίκες που έγνεθαν. Ακολουθώντας τις οδηγίες της νεράιδας, η Παρμετέλλα υπέμεινε τις ψευτοϋποσχέσεις και τους δελεασμούς των γυναικών μέχρι που τελικά ορκίστηκαν στον Αστραπόβροντο. Τότε η Παρμετέλλα εμφανίστηκε μπροστά τους και ανέβηκε στο μπαλκόνι. Οι εφτά γυναίκες της είπαν τότε: “Προδότρα, εσύ είσαι ο λόγος που ο αδερφός μας έζησε άλλα εφτά χρόνια με την κατάρα στο παλάτι σαν Σκλάβος. Παρόλο που ήσουν προετοιμασμένη και φέρθηκες έξυπνα με τους όρκους μας, θα έρθει και η σειρά σου να πληρώσεις ό,τι χρωστάς, μην αμφιβάλλεις στιγμή γι΄ αυτό. Τώρα όμως κάνε ό,τι σου πούμε. Πήγαινε και κρύψου πίσω από αυτή τη σκάφη και όταν καταφτάσει η μάνα μας, που αν σε δει θα σε κάνει μια χαψιά, πετάξου και πιάσε την από πίσω και μην την αφήσεις αν δεν σου ορκιστεί στον Αστραπόβροντο πως δεν θα σε πειράξει”. </p><br><p>Η Παρμετέλλα έκανε όπως της είπαν οι γυναίκες και αφού η δράκαινα ορκίστηκε στο πυρόφτυαρο, στην ανέμη, στο καρούλι, στο προσκέφαλο και στον πάσσαλο, ορκίστηκε και στον Αστραπόβροντο και η Παρμετέλλα την ελευθέρωσε από τη λαβή της. Παρουσιάστηκε μπροστά της και η δράκαινα της είπε: “Αυτή τη φορά με νίκησες. Αλλά να προσέχεις Προδότρα γιατί με την πρώτη βροχή θα σε στείλω να καείς σε Λάβα”. </p><br><p>Μια μέρα η δράκαινα, που πάντα έψαχνε να βρει τρόπο να καταβροχθίσει την Παρμετέλλα, πήρε δώδεκα σακιά με κάθε λογής σπόρους - αρακά, φακές, ρεβύθια, φασόλια, φασολάκια και λούπινα - και τους ανακάτεψε. Έπειτα είπε στην Παρμετέλλα: “Προδότρα, πάρε αυτούς τους σπόρους και ξεχώρισέ τους τον καθένα στο είδος του. Αν δεν είναι όλοι ξεχωρισμένοι μέχρι το βράδυ τότε θα σε φάω”. </p><br><p>Η καημένη η Παρμετέλλα έκατσε δίπλα στα σακιά και άρχισε να κλαίει με μαύρο δάκρυ: “Αχ Μητέρα, Μητέρα, αυτή η χρυσή ρίζα με έκανε στ’ αλήθεια κακορίζικη! Τώρα η δυστυχία μου ολοκληρώθηκε, γιατί από τότε που είδα το μαύρο πρόσωπο να γίνεται άσπρο, όλος μου ο κόσμος μαύρισε. Αλίμονο! Είμαι τελειωμένη, καταδικασμένη, σαν να είμαι ήδη στο στόμα της δράκαινας και δεν υπάρχει κανείς να με βοηθήσει, κανείς να με συμβουλέψει, κανείς να με παρηγορήσει”. </p><br><p>Καθώς έκλαιγε έτσι το κορίτσι τσαφ! να σου μπροστά της ο Αστραπόβροντος μιας και το ξόρκι που τον κρατούσε φυλακισμένο είχε λήξει. Αν και ήταν πολύ θυμωμένος με την Παρμετέλλα, η καρδιά του δεν θα άλλαζε ποτέ και, βλέποντάς τη να υποφέρει, της είπε: “Προδότρα, γιατί κλαις έτσι;” και το κορίτσι του διηγήθηκε για τη δοκιμασία που της είχε αναθέσει η μητέρα του και πως ήθελε να τη φάει. Της είπε τότε ο Αστραπόβροντος: “Ξέχασε τους φόβους και ηρέμησε την καρδιά σου, γιατί τίποτα κακό δεν θα συμβεί”. Σκόρπισε τότε όλους τους σπόρους στο έδαφος και μετά φώναξε να βγουν από το έδαφος μυρμήγκια που έπιασαν αμέσως δουλειά. Ξεχώρισαν όλους τους σπόρους κατά είδος και η Παρμετέλλα τους έβαζε όλους σε διαφορετικά σακιά. </p><br><p>Μόλις γύρισε σπίτι και η δράκαινα είδε ότι η δουλειά είχε γίνει απελπίστηκε και φώναξε: “Αυτός ο Αστραπόβροντος με ξεγέλασε, αλλά δεν θα σε αφήσω να ξεφύγεις τόσο εύκολα! Πάρε αυτά τα υφάσματα που είναι αρκετά για να φτιαχτούν δώδεκα στρώματα και μέχρι το βράδυ να είναι έτοιμα και γεμισμένα με πούπουλα αλλιώς θα σε κάνω κιμά και θα σε φάω”.</p><br><p>Το δύσμοιρο κορίτσι πήρε τα υφάσματα και πήγε κι έκατσε σε μια γωνιά. Άρχισε να κλαίει τόσο δυνατά που τα δάκρυα έτρεχαν σαν βρύσες από τα μάτια της. Εμφανίστηκε όμως πάλι ο Αστραπόβροντος που την άκουσε από μακριά και της είπε: “Μην κλαις Προδότρα και θα σε βοηθήσω εγώ. Λύσε τα μαλλιά σου και άπλωσε τα υφάσματα στο έδαφος. Στάσου πάνω τους και ξεκίνα να φωνάζεις και να οδύρεσαι πως ο βασιλιάς των πουλιών πέθανε και κοίτα να δεις τι θα γίνει”.</p><br><p>Η Παρμετέλλα έκανε όπως της είπε ο Αστραπόβροντος και από τα σύννεφα ξεπρόβαλλαν κάθε λογής πουλιά μεγάλα και μικρά, τόσα πολλά που σκοτείνιασε ο ουρανός. Χτυπώντας τα φτερά τους έπεφταν άπειρα πούπουλα στο έδαφος και σε μία μόλις ώρα όλα τα στρώματα ήταν γεμάτα! Μόλις η δράκαινα γύρισε σπίτι και είδε ότι η δουλειά είχε γίνει, φούσκωσε από θυμό και όταν ήταν έτοιμη να σκάσει άρχισε να τσιρίζει: “Ο Αστραπόβροντος νομίζει πως είναι εξυπνότερος από εμένα αλλά να με δέσετε στην ουρά γορίλα αν αφήσω εγώ την Παρμετέλλα να μου ξεφύγει!” και γυρνώντας στην Παρμετέλλα της είπε: “Πήγαινε αμέσως στο σπίτι της αδερφής μου και πες της να μου στείλει τα μουσικά όργανα. Αποφάσισα πως ο Αστραπόβροντος θα παντρευτεί και μάλιστα θα του κάνουμε γιορτή που αξίζει μόνο σε βασιλιά!”. Ταυτόχρονα η δράκαινα έστειλε μήνυμα με πουλί στην αδερφή της να σφάξει και να μαγειρέψει το κορίτσι που θα ερχόταν να τη βρει και ότι θα πήγαινε και αυτή να μοιραστούν το γεύμα. </p><br><p>Η Παρμετέλλα, ακούγοντας πόσο εύκολο ήταν αυτό το έργο που της ανέθεσε η δράκαινα, ανακουφίστηκε και άφησε τον εαυτό της να δει τον κόσμο ξανά με αισιοδοξία. Πόσο λάθος όμως έκανε. Στο δρόμο που πήγαινε συνάντησε τον Αστραπόβροντο ο οποίος βλέποντάς την να βιάζεται τη ρώτησε: “Πού πας βρε φουκαριάρικο κορίτσι έτσι βιαστικά; Δεν ξέρεις πως πας κατευθείαν για σφαγή; Με χαμόγελο στα χείλη δένεις μόνη σου στα δεσμά σου, ακονίζεις από μόνη σου το μαχαίρι που θα σε σφάξει και ανακατεύεις με τα χέρια σου τα συστατικά του δηλητηρίου που θα πάρεις. Η δράκαινα για την οποία τραβάς ανέμελα είναι έτοιμη να σε φάει. Αλλά μη φοβάσαι. Πάρε αυτή τη φρατζόλα, αυτή τη δέσμη σανό και αυτή την πέτρα. Σαν θα φτάσεις στο σπίτι της θείας μου εκεί θα δεις ένα σκυλί που αμέσως θα σου χυμήξει να σε δαγκώσει. Δώσε του τη φρατζόλα και θα τη στραβοκαταπιεί. Μόλις περάσεις τον σκύλο, θα δεις ένα αφηνιασμένο άλογο που θα σε πλησιάσει να σε κλωτσήσει και να σε ποδοπατήσει. Δώσε του το σανό και θα του δέσεις τα πόδια. Τέλος, θα φτάσεις σε μια πόρτα που θα ανοιγοκλείνει από μόνη της με μανία. Βάλε στο άνοιγμα κάτω αυτή την πέτρα να σταματήσεις την οργή της. Ανέβα τα σκαλιά και θα βρεθείς μπροστά στη δράκαινα που θα κρατά ένα μωρό στην αγκαλιά με τον φούρνο έτοιμο να σε μαγειρέψει. Τότε θα σου πει να κρατήσεις για λίγο το μωρό όσο εκείνη θα πάει να σου φέρει τα όργανα. Αλλά πρόσεχε, θα πάει να ακονίσει τους χαυλιόδοντές της για να σε ξεσκίσει καλύτερα. Χωρίς κανένα δισταγμό και έλεος, ρίξε το μωρό στο φούρνο, πάρε μόνη σου τα όργανα που είναι πίσω από την πόρτα και βγες τρέχοντας από εκεί μέσα αλλιώς σίγουρα θα είναι το τέλος σου. Τα όργανα βρίσκονται σε ένα κουτί, μην το ανοίξεις όμως εσύ, σε προειδοποιώ”.</p><br><p>Η Παρμετέλλα έκανε όπως της είπε ο Αστραπόβροντος, αλλά καθώς γυρνούσε με το κουτί με τα όργανα παραμάσχαλα, το άνοιξε και ωπ! από μέσα ξεπήδησαν ένα σωρό όργανα - μια φλογέρα, ένας αυλός, μια γκάιντα, ένας πλαγίαυλος - και άρχισαν να παίζουν όλα μαζί γεμίζοντας τον αέρα με μια απερίγραπτη κακοφωνία, ενώ η Παρμετέλλα τραβούσε τα μαλλιά της από απόγνωση. </p><br><p>Εντωμεταξύ η δράκαινα είχε επιστρέψει και μην βλέποντας πουθενά την Παρμετέλλα, βγήκε στο παράθυρο και φώναξε στην πόρτα: “Σύνθλιψε την προδότρα!” μα η πόρτα της απάντησε:</p><p>Κακό δεν θα κάνω στο κορίτσι</p><p>Μιας και στην οργή μου βρήκε λύση</p><br><p>Τότε η δράκαινα φώναξε στο άλογο: “Πάτα την κλέφτρα να τη λιώσεις!” μα το άλογο αποκρίθηκε:</p><p>Δεν θα κάνω στο κορίτσι κακό</p><p>Μιας και αυτή μου έδωσε σανό</p><br><p>Τέλος, η δράκαινα φώναξε στο σκύλο: “Δάγκωσέ την να της κόψεις κομμάτι!”, αλλά το σκυλί της είπε:</p><p>Δεν θέλω να πάθει κακό η μικρή</p><p>Γιατί αυτή μου έδωσε ψωμί</p><br><p>Η Παρμετέλλα έτρεχε γύρω από τα όργανα προσπαθώντας να τα πιάσει αλλά χωρίς αποτέλεσμα, μέχρι που ήρθε δίπλα της κι ο Αστραπόβροντος ο οποίος τη μάλωσε: “Προδότρα, ακόμη να καταλάβεις ότι εξαιτίας της περιέργειάς σου έχεις φτάσει σε αυτό το σημείο;” και σφύριξε στα όργανα να γυρίσουν πίσω και τα έκλεισε πάλι στο κουτί τους. Η Παρμετέλλα πήγε τότε το κουτί με τα όργανα στη μάνα του Αστραπόβροντου η οποία, όταν είδε ότι και αυτή τη δουλειά την είχε φέρει εις πέρας η Παρμετέλλα, είπε: “Σκληρή μου μοίρα, ακόμη και η ίδια μου η αδερφή δεν κατάφερε να μου δώσει την απόλαυση που αποζητώ!”.</p><br><p>Άρχισαν και οι ετοιμασίες για τον γάμο του Αστραπόβροντου και κατέφτασε και η νύφη - ένα κακάσχημο πλάσμα, ένα συνοθύλευμα ασχήμιας, μια αρπυία, μια διαβολική σκιά, ένας τρόμος, ένα τέρας, μια τεράστια σκάφη στολισμένη με λουλούδια και φιόγκους που έμοιαζε με τσίρκο. Η δράκαινα οργάνωσε ένα τρανό φαγοπότι για λόγου της και μιας και ήταν κακόβουλο και ύπουλο πλάσμα, έβαλε το τραπέζι δίπλα σε ένα πηγάδι, με τις εφτά της κόρες να κάθονται εκεί δίπλα κρατώντας από έναν πυρσό στο χέρι. Στην Παρμετέλλα έδωσε να κρατάει δυο πυρσούς και να κάτσει στην άκρη του πηγαδιού έτσι ώστε με μια λάθος κίνησή της να πέσει μέσα στο πηγάδι. </p><br><p>Καθώς τα πιάτα στο τραπέζι πηγαινοερχόντουσαν, ο Αστραπόβροντος, που ανακατευόταν μόνο και μόνο που έβλεπε την μελλοντική του νύφη, είπε στην Παρμετέλλα: </p><p>Προδότρα, με αγαπάς;</p><p>Από εδώ ως τον ουρανό, του αποκρίθηκε εκείνη.</p><p>Αν με αγαπάς τότε δώσε μου ένα φιλί.</p><p>Όχι, του είπε τότε εκείνη. Κοίτα τι εξαίσιο πλάσμα έχεις δίπλα σου που σύντομα θα γίνει ολοδικό σου! Σας εύχομαι κάθε ευτυχία και πολλούς απογόνους.</p><p>Είναι προφανές πως δεν σου κόβει και πολύ, διέκοψε τότε η νύφη, και όσα χρόνια και να περάσουν έτσι κουτή θα μείνεις. Τι χαζή σεμνοτυφία είναι αυτή, να σου ζητά ένας τόσο όμορφος νεαρός να τον φιλήσεις, εδώ εγώ αφήνω βοσκούς και ζητιάνους να μου κάνουν άλλα κι άλλα.</p><br><p>Ακούγοντάς το αυτό, ο γαμπρός κοκκίνισε από θυμό και το φαγητό τού έκατσε στον λαιμό. Αλλά προσποιήθηκε πως δεν είχε ακούσει τίποτα και χαμογέλασε όπως πριν, σκεπτόμενος πως θα έπαιρνε εκδίκηση μετά. Άρχισε να τελειώνει το γλέντι και μετά από λίγο ο Αστραπόβροντος πλησίασε τη νύφη του και της είπε:</p><p>Είδες σύζυγέ μου πώς αυτό το περήφανο πλάσμα αρνήθηκε να με φιλήσει;</p><p>Μα ήταν τόσο κουτή να αρνηθεί να φιλήσει έναν τόσο όμορφο νέο σαν κι εσένα, εγώ αφήνω βοσκούς να με φιλούν για το τίποτα. </p><br><p>Ε, εκεί δεν άντεξε άλλο ο Αστραπόβροντος, άστραψε και βρόντηξε και χωρίς να το καταλάβει καλά καλά άρπαξε ένα μαχαίρι και το βύθισε στο στέρνο της νύφης του. Στη συνέχεια την έθαψε στο κελάρι. Πήγε τότε στην Παρμετέλλα, την αγκάλιασε και της είπε: “Είσαι το πετράδι μου, το άνθος όλων των γυναικών, ο καθρέφτης της τιμής! Γύρνα λίγο να με κοιτάξεις κι εμένα, δώσε μου το χέρι και τα χείλη σου, έλα κοντά μου και θα είμαι δικός σου παντοτινά!”.</p><br><p>Το επόμενο πρωί, σαν ο Ήλιος έβγαλε τα φωτεινά του άτια από τον σκοτεινό τους στάβλο να βοσκήσουν στα λιβάδια της Αυγής, η δράκαινα κατέφτασε με φρέσκα αυγά για το νιόπαντρο ζευγάρι για να τα δώσει στη νύφη της κι εκείνη να της πει: “Ευτυχισμένη όποια παντρεύεται και της τυχαίνει τέτοια πεθερά!”. Αλλά στην αγκαλιά του γιού της βρήκε την Παρμετέλλα και, μαθαίνοντας τι είχε γίνει, έτρεξε στην αδερφή της να βρουν μαζί μια λύση να ξεφορτωθούν αυτό το αγκάθι χωρίς να μπορέσει να τη σταματήσει ο Αστραπόβροντος. Φτάνοντας όμως στο σπίτι της αδερφής της είδε πως από στενοχώρια για το χαμό του μωρού της, είχε μπει και η αδερφή της στο φούρνο και είχε καεί. Η δράκαινα τότε από απελπισία μεταμορφώθηκε σε κριάρι και άρχισε να κοπανάει το κεφάλι της στον τοίχο μέχρι που πέθανε.&nbsp;</p><br><p>Ο Αστραπόβροντος έφερε ειρήνη ανάμεσα στην Παρμετέλλα και στις αδερφές του και έζησαν ευτυχισμένοι όλοι μαζί κάτω από την ίδια στέγη φέρνοντας στο νου το γνωμικό που λέει</p><br><p>Η υπομονή κατακτά τα πάντα.</p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></itunes:summary>
		</item>
		<item>
			<title>Το Κυανό Ζωνάρι</title>
			<itunes:title>Το Κυανό Ζωνάρι</itunes:title>
			<pubDate>Fri, 25 Jun 2021 19:37:49 GMT</pubDate>
			<itunes:duration>39:42</itunes:duration>
			<enclosure url="https://sphinx.acast.com/p/open/s/6013ebce985ab977d52addcc/e/60d6308dbb80db0019001a4e/media.mp3" length="48996801" type="audio/mpeg"/>
			<guid isPermaLink="false">60d6308dbb80db0019001a4e</guid>
			<itunes:explicit>false</itunes:explicit>
			<link>https://www.karakaxa.org/%CE%B5%CF%80%CE%B5%CE%B9%CF%83%CF%8C%CE%B4%CE%B9%CE%B1</link>
			<acast:episodeId>60d6308dbb80db0019001a4e</acast:episodeId>
			<acast:showId>6013ebce985ab977d52addcc</acast:showId>
			<acast:episodeUrl>mitos40</acast:episodeUrl>
			<acast:settings><![CDATA[FYjHyZbXWHZ7gmX8Pp1rmbKbhgrQiwYShz70Q9/ffXZMTtedvdcRQbP4eiLMjXzCKLPjEYLpGj+NMVKa+5C8pL4u/EOj1Vw4h5MMJYp0lCcFAe0fnxBJy/1ju4Qxy1fh8gO4DvlGA40yms2g0/hOkcrfHIopjTygHFqGwwOPKFIai4SuTvs86Lx3UYCyl6Zs+WO4fC9bB8/2bSJALEZpunHdJA38/ZCmkJMYOTmjFjqM5Yne/XBFgwfgC81tNE5xwV4KXrt2TcSXs2EiABPc8ph7QkhXGl8DNlTtI84cwUYtunSvL42I3WmvQa76Ay/t]]></acast:settings>
			<itunes:subtitle>Μίτος</itunes:subtitle>
			<itunes:episodeType>full</itunes:episodeType>
			<itunes:episode>40</itunes:episode>
			<itunes:image href="https://assets.pippa.io/shows/6013ebce985ab977d52addcc/1624649840950-a6172912e811ca62e480b384f48aee89.jpeg"/>
			<description><![CDATA[<p>Σαν μια μικρή Οδύσσεια, το αγόρι από τη Νορβηγία περνά σαράντα κύματα (κυριολεκτικά) για να γίνει αυτό που η μοίρα του προόριζε να γίνει. Με πολύ κόπο βέβαια!</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Περιέχει βία ενάντια σε ζώα, απειλή σε παιδιά, βίαιες περιγραφές </p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>Ηχητικά εφέ: freesound.org</p><br><p>-----------------------</p><br><p><br></p><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ</p><br><p>Το Κυανό Ζωνάρι</p><br><p>Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια γριά ζητιάνα που βγήκε έξω στον κόσμο να ζητιανέψει. Είχε και το μικρό αγόρι της μαζί και μόλις το πουγκί της γέμισε είπε να πάρει τον δρόμο μέσα από τους λόφους για να επιστρέψει σπίτι της. Δεν είχαν περπατήσει και πολύ όταν φτάσανε σ΄ένα σταυροδρόμι που συναντιόντουσαν δυο δρόμοι. Εκεί, πεταμένο κάτω στη μέση του δρόμου, είδαν ένα μικρό κυανό ζωνάρι και το αγόρι ζήτησε από τη μάνα του την άδεια να το πάρει: “ Όχι”, του είπε, “μπορεί να του έχουν κάνει μάγια” και τον μάλωσε και τον απείλησε για να την ακολουθήσει. </p><br><p>Σαν περπάτησαν λίγο ακόμη, το αγόρι ζήτησε να πάει για λίγο στην άκρη του δρόμου και η μητέρα του του απάντησε ότι θα τον περίμενε λίγο παρακάτω, ακουμπισμένη στην κουφάλα ενός δέντρου. Αλλά το αγόρι έλειψε πολύ, γιατί μπήκε τόσο βαθιά στο δάσος που η μητέρα του δεν το έβλεπε πια.&nbsp;Πήγε μέχρι εκεί όπου ήταν το κυανό ζωνάρι, το σήκωσε, το φόρεσε στη μέση του και ένοιωσε τόσο δυνατός όσο ποτέ… Μπορούσε να σηκώσει ολάκερο βουνό. </p><br><p>Γύρισε πίσω στη μητέρα του κι εκείνη ήταν πολύ θυμωμένη και απαίτησε να μάθει πού ήταν τόση ώρα: “Δεν σε νοιάζει τίποτα, ε; Δεν ξέρεις πως η νύχτα μας ακολουθεί πιο γρήγορα απ’ ότι εμείς προχωράμε και πως πρέπει να περάσουμε το βουνό πριν νυχτώσει;”. Έτσι με γκρίνιες και μαλώματα συνέχισαν τον δρόμο τους μα στα μισά, η γριά γυναίκα κουράστηκε πολύ και είπε να πάει να ξεκουραστεί κάτω από έναν θάμνο: “Μητέρα μου αγαπημένη”, της είπε τότε το αγόρι, “μπορώ όσο εσύ θα ξαναμαζεύεις τις δυνάμεις σου να πάω μέχρι την κορυφή αυτού εδώ του βράχου να δω αν υπάρχουν τριγύρω καθόλου άνθρωποι;”. Του έδωσε την άδεια και το αγόρι ανέβηκε και είδε όντως προς τον βορρά ένα φως να έρχεται από κάπου κοντά. Πήγε και το είπε στη μάνα του: “Πρέπει να συνεχίσουμε μάνα, εδώ κοντά υπάρχει ένα σπίτι, είδα το φως του να λάμπει όχι μακριά από εδώ, προς τον βορρά”. Η γριά σηκώθηκε, έβαλε το πουγκί της κάτω από τη μασχάλη και κίνησαν οι δυο τους προς το σπίτι. Δεν είχαν προχωρήσει και πολύ, να σου μπροστά τους ένα βαθύ κι αδιαπέραστο χαντάκι: “Αχ λες και το ήξερα!”, φώναξε η γριά γυναίκα, “Βήμα μπροστά δεν μπορούμε να κάνουμε. Ωραίο κρεββάτι θα στήσουμε εδώ…!”. Το αγόρι τότε έβαλε κάτω από το ένα του χέρι το πουγκί και κάτω από το άλλο τη μάνα του και μ΄ έναν πήδο διέσχισε το χαντάκι. “Να, να, κοίτα! Τώρα είμαστε πολύ κοντά στο σπίτι, το φως του φαίνεται καθαρά”. Η γριά γυναίκα τότε του εξήγησε πως σε αυτό το σπίτι δεν έμεναν Χριστιανοί αλλά τρολ. Ήξερε πολύ καλά αυτό το δάσος και γνώριζε πως άλλη ψυχή δεν κατοικούσε ανάμεσα σε αυτά τα δέντρα παρά μόνο πέρα από την κορυφογραμμή.&nbsp;Παρόλ΄ αυτά συνέχισαν προς το φως και σύντομα είδαν πως προερχόταν από ένα αρκετά μεγάλο σπίτι που ήταν βαμμένο κόκκινο: </p><p>Και ποιο το όφελος που ήρθα μέχρι εδώ; γκρίνιαξε η γριά. Αφού δεν θα μπούμε μέσα μιας και εδώ μένουν τρολ.</p><p>Μην το λες αυτό μητέρα, πρέπει να μπούμε, τέτοιο λαμπερό φως μόνο άνθρωποι μπορούν να έχουν ανάψει.</p><br><p>Και λέγοντας αυτό, το αγόρι μπήκε μέσα στο σπίτι. Η μητέρα του τον ακολούθησε, αλλά δεν πρόλαβε καλά καλά να περάσει το κατώφλι και λιποθύμισε μιας και μπροστά της είδε έναν πελώριο και δυνατόν άντρα να κάθεται στον πάγκο, θα ήταν και έξι μέτρα!</p><p>Καλησπέρα παππού! του είπε το αγόρι.</p><p>Κάθομαι εδώ τριακόσια χρόνια τώρα, του είπε ο άντρας του σπιτιού. Κανείς ποτέ δεν έχει μπει εδώ μέσα να με πει παππού.</p><br><p>Τότε το αγόρι έκατσε στο πλάι του άνδρα στον πάγκο και άρχισε να του μιλά σαν να τον ήξερε από παλιά και να ήταν φίλοι: “Μα τι έπαθε η μητέρα σου;”, τον διέκοψε κάποια στιγμή ο άντρας, “νομίζω λιποθύμισε, καλό θα ήταν να πας να δεις πώς είναι”. Το αγόρι τότε πλησίασε τη μάνα του κι άρχισε να την γυρνά και να την αναποδογυρίζει στο πάτωμα μέχρι που συνήλθε. Αμέσως όμως αυτή άρχισε να φωνάζει, να κλωτσά και να χτυπά με τις γροθιές της ώσπου κουράστηκε και πήγε κι έκατσε δίπλα στον σωρό με τα ξύλα για το τζάκι. Ήταν τόσο φοβισμένη που δεν τολμούσε να κοιτάξει άνθρωπο στα μάτια. Τότε το αγόρι ρώτησε αν θα μπορούσαν οι δυο τους να περάσουν το βράδυ τους εκεί: “Μα και βέβαια μπορείτε”, του απάντησε ο άντρας.</p><br><p>Συνέχισαν την κουβέντα τους και μετά από λίγο το αγόρι άρχισε να πεινά και ρώτησε τον άντρα αν, εκτός από τη διαμονή, θα μπορούσαν να είχαν και λίγο φαγητό: “Μα και βέβαια μπορείτε”, του απάντησε γι΄ άλλη μια φορά ο άντρας, “θα σας προσφέρω και γεύμα”. Τότε σηκώθηκε και πέταξε έξι κούτσουρα πεύκου στη φωτιά με τη μία! Η γυναίκα φοβήθηκε ακόμη περισσότερο: “Αχ, τώρα στα σίγουρα θα μας κάνει ψητούς!”, μιξόκλαψε, μα ο άντρας περίμενε μέχρι τα ξύλα να γίνουν θράκα και μετά βγήκε από το σπίτι:</p><p>Βοηθήστε μας Ουρανοί! Είσαι πολύ θαρραλέος γιόκα μου! είπε η μητέρα στο αγόρι της. Μα δεν βλέπεις πως καταλήξαμε στο ίδιο σπίτι με τρολ;</p><p>Σκέτες ανοησίες! Και τι έγινε λοιπόν;</p><br><p>Μετά από λίγο, ο άντρας γύρισε κουβαλώντας μαζί του το πιο μεγάλο και παχύ βόδι που είχε δει ποτέ του το αγόρι. Ο άντρας έδωσε μια με τη γροθιά του κάτω από το αυτί του ζώου και το βόδι έπεσε ξερό στο πάτωμα. Το σήκωσε από τα τέσσερά του πόδια και το έβαλε πάνω στη θράκα. Έπειτα το γύριζε πότε από τη μια και πότε από την άλλη μέχρι που το βόδι ξεροψήθηκε και από τις δυο μεριές. Ο άντρας τότε πήγε σ΄ ένα από τα ντουλάπια του και έφερε ένα τεράστιο ασημένιο πιάτο και μέσα του έβαλε το μαγειρεμένο βόδι. Τόσο μεγάλο ήταν το πιάτο που δεν περίσσευε καθόλου κρέας από καμιά μεριά του. Το έβαλε στο τραπέζι και ύστερα κατέβηκε στο κελάρι. Γύρισε μ΄ ένα βαρέλι κρασί, έβγαλε την τάπα με μια κίνηση και το έβαλε κι αυτό στο τραπέζι μαζί με δυο μαχαίρια πέντε μέτρα το καθένα.</p><br><p>Τότε είπε στους καλεσμένους του να κάτσουν στο τραπέζι να φάνε με την καρδιά τους. Πρώτα πήγε και έκατσε το αγόρι και μετά πήγε και η μάνα του, η οποία άρχισε αμέσως να κλαψουρίζει πως ποτέ δεν θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει τα μαχαίρια για να φάει. Το αγόρι τότε τα σήκωσε με ευκολία και τα χειρίστηκε με μεγάλη επιδεξιότητα. Έκοψε δυο καλά κομμάτια από το μπούτι του βοδιού και τα έδωσε στη μητέρα του να φάει. Σαν είχαν φάει λίγο, το αγόρι έπιασε το βαρέλι με τα δυο του χέρια και το κατέβασε από το τραπέζι. Είπε τότε στη μάνα του να πάει να πιει, μα το στόμιο ήταν ακόμη πολύ ψηλά για να το φτάσει. Έτσι το αγόρι σήκωσε τη μάνα του στα χέρια για να μπορέσει να πιεί. Μετά κρεμάστηκε κι αυτό από την άκρη του βαρελιού και ήπιε μέχρι που ξεδίψασε. Ξαναέβαλε το βαρέλι πάνω στο τραπέζι κι ευχαρίστησε τον άντρα για το γεύμα που τους είχε προσφέρει. Ακόμη και η μητέρα του, που συνέχιζε να φοβάται πολύ, τον ευχαρίστησε κι εκείνη.</p><br><p>Το αγόρι ξαναέκατσε δίπλα στον ψηλό άνδρα και άρχισαν οι δυο τους να κουτσομπολεύουν. Μετά από λίγο ο άνδρας σηκώθηκε και είπε: “Ε, να πάω να φάω κι εγώ το βραδινό μου” και έκατσε στο τραπέζι να φάει. Έφαγε όλο το υπόλοιπο βόδι, τις οπλές του και τ΄ αυτιά του και ήπιε μέχρι και την τελευταία σταγόνα του κρασιού. Έπειτα, επέστρεψε πίσω στον πάγκο δίπλα στο αγόρι: </p><p>Όσο για κρεβάτια, δεν ξέρω τι μπορεί να γίνει. Έχω μόνο ένα κρεβάτι και μια κούνια. Εσύ να κοιμηθείς στην κούνια, η μητέρα σου στο κρεβάτι και νομίζω έτσι θα βολευτούμε όλοι μια χαρά.</p><p>Ευχαριστούμε πολύ, καλοσύνη σου, του απάντησε το αγόρι και αφού γδύθηκε, πήγε και ξάπλωσε στην κούνια.</p><br><p>Ήταν μεγάλη όσο ένα τετράστυλο κρεβάτι. Όσο για τη μητέρα του, ακολούθησε τον άντρα κι ας έτρεμε το φυλλοκάρδι της από τον φόβο και αυτός την οδήγησε μέχρι το κρεβάτι της. Το αγόρι είπε στον εαυτό του: “Δεν είναι και πολύ φρόνιμο να κοιμηθώ ακόμη. Καλύτερα να μείνω ξύπνιος και να έχω τον νου μου καθώς προχωρά το βράδυ”.</p><br><p>Μετά από λίγο, ο ψηλός άντρας άρχισε να μιλά με τη μητέρα του αγοριού και να της λέει:</p><p>Ξέρεις, νομίζω ότι θα μπορούσαμε οι δυο μας να ζήσουμε ευτυχισμένοι εδώ. Να μπορούσαμε μόνο να ξεφορτωνόμασταν αυτόν τον γιο σου.</p><p>Και τι, έχεις τρόπο να κάνεις κάτι τέτοιο; Αυτό σκεφτόσουν μέχρι τώρα; τον ρώτησε εκείνη.</p><p>Μα δεν υπάρχει κάτι πιο εύκολο! είπε σιγογελώντας ο άνδρας.</p><br><p>Διαβεβαίωσε ότι θα προσπαθούσε. Μόνο έπρεπε η γυναίκα να μείνει ακόμη μια-δυο μέρες μαζί του να του φροντίζει το σπίτι και σαν έπαιρνε το αγόρι μαζί του στο λατομείο να σπάσουν πέτρες, θα του κατέβαζε μια πέτρα στο κεφάλι και θα το σκότωνε. Καθώς όμως οι δυο τους κατάστρωναν το σχέδιο τους, το αγόρι τα άκουγε όλα. </p><br><p>Το επόμενο πρωί το τρολ (γιατί τρολ ήταν, τώρα πια ήταν ξεκάθαρο) ρώτησε τη γυναίκα μπροστά στο παιδί αν ήθελε να κάτσουν οι δυο τους για μια δυο μέρες ακόμη να κάνουν δουλειές και να τον βοηθήσουν με τις δικές του. Αργότερα, μέσα στη μέρα, σήκωσε έναν σιδερένιο λοστό και ζήτησε από το αγόρι να πάει μαζί του μέχρι το λατομείο να τον βοηθήσει να σπάσουν πέτρες. Το αγόρι δέχτηκε με περισσή προθυμία και τον ακολούθησε. Αφού λοιπόν έπιασαν και οι δυο δουλειά και άρχισαν να σπάνε πέτρες, το τρολ είπε στο αγόρι να πάει λίγο πιο κάτω και να δει αν υπήρχαν ρωγμές σε κάτι βράχους που ήταν εκεί. Καθώς το παλικάρι έκανε όπως του είχε ζητήσει, το τρολ βάλθηκε να δουλεύει με μανία και σύντομα είχε σπάσει ολόκληρη βραχώδη πλαγιά. Τη σήκωσε και την άφησε να πάρει την κατηφόρα, προς τα εκεί που βρισκόταν ο νεαρός: “Α! Τώρα κατάλαβα τι ήθελες να μου κάνεις”, είπε το αγόρι βγαίνοντας κάτω από τον βράχο χωρίς ούτε μια γρατζουνιά, “ήθελες να με λιώσεις μέχρι θανάτου. Να πας εσύ τώρα να κοιτάξεις αν υπάρχουν ρωγμές στους βράχους και θα κάτσω εγώ στο ύψωμα να δουλέψω”. Το τρολ τρομοκρατημένο δεν έφερε αντίρρηση στο αγόρι και κατέβηκε. Το αγόρι σήκωσε κι αυτό με τη σειρά του έναν πελώριο βράχο, τον κύλησε στην κατηφόρα και πλάκωσε τον έναν γοφό του τρολ, παγιδεύοντάς το: “Για κοίτα! Βρίσκεσαι σε πολύ δύσκολη θέση!” γέλασε μαζί του το αγόρι καθώς κατέβηκε την κατηφόρα, σήκωσε τον βράχο και ελευθέρωσε το τρολ. Μιας και είχε τραυματιστεί όμως, το έβαλε στον ώμο του και πήρε τον δρόμο του γυρισμού τρέχοντας γρήγορα σαν άλογο και χοροπηδώντας κάνοντας έτσι το τρολ να πονάει τόσο πολύ με τα τραντάγματα που έσκουζε και ούρλιαζε από τον πόνο σε όλη τη διαδρομή. Έφτασε και στο σπίτι και έβαλε το τρολ στο κρεβάτι του. </p><br><p>Αργότερα μέσα στη νύχτα, το τρολ άρχισε πάλι να συζητά με τη γυναίκα για το πώς μπορούσαν να ξεφορτωθούν το αγόρι:</p><p>Αν σου έρθει καμιά καλή ιδέα πες την, γιατί εγώ σίγουρα δεν μπορώ να σκεφτώ τίποτα, του είπε η γριά.</p><p>Για να δούμε… είπε το τρολ. Έχω έναν κήπο με δώδεκα λιοντάρια. Αν υπήρχε κάποιος τρόπος να τον πιάσουν, θα τον ξέσκιζαν σε χίλια κομμάτια.</p><br><p>Είπε τότε η γυναίκα ότι ένας τρόπος να γίνει αυτό είναι να κάνει εκείνη την άρρωστη και να πει πως τίποτα δεν θα μπορούσε να τη γιατρέψει παρά μόνο το γάλα του λιονταριού. Το αγόρι πάλι άκουγε ό,τι έλεγαν οι δυο τους. Έτσι, σαν ξημέρωσε, η γριά γυναίκα άρχισε να παραπονιέται πως, παρόλο που δεν της φαινόταν καθόλου, αισθανόταν πολύ άρρωστη και πως τίποτα δεν θα την έκανε καλά παρά μόνο το γάλα λιονταριού:</p><p>Μάλλον τότε θα παραμείνεις άρρωστη μάνα, γιατί δεν έχω ιδέα πού μπορώ να βρω κάτι τέτοιο, της είπε το αγόρι.</p><p>Μα αν αυτό είναι το μόνο πρόβλημα, διέκοψε το τρολ, τέτοιο γάλα υπάρχει και μάλιστα άφθονο. Μόνο να υπήρχε και ο κατάλληλος άνθρωπος να πάει να το φέρει.</p><br><p>Και συνέχισε λέγοντας πως αυτός και ο αδερφός του είχαν έναν κήπο με δώδεκα λιοντάρια και πως με το κατάλληλο κλειδί το αγόρι θα μπορούσε να μπει στον κήπο και να αρμέξει τις λέαινες. Έδωσε στο αγόρι το κλειδί κι έναν κουβά κι εκείνο πήρε τον δρόμο για τον κήπο. Ξεκλείδωσε την πόρτα του κήπου και μόλις μπήκε μέσα είδε και τα δώδεκα λιοντάρια εκεί, να κάθονται στα πίσω πόδια τους γρυλίζοντας και απειλώντας τον. Αμέσως το αγόρι έπιασε το μεγαλύτερο λιοντάρι από τα μπροστινά του πόδια και το έσυρε πάνω σε πέτρες, χώμα και χαλίκια μέχρι που το μόνο που είχε μείνει ήταν τα δυο μπροστινά του πόδια. Μόλις το είδαν αυτό τα υπόλοιπα λιοντάρια, φοβισμένα πλησίασαν το αγόρι και ξάπλωσαν ηττημένα μπροστά στα πόδια του. Από εκείνη τη στιγμή ακολουθούσαν το αγόρι όπου κι αν πήγαινε και όταν έφτασε στο σπίτι, τα λιοντάρια πήγαν και έκατσαν ήσυχα ήσυχα απ’ έξω με τα μπροστινά τους πόδια στο κατώφλι του σπιτιού: “Έλα και πιες μητέρα να γίνεις καλά, εδώ είναι το γάλα του λιονταριού”, της είπε και της έδωσε τον κουβά ο οποίος είχε μόλις μια σταγόνα γάλα μέσα. Το τρολ, ξαπλωμένο ακόμη στο κρεβάτι, διαμαρτυρήθηκε πως το αγόρι έλεγε ψέματα και πως δεν θα κατάφερνε ποτέ να αρμέξει λιοντάρι. Το αγόρι τότε ανάγκασε το τρολ να σηκωθεί από το κρεβάτι του, άνοιξε την πόρτα του σπιτιού και σαν είδαν τα λιοντάρια το τρολ σηκώθηκαν όρθια και του χύμηξαν να το κατασπαράξουν. Μόνο όταν επενέβη το αγόρι σταμάτησαν.</p><br><p>Αργά το βράδυ πάλι άρχισε το τρολ να λέει στη γριά:</p><p>Σίγουρα θα υπάρχει κάποιος τρόπος να ξεφορτωθούμε το αγόρι. Είναι τόσο δυνατός. Εσύ δεν μπορείς να σκεφτείς τίποτα;</p><p>Αν εσύ δεν μπορείς να κατεβάσεις καμιά ιδέα, τότε σίγουρα εγώ δεν μπορώ, του απάντησε η γριά.</p><p>Καλά τότε. Έχω δυο αδέρφια που μένουν σ΄ ένα κάστρο. Είναι δώδεκα φορές πιο δυνατοί από εμένα, γι αυτό και με έδιωξαν και αναγκάστηκα να έρθω εδώ σε αυτό το χαμόσπιτο. Σε αυτό το κάστρο τα αδέρφια μου έχουν ένα περιβόλι με μηλιές και όποιος τρώει από αυτά τα μήλα κοιμάται τρεις μέρες και τρεις νύχτες. Αν καταφέρουμε να φάει το αγόρι ένα από αυτά τα μήλα θα πέσει ξερό και τότε οι αδερφοί μου θα το βρουν και θα το σκοτώσουν.</p><br><p>Η γυναίκα είπε τότε ότι πάλι θα κάνει την άρρωστη και αυτή τη φορά θα πει πως μόνο αυτά τα μήλα θέλει να φάει για να γίνει καλά. Το αγόρι άκουσε κάθε λέξη που είπαν.</p><br><p>Το επόμενο πρωί η γριά δεν έβγαλε λέξη, μόνο βογκούσε και αναστέναζε. Τελικά είπε ότι αυτό που μπορούσε να την κάνει καλά ήταν τα μήλα που βρίσκονταν στον οπωρώνα των αδερφών του τρολ. Αλλά δεν είχε ποιον να στείλει να της τα φέρει. </p><br><p>Το αγόρι δήλωσε πανέτοιμο να φύγει να πάει να τα φέρει και τα έντεκα λιοντάρια το ακολούθησαν. Έφτασε στον οπωρώνα, σκαρφάλωσε σε μια μηλιά και έφαγε όσα περισσότερα μήλα μπορούσε. Πριν προλάβει καλά καλά να κατέβει από το δέντρο έπεσε σε βαθύ ύπνο. Τα λιοντάρια τότε ξάπλωσαν γύρω του σ΄ έναν κύκλο. Την τρίτη μέρα κατέφτασαν στο σημείο αυτό και τα αδέρφια του τρολ, μόνο που δεν είχαν ανθρώπινη μορφή. Είχαν τη μορφή ανθρωποφάγων αλόγων που φυσούσαν και ξεφυσούσαν άγρια και μόλις είδαν το παράξενο θέαμα με τα λιοντάρια αναρωτήθηκαν ποιος είχε το θράσος να μπει στο περιβόλι τους με τις μηλιές και ορκίστηκαν πως θα τον έκαναν χίλια κομμάτια. Τα λιοντάρια τότε σηκώθηκαν όλα μαζί και επιτέθηκαν στα τρολ, τα σκότωσαν και τα ξέσκισαν τόσο πολύ που όταν τέλειωσαν το μέρος φαινόταν σαν να είχε ένα βουναλάκι κοπριάς. </p><br><p>Σαν τελείωσαν με τα δυο τρολ, τα λιοντάρια ξαναξάπλωσαν σε κύκλο. Το αγόρι ξύπνησε κατά το απόγευμα, έτριψε νυσταγμένα τα μάτια του, είδε τα διάσπαρτα χνάρια από οπλές αλόγων και έμεινε να αναρωτιέται τι μπορεί να είχε συμβεί. Άρχισε να πλησιάζει το κάστρο κι ένα κορίτσι που τα είχε δει όλα, βγήκε στο παράθυρο και του φώναξε: </p><p>Να ευχαριστείς την τύχη σου που δεν ήσουν στη μέση αυτής της μάχης γιατί σίγουρα τώρα θα ήσουν χαμένος.</p><p>Εγώ, χαμένος; Μπα, δεν νομίζω να συμβεί αυτό! της απάντησε το αγόρι ευχάριστα. </p><br><p>Το κορίτσι τότε τον παρακάλεσε να πάει και να της μιλήσει μιας και δεν είχε δει άνθρωπο από τότε που είχε πάει εκεί. Του άνοιξε την πόρτα και σαν τα λιοντάρια άρχισαν κι αυτά να σπρώχνονται να περάσουν, το κορίτσι τρομαγμένο άρχισε να τσιρίζει από φόβο και το αγόρι τα πρόσταξε να κάτσουν ήσυχα έξω. </p><br><p>Άρχισαν τότε οι δυο τους να συζητούν και το αγόρι την ρώτησε πώς μια τόσο όμορφη κοπέλα ανεχόταν αυτά τα απαίσια τρολ. Αυτή του απάντησε πως δεν ήταν κάτι που το έκανε οικιοθελώς, την ανάγκασαν να πάει να μείνει μαζί τους. Την είχαν κλέψει από τον πατέρα της, τον Βασιλιά της Αραβίας. Συνέχισαν να συνομιλούν μέχρι που το κορίτσι τον ρώτησε τι έπρεπε τώρα να κάνει, αν έπρεπε να πάει πίσω σπίτι της και αν το αγόρι θα την έπαιρνε για γυναίκα του. Το αγόρι είπε πως βέβαια και την ήθελε για γυναίκα του, αλλά δεν έπρεπε να γυρίσει πίσω σπίτι της. </p><br><p>Άρχισαν τότε να κόβουν βόλτες στο κάστρο μέχρι που έφτασαν στη μεγάλη αίθουσα όπου τα τρολ είχαν κρεμάσει στον τοίχο τα δυο τρανά τους ξίφη:</p><p>Αναρωτιέμαι αν είσαι αρκετά δυνατός άντρας ώστε να μπορείς να χειριστείς ένα από αυτά, του είπε το κορίτσι.</p><p>Ποιος, εγώ; σάστισε το αγόρι. Ωραία που θα ήταν να μπορούσα!</p><br><p>Έβαλε τότε τρεις καρέκλες τη μια πάνω στην άλλη, σκαρφάλωσε και τεντώνοντας τα χέρια του άγγιξε ένα από τα ξίφη. Το ξεκρέμασε, το πέταξε ψηλά στον αέρα και με ευκολία έπιασε τη λαβή του. Κατέβηκε τότε από τις καρέκλες μ΄ έναν πήδο τόσο δυνατό που ολόκληρο το κάστρο σείστηκε. Έβαλε το ξίφος κάτω από το μπράτσο του και από τότε το είχε πάντα μαζί του.</p><br><p>Οι δυο τους έμειναν για λίγο καιρό μαζί στο κάστρο, ώσπου μια μέρα το κορίτσι είπε στο αγόρι ότι θα ήθελε να γυρίσει σπίτι της να πει στους γονείς της τι της είχε συμβεί. Φόρτωσαν λοιπόν ένα καράβι και το κορίτσι σάλπαρε για τον τόπο της. </p><br><p>Αφού είχε φύγει, το αγόρι χαζολόγησε για λίγο εδώ κι εκεί και καποια στιγμή θυμήθηκε ότι αρχικά είχε πάει σε αυτόν τον τόπο μ΄ έναν σκοπό, να φέρει κάτι πίσω στη μητέρα του για να γίνει καλά. Είπε τότε στον εαυτό του: “Ω, μα δεν ήταν και τόσο άρρωστη, σίγουρα θα έχει γίνει καλά μέχρι σήμερα”. Παρόλ΄ αυτά θεώρησε σωστό να πάει να δει πώς ήταν η μητέρα του και όταν έφτασε βρήκε και τη μητέρα του και τον ψηλό άντρα υγιέστατους: “Τι κρίμα να ζείτε οι δυο σας σε αυτήν εδώ την τρώγλη”, τους είπε το αγόρι, “Ελάτε μαζί μου στο κάστρο μου να δείτε τι σωστός άνθρωπος είμαι”.</p><br><p>Πήραν το δρόμο οι τρεις τους και κάποια στιγμή καθώς περπατούσαν η μητέρα του αγοριού τον πήρε παραδίπλα και τον ρώτησε πώς και είχε γίνει τόσο δυνατός:</p><p>Αφού ρωτάς μητέρα, τη δύναμη την απόκτησα όταν φόρεσα το κυανό ζωνάρι που είχαμε βρει μαζί εκείνη τη φορά που είχαμε κατέβει στην πόλη να ζητιανέψουμε.</p><p>Το έχεις ακόμα αγόρι μου; τον ρώτησε η γριά. </p><p>Αμέ! Το φορώ στη μέση μου! της απάντησε ο γιος της.</p><p>Μπορώ να το δω;</p><p>Βεβαίως και μπορείς, απάντησε το αγόρι και μεμιάς ξεκούμπωσε το παλτό του και έδειξε στη μητέρα του το ζωνάρι.</p><br><p>Με μια γρήγορη κίνηση η γριά έπιασε το ζωνάρι, το τράβηξε από τη μέση του και το τύλιξε γύρω από τη γροθιά της:</p><p>Τώρα, του φώναξε, τι θα κάνω μ΄ εσένα τον φουκαρά; Θα σου δώσω μια γροθιά και θα σε ξαπλώσω κάτω!</p><p>Δεν του αξίζει τόσο γρήγορος θάνατος! είπε τότε και το τρολ. Ας του κάψουμε πρώτα τα μάτια κι ας τον βάλουμε να περιπλανιέται για πάντα μέσα σε μια βάρκα.</p><br><p>Παρόλα τα παρακάλια και τις προσευχές του αγοριού, οι δυο του έκαψαν τα μάτια και τον έσπρωξαν με τη βάρκα στο νερό. Τα λιοντάρια όμως βούτηξαν και τα έντεκα στο νερό, έπιασαν τη βάρκα και την έβγαλαν στην ξηρά, σ΄ ένα νησί όπου κι έβαλαν το αγόρι να ξεκουραστεί κάτω από ένα έλατο. Του έφερναν να φάει θηράματα που έπιαναν και μέχρι και πουλιά ξεπουπούλιασαν για να του φτιάξουν κρεβάτι. Μα το αγόρι αναγκαζόταν να τρώει το κρέας του ωμό και… ήταν τυφλό. </p><br><p>Μια μέρα λοιπόν, εκεί που το μεγαλύτερο από τα λιοντάρια κυνηγούσε να πιάσει έναν τυφλό λαγό, ο λαγός έτρεχε άτσαλα πάνω στα βράχια και στην άμμο, χωρίς να ξέρει πού πηγαίνει, μέχρι που κουτούλησε στην κουφάλα ενός έλατου, έπεσε πίσω σε μια φρέσκια πηγή και να! Βγαίνοντας από την πηγή μπορούσε και πάλι να δει κι έτσι έτρεξε μακριά και σώθηκε: “Τι λες!” σκέφτηκε το λιοντάρι και πήγε αμέσως στο αγόρι, το έπιασε από τα ρούχα και το έσυρε μέχρι την πηγή. Του βούτηξε το κεφάλι μέχρι τα αυτιά στο νερό και το παλικάρι βρήκε και πάλι το φως του. Τότε γύρισε πίσω στα λιοντάρια και τους έκανε νόημα να μαζευτούν όλα κοντά κοντά, σα να σχηματίζουν σχεδία, στάθηκε στην πλάτη τους κι εκείνα κολύμπησαν μέχρι την ηπειρωτική χώρα.</p><br><p>Σαν πάτησε στη στεριά το αγόρι πλησίασε σ΄ ένα άλσος με σημύδες και είπε στα λιοντάρια να ξαπλώσουν χάμω και να παραμείνουν ήσυχα. Τότε, σαν κλέφτης, πλησίασε το κάστρο και κρυφοκοίταξε από την κλειδαρότρυπα να δει αν μπορούσε να βρει πουθενά το ζωνάρι του. Και το βρήκε, κρεμόταν από μια καρέκλα στην κουζίνα. Αθόρυβος σαν ποντίκι, έφτασε μέχρι το ζωνάρι μιας και κανείς δεν ήταν σε εκείνο το δωμάτιο, το πήρε και το φόρεσε. Μετά άρχισε να πετάει τα έπιπλα και να ποδοπατάει το πάτωμα με τέτοια μανία, σαν να ήταν τρελός. Τρέχοντας, μπήκε και η μάνα του τότε στην κουζίνα:</p><p>Αγάπη μου, γιόκα μου! Δώσε μου πίσω το ζωνάρι να σε χαρώ!</p><p>Να ‘σαι καλά μάνα, της είπε το παιδί. Τώρα θα σε βρει η ίδια μοίρα που προόριζες για μένα! και με αυτό την αποτέλειωσε στη στιγμή. </p><br><p>Ξοπίσω της κατέφτασε και το τρολ ακούγοντας όλον αυτόν τον σαματά. Έπεσε στα γόνατα και άρχισε να παρακαλά το αγόρι να του χαρίσει τη ζωή και να του δείξει έλεος: “Θα σε αφήσω να ζήσεις, αλλά θα σε τιμωρήσω όπως κι εσύ τιμώρησες εμένα”, του είπε το αγόρι και ευθύς αμέσως τύφλωσε το τρολ και το έβαλε σε μια βάρκα να περιπλανιέται χωρίς λιοντάρια όμως να το σώσουν.</p><br><p>Έμεινε το αγόρι μόνο του στο κάστρο και όλο και λαχταρούσε να ξαναδεί την αγαπημένη του. Μια μέρα δεν άντεξε άλλο και, από επιθυμία για την πριγκίπισσά του, ναύλωσε τέσσερα καράβια και τράβηξε για την Αραβία να τη βρει. Τις πρώτες μέρες ο άνεμος ήταν με το μέρος τους και προχωρούσαν γρήγορα μα κάποτε βρέθηκαν χωρίς καθόλου αέρα να τους σπρώχνει, κολλημένοι δίπλα σ΄ ένα ξερονήσι. </p><br><p>Το πλήρωμα βγήκε στο νησί να ξεμουδιάσει και βρήκαν ένα αυγό μεγάλο σαν μικρό σπίτι. Σήκωσαν τότε πέτρες και άρχισαν να το κοπανάνε μα τίποτα δεν μπορούσε να σπάσει το κέλυφος. Το αγόρι άκουσε το θόρυβο από τις προσπάθειες των ναυτών και πήγε κι αυτό να δει τι συνέβαινε. Βλέποντας το αυγό σκέφτηκε ότι θα ήταν παιχνιδάκι για αυτόν να το σπάσει. Με το ξίφος του του έδωσε μια, το αυγό έσπασε κι από μέσα ξεπήδησε ένα κοτόπουλο μεγάλο σαν ελέφαντας! “Δεν έπρεπε να το είχαμε κάνει αυτό, τώρα κινδυνεύουμε όλοι”, είπε τότε το αγόρι. Γρήγορα γύρισε στο πλήρωμά του και τους ρώτησε αν ήταν αρκετά ανδρείοι για να φύγουν τώρα και να τραβούν κουπί μέχρι να συναντήσουν καλό άνεμο που θα τους βοηθήσει να φτάσουν στην Αραβία σε μία μέρα. Όλοι του απάντησαν πως θα έκαναν ό,τι περνούσε από το χέρι τους και αμέσως μπάρκαραν στα τέσσερα καράβια, τράβηξαν όλοι δυνατό κουπί ώσπου βρήκαν καλό άνεμο και έφτασαν στη Αραβία λίγο πριν περάσει μία ολόκληρη μέρα.</p><br><p>Βγήκαν όλοι τους στη στεριά και το αγόρι διέταξε όλους τους ναύτες να πάνε και να θαφτούν κάτω από έναν αμμόλοφο αρκετά μακριά από τα καράβια, ίσα να τα βλέπουν. Εκείνος και οι καπετάνιοι του πήγαν και στάθηκαν στην κορυφή ενός πολύ ψηλού βράχου, κάτω από ένα έλατο όπου και κρύφτηκαν. Δεν είχε περάσει και πολλή ώρα, να σου στον ορίζοντα ένα πελώριο πουλί που στα νύχια του κουβαλούσε ένα μικρό νησί. Το άφησε να του πέσει πάνω από τα καράβια και τα βύθισε όλα. Μετά πέταξε πάνω από τον αμμόλοφο και χτύπησε τα φτερά του τόσο δυνατά που παραλίγο να διαμελίσει τους ναύτες. Πέταξε και πάνω από το έλατο και ο αέρας που σήκωσε έκανε το αγόρι και τους καπετάνιους να χάσουν για μια στιγμή τη γη κάτω από τα πόδια τους. Το αγόρι όμως ήταν έτοιμο με το ξίφος του στο χέρι και την κατάλληλη στιγμή έδωσε μια στο πουλί και εκείνο έπεσε νεκρό. </p><br><p>Όταν ηρέμησαν τα πράγματα πήγαν όλοι τους στην πόλη η οποία γιόρταζε την επιστροφή της κόρης του Βασιλιά τους. Ο Βασιλιάς όμως είχε κρύψει την κόρη του, παρόλο που ήταν ήδη λογοδοσμένη, και είχε διακηρύξει πως όποιος την έβρισκε αυτός και θα την παντρευόταν. </p><p>Καθώς περιπλανιόταν το αγόρι στην πόλη είδε έναν έμπορα που πουλούσε τομάρια αρκούδων. Αγόρασε ένα και το φόρεσε. Ένας από τους καπετάνιους του, φόρεσε στο αγόρι μια αλυσίδα γύρω από τον λαιμό του και άρχισαν μαζί να γυρίζουν την πόλη κάνοντας νούμερα για να ψυχαγωγούν τον κόσμο. </p><br><p>Έφτασε και στα αυτιά τού Βασιλιά πως είχε έρθει στην πόλη του μια λευκή αρκούδα που χόρευε και έκοβε κρεμμύδια όποτε της το ζητούσαν. Ο Βασιλιάς έστειλε αμέσως αγγελειοφόρο να πάει να προσκαλέσει την αρκούδα στο κάστρο για να κάνει τα κόλπα της κι εκεί. Σαν έφτασε στο παλάτι, όλοι που την είδαν φοβήθηκαν, αφού δεν είχαν ξαναδεί ποτέ τους τέτοιο θηρίο. Ο καπετάνιος όμως τους διαβεβαίωσε πως δεν υπήρχε κανένας κίνδυνος, αρκεί να μην περιγελούσε κανείς την αρκούδα. Ξεκίνησε λοιπόν η αρκούδα να κάνει τα κόλπα της και να χορεύει ώσπου μπήκε μέσα στην αίθουσα μια υπηρέτρια που μόλις είδε την αρκούδα, άρχισε να γελάει δυνατά και να την κοροϊδεύει. Η αρκούδα αμέσως όρμησε στην υπηρέτρια και την έκανε λωρίδες με τα νύχια της. Όλη η αυλή άρχισε τότε να κλαίει και περισσότερο από όλους ο καπετάνιος: “Κουταμάρες”, είπε ο Βασιλιάς, “δεν ήταν παρά μια υπηρέτρια. Και στο κάτω κάτω δικό μου θέμα είναι κι όχι δικό σας”. Μέχρι να τελειώσει η παράσταση είχε πάει αργά το βράδυ: </p><p>Δεν κάνει να φύγετε τόσο αργά, είπε ο Βασιλιάς. Καλύτερα η αρκούδα να περάσει το βράδυ της εδώ.&nbsp;</p><p>Θα μπορούσε να πιάσει μια γωνιά στην κουζίνα, δίπλα στη φωτιά, πρότεινε ο καπετάνιος.</p><p>Όχι! Θα κοιμηθεί μέσα στο παλάτι και μάλιστα πάνω σε μαξιλάρια και πούπουλα! είπε αποφασιστικά ο Βασιλιάς και με μια κίνηση των δακτύλων του έφτασαν μπροστά του τα πιο ακριβά μαξιλάρια και παπλώματα, ενώ ο καπετάνιος οδηγήθηκε στον ξενώνα.</p><br><p>Τα μεσάνυχτα ο Βασιλιάς πλησίασε την αρκούδα κρατώντας ένα μάτσο βαριά κλειδιά κι ένα φανάρι. Έπιασε την αλυσίδα της λευκής αρκούδας και την οδήγησε από το ένα δωμάτιο στο άλλο, πάνω και κάτω σε σκαλοπάτια, μέσα και έξω από διαδρόμους και περάσματα, μέχρι που έφτασε σε μια αποβάθρα στη θάλασσα. Τότε ο Βασιλιάς άρχισε να τραβά καρφιά και να πιέζει ξύλα, πότε το ένα και πότε το άλλο, να πατά σανίδες και να γυρίζει πινέζες όταν ξάφνου από τη θάλασσα αναδύθηκε ένα μικρό σπιτάκι. Εκεί ήταν η αγαπημένη του κόρη, τόσο την αγαπούσε και τόσο καλά την είχε κρύψει. </p><br><p>Άφησε την αρκούδα να περιμένει όσο εκείνος μπήκε στο σπιτάκι και είπε στην κόρη του για τα νούμερα και τα χορευτικά της. Εκείνη του απάντησε ότι φοβόταν και δεν ήθελε ούτε να τη δει. Κατάφερε όμως ο Βασιλιάς και την έπεισε αφού της εξήγησε πως κινδύνευε μόνο αν γελούσε. Έφεραν λοιπόν μαζί την αρκούδα μέσα στο σπιτάκι, κλείδωσαν την πόρτα πίσω τους και η αρκούδα άρχισε το νούμερο της. Μόλις τα κόλπα έφτασαν στο απόγειό τους, η υπηρέτρια της πριγκίπισσας άρχισε να γελά όλο χαρά. Η αρκούδα έπεσε επάνω της και την ξέσκισε μέχρι που δεν είχε μείνει τίποτα. Η πριγκίπισσα άρχισε να κλαίει με μαύρο δάκρυ για τον χαμό της φίλης της: </p><p>Κουταμάρες, είπε ο Βασιλιάς, δεν ήταν παρά μια υπηρέτρια, θα σου φέρω άλλη και καλύτερη μάλιστα. Νομίζω όμως πως καλό είναι η αρκούδα να περάσει εδώ το βράδυ, δεν μπορώ να φανταστώ να κάνω πάλι όλη αυτή τη διαδρομή σέρνοντάς την πίσω μου.</p><p>Αν κοιμηθεί αυτή εδώ, τότε δεν κοιμάμαι εγώ! είπε με πείσμα η πριγκίπισσα.</p><br><p>Εκείνη ακριβώς τη στιγμή, η αρκούδα πήγε και κουλουριάστηκε δίπλα στη φωτιά&nbsp;ήσυχα κι ωραία. Αποφασίστηκε τότε πως και η πριγκίπισσα εκεί θα κοιμόταν το βράδυ, με αναμμένο φως. Μόλις ξεπόρτισε ο Βασιλιάς, η λευκή αρκούδα με απαλά γουργουρίσματα και νοήματα παρακάλεσε την πριγκίπισσα να της λύσει το κολάρο. Η πριγκίπισσα ήταν τόσο τρομαγμένη που παραλίγο να λιποθυμήσει! Αλλά το πόνεσε το ζωντανό και ψηλαφίζοντας βρήκε το λουκέτο και της έβγαλε το κολάρο. Ευθύς αμέσως, η λευκή αρκούδα ξερίζωσε το κεφάλι της. Η πριγκίπισσα τότε μπροστά της είχε τον καλό της και τέλος δεν είχε η χαρά της! Ήθελε να πάει αμέσως στον πατέρα της να του πει πως είχε έρθει ο καλός της, αλλά το αγόρι δεν ήθελε ούτε να το ακούσει. Θα την κέρδιζε πάλι από την αρχή, της είπε.</p><br><p>Έτσι, όταν το πρωί ακούστηκε ο ήχος των κλειδιών του Βασιλιά έξω από την πόρτα, το αγόρι έβαλε πάλι το τομάρι της αρκούδας και πήγε και ξάπλωσε πλάι στη φωτιά:</p><p>Ήταν ήσυχη όλο το βράδυ; ρώτησε την κόρη του ο Βασιλιάς.</p><p>Έτσι πιστεύω, ούτε που τεντώθηκε ούτε που γύρισε πλευρό, απάντησε η πριγκίπισσα.</p><br><p>Γύρισαν ο Βασιλιάς και η αρκούδα στο παλάτι, την έδωσε στον καπετάνιο και οι δυο τους έφυγαν. Το αγόρι, πέταξε το τομάρι από πάνω του και πήγε στον καλύτερο ράφτη της πόλης να του ράψει μια φορεσιά πράγματι πριγκιπική. Σαν ετοιμάστηκε, παρουσιάστηκε μπροστά στον Βασιλιά και του είπε πως είχε έρθει να βρει την κόρη του: “Δεν είσαι ο πρώτος που θα το τολμήσει”, του είπε ο Βασιλιάς, “και όλοι οι προηγούμενοι, έχασαν τα κεφάλια τους. Γιατί αυτή η μοίρα σε περιμένει παλικάρι μου αν αποτύχεις να τη βρεις σε μία μέρα”. </p><br><p>Μα το αγόρι τα ήξερε όλα αυτά. Είπε πως με δική του ευθύνη θα την έψαχνε κι αν δεν την έβρισκε θα δεχόταν τις συνέπειες. Στο παλάτι είχε στηθεί μεγάλο γλέντι με μουσική, δεσποσύνες που χόρευαν και ωραία φαγητά και το αγόρι πήγε και γλέντησε. Πέρασαν δώδεκα ώρες έτσι και ο Βασιλιάς του είπε: </p><p>Σε λυπάμαι από τα βάθη της ψυχής μου. Σίγουρα θα τη χάσεις τη ζωή σου, δεν έχεις καν ξεκινήσει να ψάχνεις.</p><p>Μπαα! Όπου υπάρχει ζωή, υπάρχει κι ελπίδα, είπε το αγόρι. Αφού υπάρχει ακόμη ανάσα σε αυτό το κορμί τότε δεν υπάρχει φόβος. Έχουμε χρόνο μπροστά μας, και συνέχισε να χορεύει και να γλεντά μέχρι που του είχε μείνει μία ώρα μόνο.</p><br><p>Τότε μόνο σταμάτησε και είπε πως θα άρχιζε να ψάχνει για την πριγκίπισσα:</p><p>Δεν έχει κανένα νόημα, του είπε ο Βασιλιάς, τον έχεις χάσει τον χρόνο σου.</p><p>Ανάψτε το φανάρι σας Μεγαλειότατε και πάρτε μαζί σας τα κλειδιά σας! του είπε χαμογελαστά το αγόρι. Ακολουθείστε με όπου κι αν πάω, έχουμε ακόμη μία ολόκληρη ώρα.</p><br><p>Έτσι το αγόρι έκανε όλη τη διαδρομή που είχε κάνει ο Βασιλιάς το προηγούμενο βράδυ και ζητούσε από τον Βασιλιά να του ξεκλειδώνει τη μια πόρτα μετά την άλλη. Έφτασαν και στην αποβάθρα:</p><p>Τελείωσε σου λέω, είπε πάλι ο Βασιλιάς. Τελείωσε ο χρόνος σου και το μόνο που υπάρχει μπροστά σου είναι η θάλασσα.</p><p>Έχω ακόμη πέντε λεπτά Υψηλότατε, του απάντησε το αγόρι κι άρχισε να πατάει σανίδες και να σπρώχνει πινέζες, να τραβά καρφιά και να πιέζει ξύλα. Ωπ! Να σου και το σπιτάκι, βγήκε από το νερό!</p><p>Τώρα όμως ο χρόνος σου τελείωσε, έλα Δήμιε και κόψε του το κεφάλι, είπε όλο αγωνία ο Βασιλιάς.</p><p>Α όχι Βασιλιά μου, τρία λεπτά έχουν μείνει, του είπε ήρεμα το αγόρι. Βγάλε και το κλειδί που ανοίγει εκείνη την πόρτα να μπω στο σπίτι.</p><br><p>Μα ο Βασιλιάς έκανε ότι έψαχνε να βρει το κλειδί και καθυστερούσε. Στο τέλος είπε ότι δεν είχε το κλειδί γι΄ αυτό το σπίτι: “Αν δεν μπορείς να ανοίξεις την πόρτα εσύ, θα την ανοίξω εγώ τότε”, απάντησε το αγόρι και με μια κλωτσιά έριξε την πόρτα. Η πριγκίπισσα βγήκε στο κατώφλι και είπε στον πατέρα της πως αυτός ήταν ο καλός της, αυτός που ήθελε η καρδιά της. Έτσι έγινε δικός της και ο μικρός ζητιάνος πέτυχε να παντρευτεί την κόρη του Βασιλιά της Αραβίας.</p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></description>
			<itunes:summary><![CDATA[<p>Σαν μια μικρή Οδύσσεια, το αγόρι από τη Νορβηγία περνά σαράντα κύματα (κυριολεκτικά) για να γίνει αυτό που η μοίρα του προόριζε να γίνει. Με πολύ κόπο βέβαια!</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Περιέχει βία ενάντια σε ζώα, απειλή σε παιδιά, βίαιες περιγραφές </p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>Ηχητικά εφέ: freesound.org</p><br><p>-----------------------</p><br><p><br></p><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ</p><br><p>Το Κυανό Ζωνάρι</p><br><p>Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια γριά ζητιάνα που βγήκε έξω στον κόσμο να ζητιανέψει. Είχε και το μικρό αγόρι της μαζί και μόλις το πουγκί της γέμισε είπε να πάρει τον δρόμο μέσα από τους λόφους για να επιστρέψει σπίτι της. Δεν είχαν περπατήσει και πολύ όταν φτάσανε σ΄ένα σταυροδρόμι που συναντιόντουσαν δυο δρόμοι. Εκεί, πεταμένο κάτω στη μέση του δρόμου, είδαν ένα μικρό κυανό ζωνάρι και το αγόρι ζήτησε από τη μάνα του την άδεια να το πάρει: “ Όχι”, του είπε, “μπορεί να του έχουν κάνει μάγια” και τον μάλωσε και τον απείλησε για να την ακολουθήσει. </p><br><p>Σαν περπάτησαν λίγο ακόμη, το αγόρι ζήτησε να πάει για λίγο στην άκρη του δρόμου και η μητέρα του του απάντησε ότι θα τον περίμενε λίγο παρακάτω, ακουμπισμένη στην κουφάλα ενός δέντρου. Αλλά το αγόρι έλειψε πολύ, γιατί μπήκε τόσο βαθιά στο δάσος που η μητέρα του δεν το έβλεπε πια.&nbsp;Πήγε μέχρι εκεί όπου ήταν το κυανό ζωνάρι, το σήκωσε, το φόρεσε στη μέση του και ένοιωσε τόσο δυνατός όσο ποτέ… Μπορούσε να σηκώσει ολάκερο βουνό. </p><br><p>Γύρισε πίσω στη μητέρα του κι εκείνη ήταν πολύ θυμωμένη και απαίτησε να μάθει πού ήταν τόση ώρα: “Δεν σε νοιάζει τίποτα, ε; Δεν ξέρεις πως η νύχτα μας ακολουθεί πιο γρήγορα απ’ ότι εμείς προχωράμε και πως πρέπει να περάσουμε το βουνό πριν νυχτώσει;”. Έτσι με γκρίνιες και μαλώματα συνέχισαν τον δρόμο τους μα στα μισά, η γριά γυναίκα κουράστηκε πολύ και είπε να πάει να ξεκουραστεί κάτω από έναν θάμνο: “Μητέρα μου αγαπημένη”, της είπε τότε το αγόρι, “μπορώ όσο εσύ θα ξαναμαζεύεις τις δυνάμεις σου να πάω μέχρι την κορυφή αυτού εδώ του βράχου να δω αν υπάρχουν τριγύρω καθόλου άνθρωποι;”. Του έδωσε την άδεια και το αγόρι ανέβηκε και είδε όντως προς τον βορρά ένα φως να έρχεται από κάπου κοντά. Πήγε και το είπε στη μάνα του: “Πρέπει να συνεχίσουμε μάνα, εδώ κοντά υπάρχει ένα σπίτι, είδα το φως του να λάμπει όχι μακριά από εδώ, προς τον βορρά”. Η γριά σηκώθηκε, έβαλε το πουγκί της κάτω από τη μασχάλη και κίνησαν οι δυο τους προς το σπίτι. Δεν είχαν προχωρήσει και πολύ, να σου μπροστά τους ένα βαθύ κι αδιαπέραστο χαντάκι: “Αχ λες και το ήξερα!”, φώναξε η γριά γυναίκα, “Βήμα μπροστά δεν μπορούμε να κάνουμε. Ωραίο κρεββάτι θα στήσουμε εδώ…!”. Το αγόρι τότε έβαλε κάτω από το ένα του χέρι το πουγκί και κάτω από το άλλο τη μάνα του και μ΄ έναν πήδο διέσχισε το χαντάκι. “Να, να, κοίτα! Τώρα είμαστε πολύ κοντά στο σπίτι, το φως του φαίνεται καθαρά”. Η γριά γυναίκα τότε του εξήγησε πως σε αυτό το σπίτι δεν έμεναν Χριστιανοί αλλά τρολ. Ήξερε πολύ καλά αυτό το δάσος και γνώριζε πως άλλη ψυχή δεν κατοικούσε ανάμεσα σε αυτά τα δέντρα παρά μόνο πέρα από την κορυφογραμμή.&nbsp;Παρόλ΄ αυτά συνέχισαν προς το φως και σύντομα είδαν πως προερχόταν από ένα αρκετά μεγάλο σπίτι που ήταν βαμμένο κόκκινο: </p><p>Και ποιο το όφελος που ήρθα μέχρι εδώ; γκρίνιαξε η γριά. Αφού δεν θα μπούμε μέσα μιας και εδώ μένουν τρολ.</p><p>Μην το λες αυτό μητέρα, πρέπει να μπούμε, τέτοιο λαμπερό φως μόνο άνθρωποι μπορούν να έχουν ανάψει.</p><br><p>Και λέγοντας αυτό, το αγόρι μπήκε μέσα στο σπίτι. Η μητέρα του τον ακολούθησε, αλλά δεν πρόλαβε καλά καλά να περάσει το κατώφλι και λιποθύμισε μιας και μπροστά της είδε έναν πελώριο και δυνατόν άντρα να κάθεται στον πάγκο, θα ήταν και έξι μέτρα!</p><p>Καλησπέρα παππού! του είπε το αγόρι.</p><p>Κάθομαι εδώ τριακόσια χρόνια τώρα, του είπε ο άντρας του σπιτιού. Κανείς ποτέ δεν έχει μπει εδώ μέσα να με πει παππού.</p><br><p>Τότε το αγόρι έκατσε στο πλάι του άνδρα στον πάγκο και άρχισε να του μιλά σαν να τον ήξερε από παλιά και να ήταν φίλοι: “Μα τι έπαθε η μητέρα σου;”, τον διέκοψε κάποια στιγμή ο άντρας, “νομίζω λιποθύμισε, καλό θα ήταν να πας να δεις πώς είναι”. Το αγόρι τότε πλησίασε τη μάνα του κι άρχισε να την γυρνά και να την αναποδογυρίζει στο πάτωμα μέχρι που συνήλθε. Αμέσως όμως αυτή άρχισε να φωνάζει, να κλωτσά και να χτυπά με τις γροθιές της ώσπου κουράστηκε και πήγε κι έκατσε δίπλα στον σωρό με τα ξύλα για το τζάκι. Ήταν τόσο φοβισμένη που δεν τολμούσε να κοιτάξει άνθρωπο στα μάτια. Τότε το αγόρι ρώτησε αν θα μπορούσαν οι δυο τους να περάσουν το βράδυ τους εκεί: “Μα και βέβαια μπορείτε”, του απάντησε ο άντρας.</p><br><p>Συνέχισαν την κουβέντα τους και μετά από λίγο το αγόρι άρχισε να πεινά και ρώτησε τον άντρα αν, εκτός από τη διαμονή, θα μπορούσαν να είχαν και λίγο φαγητό: “Μα και βέβαια μπορείτε”, του απάντησε γι΄ άλλη μια φορά ο άντρας, “θα σας προσφέρω και γεύμα”. Τότε σηκώθηκε και πέταξε έξι κούτσουρα πεύκου στη φωτιά με τη μία! Η γυναίκα φοβήθηκε ακόμη περισσότερο: “Αχ, τώρα στα σίγουρα θα μας κάνει ψητούς!”, μιξόκλαψε, μα ο άντρας περίμενε μέχρι τα ξύλα να γίνουν θράκα και μετά βγήκε από το σπίτι:</p><p>Βοηθήστε μας Ουρανοί! Είσαι πολύ θαρραλέος γιόκα μου! είπε η μητέρα στο αγόρι της. Μα δεν βλέπεις πως καταλήξαμε στο ίδιο σπίτι με τρολ;</p><p>Σκέτες ανοησίες! Και τι έγινε λοιπόν;</p><br><p>Μετά από λίγο, ο άντρας γύρισε κουβαλώντας μαζί του το πιο μεγάλο και παχύ βόδι που είχε δει ποτέ του το αγόρι. Ο άντρας έδωσε μια με τη γροθιά του κάτω από το αυτί του ζώου και το βόδι έπεσε ξερό στο πάτωμα. Το σήκωσε από τα τέσσερά του πόδια και το έβαλε πάνω στη θράκα. Έπειτα το γύριζε πότε από τη μια και πότε από την άλλη μέχρι που το βόδι ξεροψήθηκε και από τις δυο μεριές. Ο άντρας τότε πήγε σ΄ ένα από τα ντουλάπια του και έφερε ένα τεράστιο ασημένιο πιάτο και μέσα του έβαλε το μαγειρεμένο βόδι. Τόσο μεγάλο ήταν το πιάτο που δεν περίσσευε καθόλου κρέας από καμιά μεριά του. Το έβαλε στο τραπέζι και ύστερα κατέβηκε στο κελάρι. Γύρισε μ΄ ένα βαρέλι κρασί, έβγαλε την τάπα με μια κίνηση και το έβαλε κι αυτό στο τραπέζι μαζί με δυο μαχαίρια πέντε μέτρα το καθένα.</p><br><p>Τότε είπε στους καλεσμένους του να κάτσουν στο τραπέζι να φάνε με την καρδιά τους. Πρώτα πήγε και έκατσε το αγόρι και μετά πήγε και η μάνα του, η οποία άρχισε αμέσως να κλαψουρίζει πως ποτέ δεν θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει τα μαχαίρια για να φάει. Το αγόρι τότε τα σήκωσε με ευκολία και τα χειρίστηκε με μεγάλη επιδεξιότητα. Έκοψε δυο καλά κομμάτια από το μπούτι του βοδιού και τα έδωσε στη μητέρα του να φάει. Σαν είχαν φάει λίγο, το αγόρι έπιασε το βαρέλι με τα δυο του χέρια και το κατέβασε από το τραπέζι. Είπε τότε στη μάνα του να πάει να πιει, μα το στόμιο ήταν ακόμη πολύ ψηλά για να το φτάσει. Έτσι το αγόρι σήκωσε τη μάνα του στα χέρια για να μπορέσει να πιεί. Μετά κρεμάστηκε κι αυτό από την άκρη του βαρελιού και ήπιε μέχρι που ξεδίψασε. Ξαναέβαλε το βαρέλι πάνω στο τραπέζι κι ευχαρίστησε τον άντρα για το γεύμα που τους είχε προσφέρει. Ακόμη και η μητέρα του, που συνέχιζε να φοβάται πολύ, τον ευχαρίστησε κι εκείνη.</p><br><p>Το αγόρι ξαναέκατσε δίπλα στον ψηλό άνδρα και άρχισαν οι δυο τους να κουτσομπολεύουν. Μετά από λίγο ο άνδρας σηκώθηκε και είπε: “Ε, να πάω να φάω κι εγώ το βραδινό μου” και έκατσε στο τραπέζι να φάει. Έφαγε όλο το υπόλοιπο βόδι, τις οπλές του και τ΄ αυτιά του και ήπιε μέχρι και την τελευταία σταγόνα του κρασιού. Έπειτα, επέστρεψε πίσω στον πάγκο δίπλα στο αγόρι: </p><p>Όσο για κρεβάτια, δεν ξέρω τι μπορεί να γίνει. Έχω μόνο ένα κρεβάτι και μια κούνια. Εσύ να κοιμηθείς στην κούνια, η μητέρα σου στο κρεβάτι και νομίζω έτσι θα βολευτούμε όλοι μια χαρά.</p><p>Ευχαριστούμε πολύ, καλοσύνη σου, του απάντησε το αγόρι και αφού γδύθηκε, πήγε και ξάπλωσε στην κούνια.</p><br><p>Ήταν μεγάλη όσο ένα τετράστυλο κρεβάτι. Όσο για τη μητέρα του, ακολούθησε τον άντρα κι ας έτρεμε το φυλλοκάρδι της από τον φόβο και αυτός την οδήγησε μέχρι το κρεβάτι της. Το αγόρι είπε στον εαυτό του: “Δεν είναι και πολύ φρόνιμο να κοιμηθώ ακόμη. Καλύτερα να μείνω ξύπνιος και να έχω τον νου μου καθώς προχωρά το βράδυ”.</p><br><p>Μετά από λίγο, ο ψηλός άντρας άρχισε να μιλά με τη μητέρα του αγοριού και να της λέει:</p><p>Ξέρεις, νομίζω ότι θα μπορούσαμε οι δυο μας να ζήσουμε ευτυχισμένοι εδώ. Να μπορούσαμε μόνο να ξεφορτωνόμασταν αυτόν τον γιο σου.</p><p>Και τι, έχεις τρόπο να κάνεις κάτι τέτοιο; Αυτό σκεφτόσουν μέχρι τώρα; τον ρώτησε εκείνη.</p><p>Μα δεν υπάρχει κάτι πιο εύκολο! είπε σιγογελώντας ο άνδρας.</p><br><p>Διαβεβαίωσε ότι θα προσπαθούσε. Μόνο έπρεπε η γυναίκα να μείνει ακόμη μια-δυο μέρες μαζί του να του φροντίζει το σπίτι και σαν έπαιρνε το αγόρι μαζί του στο λατομείο να σπάσουν πέτρες, θα του κατέβαζε μια πέτρα στο κεφάλι και θα το σκότωνε. Καθώς όμως οι δυο τους κατάστρωναν το σχέδιο τους, το αγόρι τα άκουγε όλα. </p><br><p>Το επόμενο πρωί το τρολ (γιατί τρολ ήταν, τώρα πια ήταν ξεκάθαρο) ρώτησε τη γυναίκα μπροστά στο παιδί αν ήθελε να κάτσουν οι δυο τους για μια δυο μέρες ακόμη να κάνουν δουλειές και να τον βοηθήσουν με τις δικές του. Αργότερα, μέσα στη μέρα, σήκωσε έναν σιδερένιο λοστό και ζήτησε από το αγόρι να πάει μαζί του μέχρι το λατομείο να τον βοηθήσει να σπάσουν πέτρες. Το αγόρι δέχτηκε με περισσή προθυμία και τον ακολούθησε. Αφού λοιπόν έπιασαν και οι δυο δουλειά και άρχισαν να σπάνε πέτρες, το τρολ είπε στο αγόρι να πάει λίγο πιο κάτω και να δει αν υπήρχαν ρωγμές σε κάτι βράχους που ήταν εκεί. Καθώς το παλικάρι έκανε όπως του είχε ζητήσει, το τρολ βάλθηκε να δουλεύει με μανία και σύντομα είχε σπάσει ολόκληρη βραχώδη πλαγιά. Τη σήκωσε και την άφησε να πάρει την κατηφόρα, προς τα εκεί που βρισκόταν ο νεαρός: “Α! Τώρα κατάλαβα τι ήθελες να μου κάνεις”, είπε το αγόρι βγαίνοντας κάτω από τον βράχο χωρίς ούτε μια γρατζουνιά, “ήθελες να με λιώσεις μέχρι θανάτου. Να πας εσύ τώρα να κοιτάξεις αν υπάρχουν ρωγμές στους βράχους και θα κάτσω εγώ στο ύψωμα να δουλέψω”. Το τρολ τρομοκρατημένο δεν έφερε αντίρρηση στο αγόρι και κατέβηκε. Το αγόρι σήκωσε κι αυτό με τη σειρά του έναν πελώριο βράχο, τον κύλησε στην κατηφόρα και πλάκωσε τον έναν γοφό του τρολ, παγιδεύοντάς το: “Για κοίτα! Βρίσκεσαι σε πολύ δύσκολη θέση!” γέλασε μαζί του το αγόρι καθώς κατέβηκε την κατηφόρα, σήκωσε τον βράχο και ελευθέρωσε το τρολ. Μιας και είχε τραυματιστεί όμως, το έβαλε στον ώμο του και πήρε τον δρόμο του γυρισμού τρέχοντας γρήγορα σαν άλογο και χοροπηδώντας κάνοντας έτσι το τρολ να πονάει τόσο πολύ με τα τραντάγματα που έσκουζε και ούρλιαζε από τον πόνο σε όλη τη διαδρομή. Έφτασε και στο σπίτι και έβαλε το τρολ στο κρεβάτι του. </p><br><p>Αργότερα μέσα στη νύχτα, το τρολ άρχισε πάλι να συζητά με τη γυναίκα για το πώς μπορούσαν να ξεφορτωθούν το αγόρι:</p><p>Αν σου έρθει καμιά καλή ιδέα πες την, γιατί εγώ σίγουρα δεν μπορώ να σκεφτώ τίποτα, του είπε η γριά.</p><p>Για να δούμε… είπε το τρολ. Έχω έναν κήπο με δώδεκα λιοντάρια. Αν υπήρχε κάποιος τρόπος να τον πιάσουν, θα τον ξέσκιζαν σε χίλια κομμάτια.</p><br><p>Είπε τότε η γυναίκα ότι ένας τρόπος να γίνει αυτό είναι να κάνει εκείνη την άρρωστη και να πει πως τίποτα δεν θα μπορούσε να τη γιατρέψει παρά μόνο το γάλα του λιονταριού. Το αγόρι πάλι άκουγε ό,τι έλεγαν οι δυο τους. Έτσι, σαν ξημέρωσε, η γριά γυναίκα άρχισε να παραπονιέται πως, παρόλο που δεν της φαινόταν καθόλου, αισθανόταν πολύ άρρωστη και πως τίποτα δεν θα την έκανε καλά παρά μόνο το γάλα λιονταριού:</p><p>Μάλλον τότε θα παραμείνεις άρρωστη μάνα, γιατί δεν έχω ιδέα πού μπορώ να βρω κάτι τέτοιο, της είπε το αγόρι.</p><p>Μα αν αυτό είναι το μόνο πρόβλημα, διέκοψε το τρολ, τέτοιο γάλα υπάρχει και μάλιστα άφθονο. Μόνο να υπήρχε και ο κατάλληλος άνθρωπος να πάει να το φέρει.</p><br><p>Και συνέχισε λέγοντας πως αυτός και ο αδερφός του είχαν έναν κήπο με δώδεκα λιοντάρια και πως με το κατάλληλο κλειδί το αγόρι θα μπορούσε να μπει στον κήπο και να αρμέξει τις λέαινες. Έδωσε στο αγόρι το κλειδί κι έναν κουβά κι εκείνο πήρε τον δρόμο για τον κήπο. Ξεκλείδωσε την πόρτα του κήπου και μόλις μπήκε μέσα είδε και τα δώδεκα λιοντάρια εκεί, να κάθονται στα πίσω πόδια τους γρυλίζοντας και απειλώντας τον. Αμέσως το αγόρι έπιασε το μεγαλύτερο λιοντάρι από τα μπροστινά του πόδια και το έσυρε πάνω σε πέτρες, χώμα και χαλίκια μέχρι που το μόνο που είχε μείνει ήταν τα δυο μπροστινά του πόδια. Μόλις το είδαν αυτό τα υπόλοιπα λιοντάρια, φοβισμένα πλησίασαν το αγόρι και ξάπλωσαν ηττημένα μπροστά στα πόδια του. Από εκείνη τη στιγμή ακολουθούσαν το αγόρι όπου κι αν πήγαινε και όταν έφτασε στο σπίτι, τα λιοντάρια πήγαν και έκατσαν ήσυχα ήσυχα απ’ έξω με τα μπροστινά τους πόδια στο κατώφλι του σπιτιού: “Έλα και πιες μητέρα να γίνεις καλά, εδώ είναι το γάλα του λιονταριού”, της είπε και της έδωσε τον κουβά ο οποίος είχε μόλις μια σταγόνα γάλα μέσα. Το τρολ, ξαπλωμένο ακόμη στο κρεβάτι, διαμαρτυρήθηκε πως το αγόρι έλεγε ψέματα και πως δεν θα κατάφερνε ποτέ να αρμέξει λιοντάρι. Το αγόρι τότε ανάγκασε το τρολ να σηκωθεί από το κρεβάτι του, άνοιξε την πόρτα του σπιτιού και σαν είδαν τα λιοντάρια το τρολ σηκώθηκαν όρθια και του χύμηξαν να το κατασπαράξουν. Μόνο όταν επενέβη το αγόρι σταμάτησαν.</p><br><p>Αργά το βράδυ πάλι άρχισε το τρολ να λέει στη γριά:</p><p>Σίγουρα θα υπάρχει κάποιος τρόπος να ξεφορτωθούμε το αγόρι. Είναι τόσο δυνατός. Εσύ δεν μπορείς να σκεφτείς τίποτα;</p><p>Αν εσύ δεν μπορείς να κατεβάσεις καμιά ιδέα, τότε σίγουρα εγώ δεν μπορώ, του απάντησε η γριά.</p><p>Καλά τότε. Έχω δυο αδέρφια που μένουν σ΄ ένα κάστρο. Είναι δώδεκα φορές πιο δυνατοί από εμένα, γι αυτό και με έδιωξαν και αναγκάστηκα να έρθω εδώ σε αυτό το χαμόσπιτο. Σε αυτό το κάστρο τα αδέρφια μου έχουν ένα περιβόλι με μηλιές και όποιος τρώει από αυτά τα μήλα κοιμάται τρεις μέρες και τρεις νύχτες. Αν καταφέρουμε να φάει το αγόρι ένα από αυτά τα μήλα θα πέσει ξερό και τότε οι αδερφοί μου θα το βρουν και θα το σκοτώσουν.</p><br><p>Η γυναίκα είπε τότε ότι πάλι θα κάνει την άρρωστη και αυτή τη φορά θα πει πως μόνο αυτά τα μήλα θέλει να φάει για να γίνει καλά. Το αγόρι άκουσε κάθε λέξη που είπαν.</p><br><p>Το επόμενο πρωί η γριά δεν έβγαλε λέξη, μόνο βογκούσε και αναστέναζε. Τελικά είπε ότι αυτό που μπορούσε να την κάνει καλά ήταν τα μήλα που βρίσκονταν στον οπωρώνα των αδερφών του τρολ. Αλλά δεν είχε ποιον να στείλει να της τα φέρει. </p><br><p>Το αγόρι δήλωσε πανέτοιμο να φύγει να πάει να τα φέρει και τα έντεκα λιοντάρια το ακολούθησαν. Έφτασε στον οπωρώνα, σκαρφάλωσε σε μια μηλιά και έφαγε όσα περισσότερα μήλα μπορούσε. Πριν προλάβει καλά καλά να κατέβει από το δέντρο έπεσε σε βαθύ ύπνο. Τα λιοντάρια τότε ξάπλωσαν γύρω του σ΄ έναν κύκλο. Την τρίτη μέρα κατέφτασαν στο σημείο αυτό και τα αδέρφια του τρολ, μόνο που δεν είχαν ανθρώπινη μορφή. Είχαν τη μορφή ανθρωποφάγων αλόγων που φυσούσαν και ξεφυσούσαν άγρια και μόλις είδαν το παράξενο θέαμα με τα λιοντάρια αναρωτήθηκαν ποιος είχε το θράσος να μπει στο περιβόλι τους με τις μηλιές και ορκίστηκαν πως θα τον έκαναν χίλια κομμάτια. Τα λιοντάρια τότε σηκώθηκαν όλα μαζί και επιτέθηκαν στα τρολ, τα σκότωσαν και τα ξέσκισαν τόσο πολύ που όταν τέλειωσαν το μέρος φαινόταν σαν να είχε ένα βουναλάκι κοπριάς. </p><br><p>Σαν τελείωσαν με τα δυο τρολ, τα λιοντάρια ξαναξάπλωσαν σε κύκλο. Το αγόρι ξύπνησε κατά το απόγευμα, έτριψε νυσταγμένα τα μάτια του, είδε τα διάσπαρτα χνάρια από οπλές αλόγων και έμεινε να αναρωτιέται τι μπορεί να είχε συμβεί. Άρχισε να πλησιάζει το κάστρο κι ένα κορίτσι που τα είχε δει όλα, βγήκε στο παράθυρο και του φώναξε: </p><p>Να ευχαριστείς την τύχη σου που δεν ήσουν στη μέση αυτής της μάχης γιατί σίγουρα τώρα θα ήσουν χαμένος.</p><p>Εγώ, χαμένος; Μπα, δεν νομίζω να συμβεί αυτό! της απάντησε το αγόρι ευχάριστα. </p><br><p>Το κορίτσι τότε τον παρακάλεσε να πάει και να της μιλήσει μιας και δεν είχε δει άνθρωπο από τότε που είχε πάει εκεί. Του άνοιξε την πόρτα και σαν τα λιοντάρια άρχισαν κι αυτά να σπρώχνονται να περάσουν, το κορίτσι τρομαγμένο άρχισε να τσιρίζει από φόβο και το αγόρι τα πρόσταξε να κάτσουν ήσυχα έξω. </p><br><p>Άρχισαν τότε οι δυο τους να συζητούν και το αγόρι την ρώτησε πώς μια τόσο όμορφη κοπέλα ανεχόταν αυτά τα απαίσια τρολ. Αυτή του απάντησε πως δεν ήταν κάτι που το έκανε οικιοθελώς, την ανάγκασαν να πάει να μείνει μαζί τους. Την είχαν κλέψει από τον πατέρα της, τον Βασιλιά της Αραβίας. Συνέχισαν να συνομιλούν μέχρι που το κορίτσι τον ρώτησε τι έπρεπε τώρα να κάνει, αν έπρεπε να πάει πίσω σπίτι της και αν το αγόρι θα την έπαιρνε για γυναίκα του. Το αγόρι είπε πως βέβαια και την ήθελε για γυναίκα του, αλλά δεν έπρεπε να γυρίσει πίσω σπίτι της. </p><br><p>Άρχισαν τότε να κόβουν βόλτες στο κάστρο μέχρι που έφτασαν στη μεγάλη αίθουσα όπου τα τρολ είχαν κρεμάσει στον τοίχο τα δυο τρανά τους ξίφη:</p><p>Αναρωτιέμαι αν είσαι αρκετά δυνατός άντρας ώστε να μπορείς να χειριστείς ένα από αυτά, του είπε το κορίτσι.</p><p>Ποιος, εγώ; σάστισε το αγόρι. Ωραία που θα ήταν να μπορούσα!</p><br><p>Έβαλε τότε τρεις καρέκλες τη μια πάνω στην άλλη, σκαρφάλωσε και τεντώνοντας τα χέρια του άγγιξε ένα από τα ξίφη. Το ξεκρέμασε, το πέταξε ψηλά στον αέρα και με ευκολία έπιασε τη λαβή του. Κατέβηκε τότε από τις καρέκλες μ΄ έναν πήδο τόσο δυνατό που ολόκληρο το κάστρο σείστηκε. Έβαλε το ξίφος κάτω από το μπράτσο του και από τότε το είχε πάντα μαζί του.</p><br><p>Οι δυο τους έμειναν για λίγο καιρό μαζί στο κάστρο, ώσπου μια μέρα το κορίτσι είπε στο αγόρι ότι θα ήθελε να γυρίσει σπίτι της να πει στους γονείς της τι της είχε συμβεί. Φόρτωσαν λοιπόν ένα καράβι και το κορίτσι σάλπαρε για τον τόπο της. </p><br><p>Αφού είχε φύγει, το αγόρι χαζολόγησε για λίγο εδώ κι εκεί και καποια στιγμή θυμήθηκε ότι αρχικά είχε πάει σε αυτόν τον τόπο μ΄ έναν σκοπό, να φέρει κάτι πίσω στη μητέρα του για να γίνει καλά. Είπε τότε στον εαυτό του: “Ω, μα δεν ήταν και τόσο άρρωστη, σίγουρα θα έχει γίνει καλά μέχρι σήμερα”. Παρόλ΄ αυτά θεώρησε σωστό να πάει να δει πώς ήταν η μητέρα του και όταν έφτασε βρήκε και τη μητέρα του και τον ψηλό άντρα υγιέστατους: “Τι κρίμα να ζείτε οι δυο σας σε αυτήν εδώ την τρώγλη”, τους είπε το αγόρι, “Ελάτε μαζί μου στο κάστρο μου να δείτε τι σωστός άνθρωπος είμαι”.</p><br><p>Πήραν το δρόμο οι τρεις τους και κάποια στιγμή καθώς περπατούσαν η μητέρα του αγοριού τον πήρε παραδίπλα και τον ρώτησε πώς και είχε γίνει τόσο δυνατός:</p><p>Αφού ρωτάς μητέρα, τη δύναμη την απόκτησα όταν φόρεσα το κυανό ζωνάρι που είχαμε βρει μαζί εκείνη τη φορά που είχαμε κατέβει στην πόλη να ζητιανέψουμε.</p><p>Το έχεις ακόμα αγόρι μου; τον ρώτησε η γριά. </p><p>Αμέ! Το φορώ στη μέση μου! της απάντησε ο γιος της.</p><p>Μπορώ να το δω;</p><p>Βεβαίως και μπορείς, απάντησε το αγόρι και μεμιάς ξεκούμπωσε το παλτό του και έδειξε στη μητέρα του το ζωνάρι.</p><br><p>Με μια γρήγορη κίνηση η γριά έπιασε το ζωνάρι, το τράβηξε από τη μέση του και το τύλιξε γύρω από τη γροθιά της:</p><p>Τώρα, του φώναξε, τι θα κάνω μ΄ εσένα τον φουκαρά; Θα σου δώσω μια γροθιά και θα σε ξαπλώσω κάτω!</p><p>Δεν του αξίζει τόσο γρήγορος θάνατος! είπε τότε και το τρολ. Ας του κάψουμε πρώτα τα μάτια κι ας τον βάλουμε να περιπλανιέται για πάντα μέσα σε μια βάρκα.</p><br><p>Παρόλα τα παρακάλια και τις προσευχές του αγοριού, οι δυο του έκαψαν τα μάτια και τον έσπρωξαν με τη βάρκα στο νερό. Τα λιοντάρια όμως βούτηξαν και τα έντεκα στο νερό, έπιασαν τη βάρκα και την έβγαλαν στην ξηρά, σ΄ ένα νησί όπου κι έβαλαν το αγόρι να ξεκουραστεί κάτω από ένα έλατο. Του έφερναν να φάει θηράματα που έπιαναν και μέχρι και πουλιά ξεπουπούλιασαν για να του φτιάξουν κρεβάτι. Μα το αγόρι αναγκαζόταν να τρώει το κρέας του ωμό και… ήταν τυφλό. </p><br><p>Μια μέρα λοιπόν, εκεί που το μεγαλύτερο από τα λιοντάρια κυνηγούσε να πιάσει έναν τυφλό λαγό, ο λαγός έτρεχε άτσαλα πάνω στα βράχια και στην άμμο, χωρίς να ξέρει πού πηγαίνει, μέχρι που κουτούλησε στην κουφάλα ενός έλατου, έπεσε πίσω σε μια φρέσκια πηγή και να! Βγαίνοντας από την πηγή μπορούσε και πάλι να δει κι έτσι έτρεξε μακριά και σώθηκε: “Τι λες!” σκέφτηκε το λιοντάρι και πήγε αμέσως στο αγόρι, το έπιασε από τα ρούχα και το έσυρε μέχρι την πηγή. Του βούτηξε το κεφάλι μέχρι τα αυτιά στο νερό και το παλικάρι βρήκε και πάλι το φως του. Τότε γύρισε πίσω στα λιοντάρια και τους έκανε νόημα να μαζευτούν όλα κοντά κοντά, σα να σχηματίζουν σχεδία, στάθηκε στην πλάτη τους κι εκείνα κολύμπησαν μέχρι την ηπειρωτική χώρα.</p><br><p>Σαν πάτησε στη στεριά το αγόρι πλησίασε σ΄ ένα άλσος με σημύδες και είπε στα λιοντάρια να ξαπλώσουν χάμω και να παραμείνουν ήσυχα. Τότε, σαν κλέφτης, πλησίασε το κάστρο και κρυφοκοίταξε από την κλειδαρότρυπα να δει αν μπορούσε να βρει πουθενά το ζωνάρι του. Και το βρήκε, κρεμόταν από μια καρέκλα στην κουζίνα. Αθόρυβος σαν ποντίκι, έφτασε μέχρι το ζωνάρι μιας και κανείς δεν ήταν σε εκείνο το δωμάτιο, το πήρε και το φόρεσε. Μετά άρχισε να πετάει τα έπιπλα και να ποδοπατάει το πάτωμα με τέτοια μανία, σαν να ήταν τρελός. Τρέχοντας, μπήκε και η μάνα του τότε στην κουζίνα:</p><p>Αγάπη μου, γιόκα μου! Δώσε μου πίσω το ζωνάρι να σε χαρώ!</p><p>Να ‘σαι καλά μάνα, της είπε το παιδί. Τώρα θα σε βρει η ίδια μοίρα που προόριζες για μένα! και με αυτό την αποτέλειωσε στη στιγμή. </p><br><p>Ξοπίσω της κατέφτασε και το τρολ ακούγοντας όλον αυτόν τον σαματά. Έπεσε στα γόνατα και άρχισε να παρακαλά το αγόρι να του χαρίσει τη ζωή και να του δείξει έλεος: “Θα σε αφήσω να ζήσεις, αλλά θα σε τιμωρήσω όπως κι εσύ τιμώρησες εμένα”, του είπε το αγόρι και ευθύς αμέσως τύφλωσε το τρολ και το έβαλε σε μια βάρκα να περιπλανιέται χωρίς λιοντάρια όμως να το σώσουν.</p><br><p>Έμεινε το αγόρι μόνο του στο κάστρο και όλο και λαχταρούσε να ξαναδεί την αγαπημένη του. Μια μέρα δεν άντεξε άλλο και, από επιθυμία για την πριγκίπισσά του, ναύλωσε τέσσερα καράβια και τράβηξε για την Αραβία να τη βρει. Τις πρώτες μέρες ο άνεμος ήταν με το μέρος τους και προχωρούσαν γρήγορα μα κάποτε βρέθηκαν χωρίς καθόλου αέρα να τους σπρώχνει, κολλημένοι δίπλα σ΄ ένα ξερονήσι. </p><br><p>Το πλήρωμα βγήκε στο νησί να ξεμουδιάσει και βρήκαν ένα αυγό μεγάλο σαν μικρό σπίτι. Σήκωσαν τότε πέτρες και άρχισαν να το κοπανάνε μα τίποτα δεν μπορούσε να σπάσει το κέλυφος. Το αγόρι άκουσε το θόρυβο από τις προσπάθειες των ναυτών και πήγε κι αυτό να δει τι συνέβαινε. Βλέποντας το αυγό σκέφτηκε ότι θα ήταν παιχνιδάκι για αυτόν να το σπάσει. Με το ξίφος του του έδωσε μια, το αυγό έσπασε κι από μέσα ξεπήδησε ένα κοτόπουλο μεγάλο σαν ελέφαντας! “Δεν έπρεπε να το είχαμε κάνει αυτό, τώρα κινδυνεύουμε όλοι”, είπε τότε το αγόρι. Γρήγορα γύρισε στο πλήρωμά του και τους ρώτησε αν ήταν αρκετά ανδρείοι για να φύγουν τώρα και να τραβούν κουπί μέχρι να συναντήσουν καλό άνεμο που θα τους βοηθήσει να φτάσουν στην Αραβία σε μία μέρα. Όλοι του απάντησαν πως θα έκαναν ό,τι περνούσε από το χέρι τους και αμέσως μπάρκαραν στα τέσσερα καράβια, τράβηξαν όλοι δυνατό κουπί ώσπου βρήκαν καλό άνεμο και έφτασαν στη Αραβία λίγο πριν περάσει μία ολόκληρη μέρα.</p><br><p>Βγήκαν όλοι τους στη στεριά και το αγόρι διέταξε όλους τους ναύτες να πάνε και να θαφτούν κάτω από έναν αμμόλοφο αρκετά μακριά από τα καράβια, ίσα να τα βλέπουν. Εκείνος και οι καπετάνιοι του πήγαν και στάθηκαν στην κορυφή ενός πολύ ψηλού βράχου, κάτω από ένα έλατο όπου και κρύφτηκαν. Δεν είχε περάσει και πολλή ώρα, να σου στον ορίζοντα ένα πελώριο πουλί που στα νύχια του κουβαλούσε ένα μικρό νησί. Το άφησε να του πέσει πάνω από τα καράβια και τα βύθισε όλα. Μετά πέταξε πάνω από τον αμμόλοφο και χτύπησε τα φτερά του τόσο δυνατά που παραλίγο να διαμελίσει τους ναύτες. Πέταξε και πάνω από το έλατο και ο αέρας που σήκωσε έκανε το αγόρι και τους καπετάνιους να χάσουν για μια στιγμή τη γη κάτω από τα πόδια τους. Το αγόρι όμως ήταν έτοιμο με το ξίφος του στο χέρι και την κατάλληλη στιγμή έδωσε μια στο πουλί και εκείνο έπεσε νεκρό. </p><br><p>Όταν ηρέμησαν τα πράγματα πήγαν όλοι τους στην πόλη η οποία γιόρταζε την επιστροφή της κόρης του Βασιλιά τους. Ο Βασιλιάς όμως είχε κρύψει την κόρη του, παρόλο που ήταν ήδη λογοδοσμένη, και είχε διακηρύξει πως όποιος την έβρισκε αυτός και θα την παντρευόταν. </p><p>Καθώς περιπλανιόταν το αγόρι στην πόλη είδε έναν έμπορα που πουλούσε τομάρια αρκούδων. Αγόρασε ένα και το φόρεσε. Ένας από τους καπετάνιους του, φόρεσε στο αγόρι μια αλυσίδα γύρω από τον λαιμό του και άρχισαν μαζί να γυρίζουν την πόλη κάνοντας νούμερα για να ψυχαγωγούν τον κόσμο. </p><br><p>Έφτασε και στα αυτιά τού Βασιλιά πως είχε έρθει στην πόλη του μια λευκή αρκούδα που χόρευε και έκοβε κρεμμύδια όποτε της το ζητούσαν. Ο Βασιλιάς έστειλε αμέσως αγγελειοφόρο να πάει να προσκαλέσει την αρκούδα στο κάστρο για να κάνει τα κόλπα της κι εκεί. Σαν έφτασε στο παλάτι, όλοι που την είδαν φοβήθηκαν, αφού δεν είχαν ξαναδεί ποτέ τους τέτοιο θηρίο. Ο καπετάνιος όμως τους διαβεβαίωσε πως δεν υπήρχε κανένας κίνδυνος, αρκεί να μην περιγελούσε κανείς την αρκούδα. Ξεκίνησε λοιπόν η αρκούδα να κάνει τα κόλπα της και να χορεύει ώσπου μπήκε μέσα στην αίθουσα μια υπηρέτρια που μόλις είδε την αρκούδα, άρχισε να γελάει δυνατά και να την κοροϊδεύει. Η αρκούδα αμέσως όρμησε στην υπηρέτρια και την έκανε λωρίδες με τα νύχια της. Όλη η αυλή άρχισε τότε να κλαίει και περισσότερο από όλους ο καπετάνιος: “Κουταμάρες”, είπε ο Βασιλιάς, “δεν ήταν παρά μια υπηρέτρια. Και στο κάτω κάτω δικό μου θέμα είναι κι όχι δικό σας”. Μέχρι να τελειώσει η παράσταση είχε πάει αργά το βράδυ: </p><p>Δεν κάνει να φύγετε τόσο αργά, είπε ο Βασιλιάς. Καλύτερα η αρκούδα να περάσει το βράδυ της εδώ.&nbsp;</p><p>Θα μπορούσε να πιάσει μια γωνιά στην κουζίνα, δίπλα στη φωτιά, πρότεινε ο καπετάνιος.</p><p>Όχι! Θα κοιμηθεί μέσα στο παλάτι και μάλιστα πάνω σε μαξιλάρια και πούπουλα! είπε αποφασιστικά ο Βασιλιάς και με μια κίνηση των δακτύλων του έφτασαν μπροστά του τα πιο ακριβά μαξιλάρια και παπλώματα, ενώ ο καπετάνιος οδηγήθηκε στον ξενώνα.</p><br><p>Τα μεσάνυχτα ο Βασιλιάς πλησίασε την αρκούδα κρατώντας ένα μάτσο βαριά κλειδιά κι ένα φανάρι. Έπιασε την αλυσίδα της λευκής αρκούδας και την οδήγησε από το ένα δωμάτιο στο άλλο, πάνω και κάτω σε σκαλοπάτια, μέσα και έξω από διαδρόμους και περάσματα, μέχρι που έφτασε σε μια αποβάθρα στη θάλασσα. Τότε ο Βασιλιάς άρχισε να τραβά καρφιά και να πιέζει ξύλα, πότε το ένα και πότε το άλλο, να πατά σανίδες και να γυρίζει πινέζες όταν ξάφνου από τη θάλασσα αναδύθηκε ένα μικρό σπιτάκι. Εκεί ήταν η αγαπημένη του κόρη, τόσο την αγαπούσε και τόσο καλά την είχε κρύψει. </p><br><p>Άφησε την αρκούδα να περιμένει όσο εκείνος μπήκε στο σπιτάκι και είπε στην κόρη του για τα νούμερα και τα χορευτικά της. Εκείνη του απάντησε ότι φοβόταν και δεν ήθελε ούτε να τη δει. Κατάφερε όμως ο Βασιλιάς και την έπεισε αφού της εξήγησε πως κινδύνευε μόνο αν γελούσε. Έφεραν λοιπόν μαζί την αρκούδα μέσα στο σπιτάκι, κλείδωσαν την πόρτα πίσω τους και η αρκούδα άρχισε το νούμερο της. Μόλις τα κόλπα έφτασαν στο απόγειό τους, η υπηρέτρια της πριγκίπισσας άρχισε να γελά όλο χαρά. Η αρκούδα έπεσε επάνω της και την ξέσκισε μέχρι που δεν είχε μείνει τίποτα. Η πριγκίπισσα άρχισε να κλαίει με μαύρο δάκρυ για τον χαμό της φίλης της: </p><p>Κουταμάρες, είπε ο Βασιλιάς, δεν ήταν παρά μια υπηρέτρια, θα σου φέρω άλλη και καλύτερη μάλιστα. Νομίζω όμως πως καλό είναι η αρκούδα να περάσει εδώ το βράδυ, δεν μπορώ να φανταστώ να κάνω πάλι όλη αυτή τη διαδρομή σέρνοντάς την πίσω μου.</p><p>Αν κοιμηθεί αυτή εδώ, τότε δεν κοιμάμαι εγώ! είπε με πείσμα η πριγκίπισσα.</p><br><p>Εκείνη ακριβώς τη στιγμή, η αρκούδα πήγε και κουλουριάστηκε δίπλα στη φωτιά&nbsp;ήσυχα κι ωραία. Αποφασίστηκε τότε πως και η πριγκίπισσα εκεί θα κοιμόταν το βράδυ, με αναμμένο φως. Μόλις ξεπόρτισε ο Βασιλιάς, η λευκή αρκούδα με απαλά γουργουρίσματα και νοήματα παρακάλεσε την πριγκίπισσα να της λύσει το κολάρο. Η πριγκίπισσα ήταν τόσο τρομαγμένη που παραλίγο να λιποθυμήσει! Αλλά το πόνεσε το ζωντανό και ψηλαφίζοντας βρήκε το λουκέτο και της έβγαλε το κολάρο. Ευθύς αμέσως, η λευκή αρκούδα ξερίζωσε το κεφάλι της. Η πριγκίπισσα τότε μπροστά της είχε τον καλό της και τέλος δεν είχε η χαρά της! Ήθελε να πάει αμέσως στον πατέρα της να του πει πως είχε έρθει ο καλός της, αλλά το αγόρι δεν ήθελε ούτε να το ακούσει. Θα την κέρδιζε πάλι από την αρχή, της είπε.</p><br><p>Έτσι, όταν το πρωί ακούστηκε ο ήχος των κλειδιών του Βασιλιά έξω από την πόρτα, το αγόρι έβαλε πάλι το τομάρι της αρκούδας και πήγε και ξάπλωσε πλάι στη φωτιά:</p><p>Ήταν ήσυχη όλο το βράδυ; ρώτησε την κόρη του ο Βασιλιάς.</p><p>Έτσι πιστεύω, ούτε που τεντώθηκε ούτε που γύρισε πλευρό, απάντησε η πριγκίπισσα.</p><br><p>Γύρισαν ο Βασιλιάς και η αρκούδα στο παλάτι, την έδωσε στον καπετάνιο και οι δυο τους έφυγαν. Το αγόρι, πέταξε το τομάρι από πάνω του και πήγε στον καλύτερο ράφτη της πόλης να του ράψει μια φορεσιά πράγματι πριγκιπική. Σαν ετοιμάστηκε, παρουσιάστηκε μπροστά στον Βασιλιά και του είπε πως είχε έρθει να βρει την κόρη του: “Δεν είσαι ο πρώτος που θα το τολμήσει”, του είπε ο Βασιλιάς, “και όλοι οι προηγούμενοι, έχασαν τα κεφάλια τους. Γιατί αυτή η μοίρα σε περιμένει παλικάρι μου αν αποτύχεις να τη βρεις σε μία μέρα”. </p><br><p>Μα το αγόρι τα ήξερε όλα αυτά. Είπε πως με δική του ευθύνη θα την έψαχνε κι αν δεν την έβρισκε θα δεχόταν τις συνέπειες. Στο παλάτι είχε στηθεί μεγάλο γλέντι με μουσική, δεσποσύνες που χόρευαν και ωραία φαγητά και το αγόρι πήγε και γλέντησε. Πέρασαν δώδεκα ώρες έτσι και ο Βασιλιάς του είπε: </p><p>Σε λυπάμαι από τα βάθη της ψυχής μου. Σίγουρα θα τη χάσεις τη ζωή σου, δεν έχεις καν ξεκινήσει να ψάχνεις.</p><p>Μπαα! Όπου υπάρχει ζωή, υπάρχει κι ελπίδα, είπε το αγόρι. Αφού υπάρχει ακόμη ανάσα σε αυτό το κορμί τότε δεν υπάρχει φόβος. Έχουμε χρόνο μπροστά μας, και συνέχισε να χορεύει και να γλεντά μέχρι που του είχε μείνει μία ώρα μόνο.</p><br><p>Τότε μόνο σταμάτησε και είπε πως θα άρχιζε να ψάχνει για την πριγκίπισσα:</p><p>Δεν έχει κανένα νόημα, του είπε ο Βασιλιάς, τον έχεις χάσει τον χρόνο σου.</p><p>Ανάψτε το φανάρι σας Μεγαλειότατε και πάρτε μαζί σας τα κλειδιά σας! του είπε χαμογελαστά το αγόρι. Ακολουθείστε με όπου κι αν πάω, έχουμε ακόμη μία ολόκληρη ώρα.</p><br><p>Έτσι το αγόρι έκανε όλη τη διαδρομή που είχε κάνει ο Βασιλιάς το προηγούμενο βράδυ και ζητούσε από τον Βασιλιά να του ξεκλειδώνει τη μια πόρτα μετά την άλλη. Έφτασαν και στην αποβάθρα:</p><p>Τελείωσε σου λέω, είπε πάλι ο Βασιλιάς. Τελείωσε ο χρόνος σου και το μόνο που υπάρχει μπροστά σου είναι η θάλασσα.</p><p>Έχω ακόμη πέντε λεπτά Υψηλότατε, του απάντησε το αγόρι κι άρχισε να πατάει σανίδες και να σπρώχνει πινέζες, να τραβά καρφιά και να πιέζει ξύλα. Ωπ! Να σου και το σπιτάκι, βγήκε από το νερό!</p><p>Τώρα όμως ο χρόνος σου τελείωσε, έλα Δήμιε και κόψε του το κεφάλι, είπε όλο αγωνία ο Βασιλιάς.</p><p>Α όχι Βασιλιά μου, τρία λεπτά έχουν μείνει, του είπε ήρεμα το αγόρι. Βγάλε και το κλειδί που ανοίγει εκείνη την πόρτα να μπω στο σπίτι.</p><br><p>Μα ο Βασιλιάς έκανε ότι έψαχνε να βρει το κλειδί και καθυστερούσε. Στο τέλος είπε ότι δεν είχε το κλειδί γι΄ αυτό το σπίτι: “Αν δεν μπορείς να ανοίξεις την πόρτα εσύ, θα την ανοίξω εγώ τότε”, απάντησε το αγόρι και με μια κλωτσιά έριξε την πόρτα. Η πριγκίπισσα βγήκε στο κατώφλι και είπε στον πατέρα της πως αυτός ήταν ο καλός της, αυτός που ήθελε η καρδιά της. Έτσι έγινε δικός της και ο μικρός ζητιάνος πέτυχε να παντρευτεί την κόρη του Βασιλιά της Αραβίας.</p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></itunes:summary>
		</item>
		<item>
			<title>Ο Σταχτόδερμος</title>
			<itunes:title>Ο Σταχτόδερμος</itunes:title>
			<pubDate>Fri, 18 Jun 2021 14:15:53 GMT</pubDate>
			<itunes:duration>21:36</itunes:duration>
			<enclosure url="https://sphinx.acast.com/p/open/s/6013ebce985ab977d52addcc/e/60ccaa99287fd50013f0962f/media.mp3" length="24008476" type="audio/mpeg"/>
			<guid isPermaLink="false">60ccaa99287fd50013f0962f</guid>
			<itunes:explicit>false</itunes:explicit>
			<link>https://www.karakaxa.org/%CE%B5%CF%80%CE%B5%CE%B9%CF%83%CF%8C%CE%B4%CE%B9%CE%B1</link>
			<acast:episodeId>60ccaa99287fd50013f0962f</acast:episodeId>
			<acast:showId>6013ebce985ab977d52addcc</acast:showId>
			<acast:episodeUrl>mitos39</acast:episodeUrl>
			<acast:settings><![CDATA[FYjHyZbXWHZ7gmX8Pp1rmbKbhgrQiwYShz70Q9/ffXZMTtedvdcRQbP4eiLMjXzCKLPjEYLpGj+NMVKa+5C8pL4u/EOj1Vw4h5MMJYp0lCcFAe0fnxBJy/1ju4Qxy1fh8gO4DvlGA40yms2g0/hOkcrfHIopjTygHFqGwwOPKFIai4SuTvs86Lx3UYCyl6Zs+WO4fC9bB8/2bSJALEZpunHdJA38/ZCmkJMYOTmjFjp6/ESA/tmUdiKftIEn6YaWSgL84WiV9F3lyua//JfmExpvcQDCr195XcV3+Efle5wNLklPnc0dH71RWAllTMZd]]></acast:settings>
			<itunes:subtitle>Μίτος</itunes:subtitle>
			<itunes:episodeType>full</itunes:episodeType>
			<itunes:episode>39</itunes:episode>
			<itunes:image href="https://assets.pippa.io/shows/6013ebce985ab977d52addcc/1624025736930-b05db921a7ef64e076f6519f8fd63f78.jpeg"/>
			<description><![CDATA[<p>Στο τελευταίο επεισόδιο του αφιερώματος σε νομαδικούς λαούς της Ευρώπης, οι Ταξιδιώτες της Ουαλλίας μας λένε μια ιστορία για έναν τυφλό που δεν έχει ανάγκη να βρει το φως του, δεν κάνει διακρίσεις και τελικά φροντίζει τους πάντες και τα πάντα! </p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Περιέχει τρομακτικές σκηνές </p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>Ηχητικά εφέ: freesound.org</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ</p><br><p>Ο Σταχτόδερμος</p><br><p>Κάποτε ήταν ένας γέρος και μια γριά που ζούσαν στο Δάσος του Ντιν. Είχαν δώδεκα γιους και έναν από αυτούς τον έλεγαν Σταχτόδερμο. Ήταν ο μικρότερος και κανείς δεν τον εκτιμούσε. Δεν του ανέθεταν καμία δουλειά, τον είχαν να κοιμάται στο υπόγειο και οι αδερφοί του τον έφτυναν και τον κορόιδευαν διαρκώς. Ο Σταχτόδερμος ήταν τυφλός και ποτέ του δεν αντιμιλούσε και δεν φαινόταν να ακούει τις προσβολές και τις κοροϊδίες που έφταναν στα αυτιά του. Τα έντεκα αδέρφια του, που ήταν τρανοί ξυλοκόποι, έφευγαν από το σπίτι τους Σάββατο και γυρνούσαν μετά από μια εβδομάδα. Αυτό το έκαναν πολύ συχνά και, όταν γυρνούσαν σπίτι τους, έφερναν πολλά χρήματα στον γέρο πατέρα τους και στη γριά μητέρα τους.</p><br><p>Μια μέρα, η γριά είπε στον άντρα της: “Τζον, νομίζω ότι εσύ κι εγώ έχουμε πια όσα χρήματα μας χρειάζονται για να ζήσουμε άνετα το υπόλοιπο της ζωής μας. Μιας και σήμερα είναι Σάββατο λοιπόν και όπου να ’ναι θα γυρίσουν τα έντεκα παλικάρια μας με τους μισθούς της εβδομάδας, να τους πούμε αμέσως ότι τους ψάχνει η στρατονομία να πάνε να καταταγούν στο στρατό. Σαν θα φτάσουν, εγώ θα αρχίσω να κλαίω και θα τους πω: ‘Αχ αγόρια μου, τώρα ήταν εδώ η στρατονομία να σας πάρει μακριά. Θέλουν να σας κάνουν στρατιώτες παιδιά μου’”, κι εδώ η γυναίκα άρχισε να προσποιείται ότι έκλαιγε γοερά, “‘και ο μόνος τρόπος να το αποφύγετε αυτό είναι να πάτε να κοιμηθείτε στον στάβλο. Τότε θα τους βάλουμε στον στάβλο και θα τους δώσουμε τρόφιμα για μια εβδομάδα, αυτά δηλαδή που τους δίνουμε συνήθως”. Και συνέχισε η γριά. “Θα βρούμε μια δικαιολογία να διώξουμε τον Σταχτόδερμο από το σπίτι και, μόλις μπουν και τα έντεκα αγόρια στον στάβλο, τα μεσάνυχτα, θα βάλουμε φωτιά να τους κάψουμε. Έτσι θα τους ξεφορτωθούμε και δεν θα υπάρχει πια ανάγκη να τους θρέφουμε” είπε η γυναίκα τελειώνοντας.</p><br><p>Ο Σταχτόδερμος, που τα άκουσε όλα, κάπου κοντά στις έντεκα βγήκε από το υπόγειό του. Οι γονείς του κάθονταν δίπλα στη φωτιά και περίμεναν να σημάνει μεσάνυχτα. Πήγε μέχρι τον στάβλο και άρχισε να ξυπνά τους αδερφούς του έναν έναν και να τους βάζει στο χέρι τα τρόφιμα που αντιστοιχούσαν στον καθένα. Ήταν σκοτάδι όμως και φοβόταν μήπως τον σκοτώσουν.</p><p>Ποιος είναι εκεί; ρώτησαν.</p><p>Ο αδερφός σας είμαι, τους είπε εκείνος, εγώ ο Σταχτόδερμος.</p><br><p>Τον κοίταξαν καλά καλά μέσα στο σκοτάδι να βρουν κάτι για να τον αναγνωρίσουν και να σιγουρευτούν ότι δεν ήταν κάποιος από τη στρατονομία. Σαν σιγουρεύτηκαν όμως θύμωσαν που τους είχε ξυπνήσει και πήγαν να του επιτεθούν: “Η μάνα μας και ο πατέρας μας θα σας βάλουν φωτιά, γι΄ αυτό και σας μάζεψαν όλους στον στάβλο. Ελάτε μαζί μου στη σοφίτα, στο πίσω μέρος του στάβλου και θα τα δείτε όλα με τα μάτια σας”.</p><br><p>Πήγαν όλοι κι έκατσαν μαζί του στη σοφίτα του στάβλου και σαν πήγε δώδεκα τα μεσάνυχτα, είδαν τη γριά και τον γέρο να μπαίνουν αθόρυβα στον στάβλο και μ΄ ένα φανάρι να βάζουν φωτιά στο σανό. Ευθύς τα αδέρφια ευχαρίστησαν τον Σταχτόδερμο που τους είχε σώσει τη ζωή και αποφάσισαν να μην πάρουν εκδίκηση από τους γονείς τους αλλά να φύγουν μακριά. Πήραν δρόμο και οι δώδεκα μαζί μέχρι που έφτασαν σ΄ ένα σταυροδρόμι που συναντιόντουσαν δώδεκα μονοπάτια. Εκεί ο Σταχτόδερμος, που σπάνια έβγαινε από το υπόγειο, ένιωσε πολύ κουρασμένος από τη ζέστη της ημέρας. Άρχισαν τότε τα αδέρφια να λένε το ένα στο άλλο: “Ας πάρει ο καθένας μας από ένα μονοπάτι και σε δώδεκα μήνες θα ξαναβρεθούμε όλοι εδώ”.</p><br><p>Ο Σταχτόδερμος δεν άντεξε από τον ήλιο και την πεζοπορία και πήγε στην άκρη του δρόμου κι αποκοιμήθηκε. Τα αδέρφια του έβαλαν σημάδια σε καθένα από τα μονοπάτια που πήρε ο καθένας έτσι ώστε, όταν ξυπνούσε ο Σταχτόδερμος, να έπαιρνε το μονοπάτι που είχε μείνει. Όταν ο Σταχτόδερμος ξύπνησε, κοίταξε γύρω του και είδε ότι ήταν ολομόναχος. Τα αδέρφια του, του είχαν αφήσει τον πιο κακοτράχηλο δρόμο να πάρει. Έναν δρόμο με λάσπη που έφτανε μέχρι το γόνατο. Ο κακόμοιρος ο Σταχτόδερμος έτσι αδύναμος που ήταν πήρε τον κακό αυτό δρόμο και όλο έπεφτε, σκόνταφτε, πάλευε και αγκομαχούσε. Μετά από λίγο, στις άκρες του δρόμου εμφανίστηκαν αγκαθωτοί θάμνοι πολύ πυκνοί και ψηλοί, με μεγάλα κλαδιά που απλώνονταν και στο μονοπάτι τόσο ώστε έγδερναν και πλήγωναν τον άμοιρο τον Σταχτόδερμο καθώς προχωρούσε. Αλλά δεν το έβαλε κάτω. Πέρασε και αυτό το εμπόδιο και συνέχισε να περπατά στο μονοπάτι, πέρα από πεδιάδες και απότομα βουνά όπου κοράκι δεν έκρωζε και αμόνι δεν δουλευόταν. Το ταξίδι του κράτησε πολύ και δεν θα σας πω όλες τις λεπτομέρειές του μιας και θα πρέπει να κάτσουμε εδώ μέχρι αύριο το βράδυ να σας διηγούμαι όλα αυτά που συνέβησαν. Έτσι άβγαλτος που ήταν λοιπόν ο Σταχτόδερμος, έπεφτε να κοιμηθεί όταν ζεσταινόταν πολύ και με το πρώτο φως της μέρας συνέχιζε τον δρόμο του πάνω στο κακορίζικο μονοπάτι. Συνέχισε μέχρι που έφτασε μπροστά σ΄ ένα κάστρο κι ένα σπίτι. Στο σπίτι συνάντησε έναν άντρα και ο Σταχτόδερμος τον ρώτησε αν είχε να του δώσει καμιά δουλειά:</p><p>Αμέ Σταχτόδερμε, έχω δουλειές να κάνεις, του είπε ο άντρας. Αλλά τι μπορείς να κάνεις;</p><p>Θα κάνω ό,τι μου ζητήσεις να κάνω, του απάντησε ο Σταχτόχδερμος.</p><p>Καλά τότε. Θα σου δώσω 50 γκινέες να πας να κοιμηθείς το βράδυ στο κάστρο και θα σου δώσω και καινούρια ρούχα.</p><p>Αχ τι καλά! είπε με ενθουσιασμό ο Σταχτόδερμος. Θα κοιμηθώ εκεί!</p><p>Μαζί σου θα έχεις μπόλικα καρύδια να φας, μπόλικο καπνό να καπνίσεις και μια καλή φωτιά στο πλάι σου, του είπε ο άντρας. </p><br><p>Τότε του εξήγησε ότι δεν επιτρεπόταν να πάρει μαζί του μπύρα παρά μόνο νερό, για να μην θολώσει το κεφάλι του. Γύρω στις έντεκα το βράδυ, ο άνδρας είπε στον Σταχτόδερμο: “Έλα Σταχτόδερμε, ήρθε η ώρα να πάμε στο κάστρο, ακολούθα με”. Προχώρησαν μαζί μέχρι το κάστρο, ο άντρας άνοιξε την πόρτα και δείχνοντας μια γωνιά κοντά στον τοίχο, είπε: “Να, εκεί να κάτσεις και να στήσεις τη φωτιά σου, πήγαινε. Ορίστε και τα καρύδια σου και ο καπνός σου”.</p><br><p>Έκατσε ο Σταχτόδερμος στη γωνιά του και γύρω στα μεσάνυχτα άκουσε έναν δυνατό ήχο στο δωμάτιο. Γύρισε τριγύρω και στην πόρτα από την οποία είχε μπει νωρίτερα στεκόταν ένας γυμνός άντρας. Του είπε: “Έλα κοντά στη φωτιά, φαίνεται να κρυώνεις πολύ”. Αλλά βλέπετε, ο άντρας αυτός ήταν πνεύμα και δεν πλησίαζε τη φωτιά μόνος του. Τότε ο Σταχτόδερμος σηκώθηκε, τον βοήθησε να πλησιάσει τη φωτιά και έπειτα του είπε: “Θες να καπνίσεις;” και πήρε και του γέμισε την πίπα με φρέσκο καπνό: “Θες να σπάσεις και καρύδια;”.</p><br><p>Σύντομα ο γυμνός άντρας είχε καπνίσει όλον τον καπνό του Σταχτόδερμου και του είχε φάει όλα τα καρύδια και ο Σταχτόδερμος δεν είχε πια τίποτα. Είπε τότε στον άντρα: “Είσαι πολύ άπληστος βλέπω. Σε προσκάλεσα να ζεσταθείς κοντά μου στη φωτιά κι εσύ μου τα πήρες όλα!”.</p><br><p>Πήγε δύο τα ξημερώματα και ο γυμνός άνδρας έφυγε από το πλευρό του Σταχτόδερμου. Εκείνος, πολύ χάρηκε με αυτό το γεγονός και έμεινε να κάθεται δίπλα στη φωτιά χαρούμενος. </p><br><p>Το επόμενο πρωί κατά τις έξι, ήρθε και ο αφέντης του σπιτιού και ρώτησε:</p><p>Ζεις Σταχτόδερμε;</p><p>Ω ναι! του απάντησε ο Σταχτόδερμος. Είμαι ζωντανός. Ήρθε κάποιος πολύ αγενής και με επισκέφτηκε χθες το βράδυ, μου έφαγε όλα τα καρύδια και μου κάπνισε όλον τον καπνό. Ήταν γυμνός βλέπεις, κι εγώ τον προσκάλεσα να ζεσταθεί κοντά στη φωτιά.</p><p>Τι λες! είπε ο αφέντης. Έλα να φας πρωινό Σταχτόδερμε.</p><br><p>Πήγαν οι δυο τους στο σπίτι μπροστά από το κάστρο και καθώς ο Σταχτόδερμος έτρωγε το πρωινό του, τον ρώτησε ο αφέντης του σπιτιού:</p><p>Θες να περάσεις άλλο ένα βράδυ στο κάστρο; Θα σου δώσω κι άλλες πενήντα γκινέες.</p><p>Αν θέλω λέει; Δεν έχω δει τίποτε στη ζωή μου και δεν ήξερα τι είναι πνεύματα και φαντάσματα, τόσα χρόνια πέρασα στο υπόγειο…</p><br><p>Έτσι, όλο το πρωινό, ο Σταχτόδερμος το πέρασε σκάβοντας τον κήπο και μαθαίνοντας πώς να τον φροντίζει μέχρι που πήγε έντεκα το βράδυ: “Έλα τώρα Σταχτόδερμε, παιδί μου”, του είπε ο αφέντης του σπιτιού, “ήρθε η ώρα να πας πάλι στη γωνιά σου”.</p><br><p>Του έδωσε μισή λίβρα καπνό και διπλάσια καρύδια να πάρει μαζί του. Γύρω στα μεσάνυχτα, ο Σταχτόδερμος γύρισε πάλι προς την πόρτα και προς μεγάλη του έκπληξη στέκονταν εκεί πέντε-έξι πνεύματα και φαντάσματα. Μάλιστα ένα από αυτά φορούσε μόνο τα κόκκαλά του και στεκόταν απλά στην πόρτα ενώ τα άλλα πηγαινοέρχονταν πάνω-κάτω κάνοντας κλακ κλακ κλακ, κλακ κλακ κλακ στο πάτωμα: “Ελάτε στη φωτιά να ζεσταθείτε. Έτσι τσίτσιδα που τρέχετε όλα, κρυώνω κι εγώ μόνο που σας βλέπω. Έχω και καπνό και μια πίπα εδώ. Ελάτε να καπνίσετε”. Γύρισε τότε προς τον σκελετωμένο που στεκόταν μόνος του στην πόρτα: “Έλα εδώ εσύ”, του είπε όλο συμπόνοια, “είσαι ένα μάτσο κόκκαλα, πρέπει να κρυώνεις πολύ”.</p><br><p>Αλλά δεν πήρε απάντηση. Ο Σταχτόδερμος πήγε τότε να τον φέρει και έτυχε να τον πιάσει από ένα σημείο στον λαιμό του (νομίζω ήταν κοντά στο σαγόνι του), μιας και αυτός δεν θα ερχόταν από μόνος του να κάτσει στη φωτιά. Με αυτό το άγγιγμα, ο σκελετωμένος έγινε χίλια κομμάτια, κάπου μισή ίντσα το καθένα και σωριάστηκε στο πάτωμα: “Σταχτόδερμε”, του είπαν τότε τα υπόλοιπα πνεύματα, “αν δεν τον φτιάξεις όπως ήταν πριν, θα σε φάμε ζωντανό”.</p><br><p>Βάλθηκε τότε ο άμοιρος ο Σταχτόδερμος να τοποθετεί το ένα κοκκαλάκι πάνω στο άλλο και ξανά πάνω στο άλλο, αλλά μόλις φαινόταν πως θα τελείωνε, όλα σωριάζονταν ξανά στο πάτωμα. Όμως δεν το έβαλε κάτω. Προσπάθησε και ξαναπροσπάθησε και είχε πάει μία το πρωί όταν επιτέλους τα κατάφερε. Δυο η ώρα το πρωί, τον άφησαν κι έφυγαν και όλα τα υπόλοιπα πνεύματα. Σαν πήγε όμως να βρει λίγο καπνό να φουμάρει, είδε ότι δεν του είχαν αφήσει καθόλου, τον είχαν καπνίσει όλον: “Μα τι άπληστα πλάσματα είναι αυτά”, σκέφτηκε ο Σταχτόδερμος, “σήμερα με ταλαιπώρησαν χειρότερα κι από χθες”. Κι έτσι έμεινε να κάθεται μόνος του δίπλα στη φωτιά. </p><br><p>Έφτασε και η αυγή και κατά τις έξι έφτασε και ο αφέντης του σπιτιού έξω από το κάστρο:</p><p>Σταχτόδερμε, ζεις;</p><p>Αμέ! Ζω!</p><p>Άκουσες τίποτα χθες το βράδυ;</p><p>Άκουσα. Ήρθαν περισσότεροι άπληστοι και κάπνισαν όλον τον καπνό κι έφαγαν όλα τα καρύδια. </p><p>Έλα στο σπίτι Σταχτόδερμε να φας το πρωινό σου.</p><br><p>Πήγε και ο Σταχτόδερμος στο σπίτι να φάει το πρωινό του και, σαν τελείωσε, του είπε ο αφέντης: “Θα σου δώσω άλλες πενήντα γκινέες να περάσεις άλλο ένα βράδυ στο κάστρο”. Και ο Σταχτόδερμος, μην έχοντας άλλον τρόπο να βγάλει χρήματα, δέχτηκε να το κάνει. Πέρασαν την υπόλοιπη μέρα δουλεύοντας οι δυο τους στον κήπο, σκάβοντας και φυτεύοντας, μέχρι που πήγε έντεκα το βράδυ: “Ήρθε η ώρα να πας στη γωνιά σου Σταχτόδερμέ μου”, του είπε ο αφέντης, “Θα σου δώσω μια ολόκληρη λίβρα καπνό να πάρεις μαζί σου και διπλάσια καρύδια από την τελευταία φορά”. Τον οδήγησε στο κάστρο, του έβαλε στη γωνία τα εφόδια και άναψε τη φωτιά. Ο Σταχτόδερμος έκατσε και άναψε την πίπα του όταν ξάφνου άκουσε τον πιο τρομερό και ανατριχιαστικό ήχο από στριγκλιές και φωνές που είχε ακούσει ποτέ του. Δεν μπορούσε όμως να δει τίποτα και η ώρα είχε πάει δώδεκα. Τότε η πόρτα άνοιξε με δύναμη και μέσα όρμησε ένας άντρας με τον λαιμό του κομμένο απ’ άκρη σ’ άκρη. Ο Σταχτόδερμος τον ρώτησε αν θα ήθελε να πλησιάσει να κάτσει κοντά στη φωτιά και να φουμάρει λίγο καπνό, επειδή&nbsp;δεν φοβόταν καθόλου μιας και δεν μπορούσε να δει το τρομαχτικό αυτό θέαμα. Του είπε τότε ο άντρας: “Σταχτόδερμε, αδερφέ μου, δεν με φοβάσαι. Έλα μαζί μου και θα σου δείξω που είμαι θαμμένος. Βλέπεις, με σκότωσε ο αδερφός μου, αυτός που σε πληρώνει να έρχεσαι εδώ κάθε βράδυ. Έλα μαζί μου Σταχτόδερμε, ας κατέβουμε αυτές τις σκάλες”.</p><br><p>Κατέβαιναν και κατέβαιναν, φαινόταν πως αυτές οι σκάλες δεν θα τελείωναν ποτέ. Ο Σταχτόδερμος ρώτησε τον άνδρα για πόσο ακόμα θα κατέβαιναν. Παρόλο που ήταν κατασκότεινα και ο Σταχτόδερμος δεν έβλεπε τίποτα, σαν έφτασαν στο τέλος της σκάλας διέκρινε ένα αχνό φως:</p><p>Ακολούθα Σταχτόδερμε, του είπε τότε ο άνδρας. Εγώ είμαι αυτός του οποίου τα κόκκαλα έριξες κάτω και συναρμολόγησες εχτές. Σταχτόδερμε, θα σε κάνω σωστό κύριο αν μου κάνεις μία χάρη. Έλα κοντά μου και σήκωσε αυτή τη σημαία.</p><p>Αχ κύριε, είπε ο Σταχτόδερμος, δεν μπορώ να τη σηκώσω. Εσύ να τη σηκώσεις.</p><p>Βάλε δύναμη Σταχτόδερμε, προσπάθησε να τη σηκώσεις.</p><br><p>Ο Σταχτόδερμος τον υπάκουσε και έβαλε όλη τη δύναμη που είχε μέσα του μέχρι που στο τέλος κατάφερε να σηκώσει τη σημαία. Από κάτω της βρισκόταν ένα σεντούκι γεμάτο μέχρι πάνω με χρυσάφι: “Έλα παραδίπλα Σταχτόδερμε”, του είπε τότε ο άνδρας, “να εδώ. Σήκωσε κι αυτή τη σημαία Σταχτόδερμε”.</p><br><p>Ο Σταχτόδερμος, μετά από πολλή προσπάθεια, κατάφερε και σήκωσε και τη δεύτερη σημαία και από κάτω της ήταν το φέρετρο με τον σκελετό του άνδρα. Τον είχε σκοτώσει ο αδερφός του, αυτός που έμενε τώρα στο σπίτι. Ήταν αγαπημένοι και ζούσαν μαζί μέχρι που άρχισαν να μαλώνουν για το ποιος θα κατοικούσε&nbsp;το κάστρο. Έτσι, ο ένας αδερφός σκότωσε τον άλλο και τον έθαψε μέσα στο κάστρο: “Τώρα Σταχτόδερμε”, του είπε ο άντρας με τον κομμένο λαιμό, “θέλω να μου κάνεις μια τελευταία χάρη και δεν θα σου ξαναζητήσω τίποτα, θα μπορείς να κοιμάσαι και να μένεις στο κάστρο χωρίς να σε ενοχλήσει ποτέ κανείς. Το πρωί, όταν θα έρθει ο αδερφός μου να σε ρωτήσει πως ήταν το βράδυ σου, εσύ να του πεις ότι όλα ήταν καλά μόνο σου κάπνισαν τα πνεύματα όλον τον καπνό και σου έφαγαν όλα τα καρύδια. Μετά, σαν φύγεις και πάρεις τον δρόμο σου, στην πρώτη πόλη που θα φτάσεις να πεις σε όλους για τον άντρα που σκότωσε τον αδερφό του. Μόλις τον πιάσουν και καλέσουν μάρτυρες, εγώ θα τους παρουσιαστώ και θα τους δείξω τον κομμένο μου λαιμό. Τότε θα μπορέσεις να γυρίσεις εδώ Σταχτόδερμε και να πάρεις το κάστρο για δικό σου, αφού ούτε εγώ ούτε ο αδερφός μου θα μείνουμε σε αυτό”.</p><br><p>Έτσι ο Σταχτόδερμος πήρε τον δρόμο του και στην πρώτη πόλη που συνάντησε, πήγε και βρήκε τον δικαστή. Του τα είπε όλα κι εκείνος έστειλε στο κάστρο φύλακες να πάνε να πιάσουν τον φονιά και ο Σταχτόδερμος πήγε μαζί τους: </p><p>Καλώς τον!, είπε ο φονιάς βλέποντας τον Σταχτόδερμο, τι σε φέρνει πάλι από εδώ;</p><p>Για σένα ήρθαμε, του απάντησε ο Σταχτόδερμος και οι φύλακες άρχισαν να τον πλησιάζουν. Ήρθαμε να σε πάρουμε γιατί σκότωσες τον αδερφό σου.</p><br><p>Τον έπιασαν, τον έσυραν μέχρι την πόλη με τον Σταχτόδερμο ξοπίσω τους, τον παρουσίασαν μπροστά στον δικαστή και τον δίκασαν. Στη δίκη, στις δώδεκα η ώρα, ο δικαστής κάλεσε να παρουσιαστούν μάρτυρες. Δεν είχε προλάβει να τελειώσει και να σου μπροστά σε όλους εμφανίστηκε ο νεκρός αδερφός δείχνοντας τον κομμένο του λαιμό. Ο αδερφός του καταδικάστηκε σε είκοσι χρόνια φυλάκιση, αλλά πέθανε αμέσως μετά την ανακοίνωση της ποινής του, η καρδιά του ράγισε βλέπετε. </p><br><p>Ο Σταχτόδερμος γύρισε να ζήσει στο κάστρο και έφερε μαζί του και έναν-δυο υπηρέτες. Μια μέρα θυμήθηκε τη συμφωνία που είχε κάνει με τα αδέρφια του και όταν ήρθε η μέρα της συνάντησής τους, ετοίμασε μια άμαξα με δυο άλογα και πήρε μαζί του έντεκα πλούσιες φορεσιές σκεπτόμενος τα φτωχά του τα αδέρφια. Πήγε με την άμαξα μέχρι το σταυροδρόμι με τα δώδεκα παρακλάδια κι εκεί είδε τους έντεκα άντρες ξαπλωμένους χάμω:</p><p>Καλώς σας βρήκα παλικάρια μου, τους είπε μιας και κανείς τους δεν τον γνώρισε έτσι καλοντυμένος που ήταν. Τι κάνετε έτσι ξαπλωμένοι χάμω;</p><p>Περιμένουμε τον αδερφό μας τον Σταχτόδερμο, του απάντησαν.</p><p>Θα τον αναγνωρίζατε αν τον βλέπατε;</p><p>Βεβαίως και θα τον γνωρίζαμε! Κανονίσαμε να συναντηθούμε εδώ σε δώδεκα μήνες από τότε που χωριστήκαμε.</p><p>Εγώ είμαι ο αδερφός σας ο Σταχτόδερμος! τους είπε εκείνος όλο χαρά.</p><br><p>Τον κοίταξαν καλά καλά: “Αν είσαι στ’ αλήθεια ο αδερφός μας, τότε δείξε μας το μπράτσο σου, αυτός έχει εκεί ένα σημάδι που το ξέρουμε όλοι μας”. Ο Σταχτόδερμος τους έδειξε το σημάδι που είχε στο μπράτσο του και τότε όλα του τα αδέρφια φωνάζοντας: “Αυτός είναι! Αυτός είναι ο αδερφός μας!” τον κύκλωσαν κι άρχισαν να τον αγκαλιάζουν και να τον φυλάνε κλαίγοντας από χαρά. Στη συνέχεια, ο Σταχτόδερμος τους έδωσε τα αρχοντικά ρούχα που είχε φέρει γι΄ αυτούς και τους είπε: “Τώρα αδερφοί μου, θα ήθελα να πάω να δω τι απέγιναν ο γέρος και η γριά που μας μεγάλωσαν. Σαν πλησιάσουμε εκεί, θέλω εσείς οι έντεκα να μείνετε πίσω και μόνο εγώ θα μπω στο σπίτι να τους ρωτήσω τι απέγιναν τα έντεκα παιδιά τους”. </p><br><p>Έτσι κι έκαναν. Ο Σταχτόδερμος, έφτασε μπροστά στο σπίτι των γέρων γονιών του:</p><p>Γεια σου γριά μου! Τι απέγιναν τα έντεκα παλικάρια που ζούσαν εδώ;</p><p>Α, έφυγαν όλοι και έγιναν στρατιώτες.</p><br><p>Φώναξε τότε να εμφανιστούν οι έντεκα αδερφοί του και συνέχισε απευθυνόμενος στη γριά γυναίκα: </p><p>Αυτούς δεν προσπάθησες να τους κάψεις μέσα στον στάβλο που τους έβαλες; Δεν τους είπες πως ερχόταν η στρατονομία να τους πάρει και άναψες το σανό να καούν όλοι;</p><p>Όχι! Όχι ποτέ!, φώναξε η γριά.</p><br><p>Και αυτή και ο άντρας της πέθαναν επί τόπου από τον φόβο τους.</p><br><p>Τώρα δώστε μου ένα σελίνι για την ιστορία που σας είπα!</p><p><br></p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></description>
			<itunes:summary><![CDATA[<p>Στο τελευταίο επεισόδιο του αφιερώματος σε νομαδικούς λαούς της Ευρώπης, οι Ταξιδιώτες της Ουαλλίας μας λένε μια ιστορία για έναν τυφλό που δεν έχει ανάγκη να βρει το φως του, δεν κάνει διακρίσεις και τελικά φροντίζει τους πάντες και τα πάντα! </p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Περιέχει τρομακτικές σκηνές </p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>Ηχητικά εφέ: freesound.org</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ</p><br><p>Ο Σταχτόδερμος</p><br><p>Κάποτε ήταν ένας γέρος και μια γριά που ζούσαν στο Δάσος του Ντιν. Είχαν δώδεκα γιους και έναν από αυτούς τον έλεγαν Σταχτόδερμο. Ήταν ο μικρότερος και κανείς δεν τον εκτιμούσε. Δεν του ανέθεταν καμία δουλειά, τον είχαν να κοιμάται στο υπόγειο και οι αδερφοί του τον έφτυναν και τον κορόιδευαν διαρκώς. Ο Σταχτόδερμος ήταν τυφλός και ποτέ του δεν αντιμιλούσε και δεν φαινόταν να ακούει τις προσβολές και τις κοροϊδίες που έφταναν στα αυτιά του. Τα έντεκα αδέρφια του, που ήταν τρανοί ξυλοκόποι, έφευγαν από το σπίτι τους Σάββατο και γυρνούσαν μετά από μια εβδομάδα. Αυτό το έκαναν πολύ συχνά και, όταν γυρνούσαν σπίτι τους, έφερναν πολλά χρήματα στον γέρο πατέρα τους και στη γριά μητέρα τους.</p><br><p>Μια μέρα, η γριά είπε στον άντρα της: “Τζον, νομίζω ότι εσύ κι εγώ έχουμε πια όσα χρήματα μας χρειάζονται για να ζήσουμε άνετα το υπόλοιπο της ζωής μας. Μιας και σήμερα είναι Σάββατο λοιπόν και όπου να ’ναι θα γυρίσουν τα έντεκα παλικάρια μας με τους μισθούς της εβδομάδας, να τους πούμε αμέσως ότι τους ψάχνει η στρατονομία να πάνε να καταταγούν στο στρατό. Σαν θα φτάσουν, εγώ θα αρχίσω να κλαίω και θα τους πω: ‘Αχ αγόρια μου, τώρα ήταν εδώ η στρατονομία να σας πάρει μακριά. Θέλουν να σας κάνουν στρατιώτες παιδιά μου’”, κι εδώ η γυναίκα άρχισε να προσποιείται ότι έκλαιγε γοερά, “‘και ο μόνος τρόπος να το αποφύγετε αυτό είναι να πάτε να κοιμηθείτε στον στάβλο. Τότε θα τους βάλουμε στον στάβλο και θα τους δώσουμε τρόφιμα για μια εβδομάδα, αυτά δηλαδή που τους δίνουμε συνήθως”. Και συνέχισε η γριά. “Θα βρούμε μια δικαιολογία να διώξουμε τον Σταχτόδερμο από το σπίτι και, μόλις μπουν και τα έντεκα αγόρια στον στάβλο, τα μεσάνυχτα, θα βάλουμε φωτιά να τους κάψουμε. Έτσι θα τους ξεφορτωθούμε και δεν θα υπάρχει πια ανάγκη να τους θρέφουμε” είπε η γυναίκα τελειώνοντας.</p><br><p>Ο Σταχτόδερμος, που τα άκουσε όλα, κάπου κοντά στις έντεκα βγήκε από το υπόγειό του. Οι γονείς του κάθονταν δίπλα στη φωτιά και περίμεναν να σημάνει μεσάνυχτα. Πήγε μέχρι τον στάβλο και άρχισε να ξυπνά τους αδερφούς του έναν έναν και να τους βάζει στο χέρι τα τρόφιμα που αντιστοιχούσαν στον καθένα. Ήταν σκοτάδι όμως και φοβόταν μήπως τον σκοτώσουν.</p><p>Ποιος είναι εκεί; ρώτησαν.</p><p>Ο αδερφός σας είμαι, τους είπε εκείνος, εγώ ο Σταχτόδερμος.</p><br><p>Τον κοίταξαν καλά καλά μέσα στο σκοτάδι να βρουν κάτι για να τον αναγνωρίσουν και να σιγουρευτούν ότι δεν ήταν κάποιος από τη στρατονομία. Σαν σιγουρεύτηκαν όμως θύμωσαν που τους είχε ξυπνήσει και πήγαν να του επιτεθούν: “Η μάνα μας και ο πατέρας μας θα σας βάλουν φωτιά, γι΄ αυτό και σας μάζεψαν όλους στον στάβλο. Ελάτε μαζί μου στη σοφίτα, στο πίσω μέρος του στάβλου και θα τα δείτε όλα με τα μάτια σας”.</p><br><p>Πήγαν όλοι κι έκατσαν μαζί του στη σοφίτα του στάβλου και σαν πήγε δώδεκα τα μεσάνυχτα, είδαν τη γριά και τον γέρο να μπαίνουν αθόρυβα στον στάβλο και μ΄ ένα φανάρι να βάζουν φωτιά στο σανό. Ευθύς τα αδέρφια ευχαρίστησαν τον Σταχτόδερμο που τους είχε σώσει τη ζωή και αποφάσισαν να μην πάρουν εκδίκηση από τους γονείς τους αλλά να φύγουν μακριά. Πήραν δρόμο και οι δώδεκα μαζί μέχρι που έφτασαν σ΄ ένα σταυροδρόμι που συναντιόντουσαν δώδεκα μονοπάτια. Εκεί ο Σταχτόδερμος, που σπάνια έβγαινε από το υπόγειο, ένιωσε πολύ κουρασμένος από τη ζέστη της ημέρας. Άρχισαν τότε τα αδέρφια να λένε το ένα στο άλλο: “Ας πάρει ο καθένας μας από ένα μονοπάτι και σε δώδεκα μήνες θα ξαναβρεθούμε όλοι εδώ”.</p><br><p>Ο Σταχτόδερμος δεν άντεξε από τον ήλιο και την πεζοπορία και πήγε στην άκρη του δρόμου κι αποκοιμήθηκε. Τα αδέρφια του έβαλαν σημάδια σε καθένα από τα μονοπάτια που πήρε ο καθένας έτσι ώστε, όταν ξυπνούσε ο Σταχτόδερμος, να έπαιρνε το μονοπάτι που είχε μείνει. Όταν ο Σταχτόδερμος ξύπνησε, κοίταξε γύρω του και είδε ότι ήταν ολομόναχος. Τα αδέρφια του, του είχαν αφήσει τον πιο κακοτράχηλο δρόμο να πάρει. Έναν δρόμο με λάσπη που έφτανε μέχρι το γόνατο. Ο κακόμοιρος ο Σταχτόδερμος έτσι αδύναμος που ήταν πήρε τον κακό αυτό δρόμο και όλο έπεφτε, σκόνταφτε, πάλευε και αγκομαχούσε. Μετά από λίγο, στις άκρες του δρόμου εμφανίστηκαν αγκαθωτοί θάμνοι πολύ πυκνοί και ψηλοί, με μεγάλα κλαδιά που απλώνονταν και στο μονοπάτι τόσο ώστε έγδερναν και πλήγωναν τον άμοιρο τον Σταχτόδερμο καθώς προχωρούσε. Αλλά δεν το έβαλε κάτω. Πέρασε και αυτό το εμπόδιο και συνέχισε να περπατά στο μονοπάτι, πέρα από πεδιάδες και απότομα βουνά όπου κοράκι δεν έκρωζε και αμόνι δεν δουλευόταν. Το ταξίδι του κράτησε πολύ και δεν θα σας πω όλες τις λεπτομέρειές του μιας και θα πρέπει να κάτσουμε εδώ μέχρι αύριο το βράδυ να σας διηγούμαι όλα αυτά που συνέβησαν. Έτσι άβγαλτος που ήταν λοιπόν ο Σταχτόδερμος, έπεφτε να κοιμηθεί όταν ζεσταινόταν πολύ και με το πρώτο φως της μέρας συνέχιζε τον δρόμο του πάνω στο κακορίζικο μονοπάτι. Συνέχισε μέχρι που έφτασε μπροστά σ΄ ένα κάστρο κι ένα σπίτι. Στο σπίτι συνάντησε έναν άντρα και ο Σταχτόδερμος τον ρώτησε αν είχε να του δώσει καμιά δουλειά:</p><p>Αμέ Σταχτόδερμε, έχω δουλειές να κάνεις, του είπε ο άντρας. Αλλά τι μπορείς να κάνεις;</p><p>Θα κάνω ό,τι μου ζητήσεις να κάνω, του απάντησε ο Σταχτόχδερμος.</p><p>Καλά τότε. Θα σου δώσω 50 γκινέες να πας να κοιμηθείς το βράδυ στο κάστρο και θα σου δώσω και καινούρια ρούχα.</p><p>Αχ τι καλά! είπε με ενθουσιασμό ο Σταχτόδερμος. Θα κοιμηθώ εκεί!</p><p>Μαζί σου θα έχεις μπόλικα καρύδια να φας, μπόλικο καπνό να καπνίσεις και μια καλή φωτιά στο πλάι σου, του είπε ο άντρας. </p><br><p>Τότε του εξήγησε ότι δεν επιτρεπόταν να πάρει μαζί του μπύρα παρά μόνο νερό, για να μην θολώσει το κεφάλι του. Γύρω στις έντεκα το βράδυ, ο άνδρας είπε στον Σταχτόδερμο: “Έλα Σταχτόδερμε, ήρθε η ώρα να πάμε στο κάστρο, ακολούθα με”. Προχώρησαν μαζί μέχρι το κάστρο, ο άντρας άνοιξε την πόρτα και δείχνοντας μια γωνιά κοντά στον τοίχο, είπε: “Να, εκεί να κάτσεις και να στήσεις τη φωτιά σου, πήγαινε. Ορίστε και τα καρύδια σου και ο καπνός σου”.</p><br><p>Έκατσε ο Σταχτόδερμος στη γωνιά του και γύρω στα μεσάνυχτα άκουσε έναν δυνατό ήχο στο δωμάτιο. Γύρισε τριγύρω και στην πόρτα από την οποία είχε μπει νωρίτερα στεκόταν ένας γυμνός άντρας. Του είπε: “Έλα κοντά στη φωτιά, φαίνεται να κρυώνεις πολύ”. Αλλά βλέπετε, ο άντρας αυτός ήταν πνεύμα και δεν πλησίαζε τη φωτιά μόνος του. Τότε ο Σταχτόδερμος σηκώθηκε, τον βοήθησε να πλησιάσει τη φωτιά και έπειτα του είπε: “Θες να καπνίσεις;” και πήρε και του γέμισε την πίπα με φρέσκο καπνό: “Θες να σπάσεις και καρύδια;”.</p><br><p>Σύντομα ο γυμνός άντρας είχε καπνίσει όλον τον καπνό του Σταχτόδερμου και του είχε φάει όλα τα καρύδια και ο Σταχτόδερμος δεν είχε πια τίποτα. Είπε τότε στον άντρα: “Είσαι πολύ άπληστος βλέπω. Σε προσκάλεσα να ζεσταθείς κοντά μου στη φωτιά κι εσύ μου τα πήρες όλα!”.</p><br><p>Πήγε δύο τα ξημερώματα και ο γυμνός άνδρας έφυγε από το πλευρό του Σταχτόδερμου. Εκείνος, πολύ χάρηκε με αυτό το γεγονός και έμεινε να κάθεται δίπλα στη φωτιά χαρούμενος. </p><br><p>Το επόμενο πρωί κατά τις έξι, ήρθε και ο αφέντης του σπιτιού και ρώτησε:</p><p>Ζεις Σταχτόδερμε;</p><p>Ω ναι! του απάντησε ο Σταχτόδερμος. Είμαι ζωντανός. Ήρθε κάποιος πολύ αγενής και με επισκέφτηκε χθες το βράδυ, μου έφαγε όλα τα καρύδια και μου κάπνισε όλον τον καπνό. Ήταν γυμνός βλέπεις, κι εγώ τον προσκάλεσα να ζεσταθεί κοντά στη φωτιά.</p><p>Τι λες! είπε ο αφέντης. Έλα να φας πρωινό Σταχτόδερμε.</p><br><p>Πήγαν οι δυο τους στο σπίτι μπροστά από το κάστρο και καθώς ο Σταχτόδερμος έτρωγε το πρωινό του, τον ρώτησε ο αφέντης του σπιτιού:</p><p>Θες να περάσεις άλλο ένα βράδυ στο κάστρο; Θα σου δώσω κι άλλες πενήντα γκινέες.</p><p>Αν θέλω λέει; Δεν έχω δει τίποτε στη ζωή μου και δεν ήξερα τι είναι πνεύματα και φαντάσματα, τόσα χρόνια πέρασα στο υπόγειο…</p><br><p>Έτσι, όλο το πρωινό, ο Σταχτόδερμος το πέρασε σκάβοντας τον κήπο και μαθαίνοντας πώς να τον φροντίζει μέχρι που πήγε έντεκα το βράδυ: “Έλα τώρα Σταχτόδερμε, παιδί μου”, του είπε ο αφέντης του σπιτιού, “ήρθε η ώρα να πας πάλι στη γωνιά σου”.</p><br><p>Του έδωσε μισή λίβρα καπνό και διπλάσια καρύδια να πάρει μαζί του. Γύρω στα μεσάνυχτα, ο Σταχτόδερμος γύρισε πάλι προς την πόρτα και προς μεγάλη του έκπληξη στέκονταν εκεί πέντε-έξι πνεύματα και φαντάσματα. Μάλιστα ένα από αυτά φορούσε μόνο τα κόκκαλά του και στεκόταν απλά στην πόρτα ενώ τα άλλα πηγαινοέρχονταν πάνω-κάτω κάνοντας κλακ κλακ κλακ, κλακ κλακ κλακ στο πάτωμα: “Ελάτε στη φωτιά να ζεσταθείτε. Έτσι τσίτσιδα που τρέχετε όλα, κρυώνω κι εγώ μόνο που σας βλέπω. Έχω και καπνό και μια πίπα εδώ. Ελάτε να καπνίσετε”. Γύρισε τότε προς τον σκελετωμένο που στεκόταν μόνος του στην πόρτα: “Έλα εδώ εσύ”, του είπε όλο συμπόνοια, “είσαι ένα μάτσο κόκκαλα, πρέπει να κρυώνεις πολύ”.</p><br><p>Αλλά δεν πήρε απάντηση. Ο Σταχτόδερμος πήγε τότε να τον φέρει και έτυχε να τον πιάσει από ένα σημείο στον λαιμό του (νομίζω ήταν κοντά στο σαγόνι του), μιας και αυτός δεν θα ερχόταν από μόνος του να κάτσει στη φωτιά. Με αυτό το άγγιγμα, ο σκελετωμένος έγινε χίλια κομμάτια, κάπου μισή ίντσα το καθένα και σωριάστηκε στο πάτωμα: “Σταχτόδερμε”, του είπαν τότε τα υπόλοιπα πνεύματα, “αν δεν τον φτιάξεις όπως ήταν πριν, θα σε φάμε ζωντανό”.</p><br><p>Βάλθηκε τότε ο άμοιρος ο Σταχτόδερμος να τοποθετεί το ένα κοκκαλάκι πάνω στο άλλο και ξανά πάνω στο άλλο, αλλά μόλις φαινόταν πως θα τελείωνε, όλα σωριάζονταν ξανά στο πάτωμα. Όμως δεν το έβαλε κάτω. Προσπάθησε και ξαναπροσπάθησε και είχε πάει μία το πρωί όταν επιτέλους τα κατάφερε. Δυο η ώρα το πρωί, τον άφησαν κι έφυγαν και όλα τα υπόλοιπα πνεύματα. Σαν πήγε όμως να βρει λίγο καπνό να φουμάρει, είδε ότι δεν του είχαν αφήσει καθόλου, τον είχαν καπνίσει όλον: “Μα τι άπληστα πλάσματα είναι αυτά”, σκέφτηκε ο Σταχτόδερμος, “σήμερα με ταλαιπώρησαν χειρότερα κι από χθες”. Κι έτσι έμεινε να κάθεται μόνος του δίπλα στη φωτιά. </p><br><p>Έφτασε και η αυγή και κατά τις έξι έφτασε και ο αφέντης του σπιτιού έξω από το κάστρο:</p><p>Σταχτόδερμε, ζεις;</p><p>Αμέ! Ζω!</p><p>Άκουσες τίποτα χθες το βράδυ;</p><p>Άκουσα. Ήρθαν περισσότεροι άπληστοι και κάπνισαν όλον τον καπνό κι έφαγαν όλα τα καρύδια. </p><p>Έλα στο σπίτι Σταχτόδερμε να φας το πρωινό σου.</p><br><p>Πήγε και ο Σταχτόδερμος στο σπίτι να φάει το πρωινό του και, σαν τελείωσε, του είπε ο αφέντης: “Θα σου δώσω άλλες πενήντα γκινέες να περάσεις άλλο ένα βράδυ στο κάστρο”. Και ο Σταχτόδερμος, μην έχοντας άλλον τρόπο να βγάλει χρήματα, δέχτηκε να το κάνει. Πέρασαν την υπόλοιπη μέρα δουλεύοντας οι δυο τους στον κήπο, σκάβοντας και φυτεύοντας, μέχρι που πήγε έντεκα το βράδυ: “Ήρθε η ώρα να πας στη γωνιά σου Σταχτόδερμέ μου”, του είπε ο αφέντης, “Θα σου δώσω μια ολόκληρη λίβρα καπνό να πάρεις μαζί σου και διπλάσια καρύδια από την τελευταία φορά”. Τον οδήγησε στο κάστρο, του έβαλε στη γωνία τα εφόδια και άναψε τη φωτιά. Ο Σταχτόδερμος έκατσε και άναψε την πίπα του όταν ξάφνου άκουσε τον πιο τρομερό και ανατριχιαστικό ήχο από στριγκλιές και φωνές που είχε ακούσει ποτέ του. Δεν μπορούσε όμως να δει τίποτα και η ώρα είχε πάει δώδεκα. Τότε η πόρτα άνοιξε με δύναμη και μέσα όρμησε ένας άντρας με τον λαιμό του κομμένο απ’ άκρη σ’ άκρη. Ο Σταχτόδερμος τον ρώτησε αν θα ήθελε να πλησιάσει να κάτσει κοντά στη φωτιά και να φουμάρει λίγο καπνό, επειδή&nbsp;δεν φοβόταν καθόλου μιας και δεν μπορούσε να δει το τρομαχτικό αυτό θέαμα. Του είπε τότε ο άντρας: “Σταχτόδερμε, αδερφέ μου, δεν με φοβάσαι. Έλα μαζί μου και θα σου δείξω που είμαι θαμμένος. Βλέπεις, με σκότωσε ο αδερφός μου, αυτός που σε πληρώνει να έρχεσαι εδώ κάθε βράδυ. Έλα μαζί μου Σταχτόδερμε, ας κατέβουμε αυτές τις σκάλες”.</p><br><p>Κατέβαιναν και κατέβαιναν, φαινόταν πως αυτές οι σκάλες δεν θα τελείωναν ποτέ. Ο Σταχτόδερμος ρώτησε τον άνδρα για πόσο ακόμα θα κατέβαιναν. Παρόλο που ήταν κατασκότεινα και ο Σταχτόδερμος δεν έβλεπε τίποτα, σαν έφτασαν στο τέλος της σκάλας διέκρινε ένα αχνό φως:</p><p>Ακολούθα Σταχτόδερμε, του είπε τότε ο άνδρας. Εγώ είμαι αυτός του οποίου τα κόκκαλα έριξες κάτω και συναρμολόγησες εχτές. Σταχτόδερμε, θα σε κάνω σωστό κύριο αν μου κάνεις μία χάρη. Έλα κοντά μου και σήκωσε αυτή τη σημαία.</p><p>Αχ κύριε, είπε ο Σταχτόδερμος, δεν μπορώ να τη σηκώσω. Εσύ να τη σηκώσεις.</p><p>Βάλε δύναμη Σταχτόδερμε, προσπάθησε να τη σηκώσεις.</p><br><p>Ο Σταχτόδερμος τον υπάκουσε και έβαλε όλη τη δύναμη που είχε μέσα του μέχρι που στο τέλος κατάφερε να σηκώσει τη σημαία. Από κάτω της βρισκόταν ένα σεντούκι γεμάτο μέχρι πάνω με χρυσάφι: “Έλα παραδίπλα Σταχτόδερμε”, του είπε τότε ο άνδρας, “να εδώ. Σήκωσε κι αυτή τη σημαία Σταχτόδερμε”.</p><br><p>Ο Σταχτόδερμος, μετά από πολλή προσπάθεια, κατάφερε και σήκωσε και τη δεύτερη σημαία και από κάτω της ήταν το φέρετρο με τον σκελετό του άνδρα. Τον είχε σκοτώσει ο αδερφός του, αυτός που έμενε τώρα στο σπίτι. Ήταν αγαπημένοι και ζούσαν μαζί μέχρι που άρχισαν να μαλώνουν για το ποιος θα κατοικούσε&nbsp;το κάστρο. Έτσι, ο ένας αδερφός σκότωσε τον άλλο και τον έθαψε μέσα στο κάστρο: “Τώρα Σταχτόδερμε”, του είπε ο άντρας με τον κομμένο λαιμό, “θέλω να μου κάνεις μια τελευταία χάρη και δεν θα σου ξαναζητήσω τίποτα, θα μπορείς να κοιμάσαι και να μένεις στο κάστρο χωρίς να σε ενοχλήσει ποτέ κανείς. Το πρωί, όταν θα έρθει ο αδερφός μου να σε ρωτήσει πως ήταν το βράδυ σου, εσύ να του πεις ότι όλα ήταν καλά μόνο σου κάπνισαν τα πνεύματα όλον τον καπνό και σου έφαγαν όλα τα καρύδια. Μετά, σαν φύγεις και πάρεις τον δρόμο σου, στην πρώτη πόλη που θα φτάσεις να πεις σε όλους για τον άντρα που σκότωσε τον αδερφό του. Μόλις τον πιάσουν και καλέσουν μάρτυρες, εγώ θα τους παρουσιαστώ και θα τους δείξω τον κομμένο μου λαιμό. Τότε θα μπορέσεις να γυρίσεις εδώ Σταχτόδερμε και να πάρεις το κάστρο για δικό σου, αφού ούτε εγώ ούτε ο αδερφός μου θα μείνουμε σε αυτό”.</p><br><p>Έτσι ο Σταχτόδερμος πήρε τον δρόμο του και στην πρώτη πόλη που συνάντησε, πήγε και βρήκε τον δικαστή. Του τα είπε όλα κι εκείνος έστειλε στο κάστρο φύλακες να πάνε να πιάσουν τον φονιά και ο Σταχτόδερμος πήγε μαζί τους: </p><p>Καλώς τον!, είπε ο φονιάς βλέποντας τον Σταχτόδερμο, τι σε φέρνει πάλι από εδώ;</p><p>Για σένα ήρθαμε, του απάντησε ο Σταχτόδερμος και οι φύλακες άρχισαν να τον πλησιάζουν. Ήρθαμε να σε πάρουμε γιατί σκότωσες τον αδερφό σου.</p><br><p>Τον έπιασαν, τον έσυραν μέχρι την πόλη με τον Σταχτόδερμο ξοπίσω τους, τον παρουσίασαν μπροστά στον δικαστή και τον δίκασαν. Στη δίκη, στις δώδεκα η ώρα, ο δικαστής κάλεσε να παρουσιαστούν μάρτυρες. Δεν είχε προλάβει να τελειώσει και να σου μπροστά σε όλους εμφανίστηκε ο νεκρός αδερφός δείχνοντας τον κομμένο του λαιμό. Ο αδερφός του καταδικάστηκε σε είκοσι χρόνια φυλάκιση, αλλά πέθανε αμέσως μετά την ανακοίνωση της ποινής του, η καρδιά του ράγισε βλέπετε. </p><br><p>Ο Σταχτόδερμος γύρισε να ζήσει στο κάστρο και έφερε μαζί του και έναν-δυο υπηρέτες. Μια μέρα θυμήθηκε τη συμφωνία που είχε κάνει με τα αδέρφια του και όταν ήρθε η μέρα της συνάντησής τους, ετοίμασε μια άμαξα με δυο άλογα και πήρε μαζί του έντεκα πλούσιες φορεσιές σκεπτόμενος τα φτωχά του τα αδέρφια. Πήγε με την άμαξα μέχρι το σταυροδρόμι με τα δώδεκα παρακλάδια κι εκεί είδε τους έντεκα άντρες ξαπλωμένους χάμω:</p><p>Καλώς σας βρήκα παλικάρια μου, τους είπε μιας και κανείς τους δεν τον γνώρισε έτσι καλοντυμένος που ήταν. Τι κάνετε έτσι ξαπλωμένοι χάμω;</p><p>Περιμένουμε τον αδερφό μας τον Σταχτόδερμο, του απάντησαν.</p><p>Θα τον αναγνωρίζατε αν τον βλέπατε;</p><p>Βεβαίως και θα τον γνωρίζαμε! Κανονίσαμε να συναντηθούμε εδώ σε δώδεκα μήνες από τότε που χωριστήκαμε.</p><p>Εγώ είμαι ο αδερφός σας ο Σταχτόδερμος! τους είπε εκείνος όλο χαρά.</p><br><p>Τον κοίταξαν καλά καλά: “Αν είσαι στ’ αλήθεια ο αδερφός μας, τότε δείξε μας το μπράτσο σου, αυτός έχει εκεί ένα σημάδι που το ξέρουμε όλοι μας”. Ο Σταχτόδερμος τους έδειξε το σημάδι που είχε στο μπράτσο του και τότε όλα του τα αδέρφια φωνάζοντας: “Αυτός είναι! Αυτός είναι ο αδερφός μας!” τον κύκλωσαν κι άρχισαν να τον αγκαλιάζουν και να τον φυλάνε κλαίγοντας από χαρά. Στη συνέχεια, ο Σταχτόδερμος τους έδωσε τα αρχοντικά ρούχα που είχε φέρει γι΄ αυτούς και τους είπε: “Τώρα αδερφοί μου, θα ήθελα να πάω να δω τι απέγιναν ο γέρος και η γριά που μας μεγάλωσαν. Σαν πλησιάσουμε εκεί, θέλω εσείς οι έντεκα να μείνετε πίσω και μόνο εγώ θα μπω στο σπίτι να τους ρωτήσω τι απέγιναν τα έντεκα παιδιά τους”. </p><br><p>Έτσι κι έκαναν. Ο Σταχτόδερμος, έφτασε μπροστά στο σπίτι των γέρων γονιών του:</p><p>Γεια σου γριά μου! Τι απέγιναν τα έντεκα παλικάρια που ζούσαν εδώ;</p><p>Α, έφυγαν όλοι και έγιναν στρατιώτες.</p><br><p>Φώναξε τότε να εμφανιστούν οι έντεκα αδερφοί του και συνέχισε απευθυνόμενος στη γριά γυναίκα: </p><p>Αυτούς δεν προσπάθησες να τους κάψεις μέσα στον στάβλο που τους έβαλες; Δεν τους είπες πως ερχόταν η στρατονομία να τους πάρει και άναψες το σανό να καούν όλοι;</p><p>Όχι! Όχι ποτέ!, φώναξε η γριά.</p><br><p>Και αυτή και ο άντρας της πέθαναν επί τόπου από τον φόβο τους.</p><br><p>Τώρα δώστε μου ένα σελίνι για την ιστορία που σας είπα!</p><p><br></p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></itunes:summary>
		</item>
		<item>
			<title>Ο Φαλάκρας</title>
			<itunes:title>Ο Φαλάκρας</itunes:title>
			<pubDate>Mon, 14 Jun 2021 09:25:56 GMT</pubDate>
			<itunes:duration>17:00</itunes:duration>
			<enclosure url="https://sphinx.acast.com/p/open/s/6013ebce985ab977d52addcc/e/60c61583af28ef00126b0118/media.mp3" length="19096288" type="audio/mpeg"/>
			<guid isPermaLink="false">60c61583af28ef00126b0118</guid>
			<itunes:explicit>false</itunes:explicit>
			<link>https://www.karakaxa.org/%CE%B5%CF%80%CE%B5%CE%B9%CF%83%CF%8C%CE%B4%CE%B9%CE%B1</link>
			<acast:episodeId>60c61583af28ef00126b0118</acast:episodeId>
			<acast:showId>6013ebce985ab977d52addcc</acast:showId>
			<acast:episodeUrl>mitos38</acast:episodeUrl>
			<acast:settings><![CDATA[FYjHyZbXWHZ7gmX8Pp1rmbKbhgrQiwYShz70Q9/ffXZMTtedvdcRQbP4eiLMjXzCKLPjEYLpGj+NMVKa+5C8pL4u/EOj1Vw4h5MMJYp0lCcFAe0fnxBJy/1ju4Qxy1fh8gO4DvlGA40yms2g0/hOkcrfHIopjTygHFqGwwOPKFIai4SuTvs86Lx3UYCyl6Zs+WO4fC9bB8/2bSJALEZpunHdJA38/ZCmkJMYOTmjFjpvwPEt045L4VkvJzMxQ4jJ7EVmkMAA7UbZwKdeTLiqMkQ9LrEqT+oZK5QLKXqKxYZXcF3Y93s4P3wLSmzx794y]]></acast:settings>
			<itunes:subtitle>Μίτος</itunes:subtitle>
			<itunes:episodeType>full</itunes:episodeType>
			<itunes:episode>38</itunes:episode>
			<itunes:image href="https://assets.pippa.io/shows/6013ebce985ab977d52addcc/1623594343243-04415bb2461b5185d9642bb93cb08fc2.jpeg"/>
			<description><![CDATA[<p>Από τους Τσιγγάνους της Τουρκίας, ο Φαλάκρας είναι ένα φιλότιμο παλικάρι, ακόμη κι αν απήγαγε την κόρη του δερβίση...</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Δεν περιέχει ευαίσθητο υλικό </p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>Ηχητικά εφέ: freesound.org - Τούρκικο γαμήλιο τραγούδι από τον χρήστη klankbeeld</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ</p><br><p>Ο Φαλάκρας</p><br><p>Εκείνον τον καιρό ήταν ένας άνθρωπος που έφτιαξε μια γαλέρα. Διάλεξε τους καλύτερους ναυτικούς και την οδήγησε από τη Λευκή Θάλασσα στη Μαύρη Θάλασσα. Αγκυροβόλησε σ΄ ένα παραλιακό χωριό για να φορτώσει νερό και είδε παραδίπλα να παίζουν τέσσερα-πέντε αγόρια. Ένα από αυτά ήταν φαλακρό. Το φώναξε κοντά και το ρώτησε: “Πού είναι το νερό εδώ;”. Ο Φαλάκρας του έδειξε και ο άντρας φόρτωσε το καράβι του με νερό:</p><p>Θες να έρθεις μαζί μου;</p><p>Θέλω, αλλά να, έχω και τη μάνα μου.</p><p>Πάμε στη μάνα σου.</p><br><p>Και πήγαν:</p><p>Θα μου δώσεις τον γιο σου να τον πάρω μαζί μου στη θάλασσα;</p><p>Θα σου τον δώσω.</p><br><p>Ο καπετάνιος έδωσε στη μάνα του αγοριού τον μισθό ενός μήνα και πήρε μαζί του το αγόρι. Τράβηξαν την άγκυρα και μετά από μέρες ταξιδιού έφτασαν κοντά σ΄ ένα άλλο παραθαλάσσιο χωριό όπου και άραξαν για να φορτώσουν πάλι νερό.</p><br><p>Στον τόπο αυτόν, μια μέρα που ο γιος του βασιλιά είχε βγει να κάνει περίπατο, είδε έναν δερβίση να πουλά το πορτρέτο μας πανέμορφης κοπέλας και, επειδή&nbsp;του άρεσε πολύ, το αγόρασε αμέσως. Ο πατέρας της κοπέλας έκανε εφτά χρόνια να τελειώσει το πορτρέτο της κόρης του, τόσο πολύ το είχε δουλέψει. Ο γιος του βασιλιά τοποθέτησε το πορτρέτο πάνω από την πηγή του τόπου γιατί σκέφτηκε ότι με τόσους και τόσους που περνούσαν να πάρουν νερό, ίσως κάποιος να αναγνώριζε την κοπέλα. Έτσι, ο καπετάνιος της γαλέρας σαν βγήκε στην ακτή και πήγε στην πηγή να φορτώσει νερό, είδε το πορτρέτο: “Τι καλλονή!” σκέφτηκε και μόλις γύρισε στο καράβι του είπε σε όλο το πλήρωμα: “Εκεί στην πηγή είδα μια οπτασία, όμοια της δεν υπάρχει πουθενά!”. Ο Φαλάκρας τότε είπε να πάει να δει κι αυτός. Σαν έφτασε μπροστά στην πηγή και είδε το πορτρέτο έσκασε στα γέλια: “Μα αυτή είναι η κόρη του δερβίση, τι δουλειά έχει εδώ;”. </p><br><p>Δεν πρόλαβε να τελειώσει τη φράση του και οι φρουροί του βασιλιά τον βούτηξαν και τον πήγαν στο παλάτι. Ο Φαλάκρας κόντεψε να πεθάνει από φόβο και αγωνία για το μέλλον του. Δυο μέρες μετά, ήρθαν οι φρουροί στο μπουντρούμι του και τον ρώτησαν:</p><p>Το ξέρεις αυτό το κορίτσι;</p><p>Αν το ξέρω; Καλέ έχουμε μεγαλώσει μαζί. Η μάνα της έχει τώρα πεθάνει αλλά είχε θηλάσει και εμένα και αυτήν.</p><p>Εντάξει, αν σε οδηγήσουν μπροστά στον βασιλιά, να μη φοβηθείς.</p><br><p>Βρέθηκε και μπροστά στον βασιλιά:</p><p>Την ξέρεις αυτή την κοπέλα παιδί μου;</p><p>Την ξέρω, μαζί μεγαλώσαμε.</p><p>Θα&nbsp;την φέρεις εδώ;</p><p>Θα την φέρω. Φτιάξε μου μια χρυσή γαλέρα και δώσε μου είκοσι μουσικούς. Άσε με να πάρω μαζί μου και τον γιο σου και από δω και μπρος κανείς να μη μου φέρει αντίρρηση σε ότι κι αν κάνω. Τότε μόνο θα φύγω και θα μου πάρει εφτά χρόνια μέχρι να πάω και να γυρίσω.</p><br><p>Πήραν προμήθειες και νερό για εφτά χρόνια και σαλπάρανε για τη χώρα της κοπέλας. Την αυγή που φτάσανε, ο Φαλάκρας έφερε τη γαλέρα κοντά στο σπίτι της κοπέλας που βρισκόταν πολύ κοντά στο νερό. Είπε τότε ο Φαλάκρας σε όλους στο καράβι: “Εγώ θα πάω πάνω στο κατάστρωμα να κάνω βόλτες, αλλά να μην ανέβει κανείς άλλος μαζί μου” και ανέβηκε στο κατάστρωμα κι άρχισε να περπατά πάνω κάτω. </p><br><p>Η κόρη του δερβίση ξύπνησε μόλις ο ήλιος έριξε τις ακτίνες του πάνω στη χρυσή γαλέρα μα και πάνω στο σπίτι της. Όταν βγήκε στο μπαλκόνι τρίβοντας νυσταγμένα τα μάτια της, είδε τη γαλέρα και παρατήρησε κάποιον που περπατούσε πάνω κάτω στο κατάστρωμά της. Κοίταξε καλύτερα και διέκρινε τον Φαλάκρα που τον ήξερε από μικρή: “Μα τι κάνει αυτός εδώ;”</p><p>Τι δουλειά έχεις εσύ εδώ; του φώναξε</p><p>Για σένα έχω έρθει, να σε δω. Πάνε πολλά χρόνια από τότε που σε είδα τελευταία φορά. Έλα στο καράβι μου. Ο πατέρας σου, πού είναι;</p><p>Δεν ξέρεις πως ο πατέρας μου όλα αυτά τα χρόνια ζωγραφίζει το πορτρέτο μου; Έχει πάει τώρα να το πουλήσει και τον περιμένω να γυρίσει από στιγμή σε στιγμή. </p><p>Έλα στο καράβι να τα πούμε λίγο. </p><br><p>Η κοπέλα πήγε να ετοιμαστεί. Τότε ο Φαλάκρας κατέβηκε και μίλησε πάλι στο πλήρωμα του: “Κρυφτείτε όλοι σας, να μη δω ψυχή μπροστά μου. Μόλις όμως εγώ και η κοπέλα μπούμε στην καμπίνα μου, εσείς να λύσετε τα σκοινιά και να σηκώσετε την άγκυρα, ενώ εμείς θα συζητούμε”. </p><br><p>Έφτασε και η κοπέλα στη γαλέρα και πήγε και στην καμπίνα του Φαλάκρα όπου άρχισαν οι δυο τους να συζητούν. Το πλοίο σάλπαρε και διακριτικά, ο Φαλάκρας έφερε μέσα στην καμπίνα και τον γιο του βασιλιά:</p><p>Ποιος είναι αυτός; Πάει, φεύγω.</p><p>Μην είσαι χαζή αδερφή μου, της είπε ο Φαλάκρας. Κάτσε να φάμε ζαχαρωτά.</p><br><p>Έδωσε στην κοπέλα ζαχαρωτά κι εκείνη μαγεύτηκε από τη νοστιμιά τους:</p><p>Ας ακούσουμε και λίγη μουσική, είπε τότε ο Φαλάκρας και έφερε μέσα τους μουσικούς οι οποίοι άρχισαν να παίζουν.</p><p>Σηκώνομαι, πάω, φεύγω, θα γυρίσει ο πατέρας μου.</p><p>Κάτσε λίγο ακόμα και άσε τους μουσικούς να παίξουν.</p><p>Και οι μουσικοί με τα όργανά τους κάλυψαν τους ήχους της γαλέρας που αναχωρούσε.</p><p>Φεύγω, πάω.</p><br><p>Ανέβηκε στο κατάστρωμα και κοίταξε γύρω της, το σπίτι της δεν ήταν πια, παρά μια κουκκίδα στον ορίζοντα:</p><p>Αχ αδερφέ μου, τι μου έκανες;</p><p>Τι σου έκανα; Αυτός στο πλευρό σου είναι ο γιος του βασιλιά κι εγώ ήρθα για να σε πάρω γι αυτόν.</p><p>Τι να κάνω, τι να κάνω, να πέσω στη θάλασσα να πνιγώ; άρχισε να κλαίει η κοπέλα.</p><br><p>Αλλά δεν έπεσε στη θάλασσα, μόνο έκατσε δίπλα στον γιο του βασιλιά. Άρχισαν να τρώνε και να πίνουν και να γλεντάνε με τη μουσική. Ο Φαλάκρας, που ήταν καπετάνιος στεκόταν μόνος του, στο τιμόνι της γαλέρας και, όσο και να διασκέδαζαν όλοι γύρω του, εκείνος δεν κουνήθηκε από τη θέση του. </p><br><p>Τους έμεναν τώρα δυο τρεις μέρες μέχρι να φτάσουν στον προορισμό τους. Με την αυγή ήρθαν τρία πουλάκια και έκατσαν στην κουπαστή της γαλέρας, κανείς δεν υπήρχε κοντά τους να τα τρομάξει. Άρχισαν τότε να λένε το ένα στο άλλο:</p><p>Πουλί πουλάκι, τι συμβαίνει; Η κόρη του δερβίση τρώει και πίνει με τον γιο του βασιλιά και δεν ξέρει τι της μέλλει να πάθει.</p><p>Τι θα πάθει, τι θα πάθει; ρώτησαν τα άλλα δυο.</p><p>Μόλις φτάσουν εκεί που πάνε, θα πάρουν βαρκούλα να φτάσουν στην ακτή. Αλλά η βάρκα θα αναποδογυρίσει και η κόρη του δερβίση και ο γιος του βασιλιά θα πνιγούν. Όποιος το ακούσει και το μαρτυρήσει θα γίνει πέτρα μέχρι τα γόνατα του.</p><br><p>Ο Φαλάκρας τα άκουσε όλα και ήταν μόνος του.</p><br><p>Νωρίς το επόμενο πρωί, να σου πάλι τα τρία πουλάκια βρέθηκαν να κάθονται στην κουπαστή της γαλέρας. Άρχισαν πάλι να λένε: “Πουλί πουλάκι, τι συμβαίνει; Η κόρη του δερβίση τρώει και πίνει με τον γιο του βασιλιά και δεν ξέρει τι της μέλλει να πάθει. Σαν φτάσουν στο παλάτι του βασιλιά και πάνε να περάσουν την πύλη, αυτή θα πέσει στα κεφάλια τους και θα τους σκοτώσει και τους δυο. Όποιος το ακούσει και το μαρτυρήσει θα γίνει πέτρα μέχρι την πλάτη του”.</p><br><p>Ξημέρωσε και η επόμενη μέρα και τα πουλάκια άρχισαν πάλι να λένε το ένα στο άλλο:</p><p>Πουλί πουλάκι, τι συμβαίνει; Η κόρη του δερβίση τρώει και πίνει με τον γιο του βασιλιά και δεν ξέρει τι της μέλλει να πάθει.</p><p>Τι θα πάθει, τι θα συμβεί;</p><p>Τη βραδιά του γάμου θα έρθει στην κάμαρή τους ένας εφτακέφαλος δράκος και θα φάει τον γιο του βασιλιά και την κόρη του δερβίση και όποιος το ακούσει και το μαρτυρήσει θα γίνει πέτρα μέχρι το κεφάλι του.</p><br><p>Ο Φαλάκρας ακούγοντάς το και αυτό σκέφτηκε: “Δεν θ΄ αφήσω να έρθουν κοντά βάρκες” και σηκώθηκε. Λίγο αργότερα, έφτασε η χρυσή γαλέρα&nbsp;μπροστά στο παλάτι του βασιλιά και σύντομα μετά άρχισαν να καταφτάνουν και οι βάρκες που θα έφερναν τον γιο του βασιλιά και την κόρη του δερβίση στην ξηρά: “Δεν θέλω βάρκες”, είπε ο Φαλάκρας. Τέντωσε τα πανιά της γαλέρας και άρχισε να την οδηγεί πότε εμπρός και πότε πίσω. Όλοι άρχισαν τότε να μουρμουρίζουν:</p><p>Θα προσαράξει το καράβι!</p><p>Αφήστε τον να το κουμαντάρει όπως νομίζει, είπε ο βασιλιάς και όντως μετά από λίγο, η γαλέρα προσάραξε.</p><p>Όταν έφυγα να φέρω την κοπέλα, δεν σας είπα να μη μου φέρνετε αντιρρήσεις και να μην επεμβαίνει κανείς στις πράξεις μου, φώναξε ενοχλημένος ο Φαλάκρας στον βασιλιά.</p><br><p>Πήρε από το χέρι την κοπέλα και τον πρίγκιπα και τους έφερε μπροστά στο παλάτι. Σαν έφτασε μπροστά στην πύλη έδωσε διαταγή να την κατεβάσουν:</p><p>Να την κατεβάσουμε; Γιατί; ρώτησαν όλο απορία οι φρουροί.</p><p>Τι σας είπα; Δεν θέλω αντιρρήσεις!</p><br><p>Η πύλη έκλεισε και οι τρεις τους μπήκαν στο παλάτι από αλλού. Μέσα στο παλάτι έφαγαν, ήπιαν, διασκέδασαν, γέλασαν και συζήτησαν. Αλλά μια ανησυχία έτρωγε τον Φαλάκρα μέσα του. Έφτασε και η νύχτα μετά το γαμήλιο γλέντι και το ζευγάρι ετοιμάστηκε να πάει να κοιμηθεί. Είπε τότε μπροστά σε όλους ο Φαλάκρας:</p><p>Όπου κοιμηθείτε εσείς απόψε, εκεί θα κοιμηθώ κι εγώ.</p><p>Δεν μπορείς να κοιμηθείς κι εσύ με τους νιόπαντρους, τον μάλωσαν οι αυλικοί.</p><p>Τι συμφωνία έχουμε κάνει;</p><p>Καλά, εσύ ξέρεις.</p><br><p>Πήγαν όλοι και ξάπλωσαν και ο Φαλάκρας πήρε το ξίφος του αγκαλιά και ξάπλωσε με καλυμμένο το κεφάλι του. Τα μεσάνυχτα άκουσε τον δράκο να έρχεται. Τράβηξε το ξίφος του, έκοψε όλα τα κεφάλια του δράκου και τα έβαλε κάτω από το μαξιλάρι του. Ξύπνησε ο γιος του βασιλιά και μόλις είδε τον Φαλάκρα με το ξίφος του τραβηγμένο φώναξε: “Ο Φαλάκρας θέλει να μας σκοτώσει!”. Ο πατέρας του έτρεξε στο πλευρό του:</p><p>Μα τι έπαθες αγόρι μου και φωνάζεις έτσι;</p><p>Ο Φαλάκρας θέλει να μας σκοτώσει!</p><br><p>Αμέσως φρουροί έπιασαν τον Φαλάκρα και τον έδεσαν πισθάγκωνα. Μόλις ξημέρωσε, διέταξε ο βασιλιάς να παρουσιαστεί μπροστά του ο Φαλάκρας:</p><p>Γιατί συμπεριφέρθηκες έτσι; Εφτά χρόνια ταξίδευες για να φέρεις μέχρι εδώ τη νύφη του γιου μου και τώρα που έχει τελειώσει η αποστολή σου βάλθηκες να τους σφάξεις.</p><p>Τι να έκανα;</p><p>Μιας και θα μου σκότωνες τον γιο, θα σκοτώσω κι εγώ εσένα.</p><p>Εσύ ξέρεις βασιλιά μου.</p><br><p>Του έδεσαν πάλι τα χέρια και τον οδήγησαν εκεί όπου θα του έκοβαν το κεφάλι. Καθώς προχωρούσε, ο Φαλάκρας σκέφτηκε: “Θα μου πάρουν το κεφάλι, αλλά αν πω τι συνέβη θα γίνω πέτρα μέχρι τα γόνατα” και είπε δυνατά “Πηγαίνετε με και πάλι στον βασιλιά, θέλω να του πω δυο λόγια”. Και οι φρουροί τον πήγαν πάλι μπροστά στον βασιλιά:</p><p>Γιατί μου τον ξαναφέρατε μπροστά μου;</p><p>Θέλει να σας μιλήσει Μεγαλειότατε.</p><p>Μίλα τότε νεαρέ.</p><p>Βασιλιά μου, όταν πήγα να φέρω την κόρη του δερβίση, μια μέρα που καθόμουν μόνος και ήσυχος στο κατάστρωμα της χρυσής γαλέρας, ήρθαν τρία πουλάκια που είπαν “Πουλί πουλάκι, η κόρη του δερβίση τρώει και πίνει με τον γιο του βασιλιά και δεν ξέρει τι της μέλλει να πάθει. Όποιος το ακούσει και το μαρτυρήσει θα γίνει πέτρα μέχρι τα γόνατα”. Αλλά εγώ βασιλιά μου ήμουν εκεί και τα άκουσα όλα.</p><br><p>Μόλις είπε αυτά ο Φαλάκρας έγινε πέτρα μέχρι τα γόνατα. Βλέποντας το αυτό ο βασιλιάς του φώναξε:</p><p>Σώπα τώρα παιδί μου και μην πεις τίποτα άλλο!</p><p>Μα πρέπει βασιλιά μου, απάντησε ο Φαλάκρας και συνέχισε να λέει και για την πύλη που θα έπεφτε.</p><br><p>Μεταμορφώθηκε σε πέτρα μέχρι την πλάτη του:</p><p>Την τρίτη φορά βασιλιά μου, συνέχισε ο Φαλάκρας, τα πουλάκια είπαν ότι στο γαμήλιο κρεβάτι των παιδιών σου θα ερχόταν ένας εφτακέφαλος δράκος και θα τους έτρωγε, γι αυτό κι εγώ πήγα να κοιμηθώ μαζί τους. Αν δεν με πιστεύεις, κοίτα κάτω από το μαξιλάρι μου. Εγώ τον σκότωσα τον δράκο και όταν με είδε ο γιος σου με το ξίφος στο χέρι δεν μπορούσα να πω την αλήθεια.</p><br><p>Ο βασιλιάς πήγε και είδε ότι ο Φαλάκρας έλεγε την αλήθεια αλλά, σαν γύρισε, ο Φαλάκρας είχε γίνει όλος πέτρα. Τότε, μη μπορώντας να κάνουν κάτι άλλο, του έφτιαξαν έναν τάφο.</p><br><p>Ο γιος του βασιλιά σηκώθηκε κι έφυγε, πήρε τους δρόμους: “Εφτά χρόνια ταξίδευε ο Φαλάκρας για μένα, εφτά χρόνια θα ταξιδέψω κι εγώ γι αυτόν”. Περπάτησε και περπάτησε μέρες ολόκληρες ώσπου έφτασε σ΄ ένα μέρος που βρήκε νερό. Σταμάτησε, ήπιε από το νερό και ξάπλωσε να ξεκουραστεί. Τότε στον ύπνο του είδε τον Φαλάκρα να του λέει: “Πάρε λίγο χώμα από αυτό εδώ το μέρος και ρίξε το πάνω στον τάφο μου. Θα διαλυθεί η πέτρα”.</p><br><p>Ο γιος του βασιλιά κοιμήθηκε και κοιμήθηκε. Εφτά ολόκληρα χρόνια κοιμήθηκε. Σαν σηκώθηκε, έβαλε στη χούφτα του λίγο από το χώμα εκείνου του τόπου και το πήγε μέχρι τον τάφο του Φαλάκρα. Πασπάλισε το χώμα πάνω του και αμέσως ο Φαλάκρας ξανάζησε: </p><p>Μα πόσο βαριά κοιμήθηκα!</p><p>Εφτά χρόνια περιπλανήθηκες για εμένα, εφτά χρόνια περιπλανήθηκα κι εγώ για σένα.</p><br><p>Έπειτα ο γιος του βασιλιά πήρε τον Φαλάκρα και τον πήγε στο παλάτι όπου και τον έχρισε τον πιο σημαντικό άνδρα του βασιλείου.</p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></description>
			<itunes:summary><![CDATA[<p>Από τους Τσιγγάνους της Τουρκίας, ο Φαλάκρας είναι ένα φιλότιμο παλικάρι, ακόμη κι αν απήγαγε την κόρη του δερβίση...</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Δεν περιέχει ευαίσθητο υλικό </p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>Ηχητικά εφέ: freesound.org - Τούρκικο γαμήλιο τραγούδι από τον χρήστη klankbeeld</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ</p><br><p>Ο Φαλάκρας</p><br><p>Εκείνον τον καιρό ήταν ένας άνθρωπος που έφτιαξε μια γαλέρα. Διάλεξε τους καλύτερους ναυτικούς και την οδήγησε από τη Λευκή Θάλασσα στη Μαύρη Θάλασσα. Αγκυροβόλησε σ΄ ένα παραλιακό χωριό για να φορτώσει νερό και είδε παραδίπλα να παίζουν τέσσερα-πέντε αγόρια. Ένα από αυτά ήταν φαλακρό. Το φώναξε κοντά και το ρώτησε: “Πού είναι το νερό εδώ;”. Ο Φαλάκρας του έδειξε και ο άντρας φόρτωσε το καράβι του με νερό:</p><p>Θες να έρθεις μαζί μου;</p><p>Θέλω, αλλά να, έχω και τη μάνα μου.</p><p>Πάμε στη μάνα σου.</p><br><p>Και πήγαν:</p><p>Θα μου δώσεις τον γιο σου να τον πάρω μαζί μου στη θάλασσα;</p><p>Θα σου τον δώσω.</p><br><p>Ο καπετάνιος έδωσε στη μάνα του αγοριού τον μισθό ενός μήνα και πήρε μαζί του το αγόρι. Τράβηξαν την άγκυρα και μετά από μέρες ταξιδιού έφτασαν κοντά σ΄ ένα άλλο παραθαλάσσιο χωριό όπου και άραξαν για να φορτώσουν πάλι νερό.</p><br><p>Στον τόπο αυτόν, μια μέρα που ο γιος του βασιλιά είχε βγει να κάνει περίπατο, είδε έναν δερβίση να πουλά το πορτρέτο μας πανέμορφης κοπέλας και, επειδή&nbsp;του άρεσε πολύ, το αγόρασε αμέσως. Ο πατέρας της κοπέλας έκανε εφτά χρόνια να τελειώσει το πορτρέτο της κόρης του, τόσο πολύ το είχε δουλέψει. Ο γιος του βασιλιά τοποθέτησε το πορτρέτο πάνω από την πηγή του τόπου γιατί σκέφτηκε ότι με τόσους και τόσους που περνούσαν να πάρουν νερό, ίσως κάποιος να αναγνώριζε την κοπέλα. Έτσι, ο καπετάνιος της γαλέρας σαν βγήκε στην ακτή και πήγε στην πηγή να φορτώσει νερό, είδε το πορτρέτο: “Τι καλλονή!” σκέφτηκε και μόλις γύρισε στο καράβι του είπε σε όλο το πλήρωμα: “Εκεί στην πηγή είδα μια οπτασία, όμοια της δεν υπάρχει πουθενά!”. Ο Φαλάκρας τότε είπε να πάει να δει κι αυτός. Σαν έφτασε μπροστά στην πηγή και είδε το πορτρέτο έσκασε στα γέλια: “Μα αυτή είναι η κόρη του δερβίση, τι δουλειά έχει εδώ;”. </p><br><p>Δεν πρόλαβε να τελειώσει τη φράση του και οι φρουροί του βασιλιά τον βούτηξαν και τον πήγαν στο παλάτι. Ο Φαλάκρας κόντεψε να πεθάνει από φόβο και αγωνία για το μέλλον του. Δυο μέρες μετά, ήρθαν οι φρουροί στο μπουντρούμι του και τον ρώτησαν:</p><p>Το ξέρεις αυτό το κορίτσι;</p><p>Αν το ξέρω; Καλέ έχουμε μεγαλώσει μαζί. Η μάνα της έχει τώρα πεθάνει αλλά είχε θηλάσει και εμένα και αυτήν.</p><p>Εντάξει, αν σε οδηγήσουν μπροστά στον βασιλιά, να μη φοβηθείς.</p><br><p>Βρέθηκε και μπροστά στον βασιλιά:</p><p>Την ξέρεις αυτή την κοπέλα παιδί μου;</p><p>Την ξέρω, μαζί μεγαλώσαμε.</p><p>Θα&nbsp;την φέρεις εδώ;</p><p>Θα την φέρω. Φτιάξε μου μια χρυσή γαλέρα και δώσε μου είκοσι μουσικούς. Άσε με να πάρω μαζί μου και τον γιο σου και από δω και μπρος κανείς να μη μου φέρει αντίρρηση σε ότι κι αν κάνω. Τότε μόνο θα φύγω και θα μου πάρει εφτά χρόνια μέχρι να πάω και να γυρίσω.</p><br><p>Πήραν προμήθειες και νερό για εφτά χρόνια και σαλπάρανε για τη χώρα της κοπέλας. Την αυγή που φτάσανε, ο Φαλάκρας έφερε τη γαλέρα κοντά στο σπίτι της κοπέλας που βρισκόταν πολύ κοντά στο νερό. Είπε τότε ο Φαλάκρας σε όλους στο καράβι: “Εγώ θα πάω πάνω στο κατάστρωμα να κάνω βόλτες, αλλά να μην ανέβει κανείς άλλος μαζί μου” και ανέβηκε στο κατάστρωμα κι άρχισε να περπατά πάνω κάτω. </p><br><p>Η κόρη του δερβίση ξύπνησε μόλις ο ήλιος έριξε τις ακτίνες του πάνω στη χρυσή γαλέρα μα και πάνω στο σπίτι της. Όταν βγήκε στο μπαλκόνι τρίβοντας νυσταγμένα τα μάτια της, είδε τη γαλέρα και παρατήρησε κάποιον που περπατούσε πάνω κάτω στο κατάστρωμά της. Κοίταξε καλύτερα και διέκρινε τον Φαλάκρα που τον ήξερε από μικρή: “Μα τι κάνει αυτός εδώ;”</p><p>Τι δουλειά έχεις εσύ εδώ; του φώναξε</p><p>Για σένα έχω έρθει, να σε δω. Πάνε πολλά χρόνια από τότε που σε είδα τελευταία φορά. Έλα στο καράβι μου. Ο πατέρας σου, πού είναι;</p><p>Δεν ξέρεις πως ο πατέρας μου όλα αυτά τα χρόνια ζωγραφίζει το πορτρέτο μου; Έχει πάει τώρα να το πουλήσει και τον περιμένω να γυρίσει από στιγμή σε στιγμή. </p><p>Έλα στο καράβι να τα πούμε λίγο. </p><br><p>Η κοπέλα πήγε να ετοιμαστεί. Τότε ο Φαλάκρας κατέβηκε και μίλησε πάλι στο πλήρωμα του: “Κρυφτείτε όλοι σας, να μη δω ψυχή μπροστά μου. Μόλις όμως εγώ και η κοπέλα μπούμε στην καμπίνα μου, εσείς να λύσετε τα σκοινιά και να σηκώσετε την άγκυρα, ενώ εμείς θα συζητούμε”. </p><br><p>Έφτασε και η κοπέλα στη γαλέρα και πήγε και στην καμπίνα του Φαλάκρα όπου άρχισαν οι δυο τους να συζητούν. Το πλοίο σάλπαρε και διακριτικά, ο Φαλάκρας έφερε μέσα στην καμπίνα και τον γιο του βασιλιά:</p><p>Ποιος είναι αυτός; Πάει, φεύγω.</p><p>Μην είσαι χαζή αδερφή μου, της είπε ο Φαλάκρας. Κάτσε να φάμε ζαχαρωτά.</p><br><p>Έδωσε στην κοπέλα ζαχαρωτά κι εκείνη μαγεύτηκε από τη νοστιμιά τους:</p><p>Ας ακούσουμε και λίγη μουσική, είπε τότε ο Φαλάκρας και έφερε μέσα τους μουσικούς οι οποίοι άρχισαν να παίζουν.</p><p>Σηκώνομαι, πάω, φεύγω, θα γυρίσει ο πατέρας μου.</p><p>Κάτσε λίγο ακόμα και άσε τους μουσικούς να παίξουν.</p><p>Και οι μουσικοί με τα όργανά τους κάλυψαν τους ήχους της γαλέρας που αναχωρούσε.</p><p>Φεύγω, πάω.</p><br><p>Ανέβηκε στο κατάστρωμα και κοίταξε γύρω της, το σπίτι της δεν ήταν πια, παρά μια κουκκίδα στον ορίζοντα:</p><p>Αχ αδερφέ μου, τι μου έκανες;</p><p>Τι σου έκανα; Αυτός στο πλευρό σου είναι ο γιος του βασιλιά κι εγώ ήρθα για να σε πάρω γι αυτόν.</p><p>Τι να κάνω, τι να κάνω, να πέσω στη θάλασσα να πνιγώ; άρχισε να κλαίει η κοπέλα.</p><br><p>Αλλά δεν έπεσε στη θάλασσα, μόνο έκατσε δίπλα στον γιο του βασιλιά. Άρχισαν να τρώνε και να πίνουν και να γλεντάνε με τη μουσική. Ο Φαλάκρας, που ήταν καπετάνιος στεκόταν μόνος του, στο τιμόνι της γαλέρας και, όσο και να διασκέδαζαν όλοι γύρω του, εκείνος δεν κουνήθηκε από τη θέση του. </p><br><p>Τους έμεναν τώρα δυο τρεις μέρες μέχρι να φτάσουν στον προορισμό τους. Με την αυγή ήρθαν τρία πουλάκια και έκατσαν στην κουπαστή της γαλέρας, κανείς δεν υπήρχε κοντά τους να τα τρομάξει. Άρχισαν τότε να λένε το ένα στο άλλο:</p><p>Πουλί πουλάκι, τι συμβαίνει; Η κόρη του δερβίση τρώει και πίνει με τον γιο του βασιλιά και δεν ξέρει τι της μέλλει να πάθει.</p><p>Τι θα πάθει, τι θα πάθει; ρώτησαν τα άλλα δυο.</p><p>Μόλις φτάσουν εκεί που πάνε, θα πάρουν βαρκούλα να φτάσουν στην ακτή. Αλλά η βάρκα θα αναποδογυρίσει και η κόρη του δερβίση και ο γιος του βασιλιά θα πνιγούν. Όποιος το ακούσει και το μαρτυρήσει θα γίνει πέτρα μέχρι τα γόνατα του.</p><br><p>Ο Φαλάκρας τα άκουσε όλα και ήταν μόνος του.</p><br><p>Νωρίς το επόμενο πρωί, να σου πάλι τα τρία πουλάκια βρέθηκαν να κάθονται στην κουπαστή της γαλέρας. Άρχισαν πάλι να λένε: “Πουλί πουλάκι, τι συμβαίνει; Η κόρη του δερβίση τρώει και πίνει με τον γιο του βασιλιά και δεν ξέρει τι της μέλλει να πάθει. Σαν φτάσουν στο παλάτι του βασιλιά και πάνε να περάσουν την πύλη, αυτή θα πέσει στα κεφάλια τους και θα τους σκοτώσει και τους δυο. Όποιος το ακούσει και το μαρτυρήσει θα γίνει πέτρα μέχρι την πλάτη του”.</p><br><p>Ξημέρωσε και η επόμενη μέρα και τα πουλάκια άρχισαν πάλι να λένε το ένα στο άλλο:</p><p>Πουλί πουλάκι, τι συμβαίνει; Η κόρη του δερβίση τρώει και πίνει με τον γιο του βασιλιά και δεν ξέρει τι της μέλλει να πάθει.</p><p>Τι θα πάθει, τι θα συμβεί;</p><p>Τη βραδιά του γάμου θα έρθει στην κάμαρή τους ένας εφτακέφαλος δράκος και θα φάει τον γιο του βασιλιά και την κόρη του δερβίση και όποιος το ακούσει και το μαρτυρήσει θα γίνει πέτρα μέχρι το κεφάλι του.</p><br><p>Ο Φαλάκρας ακούγοντάς το και αυτό σκέφτηκε: “Δεν θ΄ αφήσω να έρθουν κοντά βάρκες” και σηκώθηκε. Λίγο αργότερα, έφτασε η χρυσή γαλέρα&nbsp;μπροστά στο παλάτι του βασιλιά και σύντομα μετά άρχισαν να καταφτάνουν και οι βάρκες που θα έφερναν τον γιο του βασιλιά και την κόρη του δερβίση στην ξηρά: “Δεν θέλω βάρκες”, είπε ο Φαλάκρας. Τέντωσε τα πανιά της γαλέρας και άρχισε να την οδηγεί πότε εμπρός και πότε πίσω. Όλοι άρχισαν τότε να μουρμουρίζουν:</p><p>Θα προσαράξει το καράβι!</p><p>Αφήστε τον να το κουμαντάρει όπως νομίζει, είπε ο βασιλιάς και όντως μετά από λίγο, η γαλέρα προσάραξε.</p><p>Όταν έφυγα να φέρω την κοπέλα, δεν σας είπα να μη μου φέρνετε αντιρρήσεις και να μην επεμβαίνει κανείς στις πράξεις μου, φώναξε ενοχλημένος ο Φαλάκρας στον βασιλιά.</p><br><p>Πήρε από το χέρι την κοπέλα και τον πρίγκιπα και τους έφερε μπροστά στο παλάτι. Σαν έφτασε μπροστά στην πύλη έδωσε διαταγή να την κατεβάσουν:</p><p>Να την κατεβάσουμε; Γιατί; ρώτησαν όλο απορία οι φρουροί.</p><p>Τι σας είπα; Δεν θέλω αντιρρήσεις!</p><br><p>Η πύλη έκλεισε και οι τρεις τους μπήκαν στο παλάτι από αλλού. Μέσα στο παλάτι έφαγαν, ήπιαν, διασκέδασαν, γέλασαν και συζήτησαν. Αλλά μια ανησυχία έτρωγε τον Φαλάκρα μέσα του. Έφτασε και η νύχτα μετά το γαμήλιο γλέντι και το ζευγάρι ετοιμάστηκε να πάει να κοιμηθεί. Είπε τότε μπροστά σε όλους ο Φαλάκρας:</p><p>Όπου κοιμηθείτε εσείς απόψε, εκεί θα κοιμηθώ κι εγώ.</p><p>Δεν μπορείς να κοιμηθείς κι εσύ με τους νιόπαντρους, τον μάλωσαν οι αυλικοί.</p><p>Τι συμφωνία έχουμε κάνει;</p><p>Καλά, εσύ ξέρεις.</p><br><p>Πήγαν όλοι και ξάπλωσαν και ο Φαλάκρας πήρε το ξίφος του αγκαλιά και ξάπλωσε με καλυμμένο το κεφάλι του. Τα μεσάνυχτα άκουσε τον δράκο να έρχεται. Τράβηξε το ξίφος του, έκοψε όλα τα κεφάλια του δράκου και τα έβαλε κάτω από το μαξιλάρι του. Ξύπνησε ο γιος του βασιλιά και μόλις είδε τον Φαλάκρα με το ξίφος του τραβηγμένο φώναξε: “Ο Φαλάκρας θέλει να μας σκοτώσει!”. Ο πατέρας του έτρεξε στο πλευρό του:</p><p>Μα τι έπαθες αγόρι μου και φωνάζεις έτσι;</p><p>Ο Φαλάκρας θέλει να μας σκοτώσει!</p><br><p>Αμέσως φρουροί έπιασαν τον Φαλάκρα και τον έδεσαν πισθάγκωνα. Μόλις ξημέρωσε, διέταξε ο βασιλιάς να παρουσιαστεί μπροστά του ο Φαλάκρας:</p><p>Γιατί συμπεριφέρθηκες έτσι; Εφτά χρόνια ταξίδευες για να φέρεις μέχρι εδώ τη νύφη του γιου μου και τώρα που έχει τελειώσει η αποστολή σου βάλθηκες να τους σφάξεις.</p><p>Τι να έκανα;</p><p>Μιας και θα μου σκότωνες τον γιο, θα σκοτώσω κι εγώ εσένα.</p><p>Εσύ ξέρεις βασιλιά μου.</p><br><p>Του έδεσαν πάλι τα χέρια και τον οδήγησαν εκεί όπου θα του έκοβαν το κεφάλι. Καθώς προχωρούσε, ο Φαλάκρας σκέφτηκε: “Θα μου πάρουν το κεφάλι, αλλά αν πω τι συνέβη θα γίνω πέτρα μέχρι τα γόνατα” και είπε δυνατά “Πηγαίνετε με και πάλι στον βασιλιά, θέλω να του πω δυο λόγια”. Και οι φρουροί τον πήγαν πάλι μπροστά στον βασιλιά:</p><p>Γιατί μου τον ξαναφέρατε μπροστά μου;</p><p>Θέλει να σας μιλήσει Μεγαλειότατε.</p><p>Μίλα τότε νεαρέ.</p><p>Βασιλιά μου, όταν πήγα να φέρω την κόρη του δερβίση, μια μέρα που καθόμουν μόνος και ήσυχος στο κατάστρωμα της χρυσής γαλέρας, ήρθαν τρία πουλάκια που είπαν “Πουλί πουλάκι, η κόρη του δερβίση τρώει και πίνει με τον γιο του βασιλιά και δεν ξέρει τι της μέλλει να πάθει. Όποιος το ακούσει και το μαρτυρήσει θα γίνει πέτρα μέχρι τα γόνατα”. Αλλά εγώ βασιλιά μου ήμουν εκεί και τα άκουσα όλα.</p><br><p>Μόλις είπε αυτά ο Φαλάκρας έγινε πέτρα μέχρι τα γόνατα. Βλέποντας το αυτό ο βασιλιάς του φώναξε:</p><p>Σώπα τώρα παιδί μου και μην πεις τίποτα άλλο!</p><p>Μα πρέπει βασιλιά μου, απάντησε ο Φαλάκρας και συνέχισε να λέει και για την πύλη που θα έπεφτε.</p><br><p>Μεταμορφώθηκε σε πέτρα μέχρι την πλάτη του:</p><p>Την τρίτη φορά βασιλιά μου, συνέχισε ο Φαλάκρας, τα πουλάκια είπαν ότι στο γαμήλιο κρεβάτι των παιδιών σου θα ερχόταν ένας εφτακέφαλος δράκος και θα τους έτρωγε, γι αυτό κι εγώ πήγα να κοιμηθώ μαζί τους. Αν δεν με πιστεύεις, κοίτα κάτω από το μαξιλάρι μου. Εγώ τον σκότωσα τον δράκο και όταν με είδε ο γιος σου με το ξίφος στο χέρι δεν μπορούσα να πω την αλήθεια.</p><br><p>Ο βασιλιάς πήγε και είδε ότι ο Φαλάκρας έλεγε την αλήθεια αλλά, σαν γύρισε, ο Φαλάκρας είχε γίνει όλος πέτρα. Τότε, μη μπορώντας να κάνουν κάτι άλλο, του έφτιαξαν έναν τάφο.</p><br><p>Ο γιος του βασιλιά σηκώθηκε κι έφυγε, πήρε τους δρόμους: “Εφτά χρόνια ταξίδευε ο Φαλάκρας για μένα, εφτά χρόνια θα ταξιδέψω κι εγώ γι αυτόν”. Περπάτησε και περπάτησε μέρες ολόκληρες ώσπου έφτασε σ΄ ένα μέρος που βρήκε νερό. Σταμάτησε, ήπιε από το νερό και ξάπλωσε να ξεκουραστεί. Τότε στον ύπνο του είδε τον Φαλάκρα να του λέει: “Πάρε λίγο χώμα από αυτό εδώ το μέρος και ρίξε το πάνω στον τάφο μου. Θα διαλυθεί η πέτρα”.</p><br><p>Ο γιος του βασιλιά κοιμήθηκε και κοιμήθηκε. Εφτά ολόκληρα χρόνια κοιμήθηκε. Σαν σηκώθηκε, έβαλε στη χούφτα του λίγο από το χώμα εκείνου του τόπου και το πήγε μέχρι τον τάφο του Φαλάκρα. Πασπάλισε το χώμα πάνω του και αμέσως ο Φαλάκρας ξανάζησε: </p><p>Μα πόσο βαριά κοιμήθηκα!</p><p>Εφτά χρόνια περιπλανήθηκες για εμένα, εφτά χρόνια περιπλανήθηκα κι εγώ για σένα.</p><br><p>Έπειτα ο γιος του βασιλιά πήρε τον Φαλάκρα και τον πήγε στο παλάτι όπου και τον έχρισε τον πιο σημαντικό άνδρα του βασιλείου.</p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></itunes:summary>
		</item>
		<item>
			<title>Οι Τρεις Χρυσές Τρίχες του Βασιλιά Ήλιου</title>
			<itunes:title>Οι Τρεις Χρυσές Τρίχες του Βασιλιά Ήλιου</itunes:title>
			<pubDate>Fri, 11 Jun 2021 11:27:34 GMT</pubDate>
			<itunes:duration>17:09</itunes:duration>
			<enclosure url="https://sphinx.acast.com/p/open/s/6013ebce985ab977d52addcc/e/60c348a71482170019846e1f/media.mp3" length="20606890" type="audio/mpeg"/>
			<guid isPermaLink="false">60c348a71482170019846e1f</guid>
			<itunes:explicit>false</itunes:explicit>
			<link>https://www.karakaxa.org/%CE%B5%CF%80%CE%B5%CE%B9%CF%83%CF%8C%CE%B4%CE%B9%CE%B1</link>
			<acast:episodeId>60c348a71482170019846e1f</acast:episodeId>
			<acast:showId>6013ebce985ab977d52addcc</acast:showId>
			<acast:episodeUrl>mitos37</acast:episodeUrl>
			<acast:settings><![CDATA[FYjHyZbXWHZ7gmX8Pp1rmbKbhgrQiwYShz70Q9/ffXZMTtedvdcRQbP4eiLMjXzCKLPjEYLpGj+NMVKa+5C8pL4u/EOj1Vw4h5MMJYp0lCcFAe0fnxBJy/1ju4Qxy1fh8gO4DvlGA40yms2g0/hOkcrfHIopjTygHFqGwwOPKFIai4SuTvs86Lx3UYCyl6Zs+WO4fC9bB8/2bSJALEZpunHdJA38/ZCmkJMYOTmjFjocQRXjn0xLBa1N1uGkt7TmJq3lIt9QXdcBpErCCvlZJ3JpsoXcskeWDpYw817ouWtr2ayjTd661P4QnOPIhzGP]]></acast:settings>
			<itunes:subtitle>Μίτος</itunes:subtitle>
			<itunes:episodeType>full</itunes:episodeType>
			<itunes:episode>37</itunes:episode>
			<itunes:image href="https://assets.pippa.io/shows/6013ebce985ab977d52addcc/1623410706437-ebffca17cb4b11e000e587858ab4a671.jpeg"/>
			<description><![CDATA[<p>Από τους Ρομά της Τρανσυλβανίας, ένα ποίημα που έχει πια γίνει αρκετά γνωστό, αλλά ξέραμε από που προερχόταν;</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Περιέχει κάποια βία, θανάτωση ζώων </p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>Ηχητικά εφέ: freesound.org</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ</p><br><p>Οι Τρεις Χρυσές Τρίχες του Βασιλιά Ήλιου</p><br><p>Μια φορά, ένας πλούσιος και δυνατός βασιλιάς βγήκε για κυνήγι και βρέθηκε να περιπλανιέται σ΄ ένα πελώριο δάσος. Προς το βράδυ, συνάντησε μια καλύβα ενός φτωχού ανθρακωρύχου. Ο βασιλιάς ζήτησε από τον άντρα να του δείξει τον δρόμο για την πόλη. Ο ανθρακωρύχος τότε του είπε: “Κύριε, δεν θα μπορέσεις να βρεις τον δρόμο για την πόλη μόνος σου και εγώ σήμερα δεν μπορώ να σε πάω. Βλέπεις η γυναίκα μου είναι έτοιμη να γεννήσει απόψε. Αν θες πήγαινε και ξάπλωσε στην μικρή κάμαρη εκεί πέρα και αύριο σου δείχνω τον δρόμο για την πόλη”.</p><br><p>Ο βασιλιάς δέχτηκε αυτή την προσφορά και πήγε να ξαπλώσει στην καμαρούλα. Δεν μπορούσε όμως να κλείσει μάτι από τα βογκητά της γυναίκας του ανθρακωρύχου. Λίγο πριν τα μεσάνυχτα, η γυναίκα γέννησε ένα πανέμορφο αγοράκι και επικράτησε και πάλι ησυχία στην καλύβα. Πάλι όμως ο βασιλιάς δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Σηκώθηκε από το ντιβάνι, πλησίασε την πόρτα της κάμαρας και από μια χαραματιά κοίταξε στο δωμάτιο όπου είχε γεννήσει η γυναίκα. Κοιμόταν βαθιά και το ίδιο βαθιά κοιμόταν και ο άντρας της, δίπλα στη σόμπα. Είδε και το νεογέννητο στην κούνια του και τρεις γυναίκες ντυμένες στα λευκά να στέκονται από πάνω του.</p><br><p>Ο βασιλιάς άκουσε τη μια να λέει: </p><p>Κάνω δώρο στο παιδί αυτό κακοτυχία.</p><p>Κι εγώ του κάνω δώρο να μπορεί να μετατρέψει την κακοτυχία του σε κάτι καλό, είπε η δεύτερη.</p><p>Εμένα το δώρο μου είναι να παντρευτεί την κόρη του βασιλιά που τώρα βρίσκεται στο διπλανό δωμάτιο. Αυτή τη στιγμή η βασίλισσα φέρνει στον κόσμο ένα κοριτσάκι που η ομορφιά του δεν συγκρίνεται με κανενός άλλου.</p><br><p>Και με αυτά, οι τρεις γυναίκες εξαφανίστηκαν. Ο βασιλιάς άρχισε να σκέφτεται και να σκέφτεται με ποιον τρόπο να εξοντώσει το παιδί αυτό. Νωρίς το επόμενο πρωί, ο ανθρακωρύχος μπήκε στην κάμαρη του βασιλιά και κλαίγοντας του είπε: </p><p>Η γυναίκα μου πέθανε το βράδυ. Και τι θα κάνω εγώ τώρα με το παιδί;</p><p>Εγώ είμαι ο βασιλιάς, θα το φροντίσω εγώ το παιδί, είπε ο βασιλιάς με ενθουσιασμό. Μόνο δείξε μου τον δρόμο για την πόλη κι εγώ θα στείλω έναν από τους υπηρέτες μου να φέρει το παιδί στο παλάτι μου.</p><br><p>Έτσι κι έγινε. Ο ανθρακωρύχος οδήγησε τον βασιλιά μέχρι την πόλη και ανταμοίφθηκε πλουσιοπάροχα. Έπειτα ο βασιλιάς έστειλε έναν υπηρέτη του να πάει και να φέρει το παιδί, δίνοντάς του κρυφά την οδηγία στο γυρισμό να πετάξει το παιδί σ΄ ένα ποτάμι να πνιγεί. Ο υπηρέτης έκανε όπως του είχε προστάξει ο βασιλιάς. Πέταξε το παιδί με το καλάθι του στο ποτάμι και όταν επέστρεψε στο παλάτι, είπε στον βασιλιά: “Μεγαλειότατε, έκανα όπως μου είπατε”. Ο βασιλιάς πλήρωσε καλά τον υπηρέτη του και πήγε στο πλευρό της γυναίκας του, που το προηγούμενο βράδυ είχε φέρει στον κόσμο ένα πανέμορφο κοριτσάκι. </p><br><p>Το καλάθι με το μωρό κύλησε και κύλησε στα νερά του ποταμού μέχρι που το είδε ένας ψαράς και το μάζεψε. Γύρισε σπίτι του και το έδωσε στην γυναίκα του η οποία χάρηκε πολύ σαν είδε το χαριτωμένο του μουτράκι και, μιας και δεν είχαν άλλα παιδιά, αποφάσισαν να το κρατήσουν και να το αναθρέψουν.</p><br><p>Πέρασαν είκοσι χρόνια από τότε. Το αγόρι, που οι γονείς του το ονόμασαν Άσημο μεγάλωσε κι έγινε ένα όμορφο και καλό παλικάρι. Μια μέρα ο βασιλιάς πέρασε από την καλύβα του ψαρά και, βλέποντας τον όμορφο νεαρό, μπήκε στην καλύβα και ρώτησε τον ψαρά:</p><p>Δικός σου είναι αυτός ο όμορφος νεαρός;</p><p>Όχι βασιλιά μου, του είπε ο ψαράς. Τον βρήκα να πλέει στον ποταμό πριν από είκοσι χρόνια.</p><br><p>Φρίττοντας τότε ο βασιλιάς είπε πως θα έγραφε ένα γράμμα στη βασίλισσα και πως ήθελε να το παραδώσει σ΄ εκείνη ο νεαρός. Έγραψε τότε στο γράμμα: Αγαπημένη μου σύζυγε, πρόσταξε αμέσως να θανατωθεί ο νεαρός που σου έφερε αυτό το γράμμα ειδάλλως θα μας ξεκάνει όλους. Ο Άσημος πήρε το γράμμα και κίνησε για το παλάτι αλλά, κατευθυνόμενος προς την πόλη, έχασε τον δρόμο του και κατέληξε να γυρίζει άσκοπα μέσα σ΄ ένα δάσος. Εκεί τον βρήκε μια γυναίκα στα λευκά και του είπε: “Αγόρι μου, φαίνεται πως χάθηκες. Έλα στην καλύβα μου να ξαποστάσεις για λίγο και μετά θα σε πάω εγώ στη βασίλισσα”. </p><br><p>Οδήγησε τον Άσημο στην καλύβα της και ο νεαρός αποκοιμήθηκε. Η γυναίκα τότε πήρε το γράμμα από την τσέπη του νεαρού, το έκαψε και στη θέση του έβαλε ένα άλλο. Μόλις ο νεαρός ξύπνησε, με έκπληξη είδε πως βρισκόταν μπροστά στο παλάτι του βασιλιά. Πήγε τότε και έδωσε στη βασίλισσα το γράμμα που αυτή τη φορά έλεγε: Αγαπημένη μου σύζυγε, κάλεσε αμέσως τον αρχιερέα και πες του να παντρέψει την κόρη μας με τον νεαρό που σου έφερε αυτό το γράμμα, αλλιώς μεγάλο κακό θα μας βρει. Η βασίλισσα πραγματοποίησε αμέσως τις προσταγές του άνδρα της και κάλεσε αμέσως τον αρχιερέα του βασιλείου. Σύντομα ο Άσημος και η πανώρια κόρη τους είχαν γίνει αντρόγυνο. Όταν ο βασιλιάς γύρισε στο παλάτι και έμαθε τι είχε συμβεί, ζήτησε να του δείξουν το γράμμα και είδε πως ήταν γραμμένο με τον δικό του γραφικό χαρακτήρα. Ρώτησε τον γαμπρό του τι του είχε συμβεί στη διαδρομή μέχρι το παλάτι και ο Άσημος του είπε για την γυναίκα στα λευκά που είχε συναντήσει όταν χάθηκε στο δάσος. Ο βασιλιάς τότε κατάλαβε πως η νεράιδα τον είχε βοηθήσει και, μιας και δεν τον ήθελε καθόλου για γαμπρό του, σκαρφίστηκε άλλον τρόπο να τον ξεφορτωθεί. Του είπε: “Πήγαινε και φέρε μου τρεις χρυσές τρίχες από το κεφάλι του Βασιλιά Ήλιου και τότε θα γίνεις βασιλιάς στο πλάι μου”.</p><br><p>Ο Άσημος ξεκίνησε την αναζήτησή του με βαριά καρδιά, μιας και δεν ήθελε να αφήσει τόσο γρήγορα τη γυναίκα του που την αγαπούσε τόσο πολύ και που κι αυτή τον αγαπούσε το ίδιο. Ταξίδεψε και ταξίδεψε ώσπου έφτασε στις όχθες μιας μαύρης λίμνης που στα νερά της έπλεε μια λευκή βαρκούλα. Φώναξε τότε στον γέρο που καθόταν στη βάρκα: </p><p>Ε, εσύ με τη βάρκα! Έλα να με περάσεις απέναντι!</p><p>Θα σε πάω απέναντι, του απάντησε ο γέρος, μόνο αν μου υποσχεθείς να βρεις τον τρόπο να γλιτώσω από αυτή τη βάρκα, γιατί μόνο τότε θα μπορέσω να πεθάνω.</p><br><p>Ο Άσημος υποσχέθηκε και ο γέρος τον πέρασε μέσα από τα κατάμαυρα νερά στην άλλη μεριά της λίμνης. Συνέχισε το ταξίδι του, ώσπου έφτασε σε μια μεγάλη πόλη κι ένας γέρος εκεί τον ρώτησε:</p><p>Για πού το έβαλες;</p><p>Για τον Βασιλιά Ήλιο.</p><p>Για δες! Έλα, θα σε πάω στον βασιλιά μας, θα θέλει να σου πει δυο λόγια.</p><br><p>Σαν ο Άσημος βρέθηκε μπροστά στον βασιλιά αυτού του τόπου, εκείνος του είπε: “Πριν από είκοσι χρόνια, η πόλη μας είχε στο κέντρο της μια πηγή που όποιος έπινε νερό από αυτήν γινόταν αμέσως νέος. Η πηγή όμως εξαφανίστηκε και μόνο ο Βασιλιάς Ήλιος ξέρει πού βρίσκεται τώρα. Μιας και πηγαίνεις να τον βρεις, ρώτα τον πού βρίσκεται η πηγή μας και γύρισε να μας πεις”. Ο Άσημος υποσχέθηκε πως θα ρωτούσε και θα επέστρεφε με τα νέα και συνέχισε το ταξίδι του.</p><br><p>Ταξίδεψε και ταξίδεψε, μέχρι που βρέθηκε μπροστά σε μια ακόμη πόλη. Ένας άντρας που τον είδε τον ρώτησε:</p><p>Για που τραβάς;</p><p>Πάω στον Βασιλιά Ήλιο.</p><p>Έξοχα! Έλα μαζί μου να παρουσιαστούμε στον βασιλιά μου που σίγουρα θα θέλει κάτι να σου πει.</p><br><p>Οι δυο τους παρουσιάστηκαν μπροστά στον βασιλιά αυτού του τόπου, ο οποίος όταν άκουσε πού πήγαινε ο νεαρός, του είπε: “Πριν από είκοσι χρόνια στην πλατεία αυτής της πόλης στεκόταν ένα δέντρο που έκανε χρυσά μήλα. Όποιος έτρωγε αυτά τα μήλα γινόταν γερός και δυνατός και δεν πέθαινε ποτέ. Το δέντρο όμως, έχει είκοσι χρόνια να κάνει καρπούς και μόνο ο Βασιλιάς Ήλιος ξέρει το γιατί. Όταν λοιπόν τον δεις, ρώτα τον να μάθεις και γύρισε σε μας με τα νέα”.</p><br><p>Ο Άσημος υποσχέθηκε πως θα ρωτούσε για το δέντρο και συνέχισε το ταξίδι του. Πήγαινε και πήγαινε ώσπου μια μέρα έφτασε μπροστά σε ένα βουνό. Εκεί, είδε μια γυναίκα ντυμένη στα λευκά να στέκεται μπροστά από ένα πανέμορφο σπίτι. Τον ρώτησε:</p><p>Που πας νεαρέ μου;</p><p>Πάω να βρω τον Βασιλιά Ήλιο.</p><p>Τότε έλα μέσα, του είπε εκείνη. Είμαι η μητέρα του Βασιλιά Ήλιου, που το πρωί βγαίνει από το σπίτι αυτό μικρό παιδί, το μεσημέρι γίνεται άντρας και το βράδυ γυρίζει πίσω με γκρίζα γένια.</p><br><p>Έμπασε τον Άσημο στο σπίτι της και τον ρώτησε να της πει την ιστορία του. Εκείνος της είπε για τον βαρκάρη στη μαύρη λίμνη, για την πηγή και για το δέντρο που κάποτε έκανε χρυσά μήλα. Η γυναίκα τότε του είπε: “Θα ρωτήσω τον γιο μου για όλα αυτά, αλλά τώρα εσύ κρύψου, γιατί αν ο γιος μου σε βρει εδώ θα σε κάψει ζωντανό”.</p><br><p>Τον έκρυψε σε ένα μεγάλο αγγείο με νερό και του είπε να παραμείνει ήσυχος. Το σούρουπο, ο Βασιλιάς Ήλιος γύρισε σπίτι του και ήταν γέρος και αδύναμος, με χρυσά μαλλιά στο κεφάλι του. Η μητέρα του, του έβαλε να φάει και να πιει και όταν είχε χορτάσει ξάπλωσε στα πόδια της να κοιμηθεί. Η γυναίκα τότε του έβγαλε μια τρίχα από τα μαλλιά του και αυτός της φώναξε:</p><p>Μητέρα, γιατί δεν μ΄ αφήνεις να κοιμηθώ;</p><p>Είδα στον ύπνο μου μια πόλη που κάποτε είχε ένα δέντρο που έκανε χρυσά μήλα και όποιος τα έτρωγε γινόταν δυνατός και υγιής και δεν πέθαινε ποτέ. Πάνε όμως είκοσι χρόνια που έχει να κάνει καρπούς το δέντρο αυτό και οι πολίτες του τόπου δεν ξέρουν τι να κάνουν.</p><p>Πρέπει να βρουν και να σκοτώσουν το φίδι που τρώει τις ρίζες του δέντρου τους.</p><br><p>Και ο Βασιλιάς Ήλιος ξαναποκοιμήθηκε. Μετά από λίγο, η μητέρα του, του τράβηξε κι άλλη μια τρίχα από το κεφάλι του:</p><p>Μητέρα, τι κάνεις; Γιατί δεν μ΄ αφήνεις να κοιμηθώ;</p><p>Γιε μου, ονειρεύτηκα μια πόλη με μια πηγή που όποιος έπινε από το νερό της γινόταν και πάλι νέος. Μα είκοσι χρόνια πριν η πηγή αυτή στέρεψε και ο λαός της πόλης δεν ξέρει το γιατί.</p><p>Ένας μεγάλος βάτραχος έχει κάτσει και εμποδίζει το άνοιγμα της πηγής. Πρέπει να τον βρουν και να τον σκοτώσουν και τότε η πηγή θα ξαναρχίσει να τρέχει νερό.</p><br><p>Κοιμήθηκε για άλλη μια φορά και μετά από λίγο, η γυναίκα του έβγαλε και τρίτη τρίχα από τα μαλλιά του:</p><p>Μητέρα, άσε με επιτέλους να κοιμηθώ, της φώναξε ο Βασιλιάς Ήλιος.</p><p>Παιδί μου, είδα στον ύπνο μου μια μεγάλη μαύρη λίμνη και στο κέντρο της πάνω σε μια λευκή βάρκα ήταν ένας γέρος άνθρωπος που δεν ξέρει πώς να ξεφύγει από αυτήν γιατί μόνο τότε θα μπορέσει να πεθάνει.</p><p>Την επόμενη φορά που θα πάρει κάποιον να τον περάσει απέναντι, να του δώσει αυτουνού τα κουπιά και μόλις φτάσει στην απέναντι όχθη να πηδήσει έξω και να αφήσει τον άλλον στη βάρκα. Τότε θα μπορέσει να πεθάνει.</p><br><p>Και κοιμήθηκε πάλι στην αγκαλιά της μητέρας του.</p><br><p>Το επόμενο πρωί, ο Βασιλιάς Ήλιος ξύπνησε και ήταν το πιο όμορφο αγόρι του κόσμου. Πέταξε για τον κόσμο από το ανοικτό παράθυρο και, μόλις είχε φύγει για τα καλά, η μητέρα του έδωσε στον Άσημο τις τρεις χρυσές τρίχες από το κεφάλι του και του είπε: “Τώρα πήγαινε στη γυναίκα σου και δώσε στον πατέρα της τις χρυσές τρίχες. Εγώ, ό,τι είχα υποσχεθεί στις αδερφές μου ότι θα έκανα για σένα όταν γεννήθηκες, το έκανα. Αντίο τώρα”. </p><br><p>Φίλησε τον Άσημο στο μέτωπο και τον οδήγησε έξω από το σπίτι. Εκείνος πήρε τον δρόμο της επιστροφής. Σαν έφτασε στην πόλη όπου η πηγή είχε σταματήσει να βγάζει νερό, είπε στους κατοίκους της ότι έπρεπε να βρουν και να σκοτώσουν τον βάτραχο που είχε κάτσει στο άνοιγμά της. Εκείνοι τον βρήκαν και τον σκότωσαν κι έτσι η πηγή άρχισε πάλι να βγάζει το μαγικό νερό της. Ο βασιλιάς του τόπου γέμισε τον Άσημο πλούτη για να τον ευχαριστήσει και ο Άσημος συνέχισε τον δρόμο του. Έφτασε και στην πόλη με το δέντρο που είχε πάψει να κάνει τα χρυσά μήλα και είπε στους ανθρώπους να σκοτώσουν το φίδι που έτρωγε τις ρίζες του. Εκείνοι έσκαψαν και έσκαψαν ώσπου βρήκαν το φίδι και το σκότωσαν. Αμέσως το δέντρο άρχισε να κάνει καρπούς και ο βασιλιάς του τόπου αντάμοιψε πλουσιοπάροχα τον Άσημο για το καλό που τους είχε κάνει. Συνέχισε το ταξίδι της επιστροφής του και έφτασε και στη μαύρη λίμνη. Ο βαρκάρης αρνήθηκε να τον περάσει στην απέναντι όχθη και ο Άσημος του είπε πως θα του αποκάλυπτε τη λύση στο πρόβλημά του μόνο αφού τον περνούσε στην αντίπερα όχθη. Έτσι ο βαρκάρης του έκανε το χατίρι και σαν έφτασαν απέναντι και ο Άσημος κατέβηκε από τη βάρκα, είπε στον βαρκάρη να δώσει τα κουπιά του στον επόμενο επιβάτη του και να κατέβει αυτός από τη βάρκα σαν φτάσουνε στην όχθη. Έτσι θα μπορέσει να πεθάνει και ο άλλος θα αναλάβει πια τη βάρκα.</p><br><p>Έφτασε και στο παλάτι του πεθερού του ο Άσημος και του έδωσε τις τρεις χρυσές τρίχες από το κεφάλι του Βασιλιά Ήλιου. Η γυναίκα του χάρηκε πολύ όταν τον είδε, αλλά ο βασιλιάς εξοργίστηκε με την επιστροφή και την επιτυχία του. Σαν άκουσε όμως την ιστορία του Άσημου για την πηγή της νεότητας και για τα χρυσά μήλα, ο βασιλιάς φώναξε με ενθουσιασμό: “Α, πρέπει κι εγώ να πιω από αυτή την πηγή και πρέπει οπωσδήποτε να δοκιμάσω αυτά τα μήλα”. Έτσι ξεκίνησε να πάει κι αυτός στις πόλεις που είχαν αυτά τα θαύματα. Όταν έφτασε όμως στη μαύρη λίμνη, ο βαρκάρης τον πέρασε απέναντι και πήδηξε γρήγορα στην όχθη αφήνοντας τον βασιλιά με τα κουπιά στα χέρια, ανήμπορο να βγει από τη βάρκα. Μιας και ο βασιλιάς δεν ξαναγύρισε ποτέ, βασιλιάς έγινε ο Άσημος και αυτός και η αγαπημένη του έζησαν με ειρήνη και ευημερία. </p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></description>
			<itunes:summary><![CDATA[<p>Από τους Ρομά της Τρανσυλβανίας, ένα ποίημα που έχει πια γίνει αρκετά γνωστό, αλλά ξέραμε από που προερχόταν;</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Περιέχει κάποια βία, θανάτωση ζώων </p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>Ηχητικά εφέ: freesound.org</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ</p><br><p>Οι Τρεις Χρυσές Τρίχες του Βασιλιά Ήλιου</p><br><p>Μια φορά, ένας πλούσιος και δυνατός βασιλιάς βγήκε για κυνήγι και βρέθηκε να περιπλανιέται σ΄ ένα πελώριο δάσος. Προς το βράδυ, συνάντησε μια καλύβα ενός φτωχού ανθρακωρύχου. Ο βασιλιάς ζήτησε από τον άντρα να του δείξει τον δρόμο για την πόλη. Ο ανθρακωρύχος τότε του είπε: “Κύριε, δεν θα μπορέσεις να βρεις τον δρόμο για την πόλη μόνος σου και εγώ σήμερα δεν μπορώ να σε πάω. Βλέπεις η γυναίκα μου είναι έτοιμη να γεννήσει απόψε. Αν θες πήγαινε και ξάπλωσε στην μικρή κάμαρη εκεί πέρα και αύριο σου δείχνω τον δρόμο για την πόλη”.</p><br><p>Ο βασιλιάς δέχτηκε αυτή την προσφορά και πήγε να ξαπλώσει στην καμαρούλα. Δεν μπορούσε όμως να κλείσει μάτι από τα βογκητά της γυναίκας του ανθρακωρύχου. Λίγο πριν τα μεσάνυχτα, η γυναίκα γέννησε ένα πανέμορφο αγοράκι και επικράτησε και πάλι ησυχία στην καλύβα. Πάλι όμως ο βασιλιάς δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Σηκώθηκε από το ντιβάνι, πλησίασε την πόρτα της κάμαρας και από μια χαραματιά κοίταξε στο δωμάτιο όπου είχε γεννήσει η γυναίκα. Κοιμόταν βαθιά και το ίδιο βαθιά κοιμόταν και ο άντρας της, δίπλα στη σόμπα. Είδε και το νεογέννητο στην κούνια του και τρεις γυναίκες ντυμένες στα λευκά να στέκονται από πάνω του.</p><br><p>Ο βασιλιάς άκουσε τη μια να λέει: </p><p>Κάνω δώρο στο παιδί αυτό κακοτυχία.</p><p>Κι εγώ του κάνω δώρο να μπορεί να μετατρέψει την κακοτυχία του σε κάτι καλό, είπε η δεύτερη.</p><p>Εμένα το δώρο μου είναι να παντρευτεί την κόρη του βασιλιά που τώρα βρίσκεται στο διπλανό δωμάτιο. Αυτή τη στιγμή η βασίλισσα φέρνει στον κόσμο ένα κοριτσάκι που η ομορφιά του δεν συγκρίνεται με κανενός άλλου.</p><br><p>Και με αυτά, οι τρεις γυναίκες εξαφανίστηκαν. Ο βασιλιάς άρχισε να σκέφτεται και να σκέφτεται με ποιον τρόπο να εξοντώσει το παιδί αυτό. Νωρίς το επόμενο πρωί, ο ανθρακωρύχος μπήκε στην κάμαρη του βασιλιά και κλαίγοντας του είπε: </p><p>Η γυναίκα μου πέθανε το βράδυ. Και τι θα κάνω εγώ τώρα με το παιδί;</p><p>Εγώ είμαι ο βασιλιάς, θα το φροντίσω εγώ το παιδί, είπε ο βασιλιάς με ενθουσιασμό. Μόνο δείξε μου τον δρόμο για την πόλη κι εγώ θα στείλω έναν από τους υπηρέτες μου να φέρει το παιδί στο παλάτι μου.</p><br><p>Έτσι κι έγινε. Ο ανθρακωρύχος οδήγησε τον βασιλιά μέχρι την πόλη και ανταμοίφθηκε πλουσιοπάροχα. Έπειτα ο βασιλιάς έστειλε έναν υπηρέτη του να πάει και να φέρει το παιδί, δίνοντάς του κρυφά την οδηγία στο γυρισμό να πετάξει το παιδί σ΄ ένα ποτάμι να πνιγεί. Ο υπηρέτης έκανε όπως του είχε προστάξει ο βασιλιάς. Πέταξε το παιδί με το καλάθι του στο ποτάμι και όταν επέστρεψε στο παλάτι, είπε στον βασιλιά: “Μεγαλειότατε, έκανα όπως μου είπατε”. Ο βασιλιάς πλήρωσε καλά τον υπηρέτη του και πήγε στο πλευρό της γυναίκας του, που το προηγούμενο βράδυ είχε φέρει στον κόσμο ένα πανέμορφο κοριτσάκι. </p><br><p>Το καλάθι με το μωρό κύλησε και κύλησε στα νερά του ποταμού μέχρι που το είδε ένας ψαράς και το μάζεψε. Γύρισε σπίτι του και το έδωσε στην γυναίκα του η οποία χάρηκε πολύ σαν είδε το χαριτωμένο του μουτράκι και, μιας και δεν είχαν άλλα παιδιά, αποφάσισαν να το κρατήσουν και να το αναθρέψουν.</p><br><p>Πέρασαν είκοσι χρόνια από τότε. Το αγόρι, που οι γονείς του το ονόμασαν Άσημο μεγάλωσε κι έγινε ένα όμορφο και καλό παλικάρι. Μια μέρα ο βασιλιάς πέρασε από την καλύβα του ψαρά και, βλέποντας τον όμορφο νεαρό, μπήκε στην καλύβα και ρώτησε τον ψαρά:</p><p>Δικός σου είναι αυτός ο όμορφος νεαρός;</p><p>Όχι βασιλιά μου, του είπε ο ψαράς. Τον βρήκα να πλέει στον ποταμό πριν από είκοσι χρόνια.</p><br><p>Φρίττοντας τότε ο βασιλιάς είπε πως θα έγραφε ένα γράμμα στη βασίλισσα και πως ήθελε να το παραδώσει σ΄ εκείνη ο νεαρός. Έγραψε τότε στο γράμμα: Αγαπημένη μου σύζυγε, πρόσταξε αμέσως να θανατωθεί ο νεαρός που σου έφερε αυτό το γράμμα ειδάλλως θα μας ξεκάνει όλους. Ο Άσημος πήρε το γράμμα και κίνησε για το παλάτι αλλά, κατευθυνόμενος προς την πόλη, έχασε τον δρόμο του και κατέληξε να γυρίζει άσκοπα μέσα σ΄ ένα δάσος. Εκεί τον βρήκε μια γυναίκα στα λευκά και του είπε: “Αγόρι μου, φαίνεται πως χάθηκες. Έλα στην καλύβα μου να ξαποστάσεις για λίγο και μετά θα σε πάω εγώ στη βασίλισσα”. </p><br><p>Οδήγησε τον Άσημο στην καλύβα της και ο νεαρός αποκοιμήθηκε. Η γυναίκα τότε πήρε το γράμμα από την τσέπη του νεαρού, το έκαψε και στη θέση του έβαλε ένα άλλο. Μόλις ο νεαρός ξύπνησε, με έκπληξη είδε πως βρισκόταν μπροστά στο παλάτι του βασιλιά. Πήγε τότε και έδωσε στη βασίλισσα το γράμμα που αυτή τη φορά έλεγε: Αγαπημένη μου σύζυγε, κάλεσε αμέσως τον αρχιερέα και πες του να παντρέψει την κόρη μας με τον νεαρό που σου έφερε αυτό το γράμμα, αλλιώς μεγάλο κακό θα μας βρει. Η βασίλισσα πραγματοποίησε αμέσως τις προσταγές του άνδρα της και κάλεσε αμέσως τον αρχιερέα του βασιλείου. Σύντομα ο Άσημος και η πανώρια κόρη τους είχαν γίνει αντρόγυνο. Όταν ο βασιλιάς γύρισε στο παλάτι και έμαθε τι είχε συμβεί, ζήτησε να του δείξουν το γράμμα και είδε πως ήταν γραμμένο με τον δικό του γραφικό χαρακτήρα. Ρώτησε τον γαμπρό του τι του είχε συμβεί στη διαδρομή μέχρι το παλάτι και ο Άσημος του είπε για την γυναίκα στα λευκά που είχε συναντήσει όταν χάθηκε στο δάσος. Ο βασιλιάς τότε κατάλαβε πως η νεράιδα τον είχε βοηθήσει και, μιας και δεν τον ήθελε καθόλου για γαμπρό του, σκαρφίστηκε άλλον τρόπο να τον ξεφορτωθεί. Του είπε: “Πήγαινε και φέρε μου τρεις χρυσές τρίχες από το κεφάλι του Βασιλιά Ήλιου και τότε θα γίνεις βασιλιάς στο πλάι μου”.</p><br><p>Ο Άσημος ξεκίνησε την αναζήτησή του με βαριά καρδιά, μιας και δεν ήθελε να αφήσει τόσο γρήγορα τη γυναίκα του που την αγαπούσε τόσο πολύ και που κι αυτή τον αγαπούσε το ίδιο. Ταξίδεψε και ταξίδεψε ώσπου έφτασε στις όχθες μιας μαύρης λίμνης που στα νερά της έπλεε μια λευκή βαρκούλα. Φώναξε τότε στον γέρο που καθόταν στη βάρκα: </p><p>Ε, εσύ με τη βάρκα! Έλα να με περάσεις απέναντι!</p><p>Θα σε πάω απέναντι, του απάντησε ο γέρος, μόνο αν μου υποσχεθείς να βρεις τον τρόπο να γλιτώσω από αυτή τη βάρκα, γιατί μόνο τότε θα μπορέσω να πεθάνω.</p><br><p>Ο Άσημος υποσχέθηκε και ο γέρος τον πέρασε μέσα από τα κατάμαυρα νερά στην άλλη μεριά της λίμνης. Συνέχισε το ταξίδι του, ώσπου έφτασε σε μια μεγάλη πόλη κι ένας γέρος εκεί τον ρώτησε:</p><p>Για πού το έβαλες;</p><p>Για τον Βασιλιά Ήλιο.</p><p>Για δες! Έλα, θα σε πάω στον βασιλιά μας, θα θέλει να σου πει δυο λόγια.</p><br><p>Σαν ο Άσημος βρέθηκε μπροστά στον βασιλιά αυτού του τόπου, εκείνος του είπε: “Πριν από είκοσι χρόνια, η πόλη μας είχε στο κέντρο της μια πηγή που όποιος έπινε νερό από αυτήν γινόταν αμέσως νέος. Η πηγή όμως εξαφανίστηκε και μόνο ο Βασιλιάς Ήλιος ξέρει πού βρίσκεται τώρα. Μιας και πηγαίνεις να τον βρεις, ρώτα τον πού βρίσκεται η πηγή μας και γύρισε να μας πεις”. Ο Άσημος υποσχέθηκε πως θα ρωτούσε και θα επέστρεφε με τα νέα και συνέχισε το ταξίδι του.</p><br><p>Ταξίδεψε και ταξίδεψε, μέχρι που βρέθηκε μπροστά σε μια ακόμη πόλη. Ένας άντρας που τον είδε τον ρώτησε:</p><p>Για που τραβάς;</p><p>Πάω στον Βασιλιά Ήλιο.</p><p>Έξοχα! Έλα μαζί μου να παρουσιαστούμε στον βασιλιά μου που σίγουρα θα θέλει κάτι να σου πει.</p><br><p>Οι δυο τους παρουσιάστηκαν μπροστά στον βασιλιά αυτού του τόπου, ο οποίος όταν άκουσε πού πήγαινε ο νεαρός, του είπε: “Πριν από είκοσι χρόνια στην πλατεία αυτής της πόλης στεκόταν ένα δέντρο που έκανε χρυσά μήλα. Όποιος έτρωγε αυτά τα μήλα γινόταν γερός και δυνατός και δεν πέθαινε ποτέ. Το δέντρο όμως, έχει είκοσι χρόνια να κάνει καρπούς και μόνο ο Βασιλιάς Ήλιος ξέρει το γιατί. Όταν λοιπόν τον δεις, ρώτα τον να μάθεις και γύρισε σε μας με τα νέα”.</p><br><p>Ο Άσημος υποσχέθηκε πως θα ρωτούσε για το δέντρο και συνέχισε το ταξίδι του. Πήγαινε και πήγαινε ώσπου μια μέρα έφτασε μπροστά σε ένα βουνό. Εκεί, είδε μια γυναίκα ντυμένη στα λευκά να στέκεται μπροστά από ένα πανέμορφο σπίτι. Τον ρώτησε:</p><p>Που πας νεαρέ μου;</p><p>Πάω να βρω τον Βασιλιά Ήλιο.</p><p>Τότε έλα μέσα, του είπε εκείνη. Είμαι η μητέρα του Βασιλιά Ήλιου, που το πρωί βγαίνει από το σπίτι αυτό μικρό παιδί, το μεσημέρι γίνεται άντρας και το βράδυ γυρίζει πίσω με γκρίζα γένια.</p><br><p>Έμπασε τον Άσημο στο σπίτι της και τον ρώτησε να της πει την ιστορία του. Εκείνος της είπε για τον βαρκάρη στη μαύρη λίμνη, για την πηγή και για το δέντρο που κάποτε έκανε χρυσά μήλα. Η γυναίκα τότε του είπε: “Θα ρωτήσω τον γιο μου για όλα αυτά, αλλά τώρα εσύ κρύψου, γιατί αν ο γιος μου σε βρει εδώ θα σε κάψει ζωντανό”.</p><br><p>Τον έκρυψε σε ένα μεγάλο αγγείο με νερό και του είπε να παραμείνει ήσυχος. Το σούρουπο, ο Βασιλιάς Ήλιος γύρισε σπίτι του και ήταν γέρος και αδύναμος, με χρυσά μαλλιά στο κεφάλι του. Η μητέρα του, του έβαλε να φάει και να πιει και όταν είχε χορτάσει ξάπλωσε στα πόδια της να κοιμηθεί. Η γυναίκα τότε του έβγαλε μια τρίχα από τα μαλλιά του και αυτός της φώναξε:</p><p>Μητέρα, γιατί δεν μ΄ αφήνεις να κοιμηθώ;</p><p>Είδα στον ύπνο μου μια πόλη που κάποτε είχε ένα δέντρο που έκανε χρυσά μήλα και όποιος τα έτρωγε γινόταν δυνατός και υγιής και δεν πέθαινε ποτέ. Πάνε όμως είκοσι χρόνια που έχει να κάνει καρπούς το δέντρο αυτό και οι πολίτες του τόπου δεν ξέρουν τι να κάνουν.</p><p>Πρέπει να βρουν και να σκοτώσουν το φίδι που τρώει τις ρίζες του δέντρου τους.</p><br><p>Και ο Βασιλιάς Ήλιος ξαναποκοιμήθηκε. Μετά από λίγο, η μητέρα του, του τράβηξε κι άλλη μια τρίχα από το κεφάλι του:</p><p>Μητέρα, τι κάνεις; Γιατί δεν μ΄ αφήνεις να κοιμηθώ;</p><p>Γιε μου, ονειρεύτηκα μια πόλη με μια πηγή που όποιος έπινε από το νερό της γινόταν και πάλι νέος. Μα είκοσι χρόνια πριν η πηγή αυτή στέρεψε και ο λαός της πόλης δεν ξέρει το γιατί.</p><p>Ένας μεγάλος βάτραχος έχει κάτσει και εμποδίζει το άνοιγμα της πηγής. Πρέπει να τον βρουν και να τον σκοτώσουν και τότε η πηγή θα ξαναρχίσει να τρέχει νερό.</p><br><p>Κοιμήθηκε για άλλη μια φορά και μετά από λίγο, η γυναίκα του έβγαλε και τρίτη τρίχα από τα μαλλιά του:</p><p>Μητέρα, άσε με επιτέλους να κοιμηθώ, της φώναξε ο Βασιλιάς Ήλιος.</p><p>Παιδί μου, είδα στον ύπνο μου μια μεγάλη μαύρη λίμνη και στο κέντρο της πάνω σε μια λευκή βάρκα ήταν ένας γέρος άνθρωπος που δεν ξέρει πώς να ξεφύγει από αυτήν γιατί μόνο τότε θα μπορέσει να πεθάνει.</p><p>Την επόμενη φορά που θα πάρει κάποιον να τον περάσει απέναντι, να του δώσει αυτουνού τα κουπιά και μόλις φτάσει στην απέναντι όχθη να πηδήσει έξω και να αφήσει τον άλλον στη βάρκα. Τότε θα μπορέσει να πεθάνει.</p><br><p>Και κοιμήθηκε πάλι στην αγκαλιά της μητέρας του.</p><br><p>Το επόμενο πρωί, ο Βασιλιάς Ήλιος ξύπνησε και ήταν το πιο όμορφο αγόρι του κόσμου. Πέταξε για τον κόσμο από το ανοικτό παράθυρο και, μόλις είχε φύγει για τα καλά, η μητέρα του έδωσε στον Άσημο τις τρεις χρυσές τρίχες από το κεφάλι του και του είπε: “Τώρα πήγαινε στη γυναίκα σου και δώσε στον πατέρα της τις χρυσές τρίχες. Εγώ, ό,τι είχα υποσχεθεί στις αδερφές μου ότι θα έκανα για σένα όταν γεννήθηκες, το έκανα. Αντίο τώρα”. </p><br><p>Φίλησε τον Άσημο στο μέτωπο και τον οδήγησε έξω από το σπίτι. Εκείνος πήρε τον δρόμο της επιστροφής. Σαν έφτασε στην πόλη όπου η πηγή είχε σταματήσει να βγάζει νερό, είπε στους κατοίκους της ότι έπρεπε να βρουν και να σκοτώσουν τον βάτραχο που είχε κάτσει στο άνοιγμά της. Εκείνοι τον βρήκαν και τον σκότωσαν κι έτσι η πηγή άρχισε πάλι να βγάζει το μαγικό νερό της. Ο βασιλιάς του τόπου γέμισε τον Άσημο πλούτη για να τον ευχαριστήσει και ο Άσημος συνέχισε τον δρόμο του. Έφτασε και στην πόλη με το δέντρο που είχε πάψει να κάνει τα χρυσά μήλα και είπε στους ανθρώπους να σκοτώσουν το φίδι που έτρωγε τις ρίζες του. Εκείνοι έσκαψαν και έσκαψαν ώσπου βρήκαν το φίδι και το σκότωσαν. Αμέσως το δέντρο άρχισε να κάνει καρπούς και ο βασιλιάς του τόπου αντάμοιψε πλουσιοπάροχα τον Άσημο για το καλό που τους είχε κάνει. Συνέχισε το ταξίδι της επιστροφής του και έφτασε και στη μαύρη λίμνη. Ο βαρκάρης αρνήθηκε να τον περάσει στην απέναντι όχθη και ο Άσημος του είπε πως θα του αποκάλυπτε τη λύση στο πρόβλημά του μόνο αφού τον περνούσε στην αντίπερα όχθη. Έτσι ο βαρκάρης του έκανε το χατίρι και σαν έφτασαν απέναντι και ο Άσημος κατέβηκε από τη βάρκα, είπε στον βαρκάρη να δώσει τα κουπιά του στον επόμενο επιβάτη του και να κατέβει αυτός από τη βάρκα σαν φτάσουνε στην όχθη. Έτσι θα μπορέσει να πεθάνει και ο άλλος θα αναλάβει πια τη βάρκα.</p><br><p>Έφτασε και στο παλάτι του πεθερού του ο Άσημος και του έδωσε τις τρεις χρυσές τρίχες από το κεφάλι του Βασιλιά Ήλιου. Η γυναίκα του χάρηκε πολύ όταν τον είδε, αλλά ο βασιλιάς εξοργίστηκε με την επιστροφή και την επιτυχία του. Σαν άκουσε όμως την ιστορία του Άσημου για την πηγή της νεότητας και για τα χρυσά μήλα, ο βασιλιάς φώναξε με ενθουσιασμό: “Α, πρέπει κι εγώ να πιω από αυτή την πηγή και πρέπει οπωσδήποτε να δοκιμάσω αυτά τα μήλα”. Έτσι ξεκίνησε να πάει κι αυτός στις πόλεις που είχαν αυτά τα θαύματα. Όταν έφτασε όμως στη μαύρη λίμνη, ο βαρκάρης τον πέρασε απέναντι και πήδηξε γρήγορα στην όχθη αφήνοντας τον βασιλιά με τα κουπιά στα χέρια, ανήμπορο να βγει από τη βάρκα. Μιας και ο βασιλιάς δεν ξαναγύρισε ποτέ, βασιλιάς έγινε ο Άσημος και αυτός και η αγαπημένη του έζησαν με ειρήνη και ευημερία. </p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></itunes:summary>
		</item>
		<item>
			<title>Ο Γιος της Φοράδας</title>
			<itunes:title>Ο Γιος της Φοράδας</itunes:title>
			<pubDate>Mon, 07 Jun 2021 08:25:36 GMT</pubDate>
			<itunes:duration>16:17</itunes:duration>
			<enclosure url="https://sphinx.acast.com/p/open/s/6013ebce985ab977d52addcc/e/60bcebe6192b530019438603/media.mp3" length="19514858" type="audio/mpeg"/>
			<guid isPermaLink="false">60bcebe6192b530019438603</guid>
			<itunes:explicit>false</itunes:explicit>
			<link>https://www.karakaxa.org/%CE%B5%CF%80%CE%B5%CE%B9%CF%83%CF%8C%CE%B4%CE%B9%CE%B1</link>
			<acast:episodeId>60bcebe6192b530019438603</acast:episodeId>
			<acast:showId>6013ebce985ab977d52addcc</acast:showId>
			<acast:episodeUrl>mitos36</acast:episodeUrl>
			<acast:settings><![CDATA[FYjHyZbXWHZ7gmX8Pp1rmbKbhgrQiwYShz70Q9/ffXZMTtedvdcRQbP4eiLMjXzCKLPjEYLpGj+NMVKa+5C8pL4u/EOj1Vw4h5MMJYp0lCcFAe0fnxBJy/1ju4Qxy1fh8gO4DvlGA40yms2g0/hOkcrfHIopjTygHFqGwwOPKFIai4SuTvs86Lx3UYCyl6Zs+WO4fC9bB8/2bSJALEZpunHdJA38/ZCmkJMYOTmjFjrNH+McPS0Xat3vhN+GI+GRLq8fuDoBSQDwmWbefGqRkX/Fh/KGlq7SLJAWO1D5MkslQaipJK41WhTTvo5K/zbs]]></acast:settings>
			<itunes:subtitle>Μίτος</itunes:subtitle>
			<itunes:episodeType>full</itunes:episodeType>
			<itunes:episode>36</itunes:episode>
			<itunes:image href="https://assets.pippa.io/shows/6013ebce985ab977d52addcc/1622993885763-959f883f2fb0fbd871d2d6806f55c24e.jpeg"/>
			<description><![CDATA[<p>Για πρώτο παραμύθι από τους νομαδικούς λαούς της Ευρώπης, ξεκινάμε με τους Ρομά της Μουκοβίνα που μας διηγούνται μια ιστορία της οποίας το μοτίβο συναντάται κι αλλού. Για θυμηθείτε τις Αζόρες... Ο Γιος της Φοράδας ταξιδεύει σε κόσμους παράξενους και καταφέρνει να γυρίσει πίσω στον δικό του σοφότερος από ποτέ!</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Περιέχει έντονες σκηνές βίας </p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>Ηχητικά εφέ: freesound.org</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ</p><br><p>Ο Γιος της Φοράδας</p><br><p>Ένα ηλιόλουστο πρωινό, ένας παπάς μπήκε στην πόλη καβάλα στη φοράδα του. Μετά την πήγε στο δάσος κι εκεί την άφησε μονάχη της. Η φοράδα μετά από λίγο καιρό γέννησε έναν γιο. Ο Θεός κατέβηκε να τον βαφτίσει και τον είπε Γιο της Φοράδας. Ο μικρός θήλασε για έναν χρόνο και μια μέρα πλησίασε ένα δέντρο και προσπάθησε να το ξεριζώσει, αλλά δεν μπόρεσε. Τότε είπε: “Μητέρα, θα θηλάσω άλλον ένα χρόνο”. Θήλασε άλλον ένα χρόνο και μετά πήγε να δει αν μπορούσε να ξεριζώσει ένα δέντρο. Όταν τα κατάφερε είπε: “Μητέρα, τώρα θα φύγω από το κοντά σου”. Κι έφυγε.</p><br><p>Μια μέρα, στην περιπλάνηση του σ΄ ένα δάσος, συνάντησε έναν άνθρωπο:</p><p>Καλή σου μέρα άνθρωπέ μου, του είπε.</p><p>Να ‘σαι καλά.</p><p>Πώς σε λένε;</p><p>Δεντροσχίστη.</p><p>Χα, καλό όνομα! Ας γίνουμε αδέρφια, έλα μαζί μου.</p><br><p>Και μαζί πήγαν παρακάτω. Συνάντησαν άλλον άνδρα:</p><p>Καλημέρα σου άνθρωπέ μου.</p><p>Να ‘στε καλά.</p><p>Πώς σε λένε εσένα;</p><p>Πετροσπάστη.</p><p>Ωραίο όνομα, ας γίνουμε αδέρφια!</p><br><p>Και έγιναν αδέρφια: “Έλα μαζί μας”.</p><br><p>Και όλοι μαζί συνέχισαν τον δρόμο τους μέχρι που βρήκαν άλλον έναν άνθρωπο:</p><p>Καλημέρα σου άνθρωπε!</p><p>Και σε σένα.</p><p>Πώς σε λένε;</p><p>Δεντροκάμπτη.</p><p>Έλα μαζί μας να γίνουμε αδέρφια.</p><br><p>Κι έτσι οι τέσσερις τους πήγαιναν και πήγαιναν ώσπου είδαν ένα λημέρι ληστών. Οι ληστές είχαν σκοτώσει μια αγελαδίτσα και ετοιμαζόντουσαν να τη μαγειρέψουν. Σαν είδαν όμως τα τέσσερα παλικάρια το έβαλαν στα πόδια αφήνοντας πίσω όλα τα υπάρχοντά τους. Οι τέσσερις φίλοι πήραν το κρέας, το μαγείρεψαν και το έφαγαν. Πέρασαν το βράδυ στο λημέρι και όταν ξημέρωσε ο Γιος της Φοράδας είπε στους υπόλοιπους: “Τρεις από εμάς να πάνε για κυνήγι και ένας να μείνει πίσω να μαγειρέψει”. Πίσω έμεινε ο Δεντροσχίστης και μαγείρεψε ένα πολύ καλό γεύμα. Τότε στο λημέρι φάνηκε ένας άντρας τόσο ψηλός όσο η παλάμη ενός χεριού, μ΄ ένα μούσι έναν πήχη μακρύ:</p><p>Δώσε μου να φάω.</p><p>Όχι, θα γυρίσουν οι άλλοι από το κυνήγι και δεν θα περισσέψει τίποτα για να φάνε.</p><p>Ο άντρας τότε έφυγε και πήγε στο δάσος, έκοψε ξύλα και έφτιαξε τέσσερις σφήνες. Μετά επέστρεψε στον Δεντροσχίστη και τον έριξε στο έδαφος, του έδεσε τα χέρια και τα πόδια στις σφήνες που έμπηξε στο έδαφος και πήγε κι έφαγε όλο το φαγητό. Αφού χόρτασε, ελευθέρωσε τον Δεντροσχίστη κι έφυγε. Εκείνος έβαλε αμέσως άλλο κομμάτι κρέας στη φωτιά να μαγειρεύεται. Σαν γύρισαν οι τρεις από το κυνήγι, ρώτησαν τον Δεντροσχίστη:</p><p>Έτοιμο το φαγητό;</p><p>Από την ώρα που φύγατε το μαγειρεύω, αλλά ακόμα να γίνει τελείως.</p><p>Καλά σέρβιρέ μας όπως και να έχει, πεινάμε σαν λύκοι.</p><br><p>Τους έβαλε να φάνε και όλοι τους καταβρόχθισαν το φαγητό με μεγάλη όρεξη. Πέρασε και η νύχτα και το πρωί τρεις πήγαν για κυνήγι και κάποιος άλλος αυτή τη φορά έμεινε πίσω να ετοιμάσει το φαγητό. Ο παράξενος άντρας ξαναεμφανίστηκε:</p><p>Δώσε μου να φάω.</p><p>Όχι, θα γυρίσουν οι άλλοι από το κυνήγι και δεν θα βρουν τίποτα να φάνε.</p><br><p>Ο άντρας πήγε στο δάσος και γύρισε με τέσσερις ξύλινες σφήνες. Έδεσε το παλικάρι στη γη, στα χέρια και στα πόδια, και πήγε κι έφαγε όλο το φαγητό. Μετά ελευθέρωσε τον νέο κι έφυγε. Γρήγορα ο νεαρός έβαλε να ετοιμάζεται άλλο φαγητό. Γύρισαν οι άλλοι τρεις από το κυνήγι και είπαν:</p><p>Έτοιμο το φαγητό;</p><p>Από την ώρα που φύγατε το μαγειρεύω, αλλά πρέπει να είναι παλιό κρέας γιατί δεν έχει γίνει ακόμη.</p><br><p>Το έφαγαν όπως και να είχε και πήγαν να κοιμηθούν. Το επόμενο πρωί πήγαν τρεις για κυνήγι και άφησαν άλλον πίσω να μαγειρέψει. Οι άλλοι δυο, που είχαν μείνει τις προηγούμενες μέρες πίσω, δεν είχαν πει τίποτα σε κανέναν από ντροπή. Έτσι, φάνηκε πάλι ο άντρας με το μούσι έναν πήχη:</p><p>Δώσε μου να φάω.</p><p>Δεν θα σου δώσω ούτε λίγο γιατί θα γυρίσουν οι άλλοι από το κυνήγι και δεν θα έχουν τίποτα να φάνε. </p><br><p>Έφυγε και γύρισε ο άντρας με τις σφήνες, έδεσε το παλικάρι στη γη, έφαγε το φαγητό, έπειτα τον ελευθέρωσε κι έφυγε. Γύρισαν και οι άλλοι τρεις από το κυνήγι:</p><p>Έτοιμο το φαγητό;</p><p>Το μαγειρεύω από την ώρα που φύγατε, αλλά δεν είναι έτοιμο ακόμη, πρέπει να είναι σκληρό το κρέας.</p><br><p>Την τέταρτη μέρα έμεινε ο Γιος της Φοράδας να μαγειρέψει ενώ οι άλλοι τρεις πήγαν για κυνήγι. Το μαγείρεψε πολύ καλά και να σου και ο παράξενος άντρας:</p><p>Δώσε μου να φάω, πεινάω.</p><p>Έλα πιο κοντά και θα σου δώσω.</p><br><p>Ο άντρας πλησίασε και τότε ο Γιος της Φοράδας τον έπιασε από το μούσι του και τον έσυρε μέχρι έξω. Εκεί βρήκε μια οξιά και με το τσεκούρι του έκανε μια βαθιά σχισμή στον κορμό της και έχωσε το μούσι του άντρα μέσα στη σχισμή. Έπειτα έφτιαξε και σφήνες τις οποίες έμπειξε στη σχισμή να κρατάνε γερά το μούσι και μετά έφυγε, αφήνοντας τον άνδρα να κρέμεται εκεί. Γύρισε στο λημέρι και όταν επέστρεψαν και οι άλλοι τρεις από το κυνήγι τους ρώτησε: “Εσείς γιατί δεν μαγειρέψατε τόσο καλό φαγητό όπως το δικό μου;”. </p><br><p>Ο άντρας εντωμεταξύ τράβηξε το δέντρο τόσο δυνατά που το ξερίζωσε με το μούσι του και το πήρε στους ώμους του μέχρι τη σπηλιά όπου έμενε, στον άλλον κόσμο.</p><br><p>Μόλις τελείωσαν το νόστιμο γεύμα τους, ο Γιος της Φοράδας τους είπε: “Ελάτε μαζί μου να δείτε τι έπιασα”. Αλλά μόλις έφτασαν, το μόνο που είδαν ήταν η τρύπα στο έδαφος: “Ελάτε μαζί μου, πρέπει να τον βρούμε”, είπε ο Γιος της Φοράδας. Ακολούθησαν τα χνάρια που είχε αφήσει ο άντρας τραβώντας πίσω του το δέντρο μέχρι που έφτασαν μπροστά στη σπηλιά: “Από εδώ πρέπει να μπήκε μέσα, ποιος θα πάει να τον φέρει έξω;”. Αλλά οι άλλοι τρεις αμέσως αρνήθηκαν και του είπαν πως φοβόντουσαν και πως αυτός έπρεπε να πάει μιας και είχε πιάσει τον άνδρα. Τότε ο Γιος της Φοράδας τους είπε: “Θα πάω, αλλά μου ορκίζεστε πως θα μου φερθείτε τίμια;” και οι τρεις του το ορκίστηκαν. Έφτιαξαν ένα καλάθι και προσεκτικά κατέβασαν τον Γιο της Φοράδας στον άλλο κόσμο. Εκεί, είδε ένα μεγαλόπρεπο παλάτι και βρήκε και τον άντρα με το μούσι του στο δέντρο. Τον έβαλε κι αυτόν στο καλάθι και οι άλλοι τον τράβηξαν πάνω. Στη συνέχεια, ο Γιος της Φοράδας φόρτωσε το καλάθι μ΄ έναν βράχο επειδή σκέφτηκε: “Αν καταφέρουν να τραβήξουν πάνω αυτόν τον βράχο, τότε θα μπορέσουν να τραβήξουν κι εμένα”. Στα μισά όμως, το σκοινί που ήταν δεμένο το καλάθι έσπασε και καλάθι και βράχος παραλίγο να πέσουν στο κεφάλι του Γιου της Φοράδας: “Τώρα χάθηκα για τα καλά”.</p><br><p>Άρχισε λοιπόν να περιπλανιέται στον άλλο κόσμο μέχρι που είδε μπροστά του ένα σπίτι. Εκεί ζούσαν ένας γέρος και μια γριά, και οι δυο τους τυφλοί,&nbsp;μιας και οι νεράιδες τους είχαν βγάλει τα μάτια. Ο Γιος της Φοράδας τους πλησίασε και τους είπε:</p><p>Καλή σας μέρα.</p><p>Και σε σένα. Ποιος είσαι εσύ;</p><p>Εγώ είμαι ένας άνδρας.</p><p>Γέρος ή νέος;</p><p>Νέος.</p><p>Μείνε και γίνε γιος μας.</p><p>Εντάξει.</p><br><p>Ο γέρος άνδρας είχε δέκα πρόβατα: “Πάρε τα πρόβατα και βγάλε τα να βοσκήσουν γιόκα μου. Και να μην τα πας ποτέ στα δεξιά, εκεί ζουν οι νεράιδες και θα σου βγάλουν τα μάτια. Να πηγαίνεις πάντα στην αριστερή μεριά, εκεί δεν έχουν δουλειά, εκεί είναι το δικό μας το χωράφι”.</p><br><p>Για τρεις μέρες ο Γιος της Φοράδας πήγαινε και έβοσκε τα πρόβατα στα αριστερά. Αλλά μετά έβαλε ένα στοίχημα με τον εαυτό του, έφτιαξε μια φλογέρα και πήγε να βοσκήσει τα πρόβατα στη δεξιά μεριά. </p><br><p>Δεν είχε προχωρήσει και πολύ, να σου μπροστά του μια νεράιδα:</p><p>Τιποτένιε κι άθλιε, τι γυρεύεις εσύ εδώ;</p><p>Για χόρεψε μου λίγο, είπε ο νεαρός κι έβγαλε τη φλογέρα του κι άρχισε να παίζει.</p><br><p>Η νεράιδα άρχισε τον χορό κι έβαλε τα δυνατά της να χορέψει καλά. Καθώς χόρευε, ο Γιος της Φοράδας, έσπασε τη φλογέρα ανάμεσα στα δόντια του:</p><p>Μα γιατί σταμάτησες να παίζεις; Γιατί έσπασες τη φλογέρα, δεν έβλεπες τι ωραία που χόρευα; του είπε απογοητευμένη η νεράιδα.</p><p>Έλα μαζί μου μέχρι εκείνο εκεί το σφεντάμι, να βγάλω την καρδιά του να φτιάξω άλλη φλογέρα. Μετά θα παίζω όλη μέρα κι εσύ θα χορεύεις, έλα!</p><br><p>Πήγαν και οι δυο μέχρι το σφεντάμι και ο Γιος της Φοράδας έβγαλε το τσεκούρι του κι έκανε μια σχισμή στον κορμό του δέντρου την οποία και κρατούσε ανοιχτή χρησιμοποιώντας το τσεκούρι του για μοχλό. Έπειτα είπε στη νεράιδα: “Βάλε το χέρι σου μέσα και βγάλε την καρδιά του δέντρου”. Η νεράιδα έβαλε το χέρι της μέσα στη σχισμή και τότε ο Γιος της Φοράδας έβγαλε το τσεκούρι του παγιδεύοντας το χέρι της στο δέντρο: </p><p>Γρήγορα, βγάλε το χέρι μου από εκεί, θα λιώσει!</p><p>Που είναι τα μάτια του γέρου και της γριάς; Αν δεν μου πεις, τώρα κιόλας θα σου κόψω τον λαιμό.</p><p>Πήγαινε στο τρίτο δωμάτιο. Τα μάτια είναι μέσα σ΄ ένα ποτήρι. Τα μεγαλύτερα είναι του γέρου και τα μικρότερα της γριάς.</p><p>Και πώς θα τους τα ξαναβάλω;</p><p>Δίπλα υπάρχει ένα άλλο ποτήρι με νερό. Πάρε τα μάτια και βρέξε τα με αυτό το νερό. Μόλις πας να τους τα βάλεις, θα μπουν αμέσως. Μετά, τρίψε τα με το νερό αυτό και θα βλέπουν και πάλι.</p><br><p>Ο Γιος της Φοράδας έκοψε τον λαιμό της νεράιδας και πήγε και βρήκε τα μάτια του γέρου και της γριάς. Γύρισε πίσω στο σπίτι τους, έβρεξε τα μάτια στο νερό, τους τα έβαλε και μπήκαν αμέσως. Έπειτα τα έτριψε με το μαγικό νερό και τα γερόντια ξαναβρήκαν το φως τους. Του είπαν τότε: “Σε ευχαριστούμε γιόκα μας. Γίνε για πάντα το παιδί μας κι εμείς θα σου τα δίνουμε όλα στο χέρι. Τώρα θέλουμε να πάμε να βρούμε τους συγχωριανούς μας, που έχουμε να τους δούμε πάνω από δέκα χρόνια”. </p><br><p>Ο γέρος καβάλησε μια κατσίκα, η γριά ένα πρόβατο και ξεμακραίνοντας, του είπαν: “Γλυκό μας παιδί, ταξίδεψε, φάε και πιες”, κι έφυγαν για να βρουν τους συντοπίτες τους. </p><br><p>Και ο νεαρός έφυγε και πήγε να περπατήσει στο δάσος. Είδε τότε στην κορυφή ενός δέντρου νεογέννητους αετούς και έναν δράκο που σκαρφάλωνε το δέντρο να τους φτάσει για να τους φάει. Ο Γιος της Φοράδας άρχισε να σκαρφαλώνει κι αυτός το δέντρο, πρόλαβε τον δράκο και τον σκότωσε. Τα αετόπουλα του είπαν: “Ο Θεός να σ΄ έχει καλά που μας έσωσες. Κάθε χρόνο η μάνα μας έκανε αυγά και κάθε χρόνο αυτός ο δράκος ανέβαινε και της τα έτρωγε. Μα πού να σε κρύψουμε; Αν σε βρει εδώ η μάνα μας θα σε κάνει μια χαψιά. Έλα, κρύψου από κάτω μας κι εμείς θα σε καλύψουμε με τα φτερά μας”. Τότε φάνηκε και η μάνα αετός:</p><p>Μου μυρίζει φρέσκος άνθρωπος.</p><p>Όχι μάνα, ιδέα σου είναι. Πετάς ψηλά και σίγουρα στη μύτη σου φτάνουν διάφορες μυρωδιές.</p><p>Είμαι σίγουρη πως κάπου τριγύρω υπάρχει άνθρωπος. Και ποιος σκότωσε τον δράκο;</p><p>Δεν ξέρουμε μάνα.</p><p>Φέρτε τον μπροστά μου, να τον δω.</p><p>Εδώ είναι μάνα, μαζί μας.</p><br><p>Μόλις τα αετόπουλα έβγαλαν τον Γιο της Φοράδας από τις φτερούγες τους και η μάνα τους τον είδε, τον κατάπιε ολόκληρο. Τα αετόπουλα άρχισαν τότε να κλαίνε και να οδύρονται:</p><p>Μας έσωσε από βέβαιο θάνατο κι εσύ τον έφαγες!</p><p>Τι; Μισό λεπτό, θα τον φέρω πίσω.</p><br><p>Η αετομάνα τότε ξέρασε τον Γιο της Φοράδας ολόκληρο και τον ρώτησε:</p><p>Τι θέλεις για αντάλλαγμα που έσωσες τα παιδιά μου;</p><p>Θέλω μόνο να με γυρίσεις στον κόσμο που ανήκω.</p><p>Αν το ήξερα αυτό από πριν, καλύτερα να είχες αφήσει τον δράκο να φάει τα μικρά μου γιατί αυτό που μου ζητάς είναι τρομερά δύσκολο. Ο μόνος τρόπος που θα μπορέσω να σε πάω μέχρι πάνω είναι να πάρεις μαζί σου δώδεκα φουρνιές ψωμί, δώδεκα μοσχαράκια και δώδεκα κανάτες με κρασί.</p><br><p>Σε τρεις μέρες, ο Γιος της Φοράδας τα είχε όλα έτοιμα. Η αετομάνα τότε του είπε: “Φόρτωσέ τα όλα πάνω μου. Κάθε φορά που θα γυρνάω το κεφάλι&nbsp;μου αριστερά εσύ θα μου δίνεις να τρώω μια φουρνιά ψωμί και ένα μοσχαράκι. Όταν θα γυρνάω το κεφάλι μου δεξιά θα με ποτίζεις μια κανάτα κρασί”. </p><br><p>Με αυτόν τον τρόπο η αετομάνα κατάφερε και γύρισε τον Γιο της Φοράδας στον κόσμο του και αυτός πήγε και βρήκε τα αδέρφια του: “Καλή σας μέρα αδερφοί μου. Σίγουρα με νομίζατε για χαμένο τόσο καιρό. Αν όντως μου φερθήκατε τίμια ρίξτε τα βέλη σας κάθετα πάνω και αφήστε τα να πέσουν πάλι κάτω. Αν σας χτυπήσουν σημαίνει ότι δεν ήσαστε σωστοί, αλλά αν ζήσετε τότε μου φερθήκατε καλά”. </p><br><p>Οι τέσσερις τους τότε στάθηκαν στη σειρά και έριξαν τα βέλη τους στον αέρα. Το βέλος του Γιου της Φοράδας προσγειώθηκε μπροστά στα πόδια του, ενώ τα βέλη των άλλων έπεσαν στα κεφάλια τους και τους σκότωσαν.</p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></description>
			<itunes:summary><![CDATA[<p>Για πρώτο παραμύθι από τους νομαδικούς λαούς της Ευρώπης, ξεκινάμε με τους Ρομά της Μουκοβίνα που μας διηγούνται μια ιστορία της οποίας το μοτίβο συναντάται κι αλλού. Για θυμηθείτε τις Αζόρες... Ο Γιος της Φοράδας ταξιδεύει σε κόσμους παράξενους και καταφέρνει να γυρίσει πίσω στον δικό του σοφότερος από ποτέ!</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Περιέχει έντονες σκηνές βίας </p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>Ηχητικά εφέ: freesound.org</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ</p><br><p>Ο Γιος της Φοράδας</p><br><p>Ένα ηλιόλουστο πρωινό, ένας παπάς μπήκε στην πόλη καβάλα στη φοράδα του. Μετά την πήγε στο δάσος κι εκεί την άφησε μονάχη της. Η φοράδα μετά από λίγο καιρό γέννησε έναν γιο. Ο Θεός κατέβηκε να τον βαφτίσει και τον είπε Γιο της Φοράδας. Ο μικρός θήλασε για έναν χρόνο και μια μέρα πλησίασε ένα δέντρο και προσπάθησε να το ξεριζώσει, αλλά δεν μπόρεσε. Τότε είπε: “Μητέρα, θα θηλάσω άλλον ένα χρόνο”. Θήλασε άλλον ένα χρόνο και μετά πήγε να δει αν μπορούσε να ξεριζώσει ένα δέντρο. Όταν τα κατάφερε είπε: “Μητέρα, τώρα θα φύγω από το κοντά σου”. Κι έφυγε.</p><br><p>Μια μέρα, στην περιπλάνηση του σ΄ ένα δάσος, συνάντησε έναν άνθρωπο:</p><p>Καλή σου μέρα άνθρωπέ μου, του είπε.</p><p>Να ‘σαι καλά.</p><p>Πώς σε λένε;</p><p>Δεντροσχίστη.</p><p>Χα, καλό όνομα! Ας γίνουμε αδέρφια, έλα μαζί μου.</p><br><p>Και μαζί πήγαν παρακάτω. Συνάντησαν άλλον άνδρα:</p><p>Καλημέρα σου άνθρωπέ μου.</p><p>Να ‘στε καλά.</p><p>Πώς σε λένε εσένα;</p><p>Πετροσπάστη.</p><p>Ωραίο όνομα, ας γίνουμε αδέρφια!</p><br><p>Και έγιναν αδέρφια: “Έλα μαζί μας”.</p><br><p>Και όλοι μαζί συνέχισαν τον δρόμο τους μέχρι που βρήκαν άλλον έναν άνθρωπο:</p><p>Καλημέρα σου άνθρωπε!</p><p>Και σε σένα.</p><p>Πώς σε λένε;</p><p>Δεντροκάμπτη.</p><p>Έλα μαζί μας να γίνουμε αδέρφια.</p><br><p>Κι έτσι οι τέσσερις τους πήγαιναν και πήγαιναν ώσπου είδαν ένα λημέρι ληστών. Οι ληστές είχαν σκοτώσει μια αγελαδίτσα και ετοιμαζόντουσαν να τη μαγειρέψουν. Σαν είδαν όμως τα τέσσερα παλικάρια το έβαλαν στα πόδια αφήνοντας πίσω όλα τα υπάρχοντά τους. Οι τέσσερις φίλοι πήραν το κρέας, το μαγείρεψαν και το έφαγαν. Πέρασαν το βράδυ στο λημέρι και όταν ξημέρωσε ο Γιος της Φοράδας είπε στους υπόλοιπους: “Τρεις από εμάς να πάνε για κυνήγι και ένας να μείνει πίσω να μαγειρέψει”. Πίσω έμεινε ο Δεντροσχίστης και μαγείρεψε ένα πολύ καλό γεύμα. Τότε στο λημέρι φάνηκε ένας άντρας τόσο ψηλός όσο η παλάμη ενός χεριού, μ΄ ένα μούσι έναν πήχη μακρύ:</p><p>Δώσε μου να φάω.</p><p>Όχι, θα γυρίσουν οι άλλοι από το κυνήγι και δεν θα περισσέψει τίποτα για να φάνε.</p><p>Ο άντρας τότε έφυγε και πήγε στο δάσος, έκοψε ξύλα και έφτιαξε τέσσερις σφήνες. Μετά επέστρεψε στον Δεντροσχίστη και τον έριξε στο έδαφος, του έδεσε τα χέρια και τα πόδια στις σφήνες που έμπηξε στο έδαφος και πήγε κι έφαγε όλο το φαγητό. Αφού χόρτασε, ελευθέρωσε τον Δεντροσχίστη κι έφυγε. Εκείνος έβαλε αμέσως άλλο κομμάτι κρέας στη φωτιά να μαγειρεύεται. Σαν γύρισαν οι τρεις από το κυνήγι, ρώτησαν τον Δεντροσχίστη:</p><p>Έτοιμο το φαγητό;</p><p>Από την ώρα που φύγατε το μαγειρεύω, αλλά ακόμα να γίνει τελείως.</p><p>Καλά σέρβιρέ μας όπως και να έχει, πεινάμε σαν λύκοι.</p><br><p>Τους έβαλε να φάνε και όλοι τους καταβρόχθισαν το φαγητό με μεγάλη όρεξη. Πέρασε και η νύχτα και το πρωί τρεις πήγαν για κυνήγι και κάποιος άλλος αυτή τη φορά έμεινε πίσω να ετοιμάσει το φαγητό. Ο παράξενος άντρας ξαναεμφανίστηκε:</p><p>Δώσε μου να φάω.</p><p>Όχι, θα γυρίσουν οι άλλοι από το κυνήγι και δεν θα βρουν τίποτα να φάνε.</p><br><p>Ο άντρας πήγε στο δάσος και γύρισε με τέσσερις ξύλινες σφήνες. Έδεσε το παλικάρι στη γη, στα χέρια και στα πόδια, και πήγε κι έφαγε όλο το φαγητό. Μετά ελευθέρωσε τον νέο κι έφυγε. Γρήγορα ο νεαρός έβαλε να ετοιμάζεται άλλο φαγητό. Γύρισαν οι άλλοι τρεις από το κυνήγι και είπαν:</p><p>Έτοιμο το φαγητό;</p><p>Από την ώρα που φύγατε το μαγειρεύω, αλλά πρέπει να είναι παλιό κρέας γιατί δεν έχει γίνει ακόμη.</p><br><p>Το έφαγαν όπως και να είχε και πήγαν να κοιμηθούν. Το επόμενο πρωί πήγαν τρεις για κυνήγι και άφησαν άλλον πίσω να μαγειρέψει. Οι άλλοι δυο, που είχαν μείνει τις προηγούμενες μέρες πίσω, δεν είχαν πει τίποτα σε κανέναν από ντροπή. Έτσι, φάνηκε πάλι ο άντρας με το μούσι έναν πήχη:</p><p>Δώσε μου να φάω.</p><p>Δεν θα σου δώσω ούτε λίγο γιατί θα γυρίσουν οι άλλοι από το κυνήγι και δεν θα έχουν τίποτα να φάνε. </p><br><p>Έφυγε και γύρισε ο άντρας με τις σφήνες, έδεσε το παλικάρι στη γη, έφαγε το φαγητό, έπειτα τον ελευθέρωσε κι έφυγε. Γύρισαν και οι άλλοι τρεις από το κυνήγι:</p><p>Έτοιμο το φαγητό;</p><p>Το μαγειρεύω από την ώρα που φύγατε, αλλά δεν είναι έτοιμο ακόμη, πρέπει να είναι σκληρό το κρέας.</p><br><p>Την τέταρτη μέρα έμεινε ο Γιος της Φοράδας να μαγειρέψει ενώ οι άλλοι τρεις πήγαν για κυνήγι. Το μαγείρεψε πολύ καλά και να σου και ο παράξενος άντρας:</p><p>Δώσε μου να φάω, πεινάω.</p><p>Έλα πιο κοντά και θα σου δώσω.</p><br><p>Ο άντρας πλησίασε και τότε ο Γιος της Φοράδας τον έπιασε από το μούσι του και τον έσυρε μέχρι έξω. Εκεί βρήκε μια οξιά και με το τσεκούρι του έκανε μια βαθιά σχισμή στον κορμό της και έχωσε το μούσι του άντρα μέσα στη σχισμή. Έπειτα έφτιαξε και σφήνες τις οποίες έμπειξε στη σχισμή να κρατάνε γερά το μούσι και μετά έφυγε, αφήνοντας τον άνδρα να κρέμεται εκεί. Γύρισε στο λημέρι και όταν επέστρεψαν και οι άλλοι τρεις από το κυνήγι τους ρώτησε: “Εσείς γιατί δεν μαγειρέψατε τόσο καλό φαγητό όπως το δικό μου;”. </p><br><p>Ο άντρας εντωμεταξύ τράβηξε το δέντρο τόσο δυνατά που το ξερίζωσε με το μούσι του και το πήρε στους ώμους του μέχρι τη σπηλιά όπου έμενε, στον άλλον κόσμο.</p><br><p>Μόλις τελείωσαν το νόστιμο γεύμα τους, ο Γιος της Φοράδας τους είπε: “Ελάτε μαζί μου να δείτε τι έπιασα”. Αλλά μόλις έφτασαν, το μόνο που είδαν ήταν η τρύπα στο έδαφος: “Ελάτε μαζί μου, πρέπει να τον βρούμε”, είπε ο Γιος της Φοράδας. Ακολούθησαν τα χνάρια που είχε αφήσει ο άντρας τραβώντας πίσω του το δέντρο μέχρι που έφτασαν μπροστά στη σπηλιά: “Από εδώ πρέπει να μπήκε μέσα, ποιος θα πάει να τον φέρει έξω;”. Αλλά οι άλλοι τρεις αμέσως αρνήθηκαν και του είπαν πως φοβόντουσαν και πως αυτός έπρεπε να πάει μιας και είχε πιάσει τον άνδρα. Τότε ο Γιος της Φοράδας τους είπε: “Θα πάω, αλλά μου ορκίζεστε πως θα μου φερθείτε τίμια;” και οι τρεις του το ορκίστηκαν. Έφτιαξαν ένα καλάθι και προσεκτικά κατέβασαν τον Γιο της Φοράδας στον άλλο κόσμο. Εκεί, είδε ένα μεγαλόπρεπο παλάτι και βρήκε και τον άντρα με το μούσι του στο δέντρο. Τον έβαλε κι αυτόν στο καλάθι και οι άλλοι τον τράβηξαν πάνω. Στη συνέχεια, ο Γιος της Φοράδας φόρτωσε το καλάθι μ΄ έναν βράχο επειδή σκέφτηκε: “Αν καταφέρουν να τραβήξουν πάνω αυτόν τον βράχο, τότε θα μπορέσουν να τραβήξουν κι εμένα”. Στα μισά όμως, το σκοινί που ήταν δεμένο το καλάθι έσπασε και καλάθι και βράχος παραλίγο να πέσουν στο κεφάλι του Γιου της Φοράδας: “Τώρα χάθηκα για τα καλά”.</p><br><p>Άρχισε λοιπόν να περιπλανιέται στον άλλο κόσμο μέχρι που είδε μπροστά του ένα σπίτι. Εκεί ζούσαν ένας γέρος και μια γριά, και οι δυο τους τυφλοί,&nbsp;μιας και οι νεράιδες τους είχαν βγάλει τα μάτια. Ο Γιος της Φοράδας τους πλησίασε και τους είπε:</p><p>Καλή σας μέρα.</p><p>Και σε σένα. Ποιος είσαι εσύ;</p><p>Εγώ είμαι ένας άνδρας.</p><p>Γέρος ή νέος;</p><p>Νέος.</p><p>Μείνε και γίνε γιος μας.</p><p>Εντάξει.</p><br><p>Ο γέρος άνδρας είχε δέκα πρόβατα: “Πάρε τα πρόβατα και βγάλε τα να βοσκήσουν γιόκα μου. Και να μην τα πας ποτέ στα δεξιά, εκεί ζουν οι νεράιδες και θα σου βγάλουν τα μάτια. Να πηγαίνεις πάντα στην αριστερή μεριά, εκεί δεν έχουν δουλειά, εκεί είναι το δικό μας το χωράφι”.</p><br><p>Για τρεις μέρες ο Γιος της Φοράδας πήγαινε και έβοσκε τα πρόβατα στα αριστερά. Αλλά μετά έβαλε ένα στοίχημα με τον εαυτό του, έφτιαξε μια φλογέρα και πήγε να βοσκήσει τα πρόβατα στη δεξιά μεριά. </p><br><p>Δεν είχε προχωρήσει και πολύ, να σου μπροστά του μια νεράιδα:</p><p>Τιποτένιε κι άθλιε, τι γυρεύεις εσύ εδώ;</p><p>Για χόρεψε μου λίγο, είπε ο νεαρός κι έβγαλε τη φλογέρα του κι άρχισε να παίζει.</p><br><p>Η νεράιδα άρχισε τον χορό κι έβαλε τα δυνατά της να χορέψει καλά. Καθώς χόρευε, ο Γιος της Φοράδας, έσπασε τη φλογέρα ανάμεσα στα δόντια του:</p><p>Μα γιατί σταμάτησες να παίζεις; Γιατί έσπασες τη φλογέρα, δεν έβλεπες τι ωραία που χόρευα; του είπε απογοητευμένη η νεράιδα.</p><p>Έλα μαζί μου μέχρι εκείνο εκεί το σφεντάμι, να βγάλω την καρδιά του να φτιάξω άλλη φλογέρα. Μετά θα παίζω όλη μέρα κι εσύ θα χορεύεις, έλα!</p><br><p>Πήγαν και οι δυο μέχρι το σφεντάμι και ο Γιος της Φοράδας έβγαλε το τσεκούρι του κι έκανε μια σχισμή στον κορμό του δέντρου την οποία και κρατούσε ανοιχτή χρησιμοποιώντας το τσεκούρι του για μοχλό. Έπειτα είπε στη νεράιδα: “Βάλε το χέρι σου μέσα και βγάλε την καρδιά του δέντρου”. Η νεράιδα έβαλε το χέρι της μέσα στη σχισμή και τότε ο Γιος της Φοράδας έβγαλε το τσεκούρι του παγιδεύοντας το χέρι της στο δέντρο: </p><p>Γρήγορα, βγάλε το χέρι μου από εκεί, θα λιώσει!</p><p>Που είναι τα μάτια του γέρου και της γριάς; Αν δεν μου πεις, τώρα κιόλας θα σου κόψω τον λαιμό.</p><p>Πήγαινε στο τρίτο δωμάτιο. Τα μάτια είναι μέσα σ΄ ένα ποτήρι. Τα μεγαλύτερα είναι του γέρου και τα μικρότερα της γριάς.</p><p>Και πώς θα τους τα ξαναβάλω;</p><p>Δίπλα υπάρχει ένα άλλο ποτήρι με νερό. Πάρε τα μάτια και βρέξε τα με αυτό το νερό. Μόλις πας να τους τα βάλεις, θα μπουν αμέσως. Μετά, τρίψε τα με το νερό αυτό και θα βλέπουν και πάλι.</p><br><p>Ο Γιος της Φοράδας έκοψε τον λαιμό της νεράιδας και πήγε και βρήκε τα μάτια του γέρου και της γριάς. Γύρισε πίσω στο σπίτι τους, έβρεξε τα μάτια στο νερό, τους τα έβαλε και μπήκαν αμέσως. Έπειτα τα έτριψε με το μαγικό νερό και τα γερόντια ξαναβρήκαν το φως τους. Του είπαν τότε: “Σε ευχαριστούμε γιόκα μας. Γίνε για πάντα το παιδί μας κι εμείς θα σου τα δίνουμε όλα στο χέρι. Τώρα θέλουμε να πάμε να βρούμε τους συγχωριανούς μας, που έχουμε να τους δούμε πάνω από δέκα χρόνια”. </p><br><p>Ο γέρος καβάλησε μια κατσίκα, η γριά ένα πρόβατο και ξεμακραίνοντας, του είπαν: “Γλυκό μας παιδί, ταξίδεψε, φάε και πιες”, κι έφυγαν για να βρουν τους συντοπίτες τους. </p><br><p>Και ο νεαρός έφυγε και πήγε να περπατήσει στο δάσος. Είδε τότε στην κορυφή ενός δέντρου νεογέννητους αετούς και έναν δράκο που σκαρφάλωνε το δέντρο να τους φτάσει για να τους φάει. Ο Γιος της Φοράδας άρχισε να σκαρφαλώνει κι αυτός το δέντρο, πρόλαβε τον δράκο και τον σκότωσε. Τα αετόπουλα του είπαν: “Ο Θεός να σ΄ έχει καλά που μας έσωσες. Κάθε χρόνο η μάνα μας έκανε αυγά και κάθε χρόνο αυτός ο δράκος ανέβαινε και της τα έτρωγε. Μα πού να σε κρύψουμε; Αν σε βρει εδώ η μάνα μας θα σε κάνει μια χαψιά. Έλα, κρύψου από κάτω μας κι εμείς θα σε καλύψουμε με τα φτερά μας”. Τότε φάνηκε και η μάνα αετός:</p><p>Μου μυρίζει φρέσκος άνθρωπος.</p><p>Όχι μάνα, ιδέα σου είναι. Πετάς ψηλά και σίγουρα στη μύτη σου φτάνουν διάφορες μυρωδιές.</p><p>Είμαι σίγουρη πως κάπου τριγύρω υπάρχει άνθρωπος. Και ποιος σκότωσε τον δράκο;</p><p>Δεν ξέρουμε μάνα.</p><p>Φέρτε τον μπροστά μου, να τον δω.</p><p>Εδώ είναι μάνα, μαζί μας.</p><br><p>Μόλις τα αετόπουλα έβγαλαν τον Γιο της Φοράδας από τις φτερούγες τους και η μάνα τους τον είδε, τον κατάπιε ολόκληρο. Τα αετόπουλα άρχισαν τότε να κλαίνε και να οδύρονται:</p><p>Μας έσωσε από βέβαιο θάνατο κι εσύ τον έφαγες!</p><p>Τι; Μισό λεπτό, θα τον φέρω πίσω.</p><br><p>Η αετομάνα τότε ξέρασε τον Γιο της Φοράδας ολόκληρο και τον ρώτησε:</p><p>Τι θέλεις για αντάλλαγμα που έσωσες τα παιδιά μου;</p><p>Θέλω μόνο να με γυρίσεις στον κόσμο που ανήκω.</p><p>Αν το ήξερα αυτό από πριν, καλύτερα να είχες αφήσει τον δράκο να φάει τα μικρά μου γιατί αυτό που μου ζητάς είναι τρομερά δύσκολο. Ο μόνος τρόπος που θα μπορέσω να σε πάω μέχρι πάνω είναι να πάρεις μαζί σου δώδεκα φουρνιές ψωμί, δώδεκα μοσχαράκια και δώδεκα κανάτες με κρασί.</p><br><p>Σε τρεις μέρες, ο Γιος της Φοράδας τα είχε όλα έτοιμα. Η αετομάνα τότε του είπε: “Φόρτωσέ τα όλα πάνω μου. Κάθε φορά που θα γυρνάω το κεφάλι&nbsp;μου αριστερά εσύ θα μου δίνεις να τρώω μια φουρνιά ψωμί και ένα μοσχαράκι. Όταν θα γυρνάω το κεφάλι μου δεξιά θα με ποτίζεις μια κανάτα κρασί”. </p><br><p>Με αυτόν τον τρόπο η αετομάνα κατάφερε και γύρισε τον Γιο της Φοράδας στον κόσμο του και αυτός πήγε και βρήκε τα αδέρφια του: “Καλή σας μέρα αδερφοί μου. Σίγουρα με νομίζατε για χαμένο τόσο καιρό. Αν όντως μου φερθήκατε τίμια ρίξτε τα βέλη σας κάθετα πάνω και αφήστε τα να πέσουν πάλι κάτω. Αν σας χτυπήσουν σημαίνει ότι δεν ήσαστε σωστοί, αλλά αν ζήσετε τότε μου φερθήκατε καλά”. </p><br><p>Οι τέσσερις τους τότε στάθηκαν στη σειρά και έριξαν τα βέλη τους στον αέρα. Το βέλος του Γιου της Φοράδας προσγειώθηκε μπροστά στα πόδια του, ενώ τα βέλη των άλλων έπεσαν στα κεφάλια τους και τους σκότωσαν.</p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></itunes:summary>
		</item>
		<item>
			<title>Ο Πανούργος Νέος</title>
			<itunes:title>Ο Πανούργος Νέος</itunes:title>
			<pubDate>Sun, 06 Jun 2021 14:14:48 GMT</pubDate>
			<itunes:duration>20:59</itunes:duration>
			<enclosure url="https://sphinx.acast.com/p/open/s/6013ebce985ab977d52addcc/e/60bcd858327a0a0019829332/media.mp3" length="24290020" type="audio/mpeg"/>
			<guid isPermaLink="false">60bcd858327a0a0019829332</guid>
			<itunes:explicit>false</itunes:explicit>
			<link>https://www.karakaxa.org/%CE%B5%CF%80%CE%B5%CE%B9%CF%83%CF%8C%CE%B4%CE%B9%CE%B1</link>
			<acast:episodeId>60bcd858327a0a0019829332</acast:episodeId>
			<acast:showId>6013ebce985ab977d52addcc</acast:showId>
			<acast:episodeUrl>mitos35</acast:episodeUrl>
			<acast:settings><![CDATA[FYjHyZbXWHZ7gmX8Pp1rmbKbhgrQiwYShz70Q9/ffXZMTtedvdcRQbP4eiLMjXzCKLPjEYLpGj+NMVKa+5C8pL4u/EOj1Vw4h5MMJYp0lCcFAe0fnxBJy/1ju4Qxy1fh8gO4DvlGA40yms2g0/hOkcrfHIopjTygHFqGwwOPKFIai4SuTvs86Lx3UYCyl6Zs+WO4fC9bB8/2bSJALEZpunHdJA38/ZCmkJMYOTmjFjqRB/E4szWlXdBmgn19Bny8jwL3tQbb4s62d4XzibnjrdrmohbcrxClxfjbFAnMoPls4boUM8c0kpJXyZhcuKJZ]]></acast:settings>
			<itunes:subtitle>Μίτος</itunes:subtitle>
			<itunes:episodeType>full</itunes:episodeType>
			<itunes:episode>35</itunes:episode>
			<itunes:image href="https://assets.pippa.io/shows/6013ebce985ab977d52addcc/1622988874929-955dc72f03c56728d43d7e26b021ec47.jpeg"/>
			<description><![CDATA[<p>Οι Τούνδρα Γιουκαγκίρ ολοκληρώνουν το ταξίδι μας στη Σιβηρία με αυτή τη μοναδική ιστορία που παρουσιάζει τόσα πολλά παραδοσιακά στιγμιότυπα της περιοχής.</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Περιέχει έντονες σκηνές βίας </p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>Ηχητικά εφέ: freesound.org</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ</p><br><p>Ο Πανούργος Νέος</p><br><p>Κάποτε ήταν δυο αδερφοί, ο ένας παντρεμένος, ο άλλος όχι. Ο παντρεμένος ζούσε σε ένα μέρος, ο ανύπαντρος σε άλλο. Δεν ήθελαν να ζήσουν μαζί. Μια μέρα ο ανύπαντρος αδερφός πήγε να επισκεφτεί τον παντρεμένο αδερφό του. Καθώς πλησίασε το σπίτι κάτι άκουσε, κοντοστάθηκε και σκέφτηκε: “Ο αδερφός μου και οι γυναίκα του ακούγονται πολύ ευτυχισμένοι έτσι όπως γελούν και συζητούν!”. Όταν πλησίασε όμως περισσότερο, συνειδητοποίησε πως η ανδρική φωνή που ερχόταν από το σπίτι δεν ήταν η φωνή του αδερφού του! Προχώρησε τότε τοίχο-τοίχο μέχρι που βρήκε μια χαραμάδα στο ξύλο και στο δερμάτινο κάλυμμα του σπιτιού. Κρυφοκοίταξε και είδε έναν παράξενο άντρα να διασκεδάζει πραγματικά με τη νύφη του. Αγκαλιάζονταν και φιλιόντουσαν, μιλούσαν και γαργαλιόντουσαν. Ο αδερφός τότε σκέφτηκε: “Για να λείπει ο αδερφός μου, πρέπει να έχει βγει να κυνηγήσει τάρανδους”. Εκείνη τη στιγμή τα δύο άτομα, που δεν είχαν αντιληφθεί τον ανύπαντρο αδερφό, γδύθηκαν τελείως και ζευγάρωσαν μπροστά στα έκπληκτα μάτια του. Την πιο κρίσιμη στιγμή, ο αδερφός όρμησε μέσα στο σπίτι. Η γυναίκα, με τη γρηγοράδα μιας ερμίνας, σηκώθηκε και κάλυψε τη γύμνια της πίσω από κάτι δέρματα ενώ ο άντρας χώθηκε αστραπιαία κάτω από τις κουβέρτες. Ο νεαρός αδερφός δεν είπε κουβέντα, παρά έκατσε και περίμενε σε μια καρέκλα να έρθει το σούρουπο. Ο άντρας, που είχε κρυφτεί κάτω από τις κουβέρτες, μην μπορώντας να κάνει κι αλλιώς περίμενε κι αυτός. Αργά το βράδυ πια, έφτασε και ο παντρεμένος αδερφός.</p><br><p>Ο ανύπαντρος αδερφός δεν είπε τίποτα για τον παράξενο άντρα που ήταν κρυμμένος στο σπίτι και το ίδιο σιωπηλή έμεινε και η γυναίκα. Μετά από λίγα λεπτά έντονης σιωπής, ο αφέντης του σπιτιού είπε: “Εμπρός γυναίκα, ήρθε να μας επισκεφτεί ο αδερφός μου! Τράβα να μαγειρέψεις σε λίπος τάρανδου μπόλικο από το καλύτερο κρέας μας, να φάμε να καρδαμώσουμε.” Ο ανύπαντρος αδερφός και πάλι δεν είπε τίποτα, η νύφη του σηκώθηκε και πήγε να μαγειρέψει. Έβαλε στην κατσαρόλα να γίνει το κρέας και, όταν ετοιμάστηκε, το έκοψε με προσοχή και το μοίρασε στα τρία. Ο άντρας της είπε τότε:</p><p>Ας κάτσουμε να φάμε λοιπόν!</p><p>Μα πώς να φάμε όταν υπάρχει ένας παράξενος άνδρας κρυμμένος στο σπίτι σου; του απάντησε τότε ο αδερφός του.</p><p>Πώς; Θα τον ψάξω σε κάθε γωνιά του σπιτιού μου και σίγουρα θα τον βρω.</p><br><p>Κι έτσι έκανε. Δεν άφησε σπιθαμή του σπιτιού του που να μην ψάξει, αλλά μάταια, δεν βρήκε τίποτα. Γυρίζοντας τότε στον αδερφό του, είπε:</p><p>Κάνεις και αστειάκια τώρα αδερφέ μου; Έλα, ας κάτσουμε να φάμε τώρα.</p><p>Μα πώς να φάμε; Υπάρχει κάποιος ξένος κρυμμένος στο σπίτι σου, είπε πάλι ο ανύπαντρος αδερφός.</p><br><p>Η ίδια σκηνή επαναλήφθηκε τρεις φορές. Ο παντρεμένος αδερφός έψαχνε, δεν έβρισκε κανέναν, προσκαλούσε τον αδερφό του να δειπνήσουν όλοι μαζί κι αυτός με τη σειρά του αρνιόταν. Την τελευταία φορά, ο ανύπαντρος αδερφός είπε: “Ώχου άσε με πια ήσυχο! Πώς να κάτσουμε να φάμε όταν υπάρχει ένας ξένος στο κρεβάτι σου, κρυμμένος κάτω από τις κουβέρτες σου!”. Ο παντρεμένος αδερφός τότε ξεσκέπασε το κρεβάτι του και είδε με τα μάτια του τον παράξενο άντρα ξαπλωμένο μπρούμυτα, με το κεφάλι του κάτω από το μαξιλάρι. Αυτό τον έκανε έξαλλο! Με μια κίνηση έβγαλε το μαχαίρι του από τη θήκη και έκοψε το κεφάλι του μοιχού! Έπειτα, σαν ηρέμησε λίγο, η έκφραση του άλλαξε και από θυμωμένος τώρα ήταν απαρηγόρητος. Είπε γεμάτος θλίψη:</p><p>Ω αδερφέ μου! Κι εσύ γυναίκα μου! Έπρεπε να μου το είχατε πει νωρίτερα, τώρα τι θα κάνω; και άρχισε να κλαίει γοερά. Σκότωσα άνθρωπο! Τι μοίρα με περιμένει τώρα;</p><p>Και τι θες να κάνουμε τώρα; του απάντησε ψύχραιμα ο αδερφός του και τον πλησίασε. Τι νόημα έχουν τα κλάματα τώρα; Είναι πια σκοτωμένος και δεν μπορούμε να κάνουμε κάτι για να το αλλάξουμε αυτό. Το καλύτερο που μπορούμε να κάνουμε είναι να ξεφορτωθούμε το άψυχο σώμα του.</p><br><p>Έτσι φορτώθηκε τη σορό και την απομάκρυνε από το σπίτι. Δεν είχε περπατήσει πολύ όταν άρχισε να διακρίνει τα χνάρια που είχε αφήσει ο παράξενος άντρας όταν πλησίασε το σπίτι του αδερφού του. Ακολουθώντας τα, διέσχισε έναν κακοτράχηλο δρόμο μέχρι που έφτασε σ΄ ένα μεγάλο χωριό. Είχε πολλά σπίτια, κάποια Τούνγκου και κάποια Γιακούτ. Είδε κοπάδια αλόγων και ταράνδων και στο κέντρο του χωριού στεκόταν ένα τεράστιο σπίτι σαν λόφος. Ήταν του αρχηγού του χωριού. Ο ανύπαντρος αδερφός έφτασε εκεί αργά το βράδυ πια και κατάφερε να βρει και το σπίτι του σκοτωμένου άνδρα. Μπήκε αμέσως μέσα, κουβαλώντας το πτώμα στην πλάτη. Οι γονείς του σκοτωμένου, ένας γέρος και μια γριά, κοιμόντουσαν στη δεξιά μεριά του σπιτιού και το κρεβάτι του γιου τους βρισκόταν στην αριστερή. Ο αδερφός πλησίασε το κρεβάτι, έβαλε τη σορό του άντρα κάτω από τα δέρματα και συμμαζεύοντάς τα σφιχτά κάτω από το σώμα, κατάφερε να σταθεροποιήσει και το κομμένο του κεφάλι έτσι ώστε να φαίνεται ότι ο άνδρας απλά κοιμόταν. Ο γέρος και η γριά άκουσαν κάτι να κινείται κοντά τους, αλλά σκέφτηκαν: “Α! Ο γιος μας θα είναι που επιτέλους γύρισε σπίτι”, και ο πατέρας είπε “Γιατί άργησες τόσο;”. </p><br><p>Σε μια άλλη γωνιά του σπιτιού κοιμόταν ο αδερφός του σκοτωμένου με τη γυναίκα του. Κι αυτός με τη σειρά του είπε “Ναι, γιατί άργησες τόσο; Έπρεπε να έχεις πέσει για ύπνο ώρες τώρα!”. Ο ανύπαντρος αδερφός , που έφερε τη σορό πίσω, βγήκε γρήγορα από το σπίτι και γύρισε στον τόπο του. Μπήκε στο σπίτι του αδερφού του, ο οποίος του είπε:</p><p>Α, γύρισες ζωντανός βλέπω. Τι το έκανες το πτώμα;</p><p>Το κουβάλησα μέχρι το σπίτι των γονιών του και τον ξάπλωσα στο κρεβάτι του. Είχε αργήσει πολύ να γυρίσει.</p><br><p>Επιτέλους έκατσαν και έφαγαν όλοι μαζί. Αφού τελείωσαν το φαγητό τους, ο ανύπαντρος αδερφός, που ανησυχούσε πολύ, είπε:</p><p>Θα πάω πίσω να δω τι συνέβη με τον σκοτωμένο.</p><p>Όχι, μην πας! Αν σε δουν, αυτή τη φορά σίγουρα θα σε σκοτώσουν!</p><p>Μπα, δεν θα με σκοτώσουν, θα πάω να δω.</p><br><p>Και μην ακούγοντας τις συμβουλές του αδερφού του, ο ανύπαντρος αδερφός πήγε πίσω στο χωριό και στο σπίτι του σκοτωμένου. Καθώς πλησίαζε, άκουσε τον δυνατό θρήνο. Όλοι οι συγγενείς του σκοτωμένου άντρα είχαν μαζευτεί πάνω από το σώμα του και έκλαιγαν. Μπήκε στο σπίτι και χαιρέτησε τον γέρο. Έπειτα πήγε και κάθισε ταπεινά μαζί με τις γυναίκες. Ο γέρος τότε τον ρώτησε:</p><p>Δεν έχω ξαναδεί το πρόσωπό σου στο χωριό μας. Σίγουρα είσαι ξένος. Απλά επισκέπτεσαι τον τόπο μας;</p><p>Έτσι είναι, αποκρίθηκε ο νεαρός. Και γιατί κλαίτε όλοι εδώ σήμερα;</p><p>Έχουμε σοβαρό λόγο, είπε αναστενάζοντας τότε ο γέρος. Είχαμε δυο γιους και χάσαμε τον έναν. Όλο νυχτοπερπατούσε και κανείς μας δεν ήξερε που πήγαινε. Πολύ συχνά θύμωνε μαζί μας και τώρα, έτσι θυμωμένος που ήταν πάλι, έκοψε το κεφάλι του, πήγε και ξάπλωσε και μετά από λίγο πέθανε. Γι αυτό και όλοι μας θρηνούμε σήμερα.</p><br><p>Κατόπιν, έφαγαν όλοι μαζί και ήπιαν το τσάι τους. Ο γέρος τότε ρώτησε τον νεαρό:</p><p>Εμείς εδώ στο χωριό μας δεν έχουμε σαμάνο, παρόλο που το χωριό είναι μεγάλο. Μήπως ξέρεις εσύ κανέναν σαμάνο από τον τόπο σου;</p><p>Ναι, είπε ο νεαρός λέγοντας γι άλλη μια φορά ψέματα. Ξέρω κάποιον σαμάνο.</p><p>Α! είπε ο γέρος και το βλέμμα του άστραψε. Αφού είναι έτσι, πήγαινε και φέρ’ τον εδώ σε μας.</p><br><p>Ο νεαρός ζήτησε δυο άλογα, ένα για τον ίδιο και ένα για τον σαμάνο που θα έφερνε μαζί του: “Εγώ θα καβαλικέψω το ένα άλογο και το άλλο θα το δέσω ξοπίσω μου με σκοινί για τον σαμάνο”. Κι έφυγε χωρίς σκοπό, μιας και δεν ήξερε κανέναν σαμάνο να πάει να συναντήσει. Μετά από λίγο, συνάντησε μια ξύλινη καλύβα. Μπήκε μέσα και είδε μια λυκογυναίκα να κάθεται σ΄ έναν πάγκο. Τα μαλλιά της ήταν τόσο μακριά που έφταναν μέχρι το πάτωμα. Δίπλα της, σε μια καρέκλα κοντά στο τραπέζι, καθόταν ένα κορίτσι πιο όμορφο κι από τον ήλιο. Αυτό ήταν το λυκοκόριτσο. Τα λυκόπαιδα έξω ήταν τ΄ αδέρφια της. Η γυναίκα με τα μακριά μαλλιά σήκωσε το βλέμμα της και μόλις είδε τον νεαρό του είπε:</p><p>Δεν έχω ματαδεί πρόσωπο σαν το δικό σου στα μέρη μας. Κανένα ανθρώπινο πλάσμα δεν έχει φτάσει ως εδώ. Τι είσαι; Είσαι στ’ αλήθεια άνθρωπος ή κάτι άλλο;</p><p>Άνθρωπος είμαι.</p><p>Και τι δουλειά έχεις εδώ, μήπως χάθηκες;</p><p>Έχω μεγάλη ανάγκη από έναν σαμάνο. Με έστειλε κάποιος που υποφέρει πολύ.</p><br><p>Η γυναίκα επανέλαβε την ερώτησή της και ο νεαρός της απάντησε όπως και πριν. Τότε, κράτησε την αναπνοή της για αρκετή ώρα και τελικά είπε: “Έχω γεράσει πολύ. Δεν ξέρω αν ακόμη έχει μείνει καθόλου δύναμη μέσα μου, αλλά παλιότερα μπορούσα και βοηθούσα τους ανθρώπους”. Ο νεαρός την έπιασε, την έβαλε πάνω στο άλογο και την πήρε μαζί του πίσω στο μεγάλο χωριό. </p><br><p>Την πήγε μέχρι το σπίτι του σκοτωμένου και, σαν μπήκαν οι δυο τους μέσα, είπε: “Ορίστε η σαμάνα που σας έφερα”. Τότε όλοι σηκώθηκαν και την κέρασαν τα καλύτερα φαγητά. Η λυκογυναίκα, καθώς έτρωγε, βάλθηκε να στεγνώνει πάνω από τη φωτιά το μικρό και παράξενο σαμανικό τύμπανό της. Έπειτα ξεκίνησε τη σαμανική τελετουργία της. Όπως γινόταν παραδοσιακά, έβαλε τον άντρα που την είχε φέρει μέχρι εκεί να της κρατά τον θύσανο που κρεμόταν από το φόρεμά της: “Πρόσεξε τώρα!” του είπε αυστηρά, “μην αφήσεις τον θύσανο από το χέρι σου!”. Ο νεαρός άρπαξε καλά τον θύσανο και τότε η γυναίκα άρχισε να χτυπιέται και να σπαρταρά σαν κομμάτι κορμού που φλεγόταν γύρω γύρω από τη φωτιά. Το σπίτι ήταν πλημμυρισμένο από φίλους, γνωστούς, γείτονες και συγγενείς του σκοτωμένου και της οικογένειάς του. Μετά από λίγο, ο νεαρός είπε: “Ουφ, ζεστάθηκα πολύ, ας πιάσει κάποιος άλλος τον θύσανο όσο εγώ θα βγω έξω να δροσιστώ λιγάκι”. </p><br><p>Βγήκε από το σπίτι. Το φεγγάρι στεκόταν λαμπρό στον ουρανό. Παραδίπλα είδε ένα τσούρμο άλογα που έσκαβαν το χιόνι να βρουν χορτάρι να φάνε. Τα μάζεψε όλα και τα έβαλε να σταθούν το ένα κοντά στο άλλο. Στη συνέχεια έκοψε μια ιτιά και από τα κλαδιά της έφτιαξε σκούπες, ίσες στον αριθμό με τα άλογα που είχε συγκεντρώσει. Έδεσε τις σκούπες στις ουρές των αλόγων και τους έβαλε φωτιά, αφήνοντας τα άλογα ελεύθερα. Εκείνα, σαν είδαν τις φλόγες και μύρισαν το καμένο, άρχισαν να τρέχουν προς όλες τις κατευθύνσεις. Τότε ο νεαρός ξαναμπήκε στο σπίτι όπου γινόταν η τελετή κι έπιασε ξανά τον θύσανο λες και δεν είχε συμβεί τίποτα. Ξάφνου ακούστηκε μια φωνή από το πλήθος: “Άνδρες! Γρήγορα! Ο τόπος μας έχει πάρει όλος φωτιά!”. Πράγματι, τα άλογα κάλπαζαν δεξιά κι αριστερά αφηνιασμένα, σηκώνοντας ψηλά της φλεγόμενες ουρές τους:</p><p>Μα ποιος την ξεκίνησε τη φωτιά;</p><p>Μάλλον τα πνεύματα το έκαναν.</p><br><p>Και όλοι βγήκαν από το σπίτι όπου ήταν μαζεμένοι. Έμειναν να στέκονται έξω, ανήμποροι να σταματήσουν τη λαίλαπα που εξελισσόταν μπροστά στα μάτια τους: Αχ! Αχ!”, είπαν κάποιοι, “Σίγουρα αυτό θα είναι το τέλος μας!” και ξέχασαν ολωσδιόλου τη λυκογυναίκα και την τελετή της. Ο νεαρός όμως για άλλη μια φορά μπήκε μέσα στο σπίτι.</p><br><p>Η γυναίκα κοπάναγε το τύμπανό της πιο μανιασμένα από ποτέ. Τόσο την είχε συνεπάρει η τελετουργία, που σημασία δεν έδωσε σε ό,τι συνέβαινε έξω. Ο νεαρός κοίταξε τριγύρω του. Κανείς δεν είχε μείνει πια στο σπίτι και η γυναίκα συνέχισε να βαρά το τύμπανό της. Τότε εκείνος σήκωσε μια μεγάλη και φαρδιά κατσαρόλα γεμάτη με παγωμένο νερό και την άδειασε όλη στο κεφάλι της λυκογυναίκας. Έπειτα τη φόρεσε στο κεφάλι και στους ώμους της. Η γυναίκα αμέσως ανατρίχιασε ολόκληρη κι έπεσε νεκρή, όπως συμβαίνει άλλωστε σε όλους τους σαμάνους όταν κάτι τους βγάζει απότομα από την έκστασή τους. Ο νεαρός βγήκε έξω από το σπίτι και ανακατεύτηκε με το πλήθος, παίρνοντας ύφος αθώου.</p><br><p>Μετά από λίγο, μέσα στη σύγχιση που επικρατούσε, φώναξε: “Μα τι στεκόμαστε και κάνουμε εδώ, έχουμε αφήσει τη σαμάνα μόνη μέσα στο σπίτι! Δεν είναι σωστό!”. Το πλήθος τότε βιάστηκε να ξαναγυρίσει στο σπίτι και όταν ο γέρος είδε τη σαμάνα νεκρή και μισοκρυμμένη μέσα στην κατσαρόλα, είπε όλο απελπισία: “Αλίμονο! Αλίμονο! Σαν να μην έφτανε που έχασα τον γιο μου, τώρα συνέβη και το χειρότερο, να πεθάνει μια λυκογυναίκα μέσα στο σπίτι μας! Τα παιδιά της σίγουρα θα θελήσουν να πάρουν εκδίκηση τώρα! Καλύτερα να πέσουμε να πεθάνουμε όλοι αυτή τη στιγμή! Ω Θεέ μου!” και συνέχισε ξεσπάζοντας σε λυγμούς, “Τι συμφορά μας βρήκε! Ας την πάρει κάποιος να την πάει σπίτι της!”.</p><br><p>Αλλά όλοι τους φοβόντουσαν πολύ και κανείς δεν ήθελε να την πάει. Ο γέρος τότε άρχισε να παρακαλά τον νεαρό επισκέπτη να φορτώσει τη λυκογυναίκα στο άλογό του και να την πάει αυτός πίσω σπίτι της. Ο νεαρός του είπε: “Μα πώς να το κάνω εγώ αυτό; Θα με κάνουν χίλια κομμάτια σαν με δουν.” Ο γέρος, που είχε μια πόλη όμορφη κόρη, του είπε:</p><p>Σε ικετεύω να πάρεις τη λυκογυναίκα από εδώ! Αν γυρίσεις πίσω ζωντανός θα σου δώσω τη νεαρή κόρη μου για γυναίκα.</p><p>Καλά τότε, είπε ο νεαρός. Αλλά ακόμη δεν είμαι σίγουρος γι αυτό. Και ποιος μου λέει εμένα ότι αν γυρίσω πίσω εσύ δεν θα αθετήσεις τον λόγο σου και δεν θα μου δώσεις τίποτα για αντάλλαγμα;</p><p>Ποτέ δεν θα το έκανα αυτό! διαμαρτυρήθηκε τότε ο γέρος. Θα σου φερθώ έντιμα.</p><p>Ας είναι. Σκότωσε δυο αγριόκοτες και δώσε μου τις κύστες τους γεμάτες με φρέσκο και ζεστό αίμα.</p><br><p>Πήρε τις κύστες και τις έβαλε κάτω από τις μασχάλες του. Έπειτα, έπιασε και κάρφωσε στις σόλες των παπουτσιών του καρφιά τόσο βαθιά που του τρύπησαν τις φτέρνες. Πήρε τότε τη λυκογυναίκα και τη φόρτωσε στη σέλα του. Την έδεσε καλά αλλά όχι και πολύ σφιχτά. Έτσι φαινόταν ότι η γυναίκα καβαλούσε το άλογο ζωντανή. Πήραν το δρόμο μέχρι που έφτασαν στο σπίτι των λύκων:</p><p>Ουου! ακούστηκε το αλύχτισμα των λυκόπαιδων. Έρχεται η μάνα μας, έρχεται η μάνα μας!</p><p>Ήρεμα τώρα, τους είπε ο νεαρός. Το άλογό μου είναι πολύ φοβιτσιάρικο και θέλει προσοχή να μη γίνει κανένα λάθος.</p><br><p>Γρήγορα, έδωσε μια στα πλευρά του αλόγου με τα καρφιά των παπουτσιών του κι εκείνο τινάχτηκε ολόκληρο. Ο νεαρός έπεσε στο έδαφος και μαζί του σωριάστηκε και η λυκογυναίκα, σα σακί. Οι κύστες που κουβαλούσε έσκασαν και γέμισε ο τόπος αίμα, με τα σώματα του νεαρού και της γυναίκας πεσμένα πλάι πλάι. Τα λυκόπαιδα βλέποντάς το αυτό, είπαν: “Αδερφοί μου! Η μητέρα μας πέθανε, αλλά ακόμη χειρότερο είναι που σκοτώσαμε και αυτόν τον νεαρό με την απροσεξία μας! Σίγουρα οι αδερφοί και οι αδερφές του θα έρθουν να μας βρουν για να εκδικηθούν τον θάνατό του”.</p><br><p>Πλησίασαν το σώμα του νεαρού και τον κοίταξαν καλά. Το αίμα έτρεχε ποτάμι από τα μπράτσα και τα πόδια του: “Ουου! Ουου! Πώς να τον ξαναφέρουμε στη ζωή;”. Τον έπιασαν από τα χέρια και τα πόδια και τον ταρακούνησαν λέγοντας: “Ζήσε, σε παρακαλούμε ζήσε! Μην πεθάνεις εδώ, θα σου δώσουμε την όμορφη αδερφή μας για γυναίκα σου!”. Τον καθάρισαν, έκλαψαν από πάνω του, τον τάισαν καλά και τον φρόντισαν και ο νεαρός προσποιήθηκε ότι σιγά σιγά αισθάνθηκε καλύτερα. Μετά από μερικά αδύναμα “Ωχ, ωχ” συνήλθε εντελώς. “Αχ! είπαν τότε τα λυκόπαιδα στην αδερφή τους, “είδες την καλή μας την τύχη; Αυτός ο άνδρας πέθαινε και μόλις του είπαμε ότι θα του δίναμε εσένα για γυναίκα, ξανάνιωσε!”</p><br><p>Έτσι ο νεαρός πήρε την κοπέλα και ξεκίνησε να γυρίσει πίσω:</p><p>Υποσχέσου μας, του είπαν τα λυκόπαιδα πριν φύγει, ότι σαν πας πίσω στον τόπο σου δεν θα πεις σε κανέναν ότι παραλίγο να σε σκοτώσουμε, εντάξει;</p><p>Σας το υπόσχομαι, τους διαβεβαίωσε ο νεαρός και κάλπασε μακριά με τη νέα του νύφη.</p><p>Οι δυο τους έφτασαν στον γέρο:</p><p>Επέστρεψα και είμαι ζωντανός, φώναξε ο νεαρός. Που είναι η κοπέλα;</p><p>Εδώ είναι, είπε ο γέρος και του παρουσίασε την κόρη του. Ευτυχώς που γύρισες πίσω και είσαι καλά, είναι δική σου τώρα!</p><br><p>Ο νεαρός πήρε και την άλλη κοπέλα και γύρισε πίσω στον αδερφό του με δυο νύφες και τρία άλογα. Ο αδερφός του είπε:</p><p>Λείπεις τόσο καιρό που ήμουν σίγουρος ότι είχες πεθάνει. Αλλά βλέπω ότι, όχι μόνο δεν πέθανες, αλλά γύρισες με δυο καλλονές!</p><p>Έτσι είναι, είπε περήφανα ο νεαρός και κατεβαίνοντας από το άλογο πήγε και αμέσως έκοψε το κεφάλι της γυναίκας του αδερφού του. Ορίστε λοιπόν! Τώρα δεν θα έχεις πια άλλους εραστές της στο σπίτι σου!</p><br><p>Έδωσε στον αδερφό του την κόρη του γέρου και για τον εαυτό του κράτησε το λυκοκόριτσο. Και από εκείνη την ημέρα έζησαν όλοι μαζί στο ίδιο σπίτι.</p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></description>
			<itunes:summary><![CDATA[<p>Οι Τούνδρα Γιουκαγκίρ ολοκληρώνουν το ταξίδι μας στη Σιβηρία με αυτή τη μοναδική ιστορία που παρουσιάζει τόσα πολλά παραδοσιακά στιγμιότυπα της περιοχής.</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Περιέχει έντονες σκηνές βίας </p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>Ηχητικά εφέ: freesound.org</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ</p><br><p>Ο Πανούργος Νέος</p><br><p>Κάποτε ήταν δυο αδερφοί, ο ένας παντρεμένος, ο άλλος όχι. Ο παντρεμένος ζούσε σε ένα μέρος, ο ανύπαντρος σε άλλο. Δεν ήθελαν να ζήσουν μαζί. Μια μέρα ο ανύπαντρος αδερφός πήγε να επισκεφτεί τον παντρεμένο αδερφό του. Καθώς πλησίασε το σπίτι κάτι άκουσε, κοντοστάθηκε και σκέφτηκε: “Ο αδερφός μου και οι γυναίκα του ακούγονται πολύ ευτυχισμένοι έτσι όπως γελούν και συζητούν!”. Όταν πλησίασε όμως περισσότερο, συνειδητοποίησε πως η ανδρική φωνή που ερχόταν από το σπίτι δεν ήταν η φωνή του αδερφού του! Προχώρησε τότε τοίχο-τοίχο μέχρι που βρήκε μια χαραμάδα στο ξύλο και στο δερμάτινο κάλυμμα του σπιτιού. Κρυφοκοίταξε και είδε έναν παράξενο άντρα να διασκεδάζει πραγματικά με τη νύφη του. Αγκαλιάζονταν και φιλιόντουσαν, μιλούσαν και γαργαλιόντουσαν. Ο αδερφός τότε σκέφτηκε: “Για να λείπει ο αδερφός μου, πρέπει να έχει βγει να κυνηγήσει τάρανδους”. Εκείνη τη στιγμή τα δύο άτομα, που δεν είχαν αντιληφθεί τον ανύπαντρο αδερφό, γδύθηκαν τελείως και ζευγάρωσαν μπροστά στα έκπληκτα μάτια του. Την πιο κρίσιμη στιγμή, ο αδερφός όρμησε μέσα στο σπίτι. Η γυναίκα, με τη γρηγοράδα μιας ερμίνας, σηκώθηκε και κάλυψε τη γύμνια της πίσω από κάτι δέρματα ενώ ο άντρας χώθηκε αστραπιαία κάτω από τις κουβέρτες. Ο νεαρός αδερφός δεν είπε κουβέντα, παρά έκατσε και περίμενε σε μια καρέκλα να έρθει το σούρουπο. Ο άντρας, που είχε κρυφτεί κάτω από τις κουβέρτες, μην μπορώντας να κάνει κι αλλιώς περίμενε κι αυτός. Αργά το βράδυ πια, έφτασε και ο παντρεμένος αδερφός.</p><br><p>Ο ανύπαντρος αδερφός δεν είπε τίποτα για τον παράξενο άντρα που ήταν κρυμμένος στο σπίτι και το ίδιο σιωπηλή έμεινε και η γυναίκα. Μετά από λίγα λεπτά έντονης σιωπής, ο αφέντης του σπιτιού είπε: “Εμπρός γυναίκα, ήρθε να μας επισκεφτεί ο αδερφός μου! Τράβα να μαγειρέψεις σε λίπος τάρανδου μπόλικο από το καλύτερο κρέας μας, να φάμε να καρδαμώσουμε.” Ο ανύπαντρος αδερφός και πάλι δεν είπε τίποτα, η νύφη του σηκώθηκε και πήγε να μαγειρέψει. Έβαλε στην κατσαρόλα να γίνει το κρέας και, όταν ετοιμάστηκε, το έκοψε με προσοχή και το μοίρασε στα τρία. Ο άντρας της είπε τότε:</p><p>Ας κάτσουμε να φάμε λοιπόν!</p><p>Μα πώς να φάμε όταν υπάρχει ένας παράξενος άνδρας κρυμμένος στο σπίτι σου; του απάντησε τότε ο αδερφός του.</p><p>Πώς; Θα τον ψάξω σε κάθε γωνιά του σπιτιού μου και σίγουρα θα τον βρω.</p><br><p>Κι έτσι έκανε. Δεν άφησε σπιθαμή του σπιτιού του που να μην ψάξει, αλλά μάταια, δεν βρήκε τίποτα. Γυρίζοντας τότε στον αδερφό του, είπε:</p><p>Κάνεις και αστειάκια τώρα αδερφέ μου; Έλα, ας κάτσουμε να φάμε τώρα.</p><p>Μα πώς να φάμε; Υπάρχει κάποιος ξένος κρυμμένος στο σπίτι σου, είπε πάλι ο ανύπαντρος αδερφός.</p><br><p>Η ίδια σκηνή επαναλήφθηκε τρεις φορές. Ο παντρεμένος αδερφός έψαχνε, δεν έβρισκε κανέναν, προσκαλούσε τον αδερφό του να δειπνήσουν όλοι μαζί κι αυτός με τη σειρά του αρνιόταν. Την τελευταία φορά, ο ανύπαντρος αδερφός είπε: “Ώχου άσε με πια ήσυχο! Πώς να κάτσουμε να φάμε όταν υπάρχει ένας ξένος στο κρεβάτι σου, κρυμμένος κάτω από τις κουβέρτες σου!”. Ο παντρεμένος αδερφός τότε ξεσκέπασε το κρεβάτι του και είδε με τα μάτια του τον παράξενο άντρα ξαπλωμένο μπρούμυτα, με το κεφάλι του κάτω από το μαξιλάρι. Αυτό τον έκανε έξαλλο! Με μια κίνηση έβγαλε το μαχαίρι του από τη θήκη και έκοψε το κεφάλι του μοιχού! Έπειτα, σαν ηρέμησε λίγο, η έκφραση του άλλαξε και από θυμωμένος τώρα ήταν απαρηγόρητος. Είπε γεμάτος θλίψη:</p><p>Ω αδερφέ μου! Κι εσύ γυναίκα μου! Έπρεπε να μου το είχατε πει νωρίτερα, τώρα τι θα κάνω; και άρχισε να κλαίει γοερά. Σκότωσα άνθρωπο! Τι μοίρα με περιμένει τώρα;</p><p>Και τι θες να κάνουμε τώρα; του απάντησε ψύχραιμα ο αδερφός του και τον πλησίασε. Τι νόημα έχουν τα κλάματα τώρα; Είναι πια σκοτωμένος και δεν μπορούμε να κάνουμε κάτι για να το αλλάξουμε αυτό. Το καλύτερο που μπορούμε να κάνουμε είναι να ξεφορτωθούμε το άψυχο σώμα του.</p><br><p>Έτσι φορτώθηκε τη σορό και την απομάκρυνε από το σπίτι. Δεν είχε περπατήσει πολύ όταν άρχισε να διακρίνει τα χνάρια που είχε αφήσει ο παράξενος άντρας όταν πλησίασε το σπίτι του αδερφού του. Ακολουθώντας τα, διέσχισε έναν κακοτράχηλο δρόμο μέχρι που έφτασε σ΄ ένα μεγάλο χωριό. Είχε πολλά σπίτια, κάποια Τούνγκου και κάποια Γιακούτ. Είδε κοπάδια αλόγων και ταράνδων και στο κέντρο του χωριού στεκόταν ένα τεράστιο σπίτι σαν λόφος. Ήταν του αρχηγού του χωριού. Ο ανύπαντρος αδερφός έφτασε εκεί αργά το βράδυ πια και κατάφερε να βρει και το σπίτι του σκοτωμένου άνδρα. Μπήκε αμέσως μέσα, κουβαλώντας το πτώμα στην πλάτη. Οι γονείς του σκοτωμένου, ένας γέρος και μια γριά, κοιμόντουσαν στη δεξιά μεριά του σπιτιού και το κρεβάτι του γιου τους βρισκόταν στην αριστερή. Ο αδερφός πλησίασε το κρεβάτι, έβαλε τη σορό του άντρα κάτω από τα δέρματα και συμμαζεύοντάς τα σφιχτά κάτω από το σώμα, κατάφερε να σταθεροποιήσει και το κομμένο του κεφάλι έτσι ώστε να φαίνεται ότι ο άνδρας απλά κοιμόταν. Ο γέρος και η γριά άκουσαν κάτι να κινείται κοντά τους, αλλά σκέφτηκαν: “Α! Ο γιος μας θα είναι που επιτέλους γύρισε σπίτι”, και ο πατέρας είπε “Γιατί άργησες τόσο;”. </p><br><p>Σε μια άλλη γωνιά του σπιτιού κοιμόταν ο αδερφός του σκοτωμένου με τη γυναίκα του. Κι αυτός με τη σειρά του είπε “Ναι, γιατί άργησες τόσο; Έπρεπε να έχεις πέσει για ύπνο ώρες τώρα!”. Ο ανύπαντρος αδερφός , που έφερε τη σορό πίσω, βγήκε γρήγορα από το σπίτι και γύρισε στον τόπο του. Μπήκε στο σπίτι του αδερφού του, ο οποίος του είπε:</p><p>Α, γύρισες ζωντανός βλέπω. Τι το έκανες το πτώμα;</p><p>Το κουβάλησα μέχρι το σπίτι των γονιών του και τον ξάπλωσα στο κρεβάτι του. Είχε αργήσει πολύ να γυρίσει.</p><br><p>Επιτέλους έκατσαν και έφαγαν όλοι μαζί. Αφού τελείωσαν το φαγητό τους, ο ανύπαντρος αδερφός, που ανησυχούσε πολύ, είπε:</p><p>Θα πάω πίσω να δω τι συνέβη με τον σκοτωμένο.</p><p>Όχι, μην πας! Αν σε δουν, αυτή τη φορά σίγουρα θα σε σκοτώσουν!</p><p>Μπα, δεν θα με σκοτώσουν, θα πάω να δω.</p><br><p>Και μην ακούγοντας τις συμβουλές του αδερφού του, ο ανύπαντρος αδερφός πήγε πίσω στο χωριό και στο σπίτι του σκοτωμένου. Καθώς πλησίαζε, άκουσε τον δυνατό θρήνο. Όλοι οι συγγενείς του σκοτωμένου άντρα είχαν μαζευτεί πάνω από το σώμα του και έκλαιγαν. Μπήκε στο σπίτι και χαιρέτησε τον γέρο. Έπειτα πήγε και κάθισε ταπεινά μαζί με τις γυναίκες. Ο γέρος τότε τον ρώτησε:</p><p>Δεν έχω ξαναδεί το πρόσωπό σου στο χωριό μας. Σίγουρα είσαι ξένος. Απλά επισκέπτεσαι τον τόπο μας;</p><p>Έτσι είναι, αποκρίθηκε ο νεαρός. Και γιατί κλαίτε όλοι εδώ σήμερα;</p><p>Έχουμε σοβαρό λόγο, είπε αναστενάζοντας τότε ο γέρος. Είχαμε δυο γιους και χάσαμε τον έναν. Όλο νυχτοπερπατούσε και κανείς μας δεν ήξερε που πήγαινε. Πολύ συχνά θύμωνε μαζί μας και τώρα, έτσι θυμωμένος που ήταν πάλι, έκοψε το κεφάλι του, πήγε και ξάπλωσε και μετά από λίγο πέθανε. Γι αυτό και όλοι μας θρηνούμε σήμερα.</p><br><p>Κατόπιν, έφαγαν όλοι μαζί και ήπιαν το τσάι τους. Ο γέρος τότε ρώτησε τον νεαρό:</p><p>Εμείς εδώ στο χωριό μας δεν έχουμε σαμάνο, παρόλο που το χωριό είναι μεγάλο. Μήπως ξέρεις εσύ κανέναν σαμάνο από τον τόπο σου;</p><p>Ναι, είπε ο νεαρός λέγοντας γι άλλη μια φορά ψέματα. Ξέρω κάποιον σαμάνο.</p><p>Α! είπε ο γέρος και το βλέμμα του άστραψε. Αφού είναι έτσι, πήγαινε και φέρ’ τον εδώ σε μας.</p><br><p>Ο νεαρός ζήτησε δυο άλογα, ένα για τον ίδιο και ένα για τον σαμάνο που θα έφερνε μαζί του: “Εγώ θα καβαλικέψω το ένα άλογο και το άλλο θα το δέσω ξοπίσω μου με σκοινί για τον σαμάνο”. Κι έφυγε χωρίς σκοπό, μιας και δεν ήξερε κανέναν σαμάνο να πάει να συναντήσει. Μετά από λίγο, συνάντησε μια ξύλινη καλύβα. Μπήκε μέσα και είδε μια λυκογυναίκα να κάθεται σ΄ έναν πάγκο. Τα μαλλιά της ήταν τόσο μακριά που έφταναν μέχρι το πάτωμα. Δίπλα της, σε μια καρέκλα κοντά στο τραπέζι, καθόταν ένα κορίτσι πιο όμορφο κι από τον ήλιο. Αυτό ήταν το λυκοκόριτσο. Τα λυκόπαιδα έξω ήταν τ΄ αδέρφια της. Η γυναίκα με τα μακριά μαλλιά σήκωσε το βλέμμα της και μόλις είδε τον νεαρό του είπε:</p><p>Δεν έχω ματαδεί πρόσωπο σαν το δικό σου στα μέρη μας. Κανένα ανθρώπινο πλάσμα δεν έχει φτάσει ως εδώ. Τι είσαι; Είσαι στ’ αλήθεια άνθρωπος ή κάτι άλλο;</p><p>Άνθρωπος είμαι.</p><p>Και τι δουλειά έχεις εδώ, μήπως χάθηκες;</p><p>Έχω μεγάλη ανάγκη από έναν σαμάνο. Με έστειλε κάποιος που υποφέρει πολύ.</p><br><p>Η γυναίκα επανέλαβε την ερώτησή της και ο νεαρός της απάντησε όπως και πριν. Τότε, κράτησε την αναπνοή της για αρκετή ώρα και τελικά είπε: “Έχω γεράσει πολύ. Δεν ξέρω αν ακόμη έχει μείνει καθόλου δύναμη μέσα μου, αλλά παλιότερα μπορούσα και βοηθούσα τους ανθρώπους”. Ο νεαρός την έπιασε, την έβαλε πάνω στο άλογο και την πήρε μαζί του πίσω στο μεγάλο χωριό. </p><br><p>Την πήγε μέχρι το σπίτι του σκοτωμένου και, σαν μπήκαν οι δυο τους μέσα, είπε: “Ορίστε η σαμάνα που σας έφερα”. Τότε όλοι σηκώθηκαν και την κέρασαν τα καλύτερα φαγητά. Η λυκογυναίκα, καθώς έτρωγε, βάλθηκε να στεγνώνει πάνω από τη φωτιά το μικρό και παράξενο σαμανικό τύμπανό της. Έπειτα ξεκίνησε τη σαμανική τελετουργία της. Όπως γινόταν παραδοσιακά, έβαλε τον άντρα που την είχε φέρει μέχρι εκεί να της κρατά τον θύσανο που κρεμόταν από το φόρεμά της: “Πρόσεξε τώρα!” του είπε αυστηρά, “μην αφήσεις τον θύσανο από το χέρι σου!”. Ο νεαρός άρπαξε καλά τον θύσανο και τότε η γυναίκα άρχισε να χτυπιέται και να σπαρταρά σαν κομμάτι κορμού που φλεγόταν γύρω γύρω από τη φωτιά. Το σπίτι ήταν πλημμυρισμένο από φίλους, γνωστούς, γείτονες και συγγενείς του σκοτωμένου και της οικογένειάς του. Μετά από λίγο, ο νεαρός είπε: “Ουφ, ζεστάθηκα πολύ, ας πιάσει κάποιος άλλος τον θύσανο όσο εγώ θα βγω έξω να δροσιστώ λιγάκι”. </p><br><p>Βγήκε από το σπίτι. Το φεγγάρι στεκόταν λαμπρό στον ουρανό. Παραδίπλα είδε ένα τσούρμο άλογα που έσκαβαν το χιόνι να βρουν χορτάρι να φάνε. Τα μάζεψε όλα και τα έβαλε να σταθούν το ένα κοντά στο άλλο. Στη συνέχεια έκοψε μια ιτιά και από τα κλαδιά της έφτιαξε σκούπες, ίσες στον αριθμό με τα άλογα που είχε συγκεντρώσει. Έδεσε τις σκούπες στις ουρές των αλόγων και τους έβαλε φωτιά, αφήνοντας τα άλογα ελεύθερα. Εκείνα, σαν είδαν τις φλόγες και μύρισαν το καμένο, άρχισαν να τρέχουν προς όλες τις κατευθύνσεις. Τότε ο νεαρός ξαναμπήκε στο σπίτι όπου γινόταν η τελετή κι έπιασε ξανά τον θύσανο λες και δεν είχε συμβεί τίποτα. Ξάφνου ακούστηκε μια φωνή από το πλήθος: “Άνδρες! Γρήγορα! Ο τόπος μας έχει πάρει όλος φωτιά!”. Πράγματι, τα άλογα κάλπαζαν δεξιά κι αριστερά αφηνιασμένα, σηκώνοντας ψηλά της φλεγόμενες ουρές τους:</p><p>Μα ποιος την ξεκίνησε τη φωτιά;</p><p>Μάλλον τα πνεύματα το έκαναν.</p><br><p>Και όλοι βγήκαν από το σπίτι όπου ήταν μαζεμένοι. Έμειναν να στέκονται έξω, ανήμποροι να σταματήσουν τη λαίλαπα που εξελισσόταν μπροστά στα μάτια τους: Αχ! Αχ!”, είπαν κάποιοι, “Σίγουρα αυτό θα είναι το τέλος μας!” και ξέχασαν ολωσδιόλου τη λυκογυναίκα και την τελετή της. Ο νεαρός όμως για άλλη μια φορά μπήκε μέσα στο σπίτι.</p><br><p>Η γυναίκα κοπάναγε το τύμπανό της πιο μανιασμένα από ποτέ. Τόσο την είχε συνεπάρει η τελετουργία, που σημασία δεν έδωσε σε ό,τι συνέβαινε έξω. Ο νεαρός κοίταξε τριγύρω του. Κανείς δεν είχε μείνει πια στο σπίτι και η γυναίκα συνέχισε να βαρά το τύμπανό της. Τότε εκείνος σήκωσε μια μεγάλη και φαρδιά κατσαρόλα γεμάτη με παγωμένο νερό και την άδειασε όλη στο κεφάλι της λυκογυναίκας. Έπειτα τη φόρεσε στο κεφάλι και στους ώμους της. Η γυναίκα αμέσως ανατρίχιασε ολόκληρη κι έπεσε νεκρή, όπως συμβαίνει άλλωστε σε όλους τους σαμάνους όταν κάτι τους βγάζει απότομα από την έκστασή τους. Ο νεαρός βγήκε έξω από το σπίτι και ανακατεύτηκε με το πλήθος, παίρνοντας ύφος αθώου.</p><br><p>Μετά από λίγο, μέσα στη σύγχιση που επικρατούσε, φώναξε: “Μα τι στεκόμαστε και κάνουμε εδώ, έχουμε αφήσει τη σαμάνα μόνη μέσα στο σπίτι! Δεν είναι σωστό!”. Το πλήθος τότε βιάστηκε να ξαναγυρίσει στο σπίτι και όταν ο γέρος είδε τη σαμάνα νεκρή και μισοκρυμμένη μέσα στην κατσαρόλα, είπε όλο απελπισία: “Αλίμονο! Αλίμονο! Σαν να μην έφτανε που έχασα τον γιο μου, τώρα συνέβη και το χειρότερο, να πεθάνει μια λυκογυναίκα μέσα στο σπίτι μας! Τα παιδιά της σίγουρα θα θελήσουν να πάρουν εκδίκηση τώρα! Καλύτερα να πέσουμε να πεθάνουμε όλοι αυτή τη στιγμή! Ω Θεέ μου!” και συνέχισε ξεσπάζοντας σε λυγμούς, “Τι συμφορά μας βρήκε! Ας την πάρει κάποιος να την πάει σπίτι της!”.</p><br><p>Αλλά όλοι τους φοβόντουσαν πολύ και κανείς δεν ήθελε να την πάει. Ο γέρος τότε άρχισε να παρακαλά τον νεαρό επισκέπτη να φορτώσει τη λυκογυναίκα στο άλογό του και να την πάει αυτός πίσω σπίτι της. Ο νεαρός του είπε: “Μα πώς να το κάνω εγώ αυτό; Θα με κάνουν χίλια κομμάτια σαν με δουν.” Ο γέρος, που είχε μια πόλη όμορφη κόρη, του είπε:</p><p>Σε ικετεύω να πάρεις τη λυκογυναίκα από εδώ! Αν γυρίσεις πίσω ζωντανός θα σου δώσω τη νεαρή κόρη μου για γυναίκα.</p><p>Καλά τότε, είπε ο νεαρός. Αλλά ακόμη δεν είμαι σίγουρος γι αυτό. Και ποιος μου λέει εμένα ότι αν γυρίσω πίσω εσύ δεν θα αθετήσεις τον λόγο σου και δεν θα μου δώσεις τίποτα για αντάλλαγμα;</p><p>Ποτέ δεν θα το έκανα αυτό! διαμαρτυρήθηκε τότε ο γέρος. Θα σου φερθώ έντιμα.</p><p>Ας είναι. Σκότωσε δυο αγριόκοτες και δώσε μου τις κύστες τους γεμάτες με φρέσκο και ζεστό αίμα.</p><br><p>Πήρε τις κύστες και τις έβαλε κάτω από τις μασχάλες του. Έπειτα, έπιασε και κάρφωσε στις σόλες των παπουτσιών του καρφιά τόσο βαθιά που του τρύπησαν τις φτέρνες. Πήρε τότε τη λυκογυναίκα και τη φόρτωσε στη σέλα του. Την έδεσε καλά αλλά όχι και πολύ σφιχτά. Έτσι φαινόταν ότι η γυναίκα καβαλούσε το άλογο ζωντανή. Πήραν το δρόμο μέχρι που έφτασαν στο σπίτι των λύκων:</p><p>Ουου! ακούστηκε το αλύχτισμα των λυκόπαιδων. Έρχεται η μάνα μας, έρχεται η μάνα μας!</p><p>Ήρεμα τώρα, τους είπε ο νεαρός. Το άλογό μου είναι πολύ φοβιτσιάρικο και θέλει προσοχή να μη γίνει κανένα λάθος.</p><br><p>Γρήγορα, έδωσε μια στα πλευρά του αλόγου με τα καρφιά των παπουτσιών του κι εκείνο τινάχτηκε ολόκληρο. Ο νεαρός έπεσε στο έδαφος και μαζί του σωριάστηκε και η λυκογυναίκα, σα σακί. Οι κύστες που κουβαλούσε έσκασαν και γέμισε ο τόπος αίμα, με τα σώματα του νεαρού και της γυναίκας πεσμένα πλάι πλάι. Τα λυκόπαιδα βλέποντάς το αυτό, είπαν: “Αδερφοί μου! Η μητέρα μας πέθανε, αλλά ακόμη χειρότερο είναι που σκοτώσαμε και αυτόν τον νεαρό με την απροσεξία μας! Σίγουρα οι αδερφοί και οι αδερφές του θα έρθουν να μας βρουν για να εκδικηθούν τον θάνατό του”.</p><br><p>Πλησίασαν το σώμα του νεαρού και τον κοίταξαν καλά. Το αίμα έτρεχε ποτάμι από τα μπράτσα και τα πόδια του: “Ουου! Ουου! Πώς να τον ξαναφέρουμε στη ζωή;”. Τον έπιασαν από τα χέρια και τα πόδια και τον ταρακούνησαν λέγοντας: “Ζήσε, σε παρακαλούμε ζήσε! Μην πεθάνεις εδώ, θα σου δώσουμε την όμορφη αδερφή μας για γυναίκα σου!”. Τον καθάρισαν, έκλαψαν από πάνω του, τον τάισαν καλά και τον φρόντισαν και ο νεαρός προσποιήθηκε ότι σιγά σιγά αισθάνθηκε καλύτερα. Μετά από μερικά αδύναμα “Ωχ, ωχ” συνήλθε εντελώς. “Αχ! είπαν τότε τα λυκόπαιδα στην αδερφή τους, “είδες την καλή μας την τύχη; Αυτός ο άνδρας πέθαινε και μόλις του είπαμε ότι θα του δίναμε εσένα για γυναίκα, ξανάνιωσε!”</p><br><p>Έτσι ο νεαρός πήρε την κοπέλα και ξεκίνησε να γυρίσει πίσω:</p><p>Υποσχέσου μας, του είπαν τα λυκόπαιδα πριν φύγει, ότι σαν πας πίσω στον τόπο σου δεν θα πεις σε κανέναν ότι παραλίγο να σε σκοτώσουμε, εντάξει;</p><p>Σας το υπόσχομαι, τους διαβεβαίωσε ο νεαρός και κάλπασε μακριά με τη νέα του νύφη.</p><p>Οι δυο τους έφτασαν στον γέρο:</p><p>Επέστρεψα και είμαι ζωντανός, φώναξε ο νεαρός. Που είναι η κοπέλα;</p><p>Εδώ είναι, είπε ο γέρος και του παρουσίασε την κόρη του. Ευτυχώς που γύρισες πίσω και είσαι καλά, είναι δική σου τώρα!</p><br><p>Ο νεαρός πήρε και την άλλη κοπέλα και γύρισε πίσω στον αδερφό του με δυο νύφες και τρία άλογα. Ο αδερφός του είπε:</p><p>Λείπεις τόσο καιρό που ήμουν σίγουρος ότι είχες πεθάνει. Αλλά βλέπω ότι, όχι μόνο δεν πέθανες, αλλά γύρισες με δυο καλλονές!</p><p>Έτσι είναι, είπε περήφανα ο νεαρός και κατεβαίνοντας από το άλογο πήγε και αμέσως έκοψε το κεφάλι της γυναίκας του αδερφού του. Ορίστε λοιπόν! Τώρα δεν θα έχεις πια άλλους εραστές της στο σπίτι σου!</p><br><p>Έδωσε στον αδερφό του την κόρη του γέρου και για τον εαυτό του κράτησε το λυκοκόριτσο. Και από εκείνη την ημέρα έζησαν όλοι μαζί στο ίδιο σπίτι.</p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></itunes:summary>
		</item>
		<item>
			<title>Ιστορία του Τσάουν</title>
			<itunes:title>Ιστορία του Τσάουν</itunes:title>
			<pubDate>Mon, 31 May 2021 16:25:20 GMT</pubDate>
			<itunes:duration>9:47</itunes:duration>
			<enclosure url="https://sphinx.acast.com/p/open/s/6013ebce985ab977d52addcc/e/60b50df07f43d000125e2c84/media.mp3" length="10850001" type="audio/mpeg"/>
			<guid isPermaLink="false">60b50df07f43d000125e2c84</guid>
			<itunes:explicit>false</itunes:explicit>
			<link>https://www.karakaxa.org/%CE%B5%CF%80%CE%B5%CE%B9%CF%83%CF%8C%CE%B4%CE%B9%CE%B1</link>
			<acast:episodeId>60b50df07f43d000125e2c84</acast:episodeId>
			<acast:showId>6013ebce985ab977d52addcc</acast:showId>
			<acast:episodeUrl>mitos34</acast:episodeUrl>
			<acast:settings><![CDATA[FYjHyZbXWHZ7gmX8Pp1rmbKbhgrQiwYShz70Q9/ffXZMTtedvdcRQbP4eiLMjXzCKLPjEYLpGj+NMVKa+5C8pL4u/EOj1Vw4h5MMJYp0lCcFAe0fnxBJy/1ju4Qxy1fh8gO4DvlGA40yms2g0/hOkcrfHIopjTygHFqGwwOPKFIai4SuTvs86Lx3UYCyl6Zs+WO4fC9bB8/2bSJALEZpunHdJA38/ZCmkJMYOTmjFjr1hwPFz2JLTUaPHlicWhOoZGEOW74XU7OO0FrBNsmv3t4bTyK+3rQ/bHzODFNNkG34s1d58tAYGgakYTFo6UVM]]></acast:settings>
			<itunes:subtitle>Μίτος</itunes:subtitle>
			<itunes:episodeType>full</itunes:episodeType>
			<itunes:episode>34</itunes:episode>
			<itunes:image href="https://assets.pippa.io/shows/6013ebce985ab977d52addcc/1622478261993-75abf91a4ae7a9a28dd7fbbafb750d94.jpeg"/>
			<description><![CDATA[<p>Οι Λαμούτ, από τους παλιότερους λαούς της Σιβηρίας και άμεσοι απόγονοι των Τσάκτσι, μας λένε μια ιστορία για την απληστία και τη διάθεση να αλλάξει κανείς τους τρόπους του.</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Περιέχει ανθρωποφαγία, παιδοκτονία </p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>Ηχητικά εφέ: freesound.org</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ</p><br><p>Ιστορία του Τσάουν</p><br><p>Κάποτε, στον τόπο του Τσάουν, ήταν ένα άνδρας Λαμούτ ο οποίος ταξίδεψε μέχρι το Ανατολικό Ακρωτήρι να βρει δέρματα φώκιας. Πήγαινε και πήγαινε, μέχρι που έφτασε στο τέρμα της χώρας. Μαζί του είχε τη γυναίκα του και τον γιο του, ένα νεαρό και ζωηρό παιδί. Όλος ο τόπος ήταν πέρα για πέρα έρημος και δεν φαινόταν άλλος άνθρωπος πουθενά. Ο νεαρός τότε είπε στους γονείς του:</p><p>Θα πάω να βρω και άλλους ανθρώπους.</p><p>Όχι, μην πας γιε μου, τον ξόρκισε ο πατέρας του. Θα χαθείς και στο κάτω κάτω δεν θα βρεις και κανέναν άλλον άνθρωπο.</p><p>Κι εγώ σου λέω ότι θα βρω και μάλιστα θα πάρω για γυναίκα μου και μια από τις κόρες τους. </p><br><p>Έτσι ξεκίνησε το ταξίδι του με τα παγοπέδιλά του και μετά από πολύ καιρό έφτασε μπροστά σ΄ έναν ποταμό που του ήταν τελείως άγνωστος. Εκεί βρήκε και μια μεγάλη κατασκήνωση. Υπήρχαν πολλές σκηνές στημένες σε δυο ομάδες. Σε μια από αυτές τις σκηνές ζούσε κι ένας άνδρας που είχε μια μονάκριβη κόρη. Ο νεαρός μπήκε στη σκηνή αυτή και έζησε μαζί τους ως ο υιοθετημένος γαμπρός. Μια μέρα ο πεθερός του του είπε: “Πάμε στο ποτάμι να πιάσουμε ψάρια!”.</p><br><p>Ο ποταμός σ΄ ένα κομμάτι του γινόταν ιδιαίτερα φαρδύς και το νερό εκεί κυλούσε άφθονο. Για εκεί κατευθύνθηκαν και μιας και ο νεαρός ήταν γεμάτος ενέργεια, έφτασε πρώτος στο σημείο αυτό. Χωρίς καθυστέρηση, έριξε την καθετή του στο ποτάμι και πολύ σύντομα ένιωσε κάτι βαρύ να τραβά την άκρη της. Την τράβηξε από το νερό και τότε είδε πως είχε πιάσει ένα μικρό παιδί που του φαινόταν για ανθρώπινο. Φοβήθηκε πολύ και έριξε το παιδί πίσω στο νερό. Μετά από λίγο ξαναέριξε την καθετή του στον ποταμό και να σου πάλι αμέσως τράβηξε έξω άλλο ένα ανθρώπινο παιδί. Το πέταξε κι αυτό πάλι στο νερό, ενώ στο μεταξύ άρχισαν να καταφτάνουν και οι υπόλοιποι ψαράδες:</p><p>Γιατί πετάς τα ψάρια πίσω στο νερό αφού τα έπιασες; τον ρώτησε ο πεθερός του θυμωμένα. Με αυτόν τον τρόπο θα φέρεις κακοτυχία στην ψαριά μας και να ξέρεις ότι από αυτήν ζούμε. Θα καταστραφούμε!</p><p>Ω, είπε σαστισμένα ο νεαρός, μα έπιασα ένα ανθρώπινο παιδί και φοβήθηκα!</p><p>Τι να σου πω τώρα, τι ανθρώπινο παιδί και βλακείες, ψάρι έπιασες! Δεν ντρέπεσαι να μας κοροϊδεύεις έτσι; Καλύτερα να φύγεις. Έκανα λάθος γιατί σε νόμιζα αξιόπιστο άτομο’’. Άντε, δρόμο, δεν είσαι πια γαμπρός μου!</p><br><p>Έριξαν τότε κι αυτοί τις καθετές τους στα νερά του ποταμού και μετά από λίγο έβγαλαν κι αυτοί ένα μικρό ανθρώπινο παιδί. Το έβγαλαν και το μαγείρεψαν στη φωτιά. Έπειτα έκατσαν και έφαγαν καλά και σαν τελείωσαν γύρισαν στην κατασκήνωση.</p><br><p>Ο νεαρός γαμπρός θύμωσε πολύ. Ξαναέριξε την καθετή του με την ελπίδα να πιάσει αρκετά ψάρια. Πράγματι, έπιανε πολλά το ένα μετά το άλλο και όλα τα ψάρια που έπιανε ήταν ανθρώπινα. Σύντομα είχε μαζέψει ένα σωρό από δαύτα. Τα κάλυψε με κλαδιά και πέτρες και αργά πια το βράδυ γύρισε στη σκηνή του πεθερού του:</p><p>Μα που ήσουν και τι έκανες όλη τη μέρα; τον ρώτησε εκείνος αυστηρά.</p><p>Ψάρευα όλη μέρα.</p><p>Και λοιπόν; Έπιασες τίποτα;</p><p>Έπιασα πολλά, ένα σωρό και τα κάλυψα με κλαδιά και πέτρες.</p><p>Μπράβο, είσαι στ’ αλήθεια άξιος για γαμπρός μου, του είπε τότε ο γέρος άνδρας όλο χαρά.</p><br><p>Σιγά σιγά ερχόταν και η άνοιξη. Όπου υπήρχε χιόνι, το κάλυπτε ένα σκληρό στρώμα από πάγο. Ο γέρος άνδρας είπε μια μέρα: “Ας πάμε να κυνηγήσουμε νεαρούς άγριους τάρανδους”. Βγήκαν με τα παγοπέδιλά τους και βρέθηκαν σ΄ ένα δάσος. Ο άντρας είπε τότε στον γαμπρό του: “Εσύ να περιμένεις εδώ, κρυμμένος πίσω από αυτό το δέντρο. Εμείς θα οδηγήσουμε τους τάρανδους προς το μέρος σου κι εσύ τότε θα τους σκοτώσεις έναν έναν”. Ο νεαρός υπάκουα, κρύφτηκε πίσω από το δέντρο κι ετοίμασε το τόξο του. Μετά από λίγο, με μεγάλη έκπληξη, είδε να περνάνε από δίπλα του δυο γίγαντες, γυμνοί με μαλλιά που έφταναν μέχρι το έδαφος. Τόσο πολύ φοβήθηκε ο καημένος που δεν τόλμησε να τους ρίξει. </p><br><p>Ήρθαν τότε και οι άλλοι κυνηγοί: </p><p>Λοιπόν; ρώτησε ο γέρος άνδρας τον νεαρό. Τους σκότωσες;</p><p>Μα ποιον να σκοτώσω; δυο γίγαντες πέρασαν από εδώ και οι δυο τους γυμνοί με κάτι μαλλιά μέχρι κάτω, δεν τόλμησα να τους ρίξω…</p><p>Αχ! είπε θυμωμένος ο πεθερός του. Αυτοί δεν ήταν γίγαντες, ήταν νεαροί τάρανδοι. Κοίτα τώρα, μας χάλασες το κυνήγι μας. Από αυτό ζούμε, δεν καταλαβαίνεις; Φύγε από μπροστά μου, είχα άδικο που σε νόμιζα έμπιστο άτομο. Δεν είσαι πια γαμπρός μου, να φύγεις και από το σπίτι μου και να μην ξαναπλησιάσεις την οικογένειά μου.</p><br><p>Και οι κυνηγοί πήγαν σπίτια τους. Ο νεαρός είχε τώρα γίνει έξω φρενών. Έτρεξε όλο πείσμα πίσω στο δάσος και άρχισε να ψάχνει μήπως και αυτοί οι ανθρώπινοι τάρανδοι είχαν αφήσει πίσω τους χνάρια. Τα βρήκε και τα ακολούθησε. Μετά από αρκετή διαδρομή είδε επιτέλους μπροστά του τους γιγάντιους γυμνούς άνδρες. Ήταν ξαπλωμένοι στο έδαφος, δίπλα σε κάτι δέντρα και κοιμόντουσαν βαθιά. Προσεχτικά, ώστε να μην κάνει τον παραμικρό θόρυβο, ο νεαρός τους πλησίασε και έδεσε τα μαλλιά τους στα κοντινά δέντρα. Στη συνέχεια μάζεψε μπόλικα χλωρά και ξερά φύλλα και άναψε φωτιά, φροντίζοντας ο άνεμος να κατευθύνει τον καπνό επάνω στους γίγαντες. Έτσι και αυτοί πέθαναν από τον καπνό. </p><br><p>Αργά το βράδυ, ο νεαρός γύρισε σπίτι του:</p><p>Πού ήσουν όλη την ημέρα και τι έκανες; τον ρώτησε ο πεθερός του.</p><p>Βρήκα αυτούς τους τάρανδους και τους σκότωσα και τους δύο.</p><br><p>Όλη η φυλή χάρηκε πολύ με αυτά τα νέα. Τώρα είχαν όλοι τους άφθονο φαγητό μα ο νεαρός δεν ήθελε να φάει ούτε μια μπουκιά. Έτσι έσφαζαν γι αυτόν αληθινούς τάρανδους και του έδιναν να φάει. Μια μέρα η γυναίκα του, του είπε:</p><p>Ξέρεις, όλοι έχουν θυμώσει πολύ μαζί σου που πρέπει να σφάζουν συνέχεια τάρανδους για να τρως μόνο εσύ. Σχεδιάζουν να σκοτώσουν κι εσένα. Νομίζω ήρθε καιρός να γυρίσεις πίσω στον τόπο σου.</p><p>Κι εσύ; Θέλεις να έρθεις μαζί μου;</p><p>Ναι θέλω.</p><p>Και τι θα τρως στον δικό μου τον τόπο;</p><p>Θα τρώω ψάρια και τάρανδους, δεν θέλω πια να τρώω ανθρώπινη σάρκα.</p><br><p>Έτσι, μια μέρα που η γυναίκα είχε αναλάβει να προσέχει το κοπάδι των τάρανδων που έβοσκε, απογυμνώθηκε τελείως και πήγε στη σκηνή του πατέρα της όπου και βρήκε καινούρια ρούχα. Τα φόρεσε και μαζί με τον άντρα της έφυγαν τρέχοντας από την κατασκήνωση. Ταξίδεψαν και ταξίδεψαν μέχρι που έφτασαν στο πατρικό του νεαρού. Ο πατέρας του έβαλε την κοπέλα να περπατήσει τρεις φορές γύρω από τη φωτιά κι έτσι να αλλάξει μυαλά. Μετά από αυτό, ο νεαρός και η γυναίκα του έφυγαν κι από εκεί και πήγαν και εγκαταστάθηκαν αλλού, ακόμη πιο μακριά όπου και έζησαν για το υπόλοιπο της ζωής τους.</p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></description>
			<itunes:summary><![CDATA[<p>Οι Λαμούτ, από τους παλιότερους λαούς της Σιβηρίας και άμεσοι απόγονοι των Τσάκτσι, μας λένε μια ιστορία για την απληστία και τη διάθεση να αλλάξει κανείς τους τρόπους του.</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Περιέχει ανθρωποφαγία, παιδοκτονία </p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>Ηχητικά εφέ: freesound.org</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ</p><br><p>Ιστορία του Τσάουν</p><br><p>Κάποτε, στον τόπο του Τσάουν, ήταν ένα άνδρας Λαμούτ ο οποίος ταξίδεψε μέχρι το Ανατολικό Ακρωτήρι να βρει δέρματα φώκιας. Πήγαινε και πήγαινε, μέχρι που έφτασε στο τέρμα της χώρας. Μαζί του είχε τη γυναίκα του και τον γιο του, ένα νεαρό και ζωηρό παιδί. Όλος ο τόπος ήταν πέρα για πέρα έρημος και δεν φαινόταν άλλος άνθρωπος πουθενά. Ο νεαρός τότε είπε στους γονείς του:</p><p>Θα πάω να βρω και άλλους ανθρώπους.</p><p>Όχι, μην πας γιε μου, τον ξόρκισε ο πατέρας του. Θα χαθείς και στο κάτω κάτω δεν θα βρεις και κανέναν άλλον άνθρωπο.</p><p>Κι εγώ σου λέω ότι θα βρω και μάλιστα θα πάρω για γυναίκα μου και μια από τις κόρες τους. </p><br><p>Έτσι ξεκίνησε το ταξίδι του με τα παγοπέδιλά του και μετά από πολύ καιρό έφτασε μπροστά σ΄ έναν ποταμό που του ήταν τελείως άγνωστος. Εκεί βρήκε και μια μεγάλη κατασκήνωση. Υπήρχαν πολλές σκηνές στημένες σε δυο ομάδες. Σε μια από αυτές τις σκηνές ζούσε κι ένας άνδρας που είχε μια μονάκριβη κόρη. Ο νεαρός μπήκε στη σκηνή αυτή και έζησε μαζί τους ως ο υιοθετημένος γαμπρός. Μια μέρα ο πεθερός του του είπε: “Πάμε στο ποτάμι να πιάσουμε ψάρια!”.</p><br><p>Ο ποταμός σ΄ ένα κομμάτι του γινόταν ιδιαίτερα φαρδύς και το νερό εκεί κυλούσε άφθονο. Για εκεί κατευθύνθηκαν και μιας και ο νεαρός ήταν γεμάτος ενέργεια, έφτασε πρώτος στο σημείο αυτό. Χωρίς καθυστέρηση, έριξε την καθετή του στο ποτάμι και πολύ σύντομα ένιωσε κάτι βαρύ να τραβά την άκρη της. Την τράβηξε από το νερό και τότε είδε πως είχε πιάσει ένα μικρό παιδί που του φαινόταν για ανθρώπινο. Φοβήθηκε πολύ και έριξε το παιδί πίσω στο νερό. Μετά από λίγο ξαναέριξε την καθετή του στον ποταμό και να σου πάλι αμέσως τράβηξε έξω άλλο ένα ανθρώπινο παιδί. Το πέταξε κι αυτό πάλι στο νερό, ενώ στο μεταξύ άρχισαν να καταφτάνουν και οι υπόλοιποι ψαράδες:</p><p>Γιατί πετάς τα ψάρια πίσω στο νερό αφού τα έπιασες; τον ρώτησε ο πεθερός του θυμωμένα. Με αυτόν τον τρόπο θα φέρεις κακοτυχία στην ψαριά μας και να ξέρεις ότι από αυτήν ζούμε. Θα καταστραφούμε!</p><p>Ω, είπε σαστισμένα ο νεαρός, μα έπιασα ένα ανθρώπινο παιδί και φοβήθηκα!</p><p>Τι να σου πω τώρα, τι ανθρώπινο παιδί και βλακείες, ψάρι έπιασες! Δεν ντρέπεσαι να μας κοροϊδεύεις έτσι; Καλύτερα να φύγεις. Έκανα λάθος γιατί σε νόμιζα αξιόπιστο άτομο’’. Άντε, δρόμο, δεν είσαι πια γαμπρός μου!</p><br><p>Έριξαν τότε κι αυτοί τις καθετές τους στα νερά του ποταμού και μετά από λίγο έβγαλαν κι αυτοί ένα μικρό ανθρώπινο παιδί. Το έβγαλαν και το μαγείρεψαν στη φωτιά. Έπειτα έκατσαν και έφαγαν καλά και σαν τελείωσαν γύρισαν στην κατασκήνωση.</p><br><p>Ο νεαρός γαμπρός θύμωσε πολύ. Ξαναέριξε την καθετή του με την ελπίδα να πιάσει αρκετά ψάρια. Πράγματι, έπιανε πολλά το ένα μετά το άλλο και όλα τα ψάρια που έπιανε ήταν ανθρώπινα. Σύντομα είχε μαζέψει ένα σωρό από δαύτα. Τα κάλυψε με κλαδιά και πέτρες και αργά πια το βράδυ γύρισε στη σκηνή του πεθερού του:</p><p>Μα που ήσουν και τι έκανες όλη τη μέρα; τον ρώτησε εκείνος αυστηρά.</p><p>Ψάρευα όλη μέρα.</p><p>Και λοιπόν; Έπιασες τίποτα;</p><p>Έπιασα πολλά, ένα σωρό και τα κάλυψα με κλαδιά και πέτρες.</p><p>Μπράβο, είσαι στ’ αλήθεια άξιος για γαμπρός μου, του είπε τότε ο γέρος άνδρας όλο χαρά.</p><br><p>Σιγά σιγά ερχόταν και η άνοιξη. Όπου υπήρχε χιόνι, το κάλυπτε ένα σκληρό στρώμα από πάγο. Ο γέρος άνδρας είπε μια μέρα: “Ας πάμε να κυνηγήσουμε νεαρούς άγριους τάρανδους”. Βγήκαν με τα παγοπέδιλά τους και βρέθηκαν σ΄ ένα δάσος. Ο άντρας είπε τότε στον γαμπρό του: “Εσύ να περιμένεις εδώ, κρυμμένος πίσω από αυτό το δέντρο. Εμείς θα οδηγήσουμε τους τάρανδους προς το μέρος σου κι εσύ τότε θα τους σκοτώσεις έναν έναν”. Ο νεαρός υπάκουα, κρύφτηκε πίσω από το δέντρο κι ετοίμασε το τόξο του. Μετά από λίγο, με μεγάλη έκπληξη, είδε να περνάνε από δίπλα του δυο γίγαντες, γυμνοί με μαλλιά που έφταναν μέχρι το έδαφος. Τόσο πολύ φοβήθηκε ο καημένος που δεν τόλμησε να τους ρίξει. </p><br><p>Ήρθαν τότε και οι άλλοι κυνηγοί: </p><p>Λοιπόν; ρώτησε ο γέρος άνδρας τον νεαρό. Τους σκότωσες;</p><p>Μα ποιον να σκοτώσω; δυο γίγαντες πέρασαν από εδώ και οι δυο τους γυμνοί με κάτι μαλλιά μέχρι κάτω, δεν τόλμησα να τους ρίξω…</p><p>Αχ! είπε θυμωμένος ο πεθερός του. Αυτοί δεν ήταν γίγαντες, ήταν νεαροί τάρανδοι. Κοίτα τώρα, μας χάλασες το κυνήγι μας. Από αυτό ζούμε, δεν καταλαβαίνεις; Φύγε από μπροστά μου, είχα άδικο που σε νόμιζα έμπιστο άτομο. Δεν είσαι πια γαμπρός μου, να φύγεις και από το σπίτι μου και να μην ξαναπλησιάσεις την οικογένειά μου.</p><br><p>Και οι κυνηγοί πήγαν σπίτια τους. Ο νεαρός είχε τώρα γίνει έξω φρενών. Έτρεξε όλο πείσμα πίσω στο δάσος και άρχισε να ψάχνει μήπως και αυτοί οι ανθρώπινοι τάρανδοι είχαν αφήσει πίσω τους χνάρια. Τα βρήκε και τα ακολούθησε. Μετά από αρκετή διαδρομή είδε επιτέλους μπροστά του τους γιγάντιους γυμνούς άνδρες. Ήταν ξαπλωμένοι στο έδαφος, δίπλα σε κάτι δέντρα και κοιμόντουσαν βαθιά. Προσεχτικά, ώστε να μην κάνει τον παραμικρό θόρυβο, ο νεαρός τους πλησίασε και έδεσε τα μαλλιά τους στα κοντινά δέντρα. Στη συνέχεια μάζεψε μπόλικα χλωρά και ξερά φύλλα και άναψε φωτιά, φροντίζοντας ο άνεμος να κατευθύνει τον καπνό επάνω στους γίγαντες. Έτσι και αυτοί πέθαναν από τον καπνό. </p><br><p>Αργά το βράδυ, ο νεαρός γύρισε σπίτι του:</p><p>Πού ήσουν όλη την ημέρα και τι έκανες; τον ρώτησε ο πεθερός του.</p><p>Βρήκα αυτούς τους τάρανδους και τους σκότωσα και τους δύο.</p><br><p>Όλη η φυλή χάρηκε πολύ με αυτά τα νέα. Τώρα είχαν όλοι τους άφθονο φαγητό μα ο νεαρός δεν ήθελε να φάει ούτε μια μπουκιά. Έτσι έσφαζαν γι αυτόν αληθινούς τάρανδους και του έδιναν να φάει. Μια μέρα η γυναίκα του, του είπε:</p><p>Ξέρεις, όλοι έχουν θυμώσει πολύ μαζί σου που πρέπει να σφάζουν συνέχεια τάρανδους για να τρως μόνο εσύ. Σχεδιάζουν να σκοτώσουν κι εσένα. Νομίζω ήρθε καιρός να γυρίσεις πίσω στον τόπο σου.</p><p>Κι εσύ; Θέλεις να έρθεις μαζί μου;</p><p>Ναι θέλω.</p><p>Και τι θα τρως στον δικό μου τον τόπο;</p><p>Θα τρώω ψάρια και τάρανδους, δεν θέλω πια να τρώω ανθρώπινη σάρκα.</p><br><p>Έτσι, μια μέρα που η γυναίκα είχε αναλάβει να προσέχει το κοπάδι των τάρανδων που έβοσκε, απογυμνώθηκε τελείως και πήγε στη σκηνή του πατέρα της όπου και βρήκε καινούρια ρούχα. Τα φόρεσε και μαζί με τον άντρα της έφυγαν τρέχοντας από την κατασκήνωση. Ταξίδεψαν και ταξίδεψαν μέχρι που έφτασαν στο πατρικό του νεαρού. Ο πατέρας του έβαλε την κοπέλα να περπατήσει τρεις φορές γύρω από τη φωτιά κι έτσι να αλλάξει μυαλά. Μετά από αυτό, ο νεαρός και η γυναίκα του έφυγαν κι από εκεί και πήγαν και εγκαταστάθηκαν αλλού, ακόμη πιο μακριά όπου και έζησαν για το υπόλοιπο της ζωής τους.</p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></itunes:summary>
		</item>
		<item>
			<title>Η Ιστορία του Κόρακα</title>
			<itunes:title>Η Ιστορία του Κόρακα</itunes:title>
			<pubDate>Fri, 28 May 2021 08:27:41 GMT</pubDate>
			<itunes:duration>18:01</itunes:duration>
			<enclosure url="https://sphinx.acast.com/p/open/s/6013ebce985ab977d52addcc/e/60b000d5db9229001206007e/media.mp3" length="21044583" type="audio/mpeg"/>
			<guid isPermaLink="false">60b000d5db9229001206007e</guid>
			<itunes:explicit>false</itunes:explicit>
			<link>https://www.karakaxa.org/%CE%B5%CF%80%CE%B5%CE%B9%CF%83%CF%8C%CE%B4%CE%B9%CE%B1</link>
			<acast:episodeId>60b000d5db9229001206007e</acast:episodeId>
			<acast:showId>6013ebce985ab977d52addcc</acast:showId>
			<acast:episodeUrl>mitos33</acast:episodeUrl>
			<acast:settings><![CDATA[FYjHyZbXWHZ7gmX8Pp1rmbKbhgrQiwYShz70Q9/ffXZMTtedvdcRQbP4eiLMjXzCKLPjEYLpGj+NMVKa+5C8pL4u/EOj1Vw4h5MMJYp0lCcFAe0fnxBJy/1ju4Qxy1fh8gO4DvlGA40yms2g0/hOkcrfHIopjTygHFqGwwOPKFIai4SuTvs86Lx3UYCyl6Zs+WO4fC9bB8/2bSJALEZpunHdJA38/ZCmkJMYOTmjFjr9AOSn/1cyxIxZd4p26jBU/fy9/WNvWwoKuhbHiVCBUZEePhU93hY+VEvjDcs8p+TPUCBtCUuGk7JBwgV5V+tu]]></acast:settings>
			<itunes:subtitle>Μίτος</itunes:subtitle>
			<itunes:episodeType>full</itunes:episodeType>
			<itunes:episode>33</itunes:episode>
			<itunes:image href="https://assets.pippa.io/shows/6013ebce985ab977d52addcc/1622146972918-027eb98d107e67a210be19f326d33e43.jpeg"/>
			<description><![CDATA[<p>Οι Κόλυμα λοιπόν από τη Σιβηρία μιλούν για τιμή, την αξία της οικογένειας και πως όλοι μας είμαστε ίσοι - οικογένεια και μη.</p><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Περιέχει έντονες σκηνές βίας, ανθρωποφαγία</p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>Ηχητικά εφέ: freesound.org</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ</p><br><p>Η Ιστορία του Κόρακα</p><br><p>Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε ένας άντρας με τη γυναίκα του. Δεν είχαν μήτε γιο μήτε κόρη. Μια μέρα που συζητούσαν οι δυο τους, είπε η γυναίκα στον άντρα της: “Λοιπόν γέρο μου, τι λες να κάνουμε; Γερνάμε και δεν έχουμε παιδιά. Ποιος θα μας φροντίσει όταν γεράσουμε; Ποιος θα μας θρέφει;”. Από εκείνη την ημέρα προσευχήθηκαν και προσευχήθηκαν στον Θεό μέχρι που Εκείνος τους εισάκουσε και τους ευλόγησε με μια κόρη. Εκείνη μεγάλωσε γρήγορα και σύντομα έγινε γυναίκα. Μια μέρα που είχε βγει να μαζέψει μούρα στο δάσος, την είδε ο Κορακάνθρωπος, την έπιασε και την πήρε μακριά.</p><br><p>Το ηλικιωμένο πια ζευγάρι περιπλανήθηκε αρκετό καιρό ψάχνοντας την κόρη του, αλλά μάταια, δεν την βρήκαν πουθενά. Ξαναπροσευχήθηκαν και προσευχήθηκαν στον Θεό να τους δώσει αυτή τη φορά έναν γιο. Ο Θεός για άλλη μια φορά τους άκουσε και τους έδωσε έναν γιο. Τον φρόντισαν και τον έθρεψαν και σύντομα έγινε ολόκληρος άντρας. Ρώτησε τότε τους γονείς του: “Μητέρα, πατέρα, δεν είχατε ποτέ άλλο παιδί εκτός από εμένα; Δεν είχατε ποτέ μια κόρη ή έναν γιο; Θα ήθελα να είχα ένα αδερφάκι”. Μα εκείνοι δεν του είπαν την αλήθεια: “Δεν είχαμε ποτέ άλλο παιδί”.</p><br><p>Μια μέρα, το αγόρι είχε βγει έξω και έριχνε τα βέλη του προς κάθε κατεύθυνση. Ένα από αυτά μπήκε από την καμινάδα στο σπίτι της γριάς Κατωδέρμα. Το αγόρι άρχισε να τρέμει ολόκληρο από το φόβο του, αλλά παρόλ΄ αυτά πήγε έξω από το σπίτι της να ζητήσει πίσω το βέλος του. Η γριά Κατωδέρμα βγήκε στην αυλή να τον προϋπαντήσει: “Κακό, κακό αγόρι. Γιατί μου φέρεσαι με αυτόν τον κακό τρόπο, είμαι μια ανυπεράσπιστη γυναίκα, γιατί ρίχνεις τα βέλη σου κατά το σπίτι μου; Αντί να τα ρίχνεις κατά δω, δεν τα ρίχνεις καλύτερα στον Κορακάνθρωπο; Στο κάτω κάτω αυτός άρπαξε την αδερφή σου!”. Το αγόρι δεν πίστευε στα αυτιά του με αυτά τα νέα και μόλις πήγε σπίτι του, είπε στους γονείς του: “Αχ πατέρα και μητέρα! Εσείς δεν θέλατε να μάθω για την κακοτυχία της αδερφής μου, αλλά η γριά Κατωδέρμα μου τα είπε όλα. Τώρα δεν μπορείτε να με σταματήσετε, θα πάω να βρω και να φέρω πίσω την αδερφή μου”.</p><br><p>Ξεκίνησε το ταξίδι του και μετά από πολύ δρόμο, συνάντησε ένα σπίτι στη μέση της ερήμου. Μπήκε μέσα και να σου η αδερφή του που καθόταν σε έναν πάγκο:</p><p>Γιατί ήρθες να με βρεις; του είπε αναστατωμένη. Αν σε βρει εδώ ο Κορακάνθρωπος θα σε σκοτώσει!</p><p>Αχ! Ώστε στ’ αλήθεια αυτός σ΄ έχει αρπάξει! Ας έρθει να με σκοτώσει, δεν θα διστάσω ούτε στιγμή!</p><br><p>Η αδερφή του τότε του έβαλε να φάει και να πιει. Μετά από λίγο κατέφτασε κι ο Κόρακας. Έκραξε τρεις φορές, προσγειώθηκε στη στέγη του σπιτιού και έπειτα μεταμορφώθηκε σ΄ έναν νεαρό άνδρα. Ο Κορακάνθρωπος μπήκε στο σπίτι, μύρισε έντονα τον αέρα και μετά από λίγο είπε: “Α! Α! Α! Δεν το είδαμε, δεν το ακούσαμε, ο Ρώσος ήρθε να μας βρει από μόνος του. Και δεν είναι και κανένας ξένος, είναι ο γαμπρός μου! Πήγαινε γυναίκα και φέρε μας καρύδια να διασκεδάσουμε”. Η γυναίκα τότε έφερε στους άντρες τέσσερις ντουζίνες σιδερένια καρύδια. Οι δυο άντρες βάλθηκαν να σπάνε τα καρύδια, αλλά ενώ ο αδερφός πάλευε να σπάσει έστω και ένα, ο Κορακάνθρωπος είχε ήδη σπάσει τέσσερα. Είπε τότε στη γυναίκα του: “Ετοίμασέ μας τώρα τον ατμό να κάνουμε το μπάνιο μας” και η γυναίκα πήγε κι ετοίμασε τον ατμό στο ειδικό καλυβάκι έξω από το σπίτι. Ο Κόρακας είπε:</p><p>Μπες πρώτος.</p><p>Όχι, εσύ να μπεις πρώτος, του απάντησε ο γαμπρός του.</p><br><p>Αλλά ο Κόρακας κατάφερε να ξεγελάσει τον νεαρό και με μια γρήγορη κίνηση τον έσπρωξε μέσα στο σπιτάκι με τον ατμό που ήταν τόσο ζεστό ώστε ο αδερφός ψήθηκε. Μετά από λίγο ο Κόρακας έβγαλε το σώμα του αδερφού από το καλυβάκι κι έφαγε όλη τη σάρκα που βρήκε να φάει. Γύρισε μετά σπίτι του και είπε στη γυναίκα του: “Πήγαινε και μάζεψε τα κόκκαλα του αδερφού σου, καθάρισέ τα, βάλε τα σ΄ ένα σακί και κρέμασε τα από ένα δέντρο”. Η κοπέλα άρχισε να κλαίει γοερά και δεν σταμάτησε να κλαίει για πολλές μέρες. Έπειτα, έραψε έναν σάκο, πήγε και μάζεψε όλα τα κόκκαλα του αδερφού της, τα έβαλε μέσα στον σάκο και τον κρέμασε από ένα δέντρο. </p><br><p>Οι γονείς περίμεναν και περίμεναν, αλλά ο γιος τους δεν γύρισε ποτέ σπίτι. Τα γεροντάκια τότε άρχισαν πάλι να προσεύχονται και να παρακαλούν τον Θεό να τους χαρίσει ακόμα ένα παιδί, αγόρι ή κορίτσι. Ο Θεός τους έδωσε άλλον έναν γιο. Το αγόρι μεγάλωσε και μια μέρα ρώτησε τους γονείς του: “Μητέρα, πατέρα, δεν είχατε πριν από μένα άλλα παιδιά, αγόρια ή κορίτσια;”. Οι γονείς του αυτή τη φορά αρνήθηκαν την ύπαρξη άλλων παιδιών ακόμη πιο έντονα από πριν, γιατί φοβόντουσαν μήπως τους φύγει κι αυτός. </p><br><p>Μια μέρα το αγόρι βγήκε να παίξει με το τόξο και τα βέλη του κι εκεί που τα έριχνε δεξιά και αριστερά, ένα έπεσε μέσα από την καμινάδα στο σπίτι της γριάς Κατωδέρμα. Εκείνη βγήκε έξαλλη έξω να δει ποιος το είχε ρίξει και σαν είδε τον νεαρό να τρέμει ολόκληρος, άρχισε να τον μαλώνει: “Γιατί ρίχνεις τα βέλη σου κατά δω; Είμαι γριά κι ανυπεράσπιστη, ρίξε καλύτερα να πετύχεις τον Κορακάνθρωπο, αυτόν που άρπαξε την αδερφή σου και σκότωσε τον αδερφό σου”. Πληγωμένος και θυμωμένος, ο νεαρός βιάστηκε να γυρίσει σπίτι του και σαν είχε μπροστά του τους γονείς του είπε: “Αχ μάνα και πατέρα, γιατί δεν&nbsp;μου το είπατε; Μου τα είπε όλα όμως η γριά Κατωδέρμα. Μου είπε πως είχα μια αδερφή κι έναν αδερφό και σας τους στέρησε και τους δυο ο Κορακάνθρωπος. Θέλετε δεν θέλετε, θα πάω να τους βρω, όσο και να διαμαρτυρηθείτε. Φεύγω τώρα”. Οι γονείς του τότε δοκίμασαν με κλάματα, απειλές και παρακάλια να τον αποτρέψουν από το να κάνει αυτό το ταξίδι. Μα το παιδί τους δεν τους άκουσε και ξεκίνησε αμέσως το ταξίδι του. </p><br><p>Μετά από ένα μακρύ ταξίδι, βρέθηκε κι αυτός μπροστά στο σπίτι στη μέση της ερήμου. Μέσα καθόταν η αδερφή του:</p><p>Γιατί ήρθες; του είπε κλαίγοντας. Θα σε καταβροχθήσει!</p><p>Ας το κάνει λοιπόν, δεν θα δείξω δισταγμό. Έφαγε τον αδερφό μου κι εγώ δεν είμαι ούτε καλύτερος ούτε χειρότερος από εκείνον.</p><br><p>Η αδερφή του τότε τον τάισε και τον πότισε και οι δυο τους έκατσαν και περίμεναν τον ερχομό του Κόρακα. Μετά από λίγο έφτασε κι αυτός κράζοντας “Φαγητό! Φαγητό! Φαγητό!”. Προσγειώθηκε στη στέγη και μεταμορφώθηκε σε νεαρό άνδρα. Μόλις μπήκε σπίτι του είπε: “Α! Α! Α! Δεν ακούσαμε τίποτα, δεν είδαμε κανέναν, αλλά το μικρό ρωσικό τσουβάλι από κόκκαλα ήρθε σε μας από μόνο του. Και δεν είναι διόλου ξένο, είναι ο γαμπρός μου! Πήγαινε γυναίκα και φέρε μας σιδερένια καρύδια. Θα το διασκεδάσουμε!” Πήγε η κοπέλα και έφερε τέσσερις ντουζίνες σιδερένια καρύδια και οι δυο άντρες άρχισαν να τα σπάνε. Ο Κόρακας είχε ήδη σπάσει τρία, όταν ο γαμπρός του ακόμη πάλευε να σπάσει ένα. Είπε τότε στη γυναίκα του: “Πήγαινε να μας ετοιμάσεις τον ατμό να κάνουμε οι δυο μας μπάνιο”. Εκείνη τον ετοίμασε και όταν πήγαν οι δυο νεαροί μπροστά στο καλυβάκι, ο Κόρακας είπε:</p><p>Μπες πρώτος.</p><p>Όχι, να μπεις εσύ πρώτος, του απάντησε ο γαμπρός του.</p><br><p>Ο Κόρακας με μια γρήγορη κίνηση έσπρωξε τον νεαρό μέσα και έκλεισε την πόρτα καλά πίσω του. Ο νεαρός γαμπρός του ψήθηκε ζωντανός και μετά από λίγο ο Κόρακας τράβηξε το σώμα του έξω και του έφαγε τη σάρκα. Γύρισε σπίτι του και είπε στη γυναίκα του: “Μάζεψε και καθάρισε τα κόκκαλά του, βάλε τα σ΄ ένα σακί και κρέμασέ το από το δέντρο”. Η γυναίκα του έκλαψε και έκλαψε με μαύρο δάκρυ για τον χαμό του αδερφού της και όταν τα δάκρυά της στέρεψαν, πήγε και μάζεψε τα κόκκαλά του, ακόμη και τα πιο μικρά και τα έβαλε σ΄ ένα σακί το οποίο και κρέμασε από ένα δέντρο. </p><br><p>Οι γονείς πάλι περίμεναν και περίμεναν, αλλά ο γιος τους δεν γύρισε ποτέ. Και πώς θα μπορούσε να γυρίσει; Γονάτισαν τότε και είπαν: “Θεέ μου, δώσε μας έναν γιο ή μια κόρη!” Ο Θεός τους άκουσε και για τελευταία φορά, τους έστειλε έναν γιο. Το αγόρι μεγάλωσε και έγινε πολύ δυνατό. Μια μέρα ρώτησε τους γονείς του: “Πατέρα, μητέρα, είχα ποτέ μου άλλα αδέλφια;” Αλλά οι γονείς του δεν του απάντησαν, παρέμειναν σιωπηλοί από φόβο μήπως και χάσουν και αυτόν. Έτσι το αγόρι βγήκε έξω να κάνει τοξοβολία και ένα από τα βέλη του κατέληξε μέσα στο σπίτι της γριάς Κατωδέρμα, μέσα από την καμινάδα. Η γριά έξω φρενών βγήκε έξω με το βέλος στο χέρι και είδε το αγόρι να στέκεται στην αυλή της: “Γιατί μου ρίχνεις βρε άμυαλο αγόρι; Εμένα που είμαι γριά κι ανυπεράσπιστη; Δεν ρίχνεις καλύτερα στον Κορακάνθρωπο που άρπαξε την αδερφή σου και κατέστρεψε τους αδερφούς σου; Αυτός είναι καλύτερος στόχος από εμένα!” Το αγόρι έβγαλε μια κραυγή αγωνίας και πήγε αμέσως σπίτι του: “Μάνα, πατέρα, εσείς μπορεί να μην μου είπατε την αλήθεια, αλλά η γριά Κατωδέρμα μου τα πρόλαβε όλα. Ο Κορακάνθρωπος πήρε μακριά την αδερφή μου και εξαφάνισε τους αδερφούς μου. Θα πάω να τον βρω με ή χωρίς την ευλογία σας”. Οι γονείς του κόντεψαν να πεθάνουν από θλίψη με αυτή την ανακοίνωση του γιού τους. Το αγόρι όμως ήταν αποφασισμένο κι έφυγε.</p><br><p>Ταξίδεψε και ταξίδεψε ώσπου βρήκε το σπιτάκι στη μέση της ερήμου, μπήκε μέσα και είδε την αδερφή του να κάθεται στον πάγκο. Εκείνη σηκώθηκε, μιας και τον αναγνώρισε αμέσως, και με δάκρυα στα μάτια του είπε:</p><p>Γιατί ήρθες; Θα σε φάει όπως έφαγε και τους άλλους δυο.</p><p>Άστον να το κάνει, έφαγε τα αδέρφια μου, ας μας εξαφανίσει όλους αφού αυτό θέλει, δεν θα αντισταθώ.</p><br><p>Η αδερφή του τον φίλεψε φαΐ και ποτό και περίμεναν και οι δυο τους υπομονετικά τον ερχομό&nbsp;του Κόρακα. Ο Κόρακας έφτασε κράζοντας “Φαγητό! Φαγητό! Φαγητό!”. Έπειτα προσγειώθηκε στην σκεπή του σπιτιού και μεταμορφώθηκε σε καρδαμωμένο άνδρα. Σαν φάνηκε στο κατώφλι του σπιτιού άρχισε να λέει: “Α! Α! Α! Δεν ακούσαμε τίποτα ούτε και είδαμε κανέναν. Αυτά τα ρώσικα κόκκαλα ήρθαν εδώ από μόνα τους και δεν είναι ξένα, του γαμπρού μου είναι! Γυναίκα φέρε μας τα σιδερένια καρύδια να διασκεδάσουμε λίγο!” Η γυναίκα έφερε τέσσερις ντουζίνες σιδερένια καρύδια και οι δυο άνδρες βάλθηκαν να τα σπάνε. Μα αυτή τη φορά, πριν ο Κόρακας σπάσει έστω κι ένα καρύδι, ο γαμπρός του είχε ήδη σπάσει τρία:</p><p>Α! Α!, είπε ο Κορακάνθρωπος, είσαι καλός εσύ αδερφέ&nbsp;μου, σπας τα καρύδια πιο γρήγορα κι από εμένα!</p><p>Μα, δεν είναι κάτι δύσκολο, αποκρίθηκε ο νεαρός άνδρας, κάνω μόνο αυτό που ξέρω να κάνω.</p><p>Πολύ καλά, είπε ελαφρά ενοχλημένος ο Κόρακας, πήγαινε τώρα γυναίκα να μας ετοιμάσεις τον ατμό να κάνουμε το μπάνιο μας. Θέλουμε να ζεστάνουμε τα κοκκαλάκια μας!</p><br><p>Και η γυναίκα του Κόρακα πήγε και ετοίμασε τον ατμό ενώ τα δάκρυα της έτρεχαν ποτάμι. Το πρόσωπό της πρήστηκε από το κλάμα και όταν γύρισε πίσω σπίτι και την είδε έτσι ο Κορακάνθρωπος, της είπε:</p><p>Έλα τώρα γυναίκα μου, πάλι έκλαιγες; Καλό θα ήταν να σταματούσες αυτή σου τη συνήθεια γιατί μπορεί να με αναγκάσεις να σε καταπιώ μια μέρα!</p><p>Αδερφέ μου! φώναξε τάχα μου έκπληκτος ο νεαρός. Ώστε καταπίνεις ανθρώπινα πλάσματα;</p><p>Ω, όχι, όχι, απάντησε χαμογελώντας ο Κόρακας, ένα αστείο που κάνουμε μεταξύ μας είναι και τίποτα άλλο. Αλλά, έλα τώρα γαμπρέ μου, ας πάμε τώρα να πάρουμε το μπάνιο μας. Θα πρέπει να είσαι κουρασμένος μετά από τόσο μακρύ ταξίδι.</p><br><p>Όταν οι δυο τους βρέθηκαν έξω από το καλύβι με τον ατμό, είπε ο ένας στον άλλο:</p><p>Μπες πρώτος.</p><p>Εσύ να μπεις πρώτος, είσαι ο φιλοξενούμενος μου.</p><p>Κι εσύ ο οικοδεσπότης!</p><br><p>Και με αυτό, ο νεαρός έσπρωξε τον Κόρακα μέσα στο καλύβι, αμπάρωσε την πόρτα πίσω του και του έβαλε φωτιά να καεί και ο Κόρακας και το καλύβι. Σαν είχε καεί για τα καλά, μάζεψε τις στάχτες και τις σκόρπισε στον άνεμο. Έπειτα ρώτησε την αδερφή του: “Πού είναι τα κόκκαλα των αδερφών μας;”. Εκείνη σκαρφάλωσε στο δέντρο που ήταν κρεμασμένα τα σακιά και τα κατέβασε. Ο νεαρός τότε μπήκε στην αποθήκη του Κόρακα και την έκανε άνω κάτω μέχρι που βρήκε ένα μπουκάλι με το ελιξίριο της Ζωής και της Νιότης. Πήρε τα κόκκαλα του μεγαλύτερου αδερφού και τα ένωσε όλα σωστά. Έπειτα τα ράντισε με το ελιξίριο τρεις φορές. Την πρώτη φορά, τα κόκκαλα καλύφθηκαν με σάρκα. Τη δεύτερη, όλο το σώμα το κάλυψε δέρμα και την τρίτη, ο μεγαλύτερος αδερφός σηκώθηκε όρθιος και είπε:</p><p>Αχ! Κοιμήθηκα πολύ αλλά τώρα αισθάνομαι φρεσκότατος!</p><p>Αδερφέ μου, αν δεν ήμουν εγώ δεν θα είχες ξυπνήσει ποτέ σου!</p><br><p>Έκανε τότε το ίδιο και για τον άλλο αδερφό, ο οποίος και ξανάνιωσε σαν τον πρώτο. Οι τρεις τους τότε φορτώθηκαν όλα τα καλά που βρήκαν στο σπίτι του Κορακάνθρωπου και μαζί με την αδερφή τους, επέστρεψαν όλοι σπίτι. Αγκάλιασαν τους γονείς τους σφιχτά μόλις τους είδαν και εκείνοι πλημμύρισαν χαρά. Μάλιστα τόσο συγκινήθηκαν που ευθύς μεταμορφώθηκαν σε φλαμουριές και έζησαν στο πλευρό τον παιδιών τους για πολύ καιρό ακόμα.</p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></description>
			<itunes:summary><![CDATA[<p>Οι Κόλυμα λοιπόν από τη Σιβηρία μιλούν για τιμή, την αξία της οικογένειας και πως όλοι μας είμαστε ίσοι - οικογένεια και μη.</p><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Περιέχει έντονες σκηνές βίας, ανθρωποφαγία</p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>Ηχητικά εφέ: freesound.org</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ</p><br><p>Η Ιστορία του Κόρακα</p><br><p>Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε ένας άντρας με τη γυναίκα του. Δεν είχαν μήτε γιο μήτε κόρη. Μια μέρα που συζητούσαν οι δυο τους, είπε η γυναίκα στον άντρα της: “Λοιπόν γέρο μου, τι λες να κάνουμε; Γερνάμε και δεν έχουμε παιδιά. Ποιος θα μας φροντίσει όταν γεράσουμε; Ποιος θα μας θρέφει;”. Από εκείνη την ημέρα προσευχήθηκαν και προσευχήθηκαν στον Θεό μέχρι που Εκείνος τους εισάκουσε και τους ευλόγησε με μια κόρη. Εκείνη μεγάλωσε γρήγορα και σύντομα έγινε γυναίκα. Μια μέρα που είχε βγει να μαζέψει μούρα στο δάσος, την είδε ο Κορακάνθρωπος, την έπιασε και την πήρε μακριά.</p><br><p>Το ηλικιωμένο πια ζευγάρι περιπλανήθηκε αρκετό καιρό ψάχνοντας την κόρη του, αλλά μάταια, δεν την βρήκαν πουθενά. Ξαναπροσευχήθηκαν και προσευχήθηκαν στον Θεό να τους δώσει αυτή τη φορά έναν γιο. Ο Θεός για άλλη μια φορά τους άκουσε και τους έδωσε έναν γιο. Τον φρόντισαν και τον έθρεψαν και σύντομα έγινε ολόκληρος άντρας. Ρώτησε τότε τους γονείς του: “Μητέρα, πατέρα, δεν είχατε ποτέ άλλο παιδί εκτός από εμένα; Δεν είχατε ποτέ μια κόρη ή έναν γιο; Θα ήθελα να είχα ένα αδερφάκι”. Μα εκείνοι δεν του είπαν την αλήθεια: “Δεν είχαμε ποτέ άλλο παιδί”.</p><br><p>Μια μέρα, το αγόρι είχε βγει έξω και έριχνε τα βέλη του προς κάθε κατεύθυνση. Ένα από αυτά μπήκε από την καμινάδα στο σπίτι της γριάς Κατωδέρμα. Το αγόρι άρχισε να τρέμει ολόκληρο από το φόβο του, αλλά παρόλ΄ αυτά πήγε έξω από το σπίτι της να ζητήσει πίσω το βέλος του. Η γριά Κατωδέρμα βγήκε στην αυλή να τον προϋπαντήσει: “Κακό, κακό αγόρι. Γιατί μου φέρεσαι με αυτόν τον κακό τρόπο, είμαι μια ανυπεράσπιστη γυναίκα, γιατί ρίχνεις τα βέλη σου κατά το σπίτι μου; Αντί να τα ρίχνεις κατά δω, δεν τα ρίχνεις καλύτερα στον Κορακάνθρωπο; Στο κάτω κάτω αυτός άρπαξε την αδερφή σου!”. Το αγόρι δεν πίστευε στα αυτιά του με αυτά τα νέα και μόλις πήγε σπίτι του, είπε στους γονείς του: “Αχ πατέρα και μητέρα! Εσείς δεν θέλατε να μάθω για την κακοτυχία της αδερφής μου, αλλά η γριά Κατωδέρμα μου τα είπε όλα. Τώρα δεν μπορείτε να με σταματήσετε, θα πάω να βρω και να φέρω πίσω την αδερφή μου”.</p><br><p>Ξεκίνησε το ταξίδι του και μετά από πολύ δρόμο, συνάντησε ένα σπίτι στη μέση της ερήμου. Μπήκε μέσα και να σου η αδερφή του που καθόταν σε έναν πάγκο:</p><p>Γιατί ήρθες να με βρεις; του είπε αναστατωμένη. Αν σε βρει εδώ ο Κορακάνθρωπος θα σε σκοτώσει!</p><p>Αχ! Ώστε στ’ αλήθεια αυτός σ΄ έχει αρπάξει! Ας έρθει να με σκοτώσει, δεν θα διστάσω ούτε στιγμή!</p><br><p>Η αδερφή του τότε του έβαλε να φάει και να πιει. Μετά από λίγο κατέφτασε κι ο Κόρακας. Έκραξε τρεις φορές, προσγειώθηκε στη στέγη του σπιτιού και έπειτα μεταμορφώθηκε σ΄ έναν νεαρό άνδρα. Ο Κορακάνθρωπος μπήκε στο σπίτι, μύρισε έντονα τον αέρα και μετά από λίγο είπε: “Α! Α! Α! Δεν το είδαμε, δεν το ακούσαμε, ο Ρώσος ήρθε να μας βρει από μόνος του. Και δεν είναι και κανένας ξένος, είναι ο γαμπρός μου! Πήγαινε γυναίκα και φέρε μας καρύδια να διασκεδάσουμε”. Η γυναίκα τότε έφερε στους άντρες τέσσερις ντουζίνες σιδερένια καρύδια. Οι δυο άντρες βάλθηκαν να σπάνε τα καρύδια, αλλά ενώ ο αδερφός πάλευε να σπάσει έστω και ένα, ο Κορακάνθρωπος είχε ήδη σπάσει τέσσερα. Είπε τότε στη γυναίκα του: “Ετοίμασέ μας τώρα τον ατμό να κάνουμε το μπάνιο μας” και η γυναίκα πήγε κι ετοίμασε τον ατμό στο ειδικό καλυβάκι έξω από το σπίτι. Ο Κόρακας είπε:</p><p>Μπες πρώτος.</p><p>Όχι, εσύ να μπεις πρώτος, του απάντησε ο γαμπρός του.</p><br><p>Αλλά ο Κόρακας κατάφερε να ξεγελάσει τον νεαρό και με μια γρήγορη κίνηση τον έσπρωξε μέσα στο σπιτάκι με τον ατμό που ήταν τόσο ζεστό ώστε ο αδερφός ψήθηκε. Μετά από λίγο ο Κόρακας έβγαλε το σώμα του αδερφού από το καλυβάκι κι έφαγε όλη τη σάρκα που βρήκε να φάει. Γύρισε μετά σπίτι του και είπε στη γυναίκα του: “Πήγαινε και μάζεψε τα κόκκαλα του αδερφού σου, καθάρισέ τα, βάλε τα σ΄ ένα σακί και κρέμασε τα από ένα δέντρο”. Η κοπέλα άρχισε να κλαίει γοερά και δεν σταμάτησε να κλαίει για πολλές μέρες. Έπειτα, έραψε έναν σάκο, πήγε και μάζεψε όλα τα κόκκαλα του αδερφού της, τα έβαλε μέσα στον σάκο και τον κρέμασε από ένα δέντρο. </p><br><p>Οι γονείς περίμεναν και περίμεναν, αλλά ο γιος τους δεν γύρισε ποτέ σπίτι. Τα γεροντάκια τότε άρχισαν πάλι να προσεύχονται και να παρακαλούν τον Θεό να τους χαρίσει ακόμα ένα παιδί, αγόρι ή κορίτσι. Ο Θεός τους έδωσε άλλον έναν γιο. Το αγόρι μεγάλωσε και μια μέρα ρώτησε τους γονείς του: “Μητέρα, πατέρα, δεν είχατε πριν από μένα άλλα παιδιά, αγόρια ή κορίτσια;”. Οι γονείς του αυτή τη φορά αρνήθηκαν την ύπαρξη άλλων παιδιών ακόμη πιο έντονα από πριν, γιατί φοβόντουσαν μήπως τους φύγει κι αυτός. </p><br><p>Μια μέρα το αγόρι βγήκε να παίξει με το τόξο και τα βέλη του κι εκεί που τα έριχνε δεξιά και αριστερά, ένα έπεσε μέσα από την καμινάδα στο σπίτι της γριάς Κατωδέρμα. Εκείνη βγήκε έξαλλη έξω να δει ποιος το είχε ρίξει και σαν είδε τον νεαρό να τρέμει ολόκληρος, άρχισε να τον μαλώνει: “Γιατί ρίχνεις τα βέλη σου κατά δω; Είμαι γριά κι ανυπεράσπιστη, ρίξε καλύτερα να πετύχεις τον Κορακάνθρωπο, αυτόν που άρπαξε την αδερφή σου και σκότωσε τον αδερφό σου”. Πληγωμένος και θυμωμένος, ο νεαρός βιάστηκε να γυρίσει σπίτι του και σαν είχε μπροστά του τους γονείς του είπε: “Αχ μάνα και πατέρα, γιατί δεν&nbsp;μου το είπατε; Μου τα είπε όλα όμως η γριά Κατωδέρμα. Μου είπε πως είχα μια αδερφή κι έναν αδερφό και σας τους στέρησε και τους δυο ο Κορακάνθρωπος. Θέλετε δεν θέλετε, θα πάω να τους βρω, όσο και να διαμαρτυρηθείτε. Φεύγω τώρα”. Οι γονείς του τότε δοκίμασαν με κλάματα, απειλές και παρακάλια να τον αποτρέψουν από το να κάνει αυτό το ταξίδι. Μα το παιδί τους δεν τους άκουσε και ξεκίνησε αμέσως το ταξίδι του. </p><br><p>Μετά από ένα μακρύ ταξίδι, βρέθηκε κι αυτός μπροστά στο σπίτι στη μέση της ερήμου. Μέσα καθόταν η αδερφή του:</p><p>Γιατί ήρθες; του είπε κλαίγοντας. Θα σε καταβροχθήσει!</p><p>Ας το κάνει λοιπόν, δεν θα δείξω δισταγμό. Έφαγε τον αδερφό μου κι εγώ δεν είμαι ούτε καλύτερος ούτε χειρότερος από εκείνον.</p><br><p>Η αδερφή του τότε τον τάισε και τον πότισε και οι δυο τους έκατσαν και περίμεναν τον ερχομό του Κόρακα. Μετά από λίγο έφτασε κι αυτός κράζοντας “Φαγητό! Φαγητό! Φαγητό!”. Προσγειώθηκε στη στέγη και μεταμορφώθηκε σε νεαρό άνδρα. Μόλις μπήκε σπίτι του είπε: “Α! Α! Α! Δεν ακούσαμε τίποτα, δεν είδαμε κανέναν, αλλά το μικρό ρωσικό τσουβάλι από κόκκαλα ήρθε σε μας από μόνο του. Και δεν είναι διόλου ξένο, είναι ο γαμπρός μου! Πήγαινε γυναίκα και φέρε μας σιδερένια καρύδια. Θα το διασκεδάσουμε!” Πήγε η κοπέλα και έφερε τέσσερις ντουζίνες σιδερένια καρύδια και οι δυο άντρες άρχισαν να τα σπάνε. Ο Κόρακας είχε ήδη σπάσει τρία, όταν ο γαμπρός του ακόμη πάλευε να σπάσει ένα. Είπε τότε στη γυναίκα του: “Πήγαινε να μας ετοιμάσεις τον ατμό να κάνουμε οι δυο μας μπάνιο”. Εκείνη τον ετοίμασε και όταν πήγαν οι δυο νεαροί μπροστά στο καλυβάκι, ο Κόρακας είπε:</p><p>Μπες πρώτος.</p><p>Όχι, να μπεις εσύ πρώτος, του απάντησε ο γαμπρός του.</p><br><p>Ο Κόρακας με μια γρήγορη κίνηση έσπρωξε τον νεαρό μέσα και έκλεισε την πόρτα καλά πίσω του. Ο νεαρός γαμπρός του ψήθηκε ζωντανός και μετά από λίγο ο Κόρακας τράβηξε το σώμα του έξω και του έφαγε τη σάρκα. Γύρισε σπίτι του και είπε στη γυναίκα του: “Μάζεψε και καθάρισε τα κόκκαλά του, βάλε τα σ΄ ένα σακί και κρέμασέ το από το δέντρο”. Η γυναίκα του έκλαψε και έκλαψε με μαύρο δάκρυ για τον χαμό του αδερφού της και όταν τα δάκρυά της στέρεψαν, πήγε και μάζεψε τα κόκκαλά του, ακόμη και τα πιο μικρά και τα έβαλε σ΄ ένα σακί το οποίο και κρέμασε από ένα δέντρο. </p><br><p>Οι γονείς πάλι περίμεναν και περίμεναν, αλλά ο γιος τους δεν γύρισε ποτέ. Και πώς θα μπορούσε να γυρίσει; Γονάτισαν τότε και είπαν: “Θεέ μου, δώσε μας έναν γιο ή μια κόρη!” Ο Θεός τους άκουσε και για τελευταία φορά, τους έστειλε έναν γιο. Το αγόρι μεγάλωσε και έγινε πολύ δυνατό. Μια μέρα ρώτησε τους γονείς του: “Πατέρα, μητέρα, είχα ποτέ μου άλλα αδέλφια;” Αλλά οι γονείς του δεν του απάντησαν, παρέμειναν σιωπηλοί από φόβο μήπως και χάσουν και αυτόν. Έτσι το αγόρι βγήκε έξω να κάνει τοξοβολία και ένα από τα βέλη του κατέληξε μέσα στο σπίτι της γριάς Κατωδέρμα, μέσα από την καμινάδα. Η γριά έξω φρενών βγήκε έξω με το βέλος στο χέρι και είδε το αγόρι να στέκεται στην αυλή της: “Γιατί μου ρίχνεις βρε άμυαλο αγόρι; Εμένα που είμαι γριά κι ανυπεράσπιστη; Δεν ρίχνεις καλύτερα στον Κορακάνθρωπο που άρπαξε την αδερφή σου και κατέστρεψε τους αδερφούς σου; Αυτός είναι καλύτερος στόχος από εμένα!” Το αγόρι έβγαλε μια κραυγή αγωνίας και πήγε αμέσως σπίτι του: “Μάνα, πατέρα, εσείς μπορεί να μην μου είπατε την αλήθεια, αλλά η γριά Κατωδέρμα μου τα πρόλαβε όλα. Ο Κορακάνθρωπος πήρε μακριά την αδερφή μου και εξαφάνισε τους αδερφούς μου. Θα πάω να τον βρω με ή χωρίς την ευλογία σας”. Οι γονείς του κόντεψαν να πεθάνουν από θλίψη με αυτή την ανακοίνωση του γιού τους. Το αγόρι όμως ήταν αποφασισμένο κι έφυγε.</p><br><p>Ταξίδεψε και ταξίδεψε ώσπου βρήκε το σπιτάκι στη μέση της ερήμου, μπήκε μέσα και είδε την αδερφή του να κάθεται στον πάγκο. Εκείνη σηκώθηκε, μιας και τον αναγνώρισε αμέσως, και με δάκρυα στα μάτια του είπε:</p><p>Γιατί ήρθες; Θα σε φάει όπως έφαγε και τους άλλους δυο.</p><p>Άστον να το κάνει, έφαγε τα αδέρφια μου, ας μας εξαφανίσει όλους αφού αυτό θέλει, δεν θα αντισταθώ.</p><br><p>Η αδερφή του τον φίλεψε φαΐ και ποτό και περίμεναν και οι δυο τους υπομονετικά τον ερχομό&nbsp;του Κόρακα. Ο Κόρακας έφτασε κράζοντας “Φαγητό! Φαγητό! Φαγητό!”. Έπειτα προσγειώθηκε στην σκεπή του σπιτιού και μεταμορφώθηκε σε καρδαμωμένο άνδρα. Σαν φάνηκε στο κατώφλι του σπιτιού άρχισε να λέει: “Α! Α! Α! Δεν ακούσαμε τίποτα ούτε και είδαμε κανέναν. Αυτά τα ρώσικα κόκκαλα ήρθαν εδώ από μόνα τους και δεν είναι ξένα, του γαμπρού μου είναι! Γυναίκα φέρε μας τα σιδερένια καρύδια να διασκεδάσουμε λίγο!” Η γυναίκα έφερε τέσσερις ντουζίνες σιδερένια καρύδια και οι δυο άνδρες βάλθηκαν να τα σπάνε. Μα αυτή τη φορά, πριν ο Κόρακας σπάσει έστω κι ένα καρύδι, ο γαμπρός του είχε ήδη σπάσει τρία:</p><p>Α! Α!, είπε ο Κορακάνθρωπος, είσαι καλός εσύ αδερφέ&nbsp;μου, σπας τα καρύδια πιο γρήγορα κι από εμένα!</p><p>Μα, δεν είναι κάτι δύσκολο, αποκρίθηκε ο νεαρός άνδρας, κάνω μόνο αυτό που ξέρω να κάνω.</p><p>Πολύ καλά, είπε ελαφρά ενοχλημένος ο Κόρακας, πήγαινε τώρα γυναίκα να μας ετοιμάσεις τον ατμό να κάνουμε το μπάνιο μας. Θέλουμε να ζεστάνουμε τα κοκκαλάκια μας!</p><br><p>Και η γυναίκα του Κόρακα πήγε και ετοίμασε τον ατμό ενώ τα δάκρυα της έτρεχαν ποτάμι. Το πρόσωπό της πρήστηκε από το κλάμα και όταν γύρισε πίσω σπίτι και την είδε έτσι ο Κορακάνθρωπος, της είπε:</p><p>Έλα τώρα γυναίκα μου, πάλι έκλαιγες; Καλό θα ήταν να σταματούσες αυτή σου τη συνήθεια γιατί μπορεί να με αναγκάσεις να σε καταπιώ μια μέρα!</p><p>Αδερφέ μου! φώναξε τάχα μου έκπληκτος ο νεαρός. Ώστε καταπίνεις ανθρώπινα πλάσματα;</p><p>Ω, όχι, όχι, απάντησε χαμογελώντας ο Κόρακας, ένα αστείο που κάνουμε μεταξύ μας είναι και τίποτα άλλο. Αλλά, έλα τώρα γαμπρέ μου, ας πάμε τώρα να πάρουμε το μπάνιο μας. Θα πρέπει να είσαι κουρασμένος μετά από τόσο μακρύ ταξίδι.</p><br><p>Όταν οι δυο τους βρέθηκαν έξω από το καλύβι με τον ατμό, είπε ο ένας στον άλλο:</p><p>Μπες πρώτος.</p><p>Εσύ να μπεις πρώτος, είσαι ο φιλοξενούμενος μου.</p><p>Κι εσύ ο οικοδεσπότης!</p><br><p>Και με αυτό, ο νεαρός έσπρωξε τον Κόρακα μέσα στο καλύβι, αμπάρωσε την πόρτα πίσω του και του έβαλε φωτιά να καεί και ο Κόρακας και το καλύβι. Σαν είχε καεί για τα καλά, μάζεψε τις στάχτες και τις σκόρπισε στον άνεμο. Έπειτα ρώτησε την αδερφή του: “Πού είναι τα κόκκαλα των αδερφών μας;”. Εκείνη σκαρφάλωσε στο δέντρο που ήταν κρεμασμένα τα σακιά και τα κατέβασε. Ο νεαρός τότε μπήκε στην αποθήκη του Κόρακα και την έκανε άνω κάτω μέχρι που βρήκε ένα μπουκάλι με το ελιξίριο της Ζωής και της Νιότης. Πήρε τα κόκκαλα του μεγαλύτερου αδερφού και τα ένωσε όλα σωστά. Έπειτα τα ράντισε με το ελιξίριο τρεις φορές. Την πρώτη φορά, τα κόκκαλα καλύφθηκαν με σάρκα. Τη δεύτερη, όλο το σώμα το κάλυψε δέρμα και την τρίτη, ο μεγαλύτερος αδερφός σηκώθηκε όρθιος και είπε:</p><p>Αχ! Κοιμήθηκα πολύ αλλά τώρα αισθάνομαι φρεσκότατος!</p><p>Αδερφέ μου, αν δεν ήμουν εγώ δεν θα είχες ξυπνήσει ποτέ σου!</p><br><p>Έκανε τότε το ίδιο και για τον άλλο αδερφό, ο οποίος και ξανάνιωσε σαν τον πρώτο. Οι τρεις τους τότε φορτώθηκαν όλα τα καλά που βρήκαν στο σπίτι του Κορακάνθρωπου και μαζί με την αδερφή τους, επέστρεψαν όλοι σπίτι. Αγκάλιασαν τους γονείς τους σφιχτά μόλις τους είδαν και εκείνοι πλημμύρισαν χαρά. Μάλιστα τόσο συγκινήθηκαν που ευθύς μεταμορφώθηκαν σε φλαμουριές και έζησαν στο πλευρό τον παιδιών τους για πολύ καιρό ακόμα.</p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></itunes:summary>
		</item>
		<item>
			<title>Το Νεραϊδένιο Δαχτυλίδι</title>
			<itunes:title>Το Νεραϊδένιο Δαχτυλίδι</itunes:title>
			<pubDate>Mon, 24 May 2021 17:25:50 GMT</pubDate>
			<itunes:duration>17:53</itunes:duration>
			<enclosure url="https://sphinx.acast.com/p/open/s/6013ebce985ab977d52addcc/e/60abe19f7a5ead0013a345b0/media.mp3" length="19726865" type="audio/mpeg"/>
			<guid isPermaLink="false">60abe19f7a5ead0013a345b0</guid>
			<itunes:explicit>false</itunes:explicit>
			<link>https://www.karakaxa.org/%CE%B5%CF%80%CE%B5%CE%B9%CF%83%CF%8C%CE%B4%CE%B9%CE%B1</link>
			<acast:episodeId>60abe19f7a5ead0013a345b0</acast:episodeId>
			<acast:showId>6013ebce985ab977d52addcc</acast:showId>
			<acast:episodeUrl>mitos32</acast:episodeUrl>
			<acast:settings><![CDATA[FYjHyZbXWHZ7gmX8Pp1rmbKbhgrQiwYShz70Q9/ffXZMTtedvdcRQbP4eiLMjXzCKLPjEYLpGj+NMVKa+5C8pL4u/EOj1Vw4h5MMJYp0lCcFAe0fnxBJy/1ju4Qxy1fh8gO4DvlGA40yms2g0/hOkcrfHIopjTygHFqGwwOPKFIai4SuTvs86Lx3UYCyl6Zs+WO4fC9bB8/2bSJALEZpunHdJA38/ZCmkJMYOTmjFjq+knhoqkh799FwwUjd2ubmwbUxKI440HEAzrAj8YKevtjZzlRKrQq/Spbo1M9psBVDXTO7MT8UBSv2FWfc6n1T]]></acast:settings>
			<itunes:subtitle>Μίτος</itunes:subtitle>
			<itunes:episodeType>full</itunes:episodeType>
			<itunes:episode>32</itunes:episode>
			<itunes:image href="https://assets.pippa.io/shows/6013ebce985ab977d52addcc/1621876757118-a4882f43608b35455aaee8bff0d14aee.jpeg"/>
			<description><![CDATA[<p>Μια Ελληνική λαϊκή ιστορία από την Πελοπόννησο μας αφηγείται πως τα άμυαλα και ανυπόμονα νιάτα περνούν μια περιπέτεια που κάποια άλλη, αρνούμενη τις ρίζες της έβαλε σε τροχιά... χωρίς να το ξέρει!</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Δεν περιέχει ευαίσθητο υλικό </p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>Ηχητικά εφέ: freesound.org - ειδική αναφορά στο κομμάτι που παίζει για την άφιξη των νεράιδων στον κόσμο των θνητών: Joost van Balkom, Bert Vogelds και klankbeeld</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ</p><br><p>Το Νεραϊδένιο Δαχτυλίδι</p><br><p>Ο Πέτρος Γκούρας! Το όνομα αντιλαλούσε σε ολόκληρη την Πελοπόννησο! Όποιο στόμα το ξεστόμιζε μόνο επαίνους είχε να πει και όποιο αυτί το άκουγε θαύμαζε στο άκουσμα του! Ο Πέτρος προερχόταν από καλή οικογένεια πολεμιστών με πλούτη και δύναμη, με γη, ζωντανά, χρυσάφι και ήταν όλοι τους ομορφόσογο.</p><br><p>Τρεις μέρες μετά τη γέννηση του Πέτρου, η νεραϊδονονά και γιαγιά του η Σελήνη, κατέφθασε στο πλευρό του να τον γεμίσει χάρες και δώρα. Έφερε στο βαφτιστήρι της ένα πουγκί με μυρωδικά και του το κρέμασε στο λαιμό για να το προστατεύει. Του έδωσε τρία φιλιά για την Αγία Τριάδα και από το δερμάτινο δισάκι της έβγαλε ένα δαχτυλίδι. Τέτοιο δαχτυλίδι δεν είχε ματαδεί ολάκερη η πλάση. Η χρυσή θηλιά του είχε σκαλισμένα τα πιο περίτεχνα σχέδια και το πετράδι του αιχμαλώτιζε το φως μέσα στην κόκκινη καρδιά του και άστραφτε με απαράμιλλη λάμψη: “Αυτό είναι το δώρο μου για τον εγγονό μου”, είπε η κυρά Σελήνη και φίλησε το δαχτυλίδι τρεις φορές. “Να το φορέσει σαν κλείσει τα εικοσιένα του χρόνια και μόνο τότε, γιατί τότε θα έχει τη δύναμη και τη σοφία που του αρμόζει”. Σταύρωσε το παιδί στο κούτελο, σταύρωσε τη μητέρα του και το δαχτυλίδι και βάζοντας το ένα της χέρι πάνω στην καρδιά της μητέρας και το άλλο στην καρδιά του μωρού μουρμούρισε κάτι λόγια ακαταλαβίστικα και εξαφανίστηκε,.</p><br><p>Το δαχτυλίδι ήταν μαγικό και η βασίλισσα των νεράιδων το είχε δώσει η ίδια στη Σελήνη όταν κι αυτή ήταν μικρή. Αυτό θα την έκανε βασίλισσα όταν θα μεγάλωνε κι εκείνη, μα μια μέρα που περνούσε από την Αετοράχη είδε μπροστά της τον Πανάγο Γκούρα. Η Σελήνη ήξερε ότι οι νεραϊδοβασίλισσες δεν έπρεπε να παντρευτούν ποτέ και πως οι θνητοί δεν ήταν παρά σκλάβοι των νεράιδων. Κι όμως, σαν τον είδε, η ιδέα του να γίνει βασίλισσα δεν την συγκινούσε πια. </p><br><p>Κράτησε την εικόνα του Πανάγου βαθιά μες στην καρδιά της. Γυρνούσε συχνά στην Αετοράχη, στο σημείο που τον είχε πρωτοδεί και έκλαιγε και ευχόταν να μην έπρεπε να ξαναγυρίσει στον νεραϊδόκοσμο. Τρία χρόνια πέρασαν και μια μέρα ο Πανάγος Γκούρας την είδε κι αυτός καθώς πήγαινε προς τον Λακωνικό κόλπο να συναντήσει κάποιο καράβι που ερχόταν από το Αιγαίο. Με την πρώτη ματιά τής ορκίστηκε αιώνια αφοσίωση και της υποσχέθηκε πως δεν θα την άφηνε ποτέ. Ούτε το καράβι συνάντησε, ούτε και στον Λακωνικό κόλπο πήγε. Μόνο πήρε την κυρά πίσω σπίτι του ανάμεσα στους λόφους. Έτσι η Σελήνη έχασε κάθε δικαίωμα να γίνει βασίλισσα των νεράιδων για την αγάπη ενός θνητού κι έγινε και η γιαγιά του πασίγνωστου Πέτρου Γκούρα. </p><br><p>Η νεραϊδονονά ήταν όμορφη σαν το φεγγάρι, η ομορφότερη γυναίκα του τόπου. Ο Πανάγος, που και αυτός ήταν ομορφάντρας, ήταν ένας από τους πολλούς πολεμιστές που υπερασπίστηκαν με επιτυχία τα βουνά του Ταΰγετου από τους Τούρκους και κανένας Τούρκος δεν ξαναπάτησε το πόδι του σε αυτά. Εξαιτίας της Σελήνης, το σόι έγινε γνωστό ως οι Νεραϊδογεννημένοι και όλοι οι απόγονοι του ήταν οι ομορφότεροι, πλουσιότεροι και ευγενέστεροι από όλους τους Λακεδαίμονες. </p><br><p>Σαν ο Πέτρος έγινε ολόκληρος άντρας και μπορούσε πια να πολεμάει τους Τούρκους στο πλευρό του πατέρα του, η μάνα του, του έδωσε το δαχτυλίδι και του είπε ό,τι ήξερε γι΄ αυτό. Εκείνος το έβαλε στο σελάχι του και, όταν βρισκόταν μοναχός του πάνω στα βουνά, το έβγαζε και το κοίταγε θαυμάζοντάς το. Αναρωτιόταν ποια να ήταν άραγε η προέλευσή του και ονειρευόταν τις νεράιδες, τον κατάμεστο με άνθη κόσμο τους και τα μαγικά τους παλάτια σαν να τα έβλεπε όλα αυτά στις χαρακιές του δαχτυλιδιού. </p><br><p>Ο Πέτρος έγινε είκοσι χρονών. Μια μέρα είχε βρεθεί μόνος του πάνω στην Αετοράχη και αγνάντευε μακριά στον ορίζοντα μέχρι και τον Ευρώτα ποταμό. Ήταν άνοιξη και οι πλαγιές του Ταΰγετου έσφιζαν από ζωή και ήταν γεμάτες λουλούδια. Κέδροι, έλατα και πεύκα έδιναν στο αεράκι μια μοναδική μυρωδιά. Τα πουλιά κελαηδούσαν και οι βοσκοπούλες χόρευαν στους πέρα λόφους στους ήχους των αυλών που έπαιζαν οι αγαπημένοι τους. Η καρδιά του Πέτρου γέμισε από μια ακαθόριστη νοσταλγία. Έβγαλε το δαχτυλίδι και κοίταξε βαθιά μέσα στην κόκκινη καρδιά του πετραδιού του: “Είμαι σχεδόν εικοσιένα”, σκέφτηκε. “Είμαι αρκετά μεγάλος για να πολεμώ τους Τούρκους, σίγουρα είμαι αρκετά δυνατός και σοφός για να φορέσω κι αυτό το δαχτυλίδι. Τι κακό μπορεί να πάθω; Και στο κάτω κάτω, ποιος θα το μάθει;”.</p><br><p>Κοίταξε τριγύρω του. Κοντά του, τα σκυλιά του είχαν αποκοιμηθεί. Μια όμορφη ηρεμία βασίλευε, μιας και οι οι αγρότες ξεκουράζονταν κι αυτοί κάτω από τους ίσκιους των δέντρων. Γοργά τότε, λες και θα τον έβλεπε κανείς, ο Πέτρος φόρεσε το δαχτυλίδι.</p><br><p>Για μια στιγμή, όλα παρέμειναν ως είχαν. Ξάφνου, από τη μεριά του Λακωνικού κόλπου, μέσα από τα σύννεφα φάνηκαν να καταφτάνουν τρία άρματα που τα έσερναν κάτι ζωηρά λευκά άλογα. Ξοπίσω τους εμφανίστηκε ένας ολόκληρος στρατός από παράξενα, νεραϊδένια πλάσματα που κατευθύνονταν προς το μέρος του. Με εκπληκτική ταχύτητα τον έφτασαν και μεμιάς ολόκληρη η Αετοράχη πλημμύρισε από δαύτα. Τα βουνά αντηχούσαν τώρα με μια απόκοσμη μουσική και ήχους τυμπάνων και ο Πέτρος ανυψώθηκε καβάλα σ΄ ένα από τα λευκά άλογα. Η γη κάτω από τα πόδια του τότε άρχισε να ξεμακραίνει όλο και περισσότερο. Δεν είχε καμία αίσθηση κίνησης, μόνο ένα απαλό αεράκι του χάιδευε το πρόσωπο καθώς και τους λόφους, τα δέντρα και τα ρυάκια από κάτω του. </p><br><p>Σε λίγο δεν μπορούσε πια να διακρίνει τι υπήρχε κάτω. Τριγύρω του έβλεπε μόνο σύννεφα. Το φως του ήλιου ήταν αμυδρό και τα πρόσωπα των πλασμάτων γύρω του θολά και ακαθόριστα. Μετά από ένα χρονικό διάστημα, που του φάνηκε ότι ήταν ατέλειωτες ώρες ακίνητου ταξιδιού καβάλα στο άλογο, ο Πέτρος διέκρινε στο βάθος μια μυστηριώδη ακτή. Εκεί βρισκόταν μια ομιχλώδης πόλη, η εικόνα της οποίας καθρεφτιζόταν στα νερά που τώρα διέσχιζαν. Μακριά φάνηκε και ένα μαργαριταρένιο παλάτι, σαν αφρός που έφεγγε στο ημίφως. Στην άκρη της θάλασσας υψωνόταν η μεγαλόπρεπη ασημένια πύλη της πόλης, η οποία άνοιξε να τους υποδεχθεί κι ένα μονοπάτι σχηματίστηκε ανάμεσα στα σύννεφα καθοδηγώντας τους τώρα κατευθείαν προς το παλάτι πάνω σ΄έναν στρωμένο με μαργαριτάρια δρόμο.</p><br><p>Η συνοδεία του βοήθησε τον Πέτρο να κατέβει από το άλογο. Πλήθος από ασπροφορεμένες νεράιδες τον περικύκλωσε, στολισμένες με περιδέραια από μαργαριτάρια και λουλούδια. Τραγουδώντας, τον καλωσόρισαν και τον οδήγησαν προς το παλάτι. Το μονοπάτι μέχρι το παλάτι περνούσε μέσα από κήπους τριαντάφυλλων με τριάντα, εκατό και χίλια πέταλα, όλα μοσχομύριστα. Οι νεράιδες άρχισαν μία μία να αφήνουν τα χέρια του Πέτρου μέχρι που τον άφησαν να ανέβει μόνος του τα εξήντα έξι σκαλοπάτια που τον οδήγησαν μέχρι την κεντρική αίθουσα. </p><br><p>Εκεί τον περίμεναν νεράιδες ντυμένες στα γαλάζια, στα λευκά και στα γκρίζα, όλα τα χρώματα του ουρανού. Στα αυτιά του έφτασαν παράξενες νότες, γλυκές σαν το μουρμουρητό του Ευρώτα. Τους τοίχους του παλατιού στόλιζαν αραχνοΰφαντα υφάσματα στολισμένα με μαργαριτάρια και στο κέντρο της αίθουσας βρισκόταν μια κρυστάλλινη πηγή. Πίσω από αυτή, σαν πίσω από ένα αόρατο πέπλο, καθόταν στον θρόνο της η βασίλισσα των νεράιδων.</p><br><p>Ο Πέτρος έμεινε να την κοιτά μαγεμένος κι εκείνη γρήγορα τον καθησύχασε μ΄ ένα ζεστό χαμόγελο και του είπε ευγενικά:</p><p>Πέτρο Γκούρα, έχω να σου ζητήσω μια χάρη</p><p>Βασίλισσά μου, είπε ο Πέτρος δειλά, πλημμυρισμένος από συναισθήματα και θαμπωμένος από την ομορφιά της, ζήτα μου ό,τι θες και εγώ θα το κάνω.</p><p>Η μόνη μου επιθυμία σε αυτόν τον κόσμο, του εξήγησε, είναι να αποκτήσω το δαχτυλίδι που φοράς στο δάχτυλό σου. Για εσένα μπορεί να μην είναι κάτι το σπουδαίο, όμως για εμένα είναι ό,τι πολυτιμότερο υπάρχει.</p><br><p>Ενστικτωδώς ο Πέτρος σήκωσε το χέρι του και κοίταξε το δαχτυλίδι που φορούσε. Από τη στιγμή που εμφανίστηκαν οι νεραϊδάνθρωποι είχε ολωσδιόλου ξεχάσει την ύπαρξή του. Πράγματι, θα έκανε τα πάντα για να ευχαριστήσει τη βασίλισσα των νεράιδων, αλλά το δαχτυλίδι ήταν δώρο από τη νεραϊδονονά και γιαγιά του: “Ζήτα μου ό,τι άλλο θες βασίλισσα, εκτός από αυτό. Δεν μπορώ να σου το δώσω”. Το συνοφρύωμα της βασίλισσας σκοτείνιασε όλη την αίθουσα. Σηκώθηκε από τον θρόνο της με στόμφο και κάλεσε κοντά της πενήντα υπηρέτες: “Πάρτε του το δαχτυλίδι”, τους διέταξε, “και φέρτε το σ’ εμένα”.</p><br><p>Ο Πέτρος αντιστάθηκε σθεναρά, αλλά στο τέλος έγινε το θέλημά της. Μόλις πήρε το δαχτυλίδι στα χέρια της το περιεργάστηκε με χαρά, αλλά ξαφνικά η έκφρασή της άλλαξε και μια φρίκη ζωγραφίστηκε στο πρόσωπο της: “Ω!”, φώναξε, “Έχει χαραγμένο σταυρό επάνω του! Αυτό είναι δουλειά θνητού! Δώστε το πίσω και πάρτε τον από μπροστά μου! Διώξτε τον μακριά!”.</p><br><p>Για άλλη μια φορά οι προσταγές της βασίλισσας ακολουθήθηκαν κατά γράμμα. Το δαχτυλίδι μπήκε πάλι στο δάχτυλο του Πέτρου, ο οποίος έπειτα οδηγήθηκε κάτω στα σκαλοπάτια, πίσω στο μονοπάτι, έξω από την πύλη, καβάλα στο άλογο και πίσω στην Αετοράχη. Μόλις πρόλαβε να πάρει μια ανάσα, ο Πέτρος είδε ότι βρισκόταν στο σημείο απ’ όπου είχε ξεκινήσει, δίπλα στα σκυλιά του που κοιμόντουσαν βαθιά. </p><br><p>Ευχήθηκε τότε να είχε ακούσει τη συμβουλή της νονάς του και να περίμενε μέχρι τα εικοσιένα του χρόνια να φορέσει το δαχτυλίδι. Παρόλ΄ αυτά κατάφερε να ξεφύγει. Ο σταυρός που είχε χαράξει η Σελήνη στο δαχτυλίδι τον είχε τελικά σώσει. Σκέφτηκε ότι τώρα πια οι νεράιδες δεν θα ξαναπροσπαθούσαν να του το πάρουν κι έτσι αποφάσισε να συνεχίσει να το φορά. </p><br><p>Πέρασαν κάμποσοι μήνες. Ο πατέρας και η μητέρα του Πέτρου πέθαναν και μια μυστήρια αρρώστια έπεσε σε όλα τους τα ζωντανά, από τα οποία έμειναν πια τα μισά. Μια νύχτα, μπήκαν ληστές στο σπίτι του Πέτρου και, αφού σκότωσαν τον πιστό του υπηρέτη που τον ήξερε από μωρό παιδί, έκλεψαν ό,τι χρυσαφικά και χρήματα μπόρεσαν να κουβαλήσουν. Τα χωράφια αχρηστεύτηκαν και ο Πέτρος αναγκάστηκε να πουλήσει κομμάτι της γης του. Ενώ ποτέ του δεν είχε αρρωστήσει, ήταν τώρα αδύνατος και χλωμός. Η περηφάνια του, που μέχρι τώρα δυνάμωνε από τη ζήλεια και τις κολακείες των άλλων, έδωσε πλέον τη θέση της στην ταπεινότητα και τον οίκτο των γύρω του. Παραμέλησε ολότελα τη φροντίδα των χωραφιών και των ζωντανών του και η μόνη ασχολία του ήταν η αναζήτηση θεραπευτικών βοτάνων και μαντζουνιών μέσα στα βουνά. Δοκίμασε κάθε συνταγή και συμβουλή σοφών γυναικών, αλλά μάταια. Έκανε δωρεές και τα λίγα υπάρχοντα που του απέμεναν πια τα έδωσε όλα στους φτωχούς. Αλλά το κακό είχε ριζώσει για τα καλά στο σπιτικό του και τίποτα δεν είχε αποτέλεσμα.</p><br><p>Δέκα μήνες πριν κλείσει τα εικοσιένα, ο Πέτρος άκουσε για κάποια μάγισσα, τη Νησσήνα που, ταξιδεύοντας σε ολόκληρη τη χώρα, είχε τώρα ξαποστάσει στην πιο ψηλή κορυφή του Ταΰγετου. Μόλις μάλιστα ο Πέτρος έμαθε ότι ακόμα και οι Λακεδαίμονες Άρχοντες τη συμβουλεύονταν συχνά-πυκνά, αποφάσισε να πάει να τη βρει. Ένας από τους λίγους φίλους που του είχαν απομείνει κατάφερε να επικοινωνήσει με τη μάγισσα και είπε στον Πέτρο να πάει να τη βρει την επόμενη πανσέληνο στις δώδεκα τα μεσάνυχτα, στην κορυφή της Αετοράχης. </p><br><p>Με πολύ κόπο και πόνο, όταν ήρθε η μέρα εκείνη, ο Πέτρος ανέβηκε την Αετοράχη και περίμενε. Τα μεσάνυχτα ακριβώς, ξεπρόβαλε μέσα από τα βράχια και η Νησσήνα, ζαρωμένη και στραβοκάνα. Ρίχνοντας μια ματιά στον Πέτρο, ίσιωσε την πλάτη της, σήκωσε ψηλά τη μαγκούρα της και φώναξε προς τον ουρανό:</p><p>Κατάρα! Μια κατάρα σε ακολουθεί εσένα! και τα γυαλιστερά της μάτια καρφώθηκαν στα μάτια του Πέτρου καθώς άρχισε να του αφηγείται ολόκληρη την ιστορία της ζωής του, σαν να την διάβαζε στο πρόσωπό του. Την έχεις πάνω σου. Ναι, τώρα το βλέπω καθαρά, τη φοράς στο αριστερό σου χέρι, είναι το νεραϊδένιο δαχτυλίδι. Δεν έπρεπε να το φορέσεις πριν να γίνεις εικοσιενός και βλέπω έχεις ακόμα δέκα μήνες μέχρι να φτάσεις εκεί. Άμυαλε νεαρέ!</p><p>Άμυαλος και ελεεινός, είπε ο Πέτρος κατηγορώντας τον εαυτό του. </p><p>Μην μιλάς, μη με σταματάς! φώναξε η μάγισσα. Το δαχτυλίδι είναι μαγεμένο και όποιος το φορά είναι ο κυρίαρχος των νεράιδων, αν ξέρει να το χρησιμοποιεί. Αλλά εσύ αγοράκι δεν έχεις καταλάβει σε τι κίνδυνο έχεις βάλει τον εαυτό σου. Μέχρι τα εικοστά πρώτα σου γενέθλια οι νεράιδες θα μπορούν να έρχονται και να σε τυραννούν κι εσένα και τους γύρω σου.</p><p>Μα σοφή κυρά, δεν υπάρχει κάποια γιατρειά;</p><p>Δεν θέλεις να περιμένεις δέκα μήνες μέχρι να σου δοθεί η γνώση της δύναμης του δαχτυλιδιού;</p><p>Δεν θέλω να περιμένω ούτε λεπτό παραπάνω αν είναι να γιατρευτώ από αυτή την κατάρα.</p><p>Είσαι ειλικρινής βλέπω, του είπε τότε η Νησσήνα. Άκου τώρα καλά τι θα κάνεις</p><p>&nbsp;&nbsp;&nbsp;Για να’σαι ελεύθερος σαν πρώτα</p><p>&nbsp;&nbsp;&nbsp;Φίλα το δαχτυλίδι τρις. Μακριά, μακριά!</p><p>&nbsp;&nbsp;&nbsp;Ρίξτο στα νερά του Ευρώτα</p><p>&nbsp;&nbsp;&nbsp;Πήγαινε τώρα. Πράξε συνετά!</p><br><p>&nbsp;&nbsp;&nbsp;Τη μεσονυχτιά, μετά από νύχτες τρεις</p><p>&nbsp;&nbsp;&nbsp;Ο σταυρός δεν θα σε σώσει. Μακριά, μακριά!</p><p>&nbsp;&nbsp;&nbsp;Πρόσεξε να μη σε δει κανείς</p><p>&nbsp;&nbsp;&nbsp;Πήγαινε τώρα. Πράξε συνετά!</p><br><p>Έτσι την τρίτη νύχτα, στη συμφωνημένη ώρα ο Πέτρος στάθηκε στις όχθες του Ευρώτα. Η βραδιά ήταν πολύ όμορφη, το φεγγάρι έλαμπε ψηλά και μπορούσε κανείς να δει και αμέτρητα αστέρια. Τα νερά ήρεμα, κυλούσαν και ψιθύριζαν μυστικά στο σκοτάδι. Ο τόπος ήταν έρημος, καμιά ψυχή δεν ήταν ξύπνια, καμιά ανάσα δεν ακουγόταν. Φτάνοντας την κορυφή ενός ψηλού βράχου, ο Πέτρος φίλησε το δαχτυλίδι τρεις φορές και το πέταξε στο ποτάμι. Στη στιγμή, τρεις νεράιδες με αγγελικά πρόσωπα ντυμένες στα λευκά κατέβηκαν από τον ουρανό και άρχισαν να χορεύουν πάνω στο νερό, εκεί όπου είχε πέσει το δαχτυλίδι. Στα πρόσωπα τους βασίλευε η χαρά και ο χορός τους ήταν σωστό γλέντι. Παρακολούθησαν τους κυκλικούς κυματισμούς να μεγαλώνουν και να μεγαλώνουν ώσπου άγγιξαν την όχθη και τότε και οι τρεις τους, σαν φούσκες που σκάνε, εξαφανίστηκαν όσο γρήγορα είχαν εμφανιστεί. </p><br><p>Από εκείνη την ημέρα όλα κύλισαν αρμονικά στο σπίτι του Γκούρα. Ο Πέτρος έγινε καλά, τα κοπάδια του πλήθυναν, τα χωράφια του άρχισαν πάλι να δίνουν μεγάλη σοδειά όπως και πριν και τα σεντούκια του γέμισαν ξανά με χρυσάφι. Μέχρι το τέλος της ζωής του, ο Πέτρος δεν χόρταινε να διηγείται την ιστορία με το δαχτυλίδι - δώρο της νονάς του.</p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></description>
			<itunes:summary><![CDATA[<p>Μια Ελληνική λαϊκή ιστορία από την Πελοπόννησο μας αφηγείται πως τα άμυαλα και ανυπόμονα νιάτα περνούν μια περιπέτεια που κάποια άλλη, αρνούμενη τις ρίζες της έβαλε σε τροχιά... χωρίς να το ξέρει!</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Δεν περιέχει ευαίσθητο υλικό </p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>Ηχητικά εφέ: freesound.org - ειδική αναφορά στο κομμάτι που παίζει για την άφιξη των νεράιδων στον κόσμο των θνητών: Joost van Balkom, Bert Vogelds και klankbeeld</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ</p><br><p>Το Νεραϊδένιο Δαχτυλίδι</p><br><p>Ο Πέτρος Γκούρας! Το όνομα αντιλαλούσε σε ολόκληρη την Πελοπόννησο! Όποιο στόμα το ξεστόμιζε μόνο επαίνους είχε να πει και όποιο αυτί το άκουγε θαύμαζε στο άκουσμα του! Ο Πέτρος προερχόταν από καλή οικογένεια πολεμιστών με πλούτη και δύναμη, με γη, ζωντανά, χρυσάφι και ήταν όλοι τους ομορφόσογο.</p><br><p>Τρεις μέρες μετά τη γέννηση του Πέτρου, η νεραϊδονονά και γιαγιά του η Σελήνη, κατέφθασε στο πλευρό του να τον γεμίσει χάρες και δώρα. Έφερε στο βαφτιστήρι της ένα πουγκί με μυρωδικά και του το κρέμασε στο λαιμό για να το προστατεύει. Του έδωσε τρία φιλιά για την Αγία Τριάδα και από το δερμάτινο δισάκι της έβγαλε ένα δαχτυλίδι. Τέτοιο δαχτυλίδι δεν είχε ματαδεί ολάκερη η πλάση. Η χρυσή θηλιά του είχε σκαλισμένα τα πιο περίτεχνα σχέδια και το πετράδι του αιχμαλώτιζε το φως μέσα στην κόκκινη καρδιά του και άστραφτε με απαράμιλλη λάμψη: “Αυτό είναι το δώρο μου για τον εγγονό μου”, είπε η κυρά Σελήνη και φίλησε το δαχτυλίδι τρεις φορές. “Να το φορέσει σαν κλείσει τα εικοσιένα του χρόνια και μόνο τότε, γιατί τότε θα έχει τη δύναμη και τη σοφία που του αρμόζει”. Σταύρωσε το παιδί στο κούτελο, σταύρωσε τη μητέρα του και το δαχτυλίδι και βάζοντας το ένα της χέρι πάνω στην καρδιά της μητέρας και το άλλο στην καρδιά του μωρού μουρμούρισε κάτι λόγια ακαταλαβίστικα και εξαφανίστηκε,.</p><br><p>Το δαχτυλίδι ήταν μαγικό και η βασίλισσα των νεράιδων το είχε δώσει η ίδια στη Σελήνη όταν κι αυτή ήταν μικρή. Αυτό θα την έκανε βασίλισσα όταν θα μεγάλωνε κι εκείνη, μα μια μέρα που περνούσε από την Αετοράχη είδε μπροστά της τον Πανάγο Γκούρα. Η Σελήνη ήξερε ότι οι νεραϊδοβασίλισσες δεν έπρεπε να παντρευτούν ποτέ και πως οι θνητοί δεν ήταν παρά σκλάβοι των νεράιδων. Κι όμως, σαν τον είδε, η ιδέα του να γίνει βασίλισσα δεν την συγκινούσε πια. </p><br><p>Κράτησε την εικόνα του Πανάγου βαθιά μες στην καρδιά της. Γυρνούσε συχνά στην Αετοράχη, στο σημείο που τον είχε πρωτοδεί και έκλαιγε και ευχόταν να μην έπρεπε να ξαναγυρίσει στον νεραϊδόκοσμο. Τρία χρόνια πέρασαν και μια μέρα ο Πανάγος Γκούρας την είδε κι αυτός καθώς πήγαινε προς τον Λακωνικό κόλπο να συναντήσει κάποιο καράβι που ερχόταν από το Αιγαίο. Με την πρώτη ματιά τής ορκίστηκε αιώνια αφοσίωση και της υποσχέθηκε πως δεν θα την άφηνε ποτέ. Ούτε το καράβι συνάντησε, ούτε και στον Λακωνικό κόλπο πήγε. Μόνο πήρε την κυρά πίσω σπίτι του ανάμεσα στους λόφους. Έτσι η Σελήνη έχασε κάθε δικαίωμα να γίνει βασίλισσα των νεράιδων για την αγάπη ενός θνητού κι έγινε και η γιαγιά του πασίγνωστου Πέτρου Γκούρα. </p><br><p>Η νεραϊδονονά ήταν όμορφη σαν το φεγγάρι, η ομορφότερη γυναίκα του τόπου. Ο Πανάγος, που και αυτός ήταν ομορφάντρας, ήταν ένας από τους πολλούς πολεμιστές που υπερασπίστηκαν με επιτυχία τα βουνά του Ταΰγετου από τους Τούρκους και κανένας Τούρκος δεν ξαναπάτησε το πόδι του σε αυτά. Εξαιτίας της Σελήνης, το σόι έγινε γνωστό ως οι Νεραϊδογεννημένοι και όλοι οι απόγονοι του ήταν οι ομορφότεροι, πλουσιότεροι και ευγενέστεροι από όλους τους Λακεδαίμονες. </p><br><p>Σαν ο Πέτρος έγινε ολόκληρος άντρας και μπορούσε πια να πολεμάει τους Τούρκους στο πλευρό του πατέρα του, η μάνα του, του έδωσε το δαχτυλίδι και του είπε ό,τι ήξερε γι΄ αυτό. Εκείνος το έβαλε στο σελάχι του και, όταν βρισκόταν μοναχός του πάνω στα βουνά, το έβγαζε και το κοίταγε θαυμάζοντάς το. Αναρωτιόταν ποια να ήταν άραγε η προέλευσή του και ονειρευόταν τις νεράιδες, τον κατάμεστο με άνθη κόσμο τους και τα μαγικά τους παλάτια σαν να τα έβλεπε όλα αυτά στις χαρακιές του δαχτυλιδιού. </p><br><p>Ο Πέτρος έγινε είκοσι χρονών. Μια μέρα είχε βρεθεί μόνος του πάνω στην Αετοράχη και αγνάντευε μακριά στον ορίζοντα μέχρι και τον Ευρώτα ποταμό. Ήταν άνοιξη και οι πλαγιές του Ταΰγετου έσφιζαν από ζωή και ήταν γεμάτες λουλούδια. Κέδροι, έλατα και πεύκα έδιναν στο αεράκι μια μοναδική μυρωδιά. Τα πουλιά κελαηδούσαν και οι βοσκοπούλες χόρευαν στους πέρα λόφους στους ήχους των αυλών που έπαιζαν οι αγαπημένοι τους. Η καρδιά του Πέτρου γέμισε από μια ακαθόριστη νοσταλγία. Έβγαλε το δαχτυλίδι και κοίταξε βαθιά μέσα στην κόκκινη καρδιά του πετραδιού του: “Είμαι σχεδόν εικοσιένα”, σκέφτηκε. “Είμαι αρκετά μεγάλος για να πολεμώ τους Τούρκους, σίγουρα είμαι αρκετά δυνατός και σοφός για να φορέσω κι αυτό το δαχτυλίδι. Τι κακό μπορεί να πάθω; Και στο κάτω κάτω, ποιος θα το μάθει;”.</p><br><p>Κοίταξε τριγύρω του. Κοντά του, τα σκυλιά του είχαν αποκοιμηθεί. Μια όμορφη ηρεμία βασίλευε, μιας και οι οι αγρότες ξεκουράζονταν κι αυτοί κάτω από τους ίσκιους των δέντρων. Γοργά τότε, λες και θα τον έβλεπε κανείς, ο Πέτρος φόρεσε το δαχτυλίδι.</p><br><p>Για μια στιγμή, όλα παρέμειναν ως είχαν. Ξάφνου, από τη μεριά του Λακωνικού κόλπου, μέσα από τα σύννεφα φάνηκαν να καταφτάνουν τρία άρματα που τα έσερναν κάτι ζωηρά λευκά άλογα. Ξοπίσω τους εμφανίστηκε ένας ολόκληρος στρατός από παράξενα, νεραϊδένια πλάσματα που κατευθύνονταν προς το μέρος του. Με εκπληκτική ταχύτητα τον έφτασαν και μεμιάς ολόκληρη η Αετοράχη πλημμύρισε από δαύτα. Τα βουνά αντηχούσαν τώρα με μια απόκοσμη μουσική και ήχους τυμπάνων και ο Πέτρος ανυψώθηκε καβάλα σ΄ ένα από τα λευκά άλογα. Η γη κάτω από τα πόδια του τότε άρχισε να ξεμακραίνει όλο και περισσότερο. Δεν είχε καμία αίσθηση κίνησης, μόνο ένα απαλό αεράκι του χάιδευε το πρόσωπο καθώς και τους λόφους, τα δέντρα και τα ρυάκια από κάτω του. </p><br><p>Σε λίγο δεν μπορούσε πια να διακρίνει τι υπήρχε κάτω. Τριγύρω του έβλεπε μόνο σύννεφα. Το φως του ήλιου ήταν αμυδρό και τα πρόσωπα των πλασμάτων γύρω του θολά και ακαθόριστα. Μετά από ένα χρονικό διάστημα, που του φάνηκε ότι ήταν ατέλειωτες ώρες ακίνητου ταξιδιού καβάλα στο άλογο, ο Πέτρος διέκρινε στο βάθος μια μυστηριώδη ακτή. Εκεί βρισκόταν μια ομιχλώδης πόλη, η εικόνα της οποίας καθρεφτιζόταν στα νερά που τώρα διέσχιζαν. Μακριά φάνηκε και ένα μαργαριταρένιο παλάτι, σαν αφρός που έφεγγε στο ημίφως. Στην άκρη της θάλασσας υψωνόταν η μεγαλόπρεπη ασημένια πύλη της πόλης, η οποία άνοιξε να τους υποδεχθεί κι ένα μονοπάτι σχηματίστηκε ανάμεσα στα σύννεφα καθοδηγώντας τους τώρα κατευθείαν προς το παλάτι πάνω σ΄έναν στρωμένο με μαργαριτάρια δρόμο.</p><br><p>Η συνοδεία του βοήθησε τον Πέτρο να κατέβει από το άλογο. Πλήθος από ασπροφορεμένες νεράιδες τον περικύκλωσε, στολισμένες με περιδέραια από μαργαριτάρια και λουλούδια. Τραγουδώντας, τον καλωσόρισαν και τον οδήγησαν προς το παλάτι. Το μονοπάτι μέχρι το παλάτι περνούσε μέσα από κήπους τριαντάφυλλων με τριάντα, εκατό και χίλια πέταλα, όλα μοσχομύριστα. Οι νεράιδες άρχισαν μία μία να αφήνουν τα χέρια του Πέτρου μέχρι που τον άφησαν να ανέβει μόνος του τα εξήντα έξι σκαλοπάτια που τον οδήγησαν μέχρι την κεντρική αίθουσα. </p><br><p>Εκεί τον περίμεναν νεράιδες ντυμένες στα γαλάζια, στα λευκά και στα γκρίζα, όλα τα χρώματα του ουρανού. Στα αυτιά του έφτασαν παράξενες νότες, γλυκές σαν το μουρμουρητό του Ευρώτα. Τους τοίχους του παλατιού στόλιζαν αραχνοΰφαντα υφάσματα στολισμένα με μαργαριτάρια και στο κέντρο της αίθουσας βρισκόταν μια κρυστάλλινη πηγή. Πίσω από αυτή, σαν πίσω από ένα αόρατο πέπλο, καθόταν στον θρόνο της η βασίλισσα των νεράιδων.</p><br><p>Ο Πέτρος έμεινε να την κοιτά μαγεμένος κι εκείνη γρήγορα τον καθησύχασε μ΄ ένα ζεστό χαμόγελο και του είπε ευγενικά:</p><p>Πέτρο Γκούρα, έχω να σου ζητήσω μια χάρη</p><p>Βασίλισσά μου, είπε ο Πέτρος δειλά, πλημμυρισμένος από συναισθήματα και θαμπωμένος από την ομορφιά της, ζήτα μου ό,τι θες και εγώ θα το κάνω.</p><p>Η μόνη μου επιθυμία σε αυτόν τον κόσμο, του εξήγησε, είναι να αποκτήσω το δαχτυλίδι που φοράς στο δάχτυλό σου. Για εσένα μπορεί να μην είναι κάτι το σπουδαίο, όμως για εμένα είναι ό,τι πολυτιμότερο υπάρχει.</p><br><p>Ενστικτωδώς ο Πέτρος σήκωσε το χέρι του και κοίταξε το δαχτυλίδι που φορούσε. Από τη στιγμή που εμφανίστηκαν οι νεραϊδάνθρωποι είχε ολωσδιόλου ξεχάσει την ύπαρξή του. Πράγματι, θα έκανε τα πάντα για να ευχαριστήσει τη βασίλισσα των νεράιδων, αλλά το δαχτυλίδι ήταν δώρο από τη νεραϊδονονά και γιαγιά του: “Ζήτα μου ό,τι άλλο θες βασίλισσα, εκτός από αυτό. Δεν μπορώ να σου το δώσω”. Το συνοφρύωμα της βασίλισσας σκοτείνιασε όλη την αίθουσα. Σηκώθηκε από τον θρόνο της με στόμφο και κάλεσε κοντά της πενήντα υπηρέτες: “Πάρτε του το δαχτυλίδι”, τους διέταξε, “και φέρτε το σ’ εμένα”.</p><br><p>Ο Πέτρος αντιστάθηκε σθεναρά, αλλά στο τέλος έγινε το θέλημά της. Μόλις πήρε το δαχτυλίδι στα χέρια της το περιεργάστηκε με χαρά, αλλά ξαφνικά η έκφρασή της άλλαξε και μια φρίκη ζωγραφίστηκε στο πρόσωπο της: “Ω!”, φώναξε, “Έχει χαραγμένο σταυρό επάνω του! Αυτό είναι δουλειά θνητού! Δώστε το πίσω και πάρτε τον από μπροστά μου! Διώξτε τον μακριά!”.</p><br><p>Για άλλη μια φορά οι προσταγές της βασίλισσας ακολουθήθηκαν κατά γράμμα. Το δαχτυλίδι μπήκε πάλι στο δάχτυλο του Πέτρου, ο οποίος έπειτα οδηγήθηκε κάτω στα σκαλοπάτια, πίσω στο μονοπάτι, έξω από την πύλη, καβάλα στο άλογο και πίσω στην Αετοράχη. Μόλις πρόλαβε να πάρει μια ανάσα, ο Πέτρος είδε ότι βρισκόταν στο σημείο απ’ όπου είχε ξεκινήσει, δίπλα στα σκυλιά του που κοιμόντουσαν βαθιά. </p><br><p>Ευχήθηκε τότε να είχε ακούσει τη συμβουλή της νονάς του και να περίμενε μέχρι τα εικοσιένα του χρόνια να φορέσει το δαχτυλίδι. Παρόλ΄ αυτά κατάφερε να ξεφύγει. Ο σταυρός που είχε χαράξει η Σελήνη στο δαχτυλίδι τον είχε τελικά σώσει. Σκέφτηκε ότι τώρα πια οι νεράιδες δεν θα ξαναπροσπαθούσαν να του το πάρουν κι έτσι αποφάσισε να συνεχίσει να το φορά. </p><br><p>Πέρασαν κάμποσοι μήνες. Ο πατέρας και η μητέρα του Πέτρου πέθαναν και μια μυστήρια αρρώστια έπεσε σε όλα τους τα ζωντανά, από τα οποία έμειναν πια τα μισά. Μια νύχτα, μπήκαν ληστές στο σπίτι του Πέτρου και, αφού σκότωσαν τον πιστό του υπηρέτη που τον ήξερε από μωρό παιδί, έκλεψαν ό,τι χρυσαφικά και χρήματα μπόρεσαν να κουβαλήσουν. Τα χωράφια αχρηστεύτηκαν και ο Πέτρος αναγκάστηκε να πουλήσει κομμάτι της γης του. Ενώ ποτέ του δεν είχε αρρωστήσει, ήταν τώρα αδύνατος και χλωμός. Η περηφάνια του, που μέχρι τώρα δυνάμωνε από τη ζήλεια και τις κολακείες των άλλων, έδωσε πλέον τη θέση της στην ταπεινότητα και τον οίκτο των γύρω του. Παραμέλησε ολότελα τη φροντίδα των χωραφιών και των ζωντανών του και η μόνη ασχολία του ήταν η αναζήτηση θεραπευτικών βοτάνων και μαντζουνιών μέσα στα βουνά. Δοκίμασε κάθε συνταγή και συμβουλή σοφών γυναικών, αλλά μάταια. Έκανε δωρεές και τα λίγα υπάρχοντα που του απέμεναν πια τα έδωσε όλα στους φτωχούς. Αλλά το κακό είχε ριζώσει για τα καλά στο σπιτικό του και τίποτα δεν είχε αποτέλεσμα.</p><br><p>Δέκα μήνες πριν κλείσει τα εικοσιένα, ο Πέτρος άκουσε για κάποια μάγισσα, τη Νησσήνα που, ταξιδεύοντας σε ολόκληρη τη χώρα, είχε τώρα ξαποστάσει στην πιο ψηλή κορυφή του Ταΰγετου. Μόλις μάλιστα ο Πέτρος έμαθε ότι ακόμα και οι Λακεδαίμονες Άρχοντες τη συμβουλεύονταν συχνά-πυκνά, αποφάσισε να πάει να τη βρει. Ένας από τους λίγους φίλους που του είχαν απομείνει κατάφερε να επικοινωνήσει με τη μάγισσα και είπε στον Πέτρο να πάει να τη βρει την επόμενη πανσέληνο στις δώδεκα τα μεσάνυχτα, στην κορυφή της Αετοράχης. </p><br><p>Με πολύ κόπο και πόνο, όταν ήρθε η μέρα εκείνη, ο Πέτρος ανέβηκε την Αετοράχη και περίμενε. Τα μεσάνυχτα ακριβώς, ξεπρόβαλε μέσα από τα βράχια και η Νησσήνα, ζαρωμένη και στραβοκάνα. Ρίχνοντας μια ματιά στον Πέτρο, ίσιωσε την πλάτη της, σήκωσε ψηλά τη μαγκούρα της και φώναξε προς τον ουρανό:</p><p>Κατάρα! Μια κατάρα σε ακολουθεί εσένα! και τα γυαλιστερά της μάτια καρφώθηκαν στα μάτια του Πέτρου καθώς άρχισε να του αφηγείται ολόκληρη την ιστορία της ζωής του, σαν να την διάβαζε στο πρόσωπό του. Την έχεις πάνω σου. Ναι, τώρα το βλέπω καθαρά, τη φοράς στο αριστερό σου χέρι, είναι το νεραϊδένιο δαχτυλίδι. Δεν έπρεπε να το φορέσεις πριν να γίνεις εικοσιενός και βλέπω έχεις ακόμα δέκα μήνες μέχρι να φτάσεις εκεί. Άμυαλε νεαρέ!</p><p>Άμυαλος και ελεεινός, είπε ο Πέτρος κατηγορώντας τον εαυτό του. </p><p>Μην μιλάς, μη με σταματάς! φώναξε η μάγισσα. Το δαχτυλίδι είναι μαγεμένο και όποιος το φορά είναι ο κυρίαρχος των νεράιδων, αν ξέρει να το χρησιμοποιεί. Αλλά εσύ αγοράκι δεν έχεις καταλάβει σε τι κίνδυνο έχεις βάλει τον εαυτό σου. Μέχρι τα εικοστά πρώτα σου γενέθλια οι νεράιδες θα μπορούν να έρχονται και να σε τυραννούν κι εσένα και τους γύρω σου.</p><p>Μα σοφή κυρά, δεν υπάρχει κάποια γιατρειά;</p><p>Δεν θέλεις να περιμένεις δέκα μήνες μέχρι να σου δοθεί η γνώση της δύναμης του δαχτυλιδιού;</p><p>Δεν θέλω να περιμένω ούτε λεπτό παραπάνω αν είναι να γιατρευτώ από αυτή την κατάρα.</p><p>Είσαι ειλικρινής βλέπω, του είπε τότε η Νησσήνα. Άκου τώρα καλά τι θα κάνεις</p><p>&nbsp;&nbsp;&nbsp;Για να’σαι ελεύθερος σαν πρώτα</p><p>&nbsp;&nbsp;&nbsp;Φίλα το δαχτυλίδι τρις. Μακριά, μακριά!</p><p>&nbsp;&nbsp;&nbsp;Ρίξτο στα νερά του Ευρώτα</p><p>&nbsp;&nbsp;&nbsp;Πήγαινε τώρα. Πράξε συνετά!</p><br><p>&nbsp;&nbsp;&nbsp;Τη μεσονυχτιά, μετά από νύχτες τρεις</p><p>&nbsp;&nbsp;&nbsp;Ο σταυρός δεν θα σε σώσει. Μακριά, μακριά!</p><p>&nbsp;&nbsp;&nbsp;Πρόσεξε να μη σε δει κανείς</p><p>&nbsp;&nbsp;&nbsp;Πήγαινε τώρα. Πράξε συνετά!</p><br><p>Έτσι την τρίτη νύχτα, στη συμφωνημένη ώρα ο Πέτρος στάθηκε στις όχθες του Ευρώτα. Η βραδιά ήταν πολύ όμορφη, το φεγγάρι έλαμπε ψηλά και μπορούσε κανείς να δει και αμέτρητα αστέρια. Τα νερά ήρεμα, κυλούσαν και ψιθύριζαν μυστικά στο σκοτάδι. Ο τόπος ήταν έρημος, καμιά ψυχή δεν ήταν ξύπνια, καμιά ανάσα δεν ακουγόταν. Φτάνοντας την κορυφή ενός ψηλού βράχου, ο Πέτρος φίλησε το δαχτυλίδι τρεις φορές και το πέταξε στο ποτάμι. Στη στιγμή, τρεις νεράιδες με αγγελικά πρόσωπα ντυμένες στα λευκά κατέβηκαν από τον ουρανό και άρχισαν να χορεύουν πάνω στο νερό, εκεί όπου είχε πέσει το δαχτυλίδι. Στα πρόσωπα τους βασίλευε η χαρά και ο χορός τους ήταν σωστό γλέντι. Παρακολούθησαν τους κυκλικούς κυματισμούς να μεγαλώνουν και να μεγαλώνουν ώσπου άγγιξαν την όχθη και τότε και οι τρεις τους, σαν φούσκες που σκάνε, εξαφανίστηκαν όσο γρήγορα είχαν εμφανιστεί. </p><br><p>Από εκείνη την ημέρα όλα κύλισαν αρμονικά στο σπίτι του Γκούρα. Ο Πέτρος έγινε καλά, τα κοπάδια του πλήθυναν, τα χωράφια του άρχισαν πάλι να δίνουν μεγάλη σοδειά όπως και πριν και τα σεντούκια του γέμισαν ξανά με χρυσάφι. Μέχρι το τέλος της ζωής του, ο Πέτρος δεν χόρταινε να διηγείται την ιστορία με το δαχτυλίδι - δώρο της νονάς του.</p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></itunes:summary>
		</item>
		<item>
			<title>Η Μικρή Αδερφή</title>
			<itunes:title>Η Μικρή Αδερφή</itunes:title>
			<pubDate>Fri, 21 May 2021 12:29:41 GMT</pubDate>
			<itunes:duration>25:34</itunes:duration>
			<enclosure url="https://sphinx.acast.com/p/open/s/6013ebce985ab977d52addcc/e/60a7a7b57a5ead0013a33d3c/media.mp3" length="26799757" type="audio/mpeg"/>
			<guid isPermaLink="false">60a7a7b57a5ead0013a33d3c</guid>
			<itunes:explicit>false</itunes:explicit>
			<link>https://www.karakaxa.org/%CE%B5%CF%80%CE%B5%CE%B9%CF%83%CF%8C%CE%B4%CE%B9%CE%B1</link>
			<acast:episodeId>60a7a7b57a5ead0013a33d3c</acast:episodeId>
			<acast:showId>6013ebce985ab977d52addcc</acast:showId>
			<acast:episodeUrl>mitos31</acast:episodeUrl>
			<acast:settings><![CDATA[FYjHyZbXWHZ7gmX8Pp1rmbKbhgrQiwYShz70Q9/ffXZMTtedvdcRQbP4eiLMjXzCKLPjEYLpGj+NMVKa+5C8pL4u/EOj1Vw4h5MMJYp0lCcFAe0fnxBJy/1ju4Qxy1fh8gO4DvlGA40yms2g0/hOkcrfHIopjTygHFqGwwOPKFIai4SuTvs86Lx3UYCyl6Zs+WO4fC9bB8/2bSJALEZpunHdJA38/ZCmkJMYOTmjFjpgTV0cV7M8rhMqDUiD8pDuAJJMn0j8QfmezcwyCxhRobWoalhBGGQLg3mUIWVxbwBObLvzKjPGMRIfl+xl1qPP]]></acast:settings>
			<itunes:subtitle>Μίτος</itunes:subtitle>
			<itunes:episodeType>full</itunes:episodeType>
			<itunes:episode>31</itunes:episode>
			<itunes:image href="https://assets.pippa.io/shows/6013ebce985ab977d52addcc/1621600056293-c1c27a193787391efd7329e0dbf33085.jpeg"/>
			<description><![CDATA[<p>Η Φινλανδία μας λέει πως κάποιες φορές καλό είναι να ξεφεύγουμε από ευγένειες και τρόπους που έχουμε μάθει και απλά να ακολουθούμε το ένστικτό μας, το αντίθετο μπορεί και να μας βγει σε κακό!</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Περιέχει έντονες σκηνές βίας, βία ενάντια σε ζώα </p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>Ηχητικά εφέ: freesound.org</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ</p><br><p>Η Μικρή Αδερφή: Η Ιστορία της Σουγιετάρ και των Εννέα Αδελφών</p><br><p>Ήταν μια φορά μια γυναίκα που είχε εννέα γιους. Ήταν καλά αγόρια και αγαπούσαν τη μητέρα τους πολύ, αλλά είχαν ένα παράπονο: “Γιατί δεν έχουμε μια αδερφούλα;” ρωτούσαν και ξαναρωτούσαν, “κάνε μας μια αδερφούλα!” παρακαλούσαν συνεχώς τη μητέρα τους.</p><br><p>Ήρθε και ο καιρός που η γυναίκα περίμενε κι άλλο παιδί και τα αγόρια της είπαν: “Μητέρα, αν το μωρό που έρχεται είναι αγόρι, θα φύγουμε και δεν θα μας ξαναδείς ποτέ πια. Αν όμως είναι κορίτσι θα μείνουμε εδώ και θα την φροντίζουμε εμείς”. Η μητέρα συμφώνησε και είπε πως αν το μωρό ήταν κορίτσι θα ζητούσε από τον άντρα της να τοποθετήσει ένα αδράχτι έξω στην αυλή και αν ήταν αγόρι, ένα τσεκούρι: “Περιμένετε λίγο ακόμα”, τους είπε “και έχετε το νου σας να δείτε τι θα βάλει ο πατέρας σας στην αυλή για να μάθετε τι ήταν θέλημα Θεού να είναι το καινούριο σας αδερφάκι, αγόρι ή κορίτσι”.</p><br><p>Το νεογέννητο ήταν κοριτσάκι και η μητέρα του καταχάρηκε: “Άντρα μου, άντρα μου!” του φώναξε, “βιάσου και βάλε στην αυλή το αδράχτι για να ξέρουν οι γιοι μας ότι έχουν μια αδερφούλα”. Ο άνδρας το έκανε και επέστρεψε γρήγορα στο πλευρό της γυναίκας και της κόρης του. Μόλις όμως μπήκε πάλι στο σπίτι, η Σουγιετάρ ξεπρόβαλε και άλλαξε τα αντικείμενα, στη θέση του αδραχτιού έβαλε ένα τσεκούρι. Έπειτα, χαμογελώντας καταχθόνια, απομακρύνθηκε μουρμουρίζοντας στον εαυτό της: “Τώρα θα δούμε τι θα δούμε!”. </p><br><p>Ήλπιζε να σκορπίσει στενοχώρια και τα κατάφερε. Μόλις τα εννέα αγόρια είδαν το τσεκούρι έξω από το σπίτι κατάλαβαν πως η μητέρα τους είχε γεννήσει άλλο ένα αγόρι και έφυγαν αμέσως, αποφασισμένοι να μην ξαναγυρίσουν ποτέ. </p><br><p>Η μητέρα περίμενε και περίμενε να μπουν από την πόρτα οι γιοί της…: “Μα γιατί αργούν τόσο πολύ;” είπε τελικά, “Πήγαινε μέχρι την αυλή άντρα μου να δεις αν έρχονται!”. Ο άντρας τότε βγήκε από το σπίτι και επέστρεψε αμέσως λέγοντας πως κάποιος είχε αλλάξει το αδράχτι με το τσεκούρι: </p><p>Το αδράχτι έκανε φτερά! είπε στη γυναίκα του με αγωνία σαν ξαναμπήκε στο σπίτι. Και στη θέση του είναι ένα τσεκούρι!</p><p>Συμφορά! φώναξε με πόνο η λεχώνα. Κάποιο κακό πλάσμα το έκανε αυτό για να παίξει μαζί μας! Αχ και να μπορούσαμε να πούμε στους γιους μας ότι έχουν τελικά την αδερφούλα που τόσο πολύ ήθελαν!</p><br><p>Αλλά δεν υπήρχε τρόπος να το μάθουν μιας και κανείς δεν ήξερε πού είχαν πάει.</p><br><p>Μετά από λίγο καιρό, ο άντρας πέθανε και έτσι η γυναίκα, μην έχοντας πια στο πλευρό της τους εννέα της γιούς, έμεινε μόνη με την κόρη της. Την ονόμασε Κέρττου και το κοριτσάκι ήταν όμορφο και η καρδιά του χρυσή. Κάθε φορά που έβλεπε τη μητέρα της να κλαίει πήγαινε στο πλευρό της να την παρηγορήσει και καθώς μεγάλωνε, όλο και τη ρώταγε τον λόγο που πονούσε τόσο. Ήρθε και ο καιρός που η μητέρα τής αποκάλυψε πως τα εννέα της αδέρφια είχαν φύγει εξαιτίας ενός κόλπου που είχε παίξει σε βάρος τους ένα κακό πλάσμα:</p><p>Αχ κακόμοιρη μανούλα μου, είπε το κορίτσι. Πόσο λυπάμαι που εγώ έγινα η αιτία να φύγουν οι γιοί σου. Άσε με να γυρίσω τον κόσμο να βρω τ΄ αδέρφια μου. Σαν μάθουν την αλήθεια θα επιστρέψουν και θα σταθούν στο πλευρό σου μέχρι τα γεράματά σου.</p><p>Είσαι ότι μου έχει απομείνει, της είπε τότε η μητέρα της χωρίς να συναινεί σε αυτή της την απόφαση. Αν μου πάθεις κι εσύ κάτι δεν θα βρίσκω πια ησυχία σε αυτόν τον κόσμο.</p><br><p>Η Κέρττου όμως από εκείνη την ημέρα έκλαιγε και θρηνούσε σαν σκεφτόταν τα αδέρφια της που άδικα είχαν ξεριζωθεί από τον τόπο τους. Βλέποντας τη δυστυχία της κόρης της μέρα με τη μέρα και καταλαβαίνοντας πως δεν θα της περνούσε αν δεν πήγαινε να τους βρει, η μητέρα της Κέρττου της έδωσε τελικά την συγκατάθεσή της να φύγει: “Πολύ καλά κόρη μου, πήγαινε κι ο Θεός να σε φυλάει και να ξαναγυρίσεις στο πλευρό μου σώα και αβλαβής. Αλλά πριν φύγεις, θα σου φτιάξω ένα δισάκι με φαγητά και μια μαγική πίτα που θα σου δείξει τον δρόμο”.</p><br><p>Έπλασε τότε και έψησε ένα ταψί ψωμάκια και μια πίτα με τα δάκρυα της Κέρττου και της είπε: “Ορίστε παιδί μου, πάρε τα εφόδια για το ταξίδι σου και την πίτα που θα σε οδηγήσει στα αδέρφια σου. Το μόνο που έχεις να κάνεις είναι να την αφήσεις να πέσει μπροστά στα πόδια σου και να πεις</p><p>Κύλα κύλα πίτα μου μικρή</p><p>Δείξε μου το σωστό στρατί</p><p>Να βρω τα εννιά μου τα αδέρφια</p><p>Που την ίδια μάνα έχουμε τα έρμα</p><p>Τότε η πίτα θα αρχίσει να κυλά κι εσύ να την ακολουθήσεις όπου και να σε πάει. Αλλά Κέρττου κόρη μου, να μην κάνεις μόνη σου αυτό το ταξίδι, πάρε και μια συντροφιά μαζί σου”.</p><br><p>Η Κέρττου είχε έναν μικρό σκύλο, τον Μούστι, που τον αγαπούσε πολύ: “Θα πάρω τον Μούστι μαζί μου!”, είπε ενθουσιασμένη, “αυτός θα με προστατέψει!”. Φώναξε λοιπόν τον Μούστι κοντά της κι εκείνος κούνησε την ουρά του όλο χαρά που θα συνόδευε την Κέρττου σε αυτή την περιπέτεια.</p><br><p>Η Κέρττου τότε στάθηκε μπροστά στην πόρτα της αυλής της και άφησε την πίτα να πέσει στα πόδια της:</p><p>Κύλα κύλα πίτα μου μικρή</p><p>Δείξε μου το σωστό στρατί</p><p>Να βρω τα εννιά μου τα αδέρφια</p><p>Που την ίδια μάνα έχουμε τα έρμα</p><br><p>Μονομιάς η πίτα άρχισε να κυλά σαν τροχός και η Κέρττου και ο Μούστι την πήραν στο κατόπι. Περπάτησαν μέχρι που κουράστηκαν πολύ. Η Κέρττου τότε σήκωσε την πίτα και την έβαλε δίπλα της όπου καθόταν. Όταν είχαν ξεκουραστεί και ήταν έτοιμοι να συνεχίσουν το ταξίδι τους, πετούσε την πίτα πάλι μπροστά της, έλεγε το μαγικό στιχάκι κι αυτή ξανάρχιζε να κυλά. Την πρώτη μέρα δεν συνάντησαν τίποτα στον δρόμο τους. Σαν σουρούπωσε, έφαγαν το βραδινό τους και κοιμήθηκαν κάτω από ένα δέντρο στη μέση ενός χωραφιού.</p><br><p>Τη δεύτερη μέρα, καθώς ακολουθούσαν την πίτα πέρασαν δίπλα από μια κακομούτσουνη γριά την οποία η Κέρττου αντιπάθησε μόλις την είδε. Είπε όμως από μέσα της: “Ντροπή σου Κέρττου που αντιπάθησες αυτή τη γυναίκα μόνο και μόνο επειδή είναι άσκημη” και αμέσως ανταποκρίθηκε ευγενικά στους χαιρετισμούς της γυναίκας και μάλωσε τον Μούστι που της γρύλιζε. Η γριά τότε ρώτησε την Κέρττου πού πήγαινε κι εκείνη της εξήγησε με ειλικρίνεια: “Α! Τι τύχη που συναντήσαμε η μια την άλλη”, της είπε τότε η γριά χαμογελώντας, “μιας και οι δρόμοι μας συνδέονται”. Πλησίασε την Κέρττου και της χάιδεψε το μπράτσο. Η Κέρττου ανατρίχιασε ολόκληρη αλλά σκέφτηκε: “Μην γίνεσαι κακιά, δείξε καλοσύνη στη φτωχή αυτή γυναίκα!”. </p><br><p>Ο Μούστι βρισκόταν στην ίδια θέση που ήταν και η Κέρττου. Δεν γρύλιζε πια στη γριά μιας και η Κέρττου του το είχε κόψει και βάζοντας την ουρά κάτω από τα σκέλια του, πήγε και κόλλησε στα πόδια της Κέρττου κι άρχισε να τρέμει από φόβο. Κάτι ήξερε αυτός, μιας και η γριά γυναίκα ήταν στην πραγματικότητα η Σουγιετάρ η οποία περίμενε όλα αυτά τα χρόνια την ευκαιρία να φέρει κι άλλη δυστυχία στην Κέρττου και τ’ αδέλφια της. Αλίμονο, άβγαλτη και αθώα όπως ήταν η Κέρττου, δεν υποπτεύθηκε τις κακές προθέσεις της γριάς και είπε στη Σουγιετάρ: “Αφού οι δρόμοι μας συνδέονται γιατί δεν ταξιδεύουμε όλοι μαζί;”.</p><br><p>Κι έτσι η Σουγιετάρ βάλθηκε να περπατά μαζί με την Κέρττου και τον Μούστι ακολουθώντας την πίτα. Καθώς περνούσε η μέρα ο ήλιος ζέσταινε όλο και περισσότερο και μόλις έφτασαν όλοι τους μπροστά σε μια λίμνη, η Σουγιετάρ είπε στο κορίτσι: “Παιδί μου, ας ξαποστάσουμε για λίγο εδώ”. Έτσι έκατσαν όλοι τους δίπλα στη λίμνη να ξεκουραστούν. Έπειτα, η Σουγιετάρ πρόσθεσε: “Ας κάνουμε κι ένα μπάνιο στη λίμνη, θα μας δροσίσει”. </p><br><p>Η Κέρττου, έτοιμη ήταν να μπει στη λίμνη, όταν ο Μούστι άρχισε να την τραβά από τις φούστες της:</p><p>Μην πας στη λίμνη αφέντρα! γρύλισε χαμηλόφωνα τραβώντας την προς την αντίθετη κατεύθυνση από τη λίμνη. Μην πας να κολυμπήσεις μαζί της, θα σου κάνει μάγια!</p><p>Ο-όχι, δεν θέλω να κάνω μπάνιο τώρα, είπε τότε η Κέρττου στη Σουγιετάρ.</p><br><p>Η γριά περίμενε να περάσει λίγος καιρός ακόμη στο ταξίδι τους και, όταν η Κέρττου είχε αλλού την προσοχή της, κλώτσησε τον Μούστι και του έσπασε ένα από τα πόδια του. Από εκείνη τη στιγμή το σκυλί έπρεπε να χοροπηδά στα τρία του πόδια. Το επόμενο απόγευμα που συνάντησαν στον δρόμο τους μια λίμνη, η Σουγιετάρ προσπάθησε πάλι να δελεάσει την Κέρττου να μπει στο νερό: “Ο ήλιος καίει παιδί μου”, της είπε, “και θα κάνει και στις δυο μας καλό να δροσιστούμε λίγο. Έλα και μην μου το αρνηθείς αυτή τη φορά”. Μα ο Μούστι πάλι άρχισε να τραβά τα φορέματα της Κέρττου και, γλείφοντας της το χέρι την προειδοποίησε ψιθυριστά: “Μην πας αφέντρα μου! Μην κάνεις μπάνιο μαζί της, θα σε μαγέψει!” κι έτσι η Κέρττου αρνήθηκε ευγενικά: “Δεν πολυέχω όρεξη να κολυμπήσω τώρα. Πήγαινε εσύ και θα σε περιμένω εδώ”.</p><br><p>Αλλά δεν ήταν αυτό που ήθελε να ακούσει η Σουγιετάρ και αποκρίθηκε πως ούτε αυτή θα έμπαινε στο νερό. Είχε εξοργιστεί με το θράσος του Μούστι και, όταν πάλι δεν έβλεπε η Κέρττου, τον ξανακλώτσησε σπάζοντας του άλλο ένα πόδι και ο δύσμοιρος ο Μούστι περπατούσε τώρα μόνο με δύο καλά πόδια. </p><br><p>Για τρίτη βραδιά κοιμήθηκαν όλοι στην άκρη του δρόμου και το επόμενο πρωί συνέχισαν να ακολουθούν την πίτα που κυλούσε. </p><br><p>Κατά το απογευματάκι, πέρασαν δίπλα από ακόμη μια λίμνη και η Σουγιετάρ είπε: “Τώρα σίγουρα κορίτσι μου πρέπει να είσαι κουρασμένη και να ζεσταίνεσαι πολύ. Ας ρίξουμε μια βουτιά οι δυο μας να δροσιστούμε”. Κουτσαίνοντας στα δυο του ποδαράκια τότε, ο Μούστι μυξόκλαψε αδύναμα και είπε στην Κέρττου: “Μην το κάνεις αφέντρα μου! Μη&nbsp;πας να κολυμπήσεις μαζί της, θα σε μαγέψει!”.</p><br><p>Έτσι για τρίτη φορά η Κέρττου αρνήθηκε να κολυμπήσει με τη γριά και αργότερα στα κρυφά η γριά κλώτσησε πάλι τον Μούστι ο οποίος κατέληξε να τα καταφέρνει όπως μπορούσε καλύτερα χοροπηδώντας στο ένα του πόδι. </p><br><p>Και συνέχισαν το ταξίδι τους. Κοιμήθηκαν το βράδυ σ΄ ένα χωράφι και το πρωί ξαναπήραν τον δρόμο. Το απόγευμα πάλι συνάντησαν μια λίμνη και ενώ αυτή τη φορά η Κέρττου ήταν έτοιμη να ενδώσει στην πρόσκληση της γριάς να κάνουν ένα μπάνιο μαζί για να δροσιστούν, ο Μούστι της είπε: “Μην πας αφέντρα! Μην κάνεις μπάνιο μαζί της, θα σε μαγέψει!” Όταν η Κέρττου τότε αρνήθηκε πάλι να κολυμπήσει στη λίμνη, συνέχισε ο Μούστι: </p><p>Μπράβο σου κυρά μου, της είπε λαχανιασμένος, να μην πας! Εγώ σε λίγο θα πεθάνω, το ξέρω μιας και αυτή με μισεί θανάσιμα, μα πριν πεθάνω σε ξορκίζω να μην πας ποτέ μαζί της μέσα σε λίμνη γιατί θα σε μαγέψει!</p><p>Μα τι λέει αυτό το σκυλί; διέκοψε η Σουγιετάρ και σήκωσε μια πέτρα την οποία και κατέβασε με δύναμη στο κεφάλι του Μούστι σκοτώνοντας τον.</p><p>Τι έκανες στο σκυλί μου; φώναξε η Κέρττου.</p><p>Μη νοιάζεσαι για αυτόν, είπε τότε η γριά. Ήταν άρρωστο και σακάτικο, του έκανα καλό που το έβγαλα από τη μιζέρια του. </p><br><p>Η Σουγιετάρ βάλθηκε τότε να παρηγορεί την Κέρττου και να προσπαθεί να την κάνει να ξεχάσει τον Μούστι, μα για την υπόλοιπη ημέρα η Κέρττου έκλαιγε στη σκέψη ότι δεν θα ξαναέβλεπε ποτέ τον πιστό μικρό της φίλο. </p><br><p>Μετά από μια ακόμη κουραστική μέρα πεζοπορίας, κατά το απόγευμα που η Σουγιετάρ άρχισε πάλι να δελεάζει την Κέρττου να κολυμπήσουν μαζί και Μούστι δεν υπήρχε να την προειδοποιήσει, η Κέρττου αφέθηκε και πείστηκε. Είχε εξουθενωθεί τόσες μέρες στον δρόμο και πράγματι με την πρώτη αίσθηση του δροσερού νερού, αναζωογονήθηκε: “Ρίξε μου τώρα νερό στο πρόσωπο!” της είπε η Σουγιετάρ. Μα η Κέρττου δεν το θεώρησε πρέπον να πιτσιλίσει έτσι μια φαινομενικά γριά γυναίκα. “Άκουσες τι σου είπα!;” ούρλιαξε τότε η Σουγιετάρ και παρόλο που η Κέρττου δίστασε, η γριά γυναίκα την κοίταξε μ΄ ένα τόσο απειλητικό και κακό βλέμμα που το κορίτσι τελικά ενέδωσε και της έριξε νερό στο πρόσωπο. Μόλις το νερό άγγιξε τα μάτια της γριάς γυναίκας εκείνη φώναξε:</p><br><p>Τη δικιά σου μορφή δώσ’ μου</p><p>Και την δική μου πάρε στα μάτια όλου του κόσμου!</p><br><p>Σε μια στιγμή, οι δυό τους αντάλλαξαν εμφάνιση. Η Σουγιετάρ ήταν πια όμορφη σαν την Κέρττου και η Κέρττου έγινε γριά και άσκημη. Τότε μόνο συνειδητοποίησε πως η γριά γυναίκα ήταν η κακόβουλη Σουγιετάρ: “Γιατί;” άρχισε να κλαίει, “γιατί δεν άκουσα τον καλό μου Μούστι;”.</p><br><p>Η Σουγιετάρ τότε την τράβηξε βίαια έξω από το νερό: “Άντε τώρα! Βάλε αυτά τα παλιά κουρέλια και κάνε ξανά την πίτα να κυλά. Απόψε κιόλας φτάνουμε εκεί που μένουν τα εννιά σου αδέρφια”.</p><br><p>Και η κακόμοιρη η Κέρττου έβαλε τα απαίσια και βρωμερά κουρέλια της Σουγιετάρ, ενώ εκείνη, που τώρα είχε τη δροσιά και τη φρεσκάδα μιας πανέμορφης κοπέλας, έβαλε τα χαριτωμένα ρούχα της Κέρττου. Έπειτα, με βαριά καρδιά και μέσα από λυγμούς, η Κέρττου είπε ρίχνοντας την πίτα χάμω</p><p>Κύλα κύλα πίτα μου μικρή</p><p>Δείξε μου το σωστό στρατί</p><p>Να βρω τα εννιά μου τα αδέρφια</p><p>Που την ίδια μάνα έχουμε τα έρμα</p><br><p>Κύλησε τότε η μικρή πίτα και οι δυο τους την ακολούθησαν, η Κέρττου κλαίγοντας πικρά και η Σουγιετάρ κοροϊδεύοντας την σε όλη τη διαδρομή. Αλλά αυτό δεν κράτησε πολύ, η Σουγιετάρ ξαναέκανε μάγια στην Κέρττου και αυτή τη φορά της πήρε τη μνήμη και τη λαλιά της. </p><br><p>Κυλούσε και κυλούσε η μικρή πίτα ώσπου τις οδήγησε μπροστά σε μια αγροικία όπου και σταμάτησε. Εκεί έμεναν οι εννέα αδερφοί. Οι οκτώ έλειπαν δουλεύοντας έξω στα χωράφια, μα ο μικρότερος ήταν σπίτι. Άνοιξε την πόρτα όταν του χτύπησαν και μόλις η Σουγιετάρ του είπε πως ήταν η Κέρττου, η μικρή του αδερφή, εκείνος τη φίλησε και την καλωσόρισε στο σπίτι του. Οι δυο τους έκατσαν πλάι πλάι και η Σουγιετάρ βάλθηκε να του εξιστορεί ότι της είχε πει η Κέρττου για τη μητέρα τους και για την ανταλλαγή των αντικειμένων στην αυλή όταν είχε γεννηθεί. Ο μικρός αδερφός παρακολουθούσε με πολύ ενδιαφέρον τα λεγόμενα τής Σουγιετάρ τα οποία της έβγαιναν με τόση φυσικότητα που δεν είχε λόγο να υποψιαστεί ότι δεν ήταν εκείνη στ’ αλήθεια αδελφή του:</p><p>Και ποια είναι αυτή η κακάσχημη γριά που σέρνεις μαζί σου, ρώτησε τότε ο αδερφός.</p><p>Α, αυτή; είναι μια παραδουλεύτρα που η μητέρα μας επέμενε να φέρω μαζί μου στο ταξίδι μου για συντροφιά. Είναι μουγκή και χαζή, αλλά ξέρει από ζωντανά, μπορούμε να τη βάζουμε να βγάζει έξω την αγελάδα να βόσκει κάθε μέρα.</p><br><p>Γύρισαν και τα υπόλοιπα αδέρφια και χάρηκαν πολύ με τα νέα του ερχομού αυτής που νόμιζαν για αδερφή τους. Την υποδέχτηκαν θερμά&nbsp;και αμέσως την περικύκλωσαν, τη γέμισαν αγκαλιές και φιλιά και την προσκάλεσαν να ζήσει μαζί τους να τους φροντίζει το σπίτι. Εκείνη αποκρίθηκε πως ακριβώς αυτό ήθελε να κάνει και πως τώρα που ήταν αυτή εκεί, ο μικρότερος αδερφός θα μπορούσε κι αυτός να πηγαίνει με τα αδέρφια του και να δουλεύει στα χωράφια, δεν υπήρχε ανάγκη πια να μένει σπίτι. Έτσι ξεκίνησε μια καινούρια ζωή για την καημένη την Κέρττου. Τα πρωινά, μόλις έφευγαν οι αδερφοί της από το σπίτι, η Σουγιετάρ την κακομεταχειριζόταν και την μάλωνε. Της έφτιαχνε πίτα να πάρει μαζί της που θα έβγαζε την αγελάδα να βοσκίσει και την παραγέμιζε με πέτρες, κλαδιά και ακαθαρσίες. Την πήγαινε μέχρι την πόρτα του φράχτη, της έδινε πίσω τη μνήμη και τη λαλιά της και τη διέταζε να πάει την αγελάδα πέρα στα χωράφια και να γυρίσει το σούρουπο. Μόλις η Κέρττου γυρνούσε το σούρουπο με την αγελάδα, η Σουγιετάρ την περίμενε πάλι στην είσοδο του φράχτη και της ξαναέπαιρνε την μνήμη και τη λαλιά της έτσι ώστε οι αδερφοί της να δουν πάλι μια μουγκή και ανόητη γριά. </p><br><p>Κάθε πρωί και κάθε βράδυ, η Κέρττου εκλιπαρούσε τη Σουγιετάρ να της δείξει έλεος, εκείνη όμως όχι μόνο δεν την λυπόταν παρά γινόταν ακόμη πιο σκληρή μέρα με τη μέρα. Η Σουγιετάρ κορδωνόταν πολύ σαν σκεφτόταν πως εννέα παλικάρια την περνούσαν για μια νεαρή και όμορφη κοπέλα και ήταν σίγουρη πως το μυστικό της δεν θα μαθευόταν ποτέ, αφού η μόνη που θα μπορούσε να το αποκαλύψει ήταν η Κέρττου και αυτή ήταν τελείως υποχείριό της. Τα βράδια, όταν η Σουγιετάρ έτρωγε, έπινε και διασκέδαζε με τα εννιά παλικάρια, η Κέρττου στεκόταν βουβή κοιτώντας έξω από το παράθυρο σαν χαμένη, μιας και εκείνες τις ώρες δεν είχε τη μνήμη της.</p><br><p>Τα πρωινά όμως, τα πράγματα ήταν πολύ διαφορετικά. Όταν η Κέρττου βρισκόταν μονάχη στα βοσκοτόπια έχοντας και τη μνήμη και τη λαλιά της, σκεφτόταν τη δύστυχη τη μάνα της που περίμενε πως και πως την επιστροφή της. Σκεφτόταν τους εννιά της αδερφούς που τώρα, εξαιτίας ενός λάθους της μπορούσαν κι αυτοί να πέσουν θύματα των μαγικών της Σουγιετάρ ανά πάσα στιγμή. Αυτές οι σκέψεις τη βύθιζαν σε βαθιά θλίψη που είχε κάνει τραγούδι και το τραγουδούσε καθημερινά:</p><p>Επιτέλους βρήκα τα εννέα μου τ’ αδέρφια</p><p>Που την ίδια μάνα έχουμε τα έρμα</p><p>Όλοι τους όμως δεν μ’ αναγνωρίζουν</p><p>Και τα μάτια μου μονάχα τους δακρύζουν</p><p>Η άτιμη η Σουγιετάρ στη θέση μου κάθεται</p><p>Με το δικό μου πρόσωπο στον καθρέφτη φτιάχνεται</p><p>Με ξεγέλασε με πανουργία περισσή</p><p>Τώρα με περιγελά κάθε πρωί</p><p>Κάθε μαύρη νύχτα μου παίρνει τη μιλιά</p><p>Για να φάω μου δίνει πέτρες και κλαδιά</p><p>Αχ και να ‘ξεραν τα εννέα μου τ’ αδέρφια</p><p>Πως την ίδια μάνα έχουμε τα έρμα.</p><br><p>Τα αγόρια που δούλευαν σε παραπλήσια χωράφια συχνά άκουγαν αυτό το τραγούδι και απορούσαν: “Τι παράξενο!”, έλεγαν ο ένας στον άλλο, “Λες αυτή να είναι η γριά που τραγουδά έτσι; Μα κάθε βράδυ στο σπίτι δεν βγάζει άχνα και η καλή μας η αδερφή μας έχει πει πως είναι μουγκή και ανόητη”. </p><br><p>Ένα απόγευμα που το τραγούδι της Κέρττου ακουγόταν ιδιαίτερα πονεμένο, ο μικρότερος αδερφός πλησίασε να δει αν μπορούσε να ακούσει τα λόγια του τραγουδιού καλύτερα. Έστησε αυτί και άκουσε προσεκτικά. Τότε έτρεξε πίσω στα αδέρφια του κατάλευκος σαν το χαρτί και τους είπε τι είχε ακούσει: “Ανοησίες!”, του είπαν εκείνοι, “λάθος θα κατάλαβες!”. Μα τους μπήκαν ψύλλοι στ’ αυτιά και πλησίασαν κι αυτοί να ακούσουν το τραγούδι της γριάς. Τότε είδαν πως, παρόλο που όντως ήταν μια κακάσχημη γριά που τραγουδούσε, η φωνή της ήταν αυτή μιας νεαρής κοπέλας. Έτσι ακούγοντας κι αυτοί τα λόγια, καταχλώμιασαν:</p><br><p>Επιτέλους βρήκα τα εννέα μου τ’ αδέρφια</p><p>Που την ίδια μάνα έχουμε τα έρμα…</p><br><p>“Μα μπορεί κάτι τέτοιο να αληθεύει;”, ψιθύρισαν ο ένας στον άλλο. Έστειλαν τον μικρότερο να πάει να μιλήσει στην Κέρττου κι εκείνος, σαν άκουσε όλη την ιστορία, πείστηκε απόλυτα. Ένας ένας πήγαν τα αδέρφια και ανέκριναν την Κέρττου και όλοι σαν γύριζαν πίστευαν πως τους έλεγε αλήθεια:</p><p>Καλό θα ήταν και για εμάς, είπαν οι εννέα, να μην πέσουμε θύματα των μαγικών της. Αχ, πώς&nbsp;μπορούμε να σώσουμε την αδερφή μας από τα δεσμά αυτού του απαίσιου πλάσματος;</p><p>Δεν θα μπορέσω ποτέ να γίνω όπως ήμουν πριν, είπε τότε η Κέρττου, εκτός κι αν η Σουγιετάρ μου ρίξει νερό στα μάτια και προλάβω να πω τις μαγικές λέξεις που είχε πει κι εκείνη.</p><br><p>Τα αδέρφια τότε άρχισαν να καταστρώνουν το ένα σχέδιο μετά το άλλο μέχρι που συμφώνησαν σε ένα το οποίο φαινόταν πιο πιθανό να ξεγελάσει τη Σουγιετάρ. </p><br><p>Ένα μεσημέρι είπαν στην Κέρττου να βάλει κάτι στα μάτια της για να πρηστούν κι έτσι να γυρίσει σπίτι να γίνει καλά. Τα αδέρφια της ήταν κι αυτά εκεί και, μόλις η Κέρττου μπήκε στην κουζίνα σκοντάφτοντας και παραπατώντας, είπαν όλοι στη Σουγιετάρ:</p><p>Αδερφή, αδερφούλα, κοιτά την κακόμοιρη τη γριά! Κάτι έχει πάθει! Τα μάτια της, είναι τόσο κόκκινα και πρησμένα! Φέρε λίγο νερό να της τα πλύνεις!</p><p>Ανοησίες! είπε εκείνη. Μια χαρά είναι η γριά, αφήστε την όπως έχει. Δεν χρειάζεται φροντίδα!</p><p>Αχ αδερφούλα, τη μάλωσαν τότε τα αδέρφια. Έτσι μιλάει μια πονόψυχη και καλόκαρδη κοπέλα όπως εσύ; Αν δεν της πλύνεις εσύ τα μάτια, θα της τα πλύνουμε εμείς!</p><br><p>Τότε η Σουγιετάρ που ήθελε να κάνει τα αδέρφια να πιστέψουν ότι ήταν καλός άνθρωπος, άλλαξε σκοπό και άρχισε να επιμένει πως εκείνη θα έπλενε τα μάτια της γριάς. Γέμισε μια λεκάνη με νερό, πλησίασε την Κέρττου και της είπε να ρίξει πίσω το κεφάλι της. Μόλις έριξε την πρώτη σταγόνα νερό στα μάτια της Κέρττου, εκείνη φώναξε:</p><br><p>Τη δικιά σου μορφή δώσ’ μου</p><p>Και την δική μου πάρε στα μάτια όλου του κόσμου!</p><br><p>Μονομιάς η Σουγιετάρ ήταν πάλι η κακάσχημη γριά που ήταν πάντα και η Κέρττου ήταν πάλι ο εαυτός της, νέα, όμορφη και δροσερή που ακόμη όμως φορούσε τα παλιόρουχα της Σουγιετάρ. Τα αδέρφια της προσποιήθηκαν πως δεν είχαν καταλάβει ότι είχε γίνει η αλλαγή και συνέχισαν να απευθύνονται στη Σουγιετάρ σαν να ήταν η αδερφή τους η Κέρττου. Και η Σουγιετάρ, που τώρα ήταν αυτή η τυφλωμένη, συνέχισε να παίζει το ρόλο της Κέρττου. Της είπε τότε ένα από τα αδέρφια: “Αδερφούλα μας, η σάουνα έχει ζεσταθεί και σε περιμένει, θες να κάνεις ένα μπάνιο;”. Η Σουγιετάρ σκέφτηκε τότε πως αυτό θα ήταν η τέλεια ευκαιρία να πλύνει τα μάτια της και τους επέτρεψε να την οδηγήσουν μέχρι τη σάουνα. Μόλις την έβαλαν μέσα, τα αδέρφια κλείδωσαν την πόρτα πίσω της και έβαλαν στη σάουνα φωτιά! Πω πω τα ουρλιαχτά που έβγαλε σαν κατάλαβε ότι είχε παγιδευτεί! Φώναζε και ούρλιαζε και τσίριζε και απειλούσε! Αλλά η Κέρττου και τα αδέρφια της σταμάτησαν να της δίνουν σημασία. Την άφησαν να τσουρουφλίζεται μέσα στη σάουνα και έφυγαν να πάνε στη μητέρα τους.</p><br><p>Την βρήκαν να κάθεται δίπλα στο παράθυρο και να κλαίει. Ήταν σίγουρη πως η ίδια μοίρα που είχε βρει τα αγόρια της είχε βρει και την Κέρττου. Τρόμαξε να τους αναγνωρίσει σαν πέρασαν το κατώφλι του σπιτιού της και τότε η Κέρττου τραγούδησε:</p><br><p>Να που σου έφερα τα εννέα μου τ’ αδέρφια</p><p>Που εσένα για μάνα έχουμε τα έρμα!</p><br><p>Η μητέρα τους, τους πήρε όλους στην αγκαλιά της, ευχαρίστησε τον Θεό και τους καλωσόρισε όλους πίσω σπίτι.</p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></description>
			<itunes:summary><![CDATA[<p>Η Φινλανδία μας λέει πως κάποιες φορές καλό είναι να ξεφεύγουμε από ευγένειες και τρόπους που έχουμε μάθει και απλά να ακολουθούμε το ένστικτό μας, το αντίθετο μπορεί και να μας βγει σε κακό!</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Περιέχει έντονες σκηνές βίας, βία ενάντια σε ζώα </p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>Ηχητικά εφέ: freesound.org</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ</p><br><p>Η Μικρή Αδερφή: Η Ιστορία της Σουγιετάρ και των Εννέα Αδελφών</p><br><p>Ήταν μια φορά μια γυναίκα που είχε εννέα γιους. Ήταν καλά αγόρια και αγαπούσαν τη μητέρα τους πολύ, αλλά είχαν ένα παράπονο: “Γιατί δεν έχουμε μια αδερφούλα;” ρωτούσαν και ξαναρωτούσαν, “κάνε μας μια αδερφούλα!” παρακαλούσαν συνεχώς τη μητέρα τους.</p><br><p>Ήρθε και ο καιρός που η γυναίκα περίμενε κι άλλο παιδί και τα αγόρια της είπαν: “Μητέρα, αν το μωρό που έρχεται είναι αγόρι, θα φύγουμε και δεν θα μας ξαναδείς ποτέ πια. Αν όμως είναι κορίτσι θα μείνουμε εδώ και θα την φροντίζουμε εμείς”. Η μητέρα συμφώνησε και είπε πως αν το μωρό ήταν κορίτσι θα ζητούσε από τον άντρα της να τοποθετήσει ένα αδράχτι έξω στην αυλή και αν ήταν αγόρι, ένα τσεκούρι: “Περιμένετε λίγο ακόμα”, τους είπε “και έχετε το νου σας να δείτε τι θα βάλει ο πατέρας σας στην αυλή για να μάθετε τι ήταν θέλημα Θεού να είναι το καινούριο σας αδερφάκι, αγόρι ή κορίτσι”.</p><br><p>Το νεογέννητο ήταν κοριτσάκι και η μητέρα του καταχάρηκε: “Άντρα μου, άντρα μου!” του φώναξε, “βιάσου και βάλε στην αυλή το αδράχτι για να ξέρουν οι γιοι μας ότι έχουν μια αδερφούλα”. Ο άνδρας το έκανε και επέστρεψε γρήγορα στο πλευρό της γυναίκας και της κόρης του. Μόλις όμως μπήκε πάλι στο σπίτι, η Σουγιετάρ ξεπρόβαλε και άλλαξε τα αντικείμενα, στη θέση του αδραχτιού έβαλε ένα τσεκούρι. Έπειτα, χαμογελώντας καταχθόνια, απομακρύνθηκε μουρμουρίζοντας στον εαυτό της: “Τώρα θα δούμε τι θα δούμε!”. </p><br><p>Ήλπιζε να σκορπίσει στενοχώρια και τα κατάφερε. Μόλις τα εννέα αγόρια είδαν το τσεκούρι έξω από το σπίτι κατάλαβαν πως η μητέρα τους είχε γεννήσει άλλο ένα αγόρι και έφυγαν αμέσως, αποφασισμένοι να μην ξαναγυρίσουν ποτέ. </p><br><p>Η μητέρα περίμενε και περίμενε να μπουν από την πόρτα οι γιοί της…: “Μα γιατί αργούν τόσο πολύ;” είπε τελικά, “Πήγαινε μέχρι την αυλή άντρα μου να δεις αν έρχονται!”. Ο άντρας τότε βγήκε από το σπίτι και επέστρεψε αμέσως λέγοντας πως κάποιος είχε αλλάξει το αδράχτι με το τσεκούρι: </p><p>Το αδράχτι έκανε φτερά! είπε στη γυναίκα του με αγωνία σαν ξαναμπήκε στο σπίτι. Και στη θέση του είναι ένα τσεκούρι!</p><p>Συμφορά! φώναξε με πόνο η λεχώνα. Κάποιο κακό πλάσμα το έκανε αυτό για να παίξει μαζί μας! Αχ και να μπορούσαμε να πούμε στους γιους μας ότι έχουν τελικά την αδερφούλα που τόσο πολύ ήθελαν!</p><br><p>Αλλά δεν υπήρχε τρόπος να το μάθουν μιας και κανείς δεν ήξερε πού είχαν πάει.</p><br><p>Μετά από λίγο καιρό, ο άντρας πέθανε και έτσι η γυναίκα, μην έχοντας πια στο πλευρό της τους εννέα της γιούς, έμεινε μόνη με την κόρη της. Την ονόμασε Κέρττου και το κοριτσάκι ήταν όμορφο και η καρδιά του χρυσή. Κάθε φορά που έβλεπε τη μητέρα της να κλαίει πήγαινε στο πλευρό της να την παρηγορήσει και καθώς μεγάλωνε, όλο και τη ρώταγε τον λόγο που πονούσε τόσο. Ήρθε και ο καιρός που η μητέρα τής αποκάλυψε πως τα εννέα της αδέρφια είχαν φύγει εξαιτίας ενός κόλπου που είχε παίξει σε βάρος τους ένα κακό πλάσμα:</p><p>Αχ κακόμοιρη μανούλα μου, είπε το κορίτσι. Πόσο λυπάμαι που εγώ έγινα η αιτία να φύγουν οι γιοί σου. Άσε με να γυρίσω τον κόσμο να βρω τ΄ αδέρφια μου. Σαν μάθουν την αλήθεια θα επιστρέψουν και θα σταθούν στο πλευρό σου μέχρι τα γεράματά σου.</p><p>Είσαι ότι μου έχει απομείνει, της είπε τότε η μητέρα της χωρίς να συναινεί σε αυτή της την απόφαση. Αν μου πάθεις κι εσύ κάτι δεν θα βρίσκω πια ησυχία σε αυτόν τον κόσμο.</p><br><p>Η Κέρττου όμως από εκείνη την ημέρα έκλαιγε και θρηνούσε σαν σκεφτόταν τα αδέρφια της που άδικα είχαν ξεριζωθεί από τον τόπο τους. Βλέποντας τη δυστυχία της κόρης της μέρα με τη μέρα και καταλαβαίνοντας πως δεν θα της περνούσε αν δεν πήγαινε να τους βρει, η μητέρα της Κέρττου της έδωσε τελικά την συγκατάθεσή της να φύγει: “Πολύ καλά κόρη μου, πήγαινε κι ο Θεός να σε φυλάει και να ξαναγυρίσεις στο πλευρό μου σώα και αβλαβής. Αλλά πριν φύγεις, θα σου φτιάξω ένα δισάκι με φαγητά και μια μαγική πίτα που θα σου δείξει τον δρόμο”.</p><br><p>Έπλασε τότε και έψησε ένα ταψί ψωμάκια και μια πίτα με τα δάκρυα της Κέρττου και της είπε: “Ορίστε παιδί μου, πάρε τα εφόδια για το ταξίδι σου και την πίτα που θα σε οδηγήσει στα αδέρφια σου. Το μόνο που έχεις να κάνεις είναι να την αφήσεις να πέσει μπροστά στα πόδια σου και να πεις</p><p>Κύλα κύλα πίτα μου μικρή</p><p>Δείξε μου το σωστό στρατί</p><p>Να βρω τα εννιά μου τα αδέρφια</p><p>Που την ίδια μάνα έχουμε τα έρμα</p><p>Τότε η πίτα θα αρχίσει να κυλά κι εσύ να την ακολουθήσεις όπου και να σε πάει. Αλλά Κέρττου κόρη μου, να μην κάνεις μόνη σου αυτό το ταξίδι, πάρε και μια συντροφιά μαζί σου”.</p><br><p>Η Κέρττου είχε έναν μικρό σκύλο, τον Μούστι, που τον αγαπούσε πολύ: “Θα πάρω τον Μούστι μαζί μου!”, είπε ενθουσιασμένη, “αυτός θα με προστατέψει!”. Φώναξε λοιπόν τον Μούστι κοντά της κι εκείνος κούνησε την ουρά του όλο χαρά που θα συνόδευε την Κέρττου σε αυτή την περιπέτεια.</p><br><p>Η Κέρττου τότε στάθηκε μπροστά στην πόρτα της αυλής της και άφησε την πίτα να πέσει στα πόδια της:</p><p>Κύλα κύλα πίτα μου μικρή</p><p>Δείξε μου το σωστό στρατί</p><p>Να βρω τα εννιά μου τα αδέρφια</p><p>Που την ίδια μάνα έχουμε τα έρμα</p><br><p>Μονομιάς η πίτα άρχισε να κυλά σαν τροχός και η Κέρττου και ο Μούστι την πήραν στο κατόπι. Περπάτησαν μέχρι που κουράστηκαν πολύ. Η Κέρττου τότε σήκωσε την πίτα και την έβαλε δίπλα της όπου καθόταν. Όταν είχαν ξεκουραστεί και ήταν έτοιμοι να συνεχίσουν το ταξίδι τους, πετούσε την πίτα πάλι μπροστά της, έλεγε το μαγικό στιχάκι κι αυτή ξανάρχιζε να κυλά. Την πρώτη μέρα δεν συνάντησαν τίποτα στον δρόμο τους. Σαν σουρούπωσε, έφαγαν το βραδινό τους και κοιμήθηκαν κάτω από ένα δέντρο στη μέση ενός χωραφιού.</p><br><p>Τη δεύτερη μέρα, καθώς ακολουθούσαν την πίτα πέρασαν δίπλα από μια κακομούτσουνη γριά την οποία η Κέρττου αντιπάθησε μόλις την είδε. Είπε όμως από μέσα της: “Ντροπή σου Κέρττου που αντιπάθησες αυτή τη γυναίκα μόνο και μόνο επειδή είναι άσκημη” και αμέσως ανταποκρίθηκε ευγενικά στους χαιρετισμούς της γυναίκας και μάλωσε τον Μούστι που της γρύλιζε. Η γριά τότε ρώτησε την Κέρττου πού πήγαινε κι εκείνη της εξήγησε με ειλικρίνεια: “Α! Τι τύχη που συναντήσαμε η μια την άλλη”, της είπε τότε η γριά χαμογελώντας, “μιας και οι δρόμοι μας συνδέονται”. Πλησίασε την Κέρττου και της χάιδεψε το μπράτσο. Η Κέρττου ανατρίχιασε ολόκληρη αλλά σκέφτηκε: “Μην γίνεσαι κακιά, δείξε καλοσύνη στη φτωχή αυτή γυναίκα!”. </p><br><p>Ο Μούστι βρισκόταν στην ίδια θέση που ήταν και η Κέρττου. Δεν γρύλιζε πια στη γριά μιας και η Κέρττου του το είχε κόψει και βάζοντας την ουρά κάτω από τα σκέλια του, πήγε και κόλλησε στα πόδια της Κέρττου κι άρχισε να τρέμει από φόβο. Κάτι ήξερε αυτός, μιας και η γριά γυναίκα ήταν στην πραγματικότητα η Σουγιετάρ η οποία περίμενε όλα αυτά τα χρόνια την ευκαιρία να φέρει κι άλλη δυστυχία στην Κέρττου και τ’ αδέλφια της. Αλίμονο, άβγαλτη και αθώα όπως ήταν η Κέρττου, δεν υποπτεύθηκε τις κακές προθέσεις της γριάς και είπε στη Σουγιετάρ: “Αφού οι δρόμοι μας συνδέονται γιατί δεν ταξιδεύουμε όλοι μαζί;”.</p><br><p>Κι έτσι η Σουγιετάρ βάλθηκε να περπατά μαζί με την Κέρττου και τον Μούστι ακολουθώντας την πίτα. Καθώς περνούσε η μέρα ο ήλιος ζέσταινε όλο και περισσότερο και μόλις έφτασαν όλοι τους μπροστά σε μια λίμνη, η Σουγιετάρ είπε στο κορίτσι: “Παιδί μου, ας ξαποστάσουμε για λίγο εδώ”. Έτσι έκατσαν όλοι τους δίπλα στη λίμνη να ξεκουραστούν. Έπειτα, η Σουγιετάρ πρόσθεσε: “Ας κάνουμε κι ένα μπάνιο στη λίμνη, θα μας δροσίσει”. </p><br><p>Η Κέρττου, έτοιμη ήταν να μπει στη λίμνη, όταν ο Μούστι άρχισε να την τραβά από τις φούστες της:</p><p>Μην πας στη λίμνη αφέντρα! γρύλισε χαμηλόφωνα τραβώντας την προς την αντίθετη κατεύθυνση από τη λίμνη. Μην πας να κολυμπήσεις μαζί της, θα σου κάνει μάγια!</p><p>Ο-όχι, δεν θέλω να κάνω μπάνιο τώρα, είπε τότε η Κέρττου στη Σουγιετάρ.</p><br><p>Η γριά περίμενε να περάσει λίγος καιρός ακόμη στο ταξίδι τους και, όταν η Κέρττου είχε αλλού την προσοχή της, κλώτσησε τον Μούστι και του έσπασε ένα από τα πόδια του. Από εκείνη τη στιγμή το σκυλί έπρεπε να χοροπηδά στα τρία του πόδια. Το επόμενο απόγευμα που συνάντησαν στον δρόμο τους μια λίμνη, η Σουγιετάρ προσπάθησε πάλι να δελεάσει την Κέρττου να μπει στο νερό: “Ο ήλιος καίει παιδί μου”, της είπε, “και θα κάνει και στις δυο μας καλό να δροσιστούμε λίγο. Έλα και μην μου το αρνηθείς αυτή τη φορά”. Μα ο Μούστι πάλι άρχισε να τραβά τα φορέματα της Κέρττου και, γλείφοντας της το χέρι την προειδοποίησε ψιθυριστά: “Μην πας αφέντρα μου! Μην κάνεις μπάνιο μαζί της, θα σε μαγέψει!” κι έτσι η Κέρττου αρνήθηκε ευγενικά: “Δεν πολυέχω όρεξη να κολυμπήσω τώρα. Πήγαινε εσύ και θα σε περιμένω εδώ”.</p><br><p>Αλλά δεν ήταν αυτό που ήθελε να ακούσει η Σουγιετάρ και αποκρίθηκε πως ούτε αυτή θα έμπαινε στο νερό. Είχε εξοργιστεί με το θράσος του Μούστι και, όταν πάλι δεν έβλεπε η Κέρττου, τον ξανακλώτσησε σπάζοντας του άλλο ένα πόδι και ο δύσμοιρος ο Μούστι περπατούσε τώρα μόνο με δύο καλά πόδια. </p><br><p>Για τρίτη βραδιά κοιμήθηκαν όλοι στην άκρη του δρόμου και το επόμενο πρωί συνέχισαν να ακολουθούν την πίτα που κυλούσε. </p><br><p>Κατά το απογευματάκι, πέρασαν δίπλα από ακόμη μια λίμνη και η Σουγιετάρ είπε: “Τώρα σίγουρα κορίτσι μου πρέπει να είσαι κουρασμένη και να ζεσταίνεσαι πολύ. Ας ρίξουμε μια βουτιά οι δυο μας να δροσιστούμε”. Κουτσαίνοντας στα δυο του ποδαράκια τότε, ο Μούστι μυξόκλαψε αδύναμα και είπε στην Κέρττου: “Μην το κάνεις αφέντρα μου! Μη&nbsp;πας να κολυμπήσεις μαζί της, θα σε μαγέψει!”.</p><br><p>Έτσι για τρίτη φορά η Κέρττου αρνήθηκε να κολυμπήσει με τη γριά και αργότερα στα κρυφά η γριά κλώτσησε πάλι τον Μούστι ο οποίος κατέληξε να τα καταφέρνει όπως μπορούσε καλύτερα χοροπηδώντας στο ένα του πόδι. </p><br><p>Και συνέχισαν το ταξίδι τους. Κοιμήθηκαν το βράδυ σ΄ ένα χωράφι και το πρωί ξαναπήραν τον δρόμο. Το απόγευμα πάλι συνάντησαν μια λίμνη και ενώ αυτή τη φορά η Κέρττου ήταν έτοιμη να ενδώσει στην πρόσκληση της γριάς να κάνουν ένα μπάνιο μαζί για να δροσιστούν, ο Μούστι της είπε: “Μην πας αφέντρα! Μην κάνεις μπάνιο μαζί της, θα σε μαγέψει!” Όταν η Κέρττου τότε αρνήθηκε πάλι να κολυμπήσει στη λίμνη, συνέχισε ο Μούστι: </p><p>Μπράβο σου κυρά μου, της είπε λαχανιασμένος, να μην πας! Εγώ σε λίγο θα πεθάνω, το ξέρω μιας και αυτή με μισεί θανάσιμα, μα πριν πεθάνω σε ξορκίζω να μην πας ποτέ μαζί της μέσα σε λίμνη γιατί θα σε μαγέψει!</p><p>Μα τι λέει αυτό το σκυλί; διέκοψε η Σουγιετάρ και σήκωσε μια πέτρα την οποία και κατέβασε με δύναμη στο κεφάλι του Μούστι σκοτώνοντας τον.</p><p>Τι έκανες στο σκυλί μου; φώναξε η Κέρττου.</p><p>Μη νοιάζεσαι για αυτόν, είπε τότε η γριά. Ήταν άρρωστο και σακάτικο, του έκανα καλό που το έβγαλα από τη μιζέρια του. </p><br><p>Η Σουγιετάρ βάλθηκε τότε να παρηγορεί την Κέρττου και να προσπαθεί να την κάνει να ξεχάσει τον Μούστι, μα για την υπόλοιπη ημέρα η Κέρττου έκλαιγε στη σκέψη ότι δεν θα ξαναέβλεπε ποτέ τον πιστό μικρό της φίλο. </p><br><p>Μετά από μια ακόμη κουραστική μέρα πεζοπορίας, κατά το απόγευμα που η Σουγιετάρ άρχισε πάλι να δελεάζει την Κέρττου να κολυμπήσουν μαζί και Μούστι δεν υπήρχε να την προειδοποιήσει, η Κέρττου αφέθηκε και πείστηκε. Είχε εξουθενωθεί τόσες μέρες στον δρόμο και πράγματι με την πρώτη αίσθηση του δροσερού νερού, αναζωογονήθηκε: “Ρίξε μου τώρα νερό στο πρόσωπο!” της είπε η Σουγιετάρ. Μα η Κέρττου δεν το θεώρησε πρέπον να πιτσιλίσει έτσι μια φαινομενικά γριά γυναίκα. “Άκουσες τι σου είπα!;” ούρλιαξε τότε η Σουγιετάρ και παρόλο που η Κέρττου δίστασε, η γριά γυναίκα την κοίταξε μ΄ ένα τόσο απειλητικό και κακό βλέμμα που το κορίτσι τελικά ενέδωσε και της έριξε νερό στο πρόσωπο. Μόλις το νερό άγγιξε τα μάτια της γριάς γυναίκας εκείνη φώναξε:</p><br><p>Τη δικιά σου μορφή δώσ’ μου</p><p>Και την δική μου πάρε στα μάτια όλου του κόσμου!</p><br><p>Σε μια στιγμή, οι δυό τους αντάλλαξαν εμφάνιση. Η Σουγιετάρ ήταν πια όμορφη σαν την Κέρττου και η Κέρττου έγινε γριά και άσκημη. Τότε μόνο συνειδητοποίησε πως η γριά γυναίκα ήταν η κακόβουλη Σουγιετάρ: “Γιατί;” άρχισε να κλαίει, “γιατί δεν άκουσα τον καλό μου Μούστι;”.</p><br><p>Η Σουγιετάρ τότε την τράβηξε βίαια έξω από το νερό: “Άντε τώρα! Βάλε αυτά τα παλιά κουρέλια και κάνε ξανά την πίτα να κυλά. Απόψε κιόλας φτάνουμε εκεί που μένουν τα εννιά σου αδέρφια”.</p><br><p>Και η κακόμοιρη η Κέρττου έβαλε τα απαίσια και βρωμερά κουρέλια της Σουγιετάρ, ενώ εκείνη, που τώρα είχε τη δροσιά και τη φρεσκάδα μιας πανέμορφης κοπέλας, έβαλε τα χαριτωμένα ρούχα της Κέρττου. Έπειτα, με βαριά καρδιά και μέσα από λυγμούς, η Κέρττου είπε ρίχνοντας την πίτα χάμω</p><p>Κύλα κύλα πίτα μου μικρή</p><p>Δείξε μου το σωστό στρατί</p><p>Να βρω τα εννιά μου τα αδέρφια</p><p>Που την ίδια μάνα έχουμε τα έρμα</p><br><p>Κύλησε τότε η μικρή πίτα και οι δυο τους την ακολούθησαν, η Κέρττου κλαίγοντας πικρά και η Σουγιετάρ κοροϊδεύοντας την σε όλη τη διαδρομή. Αλλά αυτό δεν κράτησε πολύ, η Σουγιετάρ ξαναέκανε μάγια στην Κέρττου και αυτή τη φορά της πήρε τη μνήμη και τη λαλιά της. </p><br><p>Κυλούσε και κυλούσε η μικρή πίτα ώσπου τις οδήγησε μπροστά σε μια αγροικία όπου και σταμάτησε. Εκεί έμεναν οι εννέα αδερφοί. Οι οκτώ έλειπαν δουλεύοντας έξω στα χωράφια, μα ο μικρότερος ήταν σπίτι. Άνοιξε την πόρτα όταν του χτύπησαν και μόλις η Σουγιετάρ του είπε πως ήταν η Κέρττου, η μικρή του αδερφή, εκείνος τη φίλησε και την καλωσόρισε στο σπίτι του. Οι δυο τους έκατσαν πλάι πλάι και η Σουγιετάρ βάλθηκε να του εξιστορεί ότι της είχε πει η Κέρττου για τη μητέρα τους και για την ανταλλαγή των αντικειμένων στην αυλή όταν είχε γεννηθεί. Ο μικρός αδερφός παρακολουθούσε με πολύ ενδιαφέρον τα λεγόμενα τής Σουγιετάρ τα οποία της έβγαιναν με τόση φυσικότητα που δεν είχε λόγο να υποψιαστεί ότι δεν ήταν εκείνη στ’ αλήθεια αδελφή του:</p><p>Και ποια είναι αυτή η κακάσχημη γριά που σέρνεις μαζί σου, ρώτησε τότε ο αδερφός.</p><p>Α, αυτή; είναι μια παραδουλεύτρα που η μητέρα μας επέμενε να φέρω μαζί μου στο ταξίδι μου για συντροφιά. Είναι μουγκή και χαζή, αλλά ξέρει από ζωντανά, μπορούμε να τη βάζουμε να βγάζει έξω την αγελάδα να βόσκει κάθε μέρα.</p><br><p>Γύρισαν και τα υπόλοιπα αδέρφια και χάρηκαν πολύ με τα νέα του ερχομού αυτής που νόμιζαν για αδερφή τους. Την υποδέχτηκαν θερμά&nbsp;και αμέσως την περικύκλωσαν, τη γέμισαν αγκαλιές και φιλιά και την προσκάλεσαν να ζήσει μαζί τους να τους φροντίζει το σπίτι. Εκείνη αποκρίθηκε πως ακριβώς αυτό ήθελε να κάνει και πως τώρα που ήταν αυτή εκεί, ο μικρότερος αδερφός θα μπορούσε κι αυτός να πηγαίνει με τα αδέρφια του και να δουλεύει στα χωράφια, δεν υπήρχε ανάγκη πια να μένει σπίτι. Έτσι ξεκίνησε μια καινούρια ζωή για την καημένη την Κέρττου. Τα πρωινά, μόλις έφευγαν οι αδερφοί της από το σπίτι, η Σουγιετάρ την κακομεταχειριζόταν και την μάλωνε. Της έφτιαχνε πίτα να πάρει μαζί της που θα έβγαζε την αγελάδα να βοσκίσει και την παραγέμιζε με πέτρες, κλαδιά και ακαθαρσίες. Την πήγαινε μέχρι την πόρτα του φράχτη, της έδινε πίσω τη μνήμη και τη λαλιά της και τη διέταζε να πάει την αγελάδα πέρα στα χωράφια και να γυρίσει το σούρουπο. Μόλις η Κέρττου γυρνούσε το σούρουπο με την αγελάδα, η Σουγιετάρ την περίμενε πάλι στην είσοδο του φράχτη και της ξαναέπαιρνε την μνήμη και τη λαλιά της έτσι ώστε οι αδερφοί της να δουν πάλι μια μουγκή και ανόητη γριά. </p><br><p>Κάθε πρωί και κάθε βράδυ, η Κέρττου εκλιπαρούσε τη Σουγιετάρ να της δείξει έλεος, εκείνη όμως όχι μόνο δεν την λυπόταν παρά γινόταν ακόμη πιο σκληρή μέρα με τη μέρα. Η Σουγιετάρ κορδωνόταν πολύ σαν σκεφτόταν πως εννέα παλικάρια την περνούσαν για μια νεαρή και όμορφη κοπέλα και ήταν σίγουρη πως το μυστικό της δεν θα μαθευόταν ποτέ, αφού η μόνη που θα μπορούσε να το αποκαλύψει ήταν η Κέρττου και αυτή ήταν τελείως υποχείριό της. Τα βράδια, όταν η Σουγιετάρ έτρωγε, έπινε και διασκέδαζε με τα εννιά παλικάρια, η Κέρττου στεκόταν βουβή κοιτώντας έξω από το παράθυρο σαν χαμένη, μιας και εκείνες τις ώρες δεν είχε τη μνήμη της.</p><br><p>Τα πρωινά όμως, τα πράγματα ήταν πολύ διαφορετικά. Όταν η Κέρττου βρισκόταν μονάχη στα βοσκοτόπια έχοντας και τη μνήμη και τη λαλιά της, σκεφτόταν τη δύστυχη τη μάνα της που περίμενε πως και πως την επιστροφή της. Σκεφτόταν τους εννιά της αδερφούς που τώρα, εξαιτίας ενός λάθους της μπορούσαν κι αυτοί να πέσουν θύματα των μαγικών της Σουγιετάρ ανά πάσα στιγμή. Αυτές οι σκέψεις τη βύθιζαν σε βαθιά θλίψη που είχε κάνει τραγούδι και το τραγουδούσε καθημερινά:</p><p>Επιτέλους βρήκα τα εννέα μου τ’ αδέρφια</p><p>Που την ίδια μάνα έχουμε τα έρμα</p><p>Όλοι τους όμως δεν μ’ αναγνωρίζουν</p><p>Και τα μάτια μου μονάχα τους δακρύζουν</p><p>Η άτιμη η Σουγιετάρ στη θέση μου κάθεται</p><p>Με το δικό μου πρόσωπο στον καθρέφτη φτιάχνεται</p><p>Με ξεγέλασε με πανουργία περισσή</p><p>Τώρα με περιγελά κάθε πρωί</p><p>Κάθε μαύρη νύχτα μου παίρνει τη μιλιά</p><p>Για να φάω μου δίνει πέτρες και κλαδιά</p><p>Αχ και να ‘ξεραν τα εννέα μου τ’ αδέρφια</p><p>Πως την ίδια μάνα έχουμε τα έρμα.</p><br><p>Τα αγόρια που δούλευαν σε παραπλήσια χωράφια συχνά άκουγαν αυτό το τραγούδι και απορούσαν: “Τι παράξενο!”, έλεγαν ο ένας στον άλλο, “Λες αυτή να είναι η γριά που τραγουδά έτσι; Μα κάθε βράδυ στο σπίτι δεν βγάζει άχνα και η καλή μας η αδερφή μας έχει πει πως είναι μουγκή και ανόητη”. </p><br><p>Ένα απόγευμα που το τραγούδι της Κέρττου ακουγόταν ιδιαίτερα πονεμένο, ο μικρότερος αδερφός πλησίασε να δει αν μπορούσε να ακούσει τα λόγια του τραγουδιού καλύτερα. Έστησε αυτί και άκουσε προσεκτικά. Τότε έτρεξε πίσω στα αδέρφια του κατάλευκος σαν το χαρτί και τους είπε τι είχε ακούσει: “Ανοησίες!”, του είπαν εκείνοι, “λάθος θα κατάλαβες!”. Μα τους μπήκαν ψύλλοι στ’ αυτιά και πλησίασαν κι αυτοί να ακούσουν το τραγούδι της γριάς. Τότε είδαν πως, παρόλο που όντως ήταν μια κακάσχημη γριά που τραγουδούσε, η φωνή της ήταν αυτή μιας νεαρής κοπέλας. Έτσι ακούγοντας κι αυτοί τα λόγια, καταχλώμιασαν:</p><br><p>Επιτέλους βρήκα τα εννέα μου τ’ αδέρφια</p><p>Που την ίδια μάνα έχουμε τα έρμα…</p><br><p>“Μα μπορεί κάτι τέτοιο να αληθεύει;”, ψιθύρισαν ο ένας στον άλλο. Έστειλαν τον μικρότερο να πάει να μιλήσει στην Κέρττου κι εκείνος, σαν άκουσε όλη την ιστορία, πείστηκε απόλυτα. Ένας ένας πήγαν τα αδέρφια και ανέκριναν την Κέρττου και όλοι σαν γύριζαν πίστευαν πως τους έλεγε αλήθεια:</p><p>Καλό θα ήταν και για εμάς, είπαν οι εννέα, να μην πέσουμε θύματα των μαγικών της. Αχ, πώς&nbsp;μπορούμε να σώσουμε την αδερφή μας από τα δεσμά αυτού του απαίσιου πλάσματος;</p><p>Δεν θα μπορέσω ποτέ να γίνω όπως ήμουν πριν, είπε τότε η Κέρττου, εκτός κι αν η Σουγιετάρ μου ρίξει νερό στα μάτια και προλάβω να πω τις μαγικές λέξεις που είχε πει κι εκείνη.</p><br><p>Τα αδέρφια τότε άρχισαν να καταστρώνουν το ένα σχέδιο μετά το άλλο μέχρι που συμφώνησαν σε ένα το οποίο φαινόταν πιο πιθανό να ξεγελάσει τη Σουγιετάρ. </p><br><p>Ένα μεσημέρι είπαν στην Κέρττου να βάλει κάτι στα μάτια της για να πρηστούν κι έτσι να γυρίσει σπίτι να γίνει καλά. Τα αδέρφια της ήταν κι αυτά εκεί και, μόλις η Κέρττου μπήκε στην κουζίνα σκοντάφτοντας και παραπατώντας, είπαν όλοι στη Σουγιετάρ:</p><p>Αδερφή, αδερφούλα, κοιτά την κακόμοιρη τη γριά! Κάτι έχει πάθει! Τα μάτια της, είναι τόσο κόκκινα και πρησμένα! Φέρε λίγο νερό να της τα πλύνεις!</p><p>Ανοησίες! είπε εκείνη. Μια χαρά είναι η γριά, αφήστε την όπως έχει. Δεν χρειάζεται φροντίδα!</p><p>Αχ αδερφούλα, τη μάλωσαν τότε τα αδέρφια. Έτσι μιλάει μια πονόψυχη και καλόκαρδη κοπέλα όπως εσύ; Αν δεν της πλύνεις εσύ τα μάτια, θα της τα πλύνουμε εμείς!</p><br><p>Τότε η Σουγιετάρ που ήθελε να κάνει τα αδέρφια να πιστέψουν ότι ήταν καλός άνθρωπος, άλλαξε σκοπό και άρχισε να επιμένει πως εκείνη θα έπλενε τα μάτια της γριάς. Γέμισε μια λεκάνη με νερό, πλησίασε την Κέρττου και της είπε να ρίξει πίσω το κεφάλι της. Μόλις έριξε την πρώτη σταγόνα νερό στα μάτια της Κέρττου, εκείνη φώναξε:</p><br><p>Τη δικιά σου μορφή δώσ’ μου</p><p>Και την δική μου πάρε στα μάτια όλου του κόσμου!</p><br><p>Μονομιάς η Σουγιετάρ ήταν πάλι η κακάσχημη γριά που ήταν πάντα και η Κέρττου ήταν πάλι ο εαυτός της, νέα, όμορφη και δροσερή που ακόμη όμως φορούσε τα παλιόρουχα της Σουγιετάρ. Τα αδέρφια της προσποιήθηκαν πως δεν είχαν καταλάβει ότι είχε γίνει η αλλαγή και συνέχισαν να απευθύνονται στη Σουγιετάρ σαν να ήταν η αδερφή τους η Κέρττου. Και η Σουγιετάρ, που τώρα ήταν αυτή η τυφλωμένη, συνέχισε να παίζει το ρόλο της Κέρττου. Της είπε τότε ένα από τα αδέρφια: “Αδερφούλα μας, η σάουνα έχει ζεσταθεί και σε περιμένει, θες να κάνεις ένα μπάνιο;”. Η Σουγιετάρ σκέφτηκε τότε πως αυτό θα ήταν η τέλεια ευκαιρία να πλύνει τα μάτια της και τους επέτρεψε να την οδηγήσουν μέχρι τη σάουνα. Μόλις την έβαλαν μέσα, τα αδέρφια κλείδωσαν την πόρτα πίσω της και έβαλαν στη σάουνα φωτιά! Πω πω τα ουρλιαχτά που έβγαλε σαν κατάλαβε ότι είχε παγιδευτεί! Φώναζε και ούρλιαζε και τσίριζε και απειλούσε! Αλλά η Κέρττου και τα αδέρφια της σταμάτησαν να της δίνουν σημασία. Την άφησαν να τσουρουφλίζεται μέσα στη σάουνα και έφυγαν να πάνε στη μητέρα τους.</p><br><p>Την βρήκαν να κάθεται δίπλα στο παράθυρο και να κλαίει. Ήταν σίγουρη πως η ίδια μοίρα που είχε βρει τα αγόρια της είχε βρει και την Κέρττου. Τρόμαξε να τους αναγνωρίσει σαν πέρασαν το κατώφλι του σπιτιού της και τότε η Κέρττου τραγούδησε:</p><br><p>Να που σου έφερα τα εννέα μου τ’ αδέρφια</p><p>Που εσένα για μάνα έχουμε τα έρμα!</p><br><p>Η μητέρα τους, τους πήρε όλους στην αγκαλιά της, ευχαρίστησε τον Θεό και τους καλωσόρισε όλους πίσω σπίτι.</p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></itunes:summary>
		</item>
		<item>
			<title>Αν Κάμω Έναν Γιον Τζιαι Φκάλω Τον Βασίλην</title>
			<itunes:title>Αν Κάμω Έναν Γιον Τζιαι Φκάλω Τον Βασίλην</itunes:title>
			<pubDate>Mon, 17 May 2021 08:12:50 GMT</pubDate>
			<itunes:duration>12:04</itunes:duration>
			<enclosure url="https://sphinx.acast.com/p/open/s/6013ebce985ab977d52addcc/e/609ebdac1424e14e8c3cbcd2/media.mp3" length="14383989" type="audio/mpeg"/>
			<guid isPermaLink="false">609ebdac1424e14e8c3cbcd2</guid>
			<itunes:explicit>false</itunes:explicit>
			<link>https://www.karakaxa.org/%CE%B5%CF%80%CE%B5%CE%B9%CF%83%CF%8C%CE%B4%CE%B9%CE%B1</link>
			<acast:episodeId>609ebdac1424e14e8c3cbcd2</acast:episodeId>
			<acast:showId>6013ebce985ab977d52addcc</acast:showId>
			<acast:episodeUrl>mitos30</acast:episodeUrl>
			<acast:settings><![CDATA[FYjHyZbXWHZ7gmX8Pp1rmbKbhgrQiwYShz70Q9/ffXZMTtedvdcRQbP4eiLMjXzCKLPjEYLpGj+NMVKa+5C8pL4u/EOj1Vw4h5MMJYp0lCcFAe0fnxBJy/1ju4Qxy1fh8gO4DvlGA40yms2g0/hOkcrfHIopjTygHFqGwwOPKFIai4SuTvs86Lx3UYCyl6Zs+WO4fC9bB8/2bSJALEZpunHdJA38/ZCmkJMYOTmjFjq+pqeFUuMye8REy14oRS3/VouoruNv2nyBIlqJOv0n4Ftj7o+CTJUEj1PuM4DcEZVkaQKrSnfxil9n2SKoeG2P]]></acast:settings>
			<itunes:subtitle>Μίτος</itunes:subtitle>
			<itunes:episodeType>full</itunes:episodeType>
			<itunes:episode>30</itunes:episode>
			<itunes:image href="https://assets.pippa.io/shows/6013ebce985ab977d52addcc/1621015942454-8b4848bf2b16ddab827dc4980114b8d7.jpeg"/>
			<description><![CDATA[<p>Μην βιαστείτε να αρχίσετε τα μηνύματα με τις παρατηρήσεις και τα σηκωμένα δάχτυλα. Μπορεί να σκότωσα τα Κυπριακά και η ιστορία να είναι πολύ σεξιστική, αλλά είναι και αστεία και τη διασκεδάσαμε πολύ! Από την Κύπρο!</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Υποτίμηση γυναικών</p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>Ηχητικά εφέ: freesound.org</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ</p><br><p>Αν κάμω έναν γιον τζιαι φκάλω τον Βασίλην… </p><br><p>Κάποτε, πάνε χρόνια πολλά από τότε, ήταν μια νεαρή κοπέλα που πρόσφατα είχε αρραβωνιαστεί με κάποιο συγχωριανό της. Μια μέρα η νεαρή πηγαίνοντας στα χωράφια βρήκε στο μονοπάτι ένα βαλανίδι. Τότε συλλογίστηκε: «Τούτο το βαλάνι εννα το φυτέψω τζιαι εν να φυτέψω τζιαι ένα κλήμα να φκειπάνω στον δρυν τζιαι το κλήμα εν να κάμει πάνω σταφύλι. Εμένα εν να με παντρέψει η μάνα μου τζιαι εν να κάμω γιον Βασίλη τζιαι ο Βασίλης εν να φκει να κόψει το σταφύλι, τζιαι όμως αν εππέσει κάτω τζιαι κρεμμίσει ποιος εν να τον βαϊλίσει που εγιώ εν νά ’μαι πεθαμένη;».</p><br><p>Αυτή η σκέψη την αναστάτωσε. Αντί να πάει λοιπόν στα χωράφια επέστρεψε στο σπίτι της κλαίγοντας με λυγμούς κι έπεσε στην αγκαλιά της μητέρας της. Ανάμεσα στα αναφιλητά της, της είπε: «Σαν επήαιννα μανά στα χωράφκια ηύρα μες την στράτα ένα βαλανίδι. Τζιαι εσκέφτηκα μανά το βαλάνι να το φυτέψω να γίνει ένας δρυς τζιαι να φυτέψω τζιαι ένα κλήμα να φκει πάνω στον δρυν τζιαι να κάμει σταφύλι. Μα μανά που εν να με παντρέψεις αν κάμω γιον Βασίλη τζιαι φκει να κόψει το σταφύλι τζιαι ππέσει κάτω τζιαι χτυπήσει ποιος εν να τον βαϊλίσει, αφού εμείς εν να’μαστε πεθαμένες;».Στο άκουσμα αυτό των λόγων ξέσπασε και η μάνα σε γοερά κλάματα.</p><p>Έσιεις δίκαιο κόρη μου. Ααα... τζιαι τον άγγονά μου τον Βασίλη,ποιος εν να τον βαϊλίσει που εν να ππέσει κάτω που τον δρυν τζιαι εν να τσακιστεί;</p><p>Ααα... τον γιόκα μου μανά.</p><p>Ααα… τον άγγονα μου κόρη μου.</p><br><p>Έτσι θρηνολογούσαν οι δυο γυναίκες, ώσπου έφτασε στο σπίτι ο αρραβωνιαστικός για να φάει, αφού στο μεταξύ είχε φτάσει το μεσημέρι. Φαΐ ωστόσο δεν υπήρχε στην κατσαρόλα, αφού μάνα και κόρη είχαν περάσει το πρωινό κλαίγοντας</p><br><p>Βλέποντας τις δύο γυναίκες να κλαίνε τόσο σπαρακτικά ο άντρας τρόμαξε και με αγωνία ρώτησε να μάθει τι συνέβη:</p><p>Ίννα που επάθετε γιεναίτζιες τζιαι κλαίετε έτσι; Πέτε μου να χαρείτε. Τζιυρά, ίννα που εγίνηκε; Επέθανε κανένας; Πέτε μου να ξέρω τζιαι εγώ.</p><p>Ίννα που να σου πω γιόκκα μου; Έννεν μιτσίν το κακό που εν να μας έβρει, αποκρίθηκε τότε η πεθερά προσπαθώντας να συγκρατήσει τους λυγμούς της. Η χαρτωμένη σου κρατεί στο σιέρι της ένα βαλάνι. Θωρείς το, το λοιπόν, τούτον το βαλάνι;</p><p>Ινναί τζιυρά, θωρώ το.</p><p>Τούτο το βαλάνι γιε μου, εννά το φυτέψουμε τζιαι εν να γενεί δρυς τζιαι δίπλα στον δρυν, εν να φυτέψουμε να γενεί κλήμα τζιαι το κλήμα εν να κάμει πάνω σταφύλι. Τζιαι που εν να σας παντρέψουμε γιε μου, αν να κάμετε γιον Βασίλη τζιαι φκει να κόψει το σταφύλι τζιαι ο Βασίλης ππέσει κάτω τζιαι κρεμμίσει, ποιος εν να τον βαϊλίσει, αφού εγώ τζιαι η μάνα του εν νά μαστε πεθαμένες;</p><br><p>Στο άκουσμα αυτών των λόγων ο μέλλων σύζυγος σάστισε και απόρησε με την ανοησία των δύο γυναικών. Να θρηνολογούν βασισμένες σε σενάρια που έφτιαχναν με το μυαλό τους που, όπως αποδεικνυόταν ήταν λιγότερο και από της κότας! Καλά, πώς θα μπορούσε να παντρευτεί και να ζήσει με μια τόσο ανόητη γυναίκα; Είπε λοιπόν: «Τωρά εκατάλαβα ότι είστε τέλεια πελλές τζιαι η μάνα τζιαι η κόρη. Εν θα σε παντρευτώ τωρά κορή. Αύριο το πρωί να μου βάλεις μες την βούρκα κουλλούρκα τζιαι εν να ξεκινήσω να παρπατώ μιαν εφτομάδα. Αν στα χωρκά που εν να πάω έβρω τζιαι άλλες πελλές σαν εσένα τζιαι τη μάνα σου εν να έρτω πίσω τζιαι εν να σε παντρευτώ. Αν μεν έβρω άλλες πελλές σαν εσάς τες θκυο εν θα σε παντρευτώ, εν να γυρέψω να έβρω γιεναίκα νούσιμη».</p><br><p>Έτσι κι έγινε. Το επόμενο πρωί η βούρκα με τα κουλούρια ήταν έτοιμη.Ο αρραβωνιαστικός την έβαλε στον ώμο και άρχισε την περιπλάνηση. Ως το απόγευμα, είχε φτάσει σε ένα άλλο χωριό. Περνώντας από τον δρόμο άκουσε από ένα σπίτι μια γυναίκα να κλαίει και να καλεί απελπισμένα σε βοήθεια. Ανήσυχος ο περαστικός όρμησε στο σπίτι από όπου ερχόταν η φωνή. Μπαίνοντας βρέθηκε μπροστά σε ένα παράξενο θέαμα. Από την καπνοδόχο είδε να κρέμονται και να σπαρταρούν δυο πόδια που προφανώς ανήκαν σε ηλικιωμένη γυναίκα. Ζύγωσε, κοίταξε προς τα πάνω και είδε μια γριά να κρέμεται δεμένη από τη μέση με ένα χοντρό σκοινί σαν θηλιά. Αμέσως την ελευθέρωσε κόβοντας την θηλιά. Η γριά άρχισε να κλαίει από συγκίνηση και ανακούφιση αυτή τη φορά:</p><p>Να έσιεις τις ευκούλες μου γιόκκα μου τζιαι αν μεν ήσουν εσού εν να επεθάνισκα μες τον λούρουππα τζιαι κανένας εν θα με εθώρε.</p><p>Τζιαι γιαγιά ποιος σε έδεισε με το σιοινί τζιαι έβαλε σε τζιαι μες τον λούρουππα;</p><p>Μόνη μου εδείθηκα παιίν μου. Έτο γιε μου, εσηκώθηκα πουρνό–πουρνό τζιαι έφκαλα την κατσελλούα παστο δώμα που έσιει τσαϊρι πολλύν να βοσιείσει. Τζιαι γιόκα μου, για να μεν μου φύει έριψα το σιοινί που τον λούρουππα τζιαι έδεισα το γυρών που την κόξα μου τζιαι άρκεψα να κάμνω πίττες με το έψιμα. Μα σαν εζύμωννα τες πίττες εβρέθηκα μες στον λούρουππα. Ως πολλάτ’γιε μου που εβρέθης να περνάς τζιαι άκουες με που εφώναζα τζιαι εβούρησες τζιαι εκατέβασες με. Η κατσελλούα γιε μου λαλείς να εν πάνω κόμα; Είδες την τίποτε που επέρνας που έξω</p><p>Η κατσελλούα γιαγιά έππεσε κάτω που το δώμα. Είδα την μες την στράταν σαν επέρνουν. Τζιαι εν το εσκέφτηκες κοτζιάκαρη ότι αν έππεφτε η κατσελλούα κάτω εν να σε ετράβα εσένα πάνω τζιαι εμπόρε τζιαι να σε σκότωνε;</p><p>Μα τον Πλάστη μου εν το εσκέφτηκα.</p><br><p>Κούνησε το κεφάλι ο άντρας και συνέχισε τον δρόμο του. Καθώς περπατούσε σκεφτόταν ότι η γριά είχε δείξει με την πράξη της ότι ήταν πιο ανόητη ακόμα και από την αρραβωνιαστικιά του και τη μάνα της. Μα να περάσει το σκοινί από το τζάκι και να δεθεί με την αγελαδίτσα για να μην την χάσει, χωρίς να σκεφτεί η άμυαλη ότι έτσι βρισκόταν ουσιαστικά στο έλεος των κινήσεων του ζωντανού! Τέλος πάντων, θα συνέχιζε το ταξίδι του. Λες στην πορεία να συναντούσε και άλλα τέτοια παράξενα; Η αλήθεια είναι ό,τι αμφέβαλλε πολύ. Πάντως, το περιστατικό της γριάς με την αγελάδα δεν ήταν αρκετό για να τον κάνει να ανατρέψει την τελευταία απόφασή του και να παντρευτεί την ανόητη με το βαλανίδι, το κλήμα και τον Βασίλη. Ο νέος βρισκόταν πλέον στην τέταρτη μέρα της πορείας του όταν περνώντας δίπλα από ένα σπίτι άκουσε ένα γυναικείο κλάμα.</p><br><p>Κοντοστάθηκε μη ξέροντας αν έπρεπε να προσπαθήσει να ανακαλύψει τη γυναίκα μήπως και χρειαζόταν κάποια βοήθεια ή να συνεχίσει τον δρόμο του. Στην σκέψη πως η γυναίκα μπορεί να μην ήθελε κάποιον να την ενοχλήσει πήρε να απομακρύνεται όταν έφτασε στα αυτιά του η παράκληση: «Κάποιος να με βοηθήσει τζιαι εβαρέθηκα πιον! Εκουράστηκα, εβαρέθηκα, εν αντέχω άλλον». Έτρεξε ο οδοιπόρος μας και κτύπησε την πόρτα μήπως και μπορέσει να βοηθήσει. Είδε τότε μια γυναίκα να κάθεται σε μια καρέκλα και να κλαίει απαρηγόρητα. Ήταν καταϊδρωμένη και φαινόταν πολύ κουρασμένη. </p><p>Ίννα που έπαθες τζιαι κλαίεις ; Άκουσα σε που εφώναζες πως θέλεις βοήθεια. Ίννα που εγίνηκε; Πεμου τζιαι αν εμπορώ εγώ εν να σε βοηθήσω.</p><p>Ευτυχώς που ήρτες γιατί το πρόβλημα μου εν πολλά μιάλον. Έσιει που το πρωί που προσπαθώ να φορήσω τούτες τες μαυρο-γέριμες τες ποΐνες, αλλά τα πόθκια μου εν εμπαίνουν μέσα. Πασκίζω που το πρωί, τωρά εμεσουμέρκασε τζιαι εγώ είμαι κόμα αλυπόλητη. Έδρωσα τζιαι επόδρωσα, εγίνηκα πτώμα, εκόπηκα τζιαι ελύθηκα τζιαι εν τα εκατάφερα.</p><p>Τζιαι ίνταλως εν που πασκίζεις να φορήσεις τες ποϊνες θκεια;</p><p>Ίντα έσιει πολλούς τρόπους; Έτο, βάλλω τες κοντά μου τη μια δίπλα στην άλλη τζιαι αππηώ να μπω μέσα. Όμως γιε μου έν τα καταφέρνω. Το πολύ–πολύ να μπω μες την μια. Ίννα που να κάμω εν ηξέρω τζιαι έδωκα τζιαι μια σωρού ππαράες να τες γοράσω. Που εν να ξανάρτει ο τσαγκάρης στο χωρκό εν να του πω πως οι ποϊνες του εν με το ναΐπιν.</p><br><p>Ο οδοιπόρος έμεινε άφωνος στο άκουσμα των πιο πάνω λόγων. Αφού ξαναβρήκε τη μιλιά του στράφηκε προς την απελπισμένη άγνωστη:</p><p>Οι ποϊνες εν καλές, μόνο που ενέτσι που τες φορεί ο κόσμος;</p><p>Τζιαι ίνταλως τες φορεί χαρώ σε; ρώτησε με περισσή απορία η γυναίκα.</p><p>Ο κόσμος που λαλείς κάθεται τζιαι βάλλει τα πόθκια του μες τες ποϊνες.</p><p>Ώστε ο κόσμος κάθεται για να φορήσει τες ποϊνες! θαύμασε η ταλαιπωρημένη γυναίκα γουρλώνοντας τα μάτια σαν αγελάδα. Τζιαι εγιώ πώς τζιαι εν το εσκέφτηκα τζιαι εβασανίζουμουν αππηώντας τζιαι ξαναππηώντας σαν την αρκόπελλην2!... Ώστε πρέπει να κάθουμαι! Τζιαι ποιαν που τες δκυο πρέπει να φορώ πρώτα;</p><p>Όποια τζιαι να φορήσεις το ίδιον κάμνει.</p><p>Ώστε εν πειράζει α; Ευκαριστώ σε πολλά που με εβοήθησες. Λεβέντη μου, τζιαι αν μεν ήσουν εσού εν να τυραννιούμουν πολύ τζιαιρόν,ώσπου να τα καταφέρω να μπω μέσα! Κάτσε χαρώ σε τωρά να ξεκουραστείς τζιαι να μεσουμερκάσουμε. Έχω πατάτες βραστές, χαλλούμι, πομηλόρκα τζιαι ελιές της κούμνας.</p><br><p>Κάθισε ο φίλος μας, έφαγαν τις πατάτες, το χαλλούμι, τις ντομάτες και τις ελιές κι έπειτα πήρε τον δρόμο της επιστροφής για το χωριό του. Οπωσδήποτε η γυναίκα που μόλις είχε αφήσει ήταν επίσης πιο ανόητη από την αρραβωνιαστικιά του και τη μητέρα της. Εκείνες τουλάχιστον ήξεραν να φορούν τις μπότες και δεν πηδούσαν σαν τους καλικάντζαρους για να μπουν μέσα!</p><p>Φτάνοντας στον τόπο του τράβηξε για το πατρικό της αρραβωνιαστικιάς. Μπαίνοντας βρήκε μάνα και κόρη να κάθονται και να φτιάχνουν πιπίλλα. Και τότε είπε στην πεθερά του: «Τζιυρά, εν θα την αφήκω την κόρη σου, εν τέλει εν να την παντρευτώ. Γιατί τζιαι που λαλείς τζιει που επήα ήβρα γυναίτζιες πιο πελλές κόμα τζιαι που σας. Εκατάλαβα τότες ότι ούλλες οι γυναίτζιες είστε πελλές τζιαι αν γυρεύκω γυναίκα νούσιμη για να παντρευτώ εν να μεν παντρευτώ ποτέ μου». </p><br><p>Έτσι ο νεαρός παντρεύτηκε την κόρη κι έστησαν σπιτικό και έκαμαν πολλά παιδιά. Κι έκαναν και αγόρια που βέβαια ήταν μυαλωμένα και κορίτσια που μοιραία «είχασιν τον νουν της όρνιθας».</p><p><br></p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></description>
			<itunes:summary><![CDATA[<p>Μην βιαστείτε να αρχίσετε τα μηνύματα με τις παρατηρήσεις και τα σηκωμένα δάχτυλα. Μπορεί να σκότωσα τα Κυπριακά και η ιστορία να είναι πολύ σεξιστική, αλλά είναι και αστεία και τη διασκεδάσαμε πολύ! Από την Κύπρο!</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Υποτίμηση γυναικών</p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>Ηχητικά εφέ: freesound.org</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ</p><br><p>Αν κάμω έναν γιον τζιαι φκάλω τον Βασίλην… </p><br><p>Κάποτε, πάνε χρόνια πολλά από τότε, ήταν μια νεαρή κοπέλα που πρόσφατα είχε αρραβωνιαστεί με κάποιο συγχωριανό της. Μια μέρα η νεαρή πηγαίνοντας στα χωράφια βρήκε στο μονοπάτι ένα βαλανίδι. Τότε συλλογίστηκε: «Τούτο το βαλάνι εννα το φυτέψω τζιαι εν να φυτέψω τζιαι ένα κλήμα να φκειπάνω στον δρυν τζιαι το κλήμα εν να κάμει πάνω σταφύλι. Εμένα εν να με παντρέψει η μάνα μου τζιαι εν να κάμω γιον Βασίλη τζιαι ο Βασίλης εν να φκει να κόψει το σταφύλι, τζιαι όμως αν εππέσει κάτω τζιαι κρεμμίσει ποιος εν να τον βαϊλίσει που εγιώ εν νά ’μαι πεθαμένη;».</p><br><p>Αυτή η σκέψη την αναστάτωσε. Αντί να πάει λοιπόν στα χωράφια επέστρεψε στο σπίτι της κλαίγοντας με λυγμούς κι έπεσε στην αγκαλιά της μητέρας της. Ανάμεσα στα αναφιλητά της, της είπε: «Σαν επήαιννα μανά στα χωράφκια ηύρα μες την στράτα ένα βαλανίδι. Τζιαι εσκέφτηκα μανά το βαλάνι να το φυτέψω να γίνει ένας δρυς τζιαι να φυτέψω τζιαι ένα κλήμα να φκει πάνω στον δρυν τζιαι να κάμει σταφύλι. Μα μανά που εν να με παντρέψεις αν κάμω γιον Βασίλη τζιαι φκει να κόψει το σταφύλι τζιαι ππέσει κάτω τζιαι χτυπήσει ποιος εν να τον βαϊλίσει, αφού εμείς εν να’μαστε πεθαμένες;».Στο άκουσμα αυτό των λόγων ξέσπασε και η μάνα σε γοερά κλάματα.</p><p>Έσιεις δίκαιο κόρη μου. Ααα... τζιαι τον άγγονά μου τον Βασίλη,ποιος εν να τον βαϊλίσει που εν να ππέσει κάτω που τον δρυν τζιαι εν να τσακιστεί;</p><p>Ααα... τον γιόκα μου μανά.</p><p>Ααα… τον άγγονα μου κόρη μου.</p><br><p>Έτσι θρηνολογούσαν οι δυο γυναίκες, ώσπου έφτασε στο σπίτι ο αρραβωνιαστικός για να φάει, αφού στο μεταξύ είχε φτάσει το μεσημέρι. Φαΐ ωστόσο δεν υπήρχε στην κατσαρόλα, αφού μάνα και κόρη είχαν περάσει το πρωινό κλαίγοντας</p><br><p>Βλέποντας τις δύο γυναίκες να κλαίνε τόσο σπαρακτικά ο άντρας τρόμαξε και με αγωνία ρώτησε να μάθει τι συνέβη:</p><p>Ίννα που επάθετε γιεναίτζιες τζιαι κλαίετε έτσι; Πέτε μου να χαρείτε. Τζιυρά, ίννα που εγίνηκε; Επέθανε κανένας; Πέτε μου να ξέρω τζιαι εγώ.</p><p>Ίννα που να σου πω γιόκκα μου; Έννεν μιτσίν το κακό που εν να μας έβρει, αποκρίθηκε τότε η πεθερά προσπαθώντας να συγκρατήσει τους λυγμούς της. Η χαρτωμένη σου κρατεί στο σιέρι της ένα βαλάνι. Θωρείς το, το λοιπόν, τούτον το βαλάνι;</p><p>Ινναί τζιυρά, θωρώ το.</p><p>Τούτο το βαλάνι γιε μου, εννά το φυτέψουμε τζιαι εν να γενεί δρυς τζιαι δίπλα στον δρυν, εν να φυτέψουμε να γενεί κλήμα τζιαι το κλήμα εν να κάμει πάνω σταφύλι. Τζιαι που εν να σας παντρέψουμε γιε μου, αν να κάμετε γιον Βασίλη τζιαι φκει να κόψει το σταφύλι τζιαι ο Βασίλης ππέσει κάτω τζιαι κρεμμίσει, ποιος εν να τον βαϊλίσει, αφού εγώ τζιαι η μάνα του εν νά μαστε πεθαμένες;</p><br><p>Στο άκουσμα αυτών των λόγων ο μέλλων σύζυγος σάστισε και απόρησε με την ανοησία των δύο γυναικών. Να θρηνολογούν βασισμένες σε σενάρια που έφτιαχναν με το μυαλό τους που, όπως αποδεικνυόταν ήταν λιγότερο και από της κότας! Καλά, πώς θα μπορούσε να παντρευτεί και να ζήσει με μια τόσο ανόητη γυναίκα; Είπε λοιπόν: «Τωρά εκατάλαβα ότι είστε τέλεια πελλές τζιαι η μάνα τζιαι η κόρη. Εν θα σε παντρευτώ τωρά κορή. Αύριο το πρωί να μου βάλεις μες την βούρκα κουλλούρκα τζιαι εν να ξεκινήσω να παρπατώ μιαν εφτομάδα. Αν στα χωρκά που εν να πάω έβρω τζιαι άλλες πελλές σαν εσένα τζιαι τη μάνα σου εν να έρτω πίσω τζιαι εν να σε παντρευτώ. Αν μεν έβρω άλλες πελλές σαν εσάς τες θκυο εν θα σε παντρευτώ, εν να γυρέψω να έβρω γιεναίκα νούσιμη».</p><br><p>Έτσι κι έγινε. Το επόμενο πρωί η βούρκα με τα κουλούρια ήταν έτοιμη.Ο αρραβωνιαστικός την έβαλε στον ώμο και άρχισε την περιπλάνηση. Ως το απόγευμα, είχε φτάσει σε ένα άλλο χωριό. Περνώντας από τον δρόμο άκουσε από ένα σπίτι μια γυναίκα να κλαίει και να καλεί απελπισμένα σε βοήθεια. Ανήσυχος ο περαστικός όρμησε στο σπίτι από όπου ερχόταν η φωνή. Μπαίνοντας βρέθηκε μπροστά σε ένα παράξενο θέαμα. Από την καπνοδόχο είδε να κρέμονται και να σπαρταρούν δυο πόδια που προφανώς ανήκαν σε ηλικιωμένη γυναίκα. Ζύγωσε, κοίταξε προς τα πάνω και είδε μια γριά να κρέμεται δεμένη από τη μέση με ένα χοντρό σκοινί σαν θηλιά. Αμέσως την ελευθέρωσε κόβοντας την θηλιά. Η γριά άρχισε να κλαίει από συγκίνηση και ανακούφιση αυτή τη φορά:</p><p>Να έσιεις τις ευκούλες μου γιόκκα μου τζιαι αν μεν ήσουν εσού εν να επεθάνισκα μες τον λούρουππα τζιαι κανένας εν θα με εθώρε.</p><p>Τζιαι γιαγιά ποιος σε έδεισε με το σιοινί τζιαι έβαλε σε τζιαι μες τον λούρουππα;</p><p>Μόνη μου εδείθηκα παιίν μου. Έτο γιε μου, εσηκώθηκα πουρνό–πουρνό τζιαι έφκαλα την κατσελλούα παστο δώμα που έσιει τσαϊρι πολλύν να βοσιείσει. Τζιαι γιόκα μου, για να μεν μου φύει έριψα το σιοινί που τον λούρουππα τζιαι έδεισα το γυρών που την κόξα μου τζιαι άρκεψα να κάμνω πίττες με το έψιμα. Μα σαν εζύμωννα τες πίττες εβρέθηκα μες στον λούρουππα. Ως πολλάτ’γιε μου που εβρέθης να περνάς τζιαι άκουες με που εφώναζα τζιαι εβούρησες τζιαι εκατέβασες με. Η κατσελλούα γιε μου λαλείς να εν πάνω κόμα; Είδες την τίποτε που επέρνας που έξω</p><p>Η κατσελλούα γιαγιά έππεσε κάτω που το δώμα. Είδα την μες την στράταν σαν επέρνουν. Τζιαι εν το εσκέφτηκες κοτζιάκαρη ότι αν έππεφτε η κατσελλούα κάτω εν να σε ετράβα εσένα πάνω τζιαι εμπόρε τζιαι να σε σκότωνε;</p><p>Μα τον Πλάστη μου εν το εσκέφτηκα.</p><br><p>Κούνησε το κεφάλι ο άντρας και συνέχισε τον δρόμο του. Καθώς περπατούσε σκεφτόταν ότι η γριά είχε δείξει με την πράξη της ότι ήταν πιο ανόητη ακόμα και από την αρραβωνιαστικιά του και τη μάνα της. Μα να περάσει το σκοινί από το τζάκι και να δεθεί με την αγελαδίτσα για να μην την χάσει, χωρίς να σκεφτεί η άμυαλη ότι έτσι βρισκόταν ουσιαστικά στο έλεος των κινήσεων του ζωντανού! Τέλος πάντων, θα συνέχιζε το ταξίδι του. Λες στην πορεία να συναντούσε και άλλα τέτοια παράξενα; Η αλήθεια είναι ό,τι αμφέβαλλε πολύ. Πάντως, το περιστατικό της γριάς με την αγελάδα δεν ήταν αρκετό για να τον κάνει να ανατρέψει την τελευταία απόφασή του και να παντρευτεί την ανόητη με το βαλανίδι, το κλήμα και τον Βασίλη. Ο νέος βρισκόταν πλέον στην τέταρτη μέρα της πορείας του όταν περνώντας δίπλα από ένα σπίτι άκουσε ένα γυναικείο κλάμα.</p><br><p>Κοντοστάθηκε μη ξέροντας αν έπρεπε να προσπαθήσει να ανακαλύψει τη γυναίκα μήπως και χρειαζόταν κάποια βοήθεια ή να συνεχίσει τον δρόμο του. Στην σκέψη πως η γυναίκα μπορεί να μην ήθελε κάποιον να την ενοχλήσει πήρε να απομακρύνεται όταν έφτασε στα αυτιά του η παράκληση: «Κάποιος να με βοηθήσει τζιαι εβαρέθηκα πιον! Εκουράστηκα, εβαρέθηκα, εν αντέχω άλλον». Έτρεξε ο οδοιπόρος μας και κτύπησε την πόρτα μήπως και μπορέσει να βοηθήσει. Είδε τότε μια γυναίκα να κάθεται σε μια καρέκλα και να κλαίει απαρηγόρητα. Ήταν καταϊδρωμένη και φαινόταν πολύ κουρασμένη. </p><p>Ίννα που έπαθες τζιαι κλαίεις ; Άκουσα σε που εφώναζες πως θέλεις βοήθεια. Ίννα που εγίνηκε; Πεμου τζιαι αν εμπορώ εγώ εν να σε βοηθήσω.</p><p>Ευτυχώς που ήρτες γιατί το πρόβλημα μου εν πολλά μιάλον. Έσιει που το πρωί που προσπαθώ να φορήσω τούτες τες μαυρο-γέριμες τες ποΐνες, αλλά τα πόθκια μου εν εμπαίνουν μέσα. Πασκίζω που το πρωί, τωρά εμεσουμέρκασε τζιαι εγώ είμαι κόμα αλυπόλητη. Έδρωσα τζιαι επόδρωσα, εγίνηκα πτώμα, εκόπηκα τζιαι ελύθηκα τζιαι εν τα εκατάφερα.</p><p>Τζιαι ίνταλως εν που πασκίζεις να φορήσεις τες ποϊνες θκεια;</p><p>Ίντα έσιει πολλούς τρόπους; Έτο, βάλλω τες κοντά μου τη μια δίπλα στην άλλη τζιαι αππηώ να μπω μέσα. Όμως γιε μου έν τα καταφέρνω. Το πολύ–πολύ να μπω μες την μια. Ίννα που να κάμω εν ηξέρω τζιαι έδωκα τζιαι μια σωρού ππαράες να τες γοράσω. Που εν να ξανάρτει ο τσαγκάρης στο χωρκό εν να του πω πως οι ποϊνες του εν με το ναΐπιν.</p><br><p>Ο οδοιπόρος έμεινε άφωνος στο άκουσμα των πιο πάνω λόγων. Αφού ξαναβρήκε τη μιλιά του στράφηκε προς την απελπισμένη άγνωστη:</p><p>Οι ποϊνες εν καλές, μόνο που ενέτσι που τες φορεί ο κόσμος;</p><p>Τζιαι ίνταλως τες φορεί χαρώ σε; ρώτησε με περισσή απορία η γυναίκα.</p><p>Ο κόσμος που λαλείς κάθεται τζιαι βάλλει τα πόθκια του μες τες ποϊνες.</p><p>Ώστε ο κόσμος κάθεται για να φορήσει τες ποϊνες! θαύμασε η ταλαιπωρημένη γυναίκα γουρλώνοντας τα μάτια σαν αγελάδα. Τζιαι εγιώ πώς τζιαι εν το εσκέφτηκα τζιαι εβασανίζουμουν αππηώντας τζιαι ξαναππηώντας σαν την αρκόπελλην2!... Ώστε πρέπει να κάθουμαι! Τζιαι ποιαν που τες δκυο πρέπει να φορώ πρώτα;</p><p>Όποια τζιαι να φορήσεις το ίδιον κάμνει.</p><p>Ώστε εν πειράζει α; Ευκαριστώ σε πολλά που με εβοήθησες. Λεβέντη μου, τζιαι αν μεν ήσουν εσού εν να τυραννιούμουν πολύ τζιαιρόν,ώσπου να τα καταφέρω να μπω μέσα! Κάτσε χαρώ σε τωρά να ξεκουραστείς τζιαι να μεσουμερκάσουμε. Έχω πατάτες βραστές, χαλλούμι, πομηλόρκα τζιαι ελιές της κούμνας.</p><br><p>Κάθισε ο φίλος μας, έφαγαν τις πατάτες, το χαλλούμι, τις ντομάτες και τις ελιές κι έπειτα πήρε τον δρόμο της επιστροφής για το χωριό του. Οπωσδήποτε η γυναίκα που μόλις είχε αφήσει ήταν επίσης πιο ανόητη από την αρραβωνιαστικιά του και τη μητέρα της. Εκείνες τουλάχιστον ήξεραν να φορούν τις μπότες και δεν πηδούσαν σαν τους καλικάντζαρους για να μπουν μέσα!</p><p>Φτάνοντας στον τόπο του τράβηξε για το πατρικό της αρραβωνιαστικιάς. Μπαίνοντας βρήκε μάνα και κόρη να κάθονται και να φτιάχνουν πιπίλλα. Και τότε είπε στην πεθερά του: «Τζιυρά, εν θα την αφήκω την κόρη σου, εν τέλει εν να την παντρευτώ. Γιατί τζιαι που λαλείς τζιει που επήα ήβρα γυναίτζιες πιο πελλές κόμα τζιαι που σας. Εκατάλαβα τότες ότι ούλλες οι γυναίτζιες είστε πελλές τζιαι αν γυρεύκω γυναίκα νούσιμη για να παντρευτώ εν να μεν παντρευτώ ποτέ μου». </p><br><p>Έτσι ο νεαρός παντρεύτηκε την κόρη κι έστησαν σπιτικό και έκαμαν πολλά παιδιά. Κι έκαναν και αγόρια που βέβαια ήταν μυαλωμένα και κορίτσια που μοιραία «είχασιν τον νουν της όρνιθας».</p><p><br></p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></itunes:summary>
		</item>
		<item>
			<title>Η Τύχη του Λουκάζ</title>
			<itunes:title>Η Τύχη του Λουκάζ</itunes:title>
			<pubDate>Fri, 14 May 2021 17:08:25 GMT</pubDate>
			<itunes:duration>15:08</itunes:duration>
			<enclosure url="https://sphinx.acast.com/p/open/s/6013ebce985ab977d52addcc/e/609eae8981b33071cb611da5/media.mp3" length="16924478" type="audio/mpeg"/>
			<guid isPermaLink="false">609eae8981b33071cb611da5</guid>
			<itunes:explicit>false</itunes:explicit>
			<link>https://www.karakaxa.org/%CE%B5%CF%80%CE%B5%CE%B9%CF%83%CF%8C%CE%B4%CE%B9%CE%B1</link>
			<acast:episodeId>609eae8981b33071cb611da5</acast:episodeId>
			<acast:showId>6013ebce985ab977d52addcc</acast:showId>
			<acast:episodeUrl>mitos29</acast:episodeUrl>
			<acast:settings><![CDATA[FYjHyZbXWHZ7gmX8Pp1rmbKbhgrQiwYShz70Q9/ffXZMTtedvdcRQbP4eiLMjXzCKLPjEYLpGj+NMVKa+5C8pL4u/EOj1Vw4h5MMJYp0lCcFAe0fnxBJy/1ju4Qxy1fh8gO4DvlGA40yms2g0/hOkcrfHIopjTygHFqGwwOPKFIai4SuTvs86Lx3UYCyl6Zs+WO4fC9bB8/2bSJALEZpunHdJA38/ZCmkJMYOTmjFjr6OmqV9MvJ/7WsguC/h7gUUuLpxsGLvXqxqI024k2tZE/b1QF8bICeFnN1L06mUHlbUvEyUciMROc+DPcbeuuu]]></acast:settings>
			<itunes:subtitle>Μίτος</itunes:subtitle>
			<itunes:episodeType>full</itunes:episodeType>
			<itunes:episode>29</itunes:episode>
			<itunes:image href="https://assets.pippa.io/shows/6013ebce985ab977d52addcc/1621012073024-e3d0598a4c4b4da3e007dae5005668df.jpeg"/>
			<description><![CDATA[<p>Η Τσεχία μας φέρνει ένα παραμύθι όλο καλοσύνη, ευγνωμοσύνη και γλύκα. Αλλά και λίγη υποκρισία από την εκκλησία!</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Δεν περιέχει ευαίσθητο υλικό </p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>Ηχητικά εφέ: freesound.org</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ</p><br><p>Η Τύχη του Λουκάζ</p><br><p>Ο Λουκάζ είχε υπάρξει κάποτε πολύ πλούσιος αγρότης, αλλά δεν διαχειρίστηκε τη φάρμα του σοφά και σπατάλησε τα χρήματά του. Και ο ίδιος το κατάλαβε, αν και αργά, πόσο ανόητα είχε φερθεί όταν έχασε τα πάντα. Τώρα, αυτός και η γυναίκα του, ζούσαν μέσα στη φτώχεια σ΄ ένα μικρό σπιτάκι που ο Θεός να το κάνει σπιτάκι δηλαδή! Από τις ρωγμές στους τοίχους έμπαινε συνέχεια κρύο και το σπίτι ήταν πάντα παγωμένο. Από τις τρύπες στην οροφή έσταζε νερό όταν έβρεχε και γενικά η ζωή τους ήταν πια ένας συνεχής αγώνας. </p><br><p>Από παλιά προσεύχονταν ν΄ αποκτήσουν ένα παιδάκι, αλλά όταν ευημερούσαν&nbsp;ο Θεός δεν τους είχε εισακούσει. Τώρα που ήταν φτωχοί και δεν είχαν πια τίποτα, η γυναίκα του Λουκάζ γέννησε ένα κοριτσάκι:</p><p>Αχ τι θα κάνουμε τώρα, έκλαιγε η γυναίκα του Λουκάζ. Εδώ δεν έχουμε φαΐ για τους εαυτούς μας, πώς θα φροντίσουμε αυτό το μικρό πλασματάκι;</p><p>Θα βρούμε τρόπο, της απάντησε ο Λουκάζ. Είναι δώρο από τον Θεό και θα μας δείξει Εκείνος τον τρόπο. Αλλά πρώτα πρέπει να τη βαφτίσουμε. Πρέπει να βρούμε μια γυναίκα να γίνει νονά της.</p><br><p>Το ζευγάρι δεν είχε συγγενείς στην περιοχή και έτσι ο Λουκάζ πήγε να μιλήσει στη γυναίκα του γείτονά τους: “Ο άνδρας μου κι εγώ είμαστε φτωχοί αγρότες όπως κι εσείς”, απάντησε η γυναίκα, “γιατί να φορτώσουμε και το παιδί σου με τα οικονομικά μας προβλήματα;”.</p><br><p>Ο Λουκάζ γύρισε σπίτι του με τα κακά μαντάτα: “Μα τι περίμενες να γίνει δηλαδή;” του είπε η γυναίκα του, “όταν ήμασταν πλούσιοι όλοι ήθελαν να μας γνωρίσουν και να γίνουν φίλοι μας. Μέχρι και ο δήμαρχος μας καλούσε σπίτι του. Τώρα όμως, που δεν μας έχει μείνει τίποτα, ούτε μια φτωχή γυναίκα δεν θέλει να μας βοηθήσει”. Η μητέρα του παιδιού ανησυχούσε πολύ για το μέλλον του. Ο Χειμώνας είχε σχεδόν περάσει, μα ακόμα έκανε πολύ κρύο. Τις νύχτες&nbsp;το έδαφος πάγωνε και τα πρωινά τα σπίτια και τα δέντρα ήταν καλυμμένα με χιόνι. Δεν είχαν καν ρούχα για το μωρό, μόνο κάτι παλιά κουρέλια και το κρεββατάκι του ήταν το σκληρό, κρύο πάτωμα. </p><br><p>Η γυναίκα του Λουκάζ φίλησε το μωρό και άρχισε να κλαίει: “Κακόμοιρο μικρό μου! Δύστυχο μικρό μου!”. Τότε όμως σκέφτηκε κάτι που τη γέμισε ελπίδα. Είπε στον Λουκάζ να πάει να ζητήσει από τη γυναίκα του δημάρχου να γίνει η νονά του παιδιού τους. Στο κάτω κάτω εκείνη ήταν η νονά του παιδιού του δημάρχου και σίγουρα η γυναίκα του θα τους ανταπέδιδε τη χάρη. Ο Λουκάζ δεν ήταν και πολύ σίγουρος γι΄ αυτό, αλλά παρόλ΄ αυτά πήγε να τη ρωτήσει. </p><br><p>Με βαριά καρδιά πέρασε μέσα από τα χωράφια και τις αγροικίες που κάποτε ήταν δικά του. Έφτασε και στο σπίτι του δημάρχου και μετέφερε τις ευχές της γυναίκας του προς τη γυναίκα του δημάρχου. Έπειτα τη ρώτησε αν θα γινόταν η νονά του παιδιού τους: </p><p>Ξέρεις πόσο δύσκολοι καιροί είναι αυτοί, του είπε εκείνη. Όλοι παλεύουμε να επιβιώσουμε και δεν έχω τους πόρους να βοηθήσω κάποιον τόσο φτωχό όσο εσύ. Μα γιατί ήρθες σ΄ εμένα; Δεν υπάρχει κάποιος άλλος να ρωτήσεις;</p><p>Μα, η γυναίκα μου είναι νονά του παιδιού σου, της είπε κοφτά ο Λουκάζ.</p><p>Α, τώρα κατάλαβα, ώστε τώρα σας χρωστάω κιόλας; απάντησε εκείνη θυμωμένα. Γι΄ αυτό δεχτήκατε τότε να γίνει η γυναίκα σου νονά του παιδιού μου; Και για πες μου, τι ακριβώς έχει κάνει η γυναίκα σου για το παιδί μου από τότε που μείνατε φτωχοί; Πώς τολμάς κι έρχεσαι στο σπίτι μου μόνο για να με προσβάλεις έτσι; Και να με πλήρωνες χρυσάφι δεν θα γινόμουν νονά του παιδιού σου!</p><br><p>Ο Λουκάζ γύρισε σπίτι του με δάκρυα στα μάτια. Σαν έφτασε, είπε στη γυναίκα του τι είχε συμβεί και εκείνη έπεσε σε απόγνωση. Ο Λουκάζ όμως της είπε να μην απογοητεύεται ακόμη. Θα έπαιρνε το παιδί ο ίδιος να το βαφτίσει στην εκκλησία και στον δρόμο θα έπιανε τον πρώτο άνθρωπο που θα έβρισκε και θα του ζητούσε να γίνει νονός του μωρού. Η γυναίκα του κλαίγοντας, τύλιξε το μωρό με μια παλιά κουβέρτα για να το προστατέψει από το κρύο και τον άνεμο και το έβαλε στην αγκαλιά του πατέρα του. Εκείνος τότε πήρε τον δρόμο για την εκκλησία θλιμμένος αλλά περήφανος.</p><br><p>Μετά από αρκετές ώρες πεζοπορίας συνάντησε στον δρόμο μια γριά γυναίκα ντυμένη με παλιά και φαγωμένα ρούχα, να περπατά αργά με τα γέρικα, στραβωμένα πόδια της. Ο Λουκάζ δίστασε αρχικά, αλλά τελικά την πλησίασε, της εξήγησε την κατάσταση του και τη ρώτησε αν θα δεχόταν να γίνει η νονά του μωρού του. Η γριά γυναίκα χαμογέλασε γλυκά, πήρε το τοσοδούλι μωράκι στην αγκαλιά της και είπε: “Μα και βέβαια. Θα ήταν τιμή μου να γίνω η νονά ενός μωρού που ο μπαμπάς του το αγαπά τόσο”, και συνέχισαν μαζί οι δυο τους μέχρι την εκκλησία.</p><br><p>Ο παπάς ετοιμαζόταν να φύγει, όταν έτρεξε προς το μέρος του ο διάκος και του είπε πως ερχόντουσαν κάποιοι στην εκκλησία:</p><p>Αχ όχι, είπε ο παπάς ο οποίος ήθελε να πάει γρήγορα σπίτι του να φάει το δείπνο του, μα ποιοι είναι και τι θέλουν εδώ τέτοια ώρα;</p><p>Α, δεν είναι τίποτα, μόνο ο Λουκάζ, του απάντησε ο διάκος. Ξέρετε, αυτός που έχασε τα πάντα και είναι τώρα φτωχότερος κι από τον πιο φτωχό επαίτη.</p><br><p>Καθώς πλησίαζαν την εκκλησία, η γριά γυναίκα είδε και άκουσε τον διάκο να ψιθυρίζει κάτι απρεπές στο αυτί του παπά. Έτσι, όταν οι δυο τους μπήκαν στην εκκλησία, εκείνη έβγαλε από τον κόρφο της ένα ολόκληρο δουκάτο και το έβαλε στην παλάμη του παπά. Ο παπάς εξεπλάγη! Κοίταξε μια το δουκάτο που κρατούσε στο χέρι του και μια τη γριά με τα σκισμένα της και παλιά ρούχα. Είπε τότε γοργά στον διάκο να ετοιμαστεί για τη βάφτιση της μικρής.</p><br><p>Η τελετή&nbsp;που ακολούθησε άρμοζε στους πλουσιότερους εμπόρους του τόπου. Το μικρό κοριτσάκι ονομάστηκε Μαρίσκα και αφού τελείωσε η βάφτιση, ο παπάς συνόδεψε τον Λουκάζ και τη γυναίκα στην είσοδο του ναού. Ο διάκος τους οδήγησε μέχρι και την πύλη της αυλής της εκκλησίας ελπίζοντας να πάρει κι αυτός κάτι για τον κόπο του. Η γριά γυναίκα του έδωσε κι αυτουνού ένα δουκάτο, το οποίο και δέχτηκε αμέσως.</p><br><p>Μόλις ο Λουκάζ και η γυναίκα έφτασαν στο σημείο όπου είχαν πρωτοσυναντηθεί, η γριά έβαλε άλλο ένα χρυσό δουκάτο μέσα στην κουβέρτα του μωρού. Χαμογέλασε τότε στον Λουκάζ και του είπε: “Αυτό είναι το δώρο μου στο παιδί σου. Αυτό θα της προσφέρει ό,τι χρειάζεται για να μεγαλώσει χωρίς να της λείψει τίποτα. Το κοριτσάκι σας θα φέρει σ΄ εσένα και τη γυναίκα σου χαρά και παρηγοριά και μόλις γίνει ολόκληρη γυναίκα, θα καλοπαντρευτεί”. Η καλοσυνάτη νονά άγγιξε τότε το έδαφος με το δάκτυλό της και μια τριανταφυλλιά φύτρωσε, φορτωμένη με μοσχομυριστά άνθη! Ο Λουκάζ έσκυψε να μυρίσει τα λουλούδια και σαν σήκωσε το βλέμμα του να ευχαριστήσει τη νονά, εκείνη είχε εξαφανιστεί! Έκπληκτος και μπερδεμένος είπε στον αέρα: “Αντίο! Σε ευχαριστώ καλή νονά!”. Στάθηκε εκεί κρατώντας τη Μαρίσκα, κοιτώντας ολόγυρά του και θα είχε μείνει έτσι αρκετή ώρα αν το μωρό δεν άρχιζε να κλαίει. </p><br><p>Πήρε τότε τον δρόμο για το σπίτι του και καθώς περπατούσε σκεφτόταν όλα τα θαυμαστά πράγματα που είχαν συμβεί. Κάποια στιγμή σταμάτησε και ψηλάφισε την κουβέρτα της Μαρίσκα να σιγουρευτεί ότι το χρυσό φλουρί ήταν ακόμη εκεί. Το έβγαλε στη χούφτα του και μεμιάς το ένα δουκάτο έγινε δέκα και του έπεσαν στο έδαφος. Γελώντας ο Λουκάζ σήκωσε τα νομίσματα, τα έβαλε στις τσέπες του και συνέχισε τρέχοντας πια να φτάσει σπίτι. </p><br><p>Η γυναίκα του Λουκάζ περίμενε ανήσυχη στο σπίτι, ενώ πεινούσε διψούσε και κρύωνε πολύ. Δεν υπήρχε καθόλου φαγητό στο σπίτι και καθόλου χρήματα. Φαντάζεστε την έκπληξή της σαν είδε τον Λουκάζ να επιστρέφει σπίτι χαμογελαστός και άκουσε την ιστορία με την καλοσυνάτη νονά. Μόλις τελείωσε την ιστορία, ο Λουκάζ είπε στη γυναίκα του να δει το δώρο της νονάς που κρυβόταν μέσα στην κουβέρτα της Μαρίσκα. Η γυναίκα έβγαλε ένα δουκάτο από την κουβέρτα και μεμιάς έγινε δέκα, είκοσι, τριάντα δουκάτα! Της έπεσαν από το χέρι και σκορπίστηκαν στο πάτωμα και εκείνη άρχισε να γελά από έκπληξη και χαρά! Βάλθηκαν και οι δυο τους να τα μαζεύουν, αλλά όπου βρισκόταν ένα, εμφανίζονταν άλλα δέκα. Στο τέλος, είχαν ένα ωραιότατο βουναλάκι από χρυσάφι μπροστά τους. Ο Λουκάζ και η γυναίκα του τότε σωριάστηκαν στο έδαφος και άρχισαν να γελούν και να κλαίνε, όλα μαζί!</p><br><p>Ξαφνικά όμως, πανικός και φόβος ζωγραφιστήκαν στο πρόσωπο της γυναίκας:</p><p>Κι αν αυτά τα φλουριά είναι καταραμένα; Πού ξέρουμε ότι η γυναίκα δεν είναι ένα κακό πνεύμα που θέλει τις ψυχές μας;</p><p>Μην είσαι ανόητη, γέλασε μαζί της ο Λουκάζ. Ποιο κακό πνεύμα θα έμπαινε σε εκκλησία;</p><br><p>Ο Λουκάζ ήξερε όμως πως η νονά δεν ήταν μια απλή γυναίκα. Ίσως και να ήταν ένα καλό πνεύμα που την έστειλε ο Θεός να τους βοηθήσει. Προειδοποίησε τη γυναίκα του να το κρατήσει μυστικό, να κρύψει τα δουκάτα και να μην πει σε κανέναν τι είχε γίνει. Πήρε τότε ένα δουκάτο να το πάει στον δήμαρχο να του το κάνει ψιλά για να αγοράσει αυγά, αλεύρι, ψωμί και γάλα. Ρώτησε και τη γυναίκα του τι άλλο να αγοράσει και εκείνη αμέσως του είπε:</p><p>Τη γη μας, το σπίτι μας, τα ζώα μας και τα χωράφια μας!</p><p>Αυτά αύριο το πρωί! της απάντησε χαρωπά ο Λουκάζ.</p><p>Αλλά αυτή τη φορά Λουκάζ μου, του είπε τότε εκείνη χαμηλόφωνα, να είσαι πιο προσεκτικός με τις δουλειές σου.</p><p>Σου ορκίζομαι στα μάτια σου και στο παιδί μας ότι αυτή τη φορά θα προσέχω, της είπε αγκαλιάζοντάς την τρυφερά. Ήμουν τόσο ανόητος και οι πράξεις μου μας πόνεσαν πολύ, αλλά το πάθημα μου έγινε μάθημα. Πίστεψέ με.</p><br><p>Και κίνησε να πάει να πάρει τις προμήθειες. Καθώς απομακρινόταν, η γυναίκα του έμεινε να τον κοιτάζει με το μωρό της στην αγκαλιά και ονειρευόταν το καλύτερο μέλλον που τους περίμενε.</p><br><p>Μετά από λίγες ώρες, ο Λουκάζ επέστρεψε με τον υπηρέτη του δημάρχου φορτωμένο με κουβάδες φρέσκο γάλα, καλάθια γεμάτα αυγά και άφθονες φρέσκες πίτες: “Η γυναίκα του δημάρχου σας στέλνει τις ευχές της και με έστειλε να σας βοηθήσω με ό,τι χρειαστείτε”, είπε ο υπηρέτης στη γυναίκα του Λουκάζ. Εκείνη τον ευχαρίστησε και στάθηκε να τον κοιτά καθώς εκείνος άρχισε να τους μαγειρεύει σούπα στη φωτιά. Ο Λουκάζ είχε κουβαλήσει τρία καινούρια κρεββάτια, που τα έβαλε να ζεσταθούν πλάι στις φλόγες.</p><br><p>Την επόμενη μέρα, ο Λουκάζ πήγε να αγοράσει πίσω τη φάρμα τους. Η γυναίκα του δημάρχου ήταν πολύ περίεργη να μάθει πώς ο Λουκάζ και η γυναίκα του είχαν ξαφνικά βρεθεί να έχουν πάλι τόσα πολλά χρήματα σε τόσο λίγο χρονικό διάστημα. Έτσι, μόλις ο Λουκάζ ξεπόρτισε για τις δουλειές του, εκείνη πήγε στη γυναίκα του και την άρχισε στις ερωτήσεις. Η γυναίκα του Λουκάζ όμως δεν αποκάλυψε το μυστικό της. Το μόνο που της είπε ήταν πως η νονά της Μαρίσκα ήταν πολύ γενναιόδωρη γυναίκα και εκείνη τους έδωσε κάποια χρήματα για να τους βοηθήσει να ξαναφτιάξουν τη ζωή τους.</p><br><p>Μόλις έφυγε η γυναίκα του δημάρχου, η γυναίκα του Λουκάζ έκατσε δίπλα στη φωτιά και άρχισε να σκέφτεται την καλοσύνη που τους είχε δείξει η νονά της Μαρίσκα και την ευχαρίστησε που τους είχε δώσει μια δεύτερη ευκαιρία στη ζωή. Ο Λουκάζ κατάφερε και πήρε πίσω την περιουσία που είχαν χάσει και αυτή τη φορά τη διαχειρίστηκε συνετά. Έχτισε γερές αγροικίες γύρω από τη γη και για την οικογένειά του έχτισε ένα πανέμορφο σπίτι. Βρήκε και αγόρασε τα καλύτερα ζωντανά και το φθινόπωρο τα χωράφια του ήταν γεμάτα με χρυσό κριθάρι και καλαμπόκι. Ο Λουκάζ έγινε ο καλύτερος αγρότης της περιοχής. Αυτός και η γυναίκα του έγιναν οι πιο αγαπημένοι και θαυμαστοί κάτοικοι του τόπου μιας και ήταν και πολύ καλοί γείτονες και πάντα βοηθούσαν όποιον φτωχό αγρότη είχε ανάγκη.</p><br><p>Η Μαρίσκα ήταν ένα υπέροχο παιδί. Μόνο χαρά και υποστήριξη προσέφερε στους γονείς της, όπως είχε προβλέψει και η νονά της άλλωστε. Σαν μεγάλωσε και έγινε σωστή κοπέλα, η ομορφιά της έγινε διάσημη στα πέρατα του κόσμου, ώσπου μια μέρα ήρθε και ζήτησε το χέρι της ένας πρίγκιπας. Τον παντρεύτηκε και έζησαν μια μακροχρόνια και ευτυχισμένη ζωή. Ο Λουκάζ και η γυναίκα του έζησαν μέχρι τα βαθιά τους γεράματα με υγεία. Τα βράδια, συχνά καθόντουσαν οι δυο τους δίπλα στη φωτιά και αναπολούσαν την ημέρα που βρέθηκε στη ζωή τους η καλή νονά και άλλαξε την τύχη τους για πάντα.</p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></description>
			<itunes:summary><![CDATA[<p>Η Τσεχία μας φέρνει ένα παραμύθι όλο καλοσύνη, ευγνωμοσύνη και γλύκα. Αλλά και λίγη υποκρισία από την εκκλησία!</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Δεν περιέχει ευαίσθητο υλικό </p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>Ηχητικά εφέ: freesound.org</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ</p><br><p>Η Τύχη του Λουκάζ</p><br><p>Ο Λουκάζ είχε υπάρξει κάποτε πολύ πλούσιος αγρότης, αλλά δεν διαχειρίστηκε τη φάρμα του σοφά και σπατάλησε τα χρήματά του. Και ο ίδιος το κατάλαβε, αν και αργά, πόσο ανόητα είχε φερθεί όταν έχασε τα πάντα. Τώρα, αυτός και η γυναίκα του, ζούσαν μέσα στη φτώχεια σ΄ ένα μικρό σπιτάκι που ο Θεός να το κάνει σπιτάκι δηλαδή! Από τις ρωγμές στους τοίχους έμπαινε συνέχεια κρύο και το σπίτι ήταν πάντα παγωμένο. Από τις τρύπες στην οροφή έσταζε νερό όταν έβρεχε και γενικά η ζωή τους ήταν πια ένας συνεχής αγώνας. </p><br><p>Από παλιά προσεύχονταν ν΄ αποκτήσουν ένα παιδάκι, αλλά όταν ευημερούσαν&nbsp;ο Θεός δεν τους είχε εισακούσει. Τώρα που ήταν φτωχοί και δεν είχαν πια τίποτα, η γυναίκα του Λουκάζ γέννησε ένα κοριτσάκι:</p><p>Αχ τι θα κάνουμε τώρα, έκλαιγε η γυναίκα του Λουκάζ. Εδώ δεν έχουμε φαΐ για τους εαυτούς μας, πώς θα φροντίσουμε αυτό το μικρό πλασματάκι;</p><p>Θα βρούμε τρόπο, της απάντησε ο Λουκάζ. Είναι δώρο από τον Θεό και θα μας δείξει Εκείνος τον τρόπο. Αλλά πρώτα πρέπει να τη βαφτίσουμε. Πρέπει να βρούμε μια γυναίκα να γίνει νονά της.</p><br><p>Το ζευγάρι δεν είχε συγγενείς στην περιοχή και έτσι ο Λουκάζ πήγε να μιλήσει στη γυναίκα του γείτονά τους: “Ο άνδρας μου κι εγώ είμαστε φτωχοί αγρότες όπως κι εσείς”, απάντησε η γυναίκα, “γιατί να φορτώσουμε και το παιδί σου με τα οικονομικά μας προβλήματα;”.</p><br><p>Ο Λουκάζ γύρισε σπίτι του με τα κακά μαντάτα: “Μα τι περίμενες να γίνει δηλαδή;” του είπε η γυναίκα του, “όταν ήμασταν πλούσιοι όλοι ήθελαν να μας γνωρίσουν και να γίνουν φίλοι μας. Μέχρι και ο δήμαρχος μας καλούσε σπίτι του. Τώρα όμως, που δεν μας έχει μείνει τίποτα, ούτε μια φτωχή γυναίκα δεν θέλει να μας βοηθήσει”. Η μητέρα του παιδιού ανησυχούσε πολύ για το μέλλον του. Ο Χειμώνας είχε σχεδόν περάσει, μα ακόμα έκανε πολύ κρύο. Τις νύχτες&nbsp;το έδαφος πάγωνε και τα πρωινά τα σπίτια και τα δέντρα ήταν καλυμμένα με χιόνι. Δεν είχαν καν ρούχα για το μωρό, μόνο κάτι παλιά κουρέλια και το κρεββατάκι του ήταν το σκληρό, κρύο πάτωμα. </p><br><p>Η γυναίκα του Λουκάζ φίλησε το μωρό και άρχισε να κλαίει: “Κακόμοιρο μικρό μου! Δύστυχο μικρό μου!”. Τότε όμως σκέφτηκε κάτι που τη γέμισε ελπίδα. Είπε στον Λουκάζ να πάει να ζητήσει από τη γυναίκα του δημάρχου να γίνει η νονά του παιδιού τους. Στο κάτω κάτω εκείνη ήταν η νονά του παιδιού του δημάρχου και σίγουρα η γυναίκα του θα τους ανταπέδιδε τη χάρη. Ο Λουκάζ δεν ήταν και πολύ σίγουρος γι΄ αυτό, αλλά παρόλ΄ αυτά πήγε να τη ρωτήσει. </p><br><p>Με βαριά καρδιά πέρασε μέσα από τα χωράφια και τις αγροικίες που κάποτε ήταν δικά του. Έφτασε και στο σπίτι του δημάρχου και μετέφερε τις ευχές της γυναίκας του προς τη γυναίκα του δημάρχου. Έπειτα τη ρώτησε αν θα γινόταν η νονά του παιδιού τους: </p><p>Ξέρεις πόσο δύσκολοι καιροί είναι αυτοί, του είπε εκείνη. Όλοι παλεύουμε να επιβιώσουμε και δεν έχω τους πόρους να βοηθήσω κάποιον τόσο φτωχό όσο εσύ. Μα γιατί ήρθες σ΄ εμένα; Δεν υπάρχει κάποιος άλλος να ρωτήσεις;</p><p>Μα, η γυναίκα μου είναι νονά του παιδιού σου, της είπε κοφτά ο Λουκάζ.</p><p>Α, τώρα κατάλαβα, ώστε τώρα σας χρωστάω κιόλας; απάντησε εκείνη θυμωμένα. Γι΄ αυτό δεχτήκατε τότε να γίνει η γυναίκα σου νονά του παιδιού μου; Και για πες μου, τι ακριβώς έχει κάνει η γυναίκα σου για το παιδί μου από τότε που μείνατε φτωχοί; Πώς τολμάς κι έρχεσαι στο σπίτι μου μόνο για να με προσβάλεις έτσι; Και να με πλήρωνες χρυσάφι δεν θα γινόμουν νονά του παιδιού σου!</p><br><p>Ο Λουκάζ γύρισε σπίτι του με δάκρυα στα μάτια. Σαν έφτασε, είπε στη γυναίκα του τι είχε συμβεί και εκείνη έπεσε σε απόγνωση. Ο Λουκάζ όμως της είπε να μην απογοητεύεται ακόμη. Θα έπαιρνε το παιδί ο ίδιος να το βαφτίσει στην εκκλησία και στον δρόμο θα έπιανε τον πρώτο άνθρωπο που θα έβρισκε και θα του ζητούσε να γίνει νονός του μωρού. Η γυναίκα του κλαίγοντας, τύλιξε το μωρό με μια παλιά κουβέρτα για να το προστατέψει από το κρύο και τον άνεμο και το έβαλε στην αγκαλιά του πατέρα του. Εκείνος τότε πήρε τον δρόμο για την εκκλησία θλιμμένος αλλά περήφανος.</p><br><p>Μετά από αρκετές ώρες πεζοπορίας συνάντησε στον δρόμο μια γριά γυναίκα ντυμένη με παλιά και φαγωμένα ρούχα, να περπατά αργά με τα γέρικα, στραβωμένα πόδια της. Ο Λουκάζ δίστασε αρχικά, αλλά τελικά την πλησίασε, της εξήγησε την κατάσταση του και τη ρώτησε αν θα δεχόταν να γίνει η νονά του μωρού του. Η γριά γυναίκα χαμογέλασε γλυκά, πήρε το τοσοδούλι μωράκι στην αγκαλιά της και είπε: “Μα και βέβαια. Θα ήταν τιμή μου να γίνω η νονά ενός μωρού που ο μπαμπάς του το αγαπά τόσο”, και συνέχισαν μαζί οι δυο τους μέχρι την εκκλησία.</p><br><p>Ο παπάς ετοιμαζόταν να φύγει, όταν έτρεξε προς το μέρος του ο διάκος και του είπε πως ερχόντουσαν κάποιοι στην εκκλησία:</p><p>Αχ όχι, είπε ο παπάς ο οποίος ήθελε να πάει γρήγορα σπίτι του να φάει το δείπνο του, μα ποιοι είναι και τι θέλουν εδώ τέτοια ώρα;</p><p>Α, δεν είναι τίποτα, μόνο ο Λουκάζ, του απάντησε ο διάκος. Ξέρετε, αυτός που έχασε τα πάντα και είναι τώρα φτωχότερος κι από τον πιο φτωχό επαίτη.</p><br><p>Καθώς πλησίαζαν την εκκλησία, η γριά γυναίκα είδε και άκουσε τον διάκο να ψιθυρίζει κάτι απρεπές στο αυτί του παπά. Έτσι, όταν οι δυο τους μπήκαν στην εκκλησία, εκείνη έβγαλε από τον κόρφο της ένα ολόκληρο δουκάτο και το έβαλε στην παλάμη του παπά. Ο παπάς εξεπλάγη! Κοίταξε μια το δουκάτο που κρατούσε στο χέρι του και μια τη γριά με τα σκισμένα της και παλιά ρούχα. Είπε τότε γοργά στον διάκο να ετοιμαστεί για τη βάφτιση της μικρής.</p><br><p>Η τελετή&nbsp;που ακολούθησε άρμοζε στους πλουσιότερους εμπόρους του τόπου. Το μικρό κοριτσάκι ονομάστηκε Μαρίσκα και αφού τελείωσε η βάφτιση, ο παπάς συνόδεψε τον Λουκάζ και τη γυναίκα στην είσοδο του ναού. Ο διάκος τους οδήγησε μέχρι και την πύλη της αυλής της εκκλησίας ελπίζοντας να πάρει κι αυτός κάτι για τον κόπο του. Η γριά γυναίκα του έδωσε κι αυτουνού ένα δουκάτο, το οποίο και δέχτηκε αμέσως.</p><br><p>Μόλις ο Λουκάζ και η γυναίκα έφτασαν στο σημείο όπου είχαν πρωτοσυναντηθεί, η γριά έβαλε άλλο ένα χρυσό δουκάτο μέσα στην κουβέρτα του μωρού. Χαμογέλασε τότε στον Λουκάζ και του είπε: “Αυτό είναι το δώρο μου στο παιδί σου. Αυτό θα της προσφέρει ό,τι χρειάζεται για να μεγαλώσει χωρίς να της λείψει τίποτα. Το κοριτσάκι σας θα φέρει σ΄ εσένα και τη γυναίκα σου χαρά και παρηγοριά και μόλις γίνει ολόκληρη γυναίκα, θα καλοπαντρευτεί”. Η καλοσυνάτη νονά άγγιξε τότε το έδαφος με το δάκτυλό της και μια τριανταφυλλιά φύτρωσε, φορτωμένη με μοσχομυριστά άνθη! Ο Λουκάζ έσκυψε να μυρίσει τα λουλούδια και σαν σήκωσε το βλέμμα του να ευχαριστήσει τη νονά, εκείνη είχε εξαφανιστεί! Έκπληκτος και μπερδεμένος είπε στον αέρα: “Αντίο! Σε ευχαριστώ καλή νονά!”. Στάθηκε εκεί κρατώντας τη Μαρίσκα, κοιτώντας ολόγυρά του και θα είχε μείνει έτσι αρκετή ώρα αν το μωρό δεν άρχιζε να κλαίει. </p><br><p>Πήρε τότε τον δρόμο για το σπίτι του και καθώς περπατούσε σκεφτόταν όλα τα θαυμαστά πράγματα που είχαν συμβεί. Κάποια στιγμή σταμάτησε και ψηλάφισε την κουβέρτα της Μαρίσκα να σιγουρευτεί ότι το χρυσό φλουρί ήταν ακόμη εκεί. Το έβγαλε στη χούφτα του και μεμιάς το ένα δουκάτο έγινε δέκα και του έπεσαν στο έδαφος. Γελώντας ο Λουκάζ σήκωσε τα νομίσματα, τα έβαλε στις τσέπες του και συνέχισε τρέχοντας πια να φτάσει σπίτι. </p><br><p>Η γυναίκα του Λουκάζ περίμενε ανήσυχη στο σπίτι, ενώ πεινούσε διψούσε και κρύωνε πολύ. Δεν υπήρχε καθόλου φαγητό στο σπίτι και καθόλου χρήματα. Φαντάζεστε την έκπληξή της σαν είδε τον Λουκάζ να επιστρέφει σπίτι χαμογελαστός και άκουσε την ιστορία με την καλοσυνάτη νονά. Μόλις τελείωσε την ιστορία, ο Λουκάζ είπε στη γυναίκα του να δει το δώρο της νονάς που κρυβόταν μέσα στην κουβέρτα της Μαρίσκα. Η γυναίκα έβγαλε ένα δουκάτο από την κουβέρτα και μεμιάς έγινε δέκα, είκοσι, τριάντα δουκάτα! Της έπεσαν από το χέρι και σκορπίστηκαν στο πάτωμα και εκείνη άρχισε να γελά από έκπληξη και χαρά! Βάλθηκαν και οι δυο τους να τα μαζεύουν, αλλά όπου βρισκόταν ένα, εμφανίζονταν άλλα δέκα. Στο τέλος, είχαν ένα ωραιότατο βουναλάκι από χρυσάφι μπροστά τους. Ο Λουκάζ και η γυναίκα του τότε σωριάστηκαν στο έδαφος και άρχισαν να γελούν και να κλαίνε, όλα μαζί!</p><br><p>Ξαφνικά όμως, πανικός και φόβος ζωγραφιστήκαν στο πρόσωπο της γυναίκας:</p><p>Κι αν αυτά τα φλουριά είναι καταραμένα; Πού ξέρουμε ότι η γυναίκα δεν είναι ένα κακό πνεύμα που θέλει τις ψυχές μας;</p><p>Μην είσαι ανόητη, γέλασε μαζί της ο Λουκάζ. Ποιο κακό πνεύμα θα έμπαινε σε εκκλησία;</p><br><p>Ο Λουκάζ ήξερε όμως πως η νονά δεν ήταν μια απλή γυναίκα. Ίσως και να ήταν ένα καλό πνεύμα που την έστειλε ο Θεός να τους βοηθήσει. Προειδοποίησε τη γυναίκα του να το κρατήσει μυστικό, να κρύψει τα δουκάτα και να μην πει σε κανέναν τι είχε γίνει. Πήρε τότε ένα δουκάτο να το πάει στον δήμαρχο να του το κάνει ψιλά για να αγοράσει αυγά, αλεύρι, ψωμί και γάλα. Ρώτησε και τη γυναίκα του τι άλλο να αγοράσει και εκείνη αμέσως του είπε:</p><p>Τη γη μας, το σπίτι μας, τα ζώα μας και τα χωράφια μας!</p><p>Αυτά αύριο το πρωί! της απάντησε χαρωπά ο Λουκάζ.</p><p>Αλλά αυτή τη φορά Λουκάζ μου, του είπε τότε εκείνη χαμηλόφωνα, να είσαι πιο προσεκτικός με τις δουλειές σου.</p><p>Σου ορκίζομαι στα μάτια σου και στο παιδί μας ότι αυτή τη φορά θα προσέχω, της είπε αγκαλιάζοντάς την τρυφερά. Ήμουν τόσο ανόητος και οι πράξεις μου μας πόνεσαν πολύ, αλλά το πάθημα μου έγινε μάθημα. Πίστεψέ με.</p><br><p>Και κίνησε να πάει να πάρει τις προμήθειες. Καθώς απομακρινόταν, η γυναίκα του έμεινε να τον κοιτάζει με το μωρό της στην αγκαλιά και ονειρευόταν το καλύτερο μέλλον που τους περίμενε.</p><br><p>Μετά από λίγες ώρες, ο Λουκάζ επέστρεψε με τον υπηρέτη του δημάρχου φορτωμένο με κουβάδες φρέσκο γάλα, καλάθια γεμάτα αυγά και άφθονες φρέσκες πίτες: “Η γυναίκα του δημάρχου σας στέλνει τις ευχές της και με έστειλε να σας βοηθήσω με ό,τι χρειαστείτε”, είπε ο υπηρέτης στη γυναίκα του Λουκάζ. Εκείνη τον ευχαρίστησε και στάθηκε να τον κοιτά καθώς εκείνος άρχισε να τους μαγειρεύει σούπα στη φωτιά. Ο Λουκάζ είχε κουβαλήσει τρία καινούρια κρεββάτια, που τα έβαλε να ζεσταθούν πλάι στις φλόγες.</p><br><p>Την επόμενη μέρα, ο Λουκάζ πήγε να αγοράσει πίσω τη φάρμα τους. Η γυναίκα του δημάρχου ήταν πολύ περίεργη να μάθει πώς ο Λουκάζ και η γυναίκα του είχαν ξαφνικά βρεθεί να έχουν πάλι τόσα πολλά χρήματα σε τόσο λίγο χρονικό διάστημα. Έτσι, μόλις ο Λουκάζ ξεπόρτισε για τις δουλειές του, εκείνη πήγε στη γυναίκα του και την άρχισε στις ερωτήσεις. Η γυναίκα του Λουκάζ όμως δεν αποκάλυψε το μυστικό της. Το μόνο που της είπε ήταν πως η νονά της Μαρίσκα ήταν πολύ γενναιόδωρη γυναίκα και εκείνη τους έδωσε κάποια χρήματα για να τους βοηθήσει να ξαναφτιάξουν τη ζωή τους.</p><br><p>Μόλις έφυγε η γυναίκα του δημάρχου, η γυναίκα του Λουκάζ έκατσε δίπλα στη φωτιά και άρχισε να σκέφτεται την καλοσύνη που τους είχε δείξει η νονά της Μαρίσκα και την ευχαρίστησε που τους είχε δώσει μια δεύτερη ευκαιρία στη ζωή. Ο Λουκάζ κατάφερε και πήρε πίσω την περιουσία που είχαν χάσει και αυτή τη φορά τη διαχειρίστηκε συνετά. Έχτισε γερές αγροικίες γύρω από τη γη και για την οικογένειά του έχτισε ένα πανέμορφο σπίτι. Βρήκε και αγόρασε τα καλύτερα ζωντανά και το φθινόπωρο τα χωράφια του ήταν γεμάτα με χρυσό κριθάρι και καλαμπόκι. Ο Λουκάζ έγινε ο καλύτερος αγρότης της περιοχής. Αυτός και η γυναίκα του έγιναν οι πιο αγαπημένοι και θαυμαστοί κάτοικοι του τόπου μιας και ήταν και πολύ καλοί γείτονες και πάντα βοηθούσαν όποιον φτωχό αγρότη είχε ανάγκη.</p><br><p>Η Μαρίσκα ήταν ένα υπέροχο παιδί. Μόνο χαρά και υποστήριξη προσέφερε στους γονείς της, όπως είχε προβλέψει και η νονά της άλλωστε. Σαν μεγάλωσε και έγινε σωστή κοπέλα, η ομορφιά της έγινε διάσημη στα πέρατα του κόσμου, ώσπου μια μέρα ήρθε και ζήτησε το χέρι της ένας πρίγκιπας. Τον παντρεύτηκε και έζησαν μια μακροχρόνια και ευτυχισμένη ζωή. Ο Λουκάζ και η γυναίκα του έζησαν μέχρι τα βαθιά τους γεράματα με υγεία. Τα βράδια, συχνά καθόντουσαν οι δυο τους δίπλα στη φωτιά και αναπολούσαν την ημέρα που βρέθηκε στη ζωή τους η καλή νονά και άλλαξε την τύχη τους για πάντα.</p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></itunes:summary>
		</item>
		<item>
			<title>Η Μαριγκό των Σαράντα Δράκων</title>
			<itunes:title>Η Μαριγκό των Σαράντα Δράκων</itunes:title>
			<pubDate>Mon, 10 May 2021 13:48:01 GMT</pubDate>
			<itunes:duration>25:28</itunes:duration>
			<enclosure url="https://sphinx.acast.com/p/open/s/6013ebce985ab977d52addcc/e/609939911fdd57527f009e0c/media.mp3" length="27719807" type="audio/mpeg"/>
			<guid isPermaLink="false">609939911fdd57527f009e0c</guid>
			<itunes:explicit>false</itunes:explicit>
			<link>https://www.karakaxa.org/%CE%B5%CF%80%CE%B5%CE%B9%CF%83%CF%8C%CE%B4%CE%B9%CE%B1</link>
			<acast:episodeId>609939911fdd57527f009e0c</acast:episodeId>
			<acast:showId>6013ebce985ab977d52addcc</acast:showId>
			<acast:episodeUrl>mitos28</acast:episodeUrl>
			<acast:settings><![CDATA[FYjHyZbXWHZ7gmX8Pp1rmbKbhgrQiwYShz70Q9/ffXZMTtedvdcRQbP4eiLMjXzCKLPjEYLpGj+NMVKa+5C8pL4u/EOj1Vw4h5MMJYp0lCcFAe0fnxBJy/1ju4Qxy1fh8gO4DvlGA40yms2g0/hOkcrfHIopjTygHFqGwwOPKFIai4SuTvs86Lx3UYCyl6Zs+WO4fC9bB8/2bSJALEZpunHdJA38/ZCmkJMYOTmjFjrenM7s6FyXKXRDZ8fXVRIdSdr6Z7/hu/RnvMki4XYopEJbLKjXaWauCPSKEqM1bApZV/S1U1fPd8j9Y0ThBZ6k]]></acast:settings>
			<itunes:subtitle>Μίτος</itunes:subtitle>
			<itunes:episodeType>full</itunes:episodeType>
			<itunes:episode>28</itunes:episode>
			<itunes:image href="https://assets.pippa.io/shows/6013ebce985ab977d52addcc/1620654367021-b643b4206865e09fab6c9fde45821f9e.jpeg"/>
			<description><![CDATA[<p>Μια πολυαγαπημένη Αλβανική ιστορία με πολλαπλές εκδοχές ανά τα χρόνια. Η συγκεκριμένη είναι η πιο... ωμή. Καλή ακρόαση!</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Περιέχει έντονες σκηνές βίας </p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>Ηχητικά εφέ: freesound.org</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ</p><br><p>Η Μαριγκό των Σαράντα Δράκων</p><br><p>Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας βασιλιάς και μια βασίλισσα που είχαν μια μοναχοκόρη, την πιο όμορφη κοπέλα όλου του τόπου. Κάθε πρωί η μητέρα της την έπλενε, της χτένιζε τα μαλλιά, την έντυνε με τα ακριβότερα ρούχα και, όταν ήταν έτοιμη, την έστελνε στο σχολείο. Εκεί, η δασκάλα της, μόλις τελείωναν τα μαθήματα, την έπλενε και τη στόλιζε ξανά και την έστελνε σπίτι της για το βράδυ. Αυτό γινόταν κάθε μέρα και το κορίτσι δεν ήξερε πια ποιον αγαπούσε περισσότερο - τη μητέρα ή τη δασκάλα της.</p><br><p>Μια μέρα, η δασκάλα είπε στο παιδί:</p><p>Άκου Μαριγκό μου, γιατί δεν ξεφορτώνεσαι τη μάνα σου να γίνω εγώ η καινούρια σου μάνα μιας και, και σε ντύνω με τα καλύτερα φουστάνια και σε μαθαίνω να διαβάζεις;</p><p>Και πώς μπορώ εγώ να σκοτώσω τη μάνα μου, ρώτησε το κορίτσι.</p><p>Θα σου πω πώς μπορείς να το κάνεις αλλά μόνο αν το θελήσεις. Έλα κοντά μου και πες μου αν θέλεις να τη σκοτώσεις ή όχι.</p><p>Πες μου πρώτα πώς μπορεί να γίνει κάτι τέτοιο για να ξέρω και μετά θα έρθω κοντά σου να σου πω αν θέλω ή όχι.</p><p>Καλά τότε, είπε η δασκάλα. Μόλις πας σπίτι, πες στη μητέρα σου ότι θέλεις σύκα και αμύγδαλα από το μαρμάρινο μπαούλο. Μιας και είσαι η μονάκριβη κόρη της, εκείνη αμέσως θα προστάξει τις υπηρέτριες να σου φέρουν ό,τι ζήτησες αλλά εσύ να της πεις ότι θέλεις&nbsp;να σου τα φέρει η ίδια. Εκείνη τότε θα σηκωθεί και θα πάει να σου φέρει τα σύκα και τα αμύγδαλα. Όταν ανοίξει το μπαούλο, να μην αφήσεις τις υπηρέτριες να κρατήσουν το καπάκι, παρά να επιμείνεις να το κρατήσεις εσύ. Μόλις η μητέρα σου χωθεί μέσα στο μπαούλο να σου πιάσει ό,τι της ζήτησες, άσε το καπάκι να πέσει στο κεφάλι της να τη σκοτώσει. Μετά τρέξε κι έλα σε μένα.</p><br><p>Η Μαριγκό γύρισε σπίτι της και ζήτησε από τη μητέρα της σύκα και αμύγδαλα από το μαρμάρινο μπαούλο. Η μητέρα της πήγε να της τα φέρει. Μόλις οι υπηρέτριες μαζεύτηκαν γύρω της να της κρατήσουν ανοιχτό το καπάκι, η Μαριγκό τις παραμέρισε και έπιασε η ίδια να κρατάει το καπάκι. Με το που η μητέρα της χώθηκε στο μπαούλο να φτάσει τα σύκα και τα αμύγδαλα, η Μαριγκό άφησε το καπάκι να πέσει και σκότωσε έτσι τη μητέρα της. Έτρεξε τότε πίσω στη δασκάλα της και της είπε τι είχε κάνει ενώ ο βασιλιάς φώναξε τους ιερείς και έθαψε τη γυναίκα του.</p><br><p>Μετά από λίγο καιρό, η δασκάλα είπε στο παιδί: “Μαριγκό μου, γιατί δεν λες στον πατέρα σου να με παντρευτεί για να γίνω εγώ η καινούρια σου μητέρα; Θα σε φροντίζω και θα σε προσέχω και μάλιστα πολύ καλύτερα απ΄ότι η πραγματική μητέρα σου”. Όταν η κοπέλα γύρισε σπίτι της εκείνο το βράδυ, πήγε στον πατέρα της και του είπε:</p><p>Πατέρα μου, γιατί δεν παντρεύεσαι τη δασκάλα μου να γίνει η καινούρια μου μητέρα; Είναι όμορφη πολύ και θα με φροντίζει καλύτερα κι από την μητέρα μου!</p><p>Θα παντρευτώ τη δασκάλα σου όταν τα παπούτσια μου γίνουν κόκκινα!, της απάντησε ο βασιλιάς.</p><br><p>Το επόμενο πρωί, σαν πήγε σχολείο, η Μαριγκό είπε στη δασκάλα της τι είχε ειπωθεί το προηγούμενο βράδυ και η δασκάλα της απάντησε: “Το βράδυ που θα γυρίσεις στο παλάτι, πάρε λίγη κόκκινη μπογιά και βάψε τα παπούτσια του πατέρα σου κόκκινα. Μετά πήγαινε τα μπροστά του και πες ‘Να πατέρα! Τα παπούτσια σου έγιναν κόκκινα! Μπορείς τώρα να παντρευτείς τη δασκάλα μου’”.</p><br><p>Το ίδιο βράδυ κιόλας, η Μαριγκό πήγε και βρήκε ένα ζευγάρι παπούτσια του πατέρα της, τα έβαψε κόκκινα και όταν του τα παρουσίασε του είπε:</p><p>Κοίτα πατέρα πόσο κόκκινα είναι τα παπούτσια σου! Τώρα παντρέψου τη δασκάλα μου.</p><p>Θα παντρευτώ τη δασκάλα σου όταν τα ρούχα μου γεμίσουν όλα τρύπες, της απάντησε ο πατέρας της.</p><br><p>Η κοπέλα είπε στη δασκάλα της τι της είχε πει ο πατέρας της και η δασκάλα απάντησε: “Απόψε το βράδυ, όταν γυρίσεις σπίτι και σιγουρευτείς ότι ο πατέρας σου κοιμάται βαθιά, πάρε τα ρούχα του και γέμισέ τα τρύπες με τούτο εδώ το ψαλίδι”. Και το κορίτσι έκανε όπως της είχε πει η δασκάλα της. Έκοψε τη μια μετά την άλλη πολλές τρύπες στα ρούχα του βασιλιά, όταν αυτός κοιμόταν και το επόμενο πρωί του είπε: “Δες πατέρα! Τα ρούχα σου είναι γεμάτα τρύπες! Τώρα πρέπει σίγουρα να παντρευτείς τη δασκάλα μου.”</p><br><p>Τι να έκανε ο βασιλιάς, παντρεύτηκε τη δασκάλα. Ήταν κι αυτή όμορφη κοπέλα, αλλά όμορφη σαν τη Μαριγκό δεν ήταν. Πέρασαν και κάποια χρόνια και η Μαριγκό όλο και ομόρφαινε. Μια μέρα, η μητριά της είπε στον βασιλιά:</p><p>Πρέπει να σκοτώσεις την Μαριγκό. Αν δεν το κάνεις, τότε θα πεθάνω.</p><p>Μα πώς μπορείς και μου ζητάς να σκοτώσω το ίδιο μου το παιδί, ρώτησε σαστισμένος ο βασιλιάς.</p><p>Πρέπει να το κάνεις. Ή αυτή ή εγώ. Η μία ή η άλλη.</p><br><p>Τι να κάνει ο κακόμοιρος ο βασιλιάς; Αντιστάθηκε και αντιστάθηκε αλλά με την επιμονή της γυναίκας του ενέδωσε τελικά και της είπε: “Καλά, πλάσε μου μια φρατζόλα ψωμί και γέμισε έναν ασκό με κρασί. Θα τα πάρω μαζί μου όταν θα οδηγήσω το κορίτσι μου κάπου απόμερα να το σκοτώσω”. Η κακιά μητριά ετοίμασε το ψωμί και το κρασί και τα έβαλε σ΄ έναν σάκο. Ο βασιλιάς έριξε τον σάκο πάνω από τον ώμο του και πήρε το χέρι της κόρης του. Περπάτησαν και περπάτησαν μέχρι που έφτασαν σ΄ ένα σημείο που έβλεπε σ΄ έναν ορμητικό ποταμό. Η Μαριγκό απόρησε και είπε:</p><p>Πατέρα μου γιατί μ΄ έφερες σε αυτό το απομακρυσμένο μέρος που το περιτριγυρίζουν γκρεμοί;</p><p>Έτσι, είπε ο βασιλιάς και άρχισε ν΄ αμφιβάλλει αν θα μπορούσε να πραγματοποιήσει αυτό που είχε στο μυαλό του. Κοίτα κόρη μου, θα πετάξω από αυτόν τον γκρεμό το ψωμί και το κρασί κι εσύ πρέπει να τα βρεις και να μου τα φέρεις πίσω.</p><p>Εντάξει πατέρα, θα κάνω όπως μου ζητήσεις, είπε το κορίτσι με τρεμάμενη φωνή μην έχοντας άλλη επιλογή από το να υπακούσει τον πατέρα της. </p><br><p>Εκείνος πέταξε με δύναμη το ψωμί και το κρασί του και η Μαριγκό άρχισε να κατεβαίνει τον γκρεμό για να τα βρει και να τα φέρει πίσω στον πατέρα της. Ο βασιλιάς όμως είπε τότε στον εαυτό του: “Καλύτερα να την αφήσω να ζήσει κι ό,τι θέλει ας γίνει, δεν μπορώ να τη σκοτώσω”, </p><p>κι έφυγε από εκείνο το σημείο τρέχοντας.</p><br><p>Το κορίτσι έφτασε στον πάτο του γκρεμού κι εκεί βρήκε τη φρατζόλα και τον ασκό και σκαρφαλώνοντας, τα μετέφερε πάλι μέχρι πάνω. Έψαξε για τον πατέρα της αλλά αυτός είχε εξαφανιστεί. Άρχισε τότε να τον φωνάζει: “Πατέρα πού είσαι; Πατέρα, πατερούλη μου!”, αλλά δεν έπαιρνε καμία απάντηση. Πανικοβλημένη, διέσχισε έναν λόφο και ένα λαγκάδι κλαίγοντας και φωνάζοντας: “Πατέρα! Πατέρα μου! Δυστυχία μου!” μα ο πατέρας της δεν ήταν πουθενά. Με το δείλι έφτασε σ΄ένα δάσος και σκέφτηκε: “Σκοτεινιάζει και δεν ξέρω πού να πάω. Θα σκαρφαλώσω σ΄ ένα δέντρο για να είμαι ασφαλής το βράδυ και αύριο πρωί θα γυρίσω σπίτι μου”. Σκαρφάλωσε λοιπόν σ΄ ένα δέντρο και σαν βρήκε ένα άνετο κλαδί, αποκοιμήθηκε αμέσως, τόσο κουρασμένη και ταλαιπωρημένη ήταν. </p><br><p>Στις μαγικές ώρες της νύχτας πέρασαν από το δέντρο τρεις θεές της μοίρας. Είπε η μια στην άλλη: </p><p>Κοίτα εκεί, ένα κορίτσι, ας αποφασίσουμε τη μοίρα του.</p><p>Να της ευχηθούμε καλό ή κακό; είπαν οι άλλες δυο.</p><p>Μόνο καλό! είπε η πρώτη.</p><p>Άκου Μαριγκό, ψιθύρισε η μεγαλύτερη από τις τρεις θεές σαν πλησίασε στο κλαδί όπου κοιμόταν το κορίτσι, πιο κάτω, στις όχθες του ποταμού θα βρεις ένα παιδάκι. Πήγαινε κοντά του, πλύνε το και φρόντισέ το.</p><p>Άκου Μαριγκό, ψιθύρισε η μεσαία θεά πλησιάζοντας κι αυτή, πιο κάτω στο ποτάμι θα βρεις μια γυναίκα να χτενίζει τα μαλλιά της. Να της τα χτενίσεις εσύ μέχρι να ισιώσουν τελείως.</p><p>Άκου Μαριγκό, είπε και η τρίτη θεά στο αυτί της Μαριγκό, αν πας ακόμα πιο κάτω στο ποτάμι, θα συναντήσεις ένα κάστρο όπου ζουν σαράντα δράκοι, όλοι αδέρφια. Να μπεις στο κάστρο νωρίς το πρωί και να σκουπίσεις όλα τα δωμάτια και να πλύνεις όλα τα πιάτα. Φάε και πιες με την ψυχή σου ό,τι βρεις, αλλά κρύψου να μη σε δουν όταν θα γυρίσουν. </p><br><p>Το επόμενο πρωί η κοπέλα, με την αχνή ανάμνηση όσων είχαν συμβεί το προηγούμενο βράδυ, κίνησε για το κάστρο. Έφτασε και μόλις μπήκε έπιασε αμέσως δουλειά - καθάρισε όλα τα δωμάτια, έπλυνε όλα τα πιάτα και όταν έφαγε και ήπιε με την καρδιά της, πήγε και κρύφτηκε κάπου στο κάστρο. Αργότερα το βράδυ, οι δράκοι γύρισαν πίσω στο κάστρο τους και τα βρήκαν όλα στην εντέλεια. Αναρωτήθηκαν ποιος τους είχε κάνει τέτοιο καλό: “Αν είναι καμιά νεαρή κοπέλλα, να την κάνουμε αδερφή μας. Αν είναι καμιά μεγάλη γυναίκα, να την κάνουμε μάνα μας και αν είναι άντρας να τον κάνουμε αδερφό μας”. Παρόλο που το άκουσε αυτό η κοπέλα, φοβήθηκε πολύ και δεν βγήκε από την κρυψώνα της. Το επόμενο πρωί, μόλις οι δράκοι διάβηκαν το κατώφλι, βγήκε και η Μαριγκό κι έπιασε δουλειά. Καθάρισε όλο το κάστρο και αφού έφαγε και ήπιε ξανακρύφτηκε. Το ίδιο βράδυ οι δράκοι συνωμότησαν χαμηλόφωνα μεταξύ τους: “Αύριο ένας από εμάς να μείνει πίσω για να δούμε ποιος τα κάνει όλα αυτά”. Πράγματι, το επόμενο πρωί ένας δράκος παραμόνεψε για να διαπιστώσει ποιος τους καθάριζε, αλλά δεν κατάφερε να δει την Μαριγκό. Την επόμενη μέρα παραμόνεψε άλλος δράκος, μα ούτε κι αυτός κατάφερε να προλάβει να δει την κοπέλα. Ο ένας μετά τον άλλον, όλοι οι δράκοι απέτυχαν στην προσπάθειά τους να δουν ποιος τους φρόντιζε τόσο καιρό, εκτός από τον τεσσαρακοστό δράκο ο οποίος σαν είδε τη Μαριγκό τη σήκωσε, την έβαλε στην αγκαλιά του, τη φίλησε και είπε στους άλλους: “Κοιτάξτε, έχουμε τώρα μια αδερφούλα. Μα δεν είναι ανάγκη να δουλεύεις από δω και μπρος. Ξέρεις έχουμε μεγάλη περιουσία με πετράδια και φλουριά και μπορείς να έχεις ό,τι τραβάει η ψυχή σου!”. Η κοπέλα έμεινε με τους σαράντα δράκους για αρκετό καιρό και όλοι της φέρονταν βασιλικά.</p><br><p>Ένα πρωινό όμως, η μητριά της βγήκε έξω και είπε στον ήλιο: “Ήλιε μου είσαι λαμπερός όπως κι εγώ είμαι λαμπερή. Όλα γύρω σου είναι λαμπερά, όπως και όλα γύρω μου λαμπερά είναι. Πες μου λοιπόν, υπάρχει σε όλη τη Γη κάποια πιο λαμπερή από εμένα;” Ο ήλιος τότε, γύρισε προς το μέρος της και της είπε: “Είμαι λαμπερός και είσαι λαμπερή. Όλα γύρω μου είναι λαμπερά και όλα γύρω σου λαμπερά είναι. Αλλά καμιά πάνω στη Γη δεν είναι τόσο λαμπερή όσο η Μαριγκό των Σαράντα Δράκων”.</p><br><p>Εξοργισμένη η βασίλισσα σαν το άκουσε αυτό γύρισε αμέσως στο παλάτι κι άρχισε να μαλώνει με τον βασιλιά: </p><p>Δεν τη σκότωσες την κόρη σου, μου είπες ψέματα!</p><p>Όχι, όχι, τη σκότωσα, απολογήθηκε εκείνος.</p><p>Όχι! Καθόλου δεν τη σκότωσες, αφού ζει με τους σαράντα δράκους και αν δεν θέλεις να σου πεθάνω θα πάρεις αυτές τις φουρκέτες και θα ψάξεις μέχρι να τη βρεις. Μόλις τη βρεις και της μιλήσεις, δώσε της αυτές της δηλητηριασμένες φουρκέτες, να τις βάλει στα μαλλιά της να πεθάνει.</p><br><p>Τι να κάνει ο κακόμοιρος ο βασιλιάς; Μεταμφιέστηκε σε περιπλανώμενο έμπορο, πήρε τις δηλητηριασμένες φουρκέτες και άρχισε την αναζήτησή του. Ο δρόμος του τον έβγαλε και στον ποταμό όπου είχε δει για τελευταία φορά την κόρη του. Ακολούθησε την όχθη του, μέχρι που έφτασε στο κάστρο των Σαράντα Δράκων. Εκεί, στήθηκε από κάτω από τα τείχη και βάλθηκε να φωνάζει: “Φουρκέτες για τις κυράδες! Πουλάω φουρκέτες!”. Η κοπέλα τον άκουσε και βγήκε στο μπαλκόνι της να τον καλωσορίσει:</p><p>Γεια σου έμπορα! του είπε χωρίς να μπορεί να τον αναγνωρίσει.</p><p>Παιδί μου, θέλεις να αγοράσεις μια από τις πολύ περίτεχνες φουρκέτες που πουλάω; της είπε ο μεταμφιεσμένος βασιλιάς, που την γνώρισε αμέσως σαν την είδε. Θα σου ομορφύνουν τα μαλλιά αμέσως.</p><p>Και τι να τις κάνω εγώ τις φουρκέτες σου; Έχω πολύ ομορφότερες για δικές μου. Οι δράκοι μου έχουν δώσει φουρκέτες στολισμένες με διαμάντια.</p><p>Μπορεί και να είναι έτσι, αλλά οι δικές μου φουρκέτες είναι κι αυτές πολύ φίνες. Έλα παιδί μου και αγόρασε κι από εμένα μια φουρκέτα να βγάλω λίγα χρήματα.</p><br><p>Η κοπέλα μαλάκωσε τότε και αγόρασε μία φουρκέτα από τον έμπορο, επέστρεψε στο κάστρο, την έβαλε στα μαλλιά της και αστραπιαία σωριάστηκε στο ανάκλινδρο. </p><br><p>Το βράδυ, όταν επέστρεψαν οι δράκοι από την έξοδο τους και είδαν το άψυχο κορμί της Μαριγκό, άρχισαν να θρηνούν και να κλαίνε και να μουγκρίζουν: “Αχ, αδερφή, αδερφούλα!” Τότε κάποιος πρόσεξε την καινούρια φουρκέτα και αναφώνησε: “Τι κάνει αυτή η φουρκέτα στα μαλλιά της; Δεν της την δώσαμε εμείς!”. Κάποιος άλλος είπε “Φέρε την εδώ να δούμε αν μπορούμε να καταλάβουμε από που προήλθε.” Ένας δράκος έβγαλε προσεκτικά τη φουρκέτα από το κεφαλάκι της Μαριγκό και αυτή αμέσως πήρε πάλι ανάσα: </p><p>Μα πού ήσασταν τόσο καιρό;</p><p>Τι σου συνέβη, πες μας! την παρότρυναν οι δράκοι. Πού τη βρήκες αυτή τη φουρκέτα;</p><p>Πέρασε ένας έμπορος που τις πουλούσε και αγόρασα μία. Την έβαλα στα μαλλιά μου και αμέσως με τύλιξε το σκοτάδι. </p><p>Αχ βρε Μαριγκό, της είπαν οι δράκοι. Δεν σου είπαμε ότι θα σου προσφέραμε εμείς ό,τι επιθυμούσε η ψυχούλα σου και δεν υπήρχε ανάγκη να πάρεις κάτι από αλλού; Είδες τώρα τι έγινε; Να μην το ξανακάνεις.</p><br><p>Ο βασιλιάς επέστρεψε σπίτι του μετά από λίγες ημέρες και η γυναίκα του τον ρώτησε:</p><p>Εντάξει, τη δηλητηρίασες;</p><p>Ναι, το έκανα και είναι νεκρή.</p><br><p>Η βασίλισσα ευχαριστήθηκε πολύ με αυτό το γεγονός. Το επόμενο πρωί βγήκε έξω και άρχισε ξανά να μιλά με τον ήλιο: “Ήλιε μου είσαι λαμπερός όπως κι εγώ είμαι λαμπερή. Όλα γύρω σου είναι λαμπερά, όπως και όλα γύρω μου, λαμπερά είναι. Πες μου λοιπόν, υπάρχει σε όλη τη Γη κάποια πιο λαμπερή από εμένα;” Ο ήλιος αμέσως της απάντησε: “Είμαι λαμπερός και είσαι λαμπερή. Όλα γύρω μου είναι λαμπερά και όλα γύρω σου λαμπερά είναι. Αλλά καμιά πάνω στη Γη δεν είναι τόσο λαμπερή όσο η Μαριγκό των Σαράντα Δράκων”. Η βασίλισσα λύσσαξε μόλις άκουσε την απάντηση του ήλιου και, όταν ο βασιλιάς επέστρεψε το σούρουπο στο παλάτι, τον έπιασε και άρχισε να του φωνάζει και να τον μαλώνει με μανία: “Γιατί μου είπες ψέματα ότι σκότωσες την κόρη σου; Ζει και βασιλεύει απ’ ότι έμαθα! Μια από εμάς πρέπει να πεθάνει, αυτή ή εγώ. Πάρε αυτά τα δαχτυλίδια και πήγαινε και δώσε της ένα. Μόλις φορέσει κάποιο από αυτά θα πεθάνει”.</p><br><p>Άλλη μια φορά, ο βασιλιάς μεταμφιέστηκε και πήρε τα καταραμένα δαχτυλίδια να τα πάει στο κάστρο των δράκων φωνάζοντας στη διαδρομή: “Έχω όμορφα δαχτυλίδια για όμορφα κορίτσια! Όμορφα δαχτυλίδια, αστραφτερά!”. Η κοπέλα τον άκουσε που φώναζε και βγήκε στο μπαλκόνι της. Μόλις την είδε, ο “έμπορος” της φώναξε:</p><p>Έλα κάτω κοπέλα μου να σου πουλήσω ένα από αυτά τα ωραία δαχτυλίδια!</p><p>Όχι, όχι δεν έρχομαι, του απάντησε εκείνη. Πριν λίγες μέρες ήρθε πάλι ένας έμπορος και με μάλωσαν που αγόρασα μια φουρκέτα από αυτόν. Στο κάτω κάτω, έχουμε εδώ δαχτυλίδια πιο όμορφα απ’ όσο μπορείς να φανταστείς. Δεν θέλω τα δαχτυλίδια σου. Φύγε τώρα.</p><p>Μα κορίτσι μου δεν λέω ότι δεν έχεις ωραία δαχτυλίδια. Θέλω μόνο ν΄ αγοράσεις ένα από τα δικά μου γιατί κι εγώ φτωχός εμποράκος είμαι, πώς αλλιώς θα βγάλω κι εγώ το ψωμί μου; Πες πως κάνεις ελεημοσύνη και πάρε ένα.</p><br><p>Η καρδιά της Μαριγκό πάλι μαλάκωσε και κατέβηκε και αγόρασε ένα δαχτυλίδι από τον μεταμφιεσμένο της πατέρα. Όταν γύρισε πίσω στο κάστρο φόρεσε το δαχτυλίδι και πέθανε αμέσως.</p><br><p>Αργότερα, το βράδυ, σαν γύρισαν οι δράκοι και είδαν την κοπέλα στο έδαφος, τη σήκωσαν και την ταρακούνησαν, αλλά είδαν πως δεν κοιμόταν απλά. Ό,τι και να δοκίμασαν να κάνουν για να την ξαναφέρουν στη ζωή δεν έφερε αποτέλεσμα και δεν ήξεραν πια τι να κάνουν. Σκέφτηκαν και συζήτησαν για λίγο ακόμα, αλλά μιας και δεν έβρισκαν καμία λύση, είπαν ότι έπρεπε να δεχτούν τη μοίρα τους και της έφτιαξαν ένα πανέμορφο φέρετρο από πορφύρα, το στόλισαν με μαργαριτάρια και την ξάπλωσαν μέσα. Θρηνώντας, κουβάλησαν το φέρετρο μέχρι τον κήπο ενός γειτονικού βασιλείου και έφτασαν μπροστά σε μια πηγή από την οποία έπιναν νερό τα άλογα του βασιλιά. Εκεί παραδίπλα στεκόταν ένα πανάρχαιο δέντρο. Οι δράκοι, με τέσσερις ασημένιες αλυσίδες, κρέμασαν το φέρετρο από τα κλαδιά του δέντρου έτσι ώστε να αιωρείται ψηλά πάνω από την πηγή.</p><br><p>Την επόμενη μέρα, οι σταβλίτες του βασιλιά αυτού του βασιλείου, έφεραν τα άλογά του να πιουν από την πηγή, αλλά η αντανάκλαση από τα αστραφτερά μαργαριτάρια που στόλιζαν το φέρετρο τρόμαξαν τα άλογα και αρνήθηκαν να πιουν. Το ίδιο έγινε και την επόμενη και τη μεθεπόμενη μέρα. Οι νεαροί σταβλίτες μην ξέροντας τι να κάνουν και ανησυχώντας ότι θα έβρισκαν τον μπελά τους αν πάθαιναν κάτι τα άλογα του βασιλιά, έτρεξαν στον βασιλιά τους και του είπαν ότι τα άλογα είχαν να πιουν νερό τρεις μέρες. Εκείνος τότε είπε να πάει μέχρι την πηγή να δει ο ίδιος τι συνέβαινε. Σαν είδε με τα μάτια του ότι τα άλογα δεν έπιναν από το νερό της πηγής, ο βασιλιάς, έσκυψε ακριβώς πάνω από το κρυστάλλινο νερό της πηγής και θαμπώθηκε από τη λαμπρότητα της αντανάκλασης των μαργαριταριών. Κοίταξε πάνω να δει από πού ερχόταν αυτή η λάμψη και τότε είδε το φέρετρο που κρεμόταν από τις τέσσερις ασημένιες αλυσίδες. Διέταξε τους σταβλίτες να το κατεβάσουν κάτω και, μόλις το απομάκρυναν, τα άλογα πήγαν αμέσως στην πηγή και ήπιαν λαίμαργα νερό αφού διψούσαν αρκετά.</p><br><p>Ο βασιλιάς διέταξε να πάνε το φέρετρο στο δωμάτιό του και, μόλις έμεινε μόνος, το άνοιξε. Το σαγόνι του έπεσε σαν είδε την ομορφιά της κοπέλας που κείτονταν μέσα. Έπεσε από εκείνη την ημέρα σε τέτοια μελαγχολία που δεν μπορούσε ούτε να φάει ούτε να πιει τίποτα. Οι υπηρέτες του έφερναν το ένα γεύμα μετά το άλλο όμως τα έπαιρναν πίσω ανέγγιχτα. Μέρα με τη μέρα, βδομάδα στη βδομάδα συνεχίστηκε αυτή η κατάσταση και ο βασιλιάς όλο και χειροτέρευε, είχε γίνει αδύνατος σαν στύλος.</p><br><p>Μαθαίνοντας τα μαντάτα, ήρθε μια μέρα να τον επισκεφτεί η μητέρα του. Μόλις τον είδε σε αυτά τα χάλια του είπε:</p><p>Τι σου συμβαίνει γιόκα μου; Τι έχεις, πες το σ΄ εμένα που είμαι η μητέρα σου!</p><p>Καλά είμαι, της απάντησε απότομα και συνάμα ξεψυχισμένα εκείνος. Άσε με ήσυχο τώρα.</p><br><p>Έκλεισε χρόνος που ο βασιλιάς είχε να φάει και να πιει κάτι. Η μητέρα του σε μια τελευταία της προσπάθεια να σώσει τον γιο της, πήγε να δει έναν άρχοντα του βασιλείου που είχε πολύ φιλικό δεσμό με τον γιο της και του είπε: “Άκου με παιδί μου, ο γιος μου δεν είναι καθόλου καλά, έχει να βγει από το δωμάτιο του ένα χρόνο τώρα. Πήγαινε κι εσύ να του μιλήσεις μπας και μπορέσεις να τον μεταπείσεις”.</p><br><p>Ο φίλος του βασιλιά έτρεξε να τον δει και τον ρώτησε: “Τι σου συμβαίνει καλέ μου φίλε; Γιατί μελαγχολείς τόσο; Έχεις τόσα πλούτη, ένα ολόκληρο βασίλειο και αντί να απολαμβάνεις τη ζωή, μοιάζεις ν΄ αποζητάς τον θάνατο. Αν συνεχίσεις έτσι δεν θα πεθάνεις μόνο εσύ αλλά και η δόλια η μητέρα σου από τη στενοχώρια της. Έλα να βγούμε έξω για να ξεχάσεις λίγο τις σκοτεινές σου σκέψεις που τόσο σε βασανίζουν”. Ο βασιλιάς αρχικά αρνήθηκε, αλλά ο φίλος του τον πίεσε τόσο που τελικά δέχτηκε να κάνουν ένα πολύ σύντομο περίπατο.</p><br><p>Μόλις άφησαν πίσω τους το παλάτι, η μητέρα του βασιλιά είπε στις υπηρέτριες της: “Ελάτε γρήγορα τώρα που ο βασιλιάς λείπει να ψάξουμε την κάμαρή του μήπως βρούμε αυτό που του έχει δώσει τόση θλίψη”. Δεν χρειάστηκε να ψάξουν και πολύ, όταν πίσω από το ντιβάνι βρήκαν το φέρετρο. Το τράβηξαν έξω και το άνοιξαν και όλες αναφώνησαν σαν είδαν το όμορφο κορίτσι που ήταν ξαπλωμένο μέσα. Είπε τότε η μητέρα του βασιλιά: “Ώστε γι αυτό μαραζώνει αργά αργά ο γιος μου. Γρήγορα κορίτσια, ανάψτε τον φούρνο να πετάξουμε το σώμα της μέσα να το κάψουμε, για να τελειώσει το μαρτύριο του γιού μου”. Μόλις ο φούρνος πύρωσε και οι κοπέλες ήταν έτοιμες να σπρώξουν το σώμα της Μαριγκό μέσα να το κάψουν, μία από αυτές είδε το δαχτυλίδι στο δάχτυλο της Μαριγκό και είπε: “Μισό λεπτό, ας της βγάλουμε το δαχτυλίδι από το δάχτυλο, κρίμα είναι να καεί κι αυτό, φαίνεται πολύτιμο”. Τη στιγμή που η κοπέλα έβγαλε το καταραμένο δαχτυλίδι από το δάχτυλο της Μαριγκό, εκείνη σηκώθηκε αμέσως και κοιτώντας σαστισμένη γύρω της είπε: “Πού βρίσκομαι; Πού είναι τα αδέρφια μου οι Σαράντα Δράκοι;”. Ακούγοντάς το αυτό, η μητέρα του βασιλιά της ξαναέβαλε το δαχτυλίδι στο δάχτυλο και μόλις η Μαριγκό έπεσε πάλι άπνοη μέσα στο φέρετρο, η μητέρα του βασιλιά διέταξε τις υπηρέτριες να βάλουν ξανά το φέρετρο πίσω από το ντιβάνι.</p><br><p>Ο βασιλιάς επέστρεψε από τη βόλτα του και κλειδώθηκε πάλι μέσα στο δωμάτιο του, άνοιξε το φέρετρο και θαύμασε το κορίτσι. Την επόμενη μέρα, η μητέρα του πήγε να τον δει και για μια φορά ακόμα τον παρακάλεσε:</p><p>Γιόκα μου, τι έχεις, τι σου συμβαίνει; Γιατί δεν λες τίποτε σε μένα τη μητέρα σου που σε νοιάζομαι τόσο;</p><p>Μη μ΄ ενοχλείς άλλο, της είπε ο βασιλιάς. Δεν μπορείς να με βοηθήσεις.</p><p>Και πώς το ξέρεις ότι δεν μπορώ; του απάντησε πονηρά και συνέχισε να επιμένει.</p><p>Μπορείς να ξαναφέρεις στη ζωή αυτή που κείτεται εδώ μέσα; τη ρώτησε ο βασιλιάς τραβώντας το φέρετρο πίσω από το ντιβάνι.</p><p>Και γιατί όχι; χαμογέλασε η βασιλομήτωρ.</p><br><p>Ο βασιλιάς άνοιξε το φέρετρο και η μητέρα του έβγαλε το δαχτυλίδι από το δάχτυλο του κοριτσιού. Εκείνη ευθύς ανασηκώθηκε. Ο βασιλιάς την αγκάλιασε και τη φίλησε. Η Μαριγκό τον έσπρωξε και τον ρώτησε: “Μα τι συμβαίνει; Πού βρίσκομαι;” Ο βασιλιάς της εξήγησε τι είχε συμβεί όλον αυτόν τον καιρό και της ζήτησε να γίνει η βασίλισσά του. Η Μαριγκό δέχτηκε και έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.</p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></description>
			<itunes:summary><![CDATA[<p>Μια πολυαγαπημένη Αλβανική ιστορία με πολλαπλές εκδοχές ανά τα χρόνια. Η συγκεκριμένη είναι η πιο... ωμή. Καλή ακρόαση!</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Περιέχει έντονες σκηνές βίας </p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>Ηχητικά εφέ: freesound.org</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ</p><br><p>Η Μαριγκό των Σαράντα Δράκων</p><br><p>Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας βασιλιάς και μια βασίλισσα που είχαν μια μοναχοκόρη, την πιο όμορφη κοπέλα όλου του τόπου. Κάθε πρωί η μητέρα της την έπλενε, της χτένιζε τα μαλλιά, την έντυνε με τα ακριβότερα ρούχα και, όταν ήταν έτοιμη, την έστελνε στο σχολείο. Εκεί, η δασκάλα της, μόλις τελείωναν τα μαθήματα, την έπλενε και τη στόλιζε ξανά και την έστελνε σπίτι της για το βράδυ. Αυτό γινόταν κάθε μέρα και το κορίτσι δεν ήξερε πια ποιον αγαπούσε περισσότερο - τη μητέρα ή τη δασκάλα της.</p><br><p>Μια μέρα, η δασκάλα είπε στο παιδί:</p><p>Άκου Μαριγκό μου, γιατί δεν ξεφορτώνεσαι τη μάνα σου να γίνω εγώ η καινούρια σου μάνα μιας και, και σε ντύνω με τα καλύτερα φουστάνια και σε μαθαίνω να διαβάζεις;</p><p>Και πώς μπορώ εγώ να σκοτώσω τη μάνα μου, ρώτησε το κορίτσι.</p><p>Θα σου πω πώς μπορείς να το κάνεις αλλά μόνο αν το θελήσεις. Έλα κοντά μου και πες μου αν θέλεις να τη σκοτώσεις ή όχι.</p><p>Πες μου πρώτα πώς μπορεί να γίνει κάτι τέτοιο για να ξέρω και μετά θα έρθω κοντά σου να σου πω αν θέλω ή όχι.</p><p>Καλά τότε, είπε η δασκάλα. Μόλις πας σπίτι, πες στη μητέρα σου ότι θέλεις σύκα και αμύγδαλα από το μαρμάρινο μπαούλο. Μιας και είσαι η μονάκριβη κόρη της, εκείνη αμέσως θα προστάξει τις υπηρέτριες να σου φέρουν ό,τι ζήτησες αλλά εσύ να της πεις ότι θέλεις&nbsp;να σου τα φέρει η ίδια. Εκείνη τότε θα σηκωθεί και θα πάει να σου φέρει τα σύκα και τα αμύγδαλα. Όταν ανοίξει το μπαούλο, να μην αφήσεις τις υπηρέτριες να κρατήσουν το καπάκι, παρά να επιμείνεις να το κρατήσεις εσύ. Μόλις η μητέρα σου χωθεί μέσα στο μπαούλο να σου πιάσει ό,τι της ζήτησες, άσε το καπάκι να πέσει στο κεφάλι της να τη σκοτώσει. Μετά τρέξε κι έλα σε μένα.</p><br><p>Η Μαριγκό γύρισε σπίτι της και ζήτησε από τη μητέρα της σύκα και αμύγδαλα από το μαρμάρινο μπαούλο. Η μητέρα της πήγε να της τα φέρει. Μόλις οι υπηρέτριες μαζεύτηκαν γύρω της να της κρατήσουν ανοιχτό το καπάκι, η Μαριγκό τις παραμέρισε και έπιασε η ίδια να κρατάει το καπάκι. Με το που η μητέρα της χώθηκε στο μπαούλο να φτάσει τα σύκα και τα αμύγδαλα, η Μαριγκό άφησε το καπάκι να πέσει και σκότωσε έτσι τη μητέρα της. Έτρεξε τότε πίσω στη δασκάλα της και της είπε τι είχε κάνει ενώ ο βασιλιάς φώναξε τους ιερείς και έθαψε τη γυναίκα του.</p><br><p>Μετά από λίγο καιρό, η δασκάλα είπε στο παιδί: “Μαριγκό μου, γιατί δεν λες στον πατέρα σου να με παντρευτεί για να γίνω εγώ η καινούρια σου μητέρα; Θα σε φροντίζω και θα σε προσέχω και μάλιστα πολύ καλύτερα απ΄ότι η πραγματική μητέρα σου”. Όταν η κοπέλα γύρισε σπίτι της εκείνο το βράδυ, πήγε στον πατέρα της και του είπε:</p><p>Πατέρα μου, γιατί δεν παντρεύεσαι τη δασκάλα μου να γίνει η καινούρια μου μητέρα; Είναι όμορφη πολύ και θα με φροντίζει καλύτερα κι από την μητέρα μου!</p><p>Θα παντρευτώ τη δασκάλα σου όταν τα παπούτσια μου γίνουν κόκκινα!, της απάντησε ο βασιλιάς.</p><br><p>Το επόμενο πρωί, σαν πήγε σχολείο, η Μαριγκό είπε στη δασκάλα της τι είχε ειπωθεί το προηγούμενο βράδυ και η δασκάλα της απάντησε: “Το βράδυ που θα γυρίσεις στο παλάτι, πάρε λίγη κόκκινη μπογιά και βάψε τα παπούτσια του πατέρα σου κόκκινα. Μετά πήγαινε τα μπροστά του και πες ‘Να πατέρα! Τα παπούτσια σου έγιναν κόκκινα! Μπορείς τώρα να παντρευτείς τη δασκάλα μου’”.</p><br><p>Το ίδιο βράδυ κιόλας, η Μαριγκό πήγε και βρήκε ένα ζευγάρι παπούτσια του πατέρα της, τα έβαψε κόκκινα και όταν του τα παρουσίασε του είπε:</p><p>Κοίτα πατέρα πόσο κόκκινα είναι τα παπούτσια σου! Τώρα παντρέψου τη δασκάλα μου.</p><p>Θα παντρευτώ τη δασκάλα σου όταν τα ρούχα μου γεμίσουν όλα τρύπες, της απάντησε ο πατέρας της.</p><br><p>Η κοπέλα είπε στη δασκάλα της τι της είχε πει ο πατέρας της και η δασκάλα απάντησε: “Απόψε το βράδυ, όταν γυρίσεις σπίτι και σιγουρευτείς ότι ο πατέρας σου κοιμάται βαθιά, πάρε τα ρούχα του και γέμισέ τα τρύπες με τούτο εδώ το ψαλίδι”. Και το κορίτσι έκανε όπως της είχε πει η δασκάλα της. Έκοψε τη μια μετά την άλλη πολλές τρύπες στα ρούχα του βασιλιά, όταν αυτός κοιμόταν και το επόμενο πρωί του είπε: “Δες πατέρα! Τα ρούχα σου είναι γεμάτα τρύπες! Τώρα πρέπει σίγουρα να παντρευτείς τη δασκάλα μου.”</p><br><p>Τι να έκανε ο βασιλιάς, παντρεύτηκε τη δασκάλα. Ήταν κι αυτή όμορφη κοπέλα, αλλά όμορφη σαν τη Μαριγκό δεν ήταν. Πέρασαν και κάποια χρόνια και η Μαριγκό όλο και ομόρφαινε. Μια μέρα, η μητριά της είπε στον βασιλιά:</p><p>Πρέπει να σκοτώσεις την Μαριγκό. Αν δεν το κάνεις, τότε θα πεθάνω.</p><p>Μα πώς μπορείς και μου ζητάς να σκοτώσω το ίδιο μου το παιδί, ρώτησε σαστισμένος ο βασιλιάς.</p><p>Πρέπει να το κάνεις. Ή αυτή ή εγώ. Η μία ή η άλλη.</p><br><p>Τι να κάνει ο κακόμοιρος ο βασιλιάς; Αντιστάθηκε και αντιστάθηκε αλλά με την επιμονή της γυναίκας του ενέδωσε τελικά και της είπε: “Καλά, πλάσε μου μια φρατζόλα ψωμί και γέμισε έναν ασκό με κρασί. Θα τα πάρω μαζί μου όταν θα οδηγήσω το κορίτσι μου κάπου απόμερα να το σκοτώσω”. Η κακιά μητριά ετοίμασε το ψωμί και το κρασί και τα έβαλε σ΄ έναν σάκο. Ο βασιλιάς έριξε τον σάκο πάνω από τον ώμο του και πήρε το χέρι της κόρης του. Περπάτησαν και περπάτησαν μέχρι που έφτασαν σ΄ ένα σημείο που έβλεπε σ΄ έναν ορμητικό ποταμό. Η Μαριγκό απόρησε και είπε:</p><p>Πατέρα μου γιατί μ΄ έφερες σε αυτό το απομακρυσμένο μέρος που το περιτριγυρίζουν γκρεμοί;</p><p>Έτσι, είπε ο βασιλιάς και άρχισε ν΄ αμφιβάλλει αν θα μπορούσε να πραγματοποιήσει αυτό που είχε στο μυαλό του. Κοίτα κόρη μου, θα πετάξω από αυτόν τον γκρεμό το ψωμί και το κρασί κι εσύ πρέπει να τα βρεις και να μου τα φέρεις πίσω.</p><p>Εντάξει πατέρα, θα κάνω όπως μου ζητήσεις, είπε το κορίτσι με τρεμάμενη φωνή μην έχοντας άλλη επιλογή από το να υπακούσει τον πατέρα της. </p><br><p>Εκείνος πέταξε με δύναμη το ψωμί και το κρασί του και η Μαριγκό άρχισε να κατεβαίνει τον γκρεμό για να τα βρει και να τα φέρει πίσω στον πατέρα της. Ο βασιλιάς όμως είπε τότε στον εαυτό του: “Καλύτερα να την αφήσω να ζήσει κι ό,τι θέλει ας γίνει, δεν μπορώ να τη σκοτώσω”, </p><p>κι έφυγε από εκείνο το σημείο τρέχοντας.</p><br><p>Το κορίτσι έφτασε στον πάτο του γκρεμού κι εκεί βρήκε τη φρατζόλα και τον ασκό και σκαρφαλώνοντας, τα μετέφερε πάλι μέχρι πάνω. Έψαξε για τον πατέρα της αλλά αυτός είχε εξαφανιστεί. Άρχισε τότε να τον φωνάζει: “Πατέρα πού είσαι; Πατέρα, πατερούλη μου!”, αλλά δεν έπαιρνε καμία απάντηση. Πανικοβλημένη, διέσχισε έναν λόφο και ένα λαγκάδι κλαίγοντας και φωνάζοντας: “Πατέρα! Πατέρα μου! Δυστυχία μου!” μα ο πατέρας της δεν ήταν πουθενά. Με το δείλι έφτασε σ΄ένα δάσος και σκέφτηκε: “Σκοτεινιάζει και δεν ξέρω πού να πάω. Θα σκαρφαλώσω σ΄ ένα δέντρο για να είμαι ασφαλής το βράδυ και αύριο πρωί θα γυρίσω σπίτι μου”. Σκαρφάλωσε λοιπόν σ΄ ένα δέντρο και σαν βρήκε ένα άνετο κλαδί, αποκοιμήθηκε αμέσως, τόσο κουρασμένη και ταλαιπωρημένη ήταν. </p><br><p>Στις μαγικές ώρες της νύχτας πέρασαν από το δέντρο τρεις θεές της μοίρας. Είπε η μια στην άλλη: </p><p>Κοίτα εκεί, ένα κορίτσι, ας αποφασίσουμε τη μοίρα του.</p><p>Να της ευχηθούμε καλό ή κακό; είπαν οι άλλες δυο.</p><p>Μόνο καλό! είπε η πρώτη.</p><p>Άκου Μαριγκό, ψιθύρισε η μεγαλύτερη από τις τρεις θεές σαν πλησίασε στο κλαδί όπου κοιμόταν το κορίτσι, πιο κάτω, στις όχθες του ποταμού θα βρεις ένα παιδάκι. Πήγαινε κοντά του, πλύνε το και φρόντισέ το.</p><p>Άκου Μαριγκό, ψιθύρισε η μεσαία θεά πλησιάζοντας κι αυτή, πιο κάτω στο ποτάμι θα βρεις μια γυναίκα να χτενίζει τα μαλλιά της. Να της τα χτενίσεις εσύ μέχρι να ισιώσουν τελείως.</p><p>Άκου Μαριγκό, είπε και η τρίτη θεά στο αυτί της Μαριγκό, αν πας ακόμα πιο κάτω στο ποτάμι, θα συναντήσεις ένα κάστρο όπου ζουν σαράντα δράκοι, όλοι αδέρφια. Να μπεις στο κάστρο νωρίς το πρωί και να σκουπίσεις όλα τα δωμάτια και να πλύνεις όλα τα πιάτα. Φάε και πιες με την ψυχή σου ό,τι βρεις, αλλά κρύψου να μη σε δουν όταν θα γυρίσουν. </p><br><p>Το επόμενο πρωί η κοπέλα, με την αχνή ανάμνηση όσων είχαν συμβεί το προηγούμενο βράδυ, κίνησε για το κάστρο. Έφτασε και μόλις μπήκε έπιασε αμέσως δουλειά - καθάρισε όλα τα δωμάτια, έπλυνε όλα τα πιάτα και όταν έφαγε και ήπιε με την καρδιά της, πήγε και κρύφτηκε κάπου στο κάστρο. Αργότερα το βράδυ, οι δράκοι γύρισαν πίσω στο κάστρο τους και τα βρήκαν όλα στην εντέλεια. Αναρωτήθηκαν ποιος τους είχε κάνει τέτοιο καλό: “Αν είναι καμιά νεαρή κοπέλλα, να την κάνουμε αδερφή μας. Αν είναι καμιά μεγάλη γυναίκα, να την κάνουμε μάνα μας και αν είναι άντρας να τον κάνουμε αδερφό μας”. Παρόλο που το άκουσε αυτό η κοπέλα, φοβήθηκε πολύ και δεν βγήκε από την κρυψώνα της. Το επόμενο πρωί, μόλις οι δράκοι διάβηκαν το κατώφλι, βγήκε και η Μαριγκό κι έπιασε δουλειά. Καθάρισε όλο το κάστρο και αφού έφαγε και ήπιε ξανακρύφτηκε. Το ίδιο βράδυ οι δράκοι συνωμότησαν χαμηλόφωνα μεταξύ τους: “Αύριο ένας από εμάς να μείνει πίσω για να δούμε ποιος τα κάνει όλα αυτά”. Πράγματι, το επόμενο πρωί ένας δράκος παραμόνεψε για να διαπιστώσει ποιος τους καθάριζε, αλλά δεν κατάφερε να δει την Μαριγκό. Την επόμενη μέρα παραμόνεψε άλλος δράκος, μα ούτε κι αυτός κατάφερε να προλάβει να δει την κοπέλα. Ο ένας μετά τον άλλον, όλοι οι δράκοι απέτυχαν στην προσπάθειά τους να δουν ποιος τους φρόντιζε τόσο καιρό, εκτός από τον τεσσαρακοστό δράκο ο οποίος σαν είδε τη Μαριγκό τη σήκωσε, την έβαλε στην αγκαλιά του, τη φίλησε και είπε στους άλλους: “Κοιτάξτε, έχουμε τώρα μια αδερφούλα. Μα δεν είναι ανάγκη να δουλεύεις από δω και μπρος. Ξέρεις έχουμε μεγάλη περιουσία με πετράδια και φλουριά και μπορείς να έχεις ό,τι τραβάει η ψυχή σου!”. Η κοπέλα έμεινε με τους σαράντα δράκους για αρκετό καιρό και όλοι της φέρονταν βασιλικά.</p><br><p>Ένα πρωινό όμως, η μητριά της βγήκε έξω και είπε στον ήλιο: “Ήλιε μου είσαι λαμπερός όπως κι εγώ είμαι λαμπερή. Όλα γύρω σου είναι λαμπερά, όπως και όλα γύρω μου λαμπερά είναι. Πες μου λοιπόν, υπάρχει σε όλη τη Γη κάποια πιο λαμπερή από εμένα;” Ο ήλιος τότε, γύρισε προς το μέρος της και της είπε: “Είμαι λαμπερός και είσαι λαμπερή. Όλα γύρω μου είναι λαμπερά και όλα γύρω σου λαμπερά είναι. Αλλά καμιά πάνω στη Γη δεν είναι τόσο λαμπερή όσο η Μαριγκό των Σαράντα Δράκων”.</p><br><p>Εξοργισμένη η βασίλισσα σαν το άκουσε αυτό γύρισε αμέσως στο παλάτι κι άρχισε να μαλώνει με τον βασιλιά: </p><p>Δεν τη σκότωσες την κόρη σου, μου είπες ψέματα!</p><p>Όχι, όχι, τη σκότωσα, απολογήθηκε εκείνος.</p><p>Όχι! Καθόλου δεν τη σκότωσες, αφού ζει με τους σαράντα δράκους και αν δεν θέλεις να σου πεθάνω θα πάρεις αυτές τις φουρκέτες και θα ψάξεις μέχρι να τη βρεις. Μόλις τη βρεις και της μιλήσεις, δώσε της αυτές της δηλητηριασμένες φουρκέτες, να τις βάλει στα μαλλιά της να πεθάνει.</p><br><p>Τι να κάνει ο κακόμοιρος ο βασιλιάς; Μεταμφιέστηκε σε περιπλανώμενο έμπορο, πήρε τις δηλητηριασμένες φουρκέτες και άρχισε την αναζήτησή του. Ο δρόμος του τον έβγαλε και στον ποταμό όπου είχε δει για τελευταία φορά την κόρη του. Ακολούθησε την όχθη του, μέχρι που έφτασε στο κάστρο των Σαράντα Δράκων. Εκεί, στήθηκε από κάτω από τα τείχη και βάλθηκε να φωνάζει: “Φουρκέτες για τις κυράδες! Πουλάω φουρκέτες!”. Η κοπέλα τον άκουσε και βγήκε στο μπαλκόνι της να τον καλωσορίσει:</p><p>Γεια σου έμπορα! του είπε χωρίς να μπορεί να τον αναγνωρίσει.</p><p>Παιδί μου, θέλεις να αγοράσεις μια από τις πολύ περίτεχνες φουρκέτες που πουλάω; της είπε ο μεταμφιεσμένος βασιλιάς, που την γνώρισε αμέσως σαν την είδε. Θα σου ομορφύνουν τα μαλλιά αμέσως.</p><p>Και τι να τις κάνω εγώ τις φουρκέτες σου; Έχω πολύ ομορφότερες για δικές μου. Οι δράκοι μου έχουν δώσει φουρκέτες στολισμένες με διαμάντια.</p><p>Μπορεί και να είναι έτσι, αλλά οι δικές μου φουρκέτες είναι κι αυτές πολύ φίνες. Έλα παιδί μου και αγόρασε κι από εμένα μια φουρκέτα να βγάλω λίγα χρήματα.</p><br><p>Η κοπέλα μαλάκωσε τότε και αγόρασε μία φουρκέτα από τον έμπορο, επέστρεψε στο κάστρο, την έβαλε στα μαλλιά της και αστραπιαία σωριάστηκε στο ανάκλινδρο. </p><br><p>Το βράδυ, όταν επέστρεψαν οι δράκοι από την έξοδο τους και είδαν το άψυχο κορμί της Μαριγκό, άρχισαν να θρηνούν και να κλαίνε και να μουγκρίζουν: “Αχ, αδερφή, αδερφούλα!” Τότε κάποιος πρόσεξε την καινούρια φουρκέτα και αναφώνησε: “Τι κάνει αυτή η φουρκέτα στα μαλλιά της; Δεν της την δώσαμε εμείς!”. Κάποιος άλλος είπε “Φέρε την εδώ να δούμε αν μπορούμε να καταλάβουμε από που προήλθε.” Ένας δράκος έβγαλε προσεκτικά τη φουρκέτα από το κεφαλάκι της Μαριγκό και αυτή αμέσως πήρε πάλι ανάσα: </p><p>Μα πού ήσασταν τόσο καιρό;</p><p>Τι σου συνέβη, πες μας! την παρότρυναν οι δράκοι. Πού τη βρήκες αυτή τη φουρκέτα;</p><p>Πέρασε ένας έμπορος που τις πουλούσε και αγόρασα μία. Την έβαλα στα μαλλιά μου και αμέσως με τύλιξε το σκοτάδι. </p><p>Αχ βρε Μαριγκό, της είπαν οι δράκοι. Δεν σου είπαμε ότι θα σου προσφέραμε εμείς ό,τι επιθυμούσε η ψυχούλα σου και δεν υπήρχε ανάγκη να πάρεις κάτι από αλλού; Είδες τώρα τι έγινε; Να μην το ξανακάνεις.</p><br><p>Ο βασιλιάς επέστρεψε σπίτι του μετά από λίγες ημέρες και η γυναίκα του τον ρώτησε:</p><p>Εντάξει, τη δηλητηρίασες;</p><p>Ναι, το έκανα και είναι νεκρή.</p><br><p>Η βασίλισσα ευχαριστήθηκε πολύ με αυτό το γεγονός. Το επόμενο πρωί βγήκε έξω και άρχισε ξανά να μιλά με τον ήλιο: “Ήλιε μου είσαι λαμπερός όπως κι εγώ είμαι λαμπερή. Όλα γύρω σου είναι λαμπερά, όπως και όλα γύρω μου, λαμπερά είναι. Πες μου λοιπόν, υπάρχει σε όλη τη Γη κάποια πιο λαμπερή από εμένα;” Ο ήλιος αμέσως της απάντησε: “Είμαι λαμπερός και είσαι λαμπερή. Όλα γύρω μου είναι λαμπερά και όλα γύρω σου λαμπερά είναι. Αλλά καμιά πάνω στη Γη δεν είναι τόσο λαμπερή όσο η Μαριγκό των Σαράντα Δράκων”. Η βασίλισσα λύσσαξε μόλις άκουσε την απάντηση του ήλιου και, όταν ο βασιλιάς επέστρεψε το σούρουπο στο παλάτι, τον έπιασε και άρχισε να του φωνάζει και να τον μαλώνει με μανία: “Γιατί μου είπες ψέματα ότι σκότωσες την κόρη σου; Ζει και βασιλεύει απ’ ότι έμαθα! Μια από εμάς πρέπει να πεθάνει, αυτή ή εγώ. Πάρε αυτά τα δαχτυλίδια και πήγαινε και δώσε της ένα. Μόλις φορέσει κάποιο από αυτά θα πεθάνει”.</p><br><p>Άλλη μια φορά, ο βασιλιάς μεταμφιέστηκε και πήρε τα καταραμένα δαχτυλίδια να τα πάει στο κάστρο των δράκων φωνάζοντας στη διαδρομή: “Έχω όμορφα δαχτυλίδια για όμορφα κορίτσια! Όμορφα δαχτυλίδια, αστραφτερά!”. Η κοπέλα τον άκουσε που φώναζε και βγήκε στο μπαλκόνι της. Μόλις την είδε, ο “έμπορος” της φώναξε:</p><p>Έλα κάτω κοπέλα μου να σου πουλήσω ένα από αυτά τα ωραία δαχτυλίδια!</p><p>Όχι, όχι δεν έρχομαι, του απάντησε εκείνη. Πριν λίγες μέρες ήρθε πάλι ένας έμπορος και με μάλωσαν που αγόρασα μια φουρκέτα από αυτόν. Στο κάτω κάτω, έχουμε εδώ δαχτυλίδια πιο όμορφα απ’ όσο μπορείς να φανταστείς. Δεν θέλω τα δαχτυλίδια σου. Φύγε τώρα.</p><p>Μα κορίτσι μου δεν λέω ότι δεν έχεις ωραία δαχτυλίδια. Θέλω μόνο ν΄ αγοράσεις ένα από τα δικά μου γιατί κι εγώ φτωχός εμποράκος είμαι, πώς αλλιώς θα βγάλω κι εγώ το ψωμί μου; Πες πως κάνεις ελεημοσύνη και πάρε ένα.</p><br><p>Η καρδιά της Μαριγκό πάλι μαλάκωσε και κατέβηκε και αγόρασε ένα δαχτυλίδι από τον μεταμφιεσμένο της πατέρα. Όταν γύρισε πίσω στο κάστρο φόρεσε το δαχτυλίδι και πέθανε αμέσως.</p><br><p>Αργότερα, το βράδυ, σαν γύρισαν οι δράκοι και είδαν την κοπέλα στο έδαφος, τη σήκωσαν και την ταρακούνησαν, αλλά είδαν πως δεν κοιμόταν απλά. Ό,τι και να δοκίμασαν να κάνουν για να την ξαναφέρουν στη ζωή δεν έφερε αποτέλεσμα και δεν ήξεραν πια τι να κάνουν. Σκέφτηκαν και συζήτησαν για λίγο ακόμα, αλλά μιας και δεν έβρισκαν καμία λύση, είπαν ότι έπρεπε να δεχτούν τη μοίρα τους και της έφτιαξαν ένα πανέμορφο φέρετρο από πορφύρα, το στόλισαν με μαργαριτάρια και την ξάπλωσαν μέσα. Θρηνώντας, κουβάλησαν το φέρετρο μέχρι τον κήπο ενός γειτονικού βασιλείου και έφτασαν μπροστά σε μια πηγή από την οποία έπιναν νερό τα άλογα του βασιλιά. Εκεί παραδίπλα στεκόταν ένα πανάρχαιο δέντρο. Οι δράκοι, με τέσσερις ασημένιες αλυσίδες, κρέμασαν το φέρετρο από τα κλαδιά του δέντρου έτσι ώστε να αιωρείται ψηλά πάνω από την πηγή.</p><br><p>Την επόμενη μέρα, οι σταβλίτες του βασιλιά αυτού του βασιλείου, έφεραν τα άλογά του να πιουν από την πηγή, αλλά η αντανάκλαση από τα αστραφτερά μαργαριτάρια που στόλιζαν το φέρετρο τρόμαξαν τα άλογα και αρνήθηκαν να πιουν. Το ίδιο έγινε και την επόμενη και τη μεθεπόμενη μέρα. Οι νεαροί σταβλίτες μην ξέροντας τι να κάνουν και ανησυχώντας ότι θα έβρισκαν τον μπελά τους αν πάθαιναν κάτι τα άλογα του βασιλιά, έτρεξαν στον βασιλιά τους και του είπαν ότι τα άλογα είχαν να πιουν νερό τρεις μέρες. Εκείνος τότε είπε να πάει μέχρι την πηγή να δει ο ίδιος τι συνέβαινε. Σαν είδε με τα μάτια του ότι τα άλογα δεν έπιναν από το νερό της πηγής, ο βασιλιάς, έσκυψε ακριβώς πάνω από το κρυστάλλινο νερό της πηγής και θαμπώθηκε από τη λαμπρότητα της αντανάκλασης των μαργαριταριών. Κοίταξε πάνω να δει από πού ερχόταν αυτή η λάμψη και τότε είδε το φέρετρο που κρεμόταν από τις τέσσερις ασημένιες αλυσίδες. Διέταξε τους σταβλίτες να το κατεβάσουν κάτω και, μόλις το απομάκρυναν, τα άλογα πήγαν αμέσως στην πηγή και ήπιαν λαίμαργα νερό αφού διψούσαν αρκετά.</p><br><p>Ο βασιλιάς διέταξε να πάνε το φέρετρο στο δωμάτιό του και, μόλις έμεινε μόνος, το άνοιξε. Το σαγόνι του έπεσε σαν είδε την ομορφιά της κοπέλας που κείτονταν μέσα. Έπεσε από εκείνη την ημέρα σε τέτοια μελαγχολία που δεν μπορούσε ούτε να φάει ούτε να πιει τίποτα. Οι υπηρέτες του έφερναν το ένα γεύμα μετά το άλλο όμως τα έπαιρναν πίσω ανέγγιχτα. Μέρα με τη μέρα, βδομάδα στη βδομάδα συνεχίστηκε αυτή η κατάσταση και ο βασιλιάς όλο και χειροτέρευε, είχε γίνει αδύνατος σαν στύλος.</p><br><p>Μαθαίνοντας τα μαντάτα, ήρθε μια μέρα να τον επισκεφτεί η μητέρα του. Μόλις τον είδε σε αυτά τα χάλια του είπε:</p><p>Τι σου συμβαίνει γιόκα μου; Τι έχεις, πες το σ΄ εμένα που είμαι η μητέρα σου!</p><p>Καλά είμαι, της απάντησε απότομα και συνάμα ξεψυχισμένα εκείνος. Άσε με ήσυχο τώρα.</p><br><p>Έκλεισε χρόνος που ο βασιλιάς είχε να φάει και να πιει κάτι. Η μητέρα του σε μια τελευταία της προσπάθεια να σώσει τον γιο της, πήγε να δει έναν άρχοντα του βασιλείου που είχε πολύ φιλικό δεσμό με τον γιο της και του είπε: “Άκου με παιδί μου, ο γιος μου δεν είναι καθόλου καλά, έχει να βγει από το δωμάτιο του ένα χρόνο τώρα. Πήγαινε κι εσύ να του μιλήσεις μπας και μπορέσεις να τον μεταπείσεις”.</p><br><p>Ο φίλος του βασιλιά έτρεξε να τον δει και τον ρώτησε: “Τι σου συμβαίνει καλέ μου φίλε; Γιατί μελαγχολείς τόσο; Έχεις τόσα πλούτη, ένα ολόκληρο βασίλειο και αντί να απολαμβάνεις τη ζωή, μοιάζεις ν΄ αποζητάς τον θάνατο. Αν συνεχίσεις έτσι δεν θα πεθάνεις μόνο εσύ αλλά και η δόλια η μητέρα σου από τη στενοχώρια της. Έλα να βγούμε έξω για να ξεχάσεις λίγο τις σκοτεινές σου σκέψεις που τόσο σε βασανίζουν”. Ο βασιλιάς αρχικά αρνήθηκε, αλλά ο φίλος του τον πίεσε τόσο που τελικά δέχτηκε να κάνουν ένα πολύ σύντομο περίπατο.</p><br><p>Μόλις άφησαν πίσω τους το παλάτι, η μητέρα του βασιλιά είπε στις υπηρέτριες της: “Ελάτε γρήγορα τώρα που ο βασιλιάς λείπει να ψάξουμε την κάμαρή του μήπως βρούμε αυτό που του έχει δώσει τόση θλίψη”. Δεν χρειάστηκε να ψάξουν και πολύ, όταν πίσω από το ντιβάνι βρήκαν το φέρετρο. Το τράβηξαν έξω και το άνοιξαν και όλες αναφώνησαν σαν είδαν το όμορφο κορίτσι που ήταν ξαπλωμένο μέσα. Είπε τότε η μητέρα του βασιλιά: “Ώστε γι αυτό μαραζώνει αργά αργά ο γιος μου. Γρήγορα κορίτσια, ανάψτε τον φούρνο να πετάξουμε το σώμα της μέσα να το κάψουμε, για να τελειώσει το μαρτύριο του γιού μου”. Μόλις ο φούρνος πύρωσε και οι κοπέλες ήταν έτοιμες να σπρώξουν το σώμα της Μαριγκό μέσα να το κάψουν, μία από αυτές είδε το δαχτυλίδι στο δάχτυλο της Μαριγκό και είπε: “Μισό λεπτό, ας της βγάλουμε το δαχτυλίδι από το δάχτυλο, κρίμα είναι να καεί κι αυτό, φαίνεται πολύτιμο”. Τη στιγμή που η κοπέλα έβγαλε το καταραμένο δαχτυλίδι από το δάχτυλο της Μαριγκό, εκείνη σηκώθηκε αμέσως και κοιτώντας σαστισμένη γύρω της είπε: “Πού βρίσκομαι; Πού είναι τα αδέρφια μου οι Σαράντα Δράκοι;”. Ακούγοντάς το αυτό, η μητέρα του βασιλιά της ξαναέβαλε το δαχτυλίδι στο δάχτυλο και μόλις η Μαριγκό έπεσε πάλι άπνοη μέσα στο φέρετρο, η μητέρα του βασιλιά διέταξε τις υπηρέτριες να βάλουν ξανά το φέρετρο πίσω από το ντιβάνι.</p><br><p>Ο βασιλιάς επέστρεψε από τη βόλτα του και κλειδώθηκε πάλι μέσα στο δωμάτιο του, άνοιξε το φέρετρο και θαύμασε το κορίτσι. Την επόμενη μέρα, η μητέρα του πήγε να τον δει και για μια φορά ακόμα τον παρακάλεσε:</p><p>Γιόκα μου, τι έχεις, τι σου συμβαίνει; Γιατί δεν λες τίποτε σε μένα τη μητέρα σου που σε νοιάζομαι τόσο;</p><p>Μη μ΄ ενοχλείς άλλο, της είπε ο βασιλιάς. Δεν μπορείς να με βοηθήσεις.</p><p>Και πώς το ξέρεις ότι δεν μπορώ; του απάντησε πονηρά και συνέχισε να επιμένει.</p><p>Μπορείς να ξαναφέρεις στη ζωή αυτή που κείτεται εδώ μέσα; τη ρώτησε ο βασιλιάς τραβώντας το φέρετρο πίσω από το ντιβάνι.</p><p>Και γιατί όχι; χαμογέλασε η βασιλομήτωρ.</p><br><p>Ο βασιλιάς άνοιξε το φέρετρο και η μητέρα του έβγαλε το δαχτυλίδι από το δάχτυλο του κοριτσιού. Εκείνη ευθύς ανασηκώθηκε. Ο βασιλιάς την αγκάλιασε και τη φίλησε. Η Μαριγκό τον έσπρωξε και τον ρώτησε: “Μα τι συμβαίνει; Πού βρίσκομαι;” Ο βασιλιάς της εξήγησε τι είχε συμβεί όλον αυτόν τον καιρό και της ζήτησε να γίνει η βασίλισσά του. Η Μαριγκό δέχτηκε και έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.</p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></itunes:summary>
		</item>
		<item>
			<title>Ο Τυφλός και ο Κουτσός</title>
			<itunes:title>Ο Τυφλός και ο Κουτσός</itunes:title>
			<pubDate>Fri, 07 May 2021 13:32:36 GMT</pubDate>
			<itunes:duration>28:41</itunes:duration>
			<enclosure url="https://sphinx.acast.com/p/open/s/6013ebce985ab977d52addcc/e/60954174224b6330fde7b7ea/media.mp3" length="34192240" type="audio/mpeg"/>
			<guid isPermaLink="false">60954174224b6330fde7b7ea</guid>
			<itunes:explicit>false</itunes:explicit>
			<link>https://www.karakaxa.org/%CE%B5%CF%80%CE%B5%CE%B9%CF%83%CF%8C%CE%B4%CE%B9%CE%B1</link>
			<acast:episodeId>60954174224b6330fde7b7ea</acast:episodeId>
			<acast:showId>6013ebce985ab977d52addcc</acast:showId>
			<acast:episodeUrl>mitos27</acast:episodeUrl>
			<acast:settings><![CDATA[FYjHyZbXWHZ7gmX8Pp1rmbKbhgrQiwYShz70Q9/ffXZMTtedvdcRQbP4eiLMjXzCKLPjEYLpGj+NMVKa+5C8pL4u/EOj1Vw4h5MMJYp0lCcFAe0fnxBJy/1ju4Qxy1fh8gO4DvlGA40yms2g0/hOkcrfHIopjTygHFqGwwOPKFIai4SuTvs86Lx3UYCyl6Zs+WO4fC9bB8/2bSJALEZpunHdJA38/ZCmkJMYOTmjFjorgv9PsyUqnZebdb4y3Z/b2rv8tE2Bz2GZ7QerRBWi4kREqT2+x5uxaO46S0EEcZkVqbRa4Bf+RZ38hSP6ELAs]]></acast:settings>
			<itunes:subtitle>Μίτος</itunes:subtitle>
			<itunes:episodeType>full</itunes:episodeType>
			<itunes:episode>27</itunes:episode>
			<itunes:image href="https://assets.pippa.io/shows/6013ebce985ab977d52addcc/1620394299821-abfea87cf02b46bf8bbbbba18a47494a.jpeg"/>
			<description><![CDATA[<p>Από τη Ρωσία με... μια σκληρή ιστορία για τον χρόνο, τις εποχές του και αξίες όπως η φιλία, η εκτίμηση και η αλληλοβοήθεια. Α ναι, και η Μπάμπα Γιάγκα!</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Περιέχει έντονες σκηνές βίας, βία ενάντια σε ζώα, απαγωγή </p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>Ηχητικά εφέ: freesound.org</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ</p><br><p>Ο Τυφλός και ο Κουτσός</p><br><p>Σε κάποιο βασίλειο ζούσαν ένας βασιλιάς και μια βασίλισσα και είχαν έναν γιο, τον πρίγκιπα Ιβάν. Οι γονείς του Ιβάν όρισαν έναν δάσκαλο για να φροντίζει τον γιο τους. Τον δάσκαλο τον έλεγαν Κατόμα και ήταν γνωστός και ως ο δασκαλο-Κατόμα ο δρυκαπελάς. Ο βασιλιάς και η βασίλισσα έζησαν πολλά χρόνια μέχρι τα βαθιά τους γεράματα, αλλά κάποτε αρρώστησαν βαριά και, ξέροντας πως δεν υπήρχε πια ελπίδα γι΄ αυτούς, φώναξαν τον Ιβάν στο κρεβάτι τους και του έδωσαν αυστηρές οδηγίες για μετά τον θάνατο τους: </p><p>“Σαν πεθάνουμε, να σέβεσαι και ν΄ ακούς τον Κατόμα σε ό,τι σου λέει. Αν τον υπακούς, θα ευημερήσεις. Αν όμως τον παρακούσεις, τότε θα χαθείς σαν μια μύγα”.</p><br><p>Την επόμενη μέρα ο βασιλιάς και η βασίλισσα πέθαναν. Ο πρίγκιπας Ιβάν έθαψε τους γονείς του και από εκείνη την ημέρα ακολούθησε τις οδηγίες τους, συμβουλευόμενος τον δάσκαλό του για όποια απόφαση κι αν έπαιρνε.</p><br><p>Σαν πέρασε ο καιρός και ο Ιβάν έγινε πια άνδρας, άρχισε να σκέφτεται τον γάμο. Έτσι μια μέρα είπε στον δάσκαλό του: </p><p>Κατόμα, δεν θέλω πια να ζω μοναχός, θέλω να παντρευτώ.</p><p>Βλέπω πρίγκιπά μου, δεν υπάρχει κάτι να σε σταματά. Είσαι πια αρκετά μεγάλος και καλά κάνεις και σκέφτεσαι να βρεις μια νύφη. Πήγαινε στη μεγάλη αίθουσα του παλατιού κι εκεί θα βρεις στους τοίχους τα πορτρέτα όλων των πριγκιπισσών του κόσμου. Κοίταξε τις καλά να δεις ποια σου αρέσει και να της στείλεις με γράμμα πρόταση γάμου.</p><br><p>Ο πρίγκιπας Ιβάν πήγε τότε στη μεγάλη αίθουσα του παλατιού και άρχισε να εξετάζει με προσοχή τα πορτρέτα ένα ένα. Καλύτερα από όλες, βρήκε να του αρέσει η Πριγκίπισσα Άννα η Ωραία. Μα πόσο όμορφη ήταν, τέτοια καλλονή δεν υπήρχε πουθενά αλλού στον κόσμο! Κάτω από το πορτρέτο της, ο Ιβάν διάβασε τα εξής:</p><br><p>Όποιος της βάλει γρίφο που να μην μπορεί να λύσει, αυτόν θα παντρευτεί.</p><p>Αν όμως βρει την απάντηση τότε θα τον αποκεφαλίσει.</p><br><p>Σαν ο πρίγκιπας διάβασε την επιγραφή, ταράχτηκε και πήγε αμέσως να βρει και πάλι τον δάσκαλό του:</p><p>Πήγα στη μεγάλη αίθουσα και διάλεξα την Άννα την Ωραία για γυναίκα μου. Αλλά δεν ξέρω αν θα μπορέσω να την κερδίσω.</p><p>Πράγματι πρίγκιπά μου, δεν είναι εύκολη κατάκτηση. Αν παρουσιαστείς&nbsp;μπροστά της μόνος σου, σίγουρα δεν θα την κερδίσεις, αν όμως πάρεις κι εμένα συντροφιά στο ταξίδι σου, κάτι θα καταφέρουμε.</p><br><p>Ο πρίγκιπας Ιβάν παρακάλεσε τον Κατόμα να πάει μαζί του μέχρι το παλάτι της πριγκίπισσας Άννας και του ορκίστηκε πως θα τον υπακούει και θα τον σέβεται για πάντα, στα καλά και στα δύσκολα. </p><br><p>Ξεκίνησαν λοιπόν οι δυο τους το ταξίδι για να ζητήσουν το χέρι της πριγκίπισσας Άννας της Ωραίας. Ταξίδευαν έναν χρόνο, δύο χρόνια, τρία χρόνια και πέρασαν από πολλές χώρες. </p><p>Μια μέρα είπε ο Ιβάν:</p><p>Ταξιδεύουμε τόσο καιρό θείε μου και επιτέλους φτάνουμε στη χώρα της Πριγκίπισσας Άννας της Ωραίας. Ακόμη όμως δεν έχουμε ετοιμάσει τον κατάλληλο γρίφο να της παρουσιάσουμε.</p><p>Έννοια σου και την κατάλληλη στιγμή κάτι θα σκεφτούμε, του απάντησε ο Κατόμα.</p><br><p>Λίγο παρακάτω στον δρόμο ο Κατόμα είδε στο έδαφος ένα πορτοφόλι γεμάτο χρήματα. Το σήκωσε και έριξε όλα τα λεφτά από το πορτοφόλι αυτό στο δικό του. Είπε τότε: “Να πρίγκιπα Ιβάν ο γρίφος σου! Όταν εμφανιστείς μπροστά στην πριγκίπισσα να της πεις:</p><p>Σαν ερχόμασταν εδώ</p><p>Είδαμε στον δρόμο μας Καλό</p><p>Πήραμε το Καλό με το καλό</p><p>Και στο δικό μας το Καλό το βάλαμε.</p><p>Δεν θα μπορέσει να λύσει αυτόν το γρίφο ούτε σε εκατό χρόνια, ενώ κάποιον άλλον θα&nbsp;&nbsp;μπορούσε σίγουρα να τον μαντέψει. Με μια ματιά στα μαγικά της κιτάπια θα έβρισκε την απάντηση και θα σου έκοβε το κεφάλι”.</p><br><p>Ο πρίγκιπας Ιβάν και ο δάσκαλός του επιτέλους έφτασαν μπροστά στο μεγαλόπρεπο παλάτι όπου ζούσε η όμορφη πριγκίπισσα Άννα. Εκείνη έτυχε να στέκεται στο παράθυρό της και μόλις τους είδε απαίτησε να μάθει ποιοι ήταν και τι γύρευαν εκεί. Ο πρίγκιπας Ιβάν τότε της απάντησε: “Έρχομαι από το βασίλειο Μακριά και ήρθα να ζητήσω το χέρι της πριγκίπισσας Άννας της Ωραίας”. Σαν το άκουσε αυτό η πριγκίπισσα Άννα, πρόσταξε να αφήσουν τον Ιβάν να περάσει και να τον οδηγήσουν μπροστά της αλλά και μπροστά σε όλο το συμβούλιό της, για να πει τον γρίφο του:</p><p>Έχω διακηρύξει πως αν δεν μπορέσω να βρω απάντηση στον γρίφο κάποιου τότε θα τον παντρευτώ. Αλλά αν τη βρω τότε θα τον αποκεφαλίσω.</p><p>Άκου τότε τον γρίφο μου πριγκίπισσα, είπε ο Ιβάν.</p><p>Σαν ερχόμασταν εδώ</p><p>Είδαμε στον δρόμο μας Καλό</p><p>Πήραμε το Καλό με το καλό</p><p>Και στο δικό μας το Καλό το βάλαμε.</p><br><p>Η πριγκίπισσα Άννα η Ωραία πήρε το μαγικό της βιβλίο και άρχισε να το ξεφυλλίζει, κοιτάζοντας τις απαντήσεις των γρίφων. Έφτασε μέχρι το τέλος του βιβλίου κι ακόμα δεν είχε βρει την απάντηση που ζητούσε. Τότε το συμβούλιο της ομόφωνα αποφάσισε πως έπρεπε να παντρευτεί τον Ιβάν. Αυτό δεν της άρεσε καθόλου, αλλά δεν μπορούσε να παραβεί τον λόγο της κι έτσι άρχισε να ετοιμάζεται για τον γάμο. Παράλληλα όμως έψαχνε να βρει έναν τρόπο να καθυστερήσει την τελετή όσο περισσότερο γινόταν και να βγάλει από τη μέση τον γαμπρό. Έτσι αποφάσισε να αρχίσει να του αναθέτει τα πιο δύσκολα καθήκοντα.</p><br><p>Κάλεσε κοντά της τον πρίγκιπα Ιβάν και του είπε: </p><p>Αγαπημένε μου πρίγκιπα και μελλοντικέ μου σύζυγε! Ήρθε η ώρα να ετοιμάσουμε τον γάμο μας για τα καλά. Θα σου ζητήσω λοιπόν να κάνεις κάτι για εμένα. Εκεί πέρα στο βασίλειό μου στέκεται μια βαριά κολόνα από σίδερο. Πάρε την και φέρε τη μέχρι το παλάτι και κόψε τη σε μικρά κομμάτια για να τα χρησιμοποιήσει ο μάγειρας για καύσιμο στην κουζίνα του.</p><p>Να με συγχωρέσει η χάρη σου πριγκίπισσά μου, απάντησε ο Ιβάν, αλλά δεν ήρθα εδώ για να κουβαλάω και να κόβω σίδερα, δεν είναι πρέπουσα δουλειά αυτή για εμένα. Έχω έναν υπηρέτη για τέτοιες δουλειές, τον δασκαλο-Κατόμα τον δρυκαπελά.</p><br><p>Και ο πρίγκιπας φώναξε τον Κατόμα να παρουσιαστεί μπροστά του και του ζήτησε να πάει να φέρει τη σιδερένια κολόνα μέχρι το μαγειρείο και να την κόψει σε μικρά κομμάτια για τον μάγειρα. Ο Κατόμα πήγε στο σημείο που είχε περιγράψει η πριγκίπισσα, σήκωσε την κολόνα στα χέρια του και την πήγε μέχρι το παλάτι. Την έκοψε σε μικρά κομμάτια, αλλά κράτησε τέσσερα θραύσματα στην τσέπη του σκεπτόμενος: “Που ξέρεις, μπορεί να χρησιμεύσουν σε κάτι…”</p><br><p>Την επόμενη μέρα η Άννα η Ωραία ξανακάλεσε μπροστά της τον πρίγκιπα Ιβάν και του είπε:</p><p>Πρίγκιπα αγαπημένε και μελλοντικέ μου σύζυγε! Αύριο κιόλας παντρευόμαστε. Εγώ θα έρθω στον ναό με άμαξα, αλλά εσύ καλό είναι να έρθεις καβάλα στο δυνατότερο άτι, το οποίο θα πρέπει και να τιθασεύεις γι αυτόν τον λόγο.</p><p>Να τιθασεύσω άλογο εγώ ο ίδιος; Έχω άνθρωπο γι αυτή τη δουλειά.</p><br><p>Και ο πρίγκιπας Ιβάν φώναξε τον Κατόμα και του είπε: “Πήγαινε στους στάβλους και πες στους σταβλίτες να φέρουν εδώ το δυνατότερο άλογο που έχουν. Μετά κάνε ό,τι μπορείς να το τιθασεύσεις, πρέπει να είναι έτοιμο για τον γάμο μου αύριο”.</p><br><p>Αυτή τη φορά ο Κατόμα άρχισε να υποψιάζεται ότι η πριγκίπισσα είχε βάλει σε εφαρμογή κάποιο σχέδιο αλλά, χωρίς να πει τίποτα, πήγε στους στάβλους και είπε στους σταβλίτες να του βρουν το δυνατότερο άτι που είχαν. Δώδεκα σταβλίτες μαζεύτηκαν, άνοιξαν δώδεκα κλειδαριές σε δώδεκα πόρτες και έφεραν μπροστά στον Κατόμα ένα μαγικό άλογο που κρατιόταν με δώδεκα σιδερένιες αλυσίδες. Ο Κατόμα το πλησίασε και, όπως ήταν αναμενόμενο, με το που το καβάλησε το άλογο άρχισε να κλωτσάει και να πηδά ψηλότερα από τα δέντρα του δάσους, αλλά δεν έφτασε και τα σύννεφα. Κλωτσούσε και πηδούσε, μα ο Κατόμα κράτησε σφιχτά με το ένα του χέρι τη χαίτη του αλόγου και με το άλλο έβγαλε από την τσέπη του ένα από τα θραύσματα σιδήρου που είχε φυλάξει. Άρχισε τότε να δίνει εντολές στο άλογο καθώς το πλήγιαζε με το θραύσμα ανάμεσα στα αυτιά του. Σαν ξόδεψε το πρώτο θραύσμα πήρε το δεύτερο και συνέχισε. Ξοδεύτηκε και αυτό και πήρε το τρίτο, που και αυτό τρίφτηκε μέχρι που δεν έμεινε καθόλου και όταν άρχισε να χρησιμοποιεί και το τέταρτο θραύσμα, τόσο ταλαιπωρημένο ήταν το άλογο που άρχισε να φωνάζει με ανθρώπινη φωνή:</p><p>Σκληρέ Κατόμα! Μην μου πάρεις ακόμα τη ζωή! Πες μου τι θες από εμένα και θα κάνω όπως προστάζει η θέλησή σου!</p><p>Άκου λοιπόν σκυλοτροφή! είπε στο άλογο αυστηρά ο Κατόμα. Αύριο ο πρίγκιπας Ιβάν θα σε καβαλικέψει για να πάει στον γάμο του. Μόλις σε οδηγήσουν μπροστά του οι σταβλίτες και ο πρίγκιπας σε πλησιάσει και σε αγγίξει, εσύ θα κάτσεις ήσυχο, ούτε ρουθούνι δεν θα κουνήσεις. Όταν καθίσει στην πλάτη σου, θα τον σηκώσεις ταπεινά, να φτάσει η μουσούδα σου στο χώμα και θα τον κουβαλήσεις σαν να έχεις το πιο σημαντικό βάρος του κόσμου στην πλάτη σου.</p><br><p>Το δυνατό άλογο άκουσε τις προσταγές του Κατόμα και γονάτισε από φόβο και πόνο. Τότε ο Κατόμα το έπιασε από την ουρά και το έσυρε μέχρι το στάβλο λέγοντας: “Ε, σταβλίτες! Ελάτε να πάρετε αυτή τη σκυλοτροφή και βάλτε την στη θέση της στον στάβλο!”</p><br><p>Ήρθε και η επόμενη μέρα και όλο και πλησίαζε η ώρα του γάμου. Έφτασε η άμαξα που θα έπαιρνε την πριγκίπισσα και το άλογο που θα έπαιρνε τον πρίγκιπα Ιβάν. Αμέτρητα πλήθη είχαν συγκεντρωθεί να δουν, απ΄ όλα τα μέρη του βασιλείου. Η νύφη και ο γαμπρός ξεπρόβαλλαν από τα λευκά τείχη του παλατιού και η πριγκίπισσα μπήκε στην άμαξα και περίμενε να δει τι θα γινόταν σαν ο Ιβάν θα ανέβαινε στο άλογό του. Περίμενε να τον πετάξει ίσα με το φεγγάρι και να του συνθλίψει τα κόκκαλα κάτω από τις οπλές του. Ο πρίγκιπας Ιβάν πλησίασε το άλογο και άγγιξε την πλάτη του. Έβαλε το πόδι του στον αναβολέα και το άλογο δεν κουνήθηκε καθόλου, ούτε που ανέπνεε καλά καλά. Σαν ανέβηκε στη σέλα, το άλογο γονάτισε και κατέβασε το κεφάλι του. Οι σταβλίτες τότε του έβγαλαν τις δώδεκα σιδερένιες αλυσίδες που το κρατούσαν και το άλογο άρχισε να περπατά αργά και βαριά και ιδρώτας σαν χαλάζι έτρεχε από το σώμα του: “Τι ήρωας! Τι δύναμη!” άρχισε να φωνάζει με θαυμασμό ο κόσμος σαν είδαν τον πρίγκιπα Ιβαν καβάλα στο άλογο.</p><br><p>Έτσι οι δυο τους παντρεύτηκαν και βγήκαν από την εκκλησία χέρι χέρι. Η πριγκίπισσα τότε αποφάσισε να βάλει άλλη μια δοκιμασία στον Ιβάν και άρχισε να του σφίγγει το χέρι τόσο πολύ που ο πρίγκιπας δεν ήταν σίγουρος αν μπορούσε να το αντέξει. Το πρόσωπό του έγινε κατακόκκινο και συνοφρυώθηκε από τον πόνο. Βλέποντας το αυτό, η πριγκίπισσα Άννα σκέφτηκε: “Ωραίος ήρωας… Ο δάσκαλός σου με ξεγέλασε βλέπω. Έννοια σου όμως και θα σε φτιάξω εγώ!”.</p><br><p>Για κάμποσο καιρό η πριγκίπισσα Άννα η Ωραία έζησε με τον πρίγκιπα Ιβάν όπως άρμοζε σε μια γυναίκα να ζει με τον θεόσταλτο σύζυγό της. Τον κανάκευε και τον φρόντιζε εξωτερικά, αλλά πάντα σκεφτόταν πώς θα μπορούσε να ξεφορτωθεί τον δάσκαλο Κατόμα. Αν έβγαινε από τη μέση ο δάσκαλος, τότε θα μπορούσε να χειραγωγήσει τον πρίγκιπα όπως ήθελε, σκεφτόταν. Μα ότι και να του έλεγε, ό,τι ιστορία και φταίξιμο να καταλόγιζε στον Κατόμα, ο πρίγκιπας πάντα έπαιρνε το μέρος του. Στο τέλος λοιπόν της χρονιάς, είπε ο πρίγκιπας στην πριγκίπισσά του:</p><p>Όμορφη πριγκίπισσα και αγαπημένη μου σύζυγε, έλα να πάμε μαζί στο δικό μου βασίλειο!</p><p>Βεβαίως και να πάμε, του απάντησε εκείνη. Καιρό τώρα θέλω να σου το πω κι εγώ.</p><br><p>Ετοιμάστηκαν και ξεκίνησαν το ταξίδι τους. Ο Κατόμα ανέλαβε τον ρόλο του αμαξά. Πήγαιναν και πήγαιναν κι έτσι όπως λικνιζόταν η άμαξα, ο πρίγκιπας Ιβάν αποκοιμήθηκε. Απότομα τότε, η πριγκίπισσα Άννα η Ωραία τον ξύπνησε φωνάζοντας συγχισμένη: “Α, άκου πρίγκιπα, όλο κοιμάσαι και δεν παίρνεις χαμπάρι τι συμβαίνει γύρω σου. Ο δάσκαλος σου δεν με ακούει καθόλου, όλο πάει από βράχια και κακόδρομους σαν να θέλει να κάνει κακό και στους δυο μας. Προσπάθησα να του μιλήσω, αλλά με χλεύασε. Απαιτώ να τον τιμωρήσεις αμέσως, αλλιώς δεν μπορώ να ζήσω μαζί σου άλλο”. Ο πρίγκιπας, που δεν είχε καλά καλά ξυπνήσει και δεν είχε πολυκαταλάβει τι συνέβαινε είπε στην πριγκίπισσα: “Καλά, καλά, κάνε μαζί του όπως νομίζεις”. Η πριγκίπισσα τότε διέταξε να του κόψουν τα πόδια. Ο Κατόμα δέχτηκε υπομονετικά αυτή τη μοίρα και σκέφτηκε: “Πολύ καλά λοιπόν, θα υποφέρω, έτσι ήταν γραφτό. Αλλά θα καταλάβει και ο πρίγκιπας τι πάει να πει να ζει κανείς μια μίζερη ζωή”.</p><br><p>Σαν είχαν κοπεί και τα δυο πόδια του Κατόμα, η πριγκίπισσα κοίταξε γύρω της και κάπου παραπέρα είδε ένα ψηλό κούτσουρο. Διέταξε τους υπηρέτες της να βάλουν τον Κατόμα εκεί. Όσο για τον πρίγκιπα Ιβάν, τον έδεσε με σκοινί στην άμαξα και πήρε τον δρόμο της επιστροφής, προς το δικό της βασίλειο. Ο Κατόμα έμεινε να κάθεται πάνω στο κούτσουρο και να κλαίει: “Αντίο πρίγκιπα Ιβάν! Μην με ξεχάσεις ποτέ!”.</p><br><p>Στο μεταξύ, ο πρίγκιπας Ιβάν που τώρα έτρεχε δεμένος πίσω από την άμαξα, κατάλαβε το κακό που είχε κάνει, αλλά ήταν πια αργά. Σαν έφτασαν στο βασίλειο της πριγκίπισσας Άννας της Ωραίας, εκείνη έβαλε τον Ιβάν να φροντίζει της αγελάδες. Πριν καλά καλά χαράξει τις έβγαζε για βοσκή και δεν γύριζε παρά μόνο αργά το σούρουπο. Πάντα εκείνη την ώρα η πριγκίπισσα Άννα έβγαινε στο μπαλκόνι της να σιγουρευτεί πως όλες οι αγελάδες ήταν καλά.</p><br><p>Ο Κατόμα έμεινε πάνω στο κούτσουρο μία μέρα, δύο μέρες, τρεις μέρες χωρίς τροφή ούτε νερό. Ήταν πολύ ψηλά για ν΄ αφεθεί να πέσει χάμω και ήταν σίγουρος ότι θα πέθαινε από ασιτία. Εκεί κοντά όμως απλωνόταν κι ένα πυκνό δάσος. Σε αυτό το δάσος ζούσε ένας δυνατός αλλά τυφλός ήρωας που κυνηγούσε ζώα με τον δικό του μοναδικό τρόπο. ‘Οταν αντιλαμβανόταν με την όσφρησή του πως από κοντά του περνούσε κάποιο άγριο ζώο όπως λαγός, αλεπού ή και αρκούδα, άρχιζε αμέσως το τρέξιμο μέχρι που το έπιανε και εξασφάλιζε το φαγητό της ημέρας του. Βλέπετε ο ήρωας αυτός ήταν τόσο γρήγορος που δεν υπήρχε ζώο να μπορεί να του ξεφύγει. Έτσι μια μέρα πέρασε από μπροστά του μια αλεπού. Εκείνος την αντιλήφθηκε και την πήρε ευθύς στο κατόπι. Η αλεπού έτρεξε μέχρι το κούτσουρο και έστριψε απότομα πίσω από αυτό. Ο ήρωας όμως συνέχισε και βρέθηκε να κουτουλά με το μέτωπό του το κούτσουρο, το οποίο σείστηκε και ξεριζώθηκε αμέσως. Ο Κατόμα σωριάστηκε στο έδαφος και ρώτησε:</p><p>Εσύ ποιος είσαι;</p><p>Εγώ είμαι ένας τυφλός ήρωας. Ζω σε αυτό το δάσος εδώ και τριάντα χρόνια. Πιάνω το φαγητό μου μόνος μου και το μαγειρεύω σε φωτιά που στήνω από ξύλα. Αν δεν είχα και αυτό σίγουρα θα είχα λιμοκτονήσει.</p><p>Δεν έχεις γεννηθεί τυφλός δηλαδή;</p><p>Όχι, δεν ήμουν πάντα τυφλός, η πριγκίπισσα Άννα η Ωραία μου έβγαλε τα μάτια.</p><p>Είσαι αδερφός μου! είπε ο Κατόμα. Χάρη σ’ εκείνη είμαι κι εγώ σε αυτή την κατάσταση, χωρίς πόδια, η καταραμένη μου τα έκοψε και τα δύο!</p><br><p>Οι δυο άνδρες άρχισαν να συζητούν και συμφώνησαν να ζήσουν μαζί ώστε να αλληλοβοηθούνται για να εξασφαλίζουν την&nbsp;τροφή τους. Έτσι, είπε ο τυφλός ήρωας στον κουτσό: “Θα σε πάρω στην πλάτη μου να μου λες τον δρόμο. Εγώ θα είμαι τα πόδια σου και εσύ τα μάτια μου”.</p><br><p>Ανέβασε λοιπόν τον Κατόμα στην πλάτη του και πήρε τον δρόμο για το σπίτι και ο Κατόμα, που κοιτούσε τριγύρω, του φώναζε: “Αριστερά! Δεξιά! Ευθεία!” δίνοντας οδηγίες που ήταν απαραίτητες.</p><br><p>Έζησαν καιρό μαζί έτσι κι έπιαναν λαγούς, αλεπούδες και αρκούδες για φαγητό. Μια μέρα, ο κουτσός είπε: “Σίγουρα δεν μπορούμε να ζήσουμε όλη την υπόλοιπη ζωή μας μακριά από άλλους ανθρώπους. Έχω άκουσει ότι στην κοντινή πόλη ζει ένας πλούσιος έμπορος με την κόρη του. Η κόρη αυτή είναι τρομερά γενναιόδωρη με τους φτωχούς και τους σακάτηδες. Πάντα έχει και δίνει σε όσους το έχουν ανάγκη. Τι θα έλεγες να την φέρουμε εδώ να ζήσει μαζί μας, να μας φροντίζει και το σπίτι;” Ο τυφλός αμέσως ετοίμασε μια χειράμαξα, έβαλε τον ανάπηρο να κάτσει πάνω της και κίνησαν για την πόλη μέχρι που έφτασαν στην αυλή του εμπόρου. Η κόρη του εμπόρου, που τους είδε από το παράθυρο, βγήκε αμέσως από το σπίτι της να τους βοηθήσει. Όταν πλησίασε τον κουτσό του είπε: “Για τ΄ όνομα του Θεού, πάρε αυτό φτωχέ μου άνθρωπε!”. Εκείνος άπλωσε το χέρι, αλλά αντί να πάρει την ελεημοσύνη έπιασε την κοπέλα σφιχτά από το χέρι, την τράβηξε πάνω στην χειράμαξα και φώναξε στον τυφλό ο οποίος αμέσως άρχισε να τρέχει με τη χειράμαξα τόσο γρήγορα&nbsp;που ούτε έφιππος άνρωπος δεν μπορούσε να τον φτάσει. Ο έμπορος έστειλε αρκετούς άνδρες στο κατόπι του, αλλά κανείς δεν κατάφερε να τον πλησιάσει.</p><br><p>Έτσι οι δυο άνδρες έφεραν την κόρη του έμπορα μέχρι το καλυβάκι τους στη μέση του πυκνού δάσους και σαν την ελευθέρωσαν της είπαν: “Μείνε και γίνε αδερφή μας. Ζήσε μαζί μας και φρόντισε αυτό το σπιτάκι μας. Αλλιώς ποιος θα μας φροντίζει εμάς τους άμοιρους, ποιος θα μας μαγειρεύει καλό φαΐ και θα μας καθαρίζει τα πουκάμισα; Μείνε, και ο Θεός θα σε ανταμείψει.”</p><br><p>Η κόρη δέχτηκε να μείνει μαζί τους και οι δυο άντρες τη σεβόντουσαν και την αγαπούσαν σαν να ήταν αδερφή τους. Έβγαιναν όλη μέρα έξω για κυνήγι και πάντα όταν γυρνούσαν, η θετή τους αδελφή ήταν εκεί για να τους φροντίσει. Καθάριζε το σπίτι, μαγείρευε το κρέας και τους έραβε τα ρούχα.</p><br><p>Σύντομα όμως, η Μπάμπα Γιάγκα που έμενε και αυτή σε αυτό το δάσος, άρχισε να στοιχειώνει την καλύβα των τριών θηλάζοντας από τα στήθη της κόρης του έμπορα. Πράγματι, κάθε μέρα, μόλις έβγαιναν από την πόρτα οι δυο άνδρες και πήγαιναν να κυνηγήσουν, η Μπάμπα Γιάγκα εμφανιζόταν στη στιγμή. Σε λίγο κιόλας καιρό η κοπέλα άρχισε να χάνει το χρώμα της, το πρόσωπό της αδυνάτισε, η ζωηράδα της έσβηνε. Ο τυφλός άνδρας δεν μπορούσε να το δει αυτό, αλλά ο κουτσός είχε καταλάβει πως κάτι δεν πήγαινε καλά. Μετά από ένα σύντομο συμβούλιο, οι δυο άνδρες πλησίασαν τη θετή τους αδερφή και άρχισαν να τη ρωτούν τι της συνέβαινε. Η Μπάμπα Γιάγκα, με απειλές και φοβέρες τρομερές είχε απαγορεύσει στην κοπέλα να πει τι γινόταν κι εκείνη είχε αποφύγει το θέμα με κάθε δικαιολογία. Αυτή τη φορά όμως τα αδέρφια της επέμειναν πολύ και της ζήτησαν με τόση γλύκα και ανησυχία να τους πει τι είχε για να τη βοηθήσουν, που το κορίτσι λύγισε και τους τα είπε όλα:</p><p>Κάθε φορά που φεύγετε για να κυνηγήσετε, εμφανίζεται μια γριά γυναίκα με μακριά γκρίζα μαλλιά και με το πιο κακό πρόσωπο που έχω δει ποτέ μου. Με βάζει να τη χτενίσω και ταυτόχρονα θηλάζει από το στήθος μου.</p><p>Α, αυτή είναι η Μπάμπα Γιάγκα, είπε ο τυφλός ήρωας. Καλύτερα να την αντιμετωπίσουμε μακριά από το σπίτι της. Αύριο να μην πάμε για κυνήγι, μόνο να την περιμένουμε εδώ, να την μπερδέψουμε και να προσπαθήσουμε να την πιάσουμε!</p><br><p>Έτσι, το επόμενο πρωί, οι δυο άνδρες δεν πήγαν για κυνήγι: “Λοιπόν Μπαρμπα-Σακάτη!”, είπε ευχάριστα ο τυφλός, “εσύ πήγαινε και χώσου κάτω από τον πάγκο και μείνε όσο πιο ακίνητος γίνεται. Εγώ θα πάω στην αυλή και θα παραμονεύω δίπλα στο ανοικτό παράθυρο. Όσο για σένα αδερφή, σαν έρθει η Μπάμπα Γιάγκα, έλα και κάτσε δίπλα στο παράθυρο. Καθώς θα τη χτενίζεις, άσε τις πλεξούδες τις να πέσουν από το περβάζι κι εγώ θα προσπαθήσω να την πιάσω από τα μαλλιά!”.</p><br><p>Το σχέδιο έπιασε. Ο τυφλός κατάφερε κι έπιασε την Μπάμπα Γιάγκα από τα μαλλιά και φώναξε: “Ε! Μπαρμπα-Κατόμα, βγες από την κρυψώνα σου και πιάσε καλά αυτή τη φαρμακερή γυναίκα, όσο εγώ θα κάνω το γύρω να μπω στην καλύβα!”.</p><br><p>Η Μπάμπα Γιάγκα σαν το άκουσε αυτό προσπάθησε να ελευθερωθεί: “Ωπ, που νομίζεις ότι πας; Δεν έχει σωτηρία για εσένα πια, κάτσε εδώ!”, ακούστηκε. Εκείνη τραβιόταν και κουνιόταν, αλλά μάταια. Τότε από κάτω από τον πάγκο βγήκε και ο Κατόμα, έπεσε πάνω στη γριά μάγισσα σαν σακί με πατάτες και βάλθηκε να τη στραγγαλίζει μέχρι που εκείνη είδε αστεράκια. Αμέσως μπήκε και ο τυφλός στο καλυβάκι και είπε βιαστικά: “Πρέπει τώρα να την κάψουμε και να σκορπίσουμε τις στάχτες της στον άνεμο”. Τότε η Μπάμπα Γιάγκα άρχισε να τους παρακαλά:</p><p>Πατέρες μου και παιδιά μου, συγχωρέστε με. Θα κάνω το σωστό τώρα.</p><p>Πολύ καλά άθλιο πλάσμα, δείξε μας που βρίσκεται η πηγή της ίασης με το νερό που δίνει ζωή, της είπαν οι άνδρες.</p><p>Μην με σκοτώσετε και θα σας το δείξω αμέσως.</p><br><p>Ο Κατόμα ανέβηκε στην πλάτη του τυφλού ο οποίος έπιασε την Μπάμπα Γιάγκα από τα μαλλιά και την έβαλε να τους οδηγεί μπροστά. Τους οδήγησε βαθιά μέσα στο δάσος και όλο πιο βαθιά μέχρι που έφτασαν σε ένα πηγάδι:</p><p>Εδώ είναι το νερό που θεραπεύει και δίνει ζωή.</p><p>Πρόσεξε καλά Μπαρμπα-Κατόμα και μην κάνεις τώρα κανένα λάθος! του φώναξε ο τυφλός. Αν μας γελάσει τώρα δεν θα γίνουμε καλά ποτέ μας!</p><br><p>Ο Κατόμα έκοψε ένα καταπράσινο κλαδί από ένα διπλανό δέντρο και το έριξε στο πηγάδι. Πριν προλάβει καλά καλά το κλαδί να αγγίξει το νερό, έγινε σωστό παρανάλωμα!</p><p>Ώστε άρχισες πάλι τα κόλπα σου; είπαν στην Μπάμπα Γιάγκα μαζί οι δυο άνδρες και άρχισαν πάλι να τη στραγγαλίζουν και να την κατευθύνουν προς το πηγάδι με σκοπό να τη ρίξουν μέσα να καεί.</p><p>Στον όρκο μου τον πιο ιερό, αυτή τη φορά θα σας πάω στο καλό νερό, παρακάλεσε όσο ποτέ η Μπάμπα Γιάγκα και τους έκανε όρκο βαρύ.</p><br><p>Οι δυο τους συμφώνησαν να της δώσουν άλλη μια ευκαιρία και η γριά γυναίκα τους πήγε σε μια πηγή. Ο Μπαρμπα-Κατόμα έκοψε αυτή τη φορά ένα ξερό κλαδί και το πέταξε στην πηγή. Πριν προλάβει καλά καλά το κλαδί να αγγίξει το νερό, το κλαδί έγινε καταπράσινο, έβγαλε άνθη και καρπούς: “Έλα, αυτό είναι το καλό νερό”, είπε ο Κατόμα. Ο τυφλός έβρεξε τα μάτια του με το νερό και αμέσως άρχισε πάλι να βλέπει. Στη συνέχεια χαμήλωσε τον κουτσό μέσα στην πηγή και τα πόδια του ξαναμεγάλωσαν στη στιγμή. Ευτυχισμένοι και χαρούμενοι οι δυο άνδρες είπαν: “Ήρθε τώρα η ώρα να τα βάλουμε όλα στη θέση τους. Θα πάμε να πάρουμε πίσω ό,τι χάσαμε! Αλλά πρώτα ας βάλουμε ένα τέλος στην Μπάμπα Γιάγκα. Αν την ελευθερώσουμε τώρα θα μας κυνηγά πάντα κακοτυχία και αυτή θα κάνει ακόμη πολύ κακό στον κόσμο”.</p><br><p>Σήκωσαν λοιπόν και οι δυο τους την Μπάμπα Γιάγκα και την πήγαν μέχρι το προηγούμενο πηγάδι, την έριξαν μέσα και αυτό ήταν το τέλος της γριάς μάγισσας. </p><br><p>Μετά από αυτό, ο Κατόμα παντρεύτηκε την κόρη του εμπόρου και οι τρεις σύντροφοι κίνησαν για το βασίλειο της πριγκίπισσας Άννας της Ωραίας για να σώσουν τον πρίγκιπα Ιβάν. Όταν πλησίασαν την πόλη, τι να δουν, να σου ο πρίγκιπας Ιβάν να οδηγεί ένα κοπάδι από αγελάδες!</p><p>Σταμάτα βοσκέ! είπε ο Κατόμα. Πού τις πας τις αγελάδες;</p><p>Τις επιστρέφω στο μαντρί της πριγκίπισσας, απάντησε ο πρίγκιπας. Η πριγκίπισσα πάντα ελέγχει αν οι αγελάδες είναι εκεί.</p><p>Έλα βοσκέ, πάρε εσύ τα ρούχα μου να βάλω εγώ τα δικά σου να πάω εγώ τις αγελάδες της πριγκίπισσας πίσω στο μαντρί τους.</p><p>Όχι αδερφέ μου, όχι! Αν το ανακαλύψει αυτό η πριγκίπισσα, θα με βρει μεγάλο κακό.</p><p>Μην φοβάσαι άνθρωπε μου και τίποτα δεν θα πάθεις, ο Κατόμα σου το εγγυάται.</p><p>Αχ κύριε… είπε ο πρίγκιπας και αναστέναξε βαθιά. Αν ζούσε τώρα ο Κατόμα, δεν θα ήμουν εδώ να βόσκω αγελάδες.</p><br><p>Ο Κατόμα τότε του αποκαλύφθηκε και ο πρίγκιπας συγκινημένος έπεσε στην αγκαλιά του με δάκρυα ανακούφισης: “Είχα χάσει κάθε ελπίδα να σε ξαναδώ”, του είπε. Και αντάλλαξαν ρούχα. Ο δάσκαλος οδήγησε τις αγελάδες στο μαντρί τους και η Άννα η Ωραία που είχε βγει στο μπαλκόνι, διέταξε να μπουν όλες στη θέση τους. Όλες οι αγελάδες πήραν τη θέση τους στο μαντρί εκτός από μία που έμεινε απέξω, κοντά στην πύλη. Ο Κατόμα τότε την μάλωσε: “Μα τι περιμένεις άχρηστο πλάσμα;” και της τράβηξε την ουρά τόσο δυνατά που την έγδαρε σε μια στιγμή! Η πριγκίπισσα σαν το είδε αυτό είπε: “Μα τι κάνει αυτός ο αγροίκος εκεί πέρα; Συλλάβετέ τον και φέρτε τον εδώ αμέσως!”</p><br><p>Οι φρουροί έπιασαν τον Κατόμα, που δεν έφερε καμία αντίσταση και αντίρρηση, και τον οδήγησαν μπροστά στην πριγκίπισσα. Εκείνη τον κοίταξε και είπε:</p><p>Ποιος είσαι και από πού έρχεσαι;</p><p>Είμαι αυτός του οποίου τα πόδια έκοψες και με άφησες να πεθάνω πάνω σ΄ ένα κούτσουρο. Είμαι ο δάσκαλο-Κατόμα, ο δρυκαπελάς!</p><p>Αφού ξαναβρήκες τα πόδια σου, θα πρέπει να είσαι τρανός πολύ και θα είμαι ειλικρινής μαζί σου από εδώ και μπρος.</p><p>Και η πριγκίπισσα Άννα η Ωραία άρχισε να εκλιπαρεί τον Κατόμα και τον πρίγκιπα Ιβάν να τη συγχωρέσουν. Εξομολογήθηκε όλες τις αμαρτίες της και ορκίστηκε ειλικρινά ότι θα υπάκουε τον Ιβάν από εδώ και μπρος σε ό,τι της ζητούσε. Ο πρίγκιπας τη συγχώρησε και από εκείνη την ημέρα έζησαν μαζί ειρηνικά και μονιασμένα. Ο ήρωας που κάποτε ήταν τυφλός έμεινε μαζί τους, μα ο Κατόμα και η γυναίκα του πήγαν στο πατρικό της και έμειναν εκεί μέχρι το τέλος της ζωής τους.</p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></description>
			<itunes:summary><![CDATA[<p>Από τη Ρωσία με... μια σκληρή ιστορία για τον χρόνο, τις εποχές του και αξίες όπως η φιλία, η εκτίμηση και η αλληλοβοήθεια. Α ναι, και η Μπάμπα Γιάγκα!</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Περιέχει έντονες σκηνές βίας, βία ενάντια σε ζώα, απαγωγή </p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>Ηχητικά εφέ: freesound.org</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ</p><br><p>Ο Τυφλός και ο Κουτσός</p><br><p>Σε κάποιο βασίλειο ζούσαν ένας βασιλιάς και μια βασίλισσα και είχαν έναν γιο, τον πρίγκιπα Ιβάν. Οι γονείς του Ιβάν όρισαν έναν δάσκαλο για να φροντίζει τον γιο τους. Τον δάσκαλο τον έλεγαν Κατόμα και ήταν γνωστός και ως ο δασκαλο-Κατόμα ο δρυκαπελάς. Ο βασιλιάς και η βασίλισσα έζησαν πολλά χρόνια μέχρι τα βαθιά τους γεράματα, αλλά κάποτε αρρώστησαν βαριά και, ξέροντας πως δεν υπήρχε πια ελπίδα γι΄ αυτούς, φώναξαν τον Ιβάν στο κρεβάτι τους και του έδωσαν αυστηρές οδηγίες για μετά τον θάνατο τους: </p><p>“Σαν πεθάνουμε, να σέβεσαι και ν΄ ακούς τον Κατόμα σε ό,τι σου λέει. Αν τον υπακούς, θα ευημερήσεις. Αν όμως τον παρακούσεις, τότε θα χαθείς σαν μια μύγα”.</p><br><p>Την επόμενη μέρα ο βασιλιάς και η βασίλισσα πέθαναν. Ο πρίγκιπας Ιβάν έθαψε τους γονείς του και από εκείνη την ημέρα ακολούθησε τις οδηγίες τους, συμβουλευόμενος τον δάσκαλό του για όποια απόφαση κι αν έπαιρνε.</p><br><p>Σαν πέρασε ο καιρός και ο Ιβάν έγινε πια άνδρας, άρχισε να σκέφτεται τον γάμο. Έτσι μια μέρα είπε στον δάσκαλό του: </p><p>Κατόμα, δεν θέλω πια να ζω μοναχός, θέλω να παντρευτώ.</p><p>Βλέπω πρίγκιπά μου, δεν υπάρχει κάτι να σε σταματά. Είσαι πια αρκετά μεγάλος και καλά κάνεις και σκέφτεσαι να βρεις μια νύφη. Πήγαινε στη μεγάλη αίθουσα του παλατιού κι εκεί θα βρεις στους τοίχους τα πορτρέτα όλων των πριγκιπισσών του κόσμου. Κοίταξε τις καλά να δεις ποια σου αρέσει και να της στείλεις με γράμμα πρόταση γάμου.</p><br><p>Ο πρίγκιπας Ιβάν πήγε τότε στη μεγάλη αίθουσα του παλατιού και άρχισε να εξετάζει με προσοχή τα πορτρέτα ένα ένα. Καλύτερα από όλες, βρήκε να του αρέσει η Πριγκίπισσα Άννα η Ωραία. Μα πόσο όμορφη ήταν, τέτοια καλλονή δεν υπήρχε πουθενά αλλού στον κόσμο! Κάτω από το πορτρέτο της, ο Ιβάν διάβασε τα εξής:</p><br><p>Όποιος της βάλει γρίφο που να μην μπορεί να λύσει, αυτόν θα παντρευτεί.</p><p>Αν όμως βρει την απάντηση τότε θα τον αποκεφαλίσει.</p><br><p>Σαν ο πρίγκιπας διάβασε την επιγραφή, ταράχτηκε και πήγε αμέσως να βρει και πάλι τον δάσκαλό του:</p><p>Πήγα στη μεγάλη αίθουσα και διάλεξα την Άννα την Ωραία για γυναίκα μου. Αλλά δεν ξέρω αν θα μπορέσω να την κερδίσω.</p><p>Πράγματι πρίγκιπά μου, δεν είναι εύκολη κατάκτηση. Αν παρουσιαστείς&nbsp;μπροστά της μόνος σου, σίγουρα δεν θα την κερδίσεις, αν όμως πάρεις κι εμένα συντροφιά στο ταξίδι σου, κάτι θα καταφέρουμε.</p><br><p>Ο πρίγκιπας Ιβάν παρακάλεσε τον Κατόμα να πάει μαζί του μέχρι το παλάτι της πριγκίπισσας Άννας και του ορκίστηκε πως θα τον υπακούει και θα τον σέβεται για πάντα, στα καλά και στα δύσκολα. </p><br><p>Ξεκίνησαν λοιπόν οι δυο τους το ταξίδι για να ζητήσουν το χέρι της πριγκίπισσας Άννας της Ωραίας. Ταξίδευαν έναν χρόνο, δύο χρόνια, τρία χρόνια και πέρασαν από πολλές χώρες. </p><p>Μια μέρα είπε ο Ιβάν:</p><p>Ταξιδεύουμε τόσο καιρό θείε μου και επιτέλους φτάνουμε στη χώρα της Πριγκίπισσας Άννας της Ωραίας. Ακόμη όμως δεν έχουμε ετοιμάσει τον κατάλληλο γρίφο να της παρουσιάσουμε.</p><p>Έννοια σου και την κατάλληλη στιγμή κάτι θα σκεφτούμε, του απάντησε ο Κατόμα.</p><br><p>Λίγο παρακάτω στον δρόμο ο Κατόμα είδε στο έδαφος ένα πορτοφόλι γεμάτο χρήματα. Το σήκωσε και έριξε όλα τα λεφτά από το πορτοφόλι αυτό στο δικό του. Είπε τότε: “Να πρίγκιπα Ιβάν ο γρίφος σου! Όταν εμφανιστείς μπροστά στην πριγκίπισσα να της πεις:</p><p>Σαν ερχόμασταν εδώ</p><p>Είδαμε στον δρόμο μας Καλό</p><p>Πήραμε το Καλό με το καλό</p><p>Και στο δικό μας το Καλό το βάλαμε.</p><p>Δεν θα μπορέσει να λύσει αυτόν το γρίφο ούτε σε εκατό χρόνια, ενώ κάποιον άλλον θα&nbsp;&nbsp;μπορούσε σίγουρα να τον μαντέψει. Με μια ματιά στα μαγικά της κιτάπια θα έβρισκε την απάντηση και θα σου έκοβε το κεφάλι”.</p><br><p>Ο πρίγκιπας Ιβάν και ο δάσκαλός του επιτέλους έφτασαν μπροστά στο μεγαλόπρεπο παλάτι όπου ζούσε η όμορφη πριγκίπισσα Άννα. Εκείνη έτυχε να στέκεται στο παράθυρό της και μόλις τους είδε απαίτησε να μάθει ποιοι ήταν και τι γύρευαν εκεί. Ο πρίγκιπας Ιβάν τότε της απάντησε: “Έρχομαι από το βασίλειο Μακριά και ήρθα να ζητήσω το χέρι της πριγκίπισσας Άννας της Ωραίας”. Σαν το άκουσε αυτό η πριγκίπισσα Άννα, πρόσταξε να αφήσουν τον Ιβάν να περάσει και να τον οδηγήσουν μπροστά της αλλά και μπροστά σε όλο το συμβούλιό της, για να πει τον γρίφο του:</p><p>Έχω διακηρύξει πως αν δεν μπορέσω να βρω απάντηση στον γρίφο κάποιου τότε θα τον παντρευτώ. Αλλά αν τη βρω τότε θα τον αποκεφαλίσω.</p><p>Άκου τότε τον γρίφο μου πριγκίπισσα, είπε ο Ιβάν.</p><p>Σαν ερχόμασταν εδώ</p><p>Είδαμε στον δρόμο μας Καλό</p><p>Πήραμε το Καλό με το καλό</p><p>Και στο δικό μας το Καλό το βάλαμε.</p><br><p>Η πριγκίπισσα Άννα η Ωραία πήρε το μαγικό της βιβλίο και άρχισε να το ξεφυλλίζει, κοιτάζοντας τις απαντήσεις των γρίφων. Έφτασε μέχρι το τέλος του βιβλίου κι ακόμα δεν είχε βρει την απάντηση που ζητούσε. Τότε το συμβούλιο της ομόφωνα αποφάσισε πως έπρεπε να παντρευτεί τον Ιβάν. Αυτό δεν της άρεσε καθόλου, αλλά δεν μπορούσε να παραβεί τον λόγο της κι έτσι άρχισε να ετοιμάζεται για τον γάμο. Παράλληλα όμως έψαχνε να βρει έναν τρόπο να καθυστερήσει την τελετή όσο περισσότερο γινόταν και να βγάλει από τη μέση τον γαμπρό. Έτσι αποφάσισε να αρχίσει να του αναθέτει τα πιο δύσκολα καθήκοντα.</p><br><p>Κάλεσε κοντά της τον πρίγκιπα Ιβάν και του είπε: </p><p>Αγαπημένε μου πρίγκιπα και μελλοντικέ μου σύζυγε! Ήρθε η ώρα να ετοιμάσουμε τον γάμο μας για τα καλά. Θα σου ζητήσω λοιπόν να κάνεις κάτι για εμένα. Εκεί πέρα στο βασίλειό μου στέκεται μια βαριά κολόνα από σίδερο. Πάρε την και φέρε τη μέχρι το παλάτι και κόψε τη σε μικρά κομμάτια για να τα χρησιμοποιήσει ο μάγειρας για καύσιμο στην κουζίνα του.</p><p>Να με συγχωρέσει η χάρη σου πριγκίπισσά μου, απάντησε ο Ιβάν, αλλά δεν ήρθα εδώ για να κουβαλάω και να κόβω σίδερα, δεν είναι πρέπουσα δουλειά αυτή για εμένα. Έχω έναν υπηρέτη για τέτοιες δουλειές, τον δασκαλο-Κατόμα τον δρυκαπελά.</p><br><p>Και ο πρίγκιπας φώναξε τον Κατόμα να παρουσιαστεί μπροστά του και του ζήτησε να πάει να φέρει τη σιδερένια κολόνα μέχρι το μαγειρείο και να την κόψει σε μικρά κομμάτια για τον μάγειρα. Ο Κατόμα πήγε στο σημείο που είχε περιγράψει η πριγκίπισσα, σήκωσε την κολόνα στα χέρια του και την πήγε μέχρι το παλάτι. Την έκοψε σε μικρά κομμάτια, αλλά κράτησε τέσσερα θραύσματα στην τσέπη του σκεπτόμενος: “Που ξέρεις, μπορεί να χρησιμεύσουν σε κάτι…”</p><br><p>Την επόμενη μέρα η Άννα η Ωραία ξανακάλεσε μπροστά της τον πρίγκιπα Ιβάν και του είπε:</p><p>Πρίγκιπα αγαπημένε και μελλοντικέ μου σύζυγε! Αύριο κιόλας παντρευόμαστε. Εγώ θα έρθω στον ναό με άμαξα, αλλά εσύ καλό είναι να έρθεις καβάλα στο δυνατότερο άτι, το οποίο θα πρέπει και να τιθασεύεις γι αυτόν τον λόγο.</p><p>Να τιθασεύσω άλογο εγώ ο ίδιος; Έχω άνθρωπο γι αυτή τη δουλειά.</p><br><p>Και ο πρίγκιπας Ιβάν φώναξε τον Κατόμα και του είπε: “Πήγαινε στους στάβλους και πες στους σταβλίτες να φέρουν εδώ το δυνατότερο άλογο που έχουν. Μετά κάνε ό,τι μπορείς να το τιθασεύσεις, πρέπει να είναι έτοιμο για τον γάμο μου αύριο”.</p><br><p>Αυτή τη φορά ο Κατόμα άρχισε να υποψιάζεται ότι η πριγκίπισσα είχε βάλει σε εφαρμογή κάποιο σχέδιο αλλά, χωρίς να πει τίποτα, πήγε στους στάβλους και είπε στους σταβλίτες να του βρουν το δυνατότερο άτι που είχαν. Δώδεκα σταβλίτες μαζεύτηκαν, άνοιξαν δώδεκα κλειδαριές σε δώδεκα πόρτες και έφεραν μπροστά στον Κατόμα ένα μαγικό άλογο που κρατιόταν με δώδεκα σιδερένιες αλυσίδες. Ο Κατόμα το πλησίασε και, όπως ήταν αναμενόμενο, με το που το καβάλησε το άλογο άρχισε να κλωτσάει και να πηδά ψηλότερα από τα δέντρα του δάσους, αλλά δεν έφτασε και τα σύννεφα. Κλωτσούσε και πηδούσε, μα ο Κατόμα κράτησε σφιχτά με το ένα του χέρι τη χαίτη του αλόγου και με το άλλο έβγαλε από την τσέπη του ένα από τα θραύσματα σιδήρου που είχε φυλάξει. Άρχισε τότε να δίνει εντολές στο άλογο καθώς το πλήγιαζε με το θραύσμα ανάμεσα στα αυτιά του. Σαν ξόδεψε το πρώτο θραύσμα πήρε το δεύτερο και συνέχισε. Ξοδεύτηκε και αυτό και πήρε το τρίτο, που και αυτό τρίφτηκε μέχρι που δεν έμεινε καθόλου και όταν άρχισε να χρησιμοποιεί και το τέταρτο θραύσμα, τόσο ταλαιπωρημένο ήταν το άλογο που άρχισε να φωνάζει με ανθρώπινη φωνή:</p><p>Σκληρέ Κατόμα! Μην μου πάρεις ακόμα τη ζωή! Πες μου τι θες από εμένα και θα κάνω όπως προστάζει η θέλησή σου!</p><p>Άκου λοιπόν σκυλοτροφή! είπε στο άλογο αυστηρά ο Κατόμα. Αύριο ο πρίγκιπας Ιβάν θα σε καβαλικέψει για να πάει στον γάμο του. Μόλις σε οδηγήσουν μπροστά του οι σταβλίτες και ο πρίγκιπας σε πλησιάσει και σε αγγίξει, εσύ θα κάτσεις ήσυχο, ούτε ρουθούνι δεν θα κουνήσεις. Όταν καθίσει στην πλάτη σου, θα τον σηκώσεις ταπεινά, να φτάσει η μουσούδα σου στο χώμα και θα τον κουβαλήσεις σαν να έχεις το πιο σημαντικό βάρος του κόσμου στην πλάτη σου.</p><br><p>Το δυνατό άλογο άκουσε τις προσταγές του Κατόμα και γονάτισε από φόβο και πόνο. Τότε ο Κατόμα το έπιασε από την ουρά και το έσυρε μέχρι το στάβλο λέγοντας: “Ε, σταβλίτες! Ελάτε να πάρετε αυτή τη σκυλοτροφή και βάλτε την στη θέση της στον στάβλο!”</p><br><p>Ήρθε και η επόμενη μέρα και όλο και πλησίαζε η ώρα του γάμου. Έφτασε η άμαξα που θα έπαιρνε την πριγκίπισσα και το άλογο που θα έπαιρνε τον πρίγκιπα Ιβάν. Αμέτρητα πλήθη είχαν συγκεντρωθεί να δουν, απ΄ όλα τα μέρη του βασιλείου. Η νύφη και ο γαμπρός ξεπρόβαλλαν από τα λευκά τείχη του παλατιού και η πριγκίπισσα μπήκε στην άμαξα και περίμενε να δει τι θα γινόταν σαν ο Ιβάν θα ανέβαινε στο άλογό του. Περίμενε να τον πετάξει ίσα με το φεγγάρι και να του συνθλίψει τα κόκκαλα κάτω από τις οπλές του. Ο πρίγκιπας Ιβάν πλησίασε το άλογο και άγγιξε την πλάτη του. Έβαλε το πόδι του στον αναβολέα και το άλογο δεν κουνήθηκε καθόλου, ούτε που ανέπνεε καλά καλά. Σαν ανέβηκε στη σέλα, το άλογο γονάτισε και κατέβασε το κεφάλι του. Οι σταβλίτες τότε του έβγαλαν τις δώδεκα σιδερένιες αλυσίδες που το κρατούσαν και το άλογο άρχισε να περπατά αργά και βαριά και ιδρώτας σαν χαλάζι έτρεχε από το σώμα του: “Τι ήρωας! Τι δύναμη!” άρχισε να φωνάζει με θαυμασμό ο κόσμος σαν είδαν τον πρίγκιπα Ιβαν καβάλα στο άλογο.</p><br><p>Έτσι οι δυο τους παντρεύτηκαν και βγήκαν από την εκκλησία χέρι χέρι. Η πριγκίπισσα τότε αποφάσισε να βάλει άλλη μια δοκιμασία στον Ιβάν και άρχισε να του σφίγγει το χέρι τόσο πολύ που ο πρίγκιπας δεν ήταν σίγουρος αν μπορούσε να το αντέξει. Το πρόσωπό του έγινε κατακόκκινο και συνοφρυώθηκε από τον πόνο. Βλέποντας το αυτό, η πριγκίπισσα Άννα σκέφτηκε: “Ωραίος ήρωας… Ο δάσκαλός σου με ξεγέλασε βλέπω. Έννοια σου όμως και θα σε φτιάξω εγώ!”.</p><br><p>Για κάμποσο καιρό η πριγκίπισσα Άννα η Ωραία έζησε με τον πρίγκιπα Ιβάν όπως άρμοζε σε μια γυναίκα να ζει με τον θεόσταλτο σύζυγό της. Τον κανάκευε και τον φρόντιζε εξωτερικά, αλλά πάντα σκεφτόταν πώς θα μπορούσε να ξεφορτωθεί τον δάσκαλο Κατόμα. Αν έβγαινε από τη μέση ο δάσκαλος, τότε θα μπορούσε να χειραγωγήσει τον πρίγκιπα όπως ήθελε, σκεφτόταν. Μα ότι και να του έλεγε, ό,τι ιστορία και φταίξιμο να καταλόγιζε στον Κατόμα, ο πρίγκιπας πάντα έπαιρνε το μέρος του. Στο τέλος λοιπόν της χρονιάς, είπε ο πρίγκιπας στην πριγκίπισσά του:</p><p>Όμορφη πριγκίπισσα και αγαπημένη μου σύζυγε, έλα να πάμε μαζί στο δικό μου βασίλειο!</p><p>Βεβαίως και να πάμε, του απάντησε εκείνη. Καιρό τώρα θέλω να σου το πω κι εγώ.</p><br><p>Ετοιμάστηκαν και ξεκίνησαν το ταξίδι τους. Ο Κατόμα ανέλαβε τον ρόλο του αμαξά. Πήγαιναν και πήγαιναν κι έτσι όπως λικνιζόταν η άμαξα, ο πρίγκιπας Ιβάν αποκοιμήθηκε. Απότομα τότε, η πριγκίπισσα Άννα η Ωραία τον ξύπνησε φωνάζοντας συγχισμένη: “Α, άκου πρίγκιπα, όλο κοιμάσαι και δεν παίρνεις χαμπάρι τι συμβαίνει γύρω σου. Ο δάσκαλος σου δεν με ακούει καθόλου, όλο πάει από βράχια και κακόδρομους σαν να θέλει να κάνει κακό και στους δυο μας. Προσπάθησα να του μιλήσω, αλλά με χλεύασε. Απαιτώ να τον τιμωρήσεις αμέσως, αλλιώς δεν μπορώ να ζήσω μαζί σου άλλο”. Ο πρίγκιπας, που δεν είχε καλά καλά ξυπνήσει και δεν είχε πολυκαταλάβει τι συνέβαινε είπε στην πριγκίπισσα: “Καλά, καλά, κάνε μαζί του όπως νομίζεις”. Η πριγκίπισσα τότε διέταξε να του κόψουν τα πόδια. Ο Κατόμα δέχτηκε υπομονετικά αυτή τη μοίρα και σκέφτηκε: “Πολύ καλά λοιπόν, θα υποφέρω, έτσι ήταν γραφτό. Αλλά θα καταλάβει και ο πρίγκιπας τι πάει να πει να ζει κανείς μια μίζερη ζωή”.</p><br><p>Σαν είχαν κοπεί και τα δυο πόδια του Κατόμα, η πριγκίπισσα κοίταξε γύρω της και κάπου παραπέρα είδε ένα ψηλό κούτσουρο. Διέταξε τους υπηρέτες της να βάλουν τον Κατόμα εκεί. Όσο για τον πρίγκιπα Ιβάν, τον έδεσε με σκοινί στην άμαξα και πήρε τον δρόμο της επιστροφής, προς το δικό της βασίλειο. Ο Κατόμα έμεινε να κάθεται πάνω στο κούτσουρο και να κλαίει: “Αντίο πρίγκιπα Ιβάν! Μην με ξεχάσεις ποτέ!”.</p><br><p>Στο μεταξύ, ο πρίγκιπας Ιβάν που τώρα έτρεχε δεμένος πίσω από την άμαξα, κατάλαβε το κακό που είχε κάνει, αλλά ήταν πια αργά. Σαν έφτασαν στο βασίλειο της πριγκίπισσας Άννας της Ωραίας, εκείνη έβαλε τον Ιβάν να φροντίζει της αγελάδες. Πριν καλά καλά χαράξει τις έβγαζε για βοσκή και δεν γύριζε παρά μόνο αργά το σούρουπο. Πάντα εκείνη την ώρα η πριγκίπισσα Άννα έβγαινε στο μπαλκόνι της να σιγουρευτεί πως όλες οι αγελάδες ήταν καλά.</p><br><p>Ο Κατόμα έμεινε πάνω στο κούτσουρο μία μέρα, δύο μέρες, τρεις μέρες χωρίς τροφή ούτε νερό. Ήταν πολύ ψηλά για ν΄ αφεθεί να πέσει χάμω και ήταν σίγουρος ότι θα πέθαινε από ασιτία. Εκεί κοντά όμως απλωνόταν κι ένα πυκνό δάσος. Σε αυτό το δάσος ζούσε ένας δυνατός αλλά τυφλός ήρωας που κυνηγούσε ζώα με τον δικό του μοναδικό τρόπο. ‘Οταν αντιλαμβανόταν με την όσφρησή του πως από κοντά του περνούσε κάποιο άγριο ζώο όπως λαγός, αλεπού ή και αρκούδα, άρχιζε αμέσως το τρέξιμο μέχρι που το έπιανε και εξασφάλιζε το φαγητό της ημέρας του. Βλέπετε ο ήρωας αυτός ήταν τόσο γρήγορος που δεν υπήρχε ζώο να μπορεί να του ξεφύγει. Έτσι μια μέρα πέρασε από μπροστά του μια αλεπού. Εκείνος την αντιλήφθηκε και την πήρε ευθύς στο κατόπι. Η αλεπού έτρεξε μέχρι το κούτσουρο και έστριψε απότομα πίσω από αυτό. Ο ήρωας όμως συνέχισε και βρέθηκε να κουτουλά με το μέτωπό του το κούτσουρο, το οποίο σείστηκε και ξεριζώθηκε αμέσως. Ο Κατόμα σωριάστηκε στο έδαφος και ρώτησε:</p><p>Εσύ ποιος είσαι;</p><p>Εγώ είμαι ένας τυφλός ήρωας. Ζω σε αυτό το δάσος εδώ και τριάντα χρόνια. Πιάνω το φαγητό μου μόνος μου και το μαγειρεύω σε φωτιά που στήνω από ξύλα. Αν δεν είχα και αυτό σίγουρα θα είχα λιμοκτονήσει.</p><p>Δεν έχεις γεννηθεί τυφλός δηλαδή;</p><p>Όχι, δεν ήμουν πάντα τυφλός, η πριγκίπισσα Άννα η Ωραία μου έβγαλε τα μάτια.</p><p>Είσαι αδερφός μου! είπε ο Κατόμα. Χάρη σ’ εκείνη είμαι κι εγώ σε αυτή την κατάσταση, χωρίς πόδια, η καταραμένη μου τα έκοψε και τα δύο!</p><br><p>Οι δυο άνδρες άρχισαν να συζητούν και συμφώνησαν να ζήσουν μαζί ώστε να αλληλοβοηθούνται για να εξασφαλίζουν την&nbsp;τροφή τους. Έτσι, είπε ο τυφλός ήρωας στον κουτσό: “Θα σε πάρω στην πλάτη μου να μου λες τον δρόμο. Εγώ θα είμαι τα πόδια σου και εσύ τα μάτια μου”.</p><br><p>Ανέβασε λοιπόν τον Κατόμα στην πλάτη του και πήρε τον δρόμο για το σπίτι και ο Κατόμα, που κοιτούσε τριγύρω, του φώναζε: “Αριστερά! Δεξιά! Ευθεία!” δίνοντας οδηγίες που ήταν απαραίτητες.</p><br><p>Έζησαν καιρό μαζί έτσι κι έπιαναν λαγούς, αλεπούδες και αρκούδες για φαγητό. Μια μέρα, ο κουτσός είπε: “Σίγουρα δεν μπορούμε να ζήσουμε όλη την υπόλοιπη ζωή μας μακριά από άλλους ανθρώπους. Έχω άκουσει ότι στην κοντινή πόλη ζει ένας πλούσιος έμπορος με την κόρη του. Η κόρη αυτή είναι τρομερά γενναιόδωρη με τους φτωχούς και τους σακάτηδες. Πάντα έχει και δίνει σε όσους το έχουν ανάγκη. Τι θα έλεγες να την φέρουμε εδώ να ζήσει μαζί μας, να μας φροντίζει και το σπίτι;” Ο τυφλός αμέσως ετοίμασε μια χειράμαξα, έβαλε τον ανάπηρο να κάτσει πάνω της και κίνησαν για την πόλη μέχρι που έφτασαν στην αυλή του εμπόρου. Η κόρη του εμπόρου, που τους είδε από το παράθυρο, βγήκε αμέσως από το σπίτι της να τους βοηθήσει. Όταν πλησίασε τον κουτσό του είπε: “Για τ΄ όνομα του Θεού, πάρε αυτό φτωχέ μου άνθρωπε!”. Εκείνος άπλωσε το χέρι, αλλά αντί να πάρει την ελεημοσύνη έπιασε την κοπέλα σφιχτά από το χέρι, την τράβηξε πάνω στην χειράμαξα και φώναξε στον τυφλό ο οποίος αμέσως άρχισε να τρέχει με τη χειράμαξα τόσο γρήγορα&nbsp;που ούτε έφιππος άνρωπος δεν μπορούσε να τον φτάσει. Ο έμπορος έστειλε αρκετούς άνδρες στο κατόπι του, αλλά κανείς δεν κατάφερε να τον πλησιάσει.</p><br><p>Έτσι οι δυο άνδρες έφεραν την κόρη του έμπορα μέχρι το καλυβάκι τους στη μέση του πυκνού δάσους και σαν την ελευθέρωσαν της είπαν: “Μείνε και γίνε αδερφή μας. Ζήσε μαζί μας και φρόντισε αυτό το σπιτάκι μας. Αλλιώς ποιος θα μας φροντίζει εμάς τους άμοιρους, ποιος θα μας μαγειρεύει καλό φαΐ και θα μας καθαρίζει τα πουκάμισα; Μείνε, και ο Θεός θα σε ανταμείψει.”</p><br><p>Η κόρη δέχτηκε να μείνει μαζί τους και οι δυο άντρες τη σεβόντουσαν και την αγαπούσαν σαν να ήταν αδερφή τους. Έβγαιναν όλη μέρα έξω για κυνήγι και πάντα όταν γυρνούσαν, η θετή τους αδελφή ήταν εκεί για να τους φροντίσει. Καθάριζε το σπίτι, μαγείρευε το κρέας και τους έραβε τα ρούχα.</p><br><p>Σύντομα όμως, η Μπάμπα Γιάγκα που έμενε και αυτή σε αυτό το δάσος, άρχισε να στοιχειώνει την καλύβα των τριών θηλάζοντας από τα στήθη της κόρης του έμπορα. Πράγματι, κάθε μέρα, μόλις έβγαιναν από την πόρτα οι δυο άνδρες και πήγαιναν να κυνηγήσουν, η Μπάμπα Γιάγκα εμφανιζόταν στη στιγμή. Σε λίγο κιόλας καιρό η κοπέλα άρχισε να χάνει το χρώμα της, το πρόσωπό της αδυνάτισε, η ζωηράδα της έσβηνε. Ο τυφλός άνδρας δεν μπορούσε να το δει αυτό, αλλά ο κουτσός είχε καταλάβει πως κάτι δεν πήγαινε καλά. Μετά από ένα σύντομο συμβούλιο, οι δυο άνδρες πλησίασαν τη θετή τους αδερφή και άρχισαν να τη ρωτούν τι της συνέβαινε. Η Μπάμπα Γιάγκα, με απειλές και φοβέρες τρομερές είχε απαγορεύσει στην κοπέλα να πει τι γινόταν κι εκείνη είχε αποφύγει το θέμα με κάθε δικαιολογία. Αυτή τη φορά όμως τα αδέρφια της επέμειναν πολύ και της ζήτησαν με τόση γλύκα και ανησυχία να τους πει τι είχε για να τη βοηθήσουν, που το κορίτσι λύγισε και τους τα είπε όλα:</p><p>Κάθε φορά που φεύγετε για να κυνηγήσετε, εμφανίζεται μια γριά γυναίκα με μακριά γκρίζα μαλλιά και με το πιο κακό πρόσωπο που έχω δει ποτέ μου. Με βάζει να τη χτενίσω και ταυτόχρονα θηλάζει από το στήθος μου.</p><p>Α, αυτή είναι η Μπάμπα Γιάγκα, είπε ο τυφλός ήρωας. Καλύτερα να την αντιμετωπίσουμε μακριά από το σπίτι της. Αύριο να μην πάμε για κυνήγι, μόνο να την περιμένουμε εδώ, να την μπερδέψουμε και να προσπαθήσουμε να την πιάσουμε!</p><br><p>Έτσι, το επόμενο πρωί, οι δυο άνδρες δεν πήγαν για κυνήγι: “Λοιπόν Μπαρμπα-Σακάτη!”, είπε ευχάριστα ο τυφλός, “εσύ πήγαινε και χώσου κάτω από τον πάγκο και μείνε όσο πιο ακίνητος γίνεται. Εγώ θα πάω στην αυλή και θα παραμονεύω δίπλα στο ανοικτό παράθυρο. Όσο για σένα αδερφή, σαν έρθει η Μπάμπα Γιάγκα, έλα και κάτσε δίπλα στο παράθυρο. Καθώς θα τη χτενίζεις, άσε τις πλεξούδες τις να πέσουν από το περβάζι κι εγώ θα προσπαθήσω να την πιάσω από τα μαλλιά!”.</p><br><p>Το σχέδιο έπιασε. Ο τυφλός κατάφερε κι έπιασε την Μπάμπα Γιάγκα από τα μαλλιά και φώναξε: “Ε! Μπαρμπα-Κατόμα, βγες από την κρυψώνα σου και πιάσε καλά αυτή τη φαρμακερή γυναίκα, όσο εγώ θα κάνω το γύρω να μπω στην καλύβα!”.</p><br><p>Η Μπάμπα Γιάγκα σαν το άκουσε αυτό προσπάθησε να ελευθερωθεί: “Ωπ, που νομίζεις ότι πας; Δεν έχει σωτηρία για εσένα πια, κάτσε εδώ!”, ακούστηκε. Εκείνη τραβιόταν και κουνιόταν, αλλά μάταια. Τότε από κάτω από τον πάγκο βγήκε και ο Κατόμα, έπεσε πάνω στη γριά μάγισσα σαν σακί με πατάτες και βάλθηκε να τη στραγγαλίζει μέχρι που εκείνη είδε αστεράκια. Αμέσως μπήκε και ο τυφλός στο καλυβάκι και είπε βιαστικά: “Πρέπει τώρα να την κάψουμε και να σκορπίσουμε τις στάχτες της στον άνεμο”. Τότε η Μπάμπα Γιάγκα άρχισε να τους παρακαλά:</p><p>Πατέρες μου και παιδιά μου, συγχωρέστε με. Θα κάνω το σωστό τώρα.</p><p>Πολύ καλά άθλιο πλάσμα, δείξε μας που βρίσκεται η πηγή της ίασης με το νερό που δίνει ζωή, της είπαν οι άνδρες.</p><p>Μην με σκοτώσετε και θα σας το δείξω αμέσως.</p><br><p>Ο Κατόμα ανέβηκε στην πλάτη του τυφλού ο οποίος έπιασε την Μπάμπα Γιάγκα από τα μαλλιά και την έβαλε να τους οδηγεί μπροστά. Τους οδήγησε βαθιά μέσα στο δάσος και όλο πιο βαθιά μέχρι που έφτασαν σε ένα πηγάδι:</p><p>Εδώ είναι το νερό που θεραπεύει και δίνει ζωή.</p><p>Πρόσεξε καλά Μπαρμπα-Κατόμα και μην κάνεις τώρα κανένα λάθος! του φώναξε ο τυφλός. Αν μας γελάσει τώρα δεν θα γίνουμε καλά ποτέ μας!</p><br><p>Ο Κατόμα έκοψε ένα καταπράσινο κλαδί από ένα διπλανό δέντρο και το έριξε στο πηγάδι. Πριν προλάβει καλά καλά το κλαδί να αγγίξει το νερό, έγινε σωστό παρανάλωμα!</p><p>Ώστε άρχισες πάλι τα κόλπα σου; είπαν στην Μπάμπα Γιάγκα μαζί οι δυο άνδρες και άρχισαν πάλι να τη στραγγαλίζουν και να την κατευθύνουν προς το πηγάδι με σκοπό να τη ρίξουν μέσα να καεί.</p><p>Στον όρκο μου τον πιο ιερό, αυτή τη φορά θα σας πάω στο καλό νερό, παρακάλεσε όσο ποτέ η Μπάμπα Γιάγκα και τους έκανε όρκο βαρύ.</p><br><p>Οι δυο τους συμφώνησαν να της δώσουν άλλη μια ευκαιρία και η γριά γυναίκα τους πήγε σε μια πηγή. Ο Μπαρμπα-Κατόμα έκοψε αυτή τη φορά ένα ξερό κλαδί και το πέταξε στην πηγή. Πριν προλάβει καλά καλά το κλαδί να αγγίξει το νερό, το κλαδί έγινε καταπράσινο, έβγαλε άνθη και καρπούς: “Έλα, αυτό είναι το καλό νερό”, είπε ο Κατόμα. Ο τυφλός έβρεξε τα μάτια του με το νερό και αμέσως άρχισε πάλι να βλέπει. Στη συνέχεια χαμήλωσε τον κουτσό μέσα στην πηγή και τα πόδια του ξαναμεγάλωσαν στη στιγμή. Ευτυχισμένοι και χαρούμενοι οι δυο άνδρες είπαν: “Ήρθε τώρα η ώρα να τα βάλουμε όλα στη θέση τους. Θα πάμε να πάρουμε πίσω ό,τι χάσαμε! Αλλά πρώτα ας βάλουμε ένα τέλος στην Μπάμπα Γιάγκα. Αν την ελευθερώσουμε τώρα θα μας κυνηγά πάντα κακοτυχία και αυτή θα κάνει ακόμη πολύ κακό στον κόσμο”.</p><br><p>Σήκωσαν λοιπόν και οι δυο τους την Μπάμπα Γιάγκα και την πήγαν μέχρι το προηγούμενο πηγάδι, την έριξαν μέσα και αυτό ήταν το τέλος της γριάς μάγισσας. </p><br><p>Μετά από αυτό, ο Κατόμα παντρεύτηκε την κόρη του εμπόρου και οι τρεις σύντροφοι κίνησαν για το βασίλειο της πριγκίπισσας Άννας της Ωραίας για να σώσουν τον πρίγκιπα Ιβάν. Όταν πλησίασαν την πόλη, τι να δουν, να σου ο πρίγκιπας Ιβάν να οδηγεί ένα κοπάδι από αγελάδες!</p><p>Σταμάτα βοσκέ! είπε ο Κατόμα. Πού τις πας τις αγελάδες;</p><p>Τις επιστρέφω στο μαντρί της πριγκίπισσας, απάντησε ο πρίγκιπας. Η πριγκίπισσα πάντα ελέγχει αν οι αγελάδες είναι εκεί.</p><p>Έλα βοσκέ, πάρε εσύ τα ρούχα μου να βάλω εγώ τα δικά σου να πάω εγώ τις αγελάδες της πριγκίπισσας πίσω στο μαντρί τους.</p><p>Όχι αδερφέ μου, όχι! Αν το ανακαλύψει αυτό η πριγκίπισσα, θα με βρει μεγάλο κακό.</p><p>Μην φοβάσαι άνθρωπε μου και τίποτα δεν θα πάθεις, ο Κατόμα σου το εγγυάται.</p><p>Αχ κύριε… είπε ο πρίγκιπας και αναστέναξε βαθιά. Αν ζούσε τώρα ο Κατόμα, δεν θα ήμουν εδώ να βόσκω αγελάδες.</p><br><p>Ο Κατόμα τότε του αποκαλύφθηκε και ο πρίγκιπας συγκινημένος έπεσε στην αγκαλιά του με δάκρυα ανακούφισης: “Είχα χάσει κάθε ελπίδα να σε ξαναδώ”, του είπε. Και αντάλλαξαν ρούχα. Ο δάσκαλος οδήγησε τις αγελάδες στο μαντρί τους και η Άννα η Ωραία που είχε βγει στο μπαλκόνι, διέταξε να μπουν όλες στη θέση τους. Όλες οι αγελάδες πήραν τη θέση τους στο μαντρί εκτός από μία που έμεινε απέξω, κοντά στην πύλη. Ο Κατόμα τότε την μάλωσε: “Μα τι περιμένεις άχρηστο πλάσμα;” και της τράβηξε την ουρά τόσο δυνατά που την έγδαρε σε μια στιγμή! Η πριγκίπισσα σαν το είδε αυτό είπε: “Μα τι κάνει αυτός ο αγροίκος εκεί πέρα; Συλλάβετέ τον και φέρτε τον εδώ αμέσως!”</p><br><p>Οι φρουροί έπιασαν τον Κατόμα, που δεν έφερε καμία αντίσταση και αντίρρηση, και τον οδήγησαν μπροστά στην πριγκίπισσα. Εκείνη τον κοίταξε και είπε:</p><p>Ποιος είσαι και από πού έρχεσαι;</p><p>Είμαι αυτός του οποίου τα πόδια έκοψες και με άφησες να πεθάνω πάνω σ΄ ένα κούτσουρο. Είμαι ο δάσκαλο-Κατόμα, ο δρυκαπελάς!</p><p>Αφού ξαναβρήκες τα πόδια σου, θα πρέπει να είσαι τρανός πολύ και θα είμαι ειλικρινής μαζί σου από εδώ και μπρος.</p><p>Και η πριγκίπισσα Άννα η Ωραία άρχισε να εκλιπαρεί τον Κατόμα και τον πρίγκιπα Ιβάν να τη συγχωρέσουν. Εξομολογήθηκε όλες τις αμαρτίες της και ορκίστηκε ειλικρινά ότι θα υπάκουε τον Ιβάν από εδώ και μπρος σε ό,τι της ζητούσε. Ο πρίγκιπας τη συγχώρησε και από εκείνη την ημέρα έζησαν μαζί ειρηνικά και μονιασμένα. Ο ήρωας που κάποτε ήταν τυφλός έμεινε μαζί τους, μα ο Κατόμα και η γυναίκα του πήγαν στο πατρικό της και έμειναν εκεί μέχρι το τέλος της ζωής τους.</p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></itunes:summary>
		</item>
		<item>
			<title>Οι Νεράιδες του Καραγκόναν</title>
			<itunes:title>Οι Νεράιδες του Καραγκόναν</itunes:title>
			<pubDate>Mon, 03 May 2021 08:01:18 GMT</pubDate>
			<itunes:duration>15:38</itunes:duration>
			<enclosure url="https://sphinx.acast.com/p/open/s/6013ebce985ab977d52addcc/e/608d433e883eb001959d74e8/media.mp3" length="18254561" type="audio/mpeg"/>
			<guid isPermaLink="false">608d433e883eb001959d74e8</guid>
			<itunes:explicit>false</itunes:explicit>
			<link>https://www.karakaxa.org/%CE%B5%CF%80%CE%B5%CE%B9%CF%83%CF%8C%CE%B4%CE%B9%CE%B1</link>
			<acast:episodeId>608d433e883eb001959d74e8</acast:episodeId>
			<acast:showId>6013ebce985ab977d52addcc</acast:showId>
			<acast:episodeUrl>mitos26</acast:episodeUrl>
			<acast:settings><![CDATA[FYjHyZbXWHZ7gmX8Pp1rmbKbhgrQiwYShz70Q9/ffXZMTtedvdcRQbP4eiLMjXzCKLPjEYLpGj+NMVKa+5C8pL4u/EOj1Vw4h5MMJYp0lCcFAe0fnxBJy/1ju4Qxy1fh8gO4DvlGA40yms2g0/hOkcrfHIopjTygHFqGwwOPKFIai4SuTvs86Lx3UYCyl6Zs+WO4fC9bB8/2bSJALEZpunHdJA38/ZCmkJMYOTmjFjoCCuyDnvdR43pc6ciPX74nrf7XhCvFxBDZzuL6ZF+ygpH5Aj6T3r5NVO44cZwevmmVX41WnZ563syB0/tMV1fH]]></acast:settings>
			<itunes:subtitle>Μίτος</itunes:subtitle>
			<itunes:episodeType>full</itunes:episodeType>
			<itunes:episode>26</itunes:episode>
			<itunes:image href="https://assets.pippa.io/shows/6013ebce985ab977d52addcc/1619870512653-78dcc73758dc13fd52a3da7e8a79fa0d.jpeg"/>
			<description><![CDATA[<p>Από την Ουαλία σας παρουσιάζουμε, τι άλλο, μια λαϊκή ιστορία γεμάτη νεράιδες!</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Περιέχει κάποιες σκηνές βίας </p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>Ηχητικά εφέ: freesound.org</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ</p><br><p>Οι Νεράιδες του Καραγκόναν</p><br><p>Μια φορά κι έναν καιρό ζούσαν πολλές νεράιδες στη Μόνα. Μια μέρα η κόρη της Βασίλισσας των Νεράιδων, που μόλις είχε κλείσει τα δεκαπέντε, είπε στη μητέρα της ότι ήθελε να βγει από το παλάτι και να δει τον κόσμο. Η Βασίλισσα συμφώνησε να της επιτρέψει να φύγει, αλλά μόνο για μία μέρα και της είπε ότι θα μπορούσε να μεταμορφώνεται από νεράιδα σε πουλί και από πουλί σε νεράιδα όποτε ήθελε. </p><br><p>Όταν η κόρη επέστρεψε το βράδυ από το ταξίδι της, είπε στη μητέρα της:</p><p>Πήγα κοντά στο σπίτι ενός άνδρα, στάθηκα έξω από το παράθυρό του και αφουγκράστηκα. Άκουσα πως ο άνδρας ήταν μαγεμένος και υπέφερε και βογκούσε πολύ από τους πόνους.</p><p>Μου φαίνεται πως πρέπει να το ελέγξω αυτό, είπε τότε ανήσυχη η Βασίλισσα.</p><br><p>Έτσι την επόμενη μέρα η Βασίλισσα έκανε τα ξόρκια της και είδε πως πράγματι τον άνδρα τον είχε μαγέψει μια γριά μάγισσα. Τη μεθεπόμενη μέρα συγκέντρωσε άλλες έξι νεράιδες και πήγαν όλες μαζί στο σπίτι του μαγεμένου άνδρα. Σαν έφτασαν είδαν και με τα μάτια τους πως ο άνδρας ήταν πολύ άρρωστος. Μπήκαν στην κάμαρά του και, κουβαλώντας μια μικρή γαλάζια χύτρα, η Βασίλισσα του απηύθυνε τον λόγο:</p><p>Θα ήθελες να γιατρευτείς;</p><p>Ευλογημένη να είσαι, ναι, θέλω.</p><br><p>Τότε η Βασίλισσα των Νεράιδων έβαλε την αρωματική γαλάζια χύτρα στο κέντρο του δωματίου επάνω σ΄ ένα τραπέζι, άναψε φωτιά και μονομιάς ολόκληρο το δωμάτιο μοσχοβόλησε με την πιο λαχταριστή μυρωδιά. Καθώς φλεγόταν η χύτρα, οι υπόλοιπες έξι νεράιδες στάθηκαν πίσω από τη Βασίλισσα σε μια γραμμή και ύστερα, όλες μαζί, έκαναν τρεις φορές τον κύκλο του τραπεζιού ψέλνοντας:</p><br><p>Γύρω από το τραπέζι φορές τρεις,</p><p>Από τα μάγια να ελευθερωθείς.</p><br><p>Σαν κύκλωσαν το τραπέζι και την τρίτη φορά, η Βασίλισσα άγγιξε με το ραβδί της τη χύτρα, που έκαιγε πια, και στη συνέχεια το μέτωπο του άνδρα και του είπε: “Ας γίνεις πάλι ολόκληρος”. Μόλις οι λέξεις άφησαν το στόμα της, ο άνδρας θεραπεύτηκε πλήρως και σηκώθηκε από το κρεβάτι του γεμάτος ενέργεια:</p><p>Ω παντοδύναμη Βασίλισσα σου χρωστάω τη ζωή μου, πες μου τι μπορώ να κάνω για εσένα και θα το κάνω, της είπε με ευγνωμοσύνη.</p><p>Δεν μου χρειάζεται πληρωμή, του απάντησε εκείνη, μόνο θα σου ζητήσω να μου δανείσεις για λίγο ένα κομμάτι γης που έχεις στον γκρεμό δίπλα στη θάλασσα. Θέλω να φτιάξω ένα δαχτυλίδι εκεί και, αν και τώρα υπάρχει γρασίδι στο μέρος αυτό, σαν τελειώσω το δαχτυλίδι μου δεν θα υπάρχει πια τίποτα ζωντανό. Τότε θα μου φτιάξεις τρεις τοίχους γύρω από το δαχτυλίδι με τη μεριά που κοιτά στη θάλασσα ανοικτή, χωρίς τοίχο, για να μπορώ να πηγαινοέρχομαι εύκολα.</p><p>Με μεγάλη μου χαρά, της είπε ο άνδρας και βάλθηκε να χτίζει τους τοίχους στο σημείο που του είχε υποδείξει η Βασίλισσα.</p><br><p>Κοντά στον άνδρα έμενε και η γριά μάγισσα που μπορούσε όποτε ήθελε να μεταμορφωθεί σε λαγό. Ο άνδρας ήταν πολύ καλός κυνηγός, αλλά τα σκυλιά του για κάποιο λόγο δεν μπορούσαν ποτέ να πιάσουν αυτόν τον λαγό. Πάντα κατάφερνε τρέχοντας να χωθεί μέσα σ΄ έναν παλιό μύλο που ζούσε ένας μυλωνάς. Πηδούσε μέσα από το ανοικτό παράθυρο και, όταν έμπαιναν στο κατόπι του οι δυο άνδρες με το σκυλί τους, η γριά μάγισσα είχε πάρει ήδη την αρχική μορφή της. Και ο μυλωνάς δεν υποψιαζόταν ποτέ τίποτα, μιας και η μάγισσα του πήγαινε καλαμπόκι μέρες πριν να της το αλέσει και του έλεγε πως θα ερχόταν να το παραλάβει την ημέρα του κυνηγιού. Έτσι, σαν την έβλεπε μπροστά του, την περίμενε και δεν του έκανε και μεγάλη έκπληξη. </p><br><p>Μια μέρα λοιπόν, καθώς ο άνδρας γυρνούσε από το κυνήγι του, η μάγισσα βάλθηκε να τον πειράζει και να τον κοροϊδεύει λέγοντας του ότι δεν θα μπορούσε ποτέ να πιάσει ένα τόσο μικρό κι ανυπεράσπιστο λαγουδάκι. Εκείνος τότε τη χτύπησε με το μαστίγιο του και της είπε: “Χάσου από μπροστά μου απαίσιο ξωτικό!”. Τότε κι αυτή του έκανε μάγια και ο άνδρας αρρώστησε ξαφνικά, αλλά όπως είδαμε οι νεράιδες κατάφεραν και τον θεράπευσαν.</p><br><p>Όταν έγινε καλά, ο άνδρας βάλθηκε να παρακολουθεί τη μάγισσα και κάθε της κίνηση και είδε πως συχνά πυκνά επισκεπτόταν έναν γέρο που έμενε εκεί κοντά με την όμορφη ανηψιά του. Όλοι οι άνθρωποι του χωριού ήξεραν για τη φιλία του γέρου με τη μάγισσα και κάθε φορά που τον συναντούσαν έβγαζαν το καπέλο τους και τον χαιρετούσαν από φόβο, αλλά την όμορφη και καλοσυνάτη ανηψιά του την αγαπούσαν ειλικρινά.</p><br><p>Μόλις οι νεράιδες επέστρεψαν στο παλάτι μετά τη θεραπεία του άνδρα, η Βασίλισσα είπε στην κόρη της: “Από τώρα και για δώδεκα μήνες δεν θα μπορέσω να έχω καμία επιρροή πάνω στη μάγισσα και στη ζωή της. Μόνο χέρι άνδρα θα μπορέσει να της την αφαιρέσει”. </p><br><p>Το επόμενο πρωί, η κόρη της Βασίλισσας κίνησε να βρει κάποιον άνθρωπο ν΄ αναλάβει αυτόν τον άθλο. Στο χωριό, ζούσε ένας μικροκαλλιεργητής που δεν φοβόταν τίποτα, ήταν ο πιο γενναίος του τόπου. Μάλιστα μια μέρα πέρασε δίπλα από τον γέρο και δεν τον χαιρέτησε καν κι αυτός πήγε αμέσως και το είπε στη μάγισσα φίλη του: “Έννοια σου και θα σου τον φτιάξω εγώ απόψε κιόλας, θα δεις τι θα πάθουν οι αγελάδες του!” και από το ίδιο βράδυ, οι αγελάδες του μικροκαλλιεργητή σταμάτησαν να κάνουν γάλα. </p><br><p>Η κόρη της Βασίλισσας μπήκε στον κήπο του μικροκαλλιεργητή αφού είχαν αρρωστήσει οι αγελάδες του και τον άκουσε να λέει στον γιο του που ήταν έξυπνο παλικάρι: “Αυτό θα είναι δουλειά της γριάς μάγισσας!”. Η κόρη τότε, είπε στον μικροκαλλιεργητή να στείλει τον γιό του στη μητέρα της και να της πει τι είχε συμβεί. </p><br><p>Αμέσως η Βασίλισσα των Νεράιδων πήρε μαζί της άλλες έξι νεράιδες και πήγε στο σπίτι του μικροκαλλιεργητή κουβαλώντας και την μικρή γαλάζια χύτρα της. Σαν έφτασε, ρώτησε τον άνθρωπο αν ήθελε να του θεραπεύσει τις αγελάδες του: “Ευλογημένη να ‘σαι, ναι, θέλω!” και η Βασίλισσα του είπε να τοποθετήσει ένα τραπέζι έξω από το σπίτι, εκεί που ήταν οι αγελάδες του. Τοποθέτησε τη χύτρα στο κέντρο του τραπεζιού και σαν άναψε φωτιά, οι έξι νεράιδες στάθηκαν από πίσω της σε μια σειρά και όλες μαζί κύκλωσαν το τραπέζι τρεις φορές ψάλλοντας: </p><br><p>Γύρω από το τραπέζι φορές τρεις,</p><p>Από τα μάγια να ελευθερωθείς.</p><br><p>Μετά βούτηξε την άκρη του ραβδιού της στη φλεγόμενη χύτρα και άγγιξε τα μέτωπα των αγελάδων ένα ένα λέγοντας στην καθεμιά τους: “Ας γίνεις πάλι ολόκληρη”. Οι αγελάδες τότε σηκώθηκαν αναζωογονημένες και θεραπευμένες. Ο μικροκαλλιεργητής καταχάρηκε και είπε στη νεράιδα με δάκρυα στα μάτια:</p><p>Τι μπορώ να κάνω κυρά μου για να σ΄ ευχαριστήσω, πες τι να σου δώσω και θα το έχεις.</p><p>Δεν μου χρειάζεται πληρωμή, του απάντησε η Βασίλισσα, μόνο πρέπει ο γιος σου να πάρει εκδίκηση και για σένα και για μένα.</p><p>Ό,τι προστάξετε θα το κάνω νεραϊδένια κυρά! είπε ο γιος του μικροκαλλιεργητή.</p><br><p>Η Βασίλισσα τότε του είπε να πάει την επόμενη μέρα το μεσημέρι εκεί που ήταν οι τρεις τοίχοι.</p><br><p>Κατά το μεσημέρι της επόμενης ημέρας, η Βασίλισσα των Νεράιδων, η κόρη της και τριακόσιες ακόμη νεράιδες πήγαν μέχρι το κομμάτι γης δίπλα στον γκρεμό φέρνοντας μαζί τους ένα κοντάρι, κορδέλα και έναν καθρέφτη. Σαν έφτασαν στο σημείο που έπρεπε, έμπηξαν το κοντάρι στο έδαφος και κρέμασαν επάνω του τον καθρέφτη. Η Βασίλισσα πήρε την κορδέλα, που ήταν δέκα γιάρδες, και έδεσε τη μια της άκρη στην κορυφή του κονταριού. Άρχισε τότε, κρατώντας την άλλη άκρη, να περπατά σε κύκλους και, απ΄ όπου περνούσε, το γρασίδι μαραινόταν και πέθαινε κάτω από τα πόδια της. Ταυτόχρονα, άρχισαν και οι υπόλοιπες νεράιδες να την ακολουθούν, η μία πίσω από την άλλη σε μια σειρά, κρατώντας στο αριστερό τους χέρι λουλουδάκια καμπανούλες και στο δεξί γαλάζιες γαβάθες με φλεγόμενο αρωματικό υγρό. Όταν είχαν μπει όλες οι νεράιδες στον κύκλο, η Βασίλισσα κάλεσε το αγόρι και του είπε να περπατήσει στο πλευρό της. Ξεκίνησαν τότε να περπατούν όλοι τους σε κύκλους τραγουδώντας με μια φωνή:</p><br><p>Γύρω γύρω τρεις επί τρεις</p><p>Τι σου έμελλε να δεις;</p><br><p>Μόλις ολοκλήρωσαν τον πρώτο κύκλο, η Βασίλισσα και το αγόρι στάθηκαν μπροστά στον καθρέφτη και η Βασίλισσα τον ρώτησε τι έβλεπε:</p><br><p>Βλέπω, βλέπω, ο καθρέφτης μου μιλά</p><p>Βλέπω τη μάγισσα τη γριά…</p><br><p>… είπε ο νεαρός κι έπιασαν πάλι να κάνουν ακόμη έναν κύκλο τραγουδώντας όπως και πριν. Σαν έφτασαν για δεύτερη φορά μπροστά στον καθρέφτη και η Βασίλισσα είπε στο παιδί να της πει τι έβλεπε:</p><p>Βλέπω, βλέπω, ο καθρέφτης μου μιλά</p><p>Βλέπω λαγό να χοροπηδά…</p><br><p>… είπε εκείνος και με την τρίτη φορά που σταμάτησαν μπροστά στον καθρέφτη και ρωτήθηκε τι έβλεπε, αποκρίθηκε:</p><br><p>Βλέπω, βλέπω, ο καθρέφτης μου μιλά</p><p>Ο λαγός πάει στον μύλο και στον μυλωνά.</p><br><p>“Μάλιστα”, είπε τότε η Βασίλισσα, “σε μία εβδομάδα από τώρα θα διοργανωθεί κυνήγι λαγού. Να είσαι στον μύλο εκείνη την ημέρα το μεσημέρι και θα σε συναντήσω εκεί”. Και λέγοντας αυτό, η Βασίλισσα, οι νεράιδες, το κοντάρι η κορδέλα και ο καθρέφτης εξαφανίστηκαν από την κορυφή του γκρεμού αφήνοντας πίσω τους το δαχτυλίδι στο έδαφος. </p><br><p>Ήρθε και η μέρα του κυνηγιού και το αγόρι πήγε στο σημείο της συνάντησης όπως έπρεπε. Το μεσημέρι ακριβώς φάνηκε και η Βασίλισσα των Νεράιδων που του έδωσε μια σφενδόνη κι ένα λείο βότσαλο από την παραλία λέγοντάς του: “Ευλόγησα τα μπράτσα σου κι ευλόγησα τη σφενδόνη και το βότσαλο.</p><br><p>Σαν το ρολόι σημάνει τρεις</p><p>Στον μύλο δίπλα να φανείς</p><p>Μείνε ακίνητος, μην κινηθείς</p><p>Μόνο κοίτα να ετοιμαστείς.</p><br><p>Με το χέρι σου, όλο δύναμη και ισχύ</p><p>Ρίξε την χαριστική βολή </p><p>Να πεθάνει η Τζέζαμπελ η φρικτή</p><p>Με θέαμα τρομακτικό πολύ.</p><br><p>Το αγόρι έκανε όπως του είπε η Βασίλισσα και πήγε και στάθηκε δίπλα στον μύλο. Από μακριά άκουσε τους ήχους των κυνηγετικών κεράτων και τα γαυγίσματα των σκύλων μέχρι που είδε στο βάθος, στον απέναντι λόφο τον λαγό να τρέχει προς το μέρος του, κυνηγημένος από τα σκυλιά που σχεδόν τον είχαν φτάσει. Όταν όμως άρχισε να ανεβαίνει τον λόφο που οδηγούσε στον μύλο, ο λαγός ξεμάκρυνε αρκετά από τα σκυλιά και σαν βρέθηκε στο στόχαστρο του αγοριού, εκείνο του έριξε το βότσαλο με τη σφενδόνη. Τον πέτυχε ανάμεσα στα μάτια και, όταν το παιδί πήγε να δει αν τον είχε σκοτώσει στ’ αλήθεια, βρέθηκε δίπλα στο άψυχο σώμα της γριάς μάγισσας. Κατέφτασαν και οι κυνηγοί, οι οποίοι άρχισαν να επαινούν το αγόρι και να το συγχαίρουν. Πήραν τότε το σώμα της μάγισσας και το έδεσαν στη σέλα ενός αλόγου, την κατέβασαν μέχρι την κοιλάδα και την έθαψαν στην άκρη, σε ένα χαντάκι. Το ίδιο βράδυ, μόλις ο γέρος φίλος της έμαθε πως η μάγισσα είχε πεθάνει, έπεσε κι αυτός νεκρός επιτόπου.</p><br><p>Σαν επέστρεφε το αγόρι σπίτι του, εμφανίστηκαν μπροστά του δυο νεράιδες και του είπαν, την επόμενη μέρα το μεσημέρι, να πάει στο τόπο που ήταν το δαχτυλίδι.</p><br><p>Πράγματι, την επόμενη μέρα, οι νεράιδες έφτασαν κι αυτές στον τόπο που βρισκόταν το δαχτυλίδι. Είχαν μαζί τους το κοντάρι και τον καθρέφτη και κρατούσαν τις καμπανούλες στο αριστερό τους χέρι και τις γαλάζιες γαβάθες στο δεξί. Όπως και πριν, σχημάτισαν έναν κύκλο πίσω από τη Βασίλισσά τους και άρχισαν το τραγούδι. Σαν η Βασίλισσα και ο νεαρός σταμάτησαν μπροστά στον καθρέφτη, μετά τον πρώτο κύκλο, η Βασίλισσα ρώτησε το αγόρι:</p><p>Τι βλέπεις; </p><p>Βλέπω, βλέπω, ο καθρέφτης μου μιλά</p><p>&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Μια ξύλινη ραφιέρα όλο πιατικά.</p><br><p>Με την ολοκλήρωση του δεύτερου κύκλου, η Βασίλισσα του έκανε την ίδια ερώτηση:</p><br><p>Βλέπω, βλέπω, ο καθρέφτης μου μιλά</p><p>Την πλάτη βλέπω να γυρνά.</p><br><p>Με την ολοκλήρωση της ιεροτελεστίας,&nbsp;την τρίτη φορά, το αγόρι είπε:</p><br><p>Βλέπω, βλέπω, ο καθρέφτης μου μιλά</p><p>Μια πόρτα είναι εκεί και είναι ανοικτά.</p><br><p>“Πήγαινε στο παζάρι που θα γίνει με τα πράγματα του γέρου και αγόρασε την ραφιέρα του”, είπε η Βασίλισσα στο αγόρι και μεμιάς όλες οι νεράιδες και τα πράγματα τους εξαφανίστηκαν από μπροστά του.</p><br><p>Την ημέρα που γινόταν το παζάρι, όλα τα πράγματα του γέρου είχαν τοποθετηθεί στη μέση του δρόμου. Το αγόρι είδε τη ραφιέρα ανάμεσα στ΄ άλλα έπιπλα και έκανε προσφορά στην προσφορά μέχρι που κατάφερε να την αγοράσει. Την έβαλε σ΄ ένα καρότσι και την πήγε σπίτι του, μα σαν την εξέτασε καλύτερα κι από κοντά είδε πως στην πλάτη τής ραφιέρας υπήρχε ένα κρυφό συρτάρι που ήταν γεμάτο χρυσάφι! Την επόμενη κιόλας ημέρα, ο γιος του μικροκαλλιεργητή, πήγε κι αγόρασε όλη τη γη και το σπίτι του γέρου, παντρεύτηκε την ανηψιά του και αυτός, ο πατέρας του και η γυναίκα του έζησαν ευτυχισμένοι για το υπόλοιπο της ζωής τους.</p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></description>
			<itunes:summary><![CDATA[<p>Από την Ουαλία σας παρουσιάζουμε, τι άλλο, μια λαϊκή ιστορία γεμάτη νεράιδες!</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Περιέχει κάποιες σκηνές βίας </p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>Ηχητικά εφέ: freesound.org</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ</p><br><p>Οι Νεράιδες του Καραγκόναν</p><br><p>Μια φορά κι έναν καιρό ζούσαν πολλές νεράιδες στη Μόνα. Μια μέρα η κόρη της Βασίλισσας των Νεράιδων, που μόλις είχε κλείσει τα δεκαπέντε, είπε στη μητέρα της ότι ήθελε να βγει από το παλάτι και να δει τον κόσμο. Η Βασίλισσα συμφώνησε να της επιτρέψει να φύγει, αλλά μόνο για μία μέρα και της είπε ότι θα μπορούσε να μεταμορφώνεται από νεράιδα σε πουλί και από πουλί σε νεράιδα όποτε ήθελε. </p><br><p>Όταν η κόρη επέστρεψε το βράδυ από το ταξίδι της, είπε στη μητέρα της:</p><p>Πήγα κοντά στο σπίτι ενός άνδρα, στάθηκα έξω από το παράθυρό του και αφουγκράστηκα. Άκουσα πως ο άνδρας ήταν μαγεμένος και υπέφερε και βογκούσε πολύ από τους πόνους.</p><p>Μου φαίνεται πως πρέπει να το ελέγξω αυτό, είπε τότε ανήσυχη η Βασίλισσα.</p><br><p>Έτσι την επόμενη μέρα η Βασίλισσα έκανε τα ξόρκια της και είδε πως πράγματι τον άνδρα τον είχε μαγέψει μια γριά μάγισσα. Τη μεθεπόμενη μέρα συγκέντρωσε άλλες έξι νεράιδες και πήγαν όλες μαζί στο σπίτι του μαγεμένου άνδρα. Σαν έφτασαν είδαν και με τα μάτια τους πως ο άνδρας ήταν πολύ άρρωστος. Μπήκαν στην κάμαρά του και, κουβαλώντας μια μικρή γαλάζια χύτρα, η Βασίλισσα του απηύθυνε τον λόγο:</p><p>Θα ήθελες να γιατρευτείς;</p><p>Ευλογημένη να είσαι, ναι, θέλω.</p><br><p>Τότε η Βασίλισσα των Νεράιδων έβαλε την αρωματική γαλάζια χύτρα στο κέντρο του δωματίου επάνω σ΄ ένα τραπέζι, άναψε φωτιά και μονομιάς ολόκληρο το δωμάτιο μοσχοβόλησε με την πιο λαχταριστή μυρωδιά. Καθώς φλεγόταν η χύτρα, οι υπόλοιπες έξι νεράιδες στάθηκαν πίσω από τη Βασίλισσα σε μια γραμμή και ύστερα, όλες μαζί, έκαναν τρεις φορές τον κύκλο του τραπεζιού ψέλνοντας:</p><br><p>Γύρω από το τραπέζι φορές τρεις,</p><p>Από τα μάγια να ελευθερωθείς.</p><br><p>Σαν κύκλωσαν το τραπέζι και την τρίτη φορά, η Βασίλισσα άγγιξε με το ραβδί της τη χύτρα, που έκαιγε πια, και στη συνέχεια το μέτωπο του άνδρα και του είπε: “Ας γίνεις πάλι ολόκληρος”. Μόλις οι λέξεις άφησαν το στόμα της, ο άνδρας θεραπεύτηκε πλήρως και σηκώθηκε από το κρεβάτι του γεμάτος ενέργεια:</p><p>Ω παντοδύναμη Βασίλισσα σου χρωστάω τη ζωή μου, πες μου τι μπορώ να κάνω για εσένα και θα το κάνω, της είπε με ευγνωμοσύνη.</p><p>Δεν μου χρειάζεται πληρωμή, του απάντησε εκείνη, μόνο θα σου ζητήσω να μου δανείσεις για λίγο ένα κομμάτι γης που έχεις στον γκρεμό δίπλα στη θάλασσα. Θέλω να φτιάξω ένα δαχτυλίδι εκεί και, αν και τώρα υπάρχει γρασίδι στο μέρος αυτό, σαν τελειώσω το δαχτυλίδι μου δεν θα υπάρχει πια τίποτα ζωντανό. Τότε θα μου φτιάξεις τρεις τοίχους γύρω από το δαχτυλίδι με τη μεριά που κοιτά στη θάλασσα ανοικτή, χωρίς τοίχο, για να μπορώ να πηγαινοέρχομαι εύκολα.</p><p>Με μεγάλη μου χαρά, της είπε ο άνδρας και βάλθηκε να χτίζει τους τοίχους στο σημείο που του είχε υποδείξει η Βασίλισσα.</p><br><p>Κοντά στον άνδρα έμενε και η γριά μάγισσα που μπορούσε όποτε ήθελε να μεταμορφωθεί σε λαγό. Ο άνδρας ήταν πολύ καλός κυνηγός, αλλά τα σκυλιά του για κάποιο λόγο δεν μπορούσαν ποτέ να πιάσουν αυτόν τον λαγό. Πάντα κατάφερνε τρέχοντας να χωθεί μέσα σ΄ έναν παλιό μύλο που ζούσε ένας μυλωνάς. Πηδούσε μέσα από το ανοικτό παράθυρο και, όταν έμπαιναν στο κατόπι του οι δυο άνδρες με το σκυλί τους, η γριά μάγισσα είχε πάρει ήδη την αρχική μορφή της. Και ο μυλωνάς δεν υποψιαζόταν ποτέ τίποτα, μιας και η μάγισσα του πήγαινε καλαμπόκι μέρες πριν να της το αλέσει και του έλεγε πως θα ερχόταν να το παραλάβει την ημέρα του κυνηγιού. Έτσι, σαν την έβλεπε μπροστά του, την περίμενε και δεν του έκανε και μεγάλη έκπληξη. </p><br><p>Μια μέρα λοιπόν, καθώς ο άνδρας γυρνούσε από το κυνήγι του, η μάγισσα βάλθηκε να τον πειράζει και να τον κοροϊδεύει λέγοντας του ότι δεν θα μπορούσε ποτέ να πιάσει ένα τόσο μικρό κι ανυπεράσπιστο λαγουδάκι. Εκείνος τότε τη χτύπησε με το μαστίγιο του και της είπε: “Χάσου από μπροστά μου απαίσιο ξωτικό!”. Τότε κι αυτή του έκανε μάγια και ο άνδρας αρρώστησε ξαφνικά, αλλά όπως είδαμε οι νεράιδες κατάφεραν και τον θεράπευσαν.</p><br><p>Όταν έγινε καλά, ο άνδρας βάλθηκε να παρακολουθεί τη μάγισσα και κάθε της κίνηση και είδε πως συχνά πυκνά επισκεπτόταν έναν γέρο που έμενε εκεί κοντά με την όμορφη ανηψιά του. Όλοι οι άνθρωποι του χωριού ήξεραν για τη φιλία του γέρου με τη μάγισσα και κάθε φορά που τον συναντούσαν έβγαζαν το καπέλο τους και τον χαιρετούσαν από φόβο, αλλά την όμορφη και καλοσυνάτη ανηψιά του την αγαπούσαν ειλικρινά.</p><br><p>Μόλις οι νεράιδες επέστρεψαν στο παλάτι μετά τη θεραπεία του άνδρα, η Βασίλισσα είπε στην κόρη της: “Από τώρα και για δώδεκα μήνες δεν θα μπορέσω να έχω καμία επιρροή πάνω στη μάγισσα και στη ζωή της. Μόνο χέρι άνδρα θα μπορέσει να της την αφαιρέσει”. </p><br><p>Το επόμενο πρωί, η κόρη της Βασίλισσας κίνησε να βρει κάποιον άνθρωπο ν΄ αναλάβει αυτόν τον άθλο. Στο χωριό, ζούσε ένας μικροκαλλιεργητής που δεν φοβόταν τίποτα, ήταν ο πιο γενναίος του τόπου. Μάλιστα μια μέρα πέρασε δίπλα από τον γέρο και δεν τον χαιρέτησε καν κι αυτός πήγε αμέσως και το είπε στη μάγισσα φίλη του: “Έννοια σου και θα σου τον φτιάξω εγώ απόψε κιόλας, θα δεις τι θα πάθουν οι αγελάδες του!” και από το ίδιο βράδυ, οι αγελάδες του μικροκαλλιεργητή σταμάτησαν να κάνουν γάλα. </p><br><p>Η κόρη της Βασίλισσας μπήκε στον κήπο του μικροκαλλιεργητή αφού είχαν αρρωστήσει οι αγελάδες του και τον άκουσε να λέει στον γιο του που ήταν έξυπνο παλικάρι: “Αυτό θα είναι δουλειά της γριάς μάγισσας!”. Η κόρη τότε, είπε στον μικροκαλλιεργητή να στείλει τον γιό του στη μητέρα της και να της πει τι είχε συμβεί. </p><br><p>Αμέσως η Βασίλισσα των Νεράιδων πήρε μαζί της άλλες έξι νεράιδες και πήγε στο σπίτι του μικροκαλλιεργητή κουβαλώντας και την μικρή γαλάζια χύτρα της. Σαν έφτασε, ρώτησε τον άνθρωπο αν ήθελε να του θεραπεύσει τις αγελάδες του: “Ευλογημένη να ‘σαι, ναι, θέλω!” και η Βασίλισσα του είπε να τοποθετήσει ένα τραπέζι έξω από το σπίτι, εκεί που ήταν οι αγελάδες του. Τοποθέτησε τη χύτρα στο κέντρο του τραπεζιού και σαν άναψε φωτιά, οι έξι νεράιδες στάθηκαν από πίσω της σε μια σειρά και όλες μαζί κύκλωσαν το τραπέζι τρεις φορές ψάλλοντας: </p><br><p>Γύρω από το τραπέζι φορές τρεις,</p><p>Από τα μάγια να ελευθερωθείς.</p><br><p>Μετά βούτηξε την άκρη του ραβδιού της στη φλεγόμενη χύτρα και άγγιξε τα μέτωπα των αγελάδων ένα ένα λέγοντας στην καθεμιά τους: “Ας γίνεις πάλι ολόκληρη”. Οι αγελάδες τότε σηκώθηκαν αναζωογονημένες και θεραπευμένες. Ο μικροκαλλιεργητής καταχάρηκε και είπε στη νεράιδα με δάκρυα στα μάτια:</p><p>Τι μπορώ να κάνω κυρά μου για να σ΄ ευχαριστήσω, πες τι να σου δώσω και θα το έχεις.</p><p>Δεν μου χρειάζεται πληρωμή, του απάντησε η Βασίλισσα, μόνο πρέπει ο γιος σου να πάρει εκδίκηση και για σένα και για μένα.</p><p>Ό,τι προστάξετε θα το κάνω νεραϊδένια κυρά! είπε ο γιος του μικροκαλλιεργητή.</p><br><p>Η Βασίλισσα τότε του είπε να πάει την επόμενη μέρα το μεσημέρι εκεί που ήταν οι τρεις τοίχοι.</p><br><p>Κατά το μεσημέρι της επόμενης ημέρας, η Βασίλισσα των Νεράιδων, η κόρη της και τριακόσιες ακόμη νεράιδες πήγαν μέχρι το κομμάτι γης δίπλα στον γκρεμό φέρνοντας μαζί τους ένα κοντάρι, κορδέλα και έναν καθρέφτη. Σαν έφτασαν στο σημείο που έπρεπε, έμπηξαν το κοντάρι στο έδαφος και κρέμασαν επάνω του τον καθρέφτη. Η Βασίλισσα πήρε την κορδέλα, που ήταν δέκα γιάρδες, και έδεσε τη μια της άκρη στην κορυφή του κονταριού. Άρχισε τότε, κρατώντας την άλλη άκρη, να περπατά σε κύκλους και, απ΄ όπου περνούσε, το γρασίδι μαραινόταν και πέθαινε κάτω από τα πόδια της. Ταυτόχρονα, άρχισαν και οι υπόλοιπες νεράιδες να την ακολουθούν, η μία πίσω από την άλλη σε μια σειρά, κρατώντας στο αριστερό τους χέρι λουλουδάκια καμπανούλες και στο δεξί γαλάζιες γαβάθες με φλεγόμενο αρωματικό υγρό. Όταν είχαν μπει όλες οι νεράιδες στον κύκλο, η Βασίλισσα κάλεσε το αγόρι και του είπε να περπατήσει στο πλευρό της. Ξεκίνησαν τότε να περπατούν όλοι τους σε κύκλους τραγουδώντας με μια φωνή:</p><br><p>Γύρω γύρω τρεις επί τρεις</p><p>Τι σου έμελλε να δεις;</p><br><p>Μόλις ολοκλήρωσαν τον πρώτο κύκλο, η Βασίλισσα και το αγόρι στάθηκαν μπροστά στον καθρέφτη και η Βασίλισσα τον ρώτησε τι έβλεπε:</p><br><p>Βλέπω, βλέπω, ο καθρέφτης μου μιλά</p><p>Βλέπω τη μάγισσα τη γριά…</p><br><p>… είπε ο νεαρός κι έπιασαν πάλι να κάνουν ακόμη έναν κύκλο τραγουδώντας όπως και πριν. Σαν έφτασαν για δεύτερη φορά μπροστά στον καθρέφτη και η Βασίλισσα είπε στο παιδί να της πει τι έβλεπε:</p><p>Βλέπω, βλέπω, ο καθρέφτης μου μιλά</p><p>Βλέπω λαγό να χοροπηδά…</p><br><p>… είπε εκείνος και με την τρίτη φορά που σταμάτησαν μπροστά στον καθρέφτη και ρωτήθηκε τι έβλεπε, αποκρίθηκε:</p><br><p>Βλέπω, βλέπω, ο καθρέφτης μου μιλά</p><p>Ο λαγός πάει στον μύλο και στον μυλωνά.</p><br><p>“Μάλιστα”, είπε τότε η Βασίλισσα, “σε μία εβδομάδα από τώρα θα διοργανωθεί κυνήγι λαγού. Να είσαι στον μύλο εκείνη την ημέρα το μεσημέρι και θα σε συναντήσω εκεί”. Και λέγοντας αυτό, η Βασίλισσα, οι νεράιδες, το κοντάρι η κορδέλα και ο καθρέφτης εξαφανίστηκαν από την κορυφή του γκρεμού αφήνοντας πίσω τους το δαχτυλίδι στο έδαφος. </p><br><p>Ήρθε και η μέρα του κυνηγιού και το αγόρι πήγε στο σημείο της συνάντησης όπως έπρεπε. Το μεσημέρι ακριβώς φάνηκε και η Βασίλισσα των Νεράιδων που του έδωσε μια σφενδόνη κι ένα λείο βότσαλο από την παραλία λέγοντάς του: “Ευλόγησα τα μπράτσα σου κι ευλόγησα τη σφενδόνη και το βότσαλο.</p><br><p>Σαν το ρολόι σημάνει τρεις</p><p>Στον μύλο δίπλα να φανείς</p><p>Μείνε ακίνητος, μην κινηθείς</p><p>Μόνο κοίτα να ετοιμαστείς.</p><br><p>Με το χέρι σου, όλο δύναμη και ισχύ</p><p>Ρίξε την χαριστική βολή </p><p>Να πεθάνει η Τζέζαμπελ η φρικτή</p><p>Με θέαμα τρομακτικό πολύ.</p><br><p>Το αγόρι έκανε όπως του είπε η Βασίλισσα και πήγε και στάθηκε δίπλα στον μύλο. Από μακριά άκουσε τους ήχους των κυνηγετικών κεράτων και τα γαυγίσματα των σκύλων μέχρι που είδε στο βάθος, στον απέναντι λόφο τον λαγό να τρέχει προς το μέρος του, κυνηγημένος από τα σκυλιά που σχεδόν τον είχαν φτάσει. Όταν όμως άρχισε να ανεβαίνει τον λόφο που οδηγούσε στον μύλο, ο λαγός ξεμάκρυνε αρκετά από τα σκυλιά και σαν βρέθηκε στο στόχαστρο του αγοριού, εκείνο του έριξε το βότσαλο με τη σφενδόνη. Τον πέτυχε ανάμεσα στα μάτια και, όταν το παιδί πήγε να δει αν τον είχε σκοτώσει στ’ αλήθεια, βρέθηκε δίπλα στο άψυχο σώμα της γριάς μάγισσας. Κατέφτασαν και οι κυνηγοί, οι οποίοι άρχισαν να επαινούν το αγόρι και να το συγχαίρουν. Πήραν τότε το σώμα της μάγισσας και το έδεσαν στη σέλα ενός αλόγου, την κατέβασαν μέχρι την κοιλάδα και την έθαψαν στην άκρη, σε ένα χαντάκι. Το ίδιο βράδυ, μόλις ο γέρος φίλος της έμαθε πως η μάγισσα είχε πεθάνει, έπεσε κι αυτός νεκρός επιτόπου.</p><br><p>Σαν επέστρεφε το αγόρι σπίτι του, εμφανίστηκαν μπροστά του δυο νεράιδες και του είπαν, την επόμενη μέρα το μεσημέρι, να πάει στο τόπο που ήταν το δαχτυλίδι.</p><br><p>Πράγματι, την επόμενη μέρα, οι νεράιδες έφτασαν κι αυτές στον τόπο που βρισκόταν το δαχτυλίδι. Είχαν μαζί τους το κοντάρι και τον καθρέφτη και κρατούσαν τις καμπανούλες στο αριστερό τους χέρι και τις γαλάζιες γαβάθες στο δεξί. Όπως και πριν, σχημάτισαν έναν κύκλο πίσω από τη Βασίλισσά τους και άρχισαν το τραγούδι. Σαν η Βασίλισσα και ο νεαρός σταμάτησαν μπροστά στον καθρέφτη, μετά τον πρώτο κύκλο, η Βασίλισσα ρώτησε το αγόρι:</p><p>Τι βλέπεις; </p><p>Βλέπω, βλέπω, ο καθρέφτης μου μιλά</p><p>&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Μια ξύλινη ραφιέρα όλο πιατικά.</p><br><p>Με την ολοκλήρωση του δεύτερου κύκλου, η Βασίλισσα του έκανε την ίδια ερώτηση:</p><br><p>Βλέπω, βλέπω, ο καθρέφτης μου μιλά</p><p>Την πλάτη βλέπω να γυρνά.</p><br><p>Με την ολοκλήρωση της ιεροτελεστίας,&nbsp;την τρίτη φορά, το αγόρι είπε:</p><br><p>Βλέπω, βλέπω, ο καθρέφτης μου μιλά</p><p>Μια πόρτα είναι εκεί και είναι ανοικτά.</p><br><p>“Πήγαινε στο παζάρι που θα γίνει με τα πράγματα του γέρου και αγόρασε την ραφιέρα του”, είπε η Βασίλισσα στο αγόρι και μεμιάς όλες οι νεράιδες και τα πράγματα τους εξαφανίστηκαν από μπροστά του.</p><br><p>Την ημέρα που γινόταν το παζάρι, όλα τα πράγματα του γέρου είχαν τοποθετηθεί στη μέση του δρόμου. Το αγόρι είδε τη ραφιέρα ανάμεσα στ΄ άλλα έπιπλα και έκανε προσφορά στην προσφορά μέχρι που κατάφερε να την αγοράσει. Την έβαλε σ΄ ένα καρότσι και την πήγε σπίτι του, μα σαν την εξέτασε καλύτερα κι από κοντά είδε πως στην πλάτη τής ραφιέρας υπήρχε ένα κρυφό συρτάρι που ήταν γεμάτο χρυσάφι! Την επόμενη κιόλας ημέρα, ο γιος του μικροκαλλιεργητή, πήγε κι αγόρασε όλη τη γη και το σπίτι του γέρου, παντρεύτηκε την ανηψιά του και αυτός, ο πατέρας του και η γυναίκα του έζησαν ευτυχισμένοι για το υπόλοιπο της ζωής τους.</p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></itunes:summary>
		</item>
		<item>
			<title>Η Σοφή Αυτοκράτειρα</title>
			<itunes:title>Η Σοφή Αυτοκράτειρα</itunes:title>
			<pubDate>Fri, 30 Apr 2021 08:02:36 GMT</pubDate>
			<itunes:duration>12:18</itunes:duration>
			<enclosure url="https://sphinx.acast.com/p/open/s/6013ebce985ab977d52addcc/e/6085768d5aabaa29bf953765/media.mp3" length="10671399" type="audio/mpeg"/>
			<guid isPermaLink="false">6085768d5aabaa29bf953765</guid>
			<itunes:explicit>false</itunes:explicit>
			<link>https://www.karakaxa.org/%CE%B5%CF%80%CE%B5%CE%B9%CF%83%CF%8C%CE%B4%CE%B9%CE%B1</link>
			<acast:episodeId>6085768d5aabaa29bf953765</acast:episodeId>
			<acast:showId>6013ebce985ab977d52addcc</acast:showId>
			<acast:episodeUrl>mitos25</acast:episodeUrl>
			<acast:settings><![CDATA[FYjHyZbXWHZ7gmX8Pp1rmbKbhgrQiwYShz70Q9/ffXZMTtedvdcRQbP4eiLMjXzCKLPjEYLpGj+NMVKa+5C8pL4u/EOj1Vw4h5MMJYp0lCcFAe0fnxBJy/1ju4Qxy1fh8gO4DvlGA40yms2g0/hOkcrfHIopjTygHFqGwwOPKFIai4SuTvs86Lx3UYCyl6Zs+WO4fC9bB8/2bSJALEZpunHdJA38/ZCmkJMYOTmjFjqWLCLXYTEi8Sy7i+W5cNuc0llIYQXZkdEvG+cWTO1ZIFjJZEz/F0s+lTTwF2VcJb34KS+5qXGcDAhMBvQdpPGy]]></acast:settings>
			<itunes:subtitle>Μίτος</itunes:subtitle>
			<itunes:episodeType>full</itunes:episodeType>
			<itunes:episode>25</itunes:episode>
			<itunes:image href="https://assets.pippa.io/shows/6013ebce985ab977d52addcc/1619359338439-2a1ad61533dc933f32a2791e9170a57e.jpeg"/>
			<description><![CDATA[<p>Πόσες ομοιότητες μπορούμε να βρούμε με τους Ρουμάνους που γνωρίζουν πολύ καλά τη σοφία μιας κοπέλας (γυναίκα δεν τη λες, μόλις δεκάξι) και πόσες μάλλον οι τριγύρω λαοί.</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Δεν περιέχει ευαίσθητο υλικό.</p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>Ηχητικά εφέ: freesound.org</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ</p><br><p>Η Σοφή Αυτοκράτειρα</p><br><p>Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε ένας αυτοκράτορας. Αυτός ο αυτοκράτορας είχε έναν πρωθυπουργό. Μια μέρα ο αυτοκράτορας φώναξε τον πρωθυπουργό του να παρουσιαστεί μπροστά του και τον πρόσταξε να μεταφέρει τα δυο χιλιάδες πρόβατά του στην αγορά την επόμενη ημέρα και να τα πουλήσει. Μόνο που έπρεπε να επιστρέψει πίσω στο παλάτι και με τα χρήματα, αλλά και με τα πρόβατα.</p><br><p>Όταν ο κακόμοιρος ο πρωθυπουργός το άκουσε αυτό, μαζεύτηκε. Πώς θα μπορούσε να πουλήσει τα πρόβατα και να παρουσιάσει και αυτά και τα χρήματα στον αυτοκράτορα;</p><br><p>Χαμένος στις σκέψεις και στη στενοχώρια του, ο πρωθυπουργός γύρισε σπίτι του. Εκεί τον περίμενε η δεκαεξάχρονη κόρη του που, μόλις τον είδε έτσι, αμέσως τον ρώτησε τι του συνέβαινε:</p><p>Πώς να μην είμαι να σκάσω παιδί μου, ο αυτοκράτορας μου είπε να κάνω αυτό κι αυτό.</p><p>Μ΄ αυτό φοβάσαι πατέρα μου; Αυτό δεν είναι τίποτα, έλα μη στενοχωριέσαι. Μόνο κάνε ό,τι σου πω. </p><p>Τι να κάνω δηλαδή κόρη μου;</p><p>Πάρε τα πρόβατα αύριο στην αγορά, αλλά προηγουμένως φρόντισε να τα έχεις κουρέψει όλα. Πούλα το μαλλί, πάρε την πληρωμή σου κι έτσι θα μπορείς να γυρίσεις πίσω στον αυτοκράτορα και με τα πρόβατα και με τα χρήματα.</p><br><p>Όταν ο πρωθυπουργός άκουσε αυτό το σχέδιο, η καρδιά του ξαλάφρωσε. Έτσι, το επόμενο πρωί νωρίς νωρίς, κούρεψε όλα τα πρόβατα και πήγε αυτά και το μαλλί τους στην αγορά. Κατάφερε και πούλησε όλο το μαλλί και σφυρίζοντας ανέμελα, γύρισε πάλι σπίτι με τα χρήματα στην τσέπη και όλα τα πρόβατα στο μαντρί.</p><br><p>Όταν ο αυτοκράτορας έμαθε τι είχε συμβεί, ψύλλοι μπήκαν στ’ αυτιά του και ρώτησε αμέσως τον πρωθυπουργό πώς και σκαρφίστηκε κάτι τέτοιο:</p><p>Έχω μια κόρη Μεγαλειότατε. Εκείνη μου είπε τι να κάνω, μεγάλη η χάρη σου.</p><p>Πήγαινε σπίτι σου, τον διέταξε τότε ο αυτοκράτορας, και πες στην κόρη σου να παρουσιαστεί μπροστά μου ευθύς αμέσως! Αλλά να μην έρθει περπατώντας μήτε έφιππη. Ούτε από τον δρόμο μήτε έξω από αυτόν. Μήτε ντυμένη μήτε χωρίς ρούχα. Να μην κουβαλάει κυνήγι, αλλά να μην έρθει και με άδεια χέρια. Και τέλος να φορά και να μη φορά ένα πουκάμισο.</p><br><p>Για άλλη μια φορά ο πρωθυπουργός γύρισε σπίτι του σκυθρωπός και σε όλον τον δρόμο αναρωτιόταν πώς θα μπορούσε η κόρη του πραγματοποιήσει τις εντολές του αυτοκράτορα. Η κοπέλα, σαν άκουσε τι είχε προστάξει ο αυτοκράτορας, είπε στον πατέρα της: “Πατέρα μου, φέρε μου το δίχτυ της ψαριάς, τον γάιδαρο που φυλάει τα πρόβατα, δυο ζωντανούς λαγούς και άσε τα υπόλοιπα σε μένα, σου υπόσχομαι δεν θα σε απογοητεύσω”.</p><br><p>Ο πατέρας της, της έφερε ό,τι του είχε ζητήσει. Εκείνη τυλίχτηκε με το δίχτυ και ανέβηκε στον γάιδαρο, αλλά δεμένη στο πλάι. Πήρε μαζί της και τους λαγούς και φρόντισε να φορά ένα πουκάμισο που το ύφασμά του μόνο είχε κοπεί αλλά δεν είχε ραφτεί. Κι έτσι ξεκίνησε για το παλάτι πηγαίνοντας ακριβώς στη μέση του δρόμου.</p><br><p>Ο αυτοκράτορας είδε από το παράθυρό του την κόρη του να καταφτάνει στο παλάτι σε αυτήν την κατάσταση και ταράχτηκε. Τα σκυλιά της Αυλής άρχισαν να γαβγίζουν δυνατά και όρμησαν καταπάνω της. Η κοπέλα, σαν είδε τα σκυλιά να τρέχουν προς το μέρος της, αμόλησε τους δυο λαγούς και τα σκυλιά άρχισαν αμέσως να τους κυνηγούν. Έτσι η κοπέλα κατευθείαν μπήκε ανενόχλητη μέσα στο παλάτι και είπε:</p><p>Καλή σας ημέρα Εξοχότατε!</p><p>Καλωσήρθες κοπέλα μου… Λοιπόν…; Σου είπα να έρθεις μήτε καβάλα μα μήτε και περπατώντας, της είπε ο αυτοκράτορας ελαφρά σαστισμένος.</p><p>Ήρθα δεμένη στο πλάι του γαϊδάρου.</p><p>Είπα να μην πάρεις τον δρόμο, αλλά να μην βγεις και έξω από αυτόν.</p><p>Κι εγώ ήρθα από εκεί που ο δρόμος χωρίζεται στη μέση.</p><p>Ούτε ντυμένη μα ούτε γυμνή.</p><p>Να, είμαι τυλιγμένη με δίχτυ.</p><p>Να φοράς και να μη φοράς πουκάμισο;</p><p>Τώρα, σχεδόν το τελείωσα, ράβω το τελευταίο μανίκι.</p><p>Να έχεις μαζί σου κυνήγι, αλλά και να μην έχεις.</p><p>Τα σκυλιά σου αυτή τη στιγμή έχουν πάρει στο κατόπι το κυνήγι μου.</p><p>Θα σε παντρευτώ! είπε στο τέλος ο αυτοκράτορας, εμφανώς εντυπωσιασμένος από το κοφτερό μυαλό της κοπέλας.</p><p>Όπως θέλετε Μεγαλειότατε. Αλλά, αν θα έρθει κάποτε η μέρα που δεν θα αποδώσετε σωστά δικαιοσύνη, θα το κάνω εγώ, σύμφωνοι;</p><p>Σύμφωνοι, απάντησε ο αυτοκράτορας.</p><br><p>Κάλεσε όλους τους άρχοντες και τις αρχόντισσες του τόπου και διοργάνωσε έναν πραγματικά αυτοκρατορικό γάμο.</p><br><p>Δεν θα είχε περάσει μήνας από τον γάμο και στην επαρχία οργανωνόταν ένα μεγάλο πανηγύρι, το μεγαλύτερο της περιοχής. Ο αυτοκράτορας άφησε πίσω στο παλάτι τη γυναίκα του μονάχη της και πήγε μόνος του στο πανηγύρι. Καθώς εκείνη στεκόταν στο παράθυρό της και χάζευε έξω, είδε να περνάει ένας χωρικός με την αγελάδα του και το μοσχαράκι της. Αργότερα, σαν κόντευε να βραδιάσει εντελώς πια, η κοπέλα ξαναείδε τον χωρικό ο οποίος αυτή τη φορά έκλαιγε δυνατά και είχε μαζί του μόνο την αγελάδα του αλλά όχι το μοσχαράκι. Η αυτοκράτειρα τότε ζήτησε να της φέρουν μπροστά της τον χωρικό:</p><p>Γιατί κλαις άνθρωπέ μου; τον ρώτησε.</p><p>Πώς να μην κλαίω Εξοχοτάτη; Είχα εγώ εκεί το μοσχαράκι μου, πάω που λέτε στο πανηγύρι και να σου μπροστά μου κάτι Τούρκοι μου το παίρνουν, γιατί λέει οι δικές τους οι φοράδες το είχαν γεννήσει.</p><p>Μα δεν ήταν εκεί ο αυτοκράτορας να διευθετήσει το ζήτημα; ρώτησε ταραγμένη η αυτοκράτειρα.</p><p>Ήταν Μεγαλειοτάτη, μεγάλη η χάρη σας. Αλλά είπε πως αυτοί είχαν δίκιο.</p><br><p>Η αυτοκράτειρα είπε τότε στον χωρικό να επιστρέψει πάλι την επόμενη ημέρα και ν΄ απαιτήσει να γίνει δίκη, μιας και ο αυτοκράτορας θα γύριζε στο παλάτι από το πανηγύρι εκείνο το βράδυ: “Θα είμαι κι εγώ εκεί”, πρόσθεσε και τον δασκάλεψε τι να πει στη δίκη.</p><br><p>Το επόμενο πρωί, πριν καλά καλά ξημερώσει, ο χωρικός παρουσιάστηκε στο δικαστήριο και ζήτησε να μιλήσει με τον αυτοκράτορα. Εκείνος τον δέχτηκε στα ιδιωτικά του διαμερίσματα:</p><p>Καλή σας ημέρα Μεγαλειότατε, είπε ο χωρικός.</p><p>Να ‘σαι καλά. Τι σε φέρνει εδώ και μάλιστα τόσο νωρίς;</p><p>Μεγάλη η χάρη σου Εξοχότατε, άκου το πρόβλημά μου. Έχω έναν δεντρόκηπο, ο Θεός να τον ευλογεί Άρχοντά μου, που φτάνει μέχρι το ποτάμι. Πάω κι εγώ εκεί τα πρόβατά μου να βοσκήσουν και να πιουν νερό. Μια μέρα που λέτε, βγαίνει από το νερό ένας κυπρίνος και μου τρώει όλο το κοπάδι!</p><p>Μα τι είναι αυτές οι ανοησίες που μου ξεφουρνίζεις χωρικέ; Μήπως δεν είσαι στα καλά σου; Πώς μπορεί ένας κυπρίνος να φάει ολόκληρο κοπάδι πρόβατα;</p><p>Να με συγχωρεί η Εξοχότητά σας, αλλά τότε πώς μπορούν οι φοράδες των Τούρκων να έχουν γεννήσει το μοσχάρι μου;</p><br><p>Ακούγοντας αυτά τα λόγια, ο αυτοκράτορας απαίτησε αμέσως να μάθει ποιος τον είχε βάλει να του μιλήσει έτσι. Ο χωρικός προσπάθησε να καθυστερήσει αλλάζοντας το θέμα και μακρηγορώντας, αλλά ο αυτοκράτορας τον απείλησε ότι, αν δεν του έλεγε αμέσως ποιος ήταν πίσω από όλα αυτά, πολύ κοντά στα πόδια του θα βρισκόταν σύντομα και το κεφάλι του. Αναγνωρίζοντας τη δυσμενή του θέση τότε ο χωρικός είπε στον αυτοκράτορα ό,τι είχε συμβεί. Σαν άκουσε την ιστορία ο αυτοκράτορας, θύμωσε πάρα πολύ και ζήτησε να του φέρουν μπροστά του αμέσως την αυτοκράτειρα. Εξοργισμένος της είπε:</p><p>Φύγε από το παλάτι μου αμέσως! Πώς τολμάς να αμφισβητείς την κρίση μου;</p><p>Θα φύγω, του είπε ήρεμα η αυτοκράτειρα. Αλλά για χάρη μου, έλα να οργανώσουμε ένα τελευταίο φαγοπότι και μετά θα φύγω όπως μου πρόσταξες.</p><br><p>Ο αυτοκράτορας συμφώνησε και πράγματι οργάνωσε ένα μεγαλόπρεπο φαγοπότι για την&nbsp;αποχώρηση της αυτοκράτειρας. Όταν καταλάγιασε το γλέντι, προς το τέλος της βραδιάς, η αυτοκράτειρα σήκωσε το ποτήρι της και είπε να κάνει μια πρόποση: “Επέτρεψέ μου Μεγαλειότατε να πάρω, σαν φύγω από το παλάτι, αυτό που αγαπώ και εκτιμώ περισσότερο από κάθε τι άλλο μαζί μου”.</p><br><p>Ο αυτοκράτορας συμφώνησε. Το φαγοπότι συνεχίστηκε και η αυτοκράτειρα όλο και έβαζε στον αυτοκράτορα κρασί και όλο του ψιθύριζε γλυκόλογα στ’ αυτί και να σου πάλι το κρασί… μέχρι που ο αυτοκράτορας μέθυσε τόσο πολύ που έπεσε ξερός στο ντιβάνι του.</p><br><p>Η αυτοκράτειρα τότε, μαλακά και τρυφερά τον έβαλε σε&nbsp;μια άμαξα και τον πήγε στο πατρικό της. Το επόμενο πρωί ο αυτοκράτορας ξύπνησε στο πλευρό της αυτοκράτειρας, στο πατρικό της σπίτι όμως. Ρώτησε πού βρισκόταν:</p><p>Στο πατρικό μου Υψηλότατε, μαζί μου.</p><p>Πώς τόλμησες και με απήγαγες από το ίδιο μου το παλάτι;</p><p>Μα εσύ δεν μου έδωσες την άδεια να πάρω μαζί μου από το παλάτι αυτό που αγαπούσα και εκτιμούσα περισσότερο από κάθε τι; Έτσι κι εγώ, μιας και αγαπώ και εκτιμώ εσένα περισσότερο από κάθε τι άλλο στον κόσμο, πήρα εσένα.</p><br><p>Σαν ο αυτοκράτορας άκουσε αυτά τα λόγια η καρδιά του σκίρτησε, φίλησε τρυφερά την αυτοκράτειρά του και της είπε: “Είσαι άξια της αγάπης μου. Ας γυρίσουμε πίσω στο παλάτι και σου υπόσχομαι πως από δω και μπρος η μόνη που θα αποδίδει δικαιοσύνη σε αυτόν τον τόπο, θα είσαι εσύ”.</p><br><p>Από εκείνη την ημέρα κι έπειτα, ο αυτοκράτορας και η αυτοκράτειρα ζούσαν αρμονικά. Και όλες οι αποφάσεις που παίρνονταν ήταν στ’ αλήθεια δίκαιες. Μάλιστα τόσο μακριά έφτασε η φήμη αυτού του τόπου που, πέρα από στεριά και θάλασσα, αυτός ο τόπος έμεινε γνωστός ως η Δίκαιη Αυτοκρατορία.</p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></description>
			<itunes:summary><![CDATA[<p>Πόσες ομοιότητες μπορούμε να βρούμε με τους Ρουμάνους που γνωρίζουν πολύ καλά τη σοφία μιας κοπέλας (γυναίκα δεν τη λες, μόλις δεκάξι) και πόσες μάλλον οι τριγύρω λαοί.</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Δεν περιέχει ευαίσθητο υλικό.</p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>Ηχητικά εφέ: freesound.org</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ</p><br><p>Η Σοφή Αυτοκράτειρα</p><br><p>Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε ένας αυτοκράτορας. Αυτός ο αυτοκράτορας είχε έναν πρωθυπουργό. Μια μέρα ο αυτοκράτορας φώναξε τον πρωθυπουργό του να παρουσιαστεί μπροστά του και τον πρόσταξε να μεταφέρει τα δυο χιλιάδες πρόβατά του στην αγορά την επόμενη ημέρα και να τα πουλήσει. Μόνο που έπρεπε να επιστρέψει πίσω στο παλάτι και με τα χρήματα, αλλά και με τα πρόβατα.</p><br><p>Όταν ο κακόμοιρος ο πρωθυπουργός το άκουσε αυτό, μαζεύτηκε. Πώς θα μπορούσε να πουλήσει τα πρόβατα και να παρουσιάσει και αυτά και τα χρήματα στον αυτοκράτορα;</p><br><p>Χαμένος στις σκέψεις και στη στενοχώρια του, ο πρωθυπουργός γύρισε σπίτι του. Εκεί τον περίμενε η δεκαεξάχρονη κόρη του που, μόλις τον είδε έτσι, αμέσως τον ρώτησε τι του συνέβαινε:</p><p>Πώς να μην είμαι να σκάσω παιδί μου, ο αυτοκράτορας μου είπε να κάνω αυτό κι αυτό.</p><p>Μ΄ αυτό φοβάσαι πατέρα μου; Αυτό δεν είναι τίποτα, έλα μη στενοχωριέσαι. Μόνο κάνε ό,τι σου πω. </p><p>Τι να κάνω δηλαδή κόρη μου;</p><p>Πάρε τα πρόβατα αύριο στην αγορά, αλλά προηγουμένως φρόντισε να τα έχεις κουρέψει όλα. Πούλα το μαλλί, πάρε την πληρωμή σου κι έτσι θα μπορείς να γυρίσεις πίσω στον αυτοκράτορα και με τα πρόβατα και με τα χρήματα.</p><br><p>Όταν ο πρωθυπουργός άκουσε αυτό το σχέδιο, η καρδιά του ξαλάφρωσε. Έτσι, το επόμενο πρωί νωρίς νωρίς, κούρεψε όλα τα πρόβατα και πήγε αυτά και το μαλλί τους στην αγορά. Κατάφερε και πούλησε όλο το μαλλί και σφυρίζοντας ανέμελα, γύρισε πάλι σπίτι με τα χρήματα στην τσέπη και όλα τα πρόβατα στο μαντρί.</p><br><p>Όταν ο αυτοκράτορας έμαθε τι είχε συμβεί, ψύλλοι μπήκαν στ’ αυτιά του και ρώτησε αμέσως τον πρωθυπουργό πώς και σκαρφίστηκε κάτι τέτοιο:</p><p>Έχω μια κόρη Μεγαλειότατε. Εκείνη μου είπε τι να κάνω, μεγάλη η χάρη σου.</p><p>Πήγαινε σπίτι σου, τον διέταξε τότε ο αυτοκράτορας, και πες στην κόρη σου να παρουσιαστεί μπροστά μου ευθύς αμέσως! Αλλά να μην έρθει περπατώντας μήτε έφιππη. Ούτε από τον δρόμο μήτε έξω από αυτόν. Μήτε ντυμένη μήτε χωρίς ρούχα. Να μην κουβαλάει κυνήγι, αλλά να μην έρθει και με άδεια χέρια. Και τέλος να φορά και να μη φορά ένα πουκάμισο.</p><br><p>Για άλλη μια φορά ο πρωθυπουργός γύρισε σπίτι του σκυθρωπός και σε όλον τον δρόμο αναρωτιόταν πώς θα μπορούσε η κόρη του πραγματοποιήσει τις εντολές του αυτοκράτορα. Η κοπέλα, σαν άκουσε τι είχε προστάξει ο αυτοκράτορας, είπε στον πατέρα της: “Πατέρα μου, φέρε μου το δίχτυ της ψαριάς, τον γάιδαρο που φυλάει τα πρόβατα, δυο ζωντανούς λαγούς και άσε τα υπόλοιπα σε μένα, σου υπόσχομαι δεν θα σε απογοητεύσω”.</p><br><p>Ο πατέρας της, της έφερε ό,τι του είχε ζητήσει. Εκείνη τυλίχτηκε με το δίχτυ και ανέβηκε στον γάιδαρο, αλλά δεμένη στο πλάι. Πήρε μαζί της και τους λαγούς και φρόντισε να φορά ένα πουκάμισο που το ύφασμά του μόνο είχε κοπεί αλλά δεν είχε ραφτεί. Κι έτσι ξεκίνησε για το παλάτι πηγαίνοντας ακριβώς στη μέση του δρόμου.</p><br><p>Ο αυτοκράτορας είδε από το παράθυρό του την κόρη του να καταφτάνει στο παλάτι σε αυτήν την κατάσταση και ταράχτηκε. Τα σκυλιά της Αυλής άρχισαν να γαβγίζουν δυνατά και όρμησαν καταπάνω της. Η κοπέλα, σαν είδε τα σκυλιά να τρέχουν προς το μέρος της, αμόλησε τους δυο λαγούς και τα σκυλιά άρχισαν αμέσως να τους κυνηγούν. Έτσι η κοπέλα κατευθείαν μπήκε ανενόχλητη μέσα στο παλάτι και είπε:</p><p>Καλή σας ημέρα Εξοχότατε!</p><p>Καλωσήρθες κοπέλα μου… Λοιπόν…; Σου είπα να έρθεις μήτε καβάλα μα μήτε και περπατώντας, της είπε ο αυτοκράτορας ελαφρά σαστισμένος.</p><p>Ήρθα δεμένη στο πλάι του γαϊδάρου.</p><p>Είπα να μην πάρεις τον δρόμο, αλλά να μην βγεις και έξω από αυτόν.</p><p>Κι εγώ ήρθα από εκεί που ο δρόμος χωρίζεται στη μέση.</p><p>Ούτε ντυμένη μα ούτε γυμνή.</p><p>Να, είμαι τυλιγμένη με δίχτυ.</p><p>Να φοράς και να μη φοράς πουκάμισο;</p><p>Τώρα, σχεδόν το τελείωσα, ράβω το τελευταίο μανίκι.</p><p>Να έχεις μαζί σου κυνήγι, αλλά και να μην έχεις.</p><p>Τα σκυλιά σου αυτή τη στιγμή έχουν πάρει στο κατόπι το κυνήγι μου.</p><p>Θα σε παντρευτώ! είπε στο τέλος ο αυτοκράτορας, εμφανώς εντυπωσιασμένος από το κοφτερό μυαλό της κοπέλας.</p><p>Όπως θέλετε Μεγαλειότατε. Αλλά, αν θα έρθει κάποτε η μέρα που δεν θα αποδώσετε σωστά δικαιοσύνη, θα το κάνω εγώ, σύμφωνοι;</p><p>Σύμφωνοι, απάντησε ο αυτοκράτορας.</p><br><p>Κάλεσε όλους τους άρχοντες και τις αρχόντισσες του τόπου και διοργάνωσε έναν πραγματικά αυτοκρατορικό γάμο.</p><br><p>Δεν θα είχε περάσει μήνας από τον γάμο και στην επαρχία οργανωνόταν ένα μεγάλο πανηγύρι, το μεγαλύτερο της περιοχής. Ο αυτοκράτορας άφησε πίσω στο παλάτι τη γυναίκα του μονάχη της και πήγε μόνος του στο πανηγύρι. Καθώς εκείνη στεκόταν στο παράθυρό της και χάζευε έξω, είδε να περνάει ένας χωρικός με την αγελάδα του και το μοσχαράκι της. Αργότερα, σαν κόντευε να βραδιάσει εντελώς πια, η κοπέλα ξαναείδε τον χωρικό ο οποίος αυτή τη φορά έκλαιγε δυνατά και είχε μαζί του μόνο την αγελάδα του αλλά όχι το μοσχαράκι. Η αυτοκράτειρα τότε ζήτησε να της φέρουν μπροστά της τον χωρικό:</p><p>Γιατί κλαις άνθρωπέ μου; τον ρώτησε.</p><p>Πώς να μην κλαίω Εξοχοτάτη; Είχα εγώ εκεί το μοσχαράκι μου, πάω που λέτε στο πανηγύρι και να σου μπροστά μου κάτι Τούρκοι μου το παίρνουν, γιατί λέει οι δικές τους οι φοράδες το είχαν γεννήσει.</p><p>Μα δεν ήταν εκεί ο αυτοκράτορας να διευθετήσει το ζήτημα; ρώτησε ταραγμένη η αυτοκράτειρα.</p><p>Ήταν Μεγαλειοτάτη, μεγάλη η χάρη σας. Αλλά είπε πως αυτοί είχαν δίκιο.</p><br><p>Η αυτοκράτειρα είπε τότε στον χωρικό να επιστρέψει πάλι την επόμενη ημέρα και ν΄ απαιτήσει να γίνει δίκη, μιας και ο αυτοκράτορας θα γύριζε στο παλάτι από το πανηγύρι εκείνο το βράδυ: “Θα είμαι κι εγώ εκεί”, πρόσθεσε και τον δασκάλεψε τι να πει στη δίκη.</p><br><p>Το επόμενο πρωί, πριν καλά καλά ξημερώσει, ο χωρικός παρουσιάστηκε στο δικαστήριο και ζήτησε να μιλήσει με τον αυτοκράτορα. Εκείνος τον δέχτηκε στα ιδιωτικά του διαμερίσματα:</p><p>Καλή σας ημέρα Μεγαλειότατε, είπε ο χωρικός.</p><p>Να ‘σαι καλά. Τι σε φέρνει εδώ και μάλιστα τόσο νωρίς;</p><p>Μεγάλη η χάρη σου Εξοχότατε, άκου το πρόβλημά μου. Έχω έναν δεντρόκηπο, ο Θεός να τον ευλογεί Άρχοντά μου, που φτάνει μέχρι το ποτάμι. Πάω κι εγώ εκεί τα πρόβατά μου να βοσκήσουν και να πιουν νερό. Μια μέρα που λέτε, βγαίνει από το νερό ένας κυπρίνος και μου τρώει όλο το κοπάδι!</p><p>Μα τι είναι αυτές οι ανοησίες που μου ξεφουρνίζεις χωρικέ; Μήπως δεν είσαι στα καλά σου; Πώς μπορεί ένας κυπρίνος να φάει ολόκληρο κοπάδι πρόβατα;</p><p>Να με συγχωρεί η Εξοχότητά σας, αλλά τότε πώς μπορούν οι φοράδες των Τούρκων να έχουν γεννήσει το μοσχάρι μου;</p><br><p>Ακούγοντας αυτά τα λόγια, ο αυτοκράτορας απαίτησε αμέσως να μάθει ποιος τον είχε βάλει να του μιλήσει έτσι. Ο χωρικός προσπάθησε να καθυστερήσει αλλάζοντας το θέμα και μακρηγορώντας, αλλά ο αυτοκράτορας τον απείλησε ότι, αν δεν του έλεγε αμέσως ποιος ήταν πίσω από όλα αυτά, πολύ κοντά στα πόδια του θα βρισκόταν σύντομα και το κεφάλι του. Αναγνωρίζοντας τη δυσμενή του θέση τότε ο χωρικός είπε στον αυτοκράτορα ό,τι είχε συμβεί. Σαν άκουσε την ιστορία ο αυτοκράτορας, θύμωσε πάρα πολύ και ζήτησε να του φέρουν μπροστά του αμέσως την αυτοκράτειρα. Εξοργισμένος της είπε:</p><p>Φύγε από το παλάτι μου αμέσως! Πώς τολμάς να αμφισβητείς την κρίση μου;</p><p>Θα φύγω, του είπε ήρεμα η αυτοκράτειρα. Αλλά για χάρη μου, έλα να οργανώσουμε ένα τελευταίο φαγοπότι και μετά θα φύγω όπως μου πρόσταξες.</p><br><p>Ο αυτοκράτορας συμφώνησε και πράγματι οργάνωσε ένα μεγαλόπρεπο φαγοπότι για την&nbsp;αποχώρηση της αυτοκράτειρας. Όταν καταλάγιασε το γλέντι, προς το τέλος της βραδιάς, η αυτοκράτειρα σήκωσε το ποτήρι της και είπε να κάνει μια πρόποση: “Επέτρεψέ μου Μεγαλειότατε να πάρω, σαν φύγω από το παλάτι, αυτό που αγαπώ και εκτιμώ περισσότερο από κάθε τι άλλο μαζί μου”.</p><br><p>Ο αυτοκράτορας συμφώνησε. Το φαγοπότι συνεχίστηκε και η αυτοκράτειρα όλο και έβαζε στον αυτοκράτορα κρασί και όλο του ψιθύριζε γλυκόλογα στ’ αυτί και να σου πάλι το κρασί… μέχρι που ο αυτοκράτορας μέθυσε τόσο πολύ που έπεσε ξερός στο ντιβάνι του.</p><br><p>Η αυτοκράτειρα τότε, μαλακά και τρυφερά τον έβαλε σε&nbsp;μια άμαξα και τον πήγε στο πατρικό της. Το επόμενο πρωί ο αυτοκράτορας ξύπνησε στο πλευρό της αυτοκράτειρας, στο πατρικό της σπίτι όμως. Ρώτησε πού βρισκόταν:</p><p>Στο πατρικό μου Υψηλότατε, μαζί μου.</p><p>Πώς τόλμησες και με απήγαγες από το ίδιο μου το παλάτι;</p><p>Μα εσύ δεν μου έδωσες την άδεια να πάρω μαζί μου από το παλάτι αυτό που αγαπούσα και εκτιμούσα περισσότερο από κάθε τι; Έτσι κι εγώ, μιας και αγαπώ και εκτιμώ εσένα περισσότερο από κάθε τι άλλο στον κόσμο, πήρα εσένα.</p><br><p>Σαν ο αυτοκράτορας άκουσε αυτά τα λόγια η καρδιά του σκίρτησε, φίλησε τρυφερά την αυτοκράτειρά του και της είπε: “Είσαι άξια της αγάπης μου. Ας γυρίσουμε πίσω στο παλάτι και σου υπόσχομαι πως από δω και μπρος η μόνη που θα αποδίδει δικαιοσύνη σε αυτόν τον τόπο, θα είσαι εσύ”.</p><br><p>Από εκείνη την ημέρα κι έπειτα, ο αυτοκράτορας και η αυτοκράτειρα ζούσαν αρμονικά. Και όλες οι αποφάσεις που παίρνονταν ήταν στ’ αλήθεια δίκαιες. Μάλιστα τόσο μακριά έφτασε η φήμη αυτού του τόπου που, πέρα από στεριά και θάλασσα, αυτός ο τόπος έμεινε γνωστός ως η Δίκαιη Αυτοκρατορία.</p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></itunes:summary>
		</item>
		<item>
			<title>Ο Γκρίζος</title>
			<itunes:title>Ο Γκρίζος</itunes:title>
			<pubDate>Mon, 26 Apr 2021 07:40:01 GMT</pubDate>
			<itunes:duration>16:41</itunes:duration>
			<enclosure url="https://sphinx.acast.com/p/open/s/6013ebce985ab977d52addcc/e/60856850873bfb03690f3cfb/media.mp3" length="15140501" type="audio/mpeg"/>
			<guid isPermaLink="false">60856850873bfb03690f3cfb</guid>
			<itunes:explicit>false</itunes:explicit>
			<link>https://www.karakaxa.org/%CE%B5%CF%80%CE%B5%CE%B9%CF%83%CF%8C%CE%B4%CE%B9%CE%B1</link>
			<acast:episodeId>60856850873bfb03690f3cfb</acast:episodeId>
			<acast:showId>6013ebce985ab977d52addcc</acast:showId>
			<acast:episodeUrl>mitos24</acast:episodeUrl>
			<acast:settings><![CDATA[FYjHyZbXWHZ7gmX8Pp1rmbKbhgrQiwYShz70Q9/ffXZMTtedvdcRQbP4eiLMjXzCKLPjEYLpGj+NMVKa+5C8pL4u/EOj1Vw4h5MMJYp0lCcFAe0fnxBJy/1ju4Qxy1fh8gO4DvlGA40yms2g0/hOkcrfHIopjTygHFqGwwOPKFIai4SuTvs86Lx3UYCyl6Zs+WO4fC9bB8/2bSJALEZpunHdJA38/ZCmkJMYOTmjFjo8eW7TNBy8m/muaYisK5dVQegdREXRdAatZAyH9tUp3+9SBkRyBlKQBQT2B2Nq3liIu8xkjvWxTZaY7YB8bNbC]]></acast:settings>
			<itunes:subtitle>Μίτος</itunes:subtitle>
			<itunes:episodeType>full</itunes:episodeType>
			<itunes:episode>24</itunes:episode>
			<itunes:image href="https://assets.pippa.io/shows/undefined/1611917894468-781f140f26a7dcc628861a642c7fffe3.jpeg"/>
			<description><![CDATA[<p>Οι Ισλανδοί παρότι έχουν πλούσια προ-χριστιανική μυθολογία, έχουν και τη μετα-Χριστιανική η οποία βασίζεται στην... πονηριά του λαού της.</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Περιέχει προσομοίωση αυτοκτονίας </p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>Ηχητικά εφέ: freesound.org</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ</p><br><p>Ο Γκρίζος</p><br><p>Κάποτε, σ΄ έναν τόπο μακρινό, ζούσε ένας βασιλιάς και μια βασίλισσα στο κάστρο τους κι ένας γέρος χωρικός με τη γυναίκα του στο καλυβάκι τους. Ο βασιλιάς είχε πολλά ζωντανά και γη και μια μονάκριβη κόρη που ζούσε με τις κοπέλες της Αυλής της σε ένα φανταχτερό σπίτι στον κήπο του βασιλιά. Ο χωρικός ήταν φτωχός χωρίς παιδιά και το μόνο που είχε να ζει αυτόν και τη γυναίκα του ήταν μια αγελάδα.</p><br><p>Μια μέρα ο χωρικός πήγε στην εκκλησία. Ο ιερέας μίλησε για την αξία της προσφοράς στους συνανθρώπους μας και πώς αυτό θα ανταπέδιδε χίλια δυο καλά στο κοντινό μέλλον. Σαν ο γέρος επέστρεψε σπίτι του μετά τη λειτουργία, η γυναίκα του τον ρώτησε τι καλά πράγματα είχε ακούσει. Εκείνος της απάντησε πως ο ιερέας είπε ότι, όποιος ήταν γενναιόδωρος θα του επέστρεφε πίσω το καλό που έκανε και μάλιστα επί χίλια. Η γυναίκα κοίταξε τον άντρα της και του είπε πως μάλλον λάθος θα είχε καταλάβει. Αλλά ο άνδρας ήταν ανένδοτος. Έτσι οι δυο τους λογομάχησαν για λίγο πάνω σε αυτό, ο καθένας εμμένοντας στη θέση του. </p><br><p>Την επόμενη μέρα ο άνδρας προσέλαβε αρκετούς άνδρες για να του χτίσουν έναν στάβλο τόσο μεγάλο που να μπορεί να χωρέσει ίσα και με χίλιες αγελάδες. Στη γυναίκα του αυτό δεν άρεσε καθόλου, αλλά δεν μπορούσε να κάνει και τίποτα για να τον σταματήσει. </p><br><p>Σαν χτίστηκε ο στάβλος, ο γέρος άνδρας άρχισε να σχεδιάζει πού να δώσει την αγελάδα του για να του επιστραφούν χίλιες ως ανταμοιβή για το καλό που θα έκανε και μετά από λίγη σκέψη αποφάσισε πως ο βασιλιάς θα ήταν ο καλύτερος στόχος. Ντρεπόταν και φοβόταν όμως να παρουσιαστεί μπροστά του, έτσι φτωχός που ήταν, και είπε να πάει πρώτα στον ιερέα ο οποίος ζούσε κι αυτός μέσα στα πλούτη: “Σίγουρα ο ιερέας δεν θα πάρει πίσω τον λόγο του”, σκέφτηκε ο άνδρας.</p><br><p>Έβαλε ένα σκοινί γύρω από τον λαιμό της αγελάδας του και τράβηξε για τον ιερέα μη δίνοντας σημασία στις προειδοποιήσεις της γυναίκας του για το κακό που θα τους έβρισκε αν έχαναν τη μοναδική τους αγελάδα. Βρήκε τον ιερέα και του έδωσε την αγελάδα. Εκείνος τον ρώτησε τι σκοπό είχε αυτή η χειρονομία του κι αυτός με τη σειρά του του εξήγησε γιατί το έκανε. Ο ιερέας τότε ενοχλήθηκε και μάλωσε τον φτωχό χωρικό: “Δεν κατάλαβες λέξη από αυτά που είπα”, του είπε και τον έστειλε πίσω σπίτι του με την αγελάδα του.</p><br><p>Ο άνδρας γύρισε σπίτι του σχεδόν σέρνοντας την αγελάδα, τραβώντας την από τον λαιμό σε όλη τη διαδρομή, στενοχωρημένος με την αντίδραση του ιερέα. Στον δρόμο που πήγαινε τον βρήκε μια τρομερή χιονοθύελλα με μαύρο χιόνι και τόσο σκοτείνιασαν όλα γύρω του, που σύντομα έχασε τον δρόμο του και φοβήθηκε πως θα έχανε, όχι μόνο την αγελάδα του, αλλά και τη ζωή του. </p><br><p>Εκείνη τη στιγμή της απελπισίας του, τον πλησίασε ένας άνδρας μ΄ έναν μεγάλο σάκο στην πλάτη. Ρώτησε τον χωρικό τι δουλειά είχε έξω σέρνοντας την αγελάδα με τέτοια κακοκαιρία και ο&nbsp;χωρικός του εξήγησε. </p><p>“Είναι σχεδόν σίγουρο πως θα χάσεις την αγελάδα σου με αυτόν τον καιρό και μάλλον ούτε κι εσύ θα καταφέρεις να βγεις από εδώ σώος και αβλαβής”, του είπε ο ξένος. Και συνέχισε: “Νομίζω πως είναι προτιμότερο να μου δώσεις εμένα την αγελάδα και να πάρεις εσύ αυτόν τον σάκο που μέσα του έχει σάρκα και οστά. Θα τον κουβαλήσεις πολύ πιο εύκολα μέχρι το σπίτι σου”.</p><br><p>Η συμφωνία έκλεισε. Ο ξένος έφυγε με την αγελάδα του χωρικού και ο αυτός έμεινε να κουβαλά τον σάκο, ο οποίος δεν ήταν και τόσο ελαφρύς. Όταν έφτασε σπίτι του, είπε στη γυναίκα του τι είχε συμβεί στον δρόμο του και της έδειξε τον σάκο. Η γυναίκα του έγινε έξω φρενών και ήταν έτοιμη να τον μαλώσει για τα καλά, αλλά ο άντρας της της ζήτησε να βάλει την κατσαρόλα στη φωτιά και να μην θυμώνει. Εκείνη έκανε όπως της είπε και γέμισε μια κατσαρόλα με νερό ενώ ο άντρας της άρχισε να λύνει τον σάκο. Με το που τον έλυσε τελείως, από μέσα ξεπήδησε ένας ολόκληρος άνδρας ντυμένος στα γκρίζα από πάνω μέχρι κάτω και τους είπε πως καλύτερα να έβρισκαν κάτι άλλο να μαγειρέψουν.</p><br><p>Ο γέρος χωρικός έμεινε άφωνος με αυτό το θέαμα, αλλά η γυναίκα του αμέσως γύρισε στο μέρος του και του είπε θυμωμένα: “Όχι μόνο έδωσες το μοναδικό μας ζώο σε κάποιον ξένο, αλλά μου κουβάλησες κι άλλο στόμα να ταΐσω!”.</p><br><p>Ο χωρικός και η γυναίκα του τότε άρχισαν να μαλώνουν και να φωνάζουν ο ένας στον άλλο, μέχρι που ο Γκρίζος τους διέκοψε λέγοντας πως θα έβγαινε εκείνος έξω να βρει κάτι να φάνε και οι τρεις τους. Βγήκε τότε μέσα στη μαύρη νύχτα και πολύ σύντομα επέστρεψε φέρνοντας μαζί του ένα παχύ κριάρι: “Σφάξτε το και μαγειρέψτε το να το φάμε”, τους είπε.</p><br><p>Αυτό το κρέας τους έθρεψε αρκετές μέρες και έτρωγαν όλοι καλά και σαν τελείωσε αυτό, ο Γκρίζος έφερε κι άλλο ένα και μετά κι άλλο κι άλλο. Έτσι είχαν πάντα αρκετό αρνίσιο κρέας που τους κράτησε πολλούς μήνες.</p><br><p>Όσο συνέβαιναν αυτά, ο βοσκός του βασιλιά άρχισε να παρατηρεί ότι τα κριάρια άρχιζαν να λιγοστεύουν στο κοπάδι. Μιας και δεν καταλάβαινε τι το προκαλούσε αυτό, πήγε στον βασιλιά και του είπε πως πέντε κριάρια είχαν εξαφανιστεί από το κοπάδι. </p><p>“Δεν ξέρω πώς συνέβη κάτι τέτοιο”, είπε ο βοσκός, “χάθηκαν το ένα μετά το άλλο. Έχω αρχίσει να σκέφτομαι πως μάλλον υπάρχουν κλέφτες στην περιοχή”. </p><br><p>Ο βασιλιάς αργότερα έμαθε πως υπήρχε ένα νέο μέλος στο καλύβι του φτωχού χωρικού και της γυναίκας του αλλά κανείς δεν ήξερε να του πει κάτι γι΄ αυτόν τον άνδρα. Έτσι έστειλε μήνυμα να παρουσιαστεί μπροστά του αμέσως ο Γκρίζος, και αυτός το έκανε. Σαν επέστρεψε στην καλύβα του χωρικού, εκείνος και η γυναίκα του τον υποδέχτηκαν θερμά και τον ρώτησαν τι τον ήθελε ο βασιλιάς:</p><p>Ο βασιλιάς με κατηγόρησε πως του έκλεψα πέντε κριάρια από το κοπάδι του, αλλά είναι διατεθημένος να με συγχωρέσει αν καταφέρω να κλέψω και το πεντάχρονο βόδι του αύριο όταν θα βγει να βοσκήσει στο λιβάδι. Αν δεν τα καταφέρω, είπε, θα με κρεμάσει.</p><p>Συμφορά μας! Τι μπορούμε να κάνουμε για να σε βοηθήσουμε;</p><p>Αύριο το πρωί να έχετε απλά έτοιμο για μένα ένα σκοινί, τους απάντησε ο Γκρίζος και πήγε για ύπνο.</p><br><p>Το επόμενο πρωί, ο Γκρίζος πήρε το σκοινί και κατευθύνθηκε προς τους λόφους. Ήξερε ότι από εκεί θα περνούσαν οι άνδρες του βασιλιά και κρεμάστηκε από έναν γκρεμό, στο μονοπάτι ανάμεσα&nbsp;στους λόφους. Δεν πέρασε και πολλή ώρα, φάνηκαν και οι άνδρες του βασιλιά που, σαν είδαν τον Γκρίζο κρεμασμένο είπαν: “Να ο Γκρίζος, κάποιος τον κρέμασε κιόλας. Δεν χρειάζεται να ανησυχούμε πια μήπως και μας κλέψει το βόδι”. Και συνέχισαν τον δρόμο τους&nbsp;χωρίς να τον ξανακοιτάξουν. </p><br><p>Όταν χάθηκαν από τα μάτια του, ο Γκρίζος κατέβηκε από τον γκρεμό και πήρε κάτι μυστικούς δρόμους και μονοπάτια μέχρι που βρέθηκε πάλι να προπορεύεται των ανδρών του βασιλιά. Για άλλη μια φορά κρεμάστηκε από τον γκρεμό που έβλεπε στο μονοπάτι και περίμενε. Οι άνδρες του βασιλιά, σαν πλησίασαν και τον είδαν πάλι να κρέμεται, αναφώνησαν όλο έκπληξη: “Μα είναι δυνατόν να υπάρχουν δύο Γκρίζοι; Ας πάμε πάλι πίσω να δούμε αν ο άλλος είναι ακόμη εκεί”. </p><br><p>Έδεσαν το βόδι σ΄ έναν μεγάλο βράχο και κίνησαν να πάνε από εκεί που είχαν έρθει. Μα σαν χάθηκαν στη στροφή, ο Γκρίζος λύθηκε, πήδηξε στο έδαφος, έλυσε και το βόδι και το πήγε μέχρι το καλύβι του χωρικού και της γυναίκας του. Τους είπε να σφάξουν το βόδι, να το γδάρουν χωρίς να χαλάσουν το δέρμα και από το λίπος του να φτιάξουν κεριά. Το ζευγάρι ενθουσιασμένο ακολούθησε τις οδηγίες του. </p><br><p>Οι άνδρες του βασιλιά δεν βρήκαν τον Γκρίζο στην πρώτη θέση όπου τον είχαν δει κρεμασμένο. Πήγαν τότε και στη δεύτερη αλλά ούτε τον Γκρίζο είδαν ούτε και το βόδι. Μην έχοντας τι άλλο να κάνουν, πήγαν στον βασιλιά και του είπαν τι κόλπο τους είχε παίξει ο Γκρίζος. Ο βασιλιάς τότε φώναξε τον Γκρίζο να ξαναπαρουσιαστεί μπροστά του:</p><p>Εσύ πήρες το βόδι μου;</p><p>Εσείς με προκαλέσατε να το πάρω Υψηλότατε, δεν θυμάστε; του απάντησε ο Γκρίζος.</p><p>Θα σε συγχωρέσω αν απόψε καταφέρεις να κλέψεις τα σεντόνια του κρεβατιού που κοιμάμαι εγώ με τη βασίλισσα. Αν δεν τα καταφέρεις, η ζωή σου μου ανήκει.</p><br><p>Ο Γκρίζος επέστρεψε τότε στην καλύβα του γέρου χωρικού και αυτός και η γυναίκα του πολύ χάρηκαν που τον είδαν ζωντανό. Ο Γκρίζος τότε πήρε κάμποσο αλεύρι και το έδωσε στη γυναίκα του χωρικού λέγοντάς της να του φτιάξει έναν πυχτό χυλό. Όταν εκείνη τον ετοίμασε, ο Γκρίζος τον έβαλε σ΄ έναν κουβά και τον έκλεισε καλά με ένα καπάκι για να μην κρυώσει. Πήρε τότε τον χυλό, τρύπωσε στο παλάτι χωρίς να τον δει κανείς και κρύφτηκε σε μια σκοτεινή γωνιά. </p><br><p>Όλες οι σκοπιές του παλατιού ήταν σ΄ επιφυλακή για τον ερχομό του Γκρίζου και είχαν εντολή να τον συλλάβουν αν φαινόταν πουθενά. Μα σαν οι αυλικοί, ο βασιλιάς και η βασίλισσα κοιμήθηκαν ο Γκρίζος ξεγλύστρησε από την κρυψώνα του, έφτασε μέχρι την κάμαρη του βασιλιά και κατέβασε τα νυχτικά του και αυτά της βασίλισσας μέχρι τη μέση τους. Έπειτα έχυσε τον χυλό ανάμεσά τους και κρύφτηκε σε μια σκοτεινή γωνιά του δωματίου. </p><br><p>Μόλις η βασίλισσα αισθάνθηκε τον χυλό να την αγγίζει τρόμαξε και ξύπνησε αμέσως τον βασιλιά: “Μα τι είναι αυτό που έκανες στο κρεβάτι μας;”, τον ρώτησε. Ο βασιλιάς της είπε ότι δεν είχε ιδέα τι είχε συμβεί μα, μιας και τα σεντόνια ήταν πια βρώμικα, τα έβγαλε και τα πέταξε στο πάτωμα. Σύντομα μετά, βασιλιάς και βασίλισσα τους είχαν πάλι αποκοιμηθεί. </p><br><p>Ο Γκρίζος πήρε τα σεντόνια, τα δίπλωσε κάτω από τη μασχάλη του και προσεκτικά βγήκε από το παλάτι, μέχρι που έφτασε πάλι στην καλύβα του χωρικού. Είπε σε αυτόν και τη γυναίκα του να βράσουν τα βασιλικά σεντόνια για να καθαρίσουν και να τα χρησιμοποιήσουν στο δικό τους το κρεβάτι. </p><br><p>Το επόμενο πρωί, όταν ο βασιλιάς και η βασίλισσα ξύπνησαν και είδαν ότι τα σεντόνια τους έλειπαν, ο βασιλιάς κατάλαβε ότι σίγουρα αυτό ήταν δουλειά του Γκρίζου και έστειλε να του τον φέρουν μπροστά του. Αυτή τη φορά ο χωρικός και η γυναίκα του ήταν σίγουροι πως ο Γκρίζος ήταν χαμένος και, καθώς ο Γκρίζος αναχώρησε για το παλάτι, εκείνοι έμειναν να τον αποχαιρετούν για πάντα. </p><br><p>Ο Γκρίζος παρουσιάστηκε μπροστά στον βασιλιά, ο οποίος τον ρώτησε:</p><p>Εσύ ήσουν που έκλεψες τα σεντόνια από το κρεβάτι το δικό μου και της βασίλισσας χτες το βράδυ;</p><p>Μα Μεγαλειότατε, αν θυμάστε, εσείς με προκαλέσατε να σας τα κλέψω αλλιώς θα με θανατώνατε.</p><p>Θα σε συγχωρέσω τότε μόνο αν απόψε από το κρεβάτι μας κλέψεις εμένα τον ίδιο και τη βασίλισσα, του είπε ο βασιλιάς, σίγουρος πως ο Γκρίζος αυτή τη φορά θα αποτύγχανε.</p><br><p>Πάλι ο χωρικός και η γυναίκα του χάρηκαν πολύ σαν είδαν τον Γκρίζο να επιστρέφει σώος και αβλαβής στο καλύβι τους. Όταν έπεσε η νύχτα, ο Γκρίζος φόρεσε το καπέλο του χωρικού που ήταν ψηλό με πλατύ γείσο. Έπειτα άνοιξε πολλές τρύπες σε ολόκληρο το καπέλο και μέσα τους έχωσε τα κεριά που είχαν φτιαχτεί από το λίπος του βοδιού. Έβαλε κεριά και στο υπόλοιπο σώμα του, από πάνω μέχρι κάτω. Έτσι, φορώντας το καπέλο και φορτώνοντας τον σάκο από το τομάρι του βοδιού στον ώμο του, μπήκε στην αυλή του βασιλιά και στο εκκλησάκι του κάστρου. Εκεί απόθεσε τον σάκο δίπλα στο ιερό της εκκλησίας, άναψε όλα τα κεριά που είχε πάνω του και βάλθηκε να χτυπάει δυνατά τις καμπάνες. </p><br><p>Ο βασιλιάς και η βασίλισσα ξύπνησαν από τον ήχο των καμπάνων και βγήκαν στο παράθυρό τους να δουν τι συμβαίνει. Είδαν τότε στην είσοδο της εκκλησίας μια παράξενη και φωτεινή φιγούρα. Νομίζοντας πως είχε κατέβει άγγελος από τους ουρανούς για να τους επισκεφτεί, έβαλαν τα καλά τους και κατέβηκαν αμέσως κάτω, γονάτισαν μπροστά του και του ζήτησαν να τους δώσει τη χάρη του και να τους δείξει έλεος. </p><br><p>Εκείνος αποκρίθηκε πως αυτό μπορούσε να το κάνει μόνο στο ιερό της εκκλησίας κι έτσι ο βασιλιάς και η βασίλισσα τον ακολούθησαν μέσα στον ναό. Όταν έφτασαν μπροστά στο ιερό, ο “άγγελος” τους είπε προς έπρεπε να ταπεινωθούν μπροστά στα μάτια του θεού και να δεχτούν να μπουν μέσα στο σακί από ζώο που βρισκόταν δίπλα τους: “Αυτό δεν είναι και τίποτα το τρομερό”, σκέφτηκαν και ευθύς χωθήκαν και οι δυο τους μέσα στον σάκο. Σαν μπήκαν και οι δυο για τα καλά μέσα, ο Γκρίζος έδεσε το άνοιγμα και τους έκλεισε. Ο βασιλιάς τότε ρώτησε τι σήμαιναν όλα αυτά. Ο “άγγελος” του είπε: “Ξέρετε, δεν είμαι άγγελος, είμαι ο Γκρίζος. Τώρα έχω κλέψει και εσάς και τη βασίλισσα”. Άρχισε τότε να σέρνει τον σάκο στο πάτωμα της εκκλησίας και πρόσθεσε: “Αν κάνετε ό,τι σας ζητήσω, μόνο τότε θα σας αφήσω να βγείτε από τον σάκο”. Ο βασιλιάς και η βασίλισσα τον διαβεβαίωσαν πως θα έκαναν ό,τι τους ζητούσε και ο Γκρίζος τότε τους ελευθέρωσε: “Θέλω να παντρευτώ την κόρη σου, το μισό βασίλειο και να κρατήσω στο πλευρό μου τον χωρικό και τη γυναίκα του”. Ο βασιλιάς το υποσχέθηκε και μάλιστα έκαναν και γραπτή συμφωνία για να μην ξεχαστεί ποτέ αυτή η υπόσχεση, ειδικά από τον βασιλιά. </p><br><p>Ο Γκρίζος τότε γύρισε πίσω στον χωρικό και τη γυναίκα του, ντύθηκαν με τα καλύτερα ρούχα και πήγαν όλοι στο παλάτι. Τους υποδέχτηκαν με τιμές και ο Γκρίζος παντρεύτηκε την κόρη του βασιλιά και πήρε και το μισό βασίλειο. </p><br><p>Στο γαμήλιο γλέντι ανακοίνωσε μπροστά σε όλους τους καλεσμένους πως ήταν ο γιος του βασιλιά της γειτονικής χώρας και πως ο ιερέας&nbsp;του είχε διηγηθεί τι είχε συμβεί με τον χωρικό και την αγελάδα του και τον είχε παρακαλέσει να του κάνει αυτή τη χάρη για να μη βγει ψεύτης. Γυρίζοντας τότε στον γερο-χωρικό, του είπε: “Είδες που το δώρο της αγελάδας σου, σου επιστράφηκε χίλιες φορές;”</p><br><p>Ο Γκρίζος έζησε μια μακρά και καλή ζωή με τη γυναίκα του, πήρε και το υπόλοιπο βασίλειο σαν πέθανε ο πεθερός του και βασίλεψε σοφά και καλοσυνάτα μέχρι τον θάνατό του. Ο γέρος χωρικός και η γυναίκα του έζησαν στο πλευρό του ευτυχισμένοι και με όλες τις ανέσεις μέχρι το τέλος της ζωής τους. </p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></description>
			<itunes:summary><![CDATA[<p>Οι Ισλανδοί παρότι έχουν πλούσια προ-χριστιανική μυθολογία, έχουν και τη μετα-Χριστιανική η οποία βασίζεται στην... πονηριά του λαού της.</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Περιέχει προσομοίωση αυτοκτονίας </p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>Ηχητικά εφέ: freesound.org</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ</p><br><p>Ο Γκρίζος</p><br><p>Κάποτε, σ΄ έναν τόπο μακρινό, ζούσε ένας βασιλιάς και μια βασίλισσα στο κάστρο τους κι ένας γέρος χωρικός με τη γυναίκα του στο καλυβάκι τους. Ο βασιλιάς είχε πολλά ζωντανά και γη και μια μονάκριβη κόρη που ζούσε με τις κοπέλες της Αυλής της σε ένα φανταχτερό σπίτι στον κήπο του βασιλιά. Ο χωρικός ήταν φτωχός χωρίς παιδιά και το μόνο που είχε να ζει αυτόν και τη γυναίκα του ήταν μια αγελάδα.</p><br><p>Μια μέρα ο χωρικός πήγε στην εκκλησία. Ο ιερέας μίλησε για την αξία της προσφοράς στους συνανθρώπους μας και πώς αυτό θα ανταπέδιδε χίλια δυο καλά στο κοντινό μέλλον. Σαν ο γέρος επέστρεψε σπίτι του μετά τη λειτουργία, η γυναίκα του τον ρώτησε τι καλά πράγματα είχε ακούσει. Εκείνος της απάντησε πως ο ιερέας είπε ότι, όποιος ήταν γενναιόδωρος θα του επέστρεφε πίσω το καλό που έκανε και μάλιστα επί χίλια. Η γυναίκα κοίταξε τον άντρα της και του είπε πως μάλλον λάθος θα είχε καταλάβει. Αλλά ο άνδρας ήταν ανένδοτος. Έτσι οι δυο τους λογομάχησαν για λίγο πάνω σε αυτό, ο καθένας εμμένοντας στη θέση του. </p><br><p>Την επόμενη μέρα ο άνδρας προσέλαβε αρκετούς άνδρες για να του χτίσουν έναν στάβλο τόσο μεγάλο που να μπορεί να χωρέσει ίσα και με χίλιες αγελάδες. Στη γυναίκα του αυτό δεν άρεσε καθόλου, αλλά δεν μπορούσε να κάνει και τίποτα για να τον σταματήσει. </p><br><p>Σαν χτίστηκε ο στάβλος, ο γέρος άνδρας άρχισε να σχεδιάζει πού να δώσει την αγελάδα του για να του επιστραφούν χίλιες ως ανταμοιβή για το καλό που θα έκανε και μετά από λίγη σκέψη αποφάσισε πως ο βασιλιάς θα ήταν ο καλύτερος στόχος. Ντρεπόταν και φοβόταν όμως να παρουσιαστεί μπροστά του, έτσι φτωχός που ήταν, και είπε να πάει πρώτα στον ιερέα ο οποίος ζούσε κι αυτός μέσα στα πλούτη: “Σίγουρα ο ιερέας δεν θα πάρει πίσω τον λόγο του”, σκέφτηκε ο άνδρας.</p><br><p>Έβαλε ένα σκοινί γύρω από τον λαιμό της αγελάδας του και τράβηξε για τον ιερέα μη δίνοντας σημασία στις προειδοποιήσεις της γυναίκας του για το κακό που θα τους έβρισκε αν έχαναν τη μοναδική τους αγελάδα. Βρήκε τον ιερέα και του έδωσε την αγελάδα. Εκείνος τον ρώτησε τι σκοπό είχε αυτή η χειρονομία του κι αυτός με τη σειρά του του εξήγησε γιατί το έκανε. Ο ιερέας τότε ενοχλήθηκε και μάλωσε τον φτωχό χωρικό: “Δεν κατάλαβες λέξη από αυτά που είπα”, του είπε και τον έστειλε πίσω σπίτι του με την αγελάδα του.</p><br><p>Ο άνδρας γύρισε σπίτι του σχεδόν σέρνοντας την αγελάδα, τραβώντας την από τον λαιμό σε όλη τη διαδρομή, στενοχωρημένος με την αντίδραση του ιερέα. Στον δρόμο που πήγαινε τον βρήκε μια τρομερή χιονοθύελλα με μαύρο χιόνι και τόσο σκοτείνιασαν όλα γύρω του, που σύντομα έχασε τον δρόμο του και φοβήθηκε πως θα έχανε, όχι μόνο την αγελάδα του, αλλά και τη ζωή του. </p><br><p>Εκείνη τη στιγμή της απελπισίας του, τον πλησίασε ένας άνδρας μ΄ έναν μεγάλο σάκο στην πλάτη. Ρώτησε τον χωρικό τι δουλειά είχε έξω σέρνοντας την αγελάδα με τέτοια κακοκαιρία και ο&nbsp;χωρικός του εξήγησε. </p><p>“Είναι σχεδόν σίγουρο πως θα χάσεις την αγελάδα σου με αυτόν τον καιρό και μάλλον ούτε κι εσύ θα καταφέρεις να βγεις από εδώ σώος και αβλαβής”, του είπε ο ξένος. Και συνέχισε: “Νομίζω πως είναι προτιμότερο να μου δώσεις εμένα την αγελάδα και να πάρεις εσύ αυτόν τον σάκο που μέσα του έχει σάρκα και οστά. Θα τον κουβαλήσεις πολύ πιο εύκολα μέχρι το σπίτι σου”.</p><br><p>Η συμφωνία έκλεισε. Ο ξένος έφυγε με την αγελάδα του χωρικού και ο αυτός έμεινε να κουβαλά τον σάκο, ο οποίος δεν ήταν και τόσο ελαφρύς. Όταν έφτασε σπίτι του, είπε στη γυναίκα του τι είχε συμβεί στον δρόμο του και της έδειξε τον σάκο. Η γυναίκα του έγινε έξω φρενών και ήταν έτοιμη να τον μαλώσει για τα καλά, αλλά ο άντρας της της ζήτησε να βάλει την κατσαρόλα στη φωτιά και να μην θυμώνει. Εκείνη έκανε όπως της είπε και γέμισε μια κατσαρόλα με νερό ενώ ο άντρας της άρχισε να λύνει τον σάκο. Με το που τον έλυσε τελείως, από μέσα ξεπήδησε ένας ολόκληρος άνδρας ντυμένος στα γκρίζα από πάνω μέχρι κάτω και τους είπε πως καλύτερα να έβρισκαν κάτι άλλο να μαγειρέψουν.</p><br><p>Ο γέρος χωρικός έμεινε άφωνος με αυτό το θέαμα, αλλά η γυναίκα του αμέσως γύρισε στο μέρος του και του είπε θυμωμένα: “Όχι μόνο έδωσες το μοναδικό μας ζώο σε κάποιον ξένο, αλλά μου κουβάλησες κι άλλο στόμα να ταΐσω!”.</p><br><p>Ο χωρικός και η γυναίκα του τότε άρχισαν να μαλώνουν και να φωνάζουν ο ένας στον άλλο, μέχρι που ο Γκρίζος τους διέκοψε λέγοντας πως θα έβγαινε εκείνος έξω να βρει κάτι να φάνε και οι τρεις τους. Βγήκε τότε μέσα στη μαύρη νύχτα και πολύ σύντομα επέστρεψε φέρνοντας μαζί του ένα παχύ κριάρι: “Σφάξτε το και μαγειρέψτε το να το φάμε”, τους είπε.</p><br><p>Αυτό το κρέας τους έθρεψε αρκετές μέρες και έτρωγαν όλοι καλά και σαν τελείωσε αυτό, ο Γκρίζος έφερε κι άλλο ένα και μετά κι άλλο κι άλλο. Έτσι είχαν πάντα αρκετό αρνίσιο κρέας που τους κράτησε πολλούς μήνες.</p><br><p>Όσο συνέβαιναν αυτά, ο βοσκός του βασιλιά άρχισε να παρατηρεί ότι τα κριάρια άρχιζαν να λιγοστεύουν στο κοπάδι. Μιας και δεν καταλάβαινε τι το προκαλούσε αυτό, πήγε στον βασιλιά και του είπε πως πέντε κριάρια είχαν εξαφανιστεί από το κοπάδι. </p><p>“Δεν ξέρω πώς συνέβη κάτι τέτοιο”, είπε ο βοσκός, “χάθηκαν το ένα μετά το άλλο. Έχω αρχίσει να σκέφτομαι πως μάλλον υπάρχουν κλέφτες στην περιοχή”. </p><br><p>Ο βασιλιάς αργότερα έμαθε πως υπήρχε ένα νέο μέλος στο καλύβι του φτωχού χωρικού και της γυναίκας του αλλά κανείς δεν ήξερε να του πει κάτι γι΄ αυτόν τον άνδρα. Έτσι έστειλε μήνυμα να παρουσιαστεί μπροστά του αμέσως ο Γκρίζος, και αυτός το έκανε. Σαν επέστρεψε στην καλύβα του χωρικού, εκείνος και η γυναίκα του τον υποδέχτηκαν θερμά και τον ρώτησαν τι τον ήθελε ο βασιλιάς:</p><p>Ο βασιλιάς με κατηγόρησε πως του έκλεψα πέντε κριάρια από το κοπάδι του, αλλά είναι διατεθημένος να με συγχωρέσει αν καταφέρω να κλέψω και το πεντάχρονο βόδι του αύριο όταν θα βγει να βοσκήσει στο λιβάδι. Αν δεν τα καταφέρω, είπε, θα με κρεμάσει.</p><p>Συμφορά μας! Τι μπορούμε να κάνουμε για να σε βοηθήσουμε;</p><p>Αύριο το πρωί να έχετε απλά έτοιμο για μένα ένα σκοινί, τους απάντησε ο Γκρίζος και πήγε για ύπνο.</p><br><p>Το επόμενο πρωί, ο Γκρίζος πήρε το σκοινί και κατευθύνθηκε προς τους λόφους. Ήξερε ότι από εκεί θα περνούσαν οι άνδρες του βασιλιά και κρεμάστηκε από έναν γκρεμό, στο μονοπάτι ανάμεσα&nbsp;στους λόφους. Δεν πέρασε και πολλή ώρα, φάνηκαν και οι άνδρες του βασιλιά που, σαν είδαν τον Γκρίζο κρεμασμένο είπαν: “Να ο Γκρίζος, κάποιος τον κρέμασε κιόλας. Δεν χρειάζεται να ανησυχούμε πια μήπως και μας κλέψει το βόδι”. Και συνέχισαν τον δρόμο τους&nbsp;χωρίς να τον ξανακοιτάξουν. </p><br><p>Όταν χάθηκαν από τα μάτια του, ο Γκρίζος κατέβηκε από τον γκρεμό και πήρε κάτι μυστικούς δρόμους και μονοπάτια μέχρι που βρέθηκε πάλι να προπορεύεται των ανδρών του βασιλιά. Για άλλη μια φορά κρεμάστηκε από τον γκρεμό που έβλεπε στο μονοπάτι και περίμενε. Οι άνδρες του βασιλιά, σαν πλησίασαν και τον είδαν πάλι να κρέμεται, αναφώνησαν όλο έκπληξη: “Μα είναι δυνατόν να υπάρχουν δύο Γκρίζοι; Ας πάμε πάλι πίσω να δούμε αν ο άλλος είναι ακόμη εκεί”. </p><br><p>Έδεσαν το βόδι σ΄ έναν μεγάλο βράχο και κίνησαν να πάνε από εκεί που είχαν έρθει. Μα σαν χάθηκαν στη στροφή, ο Γκρίζος λύθηκε, πήδηξε στο έδαφος, έλυσε και το βόδι και το πήγε μέχρι το καλύβι του χωρικού και της γυναίκας του. Τους είπε να σφάξουν το βόδι, να το γδάρουν χωρίς να χαλάσουν το δέρμα και από το λίπος του να φτιάξουν κεριά. Το ζευγάρι ενθουσιασμένο ακολούθησε τις οδηγίες του. </p><br><p>Οι άνδρες του βασιλιά δεν βρήκαν τον Γκρίζο στην πρώτη θέση όπου τον είχαν δει κρεμασμένο. Πήγαν τότε και στη δεύτερη αλλά ούτε τον Γκρίζο είδαν ούτε και το βόδι. Μην έχοντας τι άλλο να κάνουν, πήγαν στον βασιλιά και του είπαν τι κόλπο τους είχε παίξει ο Γκρίζος. Ο βασιλιάς τότε φώναξε τον Γκρίζο να ξαναπαρουσιαστεί μπροστά του:</p><p>Εσύ πήρες το βόδι μου;</p><p>Εσείς με προκαλέσατε να το πάρω Υψηλότατε, δεν θυμάστε; του απάντησε ο Γκρίζος.</p><p>Θα σε συγχωρέσω αν απόψε καταφέρεις να κλέψεις τα σεντόνια του κρεβατιού που κοιμάμαι εγώ με τη βασίλισσα. Αν δεν τα καταφέρεις, η ζωή σου μου ανήκει.</p><br><p>Ο Γκρίζος επέστρεψε τότε στην καλύβα του γέρου χωρικού και αυτός και η γυναίκα του πολύ χάρηκαν που τον είδαν ζωντανό. Ο Γκρίζος τότε πήρε κάμποσο αλεύρι και το έδωσε στη γυναίκα του χωρικού λέγοντάς της να του φτιάξει έναν πυχτό χυλό. Όταν εκείνη τον ετοίμασε, ο Γκρίζος τον έβαλε σ΄ έναν κουβά και τον έκλεισε καλά με ένα καπάκι για να μην κρυώσει. Πήρε τότε τον χυλό, τρύπωσε στο παλάτι χωρίς να τον δει κανείς και κρύφτηκε σε μια σκοτεινή γωνιά. </p><br><p>Όλες οι σκοπιές του παλατιού ήταν σ΄ επιφυλακή για τον ερχομό του Γκρίζου και είχαν εντολή να τον συλλάβουν αν φαινόταν πουθενά. Μα σαν οι αυλικοί, ο βασιλιάς και η βασίλισσα κοιμήθηκαν ο Γκρίζος ξεγλύστρησε από την κρυψώνα του, έφτασε μέχρι την κάμαρη του βασιλιά και κατέβασε τα νυχτικά του και αυτά της βασίλισσας μέχρι τη μέση τους. Έπειτα έχυσε τον χυλό ανάμεσά τους και κρύφτηκε σε μια σκοτεινή γωνιά του δωματίου. </p><br><p>Μόλις η βασίλισσα αισθάνθηκε τον χυλό να την αγγίζει τρόμαξε και ξύπνησε αμέσως τον βασιλιά: “Μα τι είναι αυτό που έκανες στο κρεβάτι μας;”, τον ρώτησε. Ο βασιλιάς της είπε ότι δεν είχε ιδέα τι είχε συμβεί μα, μιας και τα σεντόνια ήταν πια βρώμικα, τα έβγαλε και τα πέταξε στο πάτωμα. Σύντομα μετά, βασιλιάς και βασίλισσα τους είχαν πάλι αποκοιμηθεί. </p><br><p>Ο Γκρίζος πήρε τα σεντόνια, τα δίπλωσε κάτω από τη μασχάλη του και προσεκτικά βγήκε από το παλάτι, μέχρι που έφτασε πάλι στην καλύβα του χωρικού. Είπε σε αυτόν και τη γυναίκα του να βράσουν τα βασιλικά σεντόνια για να καθαρίσουν και να τα χρησιμοποιήσουν στο δικό τους το κρεβάτι. </p><br><p>Το επόμενο πρωί, όταν ο βασιλιάς και η βασίλισσα ξύπνησαν και είδαν ότι τα σεντόνια τους έλειπαν, ο βασιλιάς κατάλαβε ότι σίγουρα αυτό ήταν δουλειά του Γκρίζου και έστειλε να του τον φέρουν μπροστά του. Αυτή τη φορά ο χωρικός και η γυναίκα του ήταν σίγουροι πως ο Γκρίζος ήταν χαμένος και, καθώς ο Γκρίζος αναχώρησε για το παλάτι, εκείνοι έμειναν να τον αποχαιρετούν για πάντα. </p><br><p>Ο Γκρίζος παρουσιάστηκε μπροστά στον βασιλιά, ο οποίος τον ρώτησε:</p><p>Εσύ ήσουν που έκλεψες τα σεντόνια από το κρεβάτι το δικό μου και της βασίλισσας χτες το βράδυ;</p><p>Μα Μεγαλειότατε, αν θυμάστε, εσείς με προκαλέσατε να σας τα κλέψω αλλιώς θα με θανατώνατε.</p><p>Θα σε συγχωρέσω τότε μόνο αν απόψε από το κρεβάτι μας κλέψεις εμένα τον ίδιο και τη βασίλισσα, του είπε ο βασιλιάς, σίγουρος πως ο Γκρίζος αυτή τη φορά θα αποτύγχανε.</p><br><p>Πάλι ο χωρικός και η γυναίκα του χάρηκαν πολύ σαν είδαν τον Γκρίζο να επιστρέφει σώος και αβλαβής στο καλύβι τους. Όταν έπεσε η νύχτα, ο Γκρίζος φόρεσε το καπέλο του χωρικού που ήταν ψηλό με πλατύ γείσο. Έπειτα άνοιξε πολλές τρύπες σε ολόκληρο το καπέλο και μέσα τους έχωσε τα κεριά που είχαν φτιαχτεί από το λίπος του βοδιού. Έβαλε κεριά και στο υπόλοιπο σώμα του, από πάνω μέχρι κάτω. Έτσι, φορώντας το καπέλο και φορτώνοντας τον σάκο από το τομάρι του βοδιού στον ώμο του, μπήκε στην αυλή του βασιλιά και στο εκκλησάκι του κάστρου. Εκεί απόθεσε τον σάκο δίπλα στο ιερό της εκκλησίας, άναψε όλα τα κεριά που είχε πάνω του και βάλθηκε να χτυπάει δυνατά τις καμπάνες. </p><br><p>Ο βασιλιάς και η βασίλισσα ξύπνησαν από τον ήχο των καμπάνων και βγήκαν στο παράθυρό τους να δουν τι συμβαίνει. Είδαν τότε στην είσοδο της εκκλησίας μια παράξενη και φωτεινή φιγούρα. Νομίζοντας πως είχε κατέβει άγγελος από τους ουρανούς για να τους επισκεφτεί, έβαλαν τα καλά τους και κατέβηκαν αμέσως κάτω, γονάτισαν μπροστά του και του ζήτησαν να τους δώσει τη χάρη του και να τους δείξει έλεος. </p><br><p>Εκείνος αποκρίθηκε πως αυτό μπορούσε να το κάνει μόνο στο ιερό της εκκλησίας κι έτσι ο βασιλιάς και η βασίλισσα τον ακολούθησαν μέσα στον ναό. Όταν έφτασαν μπροστά στο ιερό, ο “άγγελος” τους είπε προς έπρεπε να ταπεινωθούν μπροστά στα μάτια του θεού και να δεχτούν να μπουν μέσα στο σακί από ζώο που βρισκόταν δίπλα τους: “Αυτό δεν είναι και τίποτα το τρομερό”, σκέφτηκαν και ευθύς χωθήκαν και οι δυο τους μέσα στον σάκο. Σαν μπήκαν και οι δυο για τα καλά μέσα, ο Γκρίζος έδεσε το άνοιγμα και τους έκλεισε. Ο βασιλιάς τότε ρώτησε τι σήμαιναν όλα αυτά. Ο “άγγελος” του είπε: “Ξέρετε, δεν είμαι άγγελος, είμαι ο Γκρίζος. Τώρα έχω κλέψει και εσάς και τη βασίλισσα”. Άρχισε τότε να σέρνει τον σάκο στο πάτωμα της εκκλησίας και πρόσθεσε: “Αν κάνετε ό,τι σας ζητήσω, μόνο τότε θα σας αφήσω να βγείτε από τον σάκο”. Ο βασιλιάς και η βασίλισσα τον διαβεβαίωσαν πως θα έκαναν ό,τι τους ζητούσε και ο Γκρίζος τότε τους ελευθέρωσε: “Θέλω να παντρευτώ την κόρη σου, το μισό βασίλειο και να κρατήσω στο πλευρό μου τον χωρικό και τη γυναίκα του”. Ο βασιλιάς το υποσχέθηκε και μάλιστα έκαναν και γραπτή συμφωνία για να μην ξεχαστεί ποτέ αυτή η υπόσχεση, ειδικά από τον βασιλιά. </p><br><p>Ο Γκρίζος τότε γύρισε πίσω στον χωρικό και τη γυναίκα του, ντύθηκαν με τα καλύτερα ρούχα και πήγαν όλοι στο παλάτι. Τους υποδέχτηκαν με τιμές και ο Γκρίζος παντρεύτηκε την κόρη του βασιλιά και πήρε και το μισό βασίλειο. </p><br><p>Στο γαμήλιο γλέντι ανακοίνωσε μπροστά σε όλους τους καλεσμένους πως ήταν ο γιος του βασιλιά της γειτονικής χώρας και πως ο ιερέας&nbsp;του είχε διηγηθεί τι είχε συμβεί με τον χωρικό και την αγελάδα του και τον είχε παρακαλέσει να του κάνει αυτή τη χάρη για να μη βγει ψεύτης. Γυρίζοντας τότε στον γερο-χωρικό, του είπε: “Είδες που το δώρο της αγελάδας σου, σου επιστράφηκε χίλιες φορές;”</p><br><p>Ο Γκρίζος έζησε μια μακρά και καλή ζωή με τη γυναίκα του, πήρε και το υπόλοιπο βασίλειο σαν πέθανε ο πεθερός του και βασίλεψε σοφά και καλοσυνάτα μέχρι τον θάνατό του. Ο γέρος χωρικός και η γυναίκα του έζησαν στο πλευρό του ευτυχισμένοι και με όλες τις ανέσεις μέχρι το τέλος της ζωής τους. </p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></itunes:summary>
		</item>
		<item>
			<title>Ο Μακρυλόγχης, ο Πευκοτραβηχτής και ο Βραχορίχτης</title>
			<itunes:title>Ο Μακρυλόγχης, ο Πευκοτραβηχτής και ο Βραχορίχτης</itunes:title>
			<pubDate>Fri, 23 Apr 2021 08:00:04 GMT</pubDate>
			<itunes:duration>20:22</itunes:duration>
			<enclosure url="https://sphinx.acast.com/p/open/s/6013ebce985ab977d52addcc/e/607f0384ab544679fd49be0c/media.mp3" length="19334707" type="audio/mpeg"/>
			<guid isPermaLink="false">607f0384ab544679fd49be0c</guid>
			<itunes:explicit>false</itunes:explicit>
			<link>https://www.karakaxa.org/%CE%B5%CF%80%CE%B5%CE%B9%CF%83%CF%8C%CE%B4%CE%B9%CE%B1</link>
			<acast:episodeId>607f0384ab544679fd49be0c</acast:episodeId>
			<acast:showId>6013ebce985ab977d52addcc</acast:showId>
			<acast:episodeUrl>mitos23</acast:episodeUrl>
			<acast:settings><![CDATA[FYjHyZbXWHZ7gmX8Pp1rmbKbhgrQiwYShz70Q9/ffXZMTtedvdcRQbP4eiLMjXzCKLPjEYLpGj+NMVKa+5C8pL4u/EOj1Vw4h5MMJYp0lCcFAe0fnxBJy/1ju4Qxy1fh8gO4DvlGA40yms2g0/hOkcrfHIopjTygHFqGwwOPKFIai4SuTvs86Lx3UYCyl6Zs+WO4fC9bB8/2bSJALEZpunHdJA38/ZCmkJMYOTmjFjrpTep58rPLaieNczV2xvL/ku0i3neIpkcD/PLXeOcr2NxvReuETSWf6NbXUzGFLjaXvrtPodGbR/sQ8WZF4+N2]]></acast:settings>
			<itunes:subtitle>Μίτος</itunes:subtitle>
			<itunes:episodeType>full</itunes:episodeType>
			<itunes:episode>23</itunes:episode>
			<itunes:image href="https://assets.pippa.io/shows/undefined/1611917894468-781f140f26a7dcc628861a642c7fffe3.jpeg"/>
			<description><![CDATA[<p>Οι Αζόρες μας μιλούν για την αγάπη ενός γιου προς τη μητέρα του και για το πως μια φιλία μπορεί εύκολα να χαλάσει όταν μπει στη μέση η πλεονεξία.</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Δεν περιέχει ευαίσθητο υλικό </p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>Ηχητικά εφέ: freesound.org</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ</p><br><p>Ο Μακρυκλόγχης, ο Πευκοτραβηχτής και ο Βραχορίχτης</p><br><p>Πριν πολύ καιρό ζούσε ένας μεταλλουργός. Το δεξί του μπράτσο ήταν φουσκωτό από τους μύες και η τριχωτή του γροθιά μπορούσε να χτυπήσει τόσο δυνατά που όλοι οι άνδρες του χωριού και της γειτονικής επαρχίας τον θαύμαζαν. Ήταν όμως πολύ οξύθυμος και η γυναίκα του που τον φοβόταν πήρε τον γιο τους, μωρό ακόμα, και κρύφτηκε στο κοντινό δάσος. Ο μεταλλουργός βλέπετε τον τελευταίο καιρό είχε γίνει ακόμη πιο βίαιος και ευερέθιστος, αφού το μωρό έκλαιγε και τον ξυπνούσε τα βράδια.</p><br><p>Βαθιά μέσα στο δάσος, η γυναίκα του μεταλλουργού βρήκε καρπούς και φρούτα να φάει. Έτσι, με τη φροντίδα της, ο γιος της ψήλωνε και δυνάμωνε με τον καλύτερο τρόπο. Σύντομα έγινε μεγάλος και δυνατός και μπορούσε να σκοτώσει μεγάλα θηρία με τα οποία τρεφόταν αυτός και η μάνα του. Η δύναμή του αναπτύχθηκε τόσο πολύ που μπορούσε να σηκώνει ολόκληρους βράχους και να ξεριζώνει ψηλά δέντρα. </p><br><p>Μια μέρα είπε στη μητέρα του: “Αγαπημένη μου μάνα, θα πρέπει να σε αφήσω για λίγο καιρό, θέλω να γυρίσω πίσω στο χωριό που γεννήθηκα. Αντηχούν ακόμη στ’ αυτιά μου οι ιστορίες που μου έχεις πει γι΄ αυτό όλ΄ αυτά τα χρόνια. Θα σε πειράξει πολύ μητερούλα μου αν κάνω αυτό το ταξίδι;” Η μητέρα του, που είχε προβλέψει ότι μια μέρα ο γιος της δεν θα αρκούνταν να ζει μαζί της στο δάσος, πόνεσε αλλά του έδωσε την ευχή της.</p><br><p>Σαν ο νεαρός έφτασε στο χωριό, πήγε κατευθείαν στο σιδηρουργείο. Η μητέρα του του είχε πει τόσες πολλές φορές όλες τις λεπτομέρειες για το&nbsp;μέρος αυτό, που δεν δυσκολεύτηκε καθόλου να το αναγνωρίσει. Αναγνώρισε αμέσως και τον μεταλλουργό που στεκόταν εκεί ως τον πατέρα του γιατί ήταν ακριβώς όπως τον είχε περιγράψει η μητέρα του:</p><p>Καλημέρα, του είπε. Θέλω να μου σφυρηλατήσεις μια σιδερένια ράβδο τόσο ψηλή όσο το ψηλότερο δέντρο μπροστά στο μαγαζί σου.</p><p>Κάποιο λάθος έχουν οι μετρήσεις σου, του είπε ο μεταλλουργός κοιτώντας πρώτα εκείνον και μετά το δέντρο. Δεν ξέρεις τι λες.</p><p>Ναι, ναι, έχεις δίκιο, του είπε ο νεαρός και έκανε ένα βήμα κοντύτερα. Σ’ ευχαριστώ που μου υπόδειξες το λάθος μου. Ήθελα να πω να μου φτιάξεις μια σιδερένια ράβδο διπλάσιου ύψους από το ψηλότερο δέντρο μπροστά στο μαγαζί σου. Και να μου τη φτιάξεις γερή, ε; Θα τη χρησιμοποιήσω για μαγκούρα.</p><br><p>Ο μεταλλουργός κοίταξε καλύτερα τον νεαρό. Όντως φαινόταν ότι μπορούσε να τη χειριστεί. Συμφώνησε αμέσως να του τη φτιάξει και ούτε που είπε κουβέντα για προκαταβολή όπως συνήθιζε: “Και να μου την έχεις έτοιμη την επόμενη εβδομάδα”, πρόσταξε το αγόρι αποχαιρετώντας τον μεταλλουργό. </p><br><p>Το αγόρι γύρισε πίσω στη μάνα του και της είπε τι είχε κάνει: </p><p>Όταν θα πάω να πάρω τη ράβδο μου μάνα, θέλω να είσαι και εσύ εκεί, της είπε σαν τελείωσε την ιστορία του. </p><p>Αχ!, του απάντησε εκείνη, φοβάμαι να πάω. Απ’ ότι μου λες, μάλλον η συμπεριφορά του δεν έχει αλλάξει και πολύ. </p><p>Μην φοβάσαι καρδιά μου, της απάντησε ο γιος της. Εγώ θα είμαι εκεί να σε φροντίσω. Θα φροντίσω να μην σε πειράξει.</p><br><p>Σαν ήρθε το πέρας του χρόνου, οι δυο τους πήγαν μέχρι το χωριό και ο γιος στάθηκε μπροστά στον μεταλλουργό ενώ η μητέρα του πήγε και κρύφτηκε πίσω από κάτι θάμνους εκεί κοντά:</p><p>Καλημέρα μεταλλουργέ, του είπε, είναι έτοιμη η ράβδος μου;</p><p>Ναι, ναι, είναι έτοιμη, του απάντησε με περισσή ευγένεια ο μεταλλουργός, λες και μιλούσε σε παπά. Έστειλα δυο βόδια και όσους άντρες χρειάζονταν να&nbsp;μου τη φέρουν από το εργαστήρι μου.</p><p>Α, αυτό δεν ήταν απαραίτητο, είπε το παιδί. Δεν ήθελα να σας ξεβολέψω.</p><br><p>Όταν έφθασε η ράβδος, ο νεαρός τη σήκωσε και την εξέτασε με τέτοια ευκολία λες και ήταν μαγκούρα βοσκού. Ο μεταλλουργός γούρλωσε τα μάτια και τον κοίταζε με μισάνοικτο στόμα:</p><p>Μπορώ να σε ρωτήσω παλικάρι μου πώς σε λένε, του είπε τότε ο μεταλλουργός προσπαθώντας να μην τρεμουλιάζει η φωνή του.</p><p>Από δω και μπρος θα με λένε Μακρυλόγχη, απάντησε ο νεαρός, και για να ξέρεις, είμαι ο γιος σου. </p><br><p>Έκπληκτος τότε ο μεταλλουργός άκουσε το αγόρι να του διηγείται πώς αυτός και η μητέρα του επιβίωσαν τόσα χρόνια στο δάσος και αμέσως τον σφικταγκάλιασε.</p><p>Είσαι όντως αξιέπαινος γιος! Έλα να μείνεις μαζί μου, θα κάνουμε ζωή χαρισάμενη οι δυο μας, του είπε μιας και υπολόγιζε να τον πάρει να δουλέψει μαζί του.</p><p>Να ‘σαι καλά αλλά δεν μπορώ να χαραμιστώ άλλο εδώ, του απάντησε ο νεαρός κουνώντας αρνητικά το κεφάλι του. Πρέπει να πάω να δω τον κόσμο. Αλλά η μητέρα μου, που είναι κρυμμένη πίσω από τους θάμνους σίγουρα θα αισθάνεται μονάχη της σαν φύγω.</p><br><p>Μόλις το άκουσε αυτό η μητέρα του Μακρυλόγχη, βγήκε από πίσω από τους θάμνους&nbsp;και ο άντρας της ντροπιασμένος την αγκάλιασε τρυφερά και τη φίλησε:</p><p>Μου έλειψες πολύ να ξέρεις όλα αυτά τα χρόνια, της είπε. </p><p>Να ξέρεις, αν δεν της φερθείς καλά θα σε βρω και αλίμονο σου, του είπε τότε ο Μακρυλόγχης. </p><br><p>Ξεκίνησε λοιπόν το ταξίδι του να δει τον κόσμο γυρίζοντας από χώρα σε χώρα. Κάποια στιγμή έφτασε κάπου όπου είδε έναν άνδρα να ξεριζώνει πεύκα από το χώμα λες και ήταν χορτάρι:</p><p>Καλή σου μέρα! του είπε ο Μακρυλόγχης. Πώς σε λένε;</p><p>Το όνομα μου είναι Πευκοτραβηχτής, απάντησε εκείνος. Όπως βλέπεις είμαι πολύ δυνατός, αλλά έχω ακούσει πως στον κόσμο υπάρχει κάποιος πιο δυνατός κι από μένα και τον λένε Μακρυλόγχη.</p><p>Κοιτά να δεις που έτσι λένε εμένα, είπε χαρωπά ο Μακρυλόγχης και πέταξε παιχνιδιάρικα τη ράβδο του στον αέρα και την ξανάπιασε με ευκολία. Σε συμπάθησα, γιατί δεν έρχεσαι μαζί μου να γυρίσουμε όλη τη χώρα; Είμαι σίγουρος πως θα κάνουμε καλή παρέα.</p><br><p>Ο Πευκοτραβηχτής δέχτηκε την πρόσκληση και οι δυο τους ξεκίνησαν παρέα. Δεν πέρασε και πολύς καιρός ώσπου συνάντησαν έναν άνδρα που σήκωνε πελώριους βράχους και τους πετούσε εδώ κι εκεί με τέτοια άνεση λες και σήκωνε βότσαλα:</p><p>Καλημέρα σου, του είπε ο Μακρυλόγχης, πώς σε λένε;</p><p>Εμένα με λένε Βραχορίχτη, του απάντησε ο άνδρας, και όπως βλέπεις είμαι πολύ δυνατός. Μαθαίνω όμως πως κάπου στον κόσμο υπάρχει κάποιος πιο δυνατός κι από εμένα και τον λένε Μακρυλόγχη.</p><p>Κοιτά να δεις που αυτό είναι το όνομά μου, του απάντησε ο Μακρυλόγχης, και από δω είναι ο φίλος μου ο Πευκοτραβηχτής. Νομίζω πως εσύ λείπεις για να ολοκληρωθεί η παρέα. Τι λες, έρχεσαι μαζί μας να ταξιδέψουμε στον κόσμο;</p><br><p>Ο Βραχορίχτης δέχτηκε με χαρά την πρόσκληση κι έτσι οι τρεις τους έγιναν αχώριστοι από εκείνη τη στιγμή. Όπου και να πήγαιναν όλα τους έρχονταν εύκολα, μιας και ήταν τόσο δυνατοί.</p><br><p>Μια μέρα ο Μακρυλόγχης, ο Πευκοτραβηχτής και ο Βραχορίχτης έκατσαν σ΄ έναν βράχο δίπλα στη θάλασσα. Ξάφνου είδαν, στο σημείο απ’ όπου μόλις είχαν περάσει, δυο κορίτσια να πετούν η μία στην άλλη κάτι μικρά γυάλινα τόπια. Σκέφτηκαν ότι αυτό ήταν παράξενο, αλλά μάλλον τα κορίτσια θα έκαναν μπάνιο στη θάλασσα μέχρι τότε και γι αυτό δεν τις είχαν δει όταν περνούσαν από εκεί. Ο Μακρυλόγχης πήγε να τους μιλήσει. Με μια κίνηση του χεριού του έπιασε και τα δυο τόπια στον αέρα. Μόλις τα έβαλε στην τσέπη του, τα κορίτσια εξαφανίστηκαν μονομιάς από μπροστά του και έμεινε μόνος του σ΄ εκείνο το σημείο: “Παράξενο δεν είναι;” είπε σαν γύρισε και αφηγήθηκε στους άλλους δυο τι είχε συμβεί.</p><br><p>Λίγο παρακάτω συνάντησαν ένα μικρό σπίτι. Μιας και δεν φαινόταν κατοικημένο, οι τρεις φίλοι μπήκαν μέσα. Είδαν πως το σπίτι είχε κρεβάτια, πολύ όμορφα και ακριβά έπιπλα και μια πλήρη κουζίνα με πιατικά, κατσαρόλια και τηγάνια: “Μου αρέσει αυτό το σπίτι”, είπε ο Μακρυλόγχης, “θα κάτσω να ξεκουραστώ λίγο, εσείς πηγαίνετε να κυνηγήσετε και όταν γυρίσετε θα σας έχω έτοιμο φαγητό που θα το φτιάξω με ό,τι υπάρχει εδώ”.</p><br><p>Ο Πευκοτραβηχτής και ο Βραχορίχτης βγήκαν να κυνηγήσουν και ο Μακρυλόγχης, αφού ξεκουράστηκε για λίγο σε μια πολυθρόνα, άναψε τη φωτιά στην κουζίνα και σύντομα το νερό έβραζε δίνοντας μια πολύ ζεστή ατμόσφαιρα σε όλο το σπιτάκι. Ο Μακρυλόγχης τότε μαγείρεψε το φαγητό ακριβώς όπως του είχε δείξει τόσες φορές η μητέρα του στο δάσος. Σαν όμως γύρισε για μια στιγμή να φτάσει το αλάτι, οι κατσαρόλες και το τηγάνι δεν ήταν πια στη φωτιά, είχαν κάνει φτερά! Με την άκρη του ματιού του τότε ο Μακρυλόγχης είδε έναν τόσο δα νάνο να χάνεται μέσα στο πάτωμα με το φαγητό του. Ο Μακρυλόγχης αναφώνησε έκπληκτος. Δεν ήταν συνηθισμένος να του κλέβουν το φαγητό κάτω από τη μύτη του.</p><br><p>Μετά από λίγο επέστρεψαν ο Πευκοτραβηχτής με τον Βραχορίχτη με όλους τους λαγούς που είχαν πιάσει. Κοίταξαν τότε τη φωτιά που έσβηνε, τα άδεια κατσαρόλια και τον αποσβολωμένο Μακρυλόγχη:</p><p>Πού είναι το δείπνο μας; τον ρώτησε ο Πευκοτραβηχτής, πεινάω σαν λύκος. Είπες ότι θα ήταν έτοιμο όταν γυρίζαμε.</p><p>Ξέρω τι έγινε! φώναξε ο Βραχορίχτης, το έφαγε όλο μόνος του και δεν άφησε καθόλου για εμάς!</p><br><p>Ο Μακρυλόγχης τους εξήγησε τι είχε συμβεί, μα δυσκολεύτηκε να τους πείσει: “Πολύ καλά, αφού δεν με πιστεύετε, να μείνει εδώ μόνος του ο Πευκοτραβηχτής και να μαγειρέψει τους λαγούς. Εγώ και ο Βραχορίχτης θα πάμε μια μικρή βόλτα εδώ τριγύρω και θα δούμε τι θα γίνει τότε”. Και έτσι έκαναν. Ο Πευκοτραβηχτής έμεινε να μαγειρέψει μόνος του τους λαγούς και σαν έστρεψε το βλέμμα του να βρει το αλάτι, ο μικρός νάνος με τις κόκκινες μπότες βγήκε από κάτω από το τραπέζι και του έκλεψε το φαγητό. Εκείνος προσπάθησε να τον πιάσει, αλλά ο νάνος αστραπιαία βυθίστηκε μέσα στο πάτωμα με το φαγητό μαζί. </p><br><p>Σαν γύρισαν ο Μακρυλόγχης και ο Βραχορίχτης, ο Πευκοτραβηχτής τους διηγήθηκε τι είχε συμβεί και συνέχισε: “Σε πιστεύω τώρα και σου ζητώ συγγνώμη που αμφισβήτησα τα λόγια σου”. Αλλά ο Βραχορίχτης ακόμη δεν είχε πειστεί:</p><p>Όχι, όχι, ξέρω εγώ τι συνέβη, είπε. Πεινούσες τόσο πολύ που έφαγες όλο το στιφάδο μόνος σου και δεν μας περίμενες. Εσύ και ο Μακρυλόγχης τα έχετε συμφωνήσει και εγώ θα μείνω νηστικός απόψε.</p><p>Άσε τον Βραχορίχτη να μείνει μόνος του στην κουζίνα, είπε τότε ο Μακρυλόγχης. Φέραμε κι άλλους λαγούς απ’ έξω, άσε τον να τους μαγειρέψει μόνος του για να δει και ο ίδιος τι θα συμβεί.</p><br><p>Ο Μακρυλόγχης και ο Πευκοτραβηχτής τότε έφυγαν και άφησαν τον Βραχορίχτη να ετοιμάζει το στιφάδο του. Πάλι ο μικρός νάνος με τις κόκκινες μπότες ξεγλύστρησε κάτω από το τραπέζι και έκλεψε το δείπνο όταν ο Βραχορίχτης είχε αλλού την προσοχή του. Σαν γύρισαν οι δυο του φίλοι, κι αυτός με τη σειρά του ζήτησε συγγνώμη από τον Μακρυλόγχη που δεν τον είχε πιστέψει: “Συμβαίνουν όντως παράξενα πράγματα εδώ”, είπε ο Μακρυλόγχης, “και δεν θα ησυχάσω αν δεν βρω πού πήγε ο νάνος με τα κόκκινα μποτάκια και τα φαγητά μας. Ελάτε, βοηθήστε με να σκάψω κάτω από την κουζίνα”.</p><br><p>Μονομιάς ο Πευκοτραβηχτής ξερίζωσε το πάτωμα κάτω από την κουζίνα και ο Βραχορίχτης άρπαξε όλο το χώμα και το πέταξε έξω. Σύντομα είχαν ανοίξει μια τρύπα σαν πηγάδι που οδηγούσε βαθιά μέσα στη γη. Καθώς οι άλλοι δύο έσκαβαν, ο Μακρυλόγχης έφτιαξε από κλαδιά μια πολύ μακριά σκάλα για να κατέβουν μέσα στην τρύπα: “Θα κατέβω εγώ εκεί κάτω”, δήλωσε ο Μακρυλόγχης και οι άλλοι δύο συμφώνησαν αμέσως με την ιδέα. Χαμήλωσαν τότε τη σκάλα και ο Μακρυλόγχης ξεκίνησε την κατάβασή του. Στο τέλος της σκάλας είδε κάτι που έμοιαζε με βαριά και σφραγισμένη πόρτα. Μιας και είχε φέρει μαζί του τη σιδερένια του ράβδο, χτύπησε δυνατά την πόρτα με αυτή: </p><p>Είμαι ο Μακρυλόγχης! Ανοίξτε μου!</p><p>Φύγε γρήγορα από εδώ, ακούστηκε μια φωνή από μέσα. Εδώ ζει το εφτακέφαλο ερπετό και αν σε βρει εδώ τότε τα πράγματα θα σοβαρέψουν πολύ. Θα σε μαγέψει και δεν θα μπορέσεις να φύγεις ποτέ από εδώ.</p><p>Θα ήθελα πολύ να γνωρίσω αυτό το ερπετό, είπε κοροϊδευτικά ο Μακρυλόγχης.</p><br><p>Η βαριά πόρτα άνοιξε διάπλατα και ο Μακρυλόγχης πέρασε μέσα. Τότε άκουσε κάτι σαν δυνατό αέρα και αμέσως μετά ένα σφύριγμα. Στα τυφλά, ο Μακρυλόγχης έδωσε μία με τη σιδερένια ράβδο του και χτύπησε κατακέφαλα το εφτακέφαλο ερπετό πριν αυτό προλάβει να τον μαγέψει. Εκείνο έπεσε στο έδαφος αναίσθητο από το χτύπημα του Μακρυλόγχη.</p><br><p>Με την πρώτη σταγόνα αίματος που έπεσε στο έδαφος από την πληγή του τέρατος, εμφανίστηκε στην πόρτα μια πανέμορφη κοπέλα. Ο Μακρυλόγχης την αναγνώρισε αμέσως, ήταν μία από τις δυο κοπέλες που έπαιζαν με τα γυάλινα τόπια τους στην ακροθαλασσιά. Έβγαλε τα τόπια από την τσέπη του:</p><p>Τα αναγνωρίζεις αυτά; τη ρώτησε.</p><p>Φυσικά, αποκρίθηκε εκείνη. Το ένα ανήκει σ΄ εμένα και το άλλο στην αδερφή μου. Κι αυτή έχει μαγευτεί και είναι πίσω από την πόρτα στην άλλη μεριά.</p><p>Πρώτα θα σε πάρω από αυτό το φρικτό μέρος και μετά θα δούμε τι μπορούμε να κάνουμε και για την αδερφή σου. </p><br><p>Ο Μακρυλόγχης σήκωσε την κοπέλα στα δυνατά του χέρια και άρχισε να ανεβαίνει τη σκάλα: “Περίμενε λίγο”, του είπε η κοπέλα, “νομίζω πως είναι καλύτερα να σου δώσω πίσω και το δικό μου τόπι. Δεν θα μπορώ να μιλήσω όσο το έχεις εσύ μαζί σου, μακριά μου, αλλά πιστεύω ότι εσένα θα σου χρειαστεί περισσότερο”. Έτσι του έδωσε πίσω το γυάλινο τόπι και βιάστηκε να ανέβει τη σκάλα. Σαν έφτασε στην κορυφή, ο Πευκοτραβηχτής και ο Βραχορίχτης είδαν την όμορφη κοπέλα και έμειναν να την κοιτούν με τα στόματα ανοικτά: “Είναι μια μαγεμένη πριγκίπισσα”, τους εξήγησε ο Μακρυλόγχης, “φροντίστε την όσο θα πάω να σώσω και την αδερφή της. Έπειτα θα τις επιστρέψουμε στον πατέρα τους τον βασιλιά, που τόσο καιρό τις νόμιζε για νεκρές”. </p><br><p>Και λέγοντας αυτό, για άλλη μια φορά ο Μακρυλόγχης κατέβηκε τη σκάλα στα βάθη της γης. Το εφτακέφαλο ερπετό κείτονταν ακόμη εκεί που το είχε αφήσει, πέρασε από πάνω του, έφτασε τη δεύτερη πόρτα και τη χτύπησε δυνατά:</p><p>Ποιος είναι; ρώτησε μια φωνή από την άλλη μεριά.</p><p>Είμαι ο Μακρυλόγχης! Άνοιξε!</p><p>Φύγε γρήγορα από εδώ! Εδώ είναι το σπίτι του νάνου με τις κόκκινες μπότες.</p><p>Αυτόν ακριβώς τον νάνο ψάχνω κι εγώ, απάντησε αποφασιστικά ο Μακρυλόγχης και έσφιξε περισσότερο τη ράβδο που του είχε φτιάξει ο πατέρας του μέσα στα δυνατά του χέρια.</p><br><p>Η πόρτα άνοιξε σιγά σιγά και ο Μακρυλόγχης πέρασε μέσα. Άκουσε τα βηματάκια του νάνου, ο οποίος τον κοίταζε έκπληκτος:</p><p>Ας μονομαχήσουμε να δούμε ποιος είναι ο καλύτερος, του είπε τότε ο νάνος. Εσύ πάρε το μαύρο ξίφος κι εγώ θα πάρω το λευκό.</p><p>Δεν νομίζω, είπε απειλητικά ο Μακρυλόγχης. Μάλλον εγώ θα πάρω το λευκό κι εσύ το μαύρο, ειδάλλως δεν θα περιμένω να διαλέξει ο καθένας μας το όπλο του, παρά θα χρησιμοποιήσω αυτό που κρατώ ήδη στο χέρι μου.</p><p>Καλά τότε, είπε ο νάνος που κοιτάζοντας την τεράστια σιδερένια ράβδο ήταν σίγουρος ότι θα τον ισοπέδωνε στα σίγουρα μ΄ ένα χτύπημα. Ας το κάνουμε όπως θες!</p><br><p>Έτσι ο Μακρυλόγχης μονομάχησε με το λευκό ξίφος και ο νάνος με το μαύρο και ήταν τόσο γρήγορος και επιδέξιος που άργησε πολύ να λαβωθεί θανάσιμα από τον Μακρυλόγχη. Σαν έσταξε η πρώτη σταγόνα από το αίμα του στο έδαφος, εμφανίστηκε και η δεύτερη πριγκίπισσα. Τα μάγια είχαν πια λυθεί. Κι εκείνη έδωσε στον Μακρυλόγχη το δικό της τόπι μόλις τον αναγνώρισε. Και ασφαλής πια στα μπράτσα του, ανέβηκε μαζί του μέχρι την κορυφή της σκάλας όπου την περίμενε η αδερφή της με τον Πευκοτραβηχτή και τον Βραχορίχτη: “Αχ! Ξέχασα τη σιδερένια ράβδο μου!”, είπε με αγωνία τότε ο Μακρυλόγχης, “πρέπει να ξαναγυρίσω να την πάρω”. Δεν άφηνε τη ράβδο του από το πλευρό του ούτε όταν κοιμόταν, βλέπετε.</p><br><p>Ξανακατέβηκε τη σκάλα και βρήκε τη ράβδο του εκεί που την είχε αφήσει για να σηκώσει το λευκό ξίφος. Όταν όμως ξαναγύρισε ν΄ ανέβει τη σκάλα, εκείνη είχε εξαφανιστεί. Οι σύντροφοί του τον είχαν ολότελα ξεχάσει, τόσο πολύ ήθελαν για τους εαυτούς τους τις όμορφες πριγκίπισσες. Τράβηξαν τη σκάλα και ήδη βρίσκονταν στο δρόμο για τον βασιλιά, δεν τους ένοιαζε καθόλου πόσο θα του έπαιρνε του Μακρυλόγχη να βγει από εκείνη την τρύπα. </p><br><p>Ο Μακρυλόγχης φώναζε και φώναζε, αλλά μάταια. Τότε θυμήθηκε πως ο νάνος είχε βγει στην επιφάνεια, στην κουζίνα. Πήγε αμέσως και του έδωσε να πιει από το τονωτικό που του είχε βάλει η μάνα του στο παγούρι και ο νάνος συνήλθε. Αμέσως έκανε να φτάσει το λευκό ξίφος για να μονομαχήσει πάλι:</p><p>Μισό λεπτό φίλε, του είπε ο Μακρυλόγχης. Σε νίκησα και τώρα είσαι αιχμάλωτός μου. Θα σε αφήσω όμως ελεύθερο αρκεί να κάνεις κάτι για εμένα. Οδήγησέ με πάλι στην επιφάνεια της γης.</p><p>Αυτό είναι πανεύκολο, του απάντησε ο νάνος. Πάρε το χέρι μου.</p><br><p>Με το που ο Μακρυλόγχης άγγιξε το χέρι του νάνου με τις κόκκινες μπότες, άρχισαν και οι δυο τους να αιωρούνται μέχρι που σύντομα βγήκαν ολότελα από την τρύπα: “Κάνε τώρα και κάτι άλλο για εμένα”, είπε τότε στο νάνο ο Μακρυλόγχης χωρίς να αφήσει το χέρι του, “πήγαινέ με στο παλάτι του βασιλιά”.</p><br><p>Μέσα σε μια στιγμή είχαν κιόλας φτάσει στο παλάτι. Μάλιστα, πριν λίγη ώρα είχαν εμφανιστεί μπροστά στον βασιλιά και οι κόρες του και όλο το παλάτι αντηχούσε από χαρά. Τόσο είχαν ενθουσιαστεί όλοι με την επιστροφή των πριγκιπισσών τους που ούτε που τους ένοιαξε το γεγονός ότι δεν μιλούσαν.</p><br><p>Σαν εμφανίστηκε ο Μακρυλόγχης και ο Πευκοτραβηχτής και ο Βραχορίχτης είδαν το οργισμένο βλέμμα του, άρχισαν να τρέχουν και δεν σταμάτησαν ποτέ, κανείς δεν τους ξαναείδε πια στη χώρα. Πλησίασε ο Μακρυλόγχης και έδωσε πίσω στις κοπέλες τα γυάλινα τόπια τους και, αφού πια μπορούσαν να μιλήσουν, διηγήθηκαν στον πατέρα τους ό,τι τους είχε συμβεί: “Διάλεξε μία από τις θυγατέρες μου να την κάνεις γυναίκα σου”, είπε τότε ο βασιλιάς στον Μακρυλόγχη. Αυτός διάλεξε την πιο όμορφη από τις δυο, παντρεύτηκαν και όταν ο βασιλιάς πέθανε ανέλαβε ολόκληρο το βασίλειο.</p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></description>
			<itunes:summary><![CDATA[<p>Οι Αζόρες μας μιλούν για την αγάπη ενός γιου προς τη μητέρα του και για το πως μια φιλία μπορεί εύκολα να χαλάσει όταν μπει στη μέση η πλεονεξία.</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Δεν περιέχει ευαίσθητο υλικό </p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>Ηχητικά εφέ: freesound.org</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ</p><br><p>Ο Μακρυκλόγχης, ο Πευκοτραβηχτής και ο Βραχορίχτης</p><br><p>Πριν πολύ καιρό ζούσε ένας μεταλλουργός. Το δεξί του μπράτσο ήταν φουσκωτό από τους μύες και η τριχωτή του γροθιά μπορούσε να χτυπήσει τόσο δυνατά που όλοι οι άνδρες του χωριού και της γειτονικής επαρχίας τον θαύμαζαν. Ήταν όμως πολύ οξύθυμος και η γυναίκα του που τον φοβόταν πήρε τον γιο τους, μωρό ακόμα, και κρύφτηκε στο κοντινό δάσος. Ο μεταλλουργός βλέπετε τον τελευταίο καιρό είχε γίνει ακόμη πιο βίαιος και ευερέθιστος, αφού το μωρό έκλαιγε και τον ξυπνούσε τα βράδια.</p><br><p>Βαθιά μέσα στο δάσος, η γυναίκα του μεταλλουργού βρήκε καρπούς και φρούτα να φάει. Έτσι, με τη φροντίδα της, ο γιος της ψήλωνε και δυνάμωνε με τον καλύτερο τρόπο. Σύντομα έγινε μεγάλος και δυνατός και μπορούσε να σκοτώσει μεγάλα θηρία με τα οποία τρεφόταν αυτός και η μάνα του. Η δύναμή του αναπτύχθηκε τόσο πολύ που μπορούσε να σηκώνει ολόκληρους βράχους και να ξεριζώνει ψηλά δέντρα. </p><br><p>Μια μέρα είπε στη μητέρα του: “Αγαπημένη μου μάνα, θα πρέπει να σε αφήσω για λίγο καιρό, θέλω να γυρίσω πίσω στο χωριό που γεννήθηκα. Αντηχούν ακόμη στ’ αυτιά μου οι ιστορίες που μου έχεις πει γι΄ αυτό όλ΄ αυτά τα χρόνια. Θα σε πειράξει πολύ μητερούλα μου αν κάνω αυτό το ταξίδι;” Η μητέρα του, που είχε προβλέψει ότι μια μέρα ο γιος της δεν θα αρκούνταν να ζει μαζί της στο δάσος, πόνεσε αλλά του έδωσε την ευχή της.</p><br><p>Σαν ο νεαρός έφτασε στο χωριό, πήγε κατευθείαν στο σιδηρουργείο. Η μητέρα του του είχε πει τόσες πολλές φορές όλες τις λεπτομέρειες για το&nbsp;μέρος αυτό, που δεν δυσκολεύτηκε καθόλου να το αναγνωρίσει. Αναγνώρισε αμέσως και τον μεταλλουργό που στεκόταν εκεί ως τον πατέρα του γιατί ήταν ακριβώς όπως τον είχε περιγράψει η μητέρα του:</p><p>Καλημέρα, του είπε. Θέλω να μου σφυρηλατήσεις μια σιδερένια ράβδο τόσο ψηλή όσο το ψηλότερο δέντρο μπροστά στο μαγαζί σου.</p><p>Κάποιο λάθος έχουν οι μετρήσεις σου, του είπε ο μεταλλουργός κοιτώντας πρώτα εκείνον και μετά το δέντρο. Δεν ξέρεις τι λες.</p><p>Ναι, ναι, έχεις δίκιο, του είπε ο νεαρός και έκανε ένα βήμα κοντύτερα. Σ’ ευχαριστώ που μου υπόδειξες το λάθος μου. Ήθελα να πω να μου φτιάξεις μια σιδερένια ράβδο διπλάσιου ύψους από το ψηλότερο δέντρο μπροστά στο μαγαζί σου. Και να μου τη φτιάξεις γερή, ε; Θα τη χρησιμοποιήσω για μαγκούρα.</p><br><p>Ο μεταλλουργός κοίταξε καλύτερα τον νεαρό. Όντως φαινόταν ότι μπορούσε να τη χειριστεί. Συμφώνησε αμέσως να του τη φτιάξει και ούτε που είπε κουβέντα για προκαταβολή όπως συνήθιζε: “Και να μου την έχεις έτοιμη την επόμενη εβδομάδα”, πρόσταξε το αγόρι αποχαιρετώντας τον μεταλλουργό. </p><br><p>Το αγόρι γύρισε πίσω στη μάνα του και της είπε τι είχε κάνει: </p><p>Όταν θα πάω να πάρω τη ράβδο μου μάνα, θέλω να είσαι και εσύ εκεί, της είπε σαν τελείωσε την ιστορία του. </p><p>Αχ!, του απάντησε εκείνη, φοβάμαι να πάω. Απ’ ότι μου λες, μάλλον η συμπεριφορά του δεν έχει αλλάξει και πολύ. </p><p>Μην φοβάσαι καρδιά μου, της απάντησε ο γιος της. Εγώ θα είμαι εκεί να σε φροντίσω. Θα φροντίσω να μην σε πειράξει.</p><br><p>Σαν ήρθε το πέρας του χρόνου, οι δυο τους πήγαν μέχρι το χωριό και ο γιος στάθηκε μπροστά στον μεταλλουργό ενώ η μητέρα του πήγε και κρύφτηκε πίσω από κάτι θάμνους εκεί κοντά:</p><p>Καλημέρα μεταλλουργέ, του είπε, είναι έτοιμη η ράβδος μου;</p><p>Ναι, ναι, είναι έτοιμη, του απάντησε με περισσή ευγένεια ο μεταλλουργός, λες και μιλούσε σε παπά. Έστειλα δυο βόδια και όσους άντρες χρειάζονταν να&nbsp;μου τη φέρουν από το εργαστήρι μου.</p><p>Α, αυτό δεν ήταν απαραίτητο, είπε το παιδί. Δεν ήθελα να σας ξεβολέψω.</p><br><p>Όταν έφθασε η ράβδος, ο νεαρός τη σήκωσε και την εξέτασε με τέτοια ευκολία λες και ήταν μαγκούρα βοσκού. Ο μεταλλουργός γούρλωσε τα μάτια και τον κοίταζε με μισάνοικτο στόμα:</p><p>Μπορώ να σε ρωτήσω παλικάρι μου πώς σε λένε, του είπε τότε ο μεταλλουργός προσπαθώντας να μην τρεμουλιάζει η φωνή του.</p><p>Από δω και μπρος θα με λένε Μακρυλόγχη, απάντησε ο νεαρός, και για να ξέρεις, είμαι ο γιος σου. </p><br><p>Έκπληκτος τότε ο μεταλλουργός άκουσε το αγόρι να του διηγείται πώς αυτός και η μητέρα του επιβίωσαν τόσα χρόνια στο δάσος και αμέσως τον σφικταγκάλιασε.</p><p>Είσαι όντως αξιέπαινος γιος! Έλα να μείνεις μαζί μου, θα κάνουμε ζωή χαρισάμενη οι δυο μας, του είπε μιας και υπολόγιζε να τον πάρει να δουλέψει μαζί του.</p><p>Να ‘σαι καλά αλλά δεν μπορώ να χαραμιστώ άλλο εδώ, του απάντησε ο νεαρός κουνώντας αρνητικά το κεφάλι του. Πρέπει να πάω να δω τον κόσμο. Αλλά η μητέρα μου, που είναι κρυμμένη πίσω από τους θάμνους σίγουρα θα αισθάνεται μονάχη της σαν φύγω.</p><br><p>Μόλις το άκουσε αυτό η μητέρα του Μακρυλόγχη, βγήκε από πίσω από τους θάμνους&nbsp;και ο άντρας της ντροπιασμένος την αγκάλιασε τρυφερά και τη φίλησε:</p><p>Μου έλειψες πολύ να ξέρεις όλα αυτά τα χρόνια, της είπε. </p><p>Να ξέρεις, αν δεν της φερθείς καλά θα σε βρω και αλίμονο σου, του είπε τότε ο Μακρυλόγχης. </p><br><p>Ξεκίνησε λοιπόν το ταξίδι του να δει τον κόσμο γυρίζοντας από χώρα σε χώρα. Κάποια στιγμή έφτασε κάπου όπου είδε έναν άνδρα να ξεριζώνει πεύκα από το χώμα λες και ήταν χορτάρι:</p><p>Καλή σου μέρα! του είπε ο Μακρυλόγχης. Πώς σε λένε;</p><p>Το όνομα μου είναι Πευκοτραβηχτής, απάντησε εκείνος. Όπως βλέπεις είμαι πολύ δυνατός, αλλά έχω ακούσει πως στον κόσμο υπάρχει κάποιος πιο δυνατός κι από μένα και τον λένε Μακρυλόγχη.</p><p>Κοιτά να δεις που έτσι λένε εμένα, είπε χαρωπά ο Μακρυλόγχης και πέταξε παιχνιδιάρικα τη ράβδο του στον αέρα και την ξανάπιασε με ευκολία. Σε συμπάθησα, γιατί δεν έρχεσαι μαζί μου να γυρίσουμε όλη τη χώρα; Είμαι σίγουρος πως θα κάνουμε καλή παρέα.</p><br><p>Ο Πευκοτραβηχτής δέχτηκε την πρόσκληση και οι δυο τους ξεκίνησαν παρέα. Δεν πέρασε και πολύς καιρός ώσπου συνάντησαν έναν άνδρα που σήκωνε πελώριους βράχους και τους πετούσε εδώ κι εκεί με τέτοια άνεση λες και σήκωνε βότσαλα:</p><p>Καλημέρα σου, του είπε ο Μακρυλόγχης, πώς σε λένε;</p><p>Εμένα με λένε Βραχορίχτη, του απάντησε ο άνδρας, και όπως βλέπεις είμαι πολύ δυνατός. Μαθαίνω όμως πως κάπου στον κόσμο υπάρχει κάποιος πιο δυνατός κι από εμένα και τον λένε Μακρυλόγχη.</p><p>Κοιτά να δεις που αυτό είναι το όνομά μου, του απάντησε ο Μακρυλόγχης, και από δω είναι ο φίλος μου ο Πευκοτραβηχτής. Νομίζω πως εσύ λείπεις για να ολοκληρωθεί η παρέα. Τι λες, έρχεσαι μαζί μας να ταξιδέψουμε στον κόσμο;</p><br><p>Ο Βραχορίχτης δέχτηκε με χαρά την πρόσκληση κι έτσι οι τρεις τους έγιναν αχώριστοι από εκείνη τη στιγμή. Όπου και να πήγαιναν όλα τους έρχονταν εύκολα, μιας και ήταν τόσο δυνατοί.</p><br><p>Μια μέρα ο Μακρυλόγχης, ο Πευκοτραβηχτής και ο Βραχορίχτης έκατσαν σ΄ έναν βράχο δίπλα στη θάλασσα. Ξάφνου είδαν, στο σημείο απ’ όπου μόλις είχαν περάσει, δυο κορίτσια να πετούν η μία στην άλλη κάτι μικρά γυάλινα τόπια. Σκέφτηκαν ότι αυτό ήταν παράξενο, αλλά μάλλον τα κορίτσια θα έκαναν μπάνιο στη θάλασσα μέχρι τότε και γι αυτό δεν τις είχαν δει όταν περνούσαν από εκεί. Ο Μακρυλόγχης πήγε να τους μιλήσει. Με μια κίνηση του χεριού του έπιασε και τα δυο τόπια στον αέρα. Μόλις τα έβαλε στην τσέπη του, τα κορίτσια εξαφανίστηκαν μονομιάς από μπροστά του και έμεινε μόνος του σ΄ εκείνο το σημείο: “Παράξενο δεν είναι;” είπε σαν γύρισε και αφηγήθηκε στους άλλους δυο τι είχε συμβεί.</p><br><p>Λίγο παρακάτω συνάντησαν ένα μικρό σπίτι. Μιας και δεν φαινόταν κατοικημένο, οι τρεις φίλοι μπήκαν μέσα. Είδαν πως το σπίτι είχε κρεβάτια, πολύ όμορφα και ακριβά έπιπλα και μια πλήρη κουζίνα με πιατικά, κατσαρόλια και τηγάνια: “Μου αρέσει αυτό το σπίτι”, είπε ο Μακρυλόγχης, “θα κάτσω να ξεκουραστώ λίγο, εσείς πηγαίνετε να κυνηγήσετε και όταν γυρίσετε θα σας έχω έτοιμο φαγητό που θα το φτιάξω με ό,τι υπάρχει εδώ”.</p><br><p>Ο Πευκοτραβηχτής και ο Βραχορίχτης βγήκαν να κυνηγήσουν και ο Μακρυλόγχης, αφού ξεκουράστηκε για λίγο σε μια πολυθρόνα, άναψε τη φωτιά στην κουζίνα και σύντομα το νερό έβραζε δίνοντας μια πολύ ζεστή ατμόσφαιρα σε όλο το σπιτάκι. Ο Μακρυλόγχης τότε μαγείρεψε το φαγητό ακριβώς όπως του είχε δείξει τόσες φορές η μητέρα του στο δάσος. Σαν όμως γύρισε για μια στιγμή να φτάσει το αλάτι, οι κατσαρόλες και το τηγάνι δεν ήταν πια στη φωτιά, είχαν κάνει φτερά! Με την άκρη του ματιού του τότε ο Μακρυλόγχης είδε έναν τόσο δα νάνο να χάνεται μέσα στο πάτωμα με το φαγητό του. Ο Μακρυλόγχης αναφώνησε έκπληκτος. Δεν ήταν συνηθισμένος να του κλέβουν το φαγητό κάτω από τη μύτη του.</p><br><p>Μετά από λίγο επέστρεψαν ο Πευκοτραβηχτής με τον Βραχορίχτη με όλους τους λαγούς που είχαν πιάσει. Κοίταξαν τότε τη φωτιά που έσβηνε, τα άδεια κατσαρόλια και τον αποσβολωμένο Μακρυλόγχη:</p><p>Πού είναι το δείπνο μας; τον ρώτησε ο Πευκοτραβηχτής, πεινάω σαν λύκος. Είπες ότι θα ήταν έτοιμο όταν γυρίζαμε.</p><p>Ξέρω τι έγινε! φώναξε ο Βραχορίχτης, το έφαγε όλο μόνος του και δεν άφησε καθόλου για εμάς!</p><br><p>Ο Μακρυλόγχης τους εξήγησε τι είχε συμβεί, μα δυσκολεύτηκε να τους πείσει: “Πολύ καλά, αφού δεν με πιστεύετε, να μείνει εδώ μόνος του ο Πευκοτραβηχτής και να μαγειρέψει τους λαγούς. Εγώ και ο Βραχορίχτης θα πάμε μια μικρή βόλτα εδώ τριγύρω και θα δούμε τι θα γίνει τότε”. Και έτσι έκαναν. Ο Πευκοτραβηχτής έμεινε να μαγειρέψει μόνος του τους λαγούς και σαν έστρεψε το βλέμμα του να βρει το αλάτι, ο μικρός νάνος με τις κόκκινες μπότες βγήκε από κάτω από το τραπέζι και του έκλεψε το φαγητό. Εκείνος προσπάθησε να τον πιάσει, αλλά ο νάνος αστραπιαία βυθίστηκε μέσα στο πάτωμα με το φαγητό μαζί. </p><br><p>Σαν γύρισαν ο Μακρυλόγχης και ο Βραχορίχτης, ο Πευκοτραβηχτής τους διηγήθηκε τι είχε συμβεί και συνέχισε: “Σε πιστεύω τώρα και σου ζητώ συγγνώμη που αμφισβήτησα τα λόγια σου”. Αλλά ο Βραχορίχτης ακόμη δεν είχε πειστεί:</p><p>Όχι, όχι, ξέρω εγώ τι συνέβη, είπε. Πεινούσες τόσο πολύ που έφαγες όλο το στιφάδο μόνος σου και δεν μας περίμενες. Εσύ και ο Μακρυλόγχης τα έχετε συμφωνήσει και εγώ θα μείνω νηστικός απόψε.</p><p>Άσε τον Βραχορίχτη να μείνει μόνος του στην κουζίνα, είπε τότε ο Μακρυλόγχης. Φέραμε κι άλλους λαγούς απ’ έξω, άσε τον να τους μαγειρέψει μόνος του για να δει και ο ίδιος τι θα συμβεί.</p><br><p>Ο Μακρυλόγχης και ο Πευκοτραβηχτής τότε έφυγαν και άφησαν τον Βραχορίχτη να ετοιμάζει το στιφάδο του. Πάλι ο μικρός νάνος με τις κόκκινες μπότες ξεγλύστρησε κάτω από το τραπέζι και έκλεψε το δείπνο όταν ο Βραχορίχτης είχε αλλού την προσοχή του. Σαν γύρισαν οι δυο του φίλοι, κι αυτός με τη σειρά του ζήτησε συγγνώμη από τον Μακρυλόγχη που δεν τον είχε πιστέψει: “Συμβαίνουν όντως παράξενα πράγματα εδώ”, είπε ο Μακρυλόγχης, “και δεν θα ησυχάσω αν δεν βρω πού πήγε ο νάνος με τα κόκκινα μποτάκια και τα φαγητά μας. Ελάτε, βοηθήστε με να σκάψω κάτω από την κουζίνα”.</p><br><p>Μονομιάς ο Πευκοτραβηχτής ξερίζωσε το πάτωμα κάτω από την κουζίνα και ο Βραχορίχτης άρπαξε όλο το χώμα και το πέταξε έξω. Σύντομα είχαν ανοίξει μια τρύπα σαν πηγάδι που οδηγούσε βαθιά μέσα στη γη. Καθώς οι άλλοι δύο έσκαβαν, ο Μακρυλόγχης έφτιαξε από κλαδιά μια πολύ μακριά σκάλα για να κατέβουν μέσα στην τρύπα: “Θα κατέβω εγώ εκεί κάτω”, δήλωσε ο Μακρυλόγχης και οι άλλοι δύο συμφώνησαν αμέσως με την ιδέα. Χαμήλωσαν τότε τη σκάλα και ο Μακρυλόγχης ξεκίνησε την κατάβασή του. Στο τέλος της σκάλας είδε κάτι που έμοιαζε με βαριά και σφραγισμένη πόρτα. Μιας και είχε φέρει μαζί του τη σιδερένια του ράβδο, χτύπησε δυνατά την πόρτα με αυτή: </p><p>Είμαι ο Μακρυλόγχης! Ανοίξτε μου!</p><p>Φύγε γρήγορα από εδώ, ακούστηκε μια φωνή από μέσα. Εδώ ζει το εφτακέφαλο ερπετό και αν σε βρει εδώ τότε τα πράγματα θα σοβαρέψουν πολύ. Θα σε μαγέψει και δεν θα μπορέσεις να φύγεις ποτέ από εδώ.</p><p>Θα ήθελα πολύ να γνωρίσω αυτό το ερπετό, είπε κοροϊδευτικά ο Μακρυλόγχης.</p><br><p>Η βαριά πόρτα άνοιξε διάπλατα και ο Μακρυλόγχης πέρασε μέσα. Τότε άκουσε κάτι σαν δυνατό αέρα και αμέσως μετά ένα σφύριγμα. Στα τυφλά, ο Μακρυλόγχης έδωσε μία με τη σιδερένια ράβδο του και χτύπησε κατακέφαλα το εφτακέφαλο ερπετό πριν αυτό προλάβει να τον μαγέψει. Εκείνο έπεσε στο έδαφος αναίσθητο από το χτύπημα του Μακρυλόγχη.</p><br><p>Με την πρώτη σταγόνα αίματος που έπεσε στο έδαφος από την πληγή του τέρατος, εμφανίστηκε στην πόρτα μια πανέμορφη κοπέλα. Ο Μακρυλόγχης την αναγνώρισε αμέσως, ήταν μία από τις δυο κοπέλες που έπαιζαν με τα γυάλινα τόπια τους στην ακροθαλασσιά. Έβγαλε τα τόπια από την τσέπη του:</p><p>Τα αναγνωρίζεις αυτά; τη ρώτησε.</p><p>Φυσικά, αποκρίθηκε εκείνη. Το ένα ανήκει σ΄ εμένα και το άλλο στην αδερφή μου. Κι αυτή έχει μαγευτεί και είναι πίσω από την πόρτα στην άλλη μεριά.</p><p>Πρώτα θα σε πάρω από αυτό το φρικτό μέρος και μετά θα δούμε τι μπορούμε να κάνουμε και για την αδερφή σου. </p><br><p>Ο Μακρυλόγχης σήκωσε την κοπέλα στα δυνατά του χέρια και άρχισε να ανεβαίνει τη σκάλα: “Περίμενε λίγο”, του είπε η κοπέλα, “νομίζω πως είναι καλύτερα να σου δώσω πίσω και το δικό μου τόπι. Δεν θα μπορώ να μιλήσω όσο το έχεις εσύ μαζί σου, μακριά μου, αλλά πιστεύω ότι εσένα θα σου χρειαστεί περισσότερο”. Έτσι του έδωσε πίσω το γυάλινο τόπι και βιάστηκε να ανέβει τη σκάλα. Σαν έφτασε στην κορυφή, ο Πευκοτραβηχτής και ο Βραχορίχτης είδαν την όμορφη κοπέλα και έμειναν να την κοιτούν με τα στόματα ανοικτά: “Είναι μια μαγεμένη πριγκίπισσα”, τους εξήγησε ο Μακρυλόγχης, “φροντίστε την όσο θα πάω να σώσω και την αδερφή της. Έπειτα θα τις επιστρέψουμε στον πατέρα τους τον βασιλιά, που τόσο καιρό τις νόμιζε για νεκρές”. </p><br><p>Και λέγοντας αυτό, για άλλη μια φορά ο Μακρυλόγχης κατέβηκε τη σκάλα στα βάθη της γης. Το εφτακέφαλο ερπετό κείτονταν ακόμη εκεί που το είχε αφήσει, πέρασε από πάνω του, έφτασε τη δεύτερη πόρτα και τη χτύπησε δυνατά:</p><p>Ποιος είναι; ρώτησε μια φωνή από την άλλη μεριά.</p><p>Είμαι ο Μακρυλόγχης! Άνοιξε!</p><p>Φύγε γρήγορα από εδώ! Εδώ είναι το σπίτι του νάνου με τις κόκκινες μπότες.</p><p>Αυτόν ακριβώς τον νάνο ψάχνω κι εγώ, απάντησε αποφασιστικά ο Μακρυλόγχης και έσφιξε περισσότερο τη ράβδο που του είχε φτιάξει ο πατέρας του μέσα στα δυνατά του χέρια.</p><br><p>Η πόρτα άνοιξε σιγά σιγά και ο Μακρυλόγχης πέρασε μέσα. Άκουσε τα βηματάκια του νάνου, ο οποίος τον κοίταζε έκπληκτος:</p><p>Ας μονομαχήσουμε να δούμε ποιος είναι ο καλύτερος, του είπε τότε ο νάνος. Εσύ πάρε το μαύρο ξίφος κι εγώ θα πάρω το λευκό.</p><p>Δεν νομίζω, είπε απειλητικά ο Μακρυλόγχης. Μάλλον εγώ θα πάρω το λευκό κι εσύ το μαύρο, ειδάλλως δεν θα περιμένω να διαλέξει ο καθένας μας το όπλο του, παρά θα χρησιμοποιήσω αυτό που κρατώ ήδη στο χέρι μου.</p><p>Καλά τότε, είπε ο νάνος που κοιτάζοντας την τεράστια σιδερένια ράβδο ήταν σίγουρος ότι θα τον ισοπέδωνε στα σίγουρα μ΄ ένα χτύπημα. Ας το κάνουμε όπως θες!</p><br><p>Έτσι ο Μακρυλόγχης μονομάχησε με το λευκό ξίφος και ο νάνος με το μαύρο και ήταν τόσο γρήγορος και επιδέξιος που άργησε πολύ να λαβωθεί θανάσιμα από τον Μακρυλόγχη. Σαν έσταξε η πρώτη σταγόνα από το αίμα του στο έδαφος, εμφανίστηκε και η δεύτερη πριγκίπισσα. Τα μάγια είχαν πια λυθεί. Κι εκείνη έδωσε στον Μακρυλόγχη το δικό της τόπι μόλις τον αναγνώρισε. Και ασφαλής πια στα μπράτσα του, ανέβηκε μαζί του μέχρι την κορυφή της σκάλας όπου την περίμενε η αδερφή της με τον Πευκοτραβηχτή και τον Βραχορίχτη: “Αχ! Ξέχασα τη σιδερένια ράβδο μου!”, είπε με αγωνία τότε ο Μακρυλόγχης, “πρέπει να ξαναγυρίσω να την πάρω”. Δεν άφηνε τη ράβδο του από το πλευρό του ούτε όταν κοιμόταν, βλέπετε.</p><br><p>Ξανακατέβηκε τη σκάλα και βρήκε τη ράβδο του εκεί που την είχε αφήσει για να σηκώσει το λευκό ξίφος. Όταν όμως ξαναγύρισε ν΄ ανέβει τη σκάλα, εκείνη είχε εξαφανιστεί. Οι σύντροφοί του τον είχαν ολότελα ξεχάσει, τόσο πολύ ήθελαν για τους εαυτούς τους τις όμορφες πριγκίπισσες. Τράβηξαν τη σκάλα και ήδη βρίσκονταν στο δρόμο για τον βασιλιά, δεν τους ένοιαζε καθόλου πόσο θα του έπαιρνε του Μακρυλόγχη να βγει από εκείνη την τρύπα. </p><br><p>Ο Μακρυλόγχης φώναζε και φώναζε, αλλά μάταια. Τότε θυμήθηκε πως ο νάνος είχε βγει στην επιφάνεια, στην κουζίνα. Πήγε αμέσως και του έδωσε να πιει από το τονωτικό που του είχε βάλει η μάνα του στο παγούρι και ο νάνος συνήλθε. Αμέσως έκανε να φτάσει το λευκό ξίφος για να μονομαχήσει πάλι:</p><p>Μισό λεπτό φίλε, του είπε ο Μακρυλόγχης. Σε νίκησα και τώρα είσαι αιχμάλωτός μου. Θα σε αφήσω όμως ελεύθερο αρκεί να κάνεις κάτι για εμένα. Οδήγησέ με πάλι στην επιφάνεια της γης.</p><p>Αυτό είναι πανεύκολο, του απάντησε ο νάνος. Πάρε το χέρι μου.</p><br><p>Με το που ο Μακρυλόγχης άγγιξε το χέρι του νάνου με τις κόκκινες μπότες, άρχισαν και οι δυο τους να αιωρούνται μέχρι που σύντομα βγήκαν ολότελα από την τρύπα: “Κάνε τώρα και κάτι άλλο για εμένα”, είπε τότε στο νάνο ο Μακρυλόγχης χωρίς να αφήσει το χέρι του, “πήγαινέ με στο παλάτι του βασιλιά”.</p><br><p>Μέσα σε μια στιγμή είχαν κιόλας φτάσει στο παλάτι. Μάλιστα, πριν λίγη ώρα είχαν εμφανιστεί μπροστά στον βασιλιά και οι κόρες του και όλο το παλάτι αντηχούσε από χαρά. Τόσο είχαν ενθουσιαστεί όλοι με την επιστροφή των πριγκιπισσών τους που ούτε που τους ένοιαξε το γεγονός ότι δεν μιλούσαν.</p><br><p>Σαν εμφανίστηκε ο Μακρυλόγχης και ο Πευκοτραβηχτής και ο Βραχορίχτης είδαν το οργισμένο βλέμμα του, άρχισαν να τρέχουν και δεν σταμάτησαν ποτέ, κανείς δεν τους ξαναείδε πια στη χώρα. Πλησίασε ο Μακρυλόγχης και έδωσε πίσω στις κοπέλες τα γυάλινα τόπια τους και, αφού πια μπορούσαν να μιλήσουν, διηγήθηκαν στον πατέρα τους ό,τι τους είχε συμβεί: “Διάλεξε μία από τις θυγατέρες μου να την κάνεις γυναίκα σου”, είπε τότε ο βασιλιάς στον Μακρυλόγχη. Αυτός διάλεξε την πιο όμορφη από τις δυο, παντρεύτηκαν και όταν ο βασιλιάς πέθανε ανέλαβε ολόκληρο το βασίλειο.</p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></itunes:summary>
		</item>
		<item>
			<title>Η Χρυσή Καπνοθήκη</title>
			<itunes:title>Η Χρυσή Καπνοθήκη</itunes:title>
			<pubDate>Mon, 19 Apr 2021 08:07:43 GMT</pubDate>
			<itunes:duration>24:59</itunes:duration>
			<enclosure url="https://sphinx.acast.com/p/open/s/6013ebce985ab977d52addcc/e/607c67868c05083152854315/media.mp3" length="24889118" type="audio/mpeg"/>
			<guid isPermaLink="false">607c67868c05083152854315</guid>
			<itunes:explicit>false</itunes:explicit>
			<link>https://www.karakaxa.org/%CE%B5%CF%80%CE%B5%CE%B9%CF%83%CF%8C%CE%B4%CE%B9%CE%B1</link>
			<acast:episodeId>607c67868c05083152854315</acast:episodeId>
			<acast:showId>6013ebce985ab977d52addcc</acast:showId>
			<acast:episodeUrl>mitos22</acast:episodeUrl>
			<acast:settings><![CDATA[FYjHyZbXWHZ7gmX8Pp1rmbKbhgrQiwYShz70Q9/ffXZMTtedvdcRQbP4eiLMjXzCKLPjEYLpGj+NMVKa+5C8pL4u/EOj1Vw4h5MMJYp0lCcFAe0fnxBJy/1ju4Qxy1fh8gO4DvlGA40yms2g0/hOkcrfHIopjTygHFqGwwOPKFIai4SuTvs86Lx3UYCyl6Zs+WO4fC9bB8/2bSJALEZpunHdJA38/ZCmkJMYOTmjFjplxy/cfT3V8TEv8i8m7xr89u4KtSPWcx9M97ZERQzsprLQuveBQtfoLZ5DC9/F8TPlObpkjRVEn6wojwZIM7HD]]></acast:settings>
			<itunes:subtitle>Μίτος</itunes:subtitle>
			<itunes:episodeType>full</itunes:episodeType>
			<itunes:episode>22</itunes:episode>
			<itunes:image href="https://assets.pippa.io/shows/6013ebce985ab977d52addcc/1618765632849-e501c11ef1763200dcfe9f3d69207c6b.jpeg"/>
			<description><![CDATA[<p>Η Αγγλία μας λέει μια ιστορία για τον Τζακ και τη μαγική του καπνοθήκη, που τον βγάζει από κάθε δύσκολη κατάσταση... πολλές φορές χωρίς η ίδια να το θέλει!</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Δεν περιέχει ευαίσθητο υλικό </p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>Ηχητικά εφέ: freesound.org</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ</p><br><p>Η Χρυσή Καπνοθήκη</p><br><p>Μια φορά κι έναν καιρό, έναν πολύ καλό καιρό, αν και δεν ήταν ο δικός μου μα ούτε ο δικός σας καιρός και για να λέμε την αλήθεια, δεν ήταν κανενός ο καιρός, ζούσαν μια γυναίκα και ένας άνδρας με τον γιο τους τον Τζακ, που του άρεσε πολύ να διαβάζει βιβλία. Διάβαζε και διάβαζε και, μιας και αυτός και οι γονείς του ζούσαν απομονωμένοι από τον υπόλοιπο κόσμο στη μέση ενός δάσους και ο Τζακ δεν έβλεπε άλλον άνθρωπο από τους γονείς του, ήθελε σαν τρελός να δει τον κόσμο και όλα τα θαύματά του.</p><br><p>Μια μέρα λοιπόν, είπε στη μάνα του ότι θα έφευγε. Εκείνη τον είπε ανόητο και ελαφρόμυαλο αλλά, μιας και δεν έκανε και τίποτα στο σπίτι να βοηθήσει, ας έφευγε. Μετά τον ρώτησε αν θα προτιμούσε να του δώσει μαζί του μια μικρή πίτα και την ευλογία της ή μια μεγάλη πίτα και την κατάρα της. Ο Τζακ, που γενικά ήταν φαγανός της είπε: “Μια μεγάλη πίτα παρακαλώ μάνα”. Του έφτιαξε τότε μια μεγάλη πίτα και, καθώς έφευγε ο Τζακ, η μάνα του ανέβηκε στη στέγη τού σπιτιού τους και άρχισε να του φωνάζει κατάρες και κακίες μέχρι που χάθηκε από τα μάτια της. Μετά επέστρεψε μέσα στο σπίτι και, μετανοιωμένη γι΄ αυτό που έκανε, άρχισε να κλαίει με μαύρο δάκρυ.</p><br><p>Ο Τζακ δεν είχε απομακρυνθεί πολύ όταν έφτασε στο χωράφι που δούλευε ο πατέρας του. Ο καλοκάγαθος άνδρας ξαφνιάστηκε με τα νέα της αναχώρησης του γιού του και στενοχωρήθηκε μόλις έμαθε ότι διάλεξε την κατάρα της μάνας του. Σκέφτηκε και σκέφτηκε τι να κάνει για να βοηθήσει την κατάσταση και τότε έβγαλε από την τσέπη του μια μικρή χρυσή καπνοθήκη και την έδωσε στον γιο του λέγοντας: “Αν ποτέ κινδυνέψεις να πεθάνεις, άνοιξε τη θήκη. Μόνο τότε όμως. Αυτή η θήκη χαρίζεται από γενιά σε γενιά και μιας και όλοι οι πρόγονοί μας ζούσαν μια ήσυχη ζωή δεν την είχαν χρειαστεί ποτέ. Εσύ όμως ίσως και να τη χρειαστείς”.</p><br><p>Ο Τζακ την έβαλε στην τσέπη του και συνέχισε τον δρόμο του. Πέρασε ο χρόνος και ο Τζακ άρχισε να κουράζεται και να πεινά πολύ επειδή είχε φάει όλη την πίτα αρκετά νωρίτερα και το σκοτάδι γινόταν τόσο πυκνό γύρω του που δεν έβλεπε ούτε τη μύτη του. Μετά από λίγο όμως είδε ένα μεγάλο σπίτι και πήγε στην πίσω πόρτα, τη χτύπησε και όταν του άνοιξαν παρακάλεσε να του δώσουν στέγη και τροφή για το βράδυ. Η υπηρέτρια σαν είδε τον Τζακ, που ήταν&nbsp;ένας όμορφος νεαρός, τον οδήγησε αμέσως μέσα, τον έβαλε να κάτσει δίπλα στη φωτιά του μαγειριού και του έδωσε να φάει καλομαγειρεμένο κρέας, ψωμί και να πιει μπύρα. Καθώς ο Τζακ έτρωγε, να σου μέσα στο μαγειριό και η νεαρή κόρη του άρχοντα του σπιτιού. Μόλις είδε τον Τζακ, έτρεξε κατευθείαν στον πατέρα της και του είπε πως στην κουζίνα καθόταν ο πιο γλυκούλης νεαρός που είχε δει ποτέ της και πως αν την αγαπούσε, ας του έδινε δουλειά στο σπιτικό τους. Ο πατέρας της, της είχε τρομερή αδυναμία και δεν της χάλαγε ποτέ χατίρι. Πήγε κι αυτός στο μαγειριό και ρώτησε τον Τζακ τι θα μπορούσε να κάνει: “Οτιδήποτε”, είπε χαζοχαρούμενα ο Τζακ που ήξερε ότι ελάχιστα πράγματα μπορούσε στ’ αλήθεια να κάνει. Ο άρχοντας τότε, βρήκε έναν τρόπο και να μη χαλάσει την καρδιά της κόρης του μα και να μην χρειαστεί να δώσει μόνιμη δουλειά στον Τζακ. Είπε λοιπόν γελώντας:</p><p>Αφού μπορείς παλικάρι μου να κάνεις οτιδήποτε, τότε, μέχρι αύριο στις οκτώ το πρωί, να έχεις σκάψει μπροστά από την έπαυλή μου μια λίμνη με διάμετρο τεσσάρων χιλιομέτρων και να την έχεις γεμίσει με ολόκληρο στόλο! Θα πρέπει να πλεύσει όσο πιο κοντά γίνεται στο σπίτι μου και το πυροβολικό του να πραγματοποιήσει χαιρετισμό με ομοβροντία. Με την τελευταία κανονιά, ας σπάσει το πόδι του κρεβατιού της κόρης μου για να ξυπνήσει μιας και είναι υπναρού και ποτέ δεν σηκώνεται νωρίς.</p><p>Κι αν δεν το κάνω; είπε σαστισμένος και έκπληκτος ο Τζακ.</p><p>Τότε, του απάντησε ήρεμα ο άρχοντας της έπαυλης, η ζωή σου δεν θ΄ αξίζει τίποτα πια.</p><br><p>Φώναξε τότε τους υπηρέτες του οι οποίοι πήραν τον Τζακ και τον κλείδωσαν σ΄ ένα δωμάτιο ενός από τους πολλούς πυργίσκους της έπαυλης. Αυτό ήταν ανήκουστο! Ο Τζακ έκατσε στην άκρη του κρεβατιού και άρχισε να σκέφτεται και να σκέφτεται… κουράστηκε όμως γρήγορα και είπε να σταματήσει να σκέφτεται και έπεσε να κοιμηθεί. Και κοιμήθηκε βαριά! Σαν ξύπνησε είχε ήδη ξημερώσει και όταν κοίταξε έξω από το παράθυρό του είδε το μεγάλο ρολόι του πύργου να δείχνει σχεδόν οκτώ και άκουσε τα γρανάζια του να γυρίζουν και να ετοιμάζονται να σημάνουν την ώρα. Κοίταξε στο έδαφος και είδε μπροστά στην έπαυλη να απλώνονται τριανταφυλλιές, χρυσάνθεμα και να βόσκουν τα ζώα του αφέντη. “Αχ!” σκέφτηκε και θυμήθηκε τη χρυσή καπνοθήκη: “Ε, κινδυνεύω να πεθάνω σίγουρα τώρα”, είπε στον εαυτό του και άνοιξε τη θήκη.</p><br><p>Τότε από μέσα ξεπήδησαν τρία μικρά και αστεία ανθρωπάκια με κόκκινους σκούφους ύπνου που χασμουριόντουσαν και έτριβαν τα μάτια τους. Βλέπετε, βρισκόντουσαν μέσα στη θήκη για πολλά πολλά χρόνια: “Τι θέλεις Αφέντη;” του είπαν τεμπέλικα. Μα ο Τζακ άκουσε για άλλη μια φορά τα γρανάζια του ρολογιού να γυρίζουν και το μόνο που προλάβαινε να κάνει ήταν να διατάξει τα ανθρωπάκια να του φτιάξουν ό,τι ήθελε. Εκείνα πέταξαν από το παράθυρο και τότε ξάφνου ακούστηκαν ΜΠΑΜ ΜΠΑΜ ΜΠΑΜ! οι κανονιές των πλοίων. Μάλιστα η τελευταία ήχησε τόσο δυνατά που το πόδι του κρεβατιού της κόρης του άρχοντα πρέπει να έσπασε, γιατί να τη στο παράθυρό της με τη νυχτικιά της να κοιτά με θαυμασμό την πελώρια λίμνη και τον στόλο.</p><br><p>Το ίδιο έκθαμβος ήταν και ο Τζακ που δεν είχε ξαναδεί ποτέ στη ζωή του τέτοιο θέαμα. Τα τρία ανθρωπάκια γύρισαν τότε πίσω στο δωμάτιο πετώντας από το παράθυρο και πριν ξαναμπούν στη χρυσή καπνοθήκη τού είπαν κάπως ενοχλημένα: “Την επόμενη φορά δώσε μας λίγο περισσότερο χρόνο Αφέντη”. Ο Τζακ τότε τα άκουσε μέσα από τη θήκη να χασμουριούνται και να ετοιμάζονται ξανά για ύπνο.</p><br><p>Όπως ήταν αναμενόμενο, ο άρχοντας της έπαυλης είχε μείνει κι αυτός άφωνος, ενώ η κόρη του δήλωσε πως δεν θα παντρευόταν ποτέ κανέναν άλλον εκτός από τον Τζακ , τον νεαρό που έκανε θαύματα. Εκείνη και ο Τζακ είχαν ερωτευτεί κεραυνοβόλα, βλέπετε.</p><br><p>Αλλά ο πατέρας της δεν ήταν ακόμη ευχαριστημένος: “Είναι αλήθεια θυγατέρα μου”, της είπε, “πως ο νεαρός φαίνεται ικανός. Αλλά ξέρουμε αν η επιτυχία του οφειλόταν στην τύχη και όχι στις ικανότητες του; Ας τον δοκιμάσουμε ξανά”. Και γυρίσοντας στον Τζακ, του είπε: “Η κόρη μου πρέπει να ζει πλουσιοπάροχα σ΄ ένα καλό σπίτι. Μέχρι αύριο στις οκτώ το πρωί, θέλω να υπάρχει ένα μεγαλόπρεπο παλάτι που να στηρίζεται σε δώδεκα χρυσές κολόνες στη μέση της λίμνης και δίπλα του μια εκκλησία. Όλα θα πρέπει να είναι έτοιμα για τη νύφη και στις οκτώ ακριβώς να σημάνουν γαμήλια οι καμπάνες της εκκλησίας. Αν δεν τα καταφέρεις, η ζωή σου δεν θα αξίζει τίποτα”.</p><br><p>Αυτή τη φορά ο Τζακ είπε να δώσει λίγο περισσότερο χρόνο στα ανθρωπάκια αλλά με το φαγοπότι που στήθηκε και με την παρέα που έκανε με την κόρη του άρχοντα όλη μέρα, σαν ξύπνησε άκουσε πάλι τα γρανάζια του ρολογιού έτοιμα να σημάνουν οκτώ το πρωί. Όταν άκουσε τον πρώτο χτύπο του ρολογιού, έβγαλε την καπνοθήκη από κάτω από το μαξιλάρι του, την άνοιξε και το μόνο που πρόλαβε να κάνει ήταν να διατάξει τα ανθρωπάκια να του φτιάξουν ό,τι χρειαζόταν. Εκείνα χασμουρήθηκαν, τεντώθηκαν και πέταξαν έξω από το παράθυρο όλα μονομιάς! Ο Τζακ πίστεψε πως αυτή τη φορά σίγουρα θα θανατωνόταν, αλλά με τον τελευταίο χτύπο του ρολογιού άρχισαν να χτυπούν χαρμόσυνα οι καμπάνες της εκκλησίας που στεκόταν δίπλα στο αστραφτερό παλάτι το οποίο στηριζόταν σε δώδεκα χρυσές κολόνες. Το παλάτι ήταν στολισμένο εορταστικά και στην αυλή του περίμεναν δεκάδες υπηρέτες και αυλικοί ντυμένοι με τα καλύτερά τους ρούχα.</p><br><p>Ποτέ του δεν είχε ματαδεί κάτι τέτοιο ο Τζακ. Ούτε και η κόρη τού άρχοντα, η οποία είχε βγει στο παράθυρο της με το νυχτικό της και θαύμαζε τη θέα. Τόσο γλυκιά και όμορφη ήταν που ο Τζακ δεν ήθελε να πάρει το βλέμμα του από πάνω της για να ξαναβάλει τα ανθρωπάκια πίσω στη χρυσή καπνοθήκη. Αυτή τη φορά είχαν στ’ αλήθεια θυμώσει και γκρίνιαξαν και φώναξαν και διαμαρτυρήθηκαν μέχρι που ξαναμπήκαν όλα τους στη θήκη και άρχισαν το ροχαλητό. </p><br><p>Ο Τζακ και η κοπέλα παντρεύτηκαν και ήταν και οι δυο τους πολύ ευτυχισμένοι. Ο Τζακ πλέον είχε να φορέσει τα καλύτερα ρούχα, να φάει το καλύτερο φαγητό, να τον υπηρετούν&nbsp;οι καλύτεροι υπηρέτες και είχε και τους καλύτερους φίλους. Αισθανόταν πολύ τυχερός, αλλά αυτό που δεν ήξερε ήταν ότι η κατάρα της μάνας του θα ερχόταν να τον βρει αργά η γρήγορα.</p><br><p>Μια μέρα που ο Τζακ βγήκε για κυνήγι με τη συνοδεία του από κυρίους και κυρίες της αυλής, ξέχασε να βγάλει τη χρυσή του καπνοθήκη από το καθημερινό του σακάκι και να τη βάλει σε αυτό που φορούσε τώρα, το κυνηγετικό. Έτσι, την ξέχασε πίσω στο παλάτι του. Σαν να μην έφτανε αυτό, ο υπηρέτης που του καθάριζε το δωμάτιο, καθώς σήκωσε τα ρούχα του Τζακ για να τα βάλει να τα πλύνει, άφησε απρόσεχτα να πέσει η καπνοθήκη από την τσέπη και ν΄ ανοίξει, με αποτέλεσμα τα ανθρωπάκια να ξεπηδήσουν από μέσα με χασμουρητά και τεντώνοντας τα χεράκια τους. Όταν είδαν ότι δεν τους είχε καλέσει κανείς και ότι κανένας δεν κινδύνευε, εξοργίστηκαν και είπαν ότι δεν ήθελαν και πολύ να πάρουν το παλάτι με τις κολόνες του και να φύγουν για άλλα μέρη. Ο υπηρέτης το άκουσε αυτό και τα ρώτησε:</p><p>Αλήθεια μπορείτε να κάνετε κάτι τέτοιο;</p><p>Αν μπορούμε λέει; του είπαν και γέλασαν δυνατά. Μπορούμε να κάνουμε ότι μας καπνίσει!</p><p>Τότε πάρτε το παλάτι και πηγαίνετέ το πέρα από τη θάλασσα, εκεί που ο αφέντης σας δεν θα μπορέσει να το βρει, τους είπε ο υπηρέτης.</p><br><p>Τα ανθρωπάκια, αν και δεν ήταν υποχρεωμένα να υπακούσουν τον υπηρέτη, ήταν τόσο θυμωμένα με τον Τζακ που έκαναν αμέσως ό,τι τους είπε ο υπηρέτης. Έτσι, όταν επέστρεψε η παρέα από το κυνήγι, η εκκλησία, το παλάτι και οι δώδεκα χρυσές κολόνες του είχαν κάνει φτερά! Όλοι άρχισαν να κατηγορούν τον Τζακ ότι τους ξεγέλασε και ειδικά ο πεθερός του, ο οποίος του χρέωσε πως εξαπάτησε και αυτόν και την κόρη του. Συμφώνησε όμως να του δώσει δώδεκα μήνες και μια μέρα καιρό να διορθώσει την κατάσταση, επιστρέφοντας το παλάτι στη θέση του. </p><br><p>Ξεκίνησε λοιπόν ο Τζακ την αναζήτησή του καβάλα σε ένα καθαρόαιμο άλογο και με μερικά νομίσματα στην τσέπη του. Ταξίδεψε μακριά και ταξίδεψε γρήγορα σε δύση και ανατολή, βορρά και νότο, πέρα από λόφους και λαγκάδια, πεδιάδες και βουνά, δάση και βοσκοτόπια, αλλά το παλάτι δεν ήταν πουθενά. Ήρθε και η μέρα που έφτασε μπροστά στο παλάτι του Βασιλιά των Ποντικών του κόσμου ολάκερου και μπροστά στην πύλη είδε ένα ποντικάκι, που φορούσε μια εξαιρετική πανοπλία και κράνος, να φυλάει σκοπός και δεν άφηνε τον Τζακ να μπει στο παλάτι αν δεν του έλεγε τι ήθελε. Ο Τζακ του εξήγησε και το ποντικάκι τον άφησε να μπει και να περάσει από τον σκοπό της εσωτερικής πύλης μέχρι που, περνώντας από πύλη σε πύλη, ο Τζακ επιτέλους έφτασε μπροστά στον Βασιλιά που ήταν περικυκλωμένος απ΄ όλους τους ποντικοαυλικούς του.</p><br><p>Ο Βασιλιάς των Ποντικών καλωσόρισε τον Τζακ με περισσή ευγένεια και, παρόλο που ο ίδιος δεν ήξερε πού βρισκόταν το παλάτι με τις κολόνες, ήταν βασιλιάς όλων των ποντικών του κόσμου και σίγουρα κάποιος από τους υπηκόους του θα γνώριζε κάτι. Έστειλε τότε διάγγελμα με τον αρχιθαλαμηπόλο του για Γενική Συνέλευση το επόμενο πρωί και μέχρι τότε υποδέχθηκε τον Τζακ με βασιλικές τιμές. </p><br><p>Δυστυχώς όμως, το επόμενο πρωί όλα τα καφετιά, μαύρα, γκρίζα, λευκά και παρδαλά ποντίκια, από όλες τις γωνιές της γης, όλα με μια φωνή είπαν στον βασιλιά τους: “Μεγάλη είναι η χάρη σου Εξοχώτατε, αλλά δεν έχουμε δει το χαμένο παλάτι”. Τότε ο βασιλιάς είπε στον Τζακ: “Να πας και να ρωτήσεις τον αδερφό μου, τον Βασιλιά των Βατράχων της οικουμένης. Αυτός ίσως να ξέρει πού είναι το παλάτι σου. Άφησε εδώ το άλογο σου και πάρε το δικό μου, ξέρει τον δρόμο και θα σε πάει μέχρι εκεί με ασφάλεια.” Έτσι ο Τζακ ξεκίνησε να πάει να βρει τον αδερφό του Βασιλιά των Ποντικών καβάλα στο άλογό του και, καθώς βγήκε από την εξωτερική πύλη, είδε το ποντικάκι-σκοπό να τελεί τα καθήκοντα του με ζήλο. Ο Τζακ τότε, που ήταν ευγενικός νέος, έβγαλε κάτι ψίχουλα από την τσέπη του που είχε φυλάξει από το χθεσινό δείπνο και τα προσέφερε στον σκοπό λέγοντας: “Έλα ποντικάκι μου, πάρε αυτά για τη σκληρή δουλειά σου”. Το ποντικάκι-σκοπός τον ευχαρίστησε θερμά και τον ρώτησε αν μπορούσε να πάει μαζί του στον Βασιλιά των Βατράχων: “Δεν είναι καλή ιδέα”, απάντησε ο Τζακ, “μπορεί να βρω τον μπελά μου από τον βασιλιά σου”. Μα το ποντικάκι επέμενε: “Πάρε με μαζί σου και μπορεί να σου φανώ χρήσιμος”, και αμέσως πήδηξε και γραπώθηκε από την ουρά του αλόγου, τη σκαρφάλωσε και χώθηκε μέσα στην τσέπη του Τζακ. Το άλογο γαργαλήθηκε και άρχισε να καλπάζει προς τη σωστή κατεύθυνση.</p><br><p>Ο Τζακ έφτασε μπροστά στο κάστρο του Βασιλιά των Βατράχων και στην πύλη είδε ένα βατραχάκι σκοπό, που φορούσε μια ωραιότατη πανοπλία και ένα πολύ όμορφο ορειχάλκινο κράνος. Το βατραχάκι δεν άφησε τον Τζακ να μπει, μα τότε το ποντικάκι του είπε ότι είχαν έρθει από τον Βασιλιά των Ποντικών και ότι είχαν πολύ σημαντική δουλειά με τον Βασιλιά των Βατράχων. Οδηγήθηκαν μπροστά στον Βασιλιά των Βατράχων ο οποίος καθόταν στο θρόνο του ντυμένος στην τρίχα, περικυκλωμένος από την βατραχοαυλή του. Ούτε αυτός όμως ήξερε κάτι για το χαμένο παλάτι με τις δώδεκα χρυσές κολόνες και παρόλο που το επόμενο πρωί μαζεύτηκαν όλα τα βατράχια του κόσμου μπροστά του, όλα με μια φωνή του είπαν: “Κουάξ κουάξ κουάξ” που είναι γνωστό σε όλους ότι στα βατραχίσια σημαίνει “όχι”.</p><br><p>Έτσι ο Βασιλιάς των Βατράχων είπε στον Τζακ: “Ένα πράγμα σου μένει να κάνεις τώρα, να πας στον μεγαλύτερο αδερφό μου, τον Βασιλιά των Πουλιών. Οι δικοί του υπήκοοι βλέπουν τα πάντα από ψηλά και σίγουρα θα έχουν δει κάτι. Άφησε το άλογο του αδερφού μου εδώ και πάρε το δικό μου, ξέρει τον δρόμο και θα σε πάει μέχρι εκεί με ασφάλεια”. Ο Τζακ ξεκίνησε αμέσως και για άλλη μια φορά στην πύλη πριν φύγει είδε το βατραχάκι-σκοπό και του προσέφερε τα ψίχουλα που είχε μαζέψει στην τσέπη του από το τελευταίο του γεύμα. Το βατραχάκι του ζήτησε να τον συνοδεύσει στο ταξίδι του και, παρόλο που ο Τζακ αρνήθηκε, εκείνο με έναν πήδο ανέβηκε στο στο σπιρούνι του Τζακ, με έναν δεύτερο στα καπούλια του αλόγου και με έναν τρίτο μπήκε στην τσέπη του Τζακ. Το άλογο τότε αηδίασε με το γλοιώδες δέρμα του βατράχου και κάλπασε γρήγορα προς τον Βασιλιά των Πουλιών.</p><br><p>Μετά από λίγο, ο Τζακ βρέθηκε μπροστά στο κάστρο του Βασιλιά των Πουλιών και μπροστά </p><p>στην πύλη είδε ένα σπουργιτάκι να φυλάει σκοπός περπατώντας πάνω κάτω με στρατιωτικό&nbsp;βηματισμό και χρυσές επωμίδες. Ο Τζακ τότε έβαλε τα γέλια και το ποντίκι και το βατράχι είπαν στο σπουργίτι-σκοπό: “Ερχόμαστε απεσταλμένοι των βασιλιάδων μας, άσε μας να περάσουμε!” Χωρίς άλλη καθυστέρηση, όλοι οι σκοποί σε όλες τις πύλες, άφησαν τον Τζακ να περάσει. Σαν έφτασαν μπροστά στον Βασιλιά των Πουλιών, που γύρω του είχε κάθε λογής πουλί - αιγίθαλους, δρυοκολάπτες, κορμοράνους, περιστέρια και πολλά άλλα, αυτός είπε στον Τζακ πως δυστυχώς δεν είχε ακούσει τίποτα γι αυτό το χαμένο παλάτι. Οργάνωσε και αυτός Γενική Συνέλευση και παρόλο που μαζεύτηκε κάθε λογής πουλί, όλα είπαν πως δεν το είχαν δει μα ούτε άκουσαν κάτι για αυτό. Ο Τζακ ήταν να σκάσει από τη στεναχώρια του, αλλά τότε ο βασιλιάς ρώτησε:</p><p>Και ο αητός; Δεν βλέπω πουθενά τον αητό μου!</p><p>Αν θέλει η χάρη σας Μεγαλειότατε, είπε τότε ο αρχιθαλαμηπόλος του που ήταν ένας από τους αιγίθαλους, να κάνει λίγο υπομονή γιατί φαίνεται πως έχει καθυστερήσει.</p><p>Έχει καθυστερήσει; φώναξε θυμωμένα ο Βασιλιάς. Να παρουσιαστεί μπροστά μου αμέσως!</p><br><p>Τότε δυο κορυδαλλοί αναχώρησαν και πέταξαν τόσο μακριά που κανείς δεν μπορούσε πια να τους δει. Να σου μετά από λίγο, κατέφτασε και ο αητός λαχανιασμένος αφού είχε βιαστεί να φτάσει μπροστά στον βασιλιά του:</p><p>Ευγενή άρχοντα! του είπε τότε ο βασιλιάς, μήπως έχεις δει πουθενά στον κόσμο ένα παλάτι πάνω σε δώδεκα χρυσές κολόνες;</p><p>Μεγάλη η χάρη σας Εξοχώτατε, από εκεί έρχομαι, απάντησε ο αητός. </p><br><p>Όλοι τότε έβγαλαν αναφωνητά χαράς. Ο αητός έκατσε και έφαγε μισό βόδι για να δυναμώσει και άνοιξε τα φτερά του να ανέβει πάνω του ο Τζακ με το βατραχάκι στην μια του τσέπη και το ποντικάκι στην άλλη. Ο Βασιλιάς των Πουλιών διέταξε τον αητό να τους πάει όλους με ασφάλεια σε αυτό το παλάτι αμέσως.</p><br><p>Πέταξαν πάνω από στεριά και θάλασσα μέχρι που στον ορίζοντα είδαν το παλάτι να στέκεται πάνω στις δώδεκα χρυσές του κολόνες. Όλα όμως τα παράθυρα και όλες οι πόρτες ήταν ερμητικά ασφαλισμένες μιας και ο υπηρέτης που είχε κλέψει το παλάτι είχε πάει για κυνήγι και πάντα κλειδαμπάρωνε τα πάντα μπας κι έρθει κανένας και του το κλέψει κι αυτουνού. </p><br><p>Ο Τζακ τότε άρχισε να καταστρώνει σχέδιο για το πώς θα πάρει πίσω τη χρυσή του καπνοθήκη, μέχρι που το ποντικάκι του είπε: “Άσε με να σου τη φέρω εγώ, παντού υπάρχουν ποντικότρυπες και θα μπορέσω να τρυπώσω και να τη βρω”. Έφυγε το ποντικάκι και ο Τζακ περίμενε σε ανάμενα κάρβουνα πάνω στη ράχη του αητού. Μετά από λίγο το ποντίκι επέστρεψε:</p><p>Λοιπόν, του είπε ανυπόμονα ο Τζακ, το έχεις;</p><p>Ναι! είπε θριαμβευτικά το ποντικάκι.</p><br><p>Όλοι χειροκρότησαν το ποντικάκι και πήραν τον δρόμο της επιστροφής για το παλάτι του Βασιλιά των Πουλιών όπου ο Τζακ είχε αφήσει το άλογό του. Ήξερε τώρα ότι με την καπνοθήκη στο χέρι μπορούσε να πάρει πίσω το παλάτι του όποτε ήθελε με τη βοήθεια των τριών μικρών ανθρωπάκων που ζούσαν στο εσωτερικό της. Καθώς όμως πετούσε πάνω από τη θάλασσα, ο Τζακ ένιωσε τα βλέφαρά του να βαραίνουν και, κουρασμένος όπως ήταν, αποκοιμήθηκε. Ο αητός και το ποντικάκι τότε άρχισαν να μαλώνουν για το ποιος είχε βοηθήσει τον Τζακ περισσότερο και μάλιστα διαφωνούσαν τόσο πολύ που είπαν να ρωτήσουν τον βάτραχο ποιος είχε δίκιο. Ο βάτραχος, πολύ σοφά, είπε ότι έπρεπε να εξετάσουν τα γεγονότα από την αρχή. Έτσι το ποντικάκι έβγαλε τη χρυσή καπνοθήκη από την τσέπη του Τζακ και άρχισε να εξιστορεί από πού είχε προέλθει και να αφηγείται όλη την ιστορία. Τότε ο Τζακ ξύπνησε απότομα, τεντώθηκε και με μια ακούσια κλωτσιά έριξε την καπνοθήκη στη θάλασσα: “Χα, ήξερα ότι θα ερχόταν και η σειρά μου να φανώ χρήσιμος”, είπε το βατραχάκι και βούτηξε ξοπίσω της.</p><br><p>Περίμεναν και περίμεναν…. περίμεναν τρεις ολόκληρες μέρες και τρεις ολόκληρες νύχτες αλλά το βατραχάκι ήταν άφαντο. Ήταν έτοιμοι να εγκαταλείψουν κάθε προσπάθεια όταν φάνηκε το μουτράκι του στην επιφάνεια της θάλασσας:</p><p>Λοιπόν, του είπε ανυπόμονα ο Τζακ, το βρήκες;</p><p>Όχι, είπε το βατραχάκι παίρνοντας μια βαθιά ανάσα.</p><p>Τι περιμένεις λοιπόν! του φώναξαν οι υπόλοιποι τρεις.</p><p>Να πάρω άλλη μιαν ανάσα, τους απάντησε το βατραχάκι και ξαναμπήκε στο νερό.</p><br><p>Αυτή τη φορά περίμεναν δυο μερόνυχτα μέχρι να ξαναφανεί το βατραχάκι, αυτή τη φορά κρατώντας στο στόμα του τη χρυσή καπνοθήκη. Χειροκρότησαν όλοι τις προσπάθειες του βατράχου και ο αητός βάλθηκε να πετά όσο πιο γρήγορα μπορούσε για το κάστρο του Βασιλιά των Πουλιών. Αλίμονο όμως, η κακοτυχία του Τζακ δεν είχε στερέψει ακόμη! Σαν παρουσιάστηκαν όλοι μπροστά στον Βασιλιά των Πουλιών εκείνος εξοργίστηκε που δεν είχαν φέρει μαζί τους και το παλάτι με τις δώδεκα χρυσές κολόνες και φοβέρισε τον Τζακ πως αν δεν το είχε εκεί μέχρι τις οκτώ το πρωί της επόμενης μέρας, θα τον καταδίκαζε σε θάνατο ως παγαπόντη και ψεύτη.</p><br><p>Ο Τζακ τότε, κινδυνεύοντας και πάλι να πεθάνει, άνοιξε την καπνοθήκη και να σου και πάλι τα τρία μικρά ανθρωπάκια με τα κόκκινα σκουφάκια τους. Δεν του κρατούσαν κακία πια και μάλιστα χάρηκαν πολύ που ήταν και πάλι στη δούλεψη ενός αφέντη που τα καλούσε όταν κινδύνευε στ’ αλήθεια. Βλέπετε, ο υπηρέτης όλο τους άνοιγε τη θήκη και τα ξυπνούσε για ψύλλου πήδημα.</p><br><p>Πριν λοιπόν το ρολόι να σημάνει οκτώ το επόμενο πρωί, είχε εμφανιστεί το παλάτι με τις δώδεκα χρυσές κολόνες και ο Βασιλιάς των Πουλιών ήταν ευχαριστημένος που αντίκρυζε τέτοιο θαύμα. Του έδωσε το άλογό του και αποχαιρέτησε τον Τζακ ο οποίος ξεκίνησε για το παλάτι του Βασιλιά των Βατράχων. Κι εκεί όμως συνέβησαν τα ίδια και ο Τζακ ξανάνοιξε τη θήκη και ζήτησε από τα ανθρωπάκια να μεταφέρουν το παλάτι εκεί. Χασμουρήθηκαν και γκρίνιαξαν αλλά το έκαναν. Ελεύθερος να φύγει, ο Τζακ πήγε στον Βασιλιά των Ποντικών αλλά κι εκεί πάλι οι ίδιες απειλές τον βρήκαν. Ανοίγοντας την καπνοθήκη, τα ανθρωπάκια ήταν τώρα πραγματικά πολύ θυμωμένα και διαμαρτυρήθηκαν λέγοντας πως είναι αμαρτία να μην μπορεί κανείς να κοιμηθεί με την ησυχία του σε αυτόν τον κόσμο. Έκαναν όμως αυτό που έπρεπε μιας και ο Τζακ πάλι κινδύνευε και έτσι το παλάτι μεταφέρθηκε μπροστά στον Βασιλιά των Ποντικών και ο Τζακ πήρε τον δρόμο του γυρισμού με προορισμό την έπαυλη του άρχοντα. </p><br><p>Μα ο χρόνος και μία μέρα διορία που είχε, σχεδόν είχαν περάσει και η νεαρή νύφη του Τζακ τον είχε πια για χαμένο και όλη μέρα και όλη νύχτα έκλαιγε. Έτσι, όταν έφτασε και όλοι είδαν πως ήταν ζωντανός, στην αρχή χάρηκαν μα απογοητεύτηκαν πολύ σαν είδαν πως δεν είχε φέρει μαζί του το χαμένο παλάτι. Ο πεθερός του τον απείλησε πως θα τον αποκεφάλιζε αν δεν το είχε στη θέση του μέχρι τις οκτώ το επόμενο πρωί. Ο Τζακ ξελάφρωσε όταν ο πεθερός του ξεστόμισε αυτή την απειλή μιας και ήξερε πως μόνο έτσι θα μπορούσε να φέρει το παλάτι πίσω. Ήξερε όμως πως είχε ενοχλήσει πολλές φορές τα ανθρωπάκια και δεν μπορούσε να αποφασίσει τι να κάνει. Έπρεπε να τα καλέσει αρκετά νωρίτερα και να τα αφήσει να ξεθυμάνουν ή να τα καλέσει πάλι τελευταία στιγμή για να μην προλάβουν να του τα ψάλλουν καθόλου; Αποφάσισε λοιπόν μια μέση λύση. Μόλις το ρολόι έδειξε πέντε λεπτά πριν τις οκτώ, άνοιξε τη χρυσή καπνοθήκη και κάλυψε τα αυτιά του!</p><br><p>Δεν είχε ξανακούσει ποτέ τέτοιο συνδυασμό χασμουρητών, βρισιών, μαλωμάτων και γκρίνιας! Μάλιστα τα ανθρωπάκια του είπαν πως αφού κινδύνευε τόσο συχνά να πεθάνει, γιατί δεν αφηνόταν στη μοίρα του παρά τους ζάλιζε κάθε τρεις και λίγο; Με αυτά και με αυτά το ρολόι άρχισε να χτυπάει την ώρα και τότε ο Τζακ αυστηρά μα και τρέμοντας από φόβο τους είπε:</p><p>Κύριοι! Κάντε όπως σας είπα!</p><p>Τελευταία φορά! τσίριξαν τα ανθρωπάκια, σιγά μην μείνουμε άλλο μ΄ έναν αφέντη που κάθε μέρα πάει και να πεθάνει!</p><br><p>Και πέταξαν από το παράθυρο. Και δεν ξαναγύρισαν ποτέ. Η χρυσή καπνοθήκη έμεινε άδεια από εκείνη την ημέρα. Μα όταν ο Τζακ κοίταξε από το παράθυρο του, είδε στη μέση της λίμνης το παλάτι του να στέκεται πάνω στις δώδεκα χρυσές κολόνες, την εκκλησία στο πλάι και την όμορφη νύφη του να κοιτάει και αυτή από το παράθυρό της φορώντας το νυχτικό της.</p><br><p>Κι έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.</p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></description>
			<itunes:summary><![CDATA[<p>Η Αγγλία μας λέει μια ιστορία για τον Τζακ και τη μαγική του καπνοθήκη, που τον βγάζει από κάθε δύσκολη κατάσταση... πολλές φορές χωρίς η ίδια να το θέλει!</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Δεν περιέχει ευαίσθητο υλικό </p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>Ηχητικά εφέ: freesound.org</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ</p><br><p>Η Χρυσή Καπνοθήκη</p><br><p>Μια φορά κι έναν καιρό, έναν πολύ καλό καιρό, αν και δεν ήταν ο δικός μου μα ούτε ο δικός σας καιρός και για να λέμε την αλήθεια, δεν ήταν κανενός ο καιρός, ζούσαν μια γυναίκα και ένας άνδρας με τον γιο τους τον Τζακ, που του άρεσε πολύ να διαβάζει βιβλία. Διάβαζε και διάβαζε και, μιας και αυτός και οι γονείς του ζούσαν απομονωμένοι από τον υπόλοιπο κόσμο στη μέση ενός δάσους και ο Τζακ δεν έβλεπε άλλον άνθρωπο από τους γονείς του, ήθελε σαν τρελός να δει τον κόσμο και όλα τα θαύματά του.</p><br><p>Μια μέρα λοιπόν, είπε στη μάνα του ότι θα έφευγε. Εκείνη τον είπε ανόητο και ελαφρόμυαλο αλλά, μιας και δεν έκανε και τίποτα στο σπίτι να βοηθήσει, ας έφευγε. Μετά τον ρώτησε αν θα προτιμούσε να του δώσει μαζί του μια μικρή πίτα και την ευλογία της ή μια μεγάλη πίτα και την κατάρα της. Ο Τζακ, που γενικά ήταν φαγανός της είπε: “Μια μεγάλη πίτα παρακαλώ μάνα”. Του έφτιαξε τότε μια μεγάλη πίτα και, καθώς έφευγε ο Τζακ, η μάνα του ανέβηκε στη στέγη τού σπιτιού τους και άρχισε να του φωνάζει κατάρες και κακίες μέχρι που χάθηκε από τα μάτια της. Μετά επέστρεψε μέσα στο σπίτι και, μετανοιωμένη γι΄ αυτό που έκανε, άρχισε να κλαίει με μαύρο δάκρυ.</p><br><p>Ο Τζακ δεν είχε απομακρυνθεί πολύ όταν έφτασε στο χωράφι που δούλευε ο πατέρας του. Ο καλοκάγαθος άνδρας ξαφνιάστηκε με τα νέα της αναχώρησης του γιού του και στενοχωρήθηκε μόλις έμαθε ότι διάλεξε την κατάρα της μάνας του. Σκέφτηκε και σκέφτηκε τι να κάνει για να βοηθήσει την κατάσταση και τότε έβγαλε από την τσέπη του μια μικρή χρυσή καπνοθήκη και την έδωσε στον γιο του λέγοντας: “Αν ποτέ κινδυνέψεις να πεθάνεις, άνοιξε τη θήκη. Μόνο τότε όμως. Αυτή η θήκη χαρίζεται από γενιά σε γενιά και μιας και όλοι οι πρόγονοί μας ζούσαν μια ήσυχη ζωή δεν την είχαν χρειαστεί ποτέ. Εσύ όμως ίσως και να τη χρειαστείς”.</p><br><p>Ο Τζακ την έβαλε στην τσέπη του και συνέχισε τον δρόμο του. Πέρασε ο χρόνος και ο Τζακ άρχισε να κουράζεται και να πεινά πολύ επειδή είχε φάει όλη την πίτα αρκετά νωρίτερα και το σκοτάδι γινόταν τόσο πυκνό γύρω του που δεν έβλεπε ούτε τη μύτη του. Μετά από λίγο όμως είδε ένα μεγάλο σπίτι και πήγε στην πίσω πόρτα, τη χτύπησε και όταν του άνοιξαν παρακάλεσε να του δώσουν στέγη και τροφή για το βράδυ. Η υπηρέτρια σαν είδε τον Τζακ, που ήταν&nbsp;ένας όμορφος νεαρός, τον οδήγησε αμέσως μέσα, τον έβαλε να κάτσει δίπλα στη φωτιά του μαγειριού και του έδωσε να φάει καλομαγειρεμένο κρέας, ψωμί και να πιει μπύρα. Καθώς ο Τζακ έτρωγε, να σου μέσα στο μαγειριό και η νεαρή κόρη του άρχοντα του σπιτιού. Μόλις είδε τον Τζακ, έτρεξε κατευθείαν στον πατέρα της και του είπε πως στην κουζίνα καθόταν ο πιο γλυκούλης νεαρός που είχε δει ποτέ της και πως αν την αγαπούσε, ας του έδινε δουλειά στο σπιτικό τους. Ο πατέρας της, της είχε τρομερή αδυναμία και δεν της χάλαγε ποτέ χατίρι. Πήγε κι αυτός στο μαγειριό και ρώτησε τον Τζακ τι θα μπορούσε να κάνει: “Οτιδήποτε”, είπε χαζοχαρούμενα ο Τζακ που ήξερε ότι ελάχιστα πράγματα μπορούσε στ’ αλήθεια να κάνει. Ο άρχοντας τότε, βρήκε έναν τρόπο και να μη χαλάσει την καρδιά της κόρης του μα και να μην χρειαστεί να δώσει μόνιμη δουλειά στον Τζακ. Είπε λοιπόν γελώντας:</p><p>Αφού μπορείς παλικάρι μου να κάνεις οτιδήποτε, τότε, μέχρι αύριο στις οκτώ το πρωί, να έχεις σκάψει μπροστά από την έπαυλή μου μια λίμνη με διάμετρο τεσσάρων χιλιομέτρων και να την έχεις γεμίσει με ολόκληρο στόλο! Θα πρέπει να πλεύσει όσο πιο κοντά γίνεται στο σπίτι μου και το πυροβολικό του να πραγματοποιήσει χαιρετισμό με ομοβροντία. Με την τελευταία κανονιά, ας σπάσει το πόδι του κρεβατιού της κόρης μου για να ξυπνήσει μιας και είναι υπναρού και ποτέ δεν σηκώνεται νωρίς.</p><p>Κι αν δεν το κάνω; είπε σαστισμένος και έκπληκτος ο Τζακ.</p><p>Τότε, του απάντησε ήρεμα ο άρχοντας της έπαυλης, η ζωή σου δεν θ΄ αξίζει τίποτα πια.</p><br><p>Φώναξε τότε τους υπηρέτες του οι οποίοι πήραν τον Τζακ και τον κλείδωσαν σ΄ ένα δωμάτιο ενός από τους πολλούς πυργίσκους της έπαυλης. Αυτό ήταν ανήκουστο! Ο Τζακ έκατσε στην άκρη του κρεβατιού και άρχισε να σκέφτεται και να σκέφτεται… κουράστηκε όμως γρήγορα και είπε να σταματήσει να σκέφτεται και έπεσε να κοιμηθεί. Και κοιμήθηκε βαριά! Σαν ξύπνησε είχε ήδη ξημερώσει και όταν κοίταξε έξω από το παράθυρό του είδε το μεγάλο ρολόι του πύργου να δείχνει σχεδόν οκτώ και άκουσε τα γρανάζια του να γυρίζουν και να ετοιμάζονται να σημάνουν την ώρα. Κοίταξε στο έδαφος και είδε μπροστά στην έπαυλη να απλώνονται τριανταφυλλιές, χρυσάνθεμα και να βόσκουν τα ζώα του αφέντη. “Αχ!” σκέφτηκε και θυμήθηκε τη χρυσή καπνοθήκη: “Ε, κινδυνεύω να πεθάνω σίγουρα τώρα”, είπε στον εαυτό του και άνοιξε τη θήκη.</p><br><p>Τότε από μέσα ξεπήδησαν τρία μικρά και αστεία ανθρωπάκια με κόκκινους σκούφους ύπνου που χασμουριόντουσαν και έτριβαν τα μάτια τους. Βλέπετε, βρισκόντουσαν μέσα στη θήκη για πολλά πολλά χρόνια: “Τι θέλεις Αφέντη;” του είπαν τεμπέλικα. Μα ο Τζακ άκουσε για άλλη μια φορά τα γρανάζια του ρολογιού να γυρίζουν και το μόνο που προλάβαινε να κάνει ήταν να διατάξει τα ανθρωπάκια να του φτιάξουν ό,τι ήθελε. Εκείνα πέταξαν από το παράθυρο και τότε ξάφνου ακούστηκαν ΜΠΑΜ ΜΠΑΜ ΜΠΑΜ! οι κανονιές των πλοίων. Μάλιστα η τελευταία ήχησε τόσο δυνατά που το πόδι του κρεβατιού της κόρης του άρχοντα πρέπει να έσπασε, γιατί να τη στο παράθυρό της με τη νυχτικιά της να κοιτά με θαυμασμό την πελώρια λίμνη και τον στόλο.</p><br><p>Το ίδιο έκθαμβος ήταν και ο Τζακ που δεν είχε ξαναδεί ποτέ στη ζωή του τέτοιο θέαμα. Τα τρία ανθρωπάκια γύρισαν τότε πίσω στο δωμάτιο πετώντας από το παράθυρο και πριν ξαναμπούν στη χρυσή καπνοθήκη τού είπαν κάπως ενοχλημένα: “Την επόμενη φορά δώσε μας λίγο περισσότερο χρόνο Αφέντη”. Ο Τζακ τότε τα άκουσε μέσα από τη θήκη να χασμουριούνται και να ετοιμάζονται ξανά για ύπνο.</p><br><p>Όπως ήταν αναμενόμενο, ο άρχοντας της έπαυλης είχε μείνει κι αυτός άφωνος, ενώ η κόρη του δήλωσε πως δεν θα παντρευόταν ποτέ κανέναν άλλον εκτός από τον Τζακ , τον νεαρό που έκανε θαύματα. Εκείνη και ο Τζακ είχαν ερωτευτεί κεραυνοβόλα, βλέπετε.</p><br><p>Αλλά ο πατέρας της δεν ήταν ακόμη ευχαριστημένος: “Είναι αλήθεια θυγατέρα μου”, της είπε, “πως ο νεαρός φαίνεται ικανός. Αλλά ξέρουμε αν η επιτυχία του οφειλόταν στην τύχη και όχι στις ικανότητες του; Ας τον δοκιμάσουμε ξανά”. Και γυρίσοντας στον Τζακ, του είπε: “Η κόρη μου πρέπει να ζει πλουσιοπάροχα σ΄ ένα καλό σπίτι. Μέχρι αύριο στις οκτώ το πρωί, θέλω να υπάρχει ένα μεγαλόπρεπο παλάτι που να στηρίζεται σε δώδεκα χρυσές κολόνες στη μέση της λίμνης και δίπλα του μια εκκλησία. Όλα θα πρέπει να είναι έτοιμα για τη νύφη και στις οκτώ ακριβώς να σημάνουν γαμήλια οι καμπάνες της εκκλησίας. Αν δεν τα καταφέρεις, η ζωή σου δεν θα αξίζει τίποτα”.</p><br><p>Αυτή τη φορά ο Τζακ είπε να δώσει λίγο περισσότερο χρόνο στα ανθρωπάκια αλλά με το φαγοπότι που στήθηκε και με την παρέα που έκανε με την κόρη του άρχοντα όλη μέρα, σαν ξύπνησε άκουσε πάλι τα γρανάζια του ρολογιού έτοιμα να σημάνουν οκτώ το πρωί. Όταν άκουσε τον πρώτο χτύπο του ρολογιού, έβγαλε την καπνοθήκη από κάτω από το μαξιλάρι του, την άνοιξε και το μόνο που πρόλαβε να κάνει ήταν να διατάξει τα ανθρωπάκια να του φτιάξουν ό,τι χρειαζόταν. Εκείνα χασμουρήθηκαν, τεντώθηκαν και πέταξαν έξω από το παράθυρο όλα μονομιάς! Ο Τζακ πίστεψε πως αυτή τη φορά σίγουρα θα θανατωνόταν, αλλά με τον τελευταίο χτύπο του ρολογιού άρχισαν να χτυπούν χαρμόσυνα οι καμπάνες της εκκλησίας που στεκόταν δίπλα στο αστραφτερό παλάτι το οποίο στηριζόταν σε δώδεκα χρυσές κολόνες. Το παλάτι ήταν στολισμένο εορταστικά και στην αυλή του περίμεναν δεκάδες υπηρέτες και αυλικοί ντυμένοι με τα καλύτερά τους ρούχα.</p><br><p>Ποτέ του δεν είχε ματαδεί κάτι τέτοιο ο Τζακ. Ούτε και η κόρη τού άρχοντα, η οποία είχε βγει στο παράθυρο της με το νυχτικό της και θαύμαζε τη θέα. Τόσο γλυκιά και όμορφη ήταν που ο Τζακ δεν ήθελε να πάρει το βλέμμα του από πάνω της για να ξαναβάλει τα ανθρωπάκια πίσω στη χρυσή καπνοθήκη. Αυτή τη φορά είχαν στ’ αλήθεια θυμώσει και γκρίνιαξαν και φώναξαν και διαμαρτυρήθηκαν μέχρι που ξαναμπήκαν όλα τους στη θήκη και άρχισαν το ροχαλητό. </p><br><p>Ο Τζακ και η κοπέλα παντρεύτηκαν και ήταν και οι δυο τους πολύ ευτυχισμένοι. Ο Τζακ πλέον είχε να φορέσει τα καλύτερα ρούχα, να φάει το καλύτερο φαγητό, να τον υπηρετούν&nbsp;οι καλύτεροι υπηρέτες και είχε και τους καλύτερους φίλους. Αισθανόταν πολύ τυχερός, αλλά αυτό που δεν ήξερε ήταν ότι η κατάρα της μάνας του θα ερχόταν να τον βρει αργά η γρήγορα.</p><br><p>Μια μέρα που ο Τζακ βγήκε για κυνήγι με τη συνοδεία του από κυρίους και κυρίες της αυλής, ξέχασε να βγάλει τη χρυσή του καπνοθήκη από το καθημερινό του σακάκι και να τη βάλει σε αυτό που φορούσε τώρα, το κυνηγετικό. Έτσι, την ξέχασε πίσω στο παλάτι του. Σαν να μην έφτανε αυτό, ο υπηρέτης που του καθάριζε το δωμάτιο, καθώς σήκωσε τα ρούχα του Τζακ για να τα βάλει να τα πλύνει, άφησε απρόσεχτα να πέσει η καπνοθήκη από την τσέπη και ν΄ ανοίξει, με αποτέλεσμα τα ανθρωπάκια να ξεπηδήσουν από μέσα με χασμουρητά και τεντώνοντας τα χεράκια τους. Όταν είδαν ότι δεν τους είχε καλέσει κανείς και ότι κανένας δεν κινδύνευε, εξοργίστηκαν και είπαν ότι δεν ήθελαν και πολύ να πάρουν το παλάτι με τις κολόνες του και να φύγουν για άλλα μέρη. Ο υπηρέτης το άκουσε αυτό και τα ρώτησε:</p><p>Αλήθεια μπορείτε να κάνετε κάτι τέτοιο;</p><p>Αν μπορούμε λέει; του είπαν και γέλασαν δυνατά. Μπορούμε να κάνουμε ότι μας καπνίσει!</p><p>Τότε πάρτε το παλάτι και πηγαίνετέ το πέρα από τη θάλασσα, εκεί που ο αφέντης σας δεν θα μπορέσει να το βρει, τους είπε ο υπηρέτης.</p><br><p>Τα ανθρωπάκια, αν και δεν ήταν υποχρεωμένα να υπακούσουν τον υπηρέτη, ήταν τόσο θυμωμένα με τον Τζακ που έκαναν αμέσως ό,τι τους είπε ο υπηρέτης. Έτσι, όταν επέστρεψε η παρέα από το κυνήγι, η εκκλησία, το παλάτι και οι δώδεκα χρυσές κολόνες του είχαν κάνει φτερά! Όλοι άρχισαν να κατηγορούν τον Τζακ ότι τους ξεγέλασε και ειδικά ο πεθερός του, ο οποίος του χρέωσε πως εξαπάτησε και αυτόν και την κόρη του. Συμφώνησε όμως να του δώσει δώδεκα μήνες και μια μέρα καιρό να διορθώσει την κατάσταση, επιστρέφοντας το παλάτι στη θέση του. </p><br><p>Ξεκίνησε λοιπόν ο Τζακ την αναζήτησή του καβάλα σε ένα καθαρόαιμο άλογο και με μερικά νομίσματα στην τσέπη του. Ταξίδεψε μακριά και ταξίδεψε γρήγορα σε δύση και ανατολή, βορρά και νότο, πέρα από λόφους και λαγκάδια, πεδιάδες και βουνά, δάση και βοσκοτόπια, αλλά το παλάτι δεν ήταν πουθενά. Ήρθε και η μέρα που έφτασε μπροστά στο παλάτι του Βασιλιά των Ποντικών του κόσμου ολάκερου και μπροστά στην πύλη είδε ένα ποντικάκι, που φορούσε μια εξαιρετική πανοπλία και κράνος, να φυλάει σκοπός και δεν άφηνε τον Τζακ να μπει στο παλάτι αν δεν του έλεγε τι ήθελε. Ο Τζακ του εξήγησε και το ποντικάκι τον άφησε να μπει και να περάσει από τον σκοπό της εσωτερικής πύλης μέχρι που, περνώντας από πύλη σε πύλη, ο Τζακ επιτέλους έφτασε μπροστά στον Βασιλιά που ήταν περικυκλωμένος απ΄ όλους τους ποντικοαυλικούς του.</p><br><p>Ο Βασιλιάς των Ποντικών καλωσόρισε τον Τζακ με περισσή ευγένεια και, παρόλο που ο ίδιος δεν ήξερε πού βρισκόταν το παλάτι με τις κολόνες, ήταν βασιλιάς όλων των ποντικών του κόσμου και σίγουρα κάποιος από τους υπηκόους του θα γνώριζε κάτι. Έστειλε τότε διάγγελμα με τον αρχιθαλαμηπόλο του για Γενική Συνέλευση το επόμενο πρωί και μέχρι τότε υποδέχθηκε τον Τζακ με βασιλικές τιμές. </p><br><p>Δυστυχώς όμως, το επόμενο πρωί όλα τα καφετιά, μαύρα, γκρίζα, λευκά και παρδαλά ποντίκια, από όλες τις γωνιές της γης, όλα με μια φωνή είπαν στον βασιλιά τους: “Μεγάλη είναι η χάρη σου Εξοχώτατε, αλλά δεν έχουμε δει το χαμένο παλάτι”. Τότε ο βασιλιάς είπε στον Τζακ: “Να πας και να ρωτήσεις τον αδερφό μου, τον Βασιλιά των Βατράχων της οικουμένης. Αυτός ίσως να ξέρει πού είναι το παλάτι σου. Άφησε εδώ το άλογο σου και πάρε το δικό μου, ξέρει τον δρόμο και θα σε πάει μέχρι εκεί με ασφάλεια.” Έτσι ο Τζακ ξεκίνησε να πάει να βρει τον αδερφό του Βασιλιά των Ποντικών καβάλα στο άλογό του και, καθώς βγήκε από την εξωτερική πύλη, είδε το ποντικάκι-σκοπό να τελεί τα καθήκοντα του με ζήλο. Ο Τζακ τότε, που ήταν ευγενικός νέος, έβγαλε κάτι ψίχουλα από την τσέπη του που είχε φυλάξει από το χθεσινό δείπνο και τα προσέφερε στον σκοπό λέγοντας: “Έλα ποντικάκι μου, πάρε αυτά για τη σκληρή δουλειά σου”. Το ποντικάκι-σκοπός τον ευχαρίστησε θερμά και τον ρώτησε αν μπορούσε να πάει μαζί του στον Βασιλιά των Βατράχων: “Δεν είναι καλή ιδέα”, απάντησε ο Τζακ, “μπορεί να βρω τον μπελά μου από τον βασιλιά σου”. Μα το ποντικάκι επέμενε: “Πάρε με μαζί σου και μπορεί να σου φανώ χρήσιμος”, και αμέσως πήδηξε και γραπώθηκε από την ουρά του αλόγου, τη σκαρφάλωσε και χώθηκε μέσα στην τσέπη του Τζακ. Το άλογο γαργαλήθηκε και άρχισε να καλπάζει προς τη σωστή κατεύθυνση.</p><br><p>Ο Τζακ έφτασε μπροστά στο κάστρο του Βασιλιά των Βατράχων και στην πύλη είδε ένα βατραχάκι σκοπό, που φορούσε μια ωραιότατη πανοπλία και ένα πολύ όμορφο ορειχάλκινο κράνος. Το βατραχάκι δεν άφησε τον Τζακ να μπει, μα τότε το ποντικάκι του είπε ότι είχαν έρθει από τον Βασιλιά των Ποντικών και ότι είχαν πολύ σημαντική δουλειά με τον Βασιλιά των Βατράχων. Οδηγήθηκαν μπροστά στον Βασιλιά των Βατράχων ο οποίος καθόταν στο θρόνο του ντυμένος στην τρίχα, περικυκλωμένος από την βατραχοαυλή του. Ούτε αυτός όμως ήξερε κάτι για το χαμένο παλάτι με τις δώδεκα χρυσές κολόνες και παρόλο που το επόμενο πρωί μαζεύτηκαν όλα τα βατράχια του κόσμου μπροστά του, όλα με μια φωνή του είπαν: “Κουάξ κουάξ κουάξ” που είναι γνωστό σε όλους ότι στα βατραχίσια σημαίνει “όχι”.</p><br><p>Έτσι ο Βασιλιάς των Βατράχων είπε στον Τζακ: “Ένα πράγμα σου μένει να κάνεις τώρα, να πας στον μεγαλύτερο αδερφό μου, τον Βασιλιά των Πουλιών. Οι δικοί του υπήκοοι βλέπουν τα πάντα από ψηλά και σίγουρα θα έχουν δει κάτι. Άφησε το άλογο του αδερφού μου εδώ και πάρε το δικό μου, ξέρει τον δρόμο και θα σε πάει μέχρι εκεί με ασφάλεια”. Ο Τζακ ξεκίνησε αμέσως και για άλλη μια φορά στην πύλη πριν φύγει είδε το βατραχάκι-σκοπό και του προσέφερε τα ψίχουλα που είχε μαζέψει στην τσέπη του από το τελευταίο του γεύμα. Το βατραχάκι του ζήτησε να τον συνοδεύσει στο ταξίδι του και, παρόλο που ο Τζακ αρνήθηκε, εκείνο με έναν πήδο ανέβηκε στο στο σπιρούνι του Τζακ, με έναν δεύτερο στα καπούλια του αλόγου και με έναν τρίτο μπήκε στην τσέπη του Τζακ. Το άλογο τότε αηδίασε με το γλοιώδες δέρμα του βατράχου και κάλπασε γρήγορα προς τον Βασιλιά των Πουλιών.</p><br><p>Μετά από λίγο, ο Τζακ βρέθηκε μπροστά στο κάστρο του Βασιλιά των Πουλιών και μπροστά </p><p>στην πύλη είδε ένα σπουργιτάκι να φυλάει σκοπός περπατώντας πάνω κάτω με στρατιωτικό&nbsp;βηματισμό και χρυσές επωμίδες. Ο Τζακ τότε έβαλε τα γέλια και το ποντίκι και το βατράχι είπαν στο σπουργίτι-σκοπό: “Ερχόμαστε απεσταλμένοι των βασιλιάδων μας, άσε μας να περάσουμε!” Χωρίς άλλη καθυστέρηση, όλοι οι σκοποί σε όλες τις πύλες, άφησαν τον Τζακ να περάσει. Σαν έφτασαν μπροστά στον Βασιλιά των Πουλιών, που γύρω του είχε κάθε λογής πουλί - αιγίθαλους, δρυοκολάπτες, κορμοράνους, περιστέρια και πολλά άλλα, αυτός είπε στον Τζακ πως δυστυχώς δεν είχε ακούσει τίποτα γι αυτό το χαμένο παλάτι. Οργάνωσε και αυτός Γενική Συνέλευση και παρόλο που μαζεύτηκε κάθε λογής πουλί, όλα είπαν πως δεν το είχαν δει μα ούτε άκουσαν κάτι για αυτό. Ο Τζακ ήταν να σκάσει από τη στεναχώρια του, αλλά τότε ο βασιλιάς ρώτησε:</p><p>Και ο αητός; Δεν βλέπω πουθενά τον αητό μου!</p><p>Αν θέλει η χάρη σας Μεγαλειότατε, είπε τότε ο αρχιθαλαμηπόλος του που ήταν ένας από τους αιγίθαλους, να κάνει λίγο υπομονή γιατί φαίνεται πως έχει καθυστερήσει.</p><p>Έχει καθυστερήσει; φώναξε θυμωμένα ο Βασιλιάς. Να παρουσιαστεί μπροστά μου αμέσως!</p><br><p>Τότε δυο κορυδαλλοί αναχώρησαν και πέταξαν τόσο μακριά που κανείς δεν μπορούσε πια να τους δει. Να σου μετά από λίγο, κατέφτασε και ο αητός λαχανιασμένος αφού είχε βιαστεί να φτάσει μπροστά στον βασιλιά του:</p><p>Ευγενή άρχοντα! του είπε τότε ο βασιλιάς, μήπως έχεις δει πουθενά στον κόσμο ένα παλάτι πάνω σε δώδεκα χρυσές κολόνες;</p><p>Μεγάλη η χάρη σας Εξοχώτατε, από εκεί έρχομαι, απάντησε ο αητός. </p><br><p>Όλοι τότε έβγαλαν αναφωνητά χαράς. Ο αητός έκατσε και έφαγε μισό βόδι για να δυναμώσει και άνοιξε τα φτερά του να ανέβει πάνω του ο Τζακ με το βατραχάκι στην μια του τσέπη και το ποντικάκι στην άλλη. Ο Βασιλιάς των Πουλιών διέταξε τον αητό να τους πάει όλους με ασφάλεια σε αυτό το παλάτι αμέσως.</p><br><p>Πέταξαν πάνω από στεριά και θάλασσα μέχρι που στον ορίζοντα είδαν το παλάτι να στέκεται πάνω στις δώδεκα χρυσές του κολόνες. Όλα όμως τα παράθυρα και όλες οι πόρτες ήταν ερμητικά ασφαλισμένες μιας και ο υπηρέτης που είχε κλέψει το παλάτι είχε πάει για κυνήγι και πάντα κλειδαμπάρωνε τα πάντα μπας κι έρθει κανένας και του το κλέψει κι αυτουνού. </p><br><p>Ο Τζακ τότε άρχισε να καταστρώνει σχέδιο για το πώς θα πάρει πίσω τη χρυσή του καπνοθήκη, μέχρι που το ποντικάκι του είπε: “Άσε με να σου τη φέρω εγώ, παντού υπάρχουν ποντικότρυπες και θα μπορέσω να τρυπώσω και να τη βρω”. Έφυγε το ποντικάκι και ο Τζακ περίμενε σε ανάμενα κάρβουνα πάνω στη ράχη του αητού. Μετά από λίγο το ποντίκι επέστρεψε:</p><p>Λοιπόν, του είπε ανυπόμονα ο Τζακ, το έχεις;</p><p>Ναι! είπε θριαμβευτικά το ποντικάκι.</p><br><p>Όλοι χειροκρότησαν το ποντικάκι και πήραν τον δρόμο της επιστροφής για το παλάτι του Βασιλιά των Πουλιών όπου ο Τζακ είχε αφήσει το άλογό του. Ήξερε τώρα ότι με την καπνοθήκη στο χέρι μπορούσε να πάρει πίσω το παλάτι του όποτε ήθελε με τη βοήθεια των τριών μικρών ανθρωπάκων που ζούσαν στο εσωτερικό της. Καθώς όμως πετούσε πάνω από τη θάλασσα, ο Τζακ ένιωσε τα βλέφαρά του να βαραίνουν και, κουρασμένος όπως ήταν, αποκοιμήθηκε. Ο αητός και το ποντικάκι τότε άρχισαν να μαλώνουν για το ποιος είχε βοηθήσει τον Τζακ περισσότερο και μάλιστα διαφωνούσαν τόσο πολύ που είπαν να ρωτήσουν τον βάτραχο ποιος είχε δίκιο. Ο βάτραχος, πολύ σοφά, είπε ότι έπρεπε να εξετάσουν τα γεγονότα από την αρχή. Έτσι το ποντικάκι έβγαλε τη χρυσή καπνοθήκη από την τσέπη του Τζακ και άρχισε να εξιστορεί από πού είχε προέλθει και να αφηγείται όλη την ιστορία. Τότε ο Τζακ ξύπνησε απότομα, τεντώθηκε και με μια ακούσια κλωτσιά έριξε την καπνοθήκη στη θάλασσα: “Χα, ήξερα ότι θα ερχόταν και η σειρά μου να φανώ χρήσιμος”, είπε το βατραχάκι και βούτηξε ξοπίσω της.</p><br><p>Περίμεναν και περίμεναν…. περίμεναν τρεις ολόκληρες μέρες και τρεις ολόκληρες νύχτες αλλά το βατραχάκι ήταν άφαντο. Ήταν έτοιμοι να εγκαταλείψουν κάθε προσπάθεια όταν φάνηκε το μουτράκι του στην επιφάνεια της θάλασσας:</p><p>Λοιπόν, του είπε ανυπόμονα ο Τζακ, το βρήκες;</p><p>Όχι, είπε το βατραχάκι παίρνοντας μια βαθιά ανάσα.</p><p>Τι περιμένεις λοιπόν! του φώναξαν οι υπόλοιποι τρεις.</p><p>Να πάρω άλλη μιαν ανάσα, τους απάντησε το βατραχάκι και ξαναμπήκε στο νερό.</p><br><p>Αυτή τη φορά περίμεναν δυο μερόνυχτα μέχρι να ξαναφανεί το βατραχάκι, αυτή τη φορά κρατώντας στο στόμα του τη χρυσή καπνοθήκη. Χειροκρότησαν όλοι τις προσπάθειες του βατράχου και ο αητός βάλθηκε να πετά όσο πιο γρήγορα μπορούσε για το κάστρο του Βασιλιά των Πουλιών. Αλίμονο όμως, η κακοτυχία του Τζακ δεν είχε στερέψει ακόμη! Σαν παρουσιάστηκαν όλοι μπροστά στον Βασιλιά των Πουλιών εκείνος εξοργίστηκε που δεν είχαν φέρει μαζί τους και το παλάτι με τις δώδεκα χρυσές κολόνες και φοβέρισε τον Τζακ πως αν δεν το είχε εκεί μέχρι τις οκτώ το πρωί της επόμενης μέρας, θα τον καταδίκαζε σε θάνατο ως παγαπόντη και ψεύτη.</p><br><p>Ο Τζακ τότε, κινδυνεύοντας και πάλι να πεθάνει, άνοιξε την καπνοθήκη και να σου και πάλι τα τρία μικρά ανθρωπάκια με τα κόκκινα σκουφάκια τους. Δεν του κρατούσαν κακία πια και μάλιστα χάρηκαν πολύ που ήταν και πάλι στη δούλεψη ενός αφέντη που τα καλούσε όταν κινδύνευε στ’ αλήθεια. Βλέπετε, ο υπηρέτης όλο τους άνοιγε τη θήκη και τα ξυπνούσε για ψύλλου πήδημα.</p><br><p>Πριν λοιπόν το ρολόι να σημάνει οκτώ το επόμενο πρωί, είχε εμφανιστεί το παλάτι με τις δώδεκα χρυσές κολόνες και ο Βασιλιάς των Πουλιών ήταν ευχαριστημένος που αντίκρυζε τέτοιο θαύμα. Του έδωσε το άλογό του και αποχαιρέτησε τον Τζακ ο οποίος ξεκίνησε για το παλάτι του Βασιλιά των Βατράχων. Κι εκεί όμως συνέβησαν τα ίδια και ο Τζακ ξανάνοιξε τη θήκη και ζήτησε από τα ανθρωπάκια να μεταφέρουν το παλάτι εκεί. Χασμουρήθηκαν και γκρίνιαξαν αλλά το έκαναν. Ελεύθερος να φύγει, ο Τζακ πήγε στον Βασιλιά των Ποντικών αλλά κι εκεί πάλι οι ίδιες απειλές τον βρήκαν. Ανοίγοντας την καπνοθήκη, τα ανθρωπάκια ήταν τώρα πραγματικά πολύ θυμωμένα και διαμαρτυρήθηκαν λέγοντας πως είναι αμαρτία να μην μπορεί κανείς να κοιμηθεί με την ησυχία του σε αυτόν τον κόσμο. Έκαναν όμως αυτό που έπρεπε μιας και ο Τζακ πάλι κινδύνευε και έτσι το παλάτι μεταφέρθηκε μπροστά στον Βασιλιά των Ποντικών και ο Τζακ πήρε τον δρόμο του γυρισμού με προορισμό την έπαυλη του άρχοντα. </p><br><p>Μα ο χρόνος και μία μέρα διορία που είχε, σχεδόν είχαν περάσει και η νεαρή νύφη του Τζακ τον είχε πια για χαμένο και όλη μέρα και όλη νύχτα έκλαιγε. Έτσι, όταν έφτασε και όλοι είδαν πως ήταν ζωντανός, στην αρχή χάρηκαν μα απογοητεύτηκαν πολύ σαν είδαν πως δεν είχε φέρει μαζί του το χαμένο παλάτι. Ο πεθερός του τον απείλησε πως θα τον αποκεφάλιζε αν δεν το είχε στη θέση του μέχρι τις οκτώ το επόμενο πρωί. Ο Τζακ ξελάφρωσε όταν ο πεθερός του ξεστόμισε αυτή την απειλή μιας και ήξερε πως μόνο έτσι θα μπορούσε να φέρει το παλάτι πίσω. Ήξερε όμως πως είχε ενοχλήσει πολλές φορές τα ανθρωπάκια και δεν μπορούσε να αποφασίσει τι να κάνει. Έπρεπε να τα καλέσει αρκετά νωρίτερα και να τα αφήσει να ξεθυμάνουν ή να τα καλέσει πάλι τελευταία στιγμή για να μην προλάβουν να του τα ψάλλουν καθόλου; Αποφάσισε λοιπόν μια μέση λύση. Μόλις το ρολόι έδειξε πέντε λεπτά πριν τις οκτώ, άνοιξε τη χρυσή καπνοθήκη και κάλυψε τα αυτιά του!</p><br><p>Δεν είχε ξανακούσει ποτέ τέτοιο συνδυασμό χασμουρητών, βρισιών, μαλωμάτων και γκρίνιας! Μάλιστα τα ανθρωπάκια του είπαν πως αφού κινδύνευε τόσο συχνά να πεθάνει, γιατί δεν αφηνόταν στη μοίρα του παρά τους ζάλιζε κάθε τρεις και λίγο; Με αυτά και με αυτά το ρολόι άρχισε να χτυπάει την ώρα και τότε ο Τζακ αυστηρά μα και τρέμοντας από φόβο τους είπε:</p><p>Κύριοι! Κάντε όπως σας είπα!</p><p>Τελευταία φορά! τσίριξαν τα ανθρωπάκια, σιγά μην μείνουμε άλλο μ΄ έναν αφέντη που κάθε μέρα πάει και να πεθάνει!</p><br><p>Και πέταξαν από το παράθυρο. Και δεν ξαναγύρισαν ποτέ. Η χρυσή καπνοθήκη έμεινε άδεια από εκείνη την ημέρα. Μα όταν ο Τζακ κοίταξε από το παράθυρο του, είδε στη μέση της λίμνης το παλάτι του να στέκεται πάνω στις δώδεκα χρυσές κολόνες, την εκκλησία στο πλάι και την όμορφη νύφη του να κοιτάει και αυτή από το παράθυρό της φορώντας το νυχτικό της.</p><br><p>Κι έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.</p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></itunes:summary>
		</item>
		<item>
			<title>Η Βαφτισιμιά του Άγιου Πέτρου</title>
			<itunes:title>Η Βαφτισιμιά του Άγιου Πέτρου</itunes:title>
			<pubDate>Fri, 16 Apr 2021 07:34:25 GMT</pubDate>
			<itunes:duration>14:00</itunes:duration>
			<enclosure url="https://sphinx.acast.com/p/open/s/6013ebce985ab977d52addcc/e/6070822081f6d26b0fd550d1/media.mp3" length="12194619" type="audio/mpeg"/>
			<guid isPermaLink="false">6070822081f6d26b0fd550d1</guid>
			<itunes:explicit>false</itunes:explicit>
			<link>https://www.karakaxa.org/%CE%B5%CF%80%CE%B5%CE%B9%CF%83%CF%8C%CE%B4%CE%B9%CE%B1</link>
			<acast:episodeId>6070822081f6d26b0fd550d1</acast:episodeId>
			<acast:showId>6013ebce985ab977d52addcc</acast:showId>
			<acast:episodeUrl>mitos21</acast:episodeUrl>
			<acast:settings><![CDATA[FYjHyZbXWHZ7gmX8Pp1rmbKbhgrQiwYShz70Q9/ffXZMTtedvdcRQbP4eiLMjXzCKLPjEYLpGj+NMVKa+5C8pL4u/EOj1Vw4h5MMJYp0lCcFAe0fnxBJy/1ju4Qxy1fh8gO4DvlGA40yms2g0/hOkcrfHIopjTygHFqGwwOPKFIai4SuTvs86Lx3UYCyl6Zs+WO4fC9bB8/2bSJALEZpunHdJA38/ZCmkJMYOTmjFjpMzBILyt5ZUJv/oubdmTWXp+vtfP8X+IXzE6lYk22VdjeMcdkxRGKAIGjPuxEqMYArRmDtUj/LTqAnWnN1TMMN]]></acast:settings>
			<itunes:subtitle>Μίτος</itunes:subtitle>
			<itunes:episodeType>full</itunes:episodeType>
			<itunes:episode>21</itunes:episode>
			<itunes:image href="https://assets.pippa.io/shows/6013ebce985ab977d52addcc/1617985883583-d9bfbf9f3ae1371f213786905393f047.jpeg"/>
			<description><![CDATA[<p>Η Πορτογαλία μας διηγείται μια παράξενη ιστορία. Η καλή νονά που προστατεύει το κορίτσι είναι νονός και μάλιστα ο Άγιος Πέτρος!</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Περιέχει κάποια βία </p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>Ηχητικά εφέ: freesound.org</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ</p><br><p>Η Βαφτισιμιά του Άγιου Πέτρου</p><br><p>Ήταν μια φορά ένα ζευγάρι με τόσα πολλά παιδιά που δεν είχε μείνει άνθρωπος στη χώρα να γίνει νουνός. Έκαναν κι άλλο ένα παιδί και ο πατέρας συγχυσμένος που δεν θα μπορούσε να βρει κανέναν άνθρωπο να γίνει νουνός, βγήκε να περπατήσει στον μεγάλο, κεντρικό δρόμο. Εκεί συνάντησε τον Άγιο Πέτρο που είχε μεταμφιεστεί σε φτωχό γεράκο. Σαν ο Άγιος Πέτρος είδε τον πατέρα τον ρώτησε: </p><p>- Τι κάνεις εσύ κατά δώ;</p><p>Τι να κάνω κύριέ μου; απάντησε εμφανώς ταραγμένος ο πατέρας. Έχω τόσα πολλά παιδιά που δεν έχει μείνει κανένας στον τόπο μου να γίνει νουνός του μωρού μου.</p><p>Εγώ θα γίνω νουνός του, του απάντησε ο γέρος άνθρωπος. Να την πεις Πέτρο και, όταν γίνει εφτά χρονών, να την φέρεις σε αυτό ακριβώς το μέρος.</p><br><p>Ο Άγιος Πέτρος τότε έδωσε στον πατέρα ένα πουγκί νομίσματα κι έφυγε. Ο άνδρας γύρισε στο σπίτι του με ένα πλατύ χαμόγελο και είπε στη γυναίκα του τι είχε συμβεί και της έδειξε και το πουγκί με τα νομίσματα που του είχε δώσει ο γέρος. </p><br><p>Το κοριτσάκι μεγάλωσε και έγινε εφτά χρονών και ο πατέρας του, που τώρα ήταν πλούσιος, ενοχλήθηκε με την ιδέα να πάει στο μέρος που είχαν συμφωνήσει με τον γέρο. Αλλά η συμφωνία ήταν συμφωνία και το είχε υποσχεθεί. ‘Ετσι, έφτασε στο μέρος που είχε συναντήσει τον&nbsp;γέρο τόσα χρόνια πριν και είδε ότι εκείνος τους περίμενε ήδη εκεί. Είπε τότε ο νουνός στον πατέρα: “Άσε την μικρή εδώ μαζί μου και φύγε, θα την αναλάβω εγώ από εδώ και μπρος”. Ο άνδρας υπάκουσε και γύρισε σπίτι του χωρίς την κόρη του. Ο Άγιος Πέτρος περπάτησε με το κορίτσι ώσπου έφτασαν σε μια αχλαδιά φορτωμένη φρούτα:</p><p>Τα βλέπεις αυτά τα αχλάδια; τη ρώτησε.</p><p>Ναι, τα βλέπω, του απάντησε εκείνη.</p><p>Και σου αρέσουν;</p><p>Μου αρέσουν πολύ Νουνέ.</p><br><p>Περπάτησαν λίγο παρακάτω μέχρι που είδαν στην άκρη του δρόμου κάτι παχιά πρόβατα να βόσκουν σε γη που δεν είχε σχεδόν καθόλου χορτάρι. Λίγο μετά είδαν μερικά αδύνατα πρόβατα που έβοσκαν σ΄ ένα χωράφι με άφθονο χορτάρι. Προχώρησαν και παραπέρα και είδαν μια πελώρια φωτιά και δίπλα της μια σκοτεινή κολώνα που υψωνόταν μέχρι τον ουρανό:</p><p>Τη βλέπεις εκείνη τη φωτιά; ρώτησε το κορίτσι ο Άγιος Πέτρος.</p><p>Τη βλέπω Νουνέ, τι είναι;</p><p>Αυτό εκεί είναι το Καθαρτήριο όπου πάνε οι άνθρωποι που είναι περήφανοι και κακοί. Είδες τα παχιά πρόβατα που δεν είχαν αρκετό χορτάρι να φάνε; Αυτό είναι το καθαρτήριο για τους περήφανους ανθρώπους, εκεί πάνε. Και είδες και τ΄ αδύνατα πρόβατα που είχαν όλο αυτό το χορτάρι μπροστά τους; Αυτοί είναι οι άνθρωποι που έχουν κάνει μεγάλο καλό όσο ζούσαν, αυτοί εκεί πάνε. Την αχλαδιά γεμάτη με αχλάδια; Τα αχλάδια είναι άγγελοι, που ήταν κι αυτοί τόσο καλοί που πάνε στον παράδεισο. Τώρα λοιπόν κι εσύ θα ξεκινήσεις δουλειά και θα πρέπει να υπομείνεις πολλές και σκληρές δοκιμασίες, αφού αυτοί που υποφέρουν και είναι υπομονετικοί πάνε στον παράδεισο.</p><p>Μετά από αυτό, ο Άγιος Πέτρος συμβούλεψε το κορίτσι για τα πάντα και της είπε πως αν ποτέ βρισκόταν σε κίνδυνο, να τον καλούσε να τη βοηθήσει. Αλλά έδωσε ιδιαίτερο βάρος στη συμβουλή του το κορίτσι να μην ντυθεί ποτέ με γυναικεία ρούχα.</p><br><p>Το κορίτσι πήγε στο παλάτι του βασιλιά και ζήτησε να δουλέψει ως υπηρέτρια. Ένας φρουρός πήγε να ενημερώσει τον βασιλιά για το αίτημά της και όταν ρώτησαν το κορίτσι το όνομά του, εκείνη είπε ότι την έλεγαν Πέτρο. Την δέχτηκαν στη δούλεψη του βασιλιά και της ανέθεσαν να φροντίζει τις πάπιες. </p><br><p>Το βράδυ, όταν ο Πέτρος πήγε να κοιμηθεί, τον επισκέφτηκε η βασίλισσα. Μα ο Πέτρος αρνήθηκε να τη δει και έφυγε και το επόμενο πρωί η βασίλισσα, ταπεινωμένη, πήγε και πέταξε ένα δαχτυλίδι της στη θάλασσα. Βρήκε τότε τον βασιλιά και του είπε: “Άκου τι έπαθα! Μου έπεσε το δαχτυλίδι μου στον βυθό της θάλασσας και ο Πέτρος μου είπε πως σίγουρα θα μπορέσει να μου το βρει”. Ο βασιλιάς τότε φώναξε τον Πέτρο να παρουσιαστεί μπροστά του: “Πέτρο, η βασίλισσα μου λέει πως μπορείς να βουτήξεις μέχρι τον πάτο της θάλασσας και να βρεις το δαχτυλίδι που έχασε. Πράγματι μπορείς να κάνεις κάτι τέτοιο;” Το καημένο το κορίτσι απάντησε δειλά: “Για να το λέει η βασίλισσα, τότε μπορώ να το κάνω”, και έτρεξε στο δωμάτιό της όπου και άρχισε να κλαίει μιας και ούτε είχε πει ποτέ ότι μπορούσε να κάνει κάτι τέτοιο μα ούτε και πίστευε ότι θα τα κατάφερνε. Θυμήθηκε τότε να φωνάξει το Νουνό της: “Αχ, έλα να με βοηθήσεις Νουνέ μου!” και ευθύς παρουσιάστηκε μπροστά της ο Άγιος Πέτρος: “Γιατί κλαις έτσι παιδί μου; Έχε υπομονή, έτσι περνάνε οι φουρτούνες”. Το κορίτσι τότε αφηγήθηκε στον Άγιο Πέτρο τι είχε συμβεί με τη βασίλισσα και πώς η μεγαλειότητα της είχε πει ψέμματα στον βασιλιά για να προσπαθήσει να την ταπεινώσει. Ο Άγιος Πέτρος τότε της είπε καθησυχάζοντάς την: “Καλά, καλά, άκουσε με τώρα. Αύριο θα αγοράσουν φρέσκα ψάρια να φάνε. Να πας να ζητήσεις από τον υπηρέτη που κανονικά θα καθάριζε τα ψάρια να το κάνεις εσύ”. </p><br><p>Το κορίτσι ακολούθησε τις οδηγίες του Νονού της. Όντως την επόμενη μέρα έφτασαν φρέσκα ψάρια στο παλάτι και το κορίτσι ζήτησε από τον υπηρέτη που θα τα καθάριζε για τον μάγειρα, να το κάνει αυτή. Άνοιξε την κοιλιά του πρώτου ψαριού και μέσα βρήκε το δαχτυλίδι της βασίλισσας. Το πήγε στη βασίλισσα και της το έδωσε. Η βασίλισσα ενοχλήθηκε πολύ, αλλά παρέμεινε σιωπηλή. Το ίδιο βράδυ ξαναπήγε στην κάμαρα του Πέτρου, αλλά το κορίτσι πάλι σηκώθηκε και έφυγε. Η βασίλισσα αισθάνθηκε ιδιαίτερα προδομένη με αυτή τη δεύτερη απόρριψη και το επόμενο πρωί πήγε στον βασιλιά και του είπε:</p><p>Ξέρεις τι μου είπε ο Πέτρος; Ότι μπορεί να θερίσει τα τρία τέταρτα όλου μας του σιταριού απόψε το βράδυ κιόλας!</p><p>Πέτρο, είπε ο βασιλιάς σαν παρουσιάστηκε μπροστά του, η βασίλισσα μου λέει ότι καυχιέσαι πως μπορείς να θερίσεις τα τρία τέταρτα του σιταριού μου απόψε κιόλας. Είναι αλήθεια;</p><p>Για να το λέει η βασίλισσα, έτσι θα είναι, απάντησε δειλά το κορίτσι.</p><br><p>Το κορίτσι ξαναέτρεξε στο δωμάτιό της να εκφράσει τη θλίψη της και κάλεσε για άλλη μια φορά τον Νουνό της: “Νουνέ μου! Σε ικετεύω, έλα να με βοηθήσεις!” και μεμιάς ο Άγιος Πέτρος εμφανίστηκε μπροστά της: “Τι σε τυραννά παιδί μου έτσι και κλαις τόσο;”. Το κορίτσι είπε στον Άγιο Πέτρο ό,τι είχε συμβεί και γιατί ήταν σε αυτή την κατάσταση. Εκείνος τότε της είπε: “Άκου τι θα κάνεις - θα πας και θα ζητήσεις ό,τι χρειάζεται για να θερίσεις σιτάρι, θα το φέρεις στο δωμάτιο σου και μετά θα πέσεις να κοιμηθείς. Το πρωί να ψάξεις για το αλεύρι”.</p><br><p>Το κορίτσι έκανε όπως της είπε ο Νουνός της. Ζήτησε τα εργαλεία για τον θερισμό, τα έβαλε όλα στο δωμάτιο της και έπεσε να κοιμηθεί. Το πρωί, δίπλα της, είδε όλο το σιτάρι αλεσμένο σε αλεύρι και το πήγε στον βασιλιά. Τώρα η βασίλισσα πλημμύρισε οργή, αλλά και πάλι δεν άφησε να φανεί τίποτα στην έκφρασή της ούτε και είπε τίποτα. Το βράδυ μπήκε πάλι στην κάμαρα του Πέτρου και πάλι το κορίτσι της ξέφυγε. </p><br><p>Ο βασιλιάς είχε μια κόρη που κρατούνταν αιχμάλωτη με μάγια στη Μοϊράμα. Η βασίλισσα το θυμήθηκε και είπε στον βασιλιά το επόμενο πρωί: “Ήξερες πως ο Πέτρος είπε ότι μπορεί να πάει στη Μοϊράμα και να ελευθερώσει την κόρη μας από τα μάγια;”. Ο βασιλιάς ταράχτηκε πολύ σαν το άκουσε αυτό και γεμάτος ανυπομονησία φώναξε να του φέρουν μπροστά του τον Πέτρο: “Πέτρο, τι ακούν τ’ αυτιά μου; Η βασίλισσα μου λέει πως μπορείς να ελευθερώσεις την κόρη μας από τα μάγια που την κρατούν φυλακισμένη στη Μοϊράμα! Αλήθεια μπορείς να κάνεις κάτι τέτοιο;” Ο Πέτρος κοιτάζοντας το πάτωμα είπε δειλά: “Για να το λέει η βασίλισσα, θα είναι κάτι που μπορώ να κάνω”. Αυτή τη φορά το κορίτσι ήταν σίγουρο πως η μοίρα του είχε ασφαλιστεί για τα καλά και μέσα στα δάκρυα και τα αναφιλητά της φώναξε τον Νουνό της: “Σε χρειάζομαι Νουνέ μου! Σε παρακαλώ έλα να με βοηθήσεις!”. Στο πλευρό της τότε εμφανίστηκε ο Νουνός της: “Τι έγινε παιδί μου πάλι, γιατί κλαις τόσο πικρά;” και το κορίτσι του είπε τι του ζητούσαν να κάνει αυτή τη φορά και πως η βασίλισσα σίγουρα ήθελε να τη σκοτώσει μόνο και μόνο από πείσμα. Ο Άγιος Πέτρος της είπε τότε: “Πάρε αυτές τις τρεις φιάλες. Πες να σου σελώσουν δύο άλογα για το ταξίδι σου και κάλπασε και κάλπασε μέχρι τα άλογα να σταματήσουν. Εκεί θα βρεις την πριγκίπισσα που θα σε περιμένει. Στον δρόμο της επιστροφής, θα σε κυνηγήσουν οι Μαυριτανοί. Τότε να τους ρίξεις την πρώτη φιάλη. Αν συνεχίσουν να σε κυνηγούν, ρίξε τη δεύτερη κι αν δεν έχουν σταματήσει, την τρίτη”.</p><br><p>Το κορίτσι έκανε όπως της είπε ο Νουνός της. Ζήτησε να της σελώσουν δυο άλογα και ξεκίνησε το ταξίδι της. Πήγαινε και πήγαινε και πήγαινε μέχρι που τα άλογα ξαφνικά σταμάτησαν και δεν έκαναν βήμα παραπέρα. Κοίταξε τριγύρω της και είδε την πριγκίπισσα να την περιμένει. Την έβαλε στο δεύτερο άλογο και ξεκίνησαν μαζί το ταξίδι της επιστροφής. Εκεί που πήγαιναν άκουσε καλπασμούς αλόγων και, κοιτώντας πίσω της, είδε να πλησιάζουν από το πουθενά οι Μαυριτανοί. Άρχισε τότε να καλπάζει και πέταξε ξοπίσω της την πρώτη φιάλη. Μια πυκνή ομίχλη εμφανίστηκε και, ενώ εκείνη και η πριγκίπισσα μπορούσαν να δουν πού πήγαιναν, οι Μαυριτανοί σίγουρα δεν μπορούσαν. Σαν ξεμάκρυναν αρκετά από τον τόπο της Μοϊράμα, η πριγκίπισσα, που ήταν μουγγή, ξαφνικά φώναξε ένα “Α!”. Οι Μαυριτανοί ακόμη τις καταδίωκαν. Το κορίτσι πέταξε τη δεύτερη φιάλη και εμφανίστηκε μια αδιαπέραστη, ατέλειωτη συστάδα πυκνών, αγκαθωτών θάμνων. Οι κοπέλες μπόρεσαν και τους διέσχισαν με ευκολία ενώ οι Μαυριτανοί θα αργούσαν να φτιάξουν μονοπάτι ανάμεσά τους. Είχαν φτάσει πια στα μισά του δρόμου μέχρι το παλάτι όταν η μουγκή πριγκίπισσα έβγαλε και άλλο ένα επιφώνημα. Το κορίτσι έριξε και την τρίτη φιάλη σαν είδε ότι ακόμη τις κυνηγούσαν και τότε εμφανίστηκε μια αδιαπέραστη θάλασσα. Πέρασαν τα νερά με ευκολία ενώ οι Μαυριτανοί εγκατέλειψαν την καταδίωξη μιας και ήταν αδύνατο γι αυτούς να την περάσουν.</p><br><p>Έφτασαν στο παλάτι και η πριγκίπισσα αυτή τη φορά έβγαλε ένα τρίτο επιφώνημα όταν είδε το παλάτι μπροστά της. Η βασίλισσα έβραζε από θυμό σαν είδε την κόρη της σώα και αβλαβή και έτρεξε αμέσως στο πλευρό του βασιλιά. Του είπε πως ο Πέτρος καυχήθηκε ότι μπορούσε να επαναφέρει την ικανότητα της πριγκίπισσας να μιλά. Ο βασιλιάς έφερε μπροστά του τον Πέτρο και ρώτησε αν ήταν αλήθεια. Γι΄ άλλη μια φορά το κορίτσι απάντησε πως αφού το έλεγε η βασίλισσα έτσι θα ήταν και, αφού ο βασιλιάς της ανέθεσε να το κάνει, πήγε στο δωμάτιο της και άρχισε να κλαίει λέγοντας: “Νουνέ μου, νουνέ μου, σε ικετεύω να με βοηθήσεις!”. Εκείνος εμφανίστηκε μπροστά της και τη ρώτησε γιατί έκλαιγε, τι της είχαν κάνει. Το κορίτσι του είπε τα πάντα και ο Άγιος Πέτρος της είπε τι να κάνει. </p><br><p>Το κορίτσι τότε πήγε από μόνο του μπροστά στον βασιλιά και του είπε ότι μπορούσε να τη θανατώσει αν ήθελε, αλλά δεν μπορούσε να επαναφέρει την ομιλία της κόρης του. Η βασίλισσα χάρηκε πολύ όταν το άκουσε αυτό. Αποφασίστηκε τότε να κρεμαστεί ο Πέτρος. Σαν η θηλειά ήταν γύρω από τον λαιμό της ζήτησε να πει τρία πράγματα μπροστά σε όλους. Ο βασιλιάς της το επέτρεψε και τότε εκείνη είπε:</p><p>Αχ! Άννα Ντελαντάνα γιατί έκανες το πρώτο Α! σαν φύγαμε από τη Μοϊράμα;</p><p>Γιατί η μάνα μου ήρθε στο κρεβάτι σου το βράδυ, απάντησε η πριγκίπισσα.</p><p>Αχ! Άννα Ντελαντάνα γιατί ξαναφώναξες σαν ήμαστε στα μισά του δρόμου για το παλάτι;</p><p>Γιατί ο Άγιος Πέτρος είναι νουνός σου!</p><p>Αχ! Άννα Ντελαντάνα γιατί φώναξες στην είσοδο του παλατιού;</p><p>Γιατί είσαι κορίτσι και όλοι νομίζουν πως είσαι αγόρι!</p><br><p>Ο βασιλιάς τότε κατάλαβε πως το κορίτσι ήταν αθώο. Την κατέβασε από την κρεμάλα, θανάτωσε την κακιά βασίλισσα και την παντρεύτηκε.</p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></description>
			<itunes:summary><![CDATA[<p>Η Πορτογαλία μας διηγείται μια παράξενη ιστορία. Η καλή νονά που προστατεύει το κορίτσι είναι νονός και μάλιστα ο Άγιος Πέτρος!</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Περιέχει κάποια βία </p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>Ηχητικά εφέ: freesound.org</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ</p><br><p>Η Βαφτισιμιά του Άγιου Πέτρου</p><br><p>Ήταν μια φορά ένα ζευγάρι με τόσα πολλά παιδιά που δεν είχε μείνει άνθρωπος στη χώρα να γίνει νουνός. Έκαναν κι άλλο ένα παιδί και ο πατέρας συγχυσμένος που δεν θα μπορούσε να βρει κανέναν άνθρωπο να γίνει νουνός, βγήκε να περπατήσει στον μεγάλο, κεντρικό δρόμο. Εκεί συνάντησε τον Άγιο Πέτρο που είχε μεταμφιεστεί σε φτωχό γεράκο. Σαν ο Άγιος Πέτρος είδε τον πατέρα τον ρώτησε: </p><p>- Τι κάνεις εσύ κατά δώ;</p><p>Τι να κάνω κύριέ μου; απάντησε εμφανώς ταραγμένος ο πατέρας. Έχω τόσα πολλά παιδιά που δεν έχει μείνει κανένας στον τόπο μου να γίνει νουνός του μωρού μου.</p><p>Εγώ θα γίνω νουνός του, του απάντησε ο γέρος άνθρωπος. Να την πεις Πέτρο και, όταν γίνει εφτά χρονών, να την φέρεις σε αυτό ακριβώς το μέρος.</p><br><p>Ο Άγιος Πέτρος τότε έδωσε στον πατέρα ένα πουγκί νομίσματα κι έφυγε. Ο άνδρας γύρισε στο σπίτι του με ένα πλατύ χαμόγελο και είπε στη γυναίκα του τι είχε συμβεί και της έδειξε και το πουγκί με τα νομίσματα που του είχε δώσει ο γέρος. </p><br><p>Το κοριτσάκι μεγάλωσε και έγινε εφτά χρονών και ο πατέρας του, που τώρα ήταν πλούσιος, ενοχλήθηκε με την ιδέα να πάει στο μέρος που είχαν συμφωνήσει με τον γέρο. Αλλά η συμφωνία ήταν συμφωνία και το είχε υποσχεθεί. ‘Ετσι, έφτασε στο μέρος που είχε συναντήσει τον&nbsp;γέρο τόσα χρόνια πριν και είδε ότι εκείνος τους περίμενε ήδη εκεί. Είπε τότε ο νουνός στον πατέρα: “Άσε την μικρή εδώ μαζί μου και φύγε, θα την αναλάβω εγώ από εδώ και μπρος”. Ο άνδρας υπάκουσε και γύρισε σπίτι του χωρίς την κόρη του. Ο Άγιος Πέτρος περπάτησε με το κορίτσι ώσπου έφτασαν σε μια αχλαδιά φορτωμένη φρούτα:</p><p>Τα βλέπεις αυτά τα αχλάδια; τη ρώτησε.</p><p>Ναι, τα βλέπω, του απάντησε εκείνη.</p><p>Και σου αρέσουν;</p><p>Μου αρέσουν πολύ Νουνέ.</p><br><p>Περπάτησαν λίγο παρακάτω μέχρι που είδαν στην άκρη του δρόμου κάτι παχιά πρόβατα να βόσκουν σε γη που δεν είχε σχεδόν καθόλου χορτάρι. Λίγο μετά είδαν μερικά αδύνατα πρόβατα που έβοσκαν σ΄ ένα χωράφι με άφθονο χορτάρι. Προχώρησαν και παραπέρα και είδαν μια πελώρια φωτιά και δίπλα της μια σκοτεινή κολώνα που υψωνόταν μέχρι τον ουρανό:</p><p>Τη βλέπεις εκείνη τη φωτιά; ρώτησε το κορίτσι ο Άγιος Πέτρος.</p><p>Τη βλέπω Νουνέ, τι είναι;</p><p>Αυτό εκεί είναι το Καθαρτήριο όπου πάνε οι άνθρωποι που είναι περήφανοι και κακοί. Είδες τα παχιά πρόβατα που δεν είχαν αρκετό χορτάρι να φάνε; Αυτό είναι το καθαρτήριο για τους περήφανους ανθρώπους, εκεί πάνε. Και είδες και τ΄ αδύνατα πρόβατα που είχαν όλο αυτό το χορτάρι μπροστά τους; Αυτοί είναι οι άνθρωποι που έχουν κάνει μεγάλο καλό όσο ζούσαν, αυτοί εκεί πάνε. Την αχλαδιά γεμάτη με αχλάδια; Τα αχλάδια είναι άγγελοι, που ήταν κι αυτοί τόσο καλοί που πάνε στον παράδεισο. Τώρα λοιπόν κι εσύ θα ξεκινήσεις δουλειά και θα πρέπει να υπομείνεις πολλές και σκληρές δοκιμασίες, αφού αυτοί που υποφέρουν και είναι υπομονετικοί πάνε στον παράδεισο.</p><p>Μετά από αυτό, ο Άγιος Πέτρος συμβούλεψε το κορίτσι για τα πάντα και της είπε πως αν ποτέ βρισκόταν σε κίνδυνο, να τον καλούσε να τη βοηθήσει. Αλλά έδωσε ιδιαίτερο βάρος στη συμβουλή του το κορίτσι να μην ντυθεί ποτέ με γυναικεία ρούχα.</p><br><p>Το κορίτσι πήγε στο παλάτι του βασιλιά και ζήτησε να δουλέψει ως υπηρέτρια. Ένας φρουρός πήγε να ενημερώσει τον βασιλιά για το αίτημά της και όταν ρώτησαν το κορίτσι το όνομά του, εκείνη είπε ότι την έλεγαν Πέτρο. Την δέχτηκαν στη δούλεψη του βασιλιά και της ανέθεσαν να φροντίζει τις πάπιες. </p><br><p>Το βράδυ, όταν ο Πέτρος πήγε να κοιμηθεί, τον επισκέφτηκε η βασίλισσα. Μα ο Πέτρος αρνήθηκε να τη δει και έφυγε και το επόμενο πρωί η βασίλισσα, ταπεινωμένη, πήγε και πέταξε ένα δαχτυλίδι της στη θάλασσα. Βρήκε τότε τον βασιλιά και του είπε: “Άκου τι έπαθα! Μου έπεσε το δαχτυλίδι μου στον βυθό της θάλασσας και ο Πέτρος μου είπε πως σίγουρα θα μπορέσει να μου το βρει”. Ο βασιλιάς τότε φώναξε τον Πέτρο να παρουσιαστεί μπροστά του: “Πέτρο, η βασίλισσα μου λέει πως μπορείς να βουτήξεις μέχρι τον πάτο της θάλασσας και να βρεις το δαχτυλίδι που έχασε. Πράγματι μπορείς να κάνεις κάτι τέτοιο;” Το καημένο το κορίτσι απάντησε δειλά: “Για να το λέει η βασίλισσα, τότε μπορώ να το κάνω”, και έτρεξε στο δωμάτιό της όπου και άρχισε να κλαίει μιας και ούτε είχε πει ποτέ ότι μπορούσε να κάνει κάτι τέτοιο μα ούτε και πίστευε ότι θα τα κατάφερνε. Θυμήθηκε τότε να φωνάξει το Νουνό της: “Αχ, έλα να με βοηθήσεις Νουνέ μου!” και ευθύς παρουσιάστηκε μπροστά της ο Άγιος Πέτρος: “Γιατί κλαις έτσι παιδί μου; Έχε υπομονή, έτσι περνάνε οι φουρτούνες”. Το κορίτσι τότε αφηγήθηκε στον Άγιο Πέτρο τι είχε συμβεί με τη βασίλισσα και πώς η μεγαλειότητα της είχε πει ψέμματα στον βασιλιά για να προσπαθήσει να την ταπεινώσει. Ο Άγιος Πέτρος τότε της είπε καθησυχάζοντάς την: “Καλά, καλά, άκουσε με τώρα. Αύριο θα αγοράσουν φρέσκα ψάρια να φάνε. Να πας να ζητήσεις από τον υπηρέτη που κανονικά θα καθάριζε τα ψάρια να το κάνεις εσύ”. </p><br><p>Το κορίτσι ακολούθησε τις οδηγίες του Νονού της. Όντως την επόμενη μέρα έφτασαν φρέσκα ψάρια στο παλάτι και το κορίτσι ζήτησε από τον υπηρέτη που θα τα καθάριζε για τον μάγειρα, να το κάνει αυτή. Άνοιξε την κοιλιά του πρώτου ψαριού και μέσα βρήκε το δαχτυλίδι της βασίλισσας. Το πήγε στη βασίλισσα και της το έδωσε. Η βασίλισσα ενοχλήθηκε πολύ, αλλά παρέμεινε σιωπηλή. Το ίδιο βράδυ ξαναπήγε στην κάμαρα του Πέτρου, αλλά το κορίτσι πάλι σηκώθηκε και έφυγε. Η βασίλισσα αισθάνθηκε ιδιαίτερα προδομένη με αυτή τη δεύτερη απόρριψη και το επόμενο πρωί πήγε στον βασιλιά και του είπε:</p><p>Ξέρεις τι μου είπε ο Πέτρος; Ότι μπορεί να θερίσει τα τρία τέταρτα όλου μας του σιταριού απόψε το βράδυ κιόλας!</p><p>Πέτρο, είπε ο βασιλιάς σαν παρουσιάστηκε μπροστά του, η βασίλισσα μου λέει ότι καυχιέσαι πως μπορείς να θερίσεις τα τρία τέταρτα του σιταριού μου απόψε κιόλας. Είναι αλήθεια;</p><p>Για να το λέει η βασίλισσα, έτσι θα είναι, απάντησε δειλά το κορίτσι.</p><br><p>Το κορίτσι ξαναέτρεξε στο δωμάτιό της να εκφράσει τη θλίψη της και κάλεσε για άλλη μια φορά τον Νουνό της: “Νουνέ μου! Σε ικετεύω, έλα να με βοηθήσεις!” και μεμιάς ο Άγιος Πέτρος εμφανίστηκε μπροστά της: “Τι σε τυραννά παιδί μου έτσι και κλαις τόσο;”. Το κορίτσι είπε στον Άγιο Πέτρο ό,τι είχε συμβεί και γιατί ήταν σε αυτή την κατάσταση. Εκείνος τότε της είπε: “Άκου τι θα κάνεις - θα πας και θα ζητήσεις ό,τι χρειάζεται για να θερίσεις σιτάρι, θα το φέρεις στο δωμάτιο σου και μετά θα πέσεις να κοιμηθείς. Το πρωί να ψάξεις για το αλεύρι”.</p><br><p>Το κορίτσι έκανε όπως της είπε ο Νουνός της. Ζήτησε τα εργαλεία για τον θερισμό, τα έβαλε όλα στο δωμάτιο της και έπεσε να κοιμηθεί. Το πρωί, δίπλα της, είδε όλο το σιτάρι αλεσμένο σε αλεύρι και το πήγε στον βασιλιά. Τώρα η βασίλισσα πλημμύρισε οργή, αλλά και πάλι δεν άφησε να φανεί τίποτα στην έκφρασή της ούτε και είπε τίποτα. Το βράδυ μπήκε πάλι στην κάμαρα του Πέτρου και πάλι το κορίτσι της ξέφυγε. </p><br><p>Ο βασιλιάς είχε μια κόρη που κρατούνταν αιχμάλωτη με μάγια στη Μοϊράμα. Η βασίλισσα το θυμήθηκε και είπε στον βασιλιά το επόμενο πρωί: “Ήξερες πως ο Πέτρος είπε ότι μπορεί να πάει στη Μοϊράμα και να ελευθερώσει την κόρη μας από τα μάγια;”. Ο βασιλιάς ταράχτηκε πολύ σαν το άκουσε αυτό και γεμάτος ανυπομονησία φώναξε να του φέρουν μπροστά του τον Πέτρο: “Πέτρο, τι ακούν τ’ αυτιά μου; Η βασίλισσα μου λέει πως μπορείς να ελευθερώσεις την κόρη μας από τα μάγια που την κρατούν φυλακισμένη στη Μοϊράμα! Αλήθεια μπορείς να κάνεις κάτι τέτοιο;” Ο Πέτρος κοιτάζοντας το πάτωμα είπε δειλά: “Για να το λέει η βασίλισσα, θα είναι κάτι που μπορώ να κάνω”. Αυτή τη φορά το κορίτσι ήταν σίγουρο πως η μοίρα του είχε ασφαλιστεί για τα καλά και μέσα στα δάκρυα και τα αναφιλητά της φώναξε τον Νουνό της: “Σε χρειάζομαι Νουνέ μου! Σε παρακαλώ έλα να με βοηθήσεις!”. Στο πλευρό της τότε εμφανίστηκε ο Νουνός της: “Τι έγινε παιδί μου πάλι, γιατί κλαις τόσο πικρά;” και το κορίτσι του είπε τι του ζητούσαν να κάνει αυτή τη φορά και πως η βασίλισσα σίγουρα ήθελε να τη σκοτώσει μόνο και μόνο από πείσμα. Ο Άγιος Πέτρος της είπε τότε: “Πάρε αυτές τις τρεις φιάλες. Πες να σου σελώσουν δύο άλογα για το ταξίδι σου και κάλπασε και κάλπασε μέχρι τα άλογα να σταματήσουν. Εκεί θα βρεις την πριγκίπισσα που θα σε περιμένει. Στον δρόμο της επιστροφής, θα σε κυνηγήσουν οι Μαυριτανοί. Τότε να τους ρίξεις την πρώτη φιάλη. Αν συνεχίσουν να σε κυνηγούν, ρίξε τη δεύτερη κι αν δεν έχουν σταματήσει, την τρίτη”.</p><br><p>Το κορίτσι έκανε όπως της είπε ο Νουνός της. Ζήτησε να της σελώσουν δυο άλογα και ξεκίνησε το ταξίδι της. Πήγαινε και πήγαινε και πήγαινε μέχρι που τα άλογα ξαφνικά σταμάτησαν και δεν έκαναν βήμα παραπέρα. Κοίταξε τριγύρω της και είδε την πριγκίπισσα να την περιμένει. Την έβαλε στο δεύτερο άλογο και ξεκίνησαν μαζί το ταξίδι της επιστροφής. Εκεί που πήγαιναν άκουσε καλπασμούς αλόγων και, κοιτώντας πίσω της, είδε να πλησιάζουν από το πουθενά οι Μαυριτανοί. Άρχισε τότε να καλπάζει και πέταξε ξοπίσω της την πρώτη φιάλη. Μια πυκνή ομίχλη εμφανίστηκε και, ενώ εκείνη και η πριγκίπισσα μπορούσαν να δουν πού πήγαιναν, οι Μαυριτανοί σίγουρα δεν μπορούσαν. Σαν ξεμάκρυναν αρκετά από τον τόπο της Μοϊράμα, η πριγκίπισσα, που ήταν μουγγή, ξαφνικά φώναξε ένα “Α!”. Οι Μαυριτανοί ακόμη τις καταδίωκαν. Το κορίτσι πέταξε τη δεύτερη φιάλη και εμφανίστηκε μια αδιαπέραστη, ατέλειωτη συστάδα πυκνών, αγκαθωτών θάμνων. Οι κοπέλες μπόρεσαν και τους διέσχισαν με ευκολία ενώ οι Μαυριτανοί θα αργούσαν να φτιάξουν μονοπάτι ανάμεσά τους. Είχαν φτάσει πια στα μισά του δρόμου μέχρι το παλάτι όταν η μουγκή πριγκίπισσα έβγαλε και άλλο ένα επιφώνημα. Το κορίτσι έριξε και την τρίτη φιάλη σαν είδε ότι ακόμη τις κυνηγούσαν και τότε εμφανίστηκε μια αδιαπέραστη θάλασσα. Πέρασαν τα νερά με ευκολία ενώ οι Μαυριτανοί εγκατέλειψαν την καταδίωξη μιας και ήταν αδύνατο γι αυτούς να την περάσουν.</p><br><p>Έφτασαν στο παλάτι και η πριγκίπισσα αυτή τη φορά έβγαλε ένα τρίτο επιφώνημα όταν είδε το παλάτι μπροστά της. Η βασίλισσα έβραζε από θυμό σαν είδε την κόρη της σώα και αβλαβή και έτρεξε αμέσως στο πλευρό του βασιλιά. Του είπε πως ο Πέτρος καυχήθηκε ότι μπορούσε να επαναφέρει την ικανότητα της πριγκίπισσας να μιλά. Ο βασιλιάς έφερε μπροστά του τον Πέτρο και ρώτησε αν ήταν αλήθεια. Γι΄ άλλη μια φορά το κορίτσι απάντησε πως αφού το έλεγε η βασίλισσα έτσι θα ήταν και, αφού ο βασιλιάς της ανέθεσε να το κάνει, πήγε στο δωμάτιο της και άρχισε να κλαίει λέγοντας: “Νουνέ μου, νουνέ μου, σε ικετεύω να με βοηθήσεις!”. Εκείνος εμφανίστηκε μπροστά της και τη ρώτησε γιατί έκλαιγε, τι της είχαν κάνει. Το κορίτσι του είπε τα πάντα και ο Άγιος Πέτρος της είπε τι να κάνει. </p><br><p>Το κορίτσι τότε πήγε από μόνο του μπροστά στον βασιλιά και του είπε ότι μπορούσε να τη θανατώσει αν ήθελε, αλλά δεν μπορούσε να επαναφέρει την ομιλία της κόρης του. Η βασίλισσα χάρηκε πολύ όταν το άκουσε αυτό. Αποφασίστηκε τότε να κρεμαστεί ο Πέτρος. Σαν η θηλειά ήταν γύρω από τον λαιμό της ζήτησε να πει τρία πράγματα μπροστά σε όλους. Ο βασιλιάς της το επέτρεψε και τότε εκείνη είπε:</p><p>Αχ! Άννα Ντελαντάνα γιατί έκανες το πρώτο Α! σαν φύγαμε από τη Μοϊράμα;</p><p>Γιατί η μάνα μου ήρθε στο κρεβάτι σου το βράδυ, απάντησε η πριγκίπισσα.</p><p>Αχ! Άννα Ντελαντάνα γιατί ξαναφώναξες σαν ήμαστε στα μισά του δρόμου για το παλάτι;</p><p>Γιατί ο Άγιος Πέτρος είναι νουνός σου!</p><p>Αχ! Άννα Ντελαντάνα γιατί φώναξες στην είσοδο του παλατιού;</p><p>Γιατί είσαι κορίτσι και όλοι νομίζουν πως είσαι αγόρι!</p><br><p>Ο βασιλιάς τότε κατάλαβε πως το κορίτσι ήταν αθώο. Την κατέβασε από την κρεμάλα, θανάτωσε την κακιά βασίλισσα και την παντρεύτηκε.</p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></itunes:summary>
		</item>
		<item>
			<title>Πώς ο Περσέας Πήγε στους Αιθίοπες</title>
			<itunes:title>Πώς ο Περσέας Πήγε στους Αιθίοπες</itunes:title>
			<pubDate>Mon, 12 Apr 2021 07:33:09 GMT</pubDate>
			<itunes:duration>21:04</itunes:duration>
			<enclosure url="https://sphinx.acast.com/p/open/s/6013ebce985ab977d52addcc/e/60707ed2b9b78d130a7006ba/media.mp3" length="19484396" type="audio/mpeg"/>
			<guid isPermaLink="false">60707ed2b9b78d130a7006ba</guid>
			<itunes:explicit>false</itunes:explicit>
			<link>https://www.karakaxa.org/%CE%B5%CF%80%CE%B5%CE%B9%CF%83%CF%8C%CE%B4%CE%B9%CE%B1</link>
			<acast:episodeId>60707ed2b9b78d130a7006ba</acast:episodeId>
			<acast:showId>6013ebce985ab977d52addcc</acast:showId>
			<acast:episodeUrl>mitos20</acast:episodeUrl>
			<acast:settings><![CDATA[FYjHyZbXWHZ7gmX8Pp1rmbKbhgrQiwYShz70Q9/ffXZMTtedvdcRQbP4eiLMjXzCKLPjEYLpGj+NMVKa+5C8pL4u/EOj1Vw4h5MMJYp0lCcFAe0fnxBJy/1ju4Qxy1fh8gO4DvlGA40yms2g0/hOkcrfHIopjTygHFqGwwOPKFIai4SuTvs86Lx3UYCyl6Zs+WO4fC9bB8/2bSJALEZpunHdJA38/ZCmkJMYOTmjFjqtCop/EpnwMO2FVDHdhrWmX87LPEEGlpKjSKWNWmi8QJwepBnzqVsWCjZkuVwPvdVJBWu9O4aaFnC4oFABqg8L]]></acast:settings>
			<itunes:subtitle>Μίτος</itunes:subtitle>
			<itunes:episodeType>full</itunes:episodeType>
			<itunes:episode>20</itunes:episode>
			<itunes:image href="https://assets.pippa.io/shows/6013ebce985ab977d52addcc/1617982313733-e60e19ef1f762136ac0eff90e9581338.jpeg"/>
			<description><![CDATA[<p>Το τελευταίο κομμάτι της τριλογίας μας, αυτοπροσώπως ο Περσέας και η Ανδρομέδα! Από την Ελλάδα.</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Δεν περιέχει ευαίσθητο υλικό</p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>Ηχητικά εφέ: freesound.org</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ</p><br><p>Πώς ο Περσέας έφτασε στους Αιθίοπες</p><br><p>Κατά τη διάρκεια των περιπετειών του, ο Περσέας πέταξε με τα φτερωτά του σανδάλια στα βορειοανατολικά, πάνω από τρανή θάλασσα, μέχρι που έφτασε στους αέναα κινούμενους αμμόλοφους και στην ξερή ακτή της Λυβύης.</p><br><p>Συνέχισε να πετά - πάνω από κοφτερούς βράχους, πάνω από ακτές με βότσαλα, πλατώματα όλο άμμο και κοχύλια που λιάζονταν, πάνω από σκελετούς θαλάσσιων τεράτων και κόκκαλα αρχαίων γιγάντων που φαίνονταν στον πάτο της θάλασσας. Και καθώς πετούσε το αίμα από το κομμένο κεφάλι της Γοργόνας-Μέδουσας έσταζε στο έδαφος και μεταμορφωνόταν σε δηλητηριώδεις έχιδνες και οχιές που μέχρι και σήμερα ζουν στις ερήμους.</p><br><p>Πετούσε και πετούσε χωρίς να υπολογίζει πόση απόσταση διάνυε και τρεφόταν από τα φρούτα που του είχαν δώσει οι Νύμφες, μέχρι που από κάτω του είδε τους λόφους των Ψύλλων και τους νάνους που πάλευαν με τους γερανούς. Τους είδε να πολεμούν μεταξύ τους με δόρατα από καλάμια και βούρλα και τα σπίτια τους που ήταν φτιαγμένα από τα τσόφλια των αυγών των γερανών. Ο Περσέας τότε έβαλε τα γέλια και συνέχισε να πετά βορειοανατολικά ανυπομονώντας να δει τη Μεσόγειο να λαμποκοπά, γιατί τότε ήξερε πως σύντομα θα έφτανε σπίτι του.</p><br><p>Ξάφνου ένας δυνατός άνεμος τον χτύπησε και τον έστειλε πάλι νότια, προς την έρημο. Όλη μέρα πάλευε κόντρα σε αυτόν τον άνεμο, αλλά τα σανδάλια του δεν μπορούσαν να τον βοηθήσουν. Αναγκάστηκε να αφεθεί να τον ταξιδέψει ο άνεμος όλη τη νύχτα και το πρωί δεν έβλεπε γύρω του τίποτα άλλο παρά την ερημιά της άμμου.</p><br><p>Τότε από τον βορρά άρχισαν να τον κυνηγούν τρομερές αμμοθύελλες με πανύψηλους κόκκινους στροβίλους που έμοιαζαν φωτιές στον καυτό μεσημεριάτικο ήλιο. Ο Περσέας άρχισε να πετάει μακριά τους με όλη του τη δύναμη αλλιώς η καυτή άμμος σίγουρα θα τον σκότωνε. Ο άνεμος και η αμμοθύελλα καταλάγιασαν μετά από λίγο και ο Περσέας ξεκίνησε πάλι για τον βορρά. Αλλά πάλι σε λίγο οι αμμοθύελλες και ο άνεμος τον έσπρωξαν προς το νότο και μετά από λίγο καταλάγιασαν. Εφτά μέρες πάλευε έτσι ο Περσέας και τις εφτά μέρες ο καιρός τον έσπρωχνε πάντα προς τον νότο μέχρι που η εξάντληση και η πείνα τον κατέβαλαν τελείως. Νόμισε τότε πως είδε μια λιμνούλα στον ορίζοντα μα σαν την πλησίασε εκείνη εξαφανίστηκε από μπροστά του. Μετά από λίγο είδε κι άλλη, μόνο για να την ξαναχάσει από μπροστά του σαν πήγε πιο κοντά. Ευτυχώς που ήταν Αθάνατος, αλλιώς θα είχε σίγουρα πεθάνει. Έσφιζε όμως από ζωή και η δύναμη του ευτυχώς ήταν υπεράνθρωπη. Παρακάλεσε τότε τη Θεά Αθηνά: “Ω, όμορφη και αγνή θεά άκουσε με! Θα με αφήσεις εδώ να χαθώ από δίψα; Σου φέρνω το κεφάλι της Μέδουσας όπως μου πρόσταξες και μέχρι εδώ με προστάτεψες καλά. Με εγκαταλείπεις τώρα; Πρέπει να είναι έτσι, αλλιώς γιατί τα σανδάλια δεν μπορούν να σταθούν απέναντι στις θύελλες και στους ανέμους που με κρατούν μακριά από την πατρίδα μου; Δεν θα ξαναδώ ποτέ τη μητέρα μου, τα γαλάζια νερά της Σερίφου και τους ηλιοκαμένους λόφους της Ελλάδας;”.</p><br><p>Αυτά είπε όταν προσευχήθηκε και μετά γύρω του βασίλεψε σιγή. Ο ουρανός ήταν ακόμη ψηλά, η άμμος κάτω. Ο Περσέας κοίταξε προς τον ουρανό και δεν είδε τίποτα παρά τον σκληρό ήλιο και το απέραντο γαλάζιο. Κοίταξε προς τη γη και το μόνο που έβλεπε ήταν η ατέλειωτη άμμος. Στάθηκε για λίγο περιμένοντας και είπε: “Σίγουρα είναι η θέληση των Αθανάτων να είμαι εδώ, η Αθηνά δεν θα έλεγε ποτέ ψέματα. Αυτά τα σανδάλια θα με οδηγούσαν στον σωστό δρόμο άρα ο δρόμος που προσπαθούσα να πάρω πρέπει να ήταν ο λανθασμένος”.</p><br><p>Ξάφνου, τ΄ αυτιά του άνοιξαν και άκουσε τον ήχο τρεχούμενου νερού. Η καρδιά του σκίρτησε και, όσο κουρασμένος και να ήταν που ίσα που μπορούσε να σταθεί, συνέχισε με όση δύναμη του έμενε να περπατάει μπροστά. Σαν κοίταξε από την άλλη μεριά του λόφου όπου βρισκόταν, είδε μπροστά του μια πεδιάδα στην άμμο, χουρμαδιές και μαρμάρινα βράχια και μια έκταση καταπράσινη από το χορτάρι. Στη μέση όλου αυτού του τοπίου έτρεχε ένα μικρό ρυάκι που, όπως πήγαζε από τη μια μεριά της όασης, έτσι και χανόταν μέσα στην άμμο στην άλλη. Το γάργαρο νερό έτρεχε ανάμεσα στα βράχια κι ένα απαλό αεράκι περνούσε από τα κλαδιά των χουρμαδιών. Ο Περσέας φώναξε από χαρά και κατρακύλησε κάτω από τον λόφο, ήπιε νερό, έφαγε χουρμάδες, ξεκουράστηκε στο δροσερό χορτάρι και σαν ξεκουράστηκε για τα καλά σηκώθηκε όρθιος να συνεχίσει το ταξίδι του. Αυτή τη φορά όμως δεν κατευθύνθηκε βόρεια γιατί σκέφτηκε: “Η Θεά Αθηνά μ΄ έφερε ως εδώ, δεν θα θέλει να γυρίσω σπίτι μου ακόμη. Κι αν υπάρχει ακόμη μια γενναία πράξη που μου μένει να κάνω πριν ξαναδώ τους λόφους της Ελλάδας;”.</p><br><p>Και ο Περσέας πήγε ανατολικά, μόνο ανατολικά, διέσχισε οάσεις και δροσερές πηγές, φοινικιές και χορτάρια μέχρι που το δειλινό έφτασε μπροστά σε μια χρυσοκόκκινη οροσειρά. Μιας κι αισθανόταν πάλι δυνατός άρχισε να πετά πάνω από τα βουνά όλο το βράδυ μέχρι που η Ιώ έφερε τις πρώτες πρωινές αχτίδες και πάλι στον ουρανό. Τότε μπροστά του είδε τον μεγάλο και τρανό κήπο, την Αίγυπτο και τον πανέμορφο Νείλο.</p><br><p>Είδε τις πόλεις που έφταναν στον ουρανό και τους ναούς, τους οβελίσκους, τις πυραμίδες και τους θεόρατους πέτρινους Θεούς. Χαμήλωσε τότε και πέταξε πάνω από χωράφια με σιτάρι, λινάρι, κεχρί και αναρριχώμενες κολοκύθες. Και είδε τους ανθρώπους να βγαίνουν από την πύλη μιας θεσπέσιας πόλης και να πιάνουν αμέσως δουλειά, ο καθένας στη θέση του ανάμεσα στις σοδειές να ανοίγουν έξυπνα με τα πόδια τους αυλάκια ανάμεσα στα φυτά, σύμφωνα με τη σοφία των Αιγυπτίων. Μα σαν τον είδαν, όλοι σταμάτησαν τη δουλειά τους, τον περικύκλωσαν και τον ρώτησαν:</p><p>Ποιος είσαι εσύ ξανθέ νεαρέ; Και γιατί φοράς αυτό του κουρελιασμένο δέρας κατσίκας; Είσαι σίγουρα Αθάνατος, το δέρμα σου έχει το λευκό του ελεφαντόδοντου ενώ το δικό μας το κόκκινο του πηλού. Τα μαλλιά σου είναι σαν χρυσή κλωστή ενώ τα δικά μας μαύρα και σγουρά. Σίγουρα είσαι ένας Αθάνατος, του είπαν και ετοιμάστηκαν να τον λατρέψουν.</p><p>Δεν είμαι ένας από τους Αθάνατους, αλλά είμαι ήρωας των Ελλήνων. Σκότωσα τη Μέδουσα εκεί που ζούσε και βαστώ το κεφάλι της μαζί μου. Δώστε μου να φάω για να συνεχίσω το έργο μου.</p><br><p>Του έδωσαν τροφή, κρασί και φρούτα, αλλά δεν τον άφηναν να φύγει. Σαν μαθεύτηκε και στην πόλη ότι η Μέδουσα ήταν νεκρή, οι ιερείς πήγαν αμέσως να τον συναντήσουν ακολουθούμενοι από νεαρά κορίτσια που τραγουδούσαν και χόρευαν με ταμπούρλα και λύρες. Έτοιμοι ήταν να τον φέρουν και μπροστά στον βασιλιά, μα ο Περσέας με μια γρήγορη κίνηση φόρεσε την μαγική του περικεφαλαία και εξαφανίστηκε από μπροστά τους.</p><br><p>Οι Αιγύπτιοι περίμεναν για πολύ καιρό την επιστροφή του, αλλά μάταια και τον λάτρεψαν ως ήρωα, του έφτιαξαν και άγαλμα στη Χέμμιδα το οποίο στεκόταν εκεί για εκατοντάδες χρόνια. Πολλοί μάλιστα έλεγαν ότι ερχόταν στα όνειρα τους και, όταν συνέβαινε αυτό, η σοδειά εκείνον τον χρόνο ήταν καλή και ο Νείλος φούσκωνε.</p><br><p>Ο Περσέας συνέχισε ανατολικά μέχρι που έφτασε στην ακτή της Ερυθράς Θάλασσας, αλλά φοβήθηκε να περάσει στις Αραβικές ερήμους και πήγε προς τον βορρά και πάλι, αλλά αυτή τη φορά καμία θύελλα δεν βρέθηκε στον δρόμο του. Πέρασε τον Ισθμό, το όρος Κάσιο και το Σερβονικό έλος μέχρι την ακτή της Παλαιστίνης όπου και ζούσαν Αιθίοπες. Πέταξε πάνω από εύφορες κοιλάδες και λόφους σαν του Άργους ή της Λακεδαιμονίας ή ακόμα και σαν της Κοιλάδας των Τεμπών. Μα σαν έφτασε στις πιο χαμηλές περιοχές είδε πλημμύρες και φωτιές και τους λοφίσκους να βράζουν σαν χύτρες με τις προσταγές του Ποσειδώνα, του τρανταχτή της γης.</p><br><p>Ο Περσέας δεν τόλμησε να πάει να δει τι συνέβαινε και στην ενδοχώρα παρά έμεινε να πετά πάνω από τα παράλια όπου τη μέρα ο ουρανός ήταν μαύρος από τον καπνό και το βράδυ κόκκινος από τη φωτιά. Την αυγή κοίταξε προς τους γκρεμούς εκεί που έσκαγε το κύμα και είδε, κάτω από έναν μαύρο βράχο, μια λευκή φιγούρα: “Σίγουρα αυτό θα είναι άγαλμα κάποιας θαλασσινής θεότητας”, σκέφτηκε, “θα πάω πιο κοντά να δω τι είδους θεότητες λατρεύουν αυτοί οι βάρβαροι”.</p><br><p>Έτσι ο Περσέας πλησίασε τον γκρεμό και με μεγάλη έκπληξη είδε πως η φιγούρα δεν ήταν καθόλου άγαλμα, μόνο μια κοπέλα από σάρκα και οστά με το φόρεμά της να κυματίζει στον άνεμο. Πλησίασε κι άλλο και την είδε να τρέμει κάθε φορά που την χτυπούσαν τα κύματα και το κρύο θαλασσινό αλάτι. Τα μπράτσα της ήταν αλυσοδεμένα πάνω από το κεφάλι της στον βράχο, με μπρούντζινες αλυσίδες. Το κεφάλι της ήταν πεσμένο στο στήθος της είτε από εξάντληση είτε από στενοχώρια. Τότε όμως σήκωσε το κεφάλι της και σπαραχτικά κάλεσε τη μάνα της χωρίς να μπορεί να δει τον Περσέα, ο οποίος ακόμη φορούσε την περικεφαλαία του.</p><br><p>Γεμάτος συμπόνοια και αγανάκτηση, ο Περσέας πήγε σχεδόν δίπλα στην κοπέλα και την κοίταξε καλά. Το δέρμα της ήταν πιο σκούρο από το δικό του και τα μαλλιά της είχαν χρώμα μαυρογάλανο σαν αυτό του υάκινθου: “Ποτέ μου δεν έχω δει πιο όμορφη ύπαρξη”, σκέφτηκε, “σε κανένα απ΄ όλα τα νησιά μας. Σίγουρα είναι κόρη βασιλιά. Έτσι φέρονται οι βάρβαροι στις πριγκίπισσες τους; Είναι πολύ όμορφη για να έχει κάνει κάτι κακό, θα της μιλήσω”. Και, βγάζοντας την περικεφαλαία του, ο Περσέας μονομιάς εμφανίστηκε μπροστά της. Η κοπέλα τσίριξε από τρόμο και προσπάθησε να κρύψει το πρόσωπό της με τα μαλλιά της αφού δεν μπορούσε με τα χέρια της, μα ο Περσέας της είπε:</p><p>Μην με φοβάσαι όμορφη κυρά, είμαι Έλληνας, δεν είμαι βάρβαρος. Ποιος άσπλαχνος σ΄ έδεσε εδώ; Άσε με να σ΄ ελευθερώσω, της είπε ο Περσέας και πήγε να βγάλει τα δεσμά της από τον βράχο, τα οποία όμως ήταν πολύ καλά βαλμένα.</p><p>Μην με αγγίζεις! του φώναξε η κοπέλα. Είμαι καταραμένη και ταγμένη στους θεούς της θάλασσας. Θα σε σκοτώσουν αν τολμήσεις να με ελευθερώσεις.</p><p>Ας δοκιμάσουν, είπε ο Περσέας, έβγαλε το δρεπάνι του Κρόνου από τη μέση του και έκοψε την αλυσίδα σαν να ήταν στάχυ. Τώρα ανήκεις σε μένα και όχι στους θεούς της θάλασσας όποιοι κι αν είναι αυτοί.</p><br><p>Αλλά η κοπέλα το μόνο που έκανε ήταν να καλεί και να ξανακαλεί τη μητέρα της:</p><p>Γιατί καλείς τη μητέρα σου; Δεν θα ήταν και πολύ καλή μητέρα για να σε αφήσει εδώ να πεθάνεις. Αν ένα πουλάκι πέσει από τη φωλιά του, ανήκει σε αυτόν που το βρήκε. Αν πεταχτεί στ΄ άχρηστα ένα κόσμημα, το βρει και το φορέσει κάποιος τότε είναι δικό του. Έτσι ,αφού σε βρήκα εγώ, θα σε κρατήσω. Ξέρω τώρα γιατί η Παλλάδα Αθηνά με έφερε ως εδώ, μ΄ έστειλε να βρω και με το παραπάνω την ανταμοιβή μου για ό,τι έχω περάσει ως τώρα.</p><p>Είμαι η κόρη του Κηφέα, βασιλιά της Αντιόπειας και η μητέρα μου είναι η Κασσιόπη η ομορφομαλλούσα. Εγώ είμαι η Ανδρομέδα ή τουλάχιστον θα είμαι για όσο μου απομένει. Βρίσκομαι εδώ δεμένη και αβοήθητη για να κατευνάσω την οργή του θεού για τις αμαρτίες τής μητέρας μου. Καυχήθηκε πως ήμουν πιο όμορφη και από την Ατεργάτη, τη Βασίλισσα των Ιχθύων. Έτσι αυτή εξοργισμένη έστειλε θαλασσοπλημμύρες και ο αδερφός της ,που είναι ο Βασιλιάς της Φωτιάς, σεισμούς. Η γη μας αχρηστεύτηκε και μετά από αυτό ήρθε και το γλοιώδες Κήτος που τρώει ότι ζωντανό πλάσμα βρει μπροστά του. Τώρα πρέπει να φάει εμένα, κι ας μην έχω φταίξει σε κάτι. Εμένα, που αν έβλεπα ψάρι να σπαρταράει στην ακτή το έριχνα πάλι μέσα στο νερό να ζήσει. Στη χώρα μου δεν τρώμε ψάρια από το φόβο της Ατεργάτης που είναι βασίλισσά τους. Οι ιερείς όμως λένε ότι τίποτε δεν θα κατευνάσει τους θεούς παρά μόνο η θυσία μου.</p><p>Ένα θαλάσσιο Κήτος; γέλασε ο Περσέας. Έχω έρθει αντιμέτωπος με πολύ χειρότερα πλάσματα και για τα δικά σου μάτια δεν θα το αντιμετωπίσω κι αυτό;</p><br><p>Η Ανδρομέδα τότε τον κοίταξε και μια νέα ελπίδα φώλιασε στην καρδιά της. Για μια στιγμή τον κοίταξε έτσι όμορφος και ανδρείος που φαινόταν με το ένα του χέρι στον ώμο της και το άλλο να κρατά το δρεπάνι και την επόμενη άρχισε πάλι να κλαίει και να αναστενάζει:</p><p>Και γιατί να πεθάνεις που είσαι τόσο νέος; Δεν υπάρχει αρκετός θάνατος και πόνος ήδη στον κόσμο; Είναι σωστό κι ευγενικό να πεθάνω εγώ για να σώσω ολόκληρο λαό, αλλά εσένα που είσαι πιο γενναίος απ’ όλους γιατί να σε σκοτώσω. Φύγε σε παρακαλώ και πάρε τον δρόμο σου όπως κι εγώ θα πάρω τον δικό μου.</p><p>Δεν είναι έτσι! φώναξε ο Περσέας. Εγώ υπηρετώ τους Ολύμπιους Θεούς που βοηθούν τους ήρωες να πετύχουν τους ευγενείς στόχους τους. Με την δική τους καθοδήγηση σκότωσα τη Μέδουσα, αυτήν την όμορφη φρίκη. Και με αυτούς στο πλάι μου και με τη βοήθεια του κεφαλιού της Μέδουσας θα σκοτώσω κι αυτό το τέρας. Μόνο σαν φύγω προστάτεψε τα μάτια σου αλλιώς θα γίνεις κι εσύ πέτρα.</p><br><p>Μα η κοπέλα έμεινε σιωπηλή, αφού δεν πίστευε ότι μπορούσε να τα καταφέρει. Τότε ξαφνικά, κοιτώντας πίσω από τον Περσέα, έβγαλε μια δυνατή στριγγλιά δείχνοντας προς τη θάλασσα:</p><p>Νάτο έρχεται, με την ανατολή, όπως είπαν ότι θα γινόταν. Ήρθε το τέλος μου, πώς να το αντέξω; Φύγε σε παρακαλώ, δεν θέλω να με δεις να με κάνει χίλια κομμάτια, του είπε και άρχισε να τον σπρώχνει μακριά της.</p><p>Θα φύγω, της είπε, μόνο υποσχέσου μου κάτι προτού φύγω, ότι αν καταφέρω να νικήσω το τέρας θα γίνεις γυναίκα μου και θα έρθεις να μείνεις μαζί μου στο Άργος εκεί όπου είμαι ο διάδοχος του θρόνου. Υποσχέσου μου και σφράγισε την υπόσχεση σου μ΄ ένα φιλί.</p><br><p>Η κοπέλα τον κοίταξε στα μάτια και τον φίλησε και τότε ο Περσέας γελώντας όλο χαρά πέταξε ψηλά, αφήνοντας την Ανδρομέδα η οποία μισοκρύφτηκε πίσω από έναν βράχο αγωνιώντας για το τι θα συμβεί.</p><br><p>Άρχισε να πλησιάζει λοιπόν το Κήτος, κολυμπώντας με τρομερή ευχέρεια και ταχύτητα, σταματώντας μόνο πότε πότε ν΄ ακούσει τα γέλια των κοριτσιών που έπλεναν τ΄ ασπρόρουχά τους στην όχθη, τις οπλές των κοπαδιών που περνούσαν το ποτάμι και τα πλατσουρίσματα των αγοριών που έκαναν μπάνιο στη θάλασσα. Στα πλαϊνά του είχε στρώματα κοχυλιών και φυκιών και το νερό μπαινόβγαινε στο δυνατό του στόμα και γινόταν ατμός που έλαμπε στον πρωινό ήλιο. Είδε και την Ανδρομέδα κι επιτάχυνε να φτάσει το θήραμά του, αφήνοντας πίσω του αφρισμένη τη θάλασσα, ενώ κάθε ζωντανό πλάσμα της θάλασσας&nbsp;που βρισκόταν στον δρόμο του πηδούσε να ξεφύγει.</p><br><p>Τότε από τον ουρανό, σαν πεφταστέρι, έπεσε ο Περσέας φωνάζοντας καταπάνω στο Κήτος και τα κύματα και η Ανδρομέδα έκρυψε το πρόσωπο της στα χέρια της για να μη βλέπει. Επικράτησε ησυχία. Σιγά σιγά, η Ανδρομέδα κοίταξε μπροστά της και είδε τον Περσέα να έρχεται κατά το μέρος της ενώ, εκεί που πριν ήταν το Κήτος, τώρα υπήρχε μόνο ένας πελώριος βράχος με το κυματάκι να σκάει απαλά επάνω του. Τόσο περήφανος ήταν ο Περσέας που με μια κίνηση, σήκωσε την Ανδρομέδα στα χέρια του και μαζί πέταξαν μέχρι την κορυφή του γκρεμού. Ο Περσέας ήταν περήφανος, αλλά και η χαρά των Αιθιόπων δεν περιγραφόταν γιατί, ενώ περίμεναν να δουν το τέλος της πριγκίπισσάς τους, είχαν δει όλα τα γεγονότα από την κορυφή του γκρεμού. Ήδη ένας αγγελειαφόρος είχε σταλεί να ειδοποιήσει τον Κηφέα και την Κασσιόπη οι οποίοι κάθονταν, ανάμεσα σε κουρέλια και στάχτες, απελπισμένοι για τον επερχόμενο χαμό της κόρης τους.</p><br><p>Βγήκαν κι αυτοί, όπως και όλος ο λαός, με χαρές και τραγούδια, με κύμβαλα και άρπες να καλωσορίσουν την κόρη τους που γύριζε από τους νεκρούς:</p><p>Ήρωα των Ελλήνων, είπε τότε ο Κηφέας, μείνε εδώ και γίνε γαμπρός μου, θα σου δώσω το μισό μου βασίλειο.</p><p>Θα γίνω γαμπρός σου, του απάντησε ο Περσέας, αλλά δεν θα πάρω το μισό σου βασίλειο. Ανυπομονώ να γυρίσω πίσω στην πατρίδα μου και στη μητέρα μου που με περιμένει.</p><p>Εντάξει, αλλά μην μας πάρεις την κόρη μας μακριά αμέσως, ειδικά τώρα που ξαναζεί για εμάς. Κάτσε εδώ για ένα χρόνο και τότε γυρίζεις πίσω με όλες τις τιμές.</p><br><p>Ο Περσέας συμφώνησε αλλά, πριν πάει στο παλάτι, ζήτησε από τον λαό να μαζέψει πέτρες και ξύλα και να χτίσουν τρεις βωμούς: έναν αφιερωμένο στη Θεά Αθηνά, έναν στον Θεό Ερμή, και έναν στον Πατέρα Δία και να θυσιάσουν νεαρούς ταύρους και κριάρια.</p><br><p>Κάποιοι είπαν: “Τι ευσεβής νεαρός”, αλλά οι ιερείς σκέφτονταν: “Η Βασίλισσα της Θάλασσας θα θυμώσει ακόμη περισσότερο τώρα που σκοτώσαμε το Κήτος της”, αλλά φοβόντουσαν να πουν τις σκέψεις τους δυνατά, γιατί ήξεραν για το κεφάλι της Μέδουσας. Έτσι πήγαν στο παλάτι και βρήκαν τον Φινέα, τον αδερφό του Κηφέα και του κλάφτηκαν σαν λύκαινες που τους είχαν κλέψει τα κουτάβια και τον ξόρκισαν και τον φοβέρισαν. Εκείνος τότε μάζεψε τους γιους και τους υπηρέτες του, παρουσιάστηκε μπροστά στον Κηφέα και του είπε:</p><p>Δεν κάνει να παντρέψεις την κόρη σου με αυτόν τον ξένο, δεν ξέρουμε ούτε το όνομά του! Δεν είχες τάξει την Ανδρομέδα σ΄ έναν από τους γιούς μου; Τώρα λοιπόν που αυτή είναι ασφαλής, δεν πρέπει να κρατήσεις τον λόγο σου;</p><p>Αν ο γιός σου θέλει παντρειά, είπε γελώντας ο Περσέας, να πάει να βρει μιαν άλλη νύφη, προς το παρόν θα πρέπει να μείνει θεατής. Άφησε αυτήν εδώ να πεθάνει κι έτσι γι αυτόν είναι νεκρή. Εγώ της έσωσα τη ζωή άρα για μένα είναι ζωντανή και για κανέναν άλλο. Αχάριστε άνδρα! Δεν έσωσα τη γη σας, τις ζωές των γιών και των θυγατέρων σας, και τώρα φέρεστε έτσι; Φύγε αλλιώς τα πράγματα θα χειροτερέψουν για εσένα.</p><br><p>Τότε όμως όλοι οι άνδρες που είχε συνοδεία του ο Φινέας, τράβηξαν τα ξίφη τους και όρμησαν καταπάνω στον Περσέα:</p><p>Αυτό έσωσε τη νύφη μου από το Κήτος, είπε εκείνος και πρόταξε το κεφάλι της Μέδουσας. Φαίνεται πως θα με σώσει από πολλά ακόμα!</p><br><p>Με αυτά τα λόγια όλοι οι άνδρες του Φινέα σταμάτησαν και άρχισαν να σφίγγονται. Πριν να ξανακαλύψει το κεφάλι με το δέρας ο Περσέας, όλοι τους είχαν γίνει πέτρα. Είπε τότε ο Περσέας να του φέρουν μοχλούς και καλάμια και να τους βγάλουν όλους έξω. Τι τους έκανε, κανείς δεν ξέρει.</p><br><p>Το γαμήλιο γλέντι ξεκίνησε και κράτησε εφτά ολόκληρες μέρες. Ο Περσέας και η Ανδρομέδα ήταν πράγματι ευτυχισμένοι. Μα την όγδοη μέρα ο Περσέας είδε ένα όνειρο. Είδε στο πλευρό του τη Θεά Αθηνά έτσι όπως την είχε δει στη Σέριφο πριν εφτά χρόνια, τον φώναξε με το όνομά του και του είπε: “Περσέα έδειξες ανδρεία και να, έχεις πια την ανταμοιβή σου. Βλέπεις τώρα πως οι Θεοί είναι δίκαιοι και βοηθούν όποιον βοηθά τον εαυτό του. Έλα, δώσε μου πίσω το δρεπάνι, τα σανδάλια και την περικεφαλαία να τα επιστρέψω εκεί που πρέπει. Το κεφάλι της Μέδουσας κράτα το λίγο καιρό ακόμα, θα σου χρειαστεί όταν επιστρέψεις στην Ελλάδα. Μετά όμως να το πας στο ναό μου στη Σέριφο για να το βάλω να υπάρχει πάντα στην ασπίδα μου, να τρέμουν οι Τιτάνες, τα τέρατα και όλοι οι εχθροί Θεών και ανθρώπων. Όσο γι΄ αυτόν τον τόπο, εγώ ηρέμησα γη και θάλασσα, δεν θα υπάρξουν άλλες πλημμύρες και σεισμοί, μόνο πες στον λαό να χτίσει κι άλλους βωμούς στον Πατέρα Δία και σε μένα και να λατρεύουν τους Αθάνατους, τους Κυρίους της γης και τ΄ ουρανού”.</p><br><p>Και ο Περσέας σηκώθηκε να της δώσει το δρεπάνι, την περικεφαλαία και τα σανδάλια αλλά ξύπνησε και το όνειρο έγινε καπνός. Μα δεν ήταν ακριβώς όνειρο μιας και, εκτός από το δέρας με το κεφάλι, τ΄ άλλα τρία αντικείμενά του είχαν εξαφανιστεί.</p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></description>
			<itunes:summary><![CDATA[<p>Το τελευταίο κομμάτι της τριλογίας μας, αυτοπροσώπως ο Περσέας και η Ανδρομέδα! Από την Ελλάδα.</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Δεν περιέχει ευαίσθητο υλικό</p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>Ηχητικά εφέ: freesound.org</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ</p><br><p>Πώς ο Περσέας έφτασε στους Αιθίοπες</p><br><p>Κατά τη διάρκεια των περιπετειών του, ο Περσέας πέταξε με τα φτερωτά του σανδάλια στα βορειοανατολικά, πάνω από τρανή θάλασσα, μέχρι που έφτασε στους αέναα κινούμενους αμμόλοφους και στην ξερή ακτή της Λυβύης.</p><br><p>Συνέχισε να πετά - πάνω από κοφτερούς βράχους, πάνω από ακτές με βότσαλα, πλατώματα όλο άμμο και κοχύλια που λιάζονταν, πάνω από σκελετούς θαλάσσιων τεράτων και κόκκαλα αρχαίων γιγάντων που φαίνονταν στον πάτο της θάλασσας. Και καθώς πετούσε το αίμα από το κομμένο κεφάλι της Γοργόνας-Μέδουσας έσταζε στο έδαφος και μεταμορφωνόταν σε δηλητηριώδεις έχιδνες και οχιές που μέχρι και σήμερα ζουν στις ερήμους.</p><br><p>Πετούσε και πετούσε χωρίς να υπολογίζει πόση απόσταση διάνυε και τρεφόταν από τα φρούτα που του είχαν δώσει οι Νύμφες, μέχρι που από κάτω του είδε τους λόφους των Ψύλλων και τους νάνους που πάλευαν με τους γερανούς. Τους είδε να πολεμούν μεταξύ τους με δόρατα από καλάμια και βούρλα και τα σπίτια τους που ήταν φτιαγμένα από τα τσόφλια των αυγών των γερανών. Ο Περσέας τότε έβαλε τα γέλια και συνέχισε να πετά βορειοανατολικά ανυπομονώντας να δει τη Μεσόγειο να λαμποκοπά, γιατί τότε ήξερε πως σύντομα θα έφτανε σπίτι του.</p><br><p>Ξάφνου ένας δυνατός άνεμος τον χτύπησε και τον έστειλε πάλι νότια, προς την έρημο. Όλη μέρα πάλευε κόντρα σε αυτόν τον άνεμο, αλλά τα σανδάλια του δεν μπορούσαν να τον βοηθήσουν. Αναγκάστηκε να αφεθεί να τον ταξιδέψει ο άνεμος όλη τη νύχτα και το πρωί δεν έβλεπε γύρω του τίποτα άλλο παρά την ερημιά της άμμου.</p><br><p>Τότε από τον βορρά άρχισαν να τον κυνηγούν τρομερές αμμοθύελλες με πανύψηλους κόκκινους στροβίλους που έμοιαζαν φωτιές στον καυτό μεσημεριάτικο ήλιο. Ο Περσέας άρχισε να πετάει μακριά τους με όλη του τη δύναμη αλλιώς η καυτή άμμος σίγουρα θα τον σκότωνε. Ο άνεμος και η αμμοθύελλα καταλάγιασαν μετά από λίγο και ο Περσέας ξεκίνησε πάλι για τον βορρά. Αλλά πάλι σε λίγο οι αμμοθύελλες και ο άνεμος τον έσπρωξαν προς το νότο και μετά από λίγο καταλάγιασαν. Εφτά μέρες πάλευε έτσι ο Περσέας και τις εφτά μέρες ο καιρός τον έσπρωχνε πάντα προς τον νότο μέχρι που η εξάντληση και η πείνα τον κατέβαλαν τελείως. Νόμισε τότε πως είδε μια λιμνούλα στον ορίζοντα μα σαν την πλησίασε εκείνη εξαφανίστηκε από μπροστά του. Μετά από λίγο είδε κι άλλη, μόνο για να την ξαναχάσει από μπροστά του σαν πήγε πιο κοντά. Ευτυχώς που ήταν Αθάνατος, αλλιώς θα είχε σίγουρα πεθάνει. Έσφιζε όμως από ζωή και η δύναμη του ευτυχώς ήταν υπεράνθρωπη. Παρακάλεσε τότε τη Θεά Αθηνά: “Ω, όμορφη και αγνή θεά άκουσε με! Θα με αφήσεις εδώ να χαθώ από δίψα; Σου φέρνω το κεφάλι της Μέδουσας όπως μου πρόσταξες και μέχρι εδώ με προστάτεψες καλά. Με εγκαταλείπεις τώρα; Πρέπει να είναι έτσι, αλλιώς γιατί τα σανδάλια δεν μπορούν να σταθούν απέναντι στις θύελλες και στους ανέμους που με κρατούν μακριά από την πατρίδα μου; Δεν θα ξαναδώ ποτέ τη μητέρα μου, τα γαλάζια νερά της Σερίφου και τους ηλιοκαμένους λόφους της Ελλάδας;”.</p><br><p>Αυτά είπε όταν προσευχήθηκε και μετά γύρω του βασίλεψε σιγή. Ο ουρανός ήταν ακόμη ψηλά, η άμμος κάτω. Ο Περσέας κοίταξε προς τον ουρανό και δεν είδε τίποτα παρά τον σκληρό ήλιο και το απέραντο γαλάζιο. Κοίταξε προς τη γη και το μόνο που έβλεπε ήταν η ατέλειωτη άμμος. Στάθηκε για λίγο περιμένοντας και είπε: “Σίγουρα είναι η θέληση των Αθανάτων να είμαι εδώ, η Αθηνά δεν θα έλεγε ποτέ ψέματα. Αυτά τα σανδάλια θα με οδηγούσαν στον σωστό δρόμο άρα ο δρόμος που προσπαθούσα να πάρω πρέπει να ήταν ο λανθασμένος”.</p><br><p>Ξάφνου, τ΄ αυτιά του άνοιξαν και άκουσε τον ήχο τρεχούμενου νερού. Η καρδιά του σκίρτησε και, όσο κουρασμένος και να ήταν που ίσα που μπορούσε να σταθεί, συνέχισε με όση δύναμη του έμενε να περπατάει μπροστά. Σαν κοίταξε από την άλλη μεριά του λόφου όπου βρισκόταν, είδε μπροστά του μια πεδιάδα στην άμμο, χουρμαδιές και μαρμάρινα βράχια και μια έκταση καταπράσινη από το χορτάρι. Στη μέση όλου αυτού του τοπίου έτρεχε ένα μικρό ρυάκι που, όπως πήγαζε από τη μια μεριά της όασης, έτσι και χανόταν μέσα στην άμμο στην άλλη. Το γάργαρο νερό έτρεχε ανάμεσα στα βράχια κι ένα απαλό αεράκι περνούσε από τα κλαδιά των χουρμαδιών. Ο Περσέας φώναξε από χαρά και κατρακύλησε κάτω από τον λόφο, ήπιε νερό, έφαγε χουρμάδες, ξεκουράστηκε στο δροσερό χορτάρι και σαν ξεκουράστηκε για τα καλά σηκώθηκε όρθιος να συνεχίσει το ταξίδι του. Αυτή τη φορά όμως δεν κατευθύνθηκε βόρεια γιατί σκέφτηκε: “Η Θεά Αθηνά μ΄ έφερε ως εδώ, δεν θα θέλει να γυρίσω σπίτι μου ακόμη. Κι αν υπάρχει ακόμη μια γενναία πράξη που μου μένει να κάνω πριν ξαναδώ τους λόφους της Ελλάδας;”.</p><br><p>Και ο Περσέας πήγε ανατολικά, μόνο ανατολικά, διέσχισε οάσεις και δροσερές πηγές, φοινικιές και χορτάρια μέχρι που το δειλινό έφτασε μπροστά σε μια χρυσοκόκκινη οροσειρά. Μιας κι αισθανόταν πάλι δυνατός άρχισε να πετά πάνω από τα βουνά όλο το βράδυ μέχρι που η Ιώ έφερε τις πρώτες πρωινές αχτίδες και πάλι στον ουρανό. Τότε μπροστά του είδε τον μεγάλο και τρανό κήπο, την Αίγυπτο και τον πανέμορφο Νείλο.</p><br><p>Είδε τις πόλεις που έφταναν στον ουρανό και τους ναούς, τους οβελίσκους, τις πυραμίδες και τους θεόρατους πέτρινους Θεούς. Χαμήλωσε τότε και πέταξε πάνω από χωράφια με σιτάρι, λινάρι, κεχρί και αναρριχώμενες κολοκύθες. Και είδε τους ανθρώπους να βγαίνουν από την πύλη μιας θεσπέσιας πόλης και να πιάνουν αμέσως δουλειά, ο καθένας στη θέση του ανάμεσα στις σοδειές να ανοίγουν έξυπνα με τα πόδια τους αυλάκια ανάμεσα στα φυτά, σύμφωνα με τη σοφία των Αιγυπτίων. Μα σαν τον είδαν, όλοι σταμάτησαν τη δουλειά τους, τον περικύκλωσαν και τον ρώτησαν:</p><p>Ποιος είσαι εσύ ξανθέ νεαρέ; Και γιατί φοράς αυτό του κουρελιασμένο δέρας κατσίκας; Είσαι σίγουρα Αθάνατος, το δέρμα σου έχει το λευκό του ελεφαντόδοντου ενώ το δικό μας το κόκκινο του πηλού. Τα μαλλιά σου είναι σαν χρυσή κλωστή ενώ τα δικά μας μαύρα και σγουρά. Σίγουρα είσαι ένας Αθάνατος, του είπαν και ετοιμάστηκαν να τον λατρέψουν.</p><p>Δεν είμαι ένας από τους Αθάνατους, αλλά είμαι ήρωας των Ελλήνων. Σκότωσα τη Μέδουσα εκεί που ζούσε και βαστώ το κεφάλι της μαζί μου. Δώστε μου να φάω για να συνεχίσω το έργο μου.</p><br><p>Του έδωσαν τροφή, κρασί και φρούτα, αλλά δεν τον άφηναν να φύγει. Σαν μαθεύτηκε και στην πόλη ότι η Μέδουσα ήταν νεκρή, οι ιερείς πήγαν αμέσως να τον συναντήσουν ακολουθούμενοι από νεαρά κορίτσια που τραγουδούσαν και χόρευαν με ταμπούρλα και λύρες. Έτοιμοι ήταν να τον φέρουν και μπροστά στον βασιλιά, μα ο Περσέας με μια γρήγορη κίνηση φόρεσε την μαγική του περικεφαλαία και εξαφανίστηκε από μπροστά τους.</p><br><p>Οι Αιγύπτιοι περίμεναν για πολύ καιρό την επιστροφή του, αλλά μάταια και τον λάτρεψαν ως ήρωα, του έφτιαξαν και άγαλμα στη Χέμμιδα το οποίο στεκόταν εκεί για εκατοντάδες χρόνια. Πολλοί μάλιστα έλεγαν ότι ερχόταν στα όνειρα τους και, όταν συνέβαινε αυτό, η σοδειά εκείνον τον χρόνο ήταν καλή και ο Νείλος φούσκωνε.</p><br><p>Ο Περσέας συνέχισε ανατολικά μέχρι που έφτασε στην ακτή της Ερυθράς Θάλασσας, αλλά φοβήθηκε να περάσει στις Αραβικές ερήμους και πήγε προς τον βορρά και πάλι, αλλά αυτή τη φορά καμία θύελλα δεν βρέθηκε στον δρόμο του. Πέρασε τον Ισθμό, το όρος Κάσιο και το Σερβονικό έλος μέχρι την ακτή της Παλαιστίνης όπου και ζούσαν Αιθίοπες. Πέταξε πάνω από εύφορες κοιλάδες και λόφους σαν του Άργους ή της Λακεδαιμονίας ή ακόμα και σαν της Κοιλάδας των Τεμπών. Μα σαν έφτασε στις πιο χαμηλές περιοχές είδε πλημμύρες και φωτιές και τους λοφίσκους να βράζουν σαν χύτρες με τις προσταγές του Ποσειδώνα, του τρανταχτή της γης.</p><br><p>Ο Περσέας δεν τόλμησε να πάει να δει τι συνέβαινε και στην ενδοχώρα παρά έμεινε να πετά πάνω από τα παράλια όπου τη μέρα ο ουρανός ήταν μαύρος από τον καπνό και το βράδυ κόκκινος από τη φωτιά. Την αυγή κοίταξε προς τους γκρεμούς εκεί που έσκαγε το κύμα και είδε, κάτω από έναν μαύρο βράχο, μια λευκή φιγούρα: “Σίγουρα αυτό θα είναι άγαλμα κάποιας θαλασσινής θεότητας”, σκέφτηκε, “θα πάω πιο κοντά να δω τι είδους θεότητες λατρεύουν αυτοί οι βάρβαροι”.</p><br><p>Έτσι ο Περσέας πλησίασε τον γκρεμό και με μεγάλη έκπληξη είδε πως η φιγούρα δεν ήταν καθόλου άγαλμα, μόνο μια κοπέλα από σάρκα και οστά με το φόρεμά της να κυματίζει στον άνεμο. Πλησίασε κι άλλο και την είδε να τρέμει κάθε φορά που την χτυπούσαν τα κύματα και το κρύο θαλασσινό αλάτι. Τα μπράτσα της ήταν αλυσοδεμένα πάνω από το κεφάλι της στον βράχο, με μπρούντζινες αλυσίδες. Το κεφάλι της ήταν πεσμένο στο στήθος της είτε από εξάντληση είτε από στενοχώρια. Τότε όμως σήκωσε το κεφάλι της και σπαραχτικά κάλεσε τη μάνα της χωρίς να μπορεί να δει τον Περσέα, ο οποίος ακόμη φορούσε την περικεφαλαία του.</p><br><p>Γεμάτος συμπόνοια και αγανάκτηση, ο Περσέας πήγε σχεδόν δίπλα στην κοπέλα και την κοίταξε καλά. Το δέρμα της ήταν πιο σκούρο από το δικό του και τα μαλλιά της είχαν χρώμα μαυρογάλανο σαν αυτό του υάκινθου: “Ποτέ μου δεν έχω δει πιο όμορφη ύπαρξη”, σκέφτηκε, “σε κανένα απ΄ όλα τα νησιά μας. Σίγουρα είναι κόρη βασιλιά. Έτσι φέρονται οι βάρβαροι στις πριγκίπισσες τους; Είναι πολύ όμορφη για να έχει κάνει κάτι κακό, θα της μιλήσω”. Και, βγάζοντας την περικεφαλαία του, ο Περσέας μονομιάς εμφανίστηκε μπροστά της. Η κοπέλα τσίριξε από τρόμο και προσπάθησε να κρύψει το πρόσωπό της με τα μαλλιά της αφού δεν μπορούσε με τα χέρια της, μα ο Περσέας της είπε:</p><p>Μην με φοβάσαι όμορφη κυρά, είμαι Έλληνας, δεν είμαι βάρβαρος. Ποιος άσπλαχνος σ΄ έδεσε εδώ; Άσε με να σ΄ ελευθερώσω, της είπε ο Περσέας και πήγε να βγάλει τα δεσμά της από τον βράχο, τα οποία όμως ήταν πολύ καλά βαλμένα.</p><p>Μην με αγγίζεις! του φώναξε η κοπέλα. Είμαι καταραμένη και ταγμένη στους θεούς της θάλασσας. Θα σε σκοτώσουν αν τολμήσεις να με ελευθερώσεις.</p><p>Ας δοκιμάσουν, είπε ο Περσέας, έβγαλε το δρεπάνι του Κρόνου από τη μέση του και έκοψε την αλυσίδα σαν να ήταν στάχυ. Τώρα ανήκεις σε μένα και όχι στους θεούς της θάλασσας όποιοι κι αν είναι αυτοί.</p><br><p>Αλλά η κοπέλα το μόνο που έκανε ήταν να καλεί και να ξανακαλεί τη μητέρα της:</p><p>Γιατί καλείς τη μητέρα σου; Δεν θα ήταν και πολύ καλή μητέρα για να σε αφήσει εδώ να πεθάνεις. Αν ένα πουλάκι πέσει από τη φωλιά του, ανήκει σε αυτόν που το βρήκε. Αν πεταχτεί στ΄ άχρηστα ένα κόσμημα, το βρει και το φορέσει κάποιος τότε είναι δικό του. Έτσι ,αφού σε βρήκα εγώ, θα σε κρατήσω. Ξέρω τώρα γιατί η Παλλάδα Αθηνά με έφερε ως εδώ, μ΄ έστειλε να βρω και με το παραπάνω την ανταμοιβή μου για ό,τι έχω περάσει ως τώρα.</p><p>Είμαι η κόρη του Κηφέα, βασιλιά της Αντιόπειας και η μητέρα μου είναι η Κασσιόπη η ομορφομαλλούσα. Εγώ είμαι η Ανδρομέδα ή τουλάχιστον θα είμαι για όσο μου απομένει. Βρίσκομαι εδώ δεμένη και αβοήθητη για να κατευνάσω την οργή του θεού για τις αμαρτίες τής μητέρας μου. Καυχήθηκε πως ήμουν πιο όμορφη και από την Ατεργάτη, τη Βασίλισσα των Ιχθύων. Έτσι αυτή εξοργισμένη έστειλε θαλασσοπλημμύρες και ο αδερφός της ,που είναι ο Βασιλιάς της Φωτιάς, σεισμούς. Η γη μας αχρηστεύτηκε και μετά από αυτό ήρθε και το γλοιώδες Κήτος που τρώει ότι ζωντανό πλάσμα βρει μπροστά του. Τώρα πρέπει να φάει εμένα, κι ας μην έχω φταίξει σε κάτι. Εμένα, που αν έβλεπα ψάρι να σπαρταράει στην ακτή το έριχνα πάλι μέσα στο νερό να ζήσει. Στη χώρα μου δεν τρώμε ψάρια από το φόβο της Ατεργάτης που είναι βασίλισσά τους. Οι ιερείς όμως λένε ότι τίποτε δεν θα κατευνάσει τους θεούς παρά μόνο η θυσία μου.</p><p>Ένα θαλάσσιο Κήτος; γέλασε ο Περσέας. Έχω έρθει αντιμέτωπος με πολύ χειρότερα πλάσματα και για τα δικά σου μάτια δεν θα το αντιμετωπίσω κι αυτό;</p><br><p>Η Ανδρομέδα τότε τον κοίταξε και μια νέα ελπίδα φώλιασε στην καρδιά της. Για μια στιγμή τον κοίταξε έτσι όμορφος και ανδρείος που φαινόταν με το ένα του χέρι στον ώμο της και το άλλο να κρατά το δρεπάνι και την επόμενη άρχισε πάλι να κλαίει και να αναστενάζει:</p><p>Και γιατί να πεθάνεις που είσαι τόσο νέος; Δεν υπάρχει αρκετός θάνατος και πόνος ήδη στον κόσμο; Είναι σωστό κι ευγενικό να πεθάνω εγώ για να σώσω ολόκληρο λαό, αλλά εσένα που είσαι πιο γενναίος απ’ όλους γιατί να σε σκοτώσω. Φύγε σε παρακαλώ και πάρε τον δρόμο σου όπως κι εγώ θα πάρω τον δικό μου.</p><p>Δεν είναι έτσι! φώναξε ο Περσέας. Εγώ υπηρετώ τους Ολύμπιους Θεούς που βοηθούν τους ήρωες να πετύχουν τους ευγενείς στόχους τους. Με την δική τους καθοδήγηση σκότωσα τη Μέδουσα, αυτήν την όμορφη φρίκη. Και με αυτούς στο πλάι μου και με τη βοήθεια του κεφαλιού της Μέδουσας θα σκοτώσω κι αυτό το τέρας. Μόνο σαν φύγω προστάτεψε τα μάτια σου αλλιώς θα γίνεις κι εσύ πέτρα.</p><br><p>Μα η κοπέλα έμεινε σιωπηλή, αφού δεν πίστευε ότι μπορούσε να τα καταφέρει. Τότε ξαφνικά, κοιτώντας πίσω από τον Περσέα, έβγαλε μια δυνατή στριγγλιά δείχνοντας προς τη θάλασσα:</p><p>Νάτο έρχεται, με την ανατολή, όπως είπαν ότι θα γινόταν. Ήρθε το τέλος μου, πώς να το αντέξω; Φύγε σε παρακαλώ, δεν θέλω να με δεις να με κάνει χίλια κομμάτια, του είπε και άρχισε να τον σπρώχνει μακριά της.</p><p>Θα φύγω, της είπε, μόνο υποσχέσου μου κάτι προτού φύγω, ότι αν καταφέρω να νικήσω το τέρας θα γίνεις γυναίκα μου και θα έρθεις να μείνεις μαζί μου στο Άργος εκεί όπου είμαι ο διάδοχος του θρόνου. Υποσχέσου μου και σφράγισε την υπόσχεση σου μ΄ ένα φιλί.</p><br><p>Η κοπέλα τον κοίταξε στα μάτια και τον φίλησε και τότε ο Περσέας γελώντας όλο χαρά πέταξε ψηλά, αφήνοντας την Ανδρομέδα η οποία μισοκρύφτηκε πίσω από έναν βράχο αγωνιώντας για το τι θα συμβεί.</p><br><p>Άρχισε να πλησιάζει λοιπόν το Κήτος, κολυμπώντας με τρομερή ευχέρεια και ταχύτητα, σταματώντας μόνο πότε πότε ν΄ ακούσει τα γέλια των κοριτσιών που έπλεναν τ΄ ασπρόρουχά τους στην όχθη, τις οπλές των κοπαδιών που περνούσαν το ποτάμι και τα πλατσουρίσματα των αγοριών που έκαναν μπάνιο στη θάλασσα. Στα πλαϊνά του είχε στρώματα κοχυλιών και φυκιών και το νερό μπαινόβγαινε στο δυνατό του στόμα και γινόταν ατμός που έλαμπε στον πρωινό ήλιο. Είδε και την Ανδρομέδα κι επιτάχυνε να φτάσει το θήραμά του, αφήνοντας πίσω του αφρισμένη τη θάλασσα, ενώ κάθε ζωντανό πλάσμα της θάλασσας&nbsp;που βρισκόταν στον δρόμο του πηδούσε να ξεφύγει.</p><br><p>Τότε από τον ουρανό, σαν πεφταστέρι, έπεσε ο Περσέας φωνάζοντας καταπάνω στο Κήτος και τα κύματα και η Ανδρομέδα έκρυψε το πρόσωπο της στα χέρια της για να μη βλέπει. Επικράτησε ησυχία. Σιγά σιγά, η Ανδρομέδα κοίταξε μπροστά της και είδε τον Περσέα να έρχεται κατά το μέρος της ενώ, εκεί που πριν ήταν το Κήτος, τώρα υπήρχε μόνο ένας πελώριος βράχος με το κυματάκι να σκάει απαλά επάνω του. Τόσο περήφανος ήταν ο Περσέας που με μια κίνηση, σήκωσε την Ανδρομέδα στα χέρια του και μαζί πέταξαν μέχρι την κορυφή του γκρεμού. Ο Περσέας ήταν περήφανος, αλλά και η χαρά των Αιθιόπων δεν περιγραφόταν γιατί, ενώ περίμεναν να δουν το τέλος της πριγκίπισσάς τους, είχαν δει όλα τα γεγονότα από την κορυφή του γκρεμού. Ήδη ένας αγγελειαφόρος είχε σταλεί να ειδοποιήσει τον Κηφέα και την Κασσιόπη οι οποίοι κάθονταν, ανάμεσα σε κουρέλια και στάχτες, απελπισμένοι για τον επερχόμενο χαμό της κόρης τους.</p><br><p>Βγήκαν κι αυτοί, όπως και όλος ο λαός, με χαρές και τραγούδια, με κύμβαλα και άρπες να καλωσορίσουν την κόρη τους που γύριζε από τους νεκρούς:</p><p>Ήρωα των Ελλήνων, είπε τότε ο Κηφέας, μείνε εδώ και γίνε γαμπρός μου, θα σου δώσω το μισό μου βασίλειο.</p><p>Θα γίνω γαμπρός σου, του απάντησε ο Περσέας, αλλά δεν θα πάρω το μισό σου βασίλειο. Ανυπομονώ να γυρίσω πίσω στην πατρίδα μου και στη μητέρα μου που με περιμένει.</p><p>Εντάξει, αλλά μην μας πάρεις την κόρη μας μακριά αμέσως, ειδικά τώρα που ξαναζεί για εμάς. Κάτσε εδώ για ένα χρόνο και τότε γυρίζεις πίσω με όλες τις τιμές.</p><br><p>Ο Περσέας συμφώνησε αλλά, πριν πάει στο παλάτι, ζήτησε από τον λαό να μαζέψει πέτρες και ξύλα και να χτίσουν τρεις βωμούς: έναν αφιερωμένο στη Θεά Αθηνά, έναν στον Θεό Ερμή, και έναν στον Πατέρα Δία και να θυσιάσουν νεαρούς ταύρους και κριάρια.</p><br><p>Κάποιοι είπαν: “Τι ευσεβής νεαρός”, αλλά οι ιερείς σκέφτονταν: “Η Βασίλισσα της Θάλασσας θα θυμώσει ακόμη περισσότερο τώρα που σκοτώσαμε το Κήτος της”, αλλά φοβόντουσαν να πουν τις σκέψεις τους δυνατά, γιατί ήξεραν για το κεφάλι της Μέδουσας. Έτσι πήγαν στο παλάτι και βρήκαν τον Φινέα, τον αδερφό του Κηφέα και του κλάφτηκαν σαν λύκαινες που τους είχαν κλέψει τα κουτάβια και τον ξόρκισαν και τον φοβέρισαν. Εκείνος τότε μάζεψε τους γιους και τους υπηρέτες του, παρουσιάστηκε μπροστά στον Κηφέα και του είπε:</p><p>Δεν κάνει να παντρέψεις την κόρη σου με αυτόν τον ξένο, δεν ξέρουμε ούτε το όνομά του! Δεν είχες τάξει την Ανδρομέδα σ΄ έναν από τους γιούς μου; Τώρα λοιπόν που αυτή είναι ασφαλής, δεν πρέπει να κρατήσεις τον λόγο σου;</p><p>Αν ο γιός σου θέλει παντρειά, είπε γελώντας ο Περσέας, να πάει να βρει μιαν άλλη νύφη, προς το παρόν θα πρέπει να μείνει θεατής. Άφησε αυτήν εδώ να πεθάνει κι έτσι γι αυτόν είναι νεκρή. Εγώ της έσωσα τη ζωή άρα για μένα είναι ζωντανή και για κανέναν άλλο. Αχάριστε άνδρα! Δεν έσωσα τη γη σας, τις ζωές των γιών και των θυγατέρων σας, και τώρα φέρεστε έτσι; Φύγε αλλιώς τα πράγματα θα χειροτερέψουν για εσένα.</p><br><p>Τότε όμως όλοι οι άνδρες που είχε συνοδεία του ο Φινέας, τράβηξαν τα ξίφη τους και όρμησαν καταπάνω στον Περσέα:</p><p>Αυτό έσωσε τη νύφη μου από το Κήτος, είπε εκείνος και πρόταξε το κεφάλι της Μέδουσας. Φαίνεται πως θα με σώσει από πολλά ακόμα!</p><br><p>Με αυτά τα λόγια όλοι οι άνδρες του Φινέα σταμάτησαν και άρχισαν να σφίγγονται. Πριν να ξανακαλύψει το κεφάλι με το δέρας ο Περσέας, όλοι τους είχαν γίνει πέτρα. Είπε τότε ο Περσέας να του φέρουν μοχλούς και καλάμια και να τους βγάλουν όλους έξω. Τι τους έκανε, κανείς δεν ξέρει.</p><br><p>Το γαμήλιο γλέντι ξεκίνησε και κράτησε εφτά ολόκληρες μέρες. Ο Περσέας και η Ανδρομέδα ήταν πράγματι ευτυχισμένοι. Μα την όγδοη μέρα ο Περσέας είδε ένα όνειρο. Είδε στο πλευρό του τη Θεά Αθηνά έτσι όπως την είχε δει στη Σέριφο πριν εφτά χρόνια, τον φώναξε με το όνομά του και του είπε: “Περσέα έδειξες ανδρεία και να, έχεις πια την ανταμοιβή σου. Βλέπεις τώρα πως οι Θεοί είναι δίκαιοι και βοηθούν όποιον βοηθά τον εαυτό του. Έλα, δώσε μου πίσω το δρεπάνι, τα σανδάλια και την περικεφαλαία να τα επιστρέψω εκεί που πρέπει. Το κεφάλι της Μέδουσας κράτα το λίγο καιρό ακόμα, θα σου χρειαστεί όταν επιστρέψεις στην Ελλάδα. Μετά όμως να το πας στο ναό μου στη Σέριφο για να το βάλω να υπάρχει πάντα στην ασπίδα μου, να τρέμουν οι Τιτάνες, τα τέρατα και όλοι οι εχθροί Θεών και ανθρώπων. Όσο γι΄ αυτόν τον τόπο, εγώ ηρέμησα γη και θάλασσα, δεν θα υπάρξουν άλλες πλημμύρες και σεισμοί, μόνο πες στον λαό να χτίσει κι άλλους βωμούς στον Πατέρα Δία και σε μένα και να λατρεύουν τους Αθάνατους, τους Κυρίους της γης και τ΄ ουρανού”.</p><br><p>Και ο Περσέας σηκώθηκε να της δώσει το δρεπάνι, την περικεφαλαία και τα σανδάλια αλλά ξύπνησε και το όνειρο έγινε καπνός. Μα δεν ήταν ακριβώς όνειρο μιας και, εκτός από το δέρας με το κεφάλι, τ΄ άλλα τρία αντικείμενά του είχαν εξαφανιστεί.</p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></itunes:summary>
		</item>
		<item>
			<title>Οι Τρεις Πρίγκιπες και τα Θηρία τους</title>
			<itunes:title>Οι Τρεις Πρίγκιπες και τα Θηρία τους</itunes:title>
			<pubDate>Fri, 09 Apr 2021 07:43:37 GMT</pubDate>
			<itunes:duration>17:27</itunes:duration>
			<enclosure url="https://sphinx.acast.com/p/open/s/6013ebce985ab977d52addcc/e/607005aa3afe6c2cb80a08a8/media.mp3" length="17239479" type="audio/mpeg"/>
			<guid isPermaLink="false">607005aa3afe6c2cb80a08a8</guid>
			<itunes:explicit>false</itunes:explicit>
			<link>https://www.karakaxa.org/%CE%B5%CF%80%CE%B5%CE%B9%CF%83%CF%8C%CE%B4%CE%B9%CE%B1</link>
			<acast:episodeId>607005aa3afe6c2cb80a08a8</acast:episodeId>
			<acast:showId>6013ebce985ab977d52addcc</acast:showId>
			<acast:episodeUrl>mitos19</acast:episodeUrl>
			<acast:settings><![CDATA[FYjHyZbXWHZ7gmX8Pp1rmbKbhgrQiwYShz70Q9/ffXZMTtedvdcRQbP4eiLMjXzCKLPjEYLpGj+NMVKa+5C8pL4u/EOj1Vw4h5MMJYp0lCcFAe0fnxBJy/1ju4Qxy1fh8gO4DvlGA40yms2g0/hOkcrfHIopjTygHFqGwwOPKFIai4SuTvs86Lx3UYCyl6Zs+WO4fC9bB8/2bSJALEZpunHdJA38/ZCmkJMYOTmjFjqd88q/hK3mL+kd+D7/H0fJ9R3VbJyT+Hq81ASmZltnpI3qMebs/8gh0aSRE/f1/PPgd+UrYj6ifyUXdxEDG+hl]]></acast:settings>
			<itunes:subtitle>Μίτος</itunes:subtitle>
			<itunes:episodeType>full</itunes:episodeType>
			<itunes:episode>19</itunes:episode>
			<itunes:image href="https://assets.pippa.io/shows/6013ebce985ab977d52addcc/1617954072339-098738180cce50bd9a95e963c3749ca3.jpeg"/>
			<description><![CDATA[<p>Και η Λιθουανία έχει τη λαϊκή της ιστορία για τον νεαρό ήρωα που σώζει τη δεσποσύνη από τον δράκο. Η διαφορά εδώ είναι οικολογικού χαρακτήρα και μας λέει να σεβόμαστε τα ζώα!</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Περιέχει έντονες σκηνές βίας </p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>Ηχητικά εφέ: freesound.org</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ</p><br><p>Οι Τρεις Πρίγκιπες και τα Θηρία τους</p><br><p>Μια φορά και έναν καιρό ζούσαν τρεις πρίγκιπες με την ετεροθαλή αδερφή τους. Μια μέρα βγήκαν όλοι έξω για κυνήγι. Προχωρώντας όλο και πιο βαθιά σε ένα πυκνό δάσος, βρέθηκαν μπροστά σε μια λύκαινα με τα τρία κουτάβια της. Σαν πήγαν να την χτυπήσουν με τα βέλη τους, η λύκαινα τους μίλησε και τους είπε: “Μην με σκοτώσετε και εγώ θα σας δώσω στον καθένα σας από ένα κουτάβι μου. Θα σας είναι παντοτινά πιστοί φίλοι”.</p><br><p>Οι πρίγκιπες συμφώνησαν και συνέχισαν το δρόμο τους χωρίς να πειράξουν τη λύκαινα, με τα κουτάβια να τους ακολουθούν.</p><br><p>Λίγο παρακάτω συνάντησαν μια λέαινα με τα δικά της τρία μικρά. Και εκείνη τους ζήτησε να μην τη σκοτώσουν και τους είπε ότι θα τους έδινε και εκείνη από ένα από τα μικρά της. Το ίδιο συνέβη αργότερα και με μια αλεπού, μια λαγουδίνα, μια αγριογουρούνα και μια αρκούδα μέχρι που οι πρίγκιπες κατέληξαν να έχουν ολόκληρη συνοδεία να τους ακολουθεί όπου κι αν πήγαιναν. </p><br><p>Είχε σουρουπώσει πια όταν έφτασαν σε ένα ξέφωτο στη μέση του δάσους όπου και είδαν τρεις σημύδες να στέκονται εκεί όπου συναντιόντουσαν τρία μονοπάτια. Ο μεγαλύτερος πρίγκιπας έβγαλε το τόξο του και έριξε ένα βέλος που καρφώθηκε σε μια σημύδα. Είπε τότε στους υπόλοιπους: “Ας σημαδέψει ο καθένας μας ένα από αυτά τα δέντρα πριν πάρουμε ξεχωριστά αυτά τα μονοπάτια. Αν κάποιος από εμάς επιστρέψει εδώ, να κοιτάξει τα άλλα δύο δέντρα να δει αν βγαίνει αίμα από τα βέλη. Αυτό θα σημαίνει ότι σε όποιον ανήκει αυτό το βέλος είναι νεκρός, αλλά αν τρέχει γάλα θα σημαίνει ότι είναι ζωντανός”. </p><br><p>Οι άλλοι δύο πρίγκιπες έκαναν όπως τους είπε ο αδερφός τους και, όταν και τα τρία δέντρα είχαν από ένα βέλος, γύρισαν στην αδερφή τους και τη ρώτησαν με ποιον ήθελε να ταξιδέψει: “Με τον μεγαλύτερο”, αποκρίθηκε εκείνη. Οι αδερφοί τότε χωρίστηκαν και ο καθένας τους πήρε από διαφορετικό μονοπάτι με όλα τα ζώα τους να τους ακολουθούν. Η αδερφή τους ακολούθησε τον μεγαλύτερο.</p><br><p>Οι δυο τους συνέχισαν να περπατούν για λίγο στο μονοπάτι μέχρι που έφτασαν μπροστά σε ένα κάστρο που βρισκόταν στη μέση μιας βαθιάς κοιλάδας και ήταν περιτριγυρισμένο από πυκνό δάσος. Σε αυτό το κάστρο έμεναν κάτι σκληροτράχηλοι ληστές. Ο πρίγκιπας πήγε μέχρι την πύλη και τη χτύπησε. Με το που άνοιξε η πύλη, όλα τα ζώα του πρίγκιπα μπήκαν με φούρια μέσα, έπιασαν από έναν ληστή το καθένα, τον σκότωσαν και τον έσυραν μέχρι το κελάρι. Δεν είχαν σκοτωθεί όμως όλοι οι ληστές. Ένας είχε τραυματιστεί σοβαρά και προσποιήθηκε τον νεκρό. Τότε ο πρίγκιπας και η ετεροθαλής αδερφή του εγκαταστάθηκαν για τα καλά στο κάστρο. </p><br><p>Το επόμενο πρωί ο πρίγκιπας βγήκε για κυνήγι και, πριν αναχωρήσει, είπε στην αδερφή του να μπει σε όλα τα δωμάτια του κάστρου εκτός από αυτό στο οποίο βρίσκονταν οι νεκροί ληστές. Με το που γύρισε την πλάτη του και έφυγε, η κοπέλα ξέχασε ό,τι της είχε πει και, αφού γύρισε και εξερεύνησε όλα τα δωμάτια του κάστρου, κατέβηκε και στο κελάρι και άνοιξε την πόρτα. Σαν κοίταξε μέσα, ο ληστής που προσποιόταν τον νεκρό, ανασηκώθηκε και της είπε: “Μην φοβάσαι, μόνο κάνε ότι σου πω και θα γίνω φίλος σου για πάντα. Αν με παντρευτείς, θα σε κάνω πολύ πιο ευτυχισμένη απ’ ότι θα σε κάνει ο αδερφός σου. Πρώτα όμως, πρέπει να πας στο καθιστικό και να κοιτάξεις μέσα στα ντουλάπια. Εκεί θα βρεις τρία μπουκάλια. Το ένα έχει θεραπευτικά έλαια, φέρε το να μου αλείψεις το σαγόνι να γίνω καλά. Αν πιω από το δεύτερο μπουκάλι τότε θα γίνω τελείως καλά και με το τρίτο μπουκάλι θα γίνω πιο δυνατός από ποτέ. Μετά, μόλις γυρίσει ο αδερφός σου από το δάσος με τα θηρία του, πες του “αδερφέ μου, ξέρω ότι είσαι πολύ δυνατός, αλλά αν σου δέσω τους αντίχειρες πίσω από την πλάτη, θα καταφέρεις να ελευθερωθείς;” και, όταν δεις ότι δεν μπορεί, έλα να με φωνάξεις”.</p><br><p>Σαν επέστρεψε ο μεγαλύτερος πρίγκιπας από το κυνήγι με όλα τα θηρία του, η αδερφή έκανε όπως της είπε ο ληστής και έδεσε τους αντίχειρες του αδερφού της πίσω από την πλάτη του. Αλλά εκείνος με μια κίνηση ελευθερώθηκε και της είπε: “Αδερφή μου, αυτός ο σπάγκος δεν ήταν αρκετά δυνατός”.</p><br><p>Την επόμενη μέρα ο πρίγκιπας ξαναπήγε στο δάσος με όλα του τα ζώα και ο ληστής υπόδειξε στην αδερφή να χρησιμοποιήσει άλλο σπάγκο, πιο δυνατόν αυτή τη φορά. Εκείνη το έκανε, αλλά πάλι ο πρίγκιπας κατάφερε να ελευθερωθεί: “Ακόμη και αυτός ο σπάγγος δεν μπορεί να με κρατήσει”, της είπε.</p><br><p>Την τρίτη μέρα, συμφώνησε πάλι να του δέσει η αδερφή του τους αντίχειρες πισώπλατα, αλλά για τελευταία φορά. Εκείνη τον έδεσε, αυτή τη φορά με μεταξωτό σπάγκο, όπως την είχε δασκαλέψει ο ληστής, και αυτή τη φορά όσο και να τραβούσε και να προσπαθούσε ο πρίγκιπας, δεν μπορούσε να λυθεί. Φώναξε τότε στην αδερφή του: “Αδερφή μου, αυτή τη φορά ο σπάγκος είναι αρκετά δυνατός και δεν μπορώ να ελευθερωθώ. Έλα τώρα να με λύσεις”. Αλλά η αδερφή του δεν τον έλυσε παρά πήγε και φώναξε τον ληστή ο οποίος βγήκε από την κρυψώνα του και μπήκε στο δωμάτιο όπου στεκόταν ο πρίγκιπας, με ένα μαχαίρι στο χέρι έτοιμος να του επιτεθεί. Είπε όμως τότε ο πρίγκιπας: “Έχε λίγη ακόμη υπομονή και μετά με σκοτώνεις. Θα ήθελα πριν πεθάνω να σημάνω τρεις φορές το κυνηγετικό μου κέρας - μια φορά εδώ, μια φορά στις σκάλες και μια φορά στην αυλή”.</p><br><p>Ο κλέφτης δεν έβρισκε κανένα λόγο να μην τιμήσει την τελευταία επιθυμία του μελλοθάνατου και έτσι ο πρίγκιπας φύσηξε το κέρας του. Με τον πρώτο ήχο, η αλεπού που κοιμόνταν στο κλουβί της&nbsp;στην αυλή ξύπνησε και ήξερε πως ο αφέντης της χρειαζόταν βοήθεια. Πήγε τότε στον λύκο και τον ξύπνησε γαργαλώντας του τη μύτη με την ουρά της. Οι δυό τους πήγαν και ξύπνησαν το λιοντάρι, που με τη σειρά του πήρε φόρα και έσπασε το κλουβί του σε χίλια κομμάτια, ελευθερώνοντας έτσι και τα υπόλοιπα ζώα. Τρέξανε τότε όλα τα θηρία να βοηθήσουν τον αφέντη τους και σαν τον βρήκαν, η αλεπού βάλθηκε αμέσως να μασάει τον μεταξωτό σπάγγο που κρατούσε τον πρίγκιπα δεμένο και το λιοντάρι έπεσε πάνω στον ληστή. Σαν τον σκότωσε, του όρμησαν τότε όλα τα σαρκοφάγα θηρία, τον διαμέλισαν και όλα πήραν από ένα κόκκαλο. Τότε ο πρίγκιπας γύρισε στην αδερφή του και της είπε: “Δεν θα σε σκοτώσω, μόνο θα σε αφήσω μόνη σου εδώ μπας και μετανοήσεις”, και την έδεσε σε μια καρέκλα στον τοίχο. Μετά έβαλε μπροστά της ένα μεγάλο δοχείο: “Αν δεν γεμίσεις αυτό το δοχείο με τα δάκρυά σου, να μην σε ξαναδώ μπροστά μου”. Έπειτα, κάλεσε τα θηρία του κοντά του και συνέχισε το ταξίδι του. </p><br><p>Δεν περπάτησε και πολύ ο πρίγκιπας όταν συνάντησε στον δρόμο του ένα πανδοχείο. Όλοι που κάθονταν εκεί έμοιαζαν τρομερά λυπημένοι και ο πρίγκιπας τους ρώτησε τι τους είχε συμβεί:</p><p>Αχ, απάντησαν, σήμερα η κόρη του βασιλιά μας πρόκειται να πεθάνει. Θα τη δώσουν στον εννιακέφαλο δράκο, να φαγωθεί.</p><p>Και γιατί να πεθάνει; απόρησε ο πρίγκιπας. Εγώ είμαι δυνατός, θα πάω να τη σώσω. </p><br><p>Και έφυγε αμέσως, κάλπασε σαν τον άνεμο μέχρι που έφτασε στην ακροθαλασσιά όπου ο δράκος θα συναντούσε την πριγκίπισσα. Καθώς περίμενε με όλα τα θηρία του τριγύρω, είδε να καταφτάνει η πομπή με τη δύστυχη πριγκίπισσα στο κέντρο. Σαν έφτασαν εκεί που έσκαγε το κύμα, οι συνοδοί της, άφησαν την πριγκίπισσα και επέστρεψαν με βαριά βήματα στα σπίτια τους. Ο πρίγκιπας όμως δεν πλησίασε και πράγματι σύντομα είδε τα νερά της θάλασσας να ταράζονται. Τότε πρόσεξε και κάτι σαν κύμα να σηκώνεται και να κατευθύνεται προς την ακτή. Κατάλαβε τι ήταν και αμέσως μετά φάνηκε ολόκληρος ο δράκος ο οποίος ορθώθηκε πάνω από τα νερά με τα εννιά του κεφάλια. Ο πρίγκιπας τότε στράφηκε στα θηρία του και γρήγορα η αλεπού έτρεξε μπροστά στον δράκο και με την ουρά της άρχισε να του πετάει άμμο στα μάτια. Κατέφτασαν και η αρκούδα με το λιοντάρι που άρχισαν και αυτοί να πετάνε στον δράκο άμμο στα μάτια με αποτέλεσμα το τέρας να ζαλιστεί και τυφλωθεί. Ο πρίγκιπας βρήκε την ευκαιρία και κάλπασε καταπάνω στον δράκο σκοτώνοντας τον, ενώ τα θηρία του όρμησαν και αυτά και ξέσκισαν το σώμα του σε χίλια κομμάτια. Η πριγκίπισσα τότε, με δάκρυα στα μάτια, ευχαρίστησε τον πρίγκιπα με όλη της την καρδιά και του είπε: “Έλα μαζί μου στην άμαξα που περίμενε να φέρει πίσω το άψυχο σώμα μου, θα πάμε μαζί πίσω στο παλάτι του πατέρα μου”, και έδωσε στον πρίγκιπα το δαχτυλίδι της και το μισό μαντηλάκι της σαν υπόσχεση αφοσίωσης.</p><br><p>Αλλά σαν γύρισαν οι δυο τους προς την άμαξα, ο οδηγός και ο υπηρέτης σκέφτηκαν και είπαν ο ένας στον άλλο: “Και γιατί να φέρουμε αυτόν τον ξένο στο παλάτι; Ας τον σκοτώσουμε&nbsp;και ας πούμε στον βασιλιά ότι εμείς σκοτώσαμε τον δράκο και σώσαμε την πριγκίπισσα και θα την παντρευτεί ένας από εμάς”. Και με ύπουλο τρόπο σκότωσαν τον πρίγκιπα και τον άφησαν στην άκρη του δρόμου. Τα πιστά του θηρία μαζεύτηκαν γύρω του και έκλαιγαν και αναρωτιόντουσαν τι να κάνουν. Τότε ο λύκος είχε μια ιδέα, έτρεξε κατά το δάσος και λίγο παρακάτω βρήκε ένα βόδι το οποίο και σκότωσε αμέσως. Μετά φώναξε την αλεπού και της είπε να κάτσει πάνω στο βόδι και να φυλάει σκοπός και, αν πλησίαζε κανένα πουλάκι να του τσιμπήσει τη σάρκα, να το έπιανε και να το έφερνε στο λιοντάρι. Έτσι και έκανε η αλεπού, μέχρι που πέρασε ένα κοράκι και άρχισε να τσιμπά με το ράμφος του το νεκρό βόδι. Η αλεπού το έπιασε και το πήγε στο λιοντάρι. Το λιοντάρι τότε είπε στο κοράκι: “Δεν θα σε σκοτώσουμε αν υποσχεθείς να πετάξεις πάνω από την πόλη με τα τρία θεραπευτικά πηγάδια και να φέρεις από εκεί νερό με το ράμφος σου για να ξαναζωντανέψουμε αυτόν τον άνδρα”.</p><br><p>Το κοράκι το υποσχέθηκε, πέταξε μέχρι την πόλη και έφερε πίσω στο ράμφος του νερό από το πηγάδι της γιατρειάς, το πηγάδι της ταχύτητας και το πηγάδι της δύναμης. Έσταξε το νερό στα χείλη του πρίγκιπα κι εκείνος ευθύς ξανάνιωσε, σηκώθηκε και άρχισε να περπατάει. Ξεκίνησε τότε για την πόλη με τα πιστά του θηρία κοντά του.</p><br><p>Όταν πλησίαζαν στην πόλη, από μακριά κιόλας, άκουγαν τους ήχους της γιορτής που ετοιμαζόταν για τον γάμο της πριγκίπισσας με τον… αμαξά. Ο πρίγκιπας μπήκε κατευθείαν στο παλάτι, έφτασε τον αμαξά και του είπε οργισμένα: “Τι απόδειξη έχεις ότι σκότωσες τον δράκο και έσωσες την πριγκίπισσα; Να τι έχω εγώ, το δαχτυλίδι της και το μισό μαντήλι της”. Σαν ο βασιλιάς είδε τα δώρα υπόσχεσης της πριγκίπισσας κατάλαβε ότι ο πρίγκιπας έλεγε αλήθεια. Ο αμαξάς αμέσως αλυσοδέθηκε και οδηγήθηκε στα μπουντρούμια. Ο πρίγκιπας παντρεύτηκε την πριγκίπισσα και του δόθηκε το μισό βασίλειο.</p><br><p>Ένα βράδυ, όχι και πολύ μετά τον γάμο του, ο πρίγκιπας περπατούσε σ΄ ένα κοντινό δάσος μαζί με τα θηρία του. Το σκοτάδι ξαφνικά έγινε βαθύ, έχασε τον δρόμο του και άρχισε να ψάχνει το μονοπάτι που θα τον οδηγούσε πίσω στο παλάτι του. Καθώς περπατούσε είδε από μακριά μια φωτιά στο κέντρο ενός ξέφωτου και, καθώς πλησίασε, είδε μια γριά γυναίκα να μαζεύει φύλλα και κλαδιά και να τα πετάει στη φωτιά που είχε ανάψει. Ο πρίγκιπας ήταν πολύ κουρασμένος και η βραδιά πολύ σκοτεινή και έτσι, αποφασίζοντας ότι δεν υπήρχε νόημα να συνεχίσει την αναζήτησή του, ρώτησε τη γριά αν θα μπορούσε να μοιραστεί τη ζεστασιά της φωτιάς της:</p><p>Βεβαίως και μπορείς, του απάντησε εκείνη. Αλλά σκιάζομαι λίγο τα θηρία σου. Άσε με να τα χτυπήσω με το ραβδί μου και δεν θα τα φοβάμαι πια.</p><p>Κάνε όπως νομίζεις, δεν με νοιάζει, είπε ο πρίγκιπας.</p><br><p>Με μια κίνηση του ραβδιού της τότε η γριά έκανε πέτρα όλα τα ζώα και τον πρίγκιπα μαζί.</p><br><p>Εντωμεταξύ, ο μικρότερος αδερφός του πρίγκιπα επέστρεψε στο σταυροδρόμι με τις σημύδες απ’ όπου τα αδέρφια είχαν χωριστεί. Θυμήθηκε τη συμφωνία τους και κοίταξε τα βέλη στο κάθε δέντρο. Είδε τότε ότι, από το βέλος του μεγαλύτερου αδερφού του, έσταζε αίμα και κατάλαβε πως έπρεπε να είναι νεκρός. Γρήγορα κατευθύνθηκε προς το βασίλειο που ήξερε ότι ζούσε ο αδερφός του και που η πριγκίπισσά του τον περίμενε. Όταν έφτασε στην πόλη βρήκε όλους τους κατοίκους να θρηνούν τον χαμό του πρίγκιπά τους. Σαν είδαν όμως τον μικρότερο περικυκλωμένο από τα θηρία του, νόμισαν ότι είχε επιστρέψει ο πρίγκιπάς τους και χάρηκαν πάρα πολύ, τον πλησίασαν και του είπαν ότι τον έψαχναν παντού. Τον πήγαν στον βασιλιά και μέχρι και αυτός πίστεψε ότι μπροστά του στεκόταν ο γαμπρός του. Μα η πριγκίπισσα κατάλαβε ότι αυτός δεν ήταν ο αγαπημένος της και παρακάλεσε τον μικρότερο πρίγκιπα να πάει, μαζί με τα θηρία του, στο δάσος και να μην γυρίσει αν δεν βρει τον αδερφό του. </p><br><p>Έτσι ο νεαρός πήγε να ψάξει για τον αδερφό του και αυτός με τη σειρά του χάθηκε σαν τον κύκλωσε το πυκνό σκοτάδι. Έφτασε και στο ξέφωτο όπου έλαμπε η ζεστή φωτιά της γριάς γυναίκας και τη ρώτησε αν θα την πείραζε να ξαποστάσει εκεί το βράδυ μιας και ήταν πολύ αργά για να επιστρέψει στην πόλη: “Μα βέβαια και μπορείς να κάτσεις”, του είπε η γριά, “αλλά σκιάζομαι τα θηρία σου. Θα μπορούσα να τα χτυπήσω με το ραβδί μου να μην τα φοβάμαι πια;” και ο νεαρός πρίγκιπας της απάντησε ότι μπορούσε μιας και δεν ήξερε ότι η γυναίκα ήταν μάγισσα. Εκείνη έβγαλε το ραβδί της και μεμιάς ζώα και πρίγκιπας έγιναν πέτρα. </p><br><p>Τότε ήταν που ο μεσαίος αδερφός έφτασε στο σταυροδρόμι και, βλέποντας ότι έτρεχε αίμα από τα βέλη των αδερφών του, άρχισε να κλαίει: “Αλίμονο, και τα δυο μου αδέρφια είναι νεκρά!” και ξεκίνησε και αυτός να πάει στο βασίλειο όπου ήξερε ότι ο μεγαλύτερος αδερφός του είχε παντρευτεί την πριγκίπισσα. Σαν έφτασε, όπως είχε γίνει και με τον μικρότερο αδερφό, οι κάτοικοι άρχισαν να περικυκλώνουν τον νέο πρίγκιπα και τα θηρία του, μιας και τον νόμισαν για τον πρίγκιπά τους. Τον ρώτησαν που ήταν τόσον καιρό και γιατί δεν είχε φανεί και τον οδήγησαν μπροστά στον βασιλιά. Η πριγκίπισσα, που ήξερε ότι ούτε αυτός ήταν ο άντρας της, τον παρακάλεσε να τον βρει και να τον φέρει πίσω. </p><br><p>Ο μεσαίος πρίγκιπας τότε κάλεσε όλα του τα θηρία κοντά του και μπήκε στο δάσος να βρει τον αδερφό του. Έβαλε το αυτί του στο έδαφος&nbsp;για να αφουκραστεί τα θηρία του αδερφού του και κάτι άκουσε να έρχεται από μακριά, αλλά δεν ήξερε από ποια κατεύθυνση. Σήμανε τότε το κυνηγετικό του κέρας και αυτή τη φορά κάτι άκουσε να έρχεται από την κατεύθυνση μιας φωτιάς μέσα στο δάσος. Κατευθύνθηκε προς τη φωτιά και είδε τη γριά γυναίκα να ρίχνει φύλλα και κλαδιά μέσα στις φλόγες. Τη ρώτησε αν θα μπορούσε να κάτσει μαζί της γύρω από τη φωτιά και εκείνη του είπε ότι τη φόβιζαν τα θηρία του και ήθελε να της δώσει την άδεια να τα χτυπήσει με το ραβδί της για να μην τα φοβάται πια. Αλλά ο πρίγκιπας της είπε: “Όχι βέβαια. Είμαι ο αφέντης τους και μόνο εγώ μπορώ να τα χτυπήσω αν το θέλω. Δώσε μου το ραβδί”. Πήρε τότε το ραβδί και άγγιξε την αλεπού, που μεταμορφώθηκε αμέσως σε πέτρα. Κατάλαβε τότε πως η γυναίκα ήταν μάγισσα και οργισμένος γύρισε προς το μέρος της και της είπε: “Λύσε τα μάγια που έχεις κάνει στα αδέρφια μου και στα ζώα τους αυτή τη στιγμή αλλιώς θα βάλω το λιοντάρι μου να σε κάνει μια χαψιά!”.</p><br><p>Η μάγισσα τρομοκρατήθηκε. Πήρε μια νεαρή βελανιδιά, την έκαψε και με τις λευκές της στάχτες πασπάλισε τις πέτρες που βρίσκονταν στο έδαφος. Μονομιάς στάθηκαν μπροστά στον πρίγκιπα τα δυο του αδέρφια και όλα τους τα θηρία. </p><br><p>Οι τρεις τους τότε επέστρεψαν στην πόλη. Ο βασιλιάς δεν κατάλαβε ποιος από τους τρεις ήταν ο γαμπρός του, αλλά η πριγκίπισσα ήξερε και έτρεξε στην αγκαλιά του. Γιορτές και πανηγύρια οργανώθηκαν για την επιστροφή των πριγκίπων και όλοι τους έζησαν μια ευτυχισμένη ζωή.</p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></description>
			<itunes:summary><![CDATA[<p>Και η Λιθουανία έχει τη λαϊκή της ιστορία για τον νεαρό ήρωα που σώζει τη δεσποσύνη από τον δράκο. Η διαφορά εδώ είναι οικολογικού χαρακτήρα και μας λέει να σεβόμαστε τα ζώα!</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Περιέχει έντονες σκηνές βίας </p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>Ηχητικά εφέ: freesound.org</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ</p><br><p>Οι Τρεις Πρίγκιπες και τα Θηρία τους</p><br><p>Μια φορά και έναν καιρό ζούσαν τρεις πρίγκιπες με την ετεροθαλή αδερφή τους. Μια μέρα βγήκαν όλοι έξω για κυνήγι. Προχωρώντας όλο και πιο βαθιά σε ένα πυκνό δάσος, βρέθηκαν μπροστά σε μια λύκαινα με τα τρία κουτάβια της. Σαν πήγαν να την χτυπήσουν με τα βέλη τους, η λύκαινα τους μίλησε και τους είπε: “Μην με σκοτώσετε και εγώ θα σας δώσω στον καθένα σας από ένα κουτάβι μου. Θα σας είναι παντοτινά πιστοί φίλοι”.</p><br><p>Οι πρίγκιπες συμφώνησαν και συνέχισαν το δρόμο τους χωρίς να πειράξουν τη λύκαινα, με τα κουτάβια να τους ακολουθούν.</p><br><p>Λίγο παρακάτω συνάντησαν μια λέαινα με τα δικά της τρία μικρά. Και εκείνη τους ζήτησε να μην τη σκοτώσουν και τους είπε ότι θα τους έδινε και εκείνη από ένα από τα μικρά της. Το ίδιο συνέβη αργότερα και με μια αλεπού, μια λαγουδίνα, μια αγριογουρούνα και μια αρκούδα μέχρι που οι πρίγκιπες κατέληξαν να έχουν ολόκληρη συνοδεία να τους ακολουθεί όπου κι αν πήγαιναν. </p><br><p>Είχε σουρουπώσει πια όταν έφτασαν σε ένα ξέφωτο στη μέση του δάσους όπου και είδαν τρεις σημύδες να στέκονται εκεί όπου συναντιόντουσαν τρία μονοπάτια. Ο μεγαλύτερος πρίγκιπας έβγαλε το τόξο του και έριξε ένα βέλος που καρφώθηκε σε μια σημύδα. Είπε τότε στους υπόλοιπους: “Ας σημαδέψει ο καθένας μας ένα από αυτά τα δέντρα πριν πάρουμε ξεχωριστά αυτά τα μονοπάτια. Αν κάποιος από εμάς επιστρέψει εδώ, να κοιτάξει τα άλλα δύο δέντρα να δει αν βγαίνει αίμα από τα βέλη. Αυτό θα σημαίνει ότι σε όποιον ανήκει αυτό το βέλος είναι νεκρός, αλλά αν τρέχει γάλα θα σημαίνει ότι είναι ζωντανός”. </p><br><p>Οι άλλοι δύο πρίγκιπες έκαναν όπως τους είπε ο αδερφός τους και, όταν και τα τρία δέντρα είχαν από ένα βέλος, γύρισαν στην αδερφή τους και τη ρώτησαν με ποιον ήθελε να ταξιδέψει: “Με τον μεγαλύτερο”, αποκρίθηκε εκείνη. Οι αδερφοί τότε χωρίστηκαν και ο καθένας τους πήρε από διαφορετικό μονοπάτι με όλα τα ζώα τους να τους ακολουθούν. Η αδερφή τους ακολούθησε τον μεγαλύτερο.</p><br><p>Οι δυο τους συνέχισαν να περπατούν για λίγο στο μονοπάτι μέχρι που έφτασαν μπροστά σε ένα κάστρο που βρισκόταν στη μέση μιας βαθιάς κοιλάδας και ήταν περιτριγυρισμένο από πυκνό δάσος. Σε αυτό το κάστρο έμεναν κάτι σκληροτράχηλοι ληστές. Ο πρίγκιπας πήγε μέχρι την πύλη και τη χτύπησε. Με το που άνοιξε η πύλη, όλα τα ζώα του πρίγκιπα μπήκαν με φούρια μέσα, έπιασαν από έναν ληστή το καθένα, τον σκότωσαν και τον έσυραν μέχρι το κελάρι. Δεν είχαν σκοτωθεί όμως όλοι οι ληστές. Ένας είχε τραυματιστεί σοβαρά και προσποιήθηκε τον νεκρό. Τότε ο πρίγκιπας και η ετεροθαλής αδερφή του εγκαταστάθηκαν για τα καλά στο κάστρο. </p><br><p>Το επόμενο πρωί ο πρίγκιπας βγήκε για κυνήγι και, πριν αναχωρήσει, είπε στην αδερφή του να μπει σε όλα τα δωμάτια του κάστρου εκτός από αυτό στο οποίο βρίσκονταν οι νεκροί ληστές. Με το που γύρισε την πλάτη του και έφυγε, η κοπέλα ξέχασε ό,τι της είχε πει και, αφού γύρισε και εξερεύνησε όλα τα δωμάτια του κάστρου, κατέβηκε και στο κελάρι και άνοιξε την πόρτα. Σαν κοίταξε μέσα, ο ληστής που προσποιόταν τον νεκρό, ανασηκώθηκε και της είπε: “Μην φοβάσαι, μόνο κάνε ότι σου πω και θα γίνω φίλος σου για πάντα. Αν με παντρευτείς, θα σε κάνω πολύ πιο ευτυχισμένη απ’ ότι θα σε κάνει ο αδερφός σου. Πρώτα όμως, πρέπει να πας στο καθιστικό και να κοιτάξεις μέσα στα ντουλάπια. Εκεί θα βρεις τρία μπουκάλια. Το ένα έχει θεραπευτικά έλαια, φέρε το να μου αλείψεις το σαγόνι να γίνω καλά. Αν πιω από το δεύτερο μπουκάλι τότε θα γίνω τελείως καλά και με το τρίτο μπουκάλι θα γίνω πιο δυνατός από ποτέ. Μετά, μόλις γυρίσει ο αδερφός σου από το δάσος με τα θηρία του, πες του “αδερφέ μου, ξέρω ότι είσαι πολύ δυνατός, αλλά αν σου δέσω τους αντίχειρες πίσω από την πλάτη, θα καταφέρεις να ελευθερωθείς;” και, όταν δεις ότι δεν μπορεί, έλα να με φωνάξεις”.</p><br><p>Σαν επέστρεψε ο μεγαλύτερος πρίγκιπας από το κυνήγι με όλα τα θηρία του, η αδερφή έκανε όπως της είπε ο ληστής και έδεσε τους αντίχειρες του αδερφού της πίσω από την πλάτη του. Αλλά εκείνος με μια κίνηση ελευθερώθηκε και της είπε: “Αδερφή μου, αυτός ο σπάγκος δεν ήταν αρκετά δυνατός”.</p><br><p>Την επόμενη μέρα ο πρίγκιπας ξαναπήγε στο δάσος με όλα του τα ζώα και ο ληστής υπόδειξε στην αδερφή να χρησιμοποιήσει άλλο σπάγκο, πιο δυνατόν αυτή τη φορά. Εκείνη το έκανε, αλλά πάλι ο πρίγκιπας κατάφερε να ελευθερωθεί: “Ακόμη και αυτός ο σπάγγος δεν μπορεί να με κρατήσει”, της είπε.</p><br><p>Την τρίτη μέρα, συμφώνησε πάλι να του δέσει η αδερφή του τους αντίχειρες πισώπλατα, αλλά για τελευταία φορά. Εκείνη τον έδεσε, αυτή τη φορά με μεταξωτό σπάγκο, όπως την είχε δασκαλέψει ο ληστής, και αυτή τη φορά όσο και να τραβούσε και να προσπαθούσε ο πρίγκιπας, δεν μπορούσε να λυθεί. Φώναξε τότε στην αδερφή του: “Αδερφή μου, αυτή τη φορά ο σπάγκος είναι αρκετά δυνατός και δεν μπορώ να ελευθερωθώ. Έλα τώρα να με λύσεις”. Αλλά η αδερφή του δεν τον έλυσε παρά πήγε και φώναξε τον ληστή ο οποίος βγήκε από την κρυψώνα του και μπήκε στο δωμάτιο όπου στεκόταν ο πρίγκιπας, με ένα μαχαίρι στο χέρι έτοιμος να του επιτεθεί. Είπε όμως τότε ο πρίγκιπας: “Έχε λίγη ακόμη υπομονή και μετά με σκοτώνεις. Θα ήθελα πριν πεθάνω να σημάνω τρεις φορές το κυνηγετικό μου κέρας - μια φορά εδώ, μια φορά στις σκάλες και μια φορά στην αυλή”.</p><br><p>Ο κλέφτης δεν έβρισκε κανένα λόγο να μην τιμήσει την τελευταία επιθυμία του μελλοθάνατου και έτσι ο πρίγκιπας φύσηξε το κέρας του. Με τον πρώτο ήχο, η αλεπού που κοιμόνταν στο κλουβί της&nbsp;στην αυλή ξύπνησε και ήξερε πως ο αφέντης της χρειαζόταν βοήθεια. Πήγε τότε στον λύκο και τον ξύπνησε γαργαλώντας του τη μύτη με την ουρά της. Οι δυό τους πήγαν και ξύπνησαν το λιοντάρι, που με τη σειρά του πήρε φόρα και έσπασε το κλουβί του σε χίλια κομμάτια, ελευθερώνοντας έτσι και τα υπόλοιπα ζώα. Τρέξανε τότε όλα τα θηρία να βοηθήσουν τον αφέντη τους και σαν τον βρήκαν, η αλεπού βάλθηκε αμέσως να μασάει τον μεταξωτό σπάγγο που κρατούσε τον πρίγκιπα δεμένο και το λιοντάρι έπεσε πάνω στον ληστή. Σαν τον σκότωσε, του όρμησαν τότε όλα τα σαρκοφάγα θηρία, τον διαμέλισαν και όλα πήραν από ένα κόκκαλο. Τότε ο πρίγκιπας γύρισε στην αδερφή του και της είπε: “Δεν θα σε σκοτώσω, μόνο θα σε αφήσω μόνη σου εδώ μπας και μετανοήσεις”, και την έδεσε σε μια καρέκλα στον τοίχο. Μετά έβαλε μπροστά της ένα μεγάλο δοχείο: “Αν δεν γεμίσεις αυτό το δοχείο με τα δάκρυά σου, να μην σε ξαναδώ μπροστά μου”. Έπειτα, κάλεσε τα θηρία του κοντά του και συνέχισε το ταξίδι του. </p><br><p>Δεν περπάτησε και πολύ ο πρίγκιπας όταν συνάντησε στον δρόμο του ένα πανδοχείο. Όλοι που κάθονταν εκεί έμοιαζαν τρομερά λυπημένοι και ο πρίγκιπας τους ρώτησε τι τους είχε συμβεί:</p><p>Αχ, απάντησαν, σήμερα η κόρη του βασιλιά μας πρόκειται να πεθάνει. Θα τη δώσουν στον εννιακέφαλο δράκο, να φαγωθεί.</p><p>Και γιατί να πεθάνει; απόρησε ο πρίγκιπας. Εγώ είμαι δυνατός, θα πάω να τη σώσω. </p><br><p>Και έφυγε αμέσως, κάλπασε σαν τον άνεμο μέχρι που έφτασε στην ακροθαλασσιά όπου ο δράκος θα συναντούσε την πριγκίπισσα. Καθώς περίμενε με όλα τα θηρία του τριγύρω, είδε να καταφτάνει η πομπή με τη δύστυχη πριγκίπισσα στο κέντρο. Σαν έφτασαν εκεί που έσκαγε το κύμα, οι συνοδοί της, άφησαν την πριγκίπισσα και επέστρεψαν με βαριά βήματα στα σπίτια τους. Ο πρίγκιπας όμως δεν πλησίασε και πράγματι σύντομα είδε τα νερά της θάλασσας να ταράζονται. Τότε πρόσεξε και κάτι σαν κύμα να σηκώνεται και να κατευθύνεται προς την ακτή. Κατάλαβε τι ήταν και αμέσως μετά φάνηκε ολόκληρος ο δράκος ο οποίος ορθώθηκε πάνω από τα νερά με τα εννιά του κεφάλια. Ο πρίγκιπας τότε στράφηκε στα θηρία του και γρήγορα η αλεπού έτρεξε μπροστά στον δράκο και με την ουρά της άρχισε να του πετάει άμμο στα μάτια. Κατέφτασαν και η αρκούδα με το λιοντάρι που άρχισαν και αυτοί να πετάνε στον δράκο άμμο στα μάτια με αποτέλεσμα το τέρας να ζαλιστεί και τυφλωθεί. Ο πρίγκιπας βρήκε την ευκαιρία και κάλπασε καταπάνω στον δράκο σκοτώνοντας τον, ενώ τα θηρία του όρμησαν και αυτά και ξέσκισαν το σώμα του σε χίλια κομμάτια. Η πριγκίπισσα τότε, με δάκρυα στα μάτια, ευχαρίστησε τον πρίγκιπα με όλη της την καρδιά και του είπε: “Έλα μαζί μου στην άμαξα που περίμενε να φέρει πίσω το άψυχο σώμα μου, θα πάμε μαζί πίσω στο παλάτι του πατέρα μου”, και έδωσε στον πρίγκιπα το δαχτυλίδι της και το μισό μαντηλάκι της σαν υπόσχεση αφοσίωσης.</p><br><p>Αλλά σαν γύρισαν οι δυο τους προς την άμαξα, ο οδηγός και ο υπηρέτης σκέφτηκαν και είπαν ο ένας στον άλλο: “Και γιατί να φέρουμε αυτόν τον ξένο στο παλάτι; Ας τον σκοτώσουμε&nbsp;και ας πούμε στον βασιλιά ότι εμείς σκοτώσαμε τον δράκο και σώσαμε την πριγκίπισσα και θα την παντρευτεί ένας από εμάς”. Και με ύπουλο τρόπο σκότωσαν τον πρίγκιπα και τον άφησαν στην άκρη του δρόμου. Τα πιστά του θηρία μαζεύτηκαν γύρω του και έκλαιγαν και αναρωτιόντουσαν τι να κάνουν. Τότε ο λύκος είχε μια ιδέα, έτρεξε κατά το δάσος και λίγο παρακάτω βρήκε ένα βόδι το οποίο και σκότωσε αμέσως. Μετά φώναξε την αλεπού και της είπε να κάτσει πάνω στο βόδι και να φυλάει σκοπός και, αν πλησίαζε κανένα πουλάκι να του τσιμπήσει τη σάρκα, να το έπιανε και να το έφερνε στο λιοντάρι. Έτσι και έκανε η αλεπού, μέχρι που πέρασε ένα κοράκι και άρχισε να τσιμπά με το ράμφος του το νεκρό βόδι. Η αλεπού το έπιασε και το πήγε στο λιοντάρι. Το λιοντάρι τότε είπε στο κοράκι: “Δεν θα σε σκοτώσουμε αν υποσχεθείς να πετάξεις πάνω από την πόλη με τα τρία θεραπευτικά πηγάδια και να φέρεις από εκεί νερό με το ράμφος σου για να ξαναζωντανέψουμε αυτόν τον άνδρα”.</p><br><p>Το κοράκι το υποσχέθηκε, πέταξε μέχρι την πόλη και έφερε πίσω στο ράμφος του νερό από το πηγάδι της γιατρειάς, το πηγάδι της ταχύτητας και το πηγάδι της δύναμης. Έσταξε το νερό στα χείλη του πρίγκιπα κι εκείνος ευθύς ξανάνιωσε, σηκώθηκε και άρχισε να περπατάει. Ξεκίνησε τότε για την πόλη με τα πιστά του θηρία κοντά του.</p><br><p>Όταν πλησίαζαν στην πόλη, από μακριά κιόλας, άκουγαν τους ήχους της γιορτής που ετοιμαζόταν για τον γάμο της πριγκίπισσας με τον… αμαξά. Ο πρίγκιπας μπήκε κατευθείαν στο παλάτι, έφτασε τον αμαξά και του είπε οργισμένα: “Τι απόδειξη έχεις ότι σκότωσες τον δράκο και έσωσες την πριγκίπισσα; Να τι έχω εγώ, το δαχτυλίδι της και το μισό μαντήλι της”. Σαν ο βασιλιάς είδε τα δώρα υπόσχεσης της πριγκίπισσας κατάλαβε ότι ο πρίγκιπας έλεγε αλήθεια. Ο αμαξάς αμέσως αλυσοδέθηκε και οδηγήθηκε στα μπουντρούμια. Ο πρίγκιπας παντρεύτηκε την πριγκίπισσα και του δόθηκε το μισό βασίλειο.</p><br><p>Ένα βράδυ, όχι και πολύ μετά τον γάμο του, ο πρίγκιπας περπατούσε σ΄ ένα κοντινό δάσος μαζί με τα θηρία του. Το σκοτάδι ξαφνικά έγινε βαθύ, έχασε τον δρόμο του και άρχισε να ψάχνει το μονοπάτι που θα τον οδηγούσε πίσω στο παλάτι του. Καθώς περπατούσε είδε από μακριά μια φωτιά στο κέντρο ενός ξέφωτου και, καθώς πλησίασε, είδε μια γριά γυναίκα να μαζεύει φύλλα και κλαδιά και να τα πετάει στη φωτιά που είχε ανάψει. Ο πρίγκιπας ήταν πολύ κουρασμένος και η βραδιά πολύ σκοτεινή και έτσι, αποφασίζοντας ότι δεν υπήρχε νόημα να συνεχίσει την αναζήτησή του, ρώτησε τη γριά αν θα μπορούσε να μοιραστεί τη ζεστασιά της φωτιάς της:</p><p>Βεβαίως και μπορείς, του απάντησε εκείνη. Αλλά σκιάζομαι λίγο τα θηρία σου. Άσε με να τα χτυπήσω με το ραβδί μου και δεν θα τα φοβάμαι πια.</p><p>Κάνε όπως νομίζεις, δεν με νοιάζει, είπε ο πρίγκιπας.</p><br><p>Με μια κίνηση του ραβδιού της τότε η γριά έκανε πέτρα όλα τα ζώα και τον πρίγκιπα μαζί.</p><br><p>Εντωμεταξύ, ο μικρότερος αδερφός του πρίγκιπα επέστρεψε στο σταυροδρόμι με τις σημύδες απ’ όπου τα αδέρφια είχαν χωριστεί. Θυμήθηκε τη συμφωνία τους και κοίταξε τα βέλη στο κάθε δέντρο. Είδε τότε ότι, από το βέλος του μεγαλύτερου αδερφού του, έσταζε αίμα και κατάλαβε πως έπρεπε να είναι νεκρός. Γρήγορα κατευθύνθηκε προς το βασίλειο που ήξερε ότι ζούσε ο αδερφός του και που η πριγκίπισσά του τον περίμενε. Όταν έφτασε στην πόλη βρήκε όλους τους κατοίκους να θρηνούν τον χαμό του πρίγκιπά τους. Σαν είδαν όμως τον μικρότερο περικυκλωμένο από τα θηρία του, νόμισαν ότι είχε επιστρέψει ο πρίγκιπάς τους και χάρηκαν πάρα πολύ, τον πλησίασαν και του είπαν ότι τον έψαχναν παντού. Τον πήγαν στον βασιλιά και μέχρι και αυτός πίστεψε ότι μπροστά του στεκόταν ο γαμπρός του. Μα η πριγκίπισσα κατάλαβε ότι αυτός δεν ήταν ο αγαπημένος της και παρακάλεσε τον μικρότερο πρίγκιπα να πάει, μαζί με τα θηρία του, στο δάσος και να μην γυρίσει αν δεν βρει τον αδερφό του. </p><br><p>Έτσι ο νεαρός πήγε να ψάξει για τον αδερφό του και αυτός με τη σειρά του χάθηκε σαν τον κύκλωσε το πυκνό σκοτάδι. Έφτασε και στο ξέφωτο όπου έλαμπε η ζεστή φωτιά της γριάς γυναίκας και τη ρώτησε αν θα την πείραζε να ξαποστάσει εκεί το βράδυ μιας και ήταν πολύ αργά για να επιστρέψει στην πόλη: “Μα βέβαια και μπορείς να κάτσεις”, του είπε η γριά, “αλλά σκιάζομαι τα θηρία σου. Θα μπορούσα να τα χτυπήσω με το ραβδί μου να μην τα φοβάμαι πια;” και ο νεαρός πρίγκιπας της απάντησε ότι μπορούσε μιας και δεν ήξερε ότι η γυναίκα ήταν μάγισσα. Εκείνη έβγαλε το ραβδί της και μεμιάς ζώα και πρίγκιπας έγιναν πέτρα. </p><br><p>Τότε ήταν που ο μεσαίος αδερφός έφτασε στο σταυροδρόμι και, βλέποντας ότι έτρεχε αίμα από τα βέλη των αδερφών του, άρχισε να κλαίει: “Αλίμονο, και τα δυο μου αδέρφια είναι νεκρά!” και ξεκίνησε και αυτός να πάει στο βασίλειο όπου ήξερε ότι ο μεγαλύτερος αδερφός του είχε παντρευτεί την πριγκίπισσα. Σαν έφτασε, όπως είχε γίνει και με τον μικρότερο αδερφό, οι κάτοικοι άρχισαν να περικυκλώνουν τον νέο πρίγκιπα και τα θηρία του, μιας και τον νόμισαν για τον πρίγκιπά τους. Τον ρώτησαν που ήταν τόσον καιρό και γιατί δεν είχε φανεί και τον οδήγησαν μπροστά στον βασιλιά. Η πριγκίπισσα, που ήξερε ότι ούτε αυτός ήταν ο άντρας της, τον παρακάλεσε να τον βρει και να τον φέρει πίσω. </p><br><p>Ο μεσαίος πρίγκιπας τότε κάλεσε όλα του τα θηρία κοντά του και μπήκε στο δάσος να βρει τον αδερφό του. Έβαλε το αυτί του στο έδαφος&nbsp;για να αφουκραστεί τα θηρία του αδερφού του και κάτι άκουσε να έρχεται από μακριά, αλλά δεν ήξερε από ποια κατεύθυνση. Σήμανε τότε το κυνηγετικό του κέρας και αυτή τη φορά κάτι άκουσε να έρχεται από την κατεύθυνση μιας φωτιάς μέσα στο δάσος. Κατευθύνθηκε προς τη φωτιά και είδε τη γριά γυναίκα να ρίχνει φύλλα και κλαδιά μέσα στις φλόγες. Τη ρώτησε αν θα μπορούσε να κάτσει μαζί της γύρω από τη φωτιά και εκείνη του είπε ότι τη φόβιζαν τα θηρία του και ήθελε να της δώσει την άδεια να τα χτυπήσει με το ραβδί της για να μην τα φοβάται πια. Αλλά ο πρίγκιπας της είπε: “Όχι βέβαια. Είμαι ο αφέντης τους και μόνο εγώ μπορώ να τα χτυπήσω αν το θέλω. Δώσε μου το ραβδί”. Πήρε τότε το ραβδί και άγγιξε την αλεπού, που μεταμορφώθηκε αμέσως σε πέτρα. Κατάλαβε τότε πως η γυναίκα ήταν μάγισσα και οργισμένος γύρισε προς το μέρος της και της είπε: “Λύσε τα μάγια που έχεις κάνει στα αδέρφια μου και στα ζώα τους αυτή τη στιγμή αλλιώς θα βάλω το λιοντάρι μου να σε κάνει μια χαψιά!”.</p><br><p>Η μάγισσα τρομοκρατήθηκε. Πήρε μια νεαρή βελανιδιά, την έκαψε και με τις λευκές της στάχτες πασπάλισε τις πέτρες που βρίσκονταν στο έδαφος. Μονομιάς στάθηκαν μπροστά στον πρίγκιπα τα δυο του αδέρφια και όλα τους τα θηρία. </p><br><p>Οι τρεις τους τότε επέστρεψαν στην πόλη. Ο βασιλιάς δεν κατάλαβε ποιος από τους τρεις ήταν ο γαμπρός του, αλλά η πριγκίπισσα ήξερε και έτρεξε στην αγκαλιά του. Γιορτές και πανηγύρια οργανώθηκαν για την επιστροφή των πριγκίπων και όλοι τους έζησαν μια ευτυχισμένη ζωή.</p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></itunes:summary>
		</item>
		<item>
			<title>Η Μητέρα των Ψαριών</title>
			<itunes:title>Η Μητέρα των Ψαριών</itunes:title>
			<pubDate>Wed, 07 Apr 2021 15:09:41 GMT</pubDate>
			<itunes:duration>48:06</itunes:duration>
			<enclosure url="https://sphinx.acast.com/p/open/s/6013ebce985ab977d52addcc/e/606dcb35f0ec236560b2ef5a/media.mp3" length="44909918" type="audio/mpeg"/>
			<guid isPermaLink="false">606dcb35f0ec236560b2ef5a</guid>
			<itunes:explicit>false</itunes:explicit>
			<link>https://www.karakaxa.org/%CE%B5%CF%80%CE%B5%CE%B9%CF%83%CF%8C%CE%B4%CE%B9%CE%B1</link>
			<acast:episodeId>606dcb35f0ec236560b2ef5a</acast:episodeId>
			<acast:showId>6013ebce985ab977d52addcc</acast:showId>
			<acast:episodeUrl>mitos18</acast:episodeUrl>
			<acast:settings><![CDATA[FYjHyZbXWHZ7gmX8Pp1rmbKbhgrQiwYShz70Q9/ffXZMTtedvdcRQbP4eiLMjXzCKLPjEYLpGj+NMVKa+5C8pL4u/EOj1Vw4h5MMJYp0lCcFAe0fnxBJy/1ju4Qxy1fh8gO4DvlGA40yms2g0/hOkcrfHIopjTygHFqGwwOPKFIai4SuTvs86Lx3UYCyl6Zs+WO4fC9bB8/2bSJALEZpunHdJA38/ZCmkJMYOTmjFjpiS24wjYwhfA3YdXeaKMl0Pz398c+E4YujPzWAKp/vlVU1wq/8XRnwmkmG2rAMIGNeINu8NjfqG6l/odyObavO]]></acast:settings>
			<itunes:subtitle>Μίτος</itunes:subtitle>
			<itunes:episodeType>full</itunes:episodeType>
			<itunes:episode>18</itunes:episode>
			<itunes:image href="https://assets.pippa.io/shows/6013ebce985ab977d52addcc/1617808128476-1e3b041777286ffe0b00704e33031233.jpeg"/>
			<description><![CDATA[<p>Από την περιοχή της Βαλένσια, μας έρχεται ένα παραμύθι από αυτά που κατάφεραν να σώσουν την Καταλανική γλώσσα. Οι ήρωές μας είναι οι πρώτοι μιας... Περσεο-Ανδρομεδικής τριλογίας.</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Περιέχει έντονες σκηνές βίας </p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>Ηχητικά εφέ: freesound.org</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ</p><br><p>Η Μητέρα των Ψαριών</p><br><p>Πριν πολύ πολύ καιρό ζούσε κοντά στη Δένια και στη θάλασσα ένα παντρεμένο ζευγάρι, ο Τζάουμε και η Τζορντίνα. Το σπιτάκι τους έβλεπε σε παραλία με βότσαλα και στην πίσω μεριά υπήρχαν άφθονες λεμονιές και άλλα δέντρα καθώς και καλλιεργήσιμη γη. Είχαν ένα κυνηγόσκυλο, μια γέρικη φοράδα και μια μικρή βάρκα, όχι πολύ μεγαλύτερη από σχεδία, την οποία ο Τζάουμε έβγαζε στα νερά για να ψαρέψει - με ή χωρίς τη γυναίκα του. Όπως και τόσοι άλλοι στην περιοχή της Βαλένσια, έβγαζαν τα προς το ζειν είτε με το ψάρεμα είτε με την καλλιέργεια της γης.</p><br><p>Οι ζωή τους ήταν απλή και άνετη. Δεν ήταν όμως ευτυχισμένοι. Μετά από δέκα χρόνια γάμου, δεν είχαν παιδιά. Ο Τζάουμε ήθελε πολύ έναν γιο για να τον βοηθά με το ψάρεμα και άλλον έναν να τον βοηθά με το χωράφι. Πόσες φορές είχε ονειρευτεί να είχε δύο βαρκούλες και να επέκτεινε το χωράφι του. Αλλά για να γινόταν αυτό, έπρεπε να κάνουν γιους.</p><br><p>Η γυναίκα του είχε παραδώσει τις ελπίδες της: “Και γιατί να ελπίζουμε ακόμη σε θαύμα; Αν ο Θεός ήθελε να κάνουμε παιδιά, θα μας είχε ευλογήσει, προφανώς δεν ήταν γραφτό μας”, έλεγε. Ο Τζάουμε όμως, ένας άσχημος αλλά γεροδεμένος άνδρας με τριχωτό στήθος, δεν απογοητευόταν εύκολα. Κοίταζε την όμορφη μαυρομάλλα γυναίκα του και της έλεγε: “Κρίμα μωρέ! Θα σου έμοιαζαν και θα ήταν σωστοί πρίγκιπες!”.</p><br><p>Μια ήρεμη νυχτιά του Γενάρη, μετά από μια κουραστική μέρα ψαρέματος, ο Τζάουμε κοιμόταν βαθιά. Είχε πει στην Τζορντίνα να τον ξυπνήσει από τις πέντε γιατί ήθελε να πάει να ψαρέψει στις ακτές της Τσάβια, αλλά όσο και να προσπαθούσε η δόλια δεν κατάφερε να τον ξυπνήσει: “Ποτέ του δεν κοιμάται τόσο βαριά”, σκέφτηκε, αλλά μετά από λίγο ο Τζάουμε ανασηκώθηκε και έτριψε τεμπέλικα τα μάτια του:</p><p>Μα τι σου συμβαίνει Τζάουμε;</p><p>Μην ανησυχείς, της είπε χαμογελώντας, είδα το πιο γλυκό όνειρο.</p><p>Τι; Τι είδες;</p><p>Πήγαινα με τη βάρκα μου στα ακρωτήρια και να σου μπροστά μου μια λευκή γυναίκα η οποία ήταν και ντυμένη στα λευκά. Έβγαλε ένα μαγικό ραβδί, άγγιξε τα νερά και μεμιάς τα νερά γέμισαν με ψάρια κάθε λογής· γαύρο, λαυράκι… Η γυναίκα τότε μου είπε να ρίξω τα δίχτυα μου στη θάλασσα και το έκανα. Μετά τα τράβηξα και ήταν γεμάτα ψάρια, μα σαν τα άδειασα στη βάρκα μου άλλαξαν και έγιναν δυο μωρά με μαλλιά ξανθά σαν χρυσάφι. Και τότε με ξύπνησες. Φτού! Ούτε που πρόλαβα να την ευχαριστήσω!</p><p>Αχ Τζάουμε, νόμιζες ότι ήταν αληθινό το όνειρο σου;</p><p>Όχι βέβαια, αλλά γιατί, στα όνειρα δεν πρέπει να είμαστε ευγενικοί δηλαδή;</p><br><p>Σηκώθηκε τότε από το κρεβάτι και η Τζορντίνα του έδωσε για πρωινό μια φέτα ψωμί και ψημένο ψάρι να φάει, πράγμα που ο Τζάουμε έκανε με όρεξη. Μισή ώρα αργότερα αποχαιρέτησε τη γυναίκα του και κίνησε για τη θάλασσα. </p><br><p>Τα νερά ήταν ήρεμα, όταν είδε από μακριά τη βουνοκορφή Μοντγκό, που στεκόταν περήφανη μπροστά στον καταγάλανο καθαρό ουρανό. Μιας και το πανί του δεν έπιανε καθόλου αέρα, ο Τζάουμε τράβηξε κουπί περνώντας στα δεξιά του τα μελιά γκρεμνά του Ακρωτηρίου Σαντ Αντονί. Ξάφνου τότε τον χτύπησε ένας δυνατός ανατολικός άνεμος που σήκωσε αφύσικα κύματα στα κατά τα άλλα ήρεμα νερά. Ο Τζάουμε τότε πήρε αμέσως τον έλεγχο των πανιών και με τους σωστούς χειρισμούς οδηγήθηκε γρήγορα στον κόλπο της Τσάβια.</p><p>Ο ήλιος, που τότε μόλις έβγαινε πίσω από τους γκρίζους λόφους, φώτισε τις άσπρες προσόψεις των σπιτιών. Κατευθυνόμενος νότια, ο Τζάουμε πέρασε όλο του το πρωινό ψαρεύοντας στη θάλασσα του ακρωτηρίου Σαντ Μαρτί, περιπλέοντας το νησάκι Πορτιτσόλ, γεμίζοντας τη βαρκούλα του με την ασημένια ψαριά του. Συνέχισε ακόμη νοτιότερα, περνώντας τα πυκνά δάση που περικύκλωναν τους γκρεμούς του ακρωτηρίου Νάου, όταν ο ανατολικός άνεμος έπαψε ολωσδιόλου και η θάλασσα έγινε πιο ήρεμη από ποτέ. Μ΄ ένα ανεπαίσθητο αεράκι να σπρώχνει τη βαρκούλα, ο Τζάουμε έφτασε στον κόλπο Γραναδέγια, μια όμορφη, ήσυχη και απομονωμένη εσοχή ανάμεσα σε δυο απότομους βράχους όπου φώλιαζαν σμήνη γλάρων και ξεφτεριών. Ήταν μεσημέρι και ο ήλιος έλαμπε έντονα. Ο Τζάουμε ψάρευε όλη μέρα και τα χέρια του άρχισαν να κουράζονται. Σαν να μην έφτανε αυτό, ο αέρας δεν φυσούσε πια και θα έπρεπε να κάνει κουπί για να μπει στον κόλπο: “Εντάξει λοιπόν”, είπε στον εαυτό του, “αρκετά με την τράτα, ώρα να ρίξω το δίχτυ μου”.</p><br><p>Το είχε φτιάξει μόνος του, ήταν ένα μακρύ παλούκι που στη άκρη του είχε δίχτυ με το οποίο&nbsp;μπορούσε να σηκώσει ίσα και με δώδεκα κιλά ψάρια. Τη συγκεκριμένη στιγμή όμως, το να το ρίξει ήταν κάτι αυθόρμητο, αφού δεν είχε ιδέα τι είδους ψαριά θα έπιανε αυτή η κατασκευή του. Για την αλήθεια, από χθες το βράδυ με το όνειρο που είχε δει με τη λευκή γυναίκα, μόνο αυθόρμητες πράξεις έκανε, σχεδόν αυθαίρετες: “Θα πιάσω κάτι καλό τώρα”, είπε πάλι στον εαυτό του. Καθώς μπήκε τελείως κάτω από τη σκιά των βράχων, είδε κάτι γυαλιστερό στα δεξιά του, κάτι που μπαινόβγαινε στο νερό, πράγματι παράξενο! “Παναγιά μου, τι χταπόδι είναι αυτό!”. Με τέσσερις σπρωξιές στα κουπιά του το πλησίασε και χωρίς καθόλου κόπο το έπιασε. Και τι ψαριά ήταν αυτή!&nbsp;Κατευθύνθηκε μπροστά, κατευθείαν στο δίχτυ, αλλά το πισινό του μέρος ήταν ακόμη ελεύθερο: “Τράβα Τζάουμε, τράβα!”, είπε κατενθουσιασμένος. Έβαλε για αντίσταση το πόδι του στην άκρη της βάρκας και σιγά σιγά τράβηξε αυτό το μακρύ, χρωματιστό και γυαλιστερό ζώο που είχε πιαστεί στο δίχτυ του μέσα στη βάρκα. Εκείνο άρχισε να σπαρταρά σαν κάθε άλλο ψάρι, αλλά ο Τζάουμε, αν και ανδρείος, άρχισε να τρέμει σαν το φύλλο όταν το είδε καλύτερα. Λες και ήταν θαλάσσιο ερπετό, ήταν πολύ μεγαλύτερο από άνθρωπο και είχε παρδαλές χρωματιστές ρίγες πάνω στο ασημένιο σώμα του. Αντί για ένα κεφάλι είχε τρία, φαρδιά και πλακουτσωτά που ενώνονταν στον λαιμό και συνέχιζαν σαν ένα στο υπόλοιπο. Τα μάτια του ήταν μεγάλα, λαμπερά και εκφραστικά σαν ανθρώπου. Είχε και δύο ουρές που τις κουνούσε σαν βεντάλιες. Ο Τζάουμε, σαν κοίταξε μέσα στα έξι μάτια του πλάσματος, του σηκώθηκε η τρίχα και σήκωσε αμέσως το καμάκι του να αμυνθεί:</p><p>Τι είσαι εσύ, απαίτησε να μάθει, λες και το πλάσμα θα του απαντούσε αν καταλάβαινε ανθρώπινα λόγια και αν μπορούσε να μιλήσει. Και καταλάβαινε και του απάντησε.</p><p>Μην φοβάσαι ψαρά, του είπε το μυστήριο θαλάσσιο πλάσμα και με τα τρία του στόματα. Μην φοβάσαι τα τρία μου κεφάλια και τις δυο μου ουρές. Εγώ δεν θα σου κάνω κακό, μόνο εσύ θα μου κάνεις.</p><p>Ποιος εγώ; είπε αποσβολωμένος ο Τζάουμε. Όχι, όχι, ποτέ δεν σκοτώνω ψάρια που μιλάνε σαν άνθρωποι. Θυμήθηκε τότε το όνειρο του και ρώτησε, εσύ είσαι… η Κυρά;</p><p>Όχι, απάντησε το τέρας. Είμαι η Μητέρα των Ψαριών και απαιτώ να μάθω τι σκοπεύεις να μου κάνεις. </p><p>Κοίτα, της απάντησε ο Τζάουμε, είμαι ψαράς και έτσι θα σε πουλήσω στην ψαραγορά.</p><p>Όχι, όχι αυτό! φώναξε το τέρας. Κάνε ό,τι σου πω και δεν θα το μετανιώσεις. Κόψε όλα τα κεφάλια και τις ουρές μου. Πέτα με πάλι στη θάλασσα κι εκεί θα αναγεννηθώ. Γύρνα τότε στη γυναίκα σου και δώσε της το ένα μου κεφάλι, το άλλο δώσε το στο κυνηγόσκυλό σου και το τελευταίο στη φοράδα σου. Πρέπει ο καθένας τους να φάει όλο το δικό του. Φύτεψε μετά τις ουρές μου εκεί που είναι οι λεμονιές σου, σαν να ήταν σπόροι.</p><br><p>Ο Τζάουμε είχε εντυπωσιαστεί που το τέρας ήξερε όλες τις λεπτομέρειες της ζωής του:</p><p>Λοιπόν; Είσαι έτοιμος; του είπε αυστηρά η Μητέρα των Ψαριών.</p><p>Μα πως να σε σκοτώσω τώρα που σε άκουσα να μιλάς; είπε ο Τζάουμε και δάκρυα άρχισαν να γεμίζουν τα μάτια του. Δεν μπορώ να το κάνω σου λέω, είπε αποφασιστικά. </p><p>Μην έχεις έλεος Τζάουμε. Κάνε όπως σου λέω και αυτό θα είναι η σωτηρία σου.</p><br><p>Έτσι, ο Τζάουμε συνήλθε, πήρε το μαχαίρι του και διαμέλισε την Μητέρα των Ψαριών, όπως του είχε ζητήσει. Τα κεφάλια και οι ουρές του πλάσματος έμειναν να ματώνουν μέσα στη βάρκα και το σώμα του επιστράφηκε στην πικροθάλασσα. </p><br><p>Όταν ο Τζάουμε γύρισε σπίτι του εκείνο το βράδυ, η γυναίκα του, όπως πάντα, τον ρώτησε:</p><p>Πόσα ψάρια έπιασες σήμερα;</p><p>Σήμερα έπιασα… τη σωτηρία μας, της απάντησε και της εξιστόρησε ό,τι του είχε συμβεί.</p><br><p>Η σκέψη και μόνο να μαγειρέψει αυτά τα απαίσια κεφάλια έφερε στην Τζορντίνα αναγούλα, αλλά κι εκείνη ακολούθησε τις οδηγίες της Μητέρας των Ψαριών. Για τον εαυτό της, έκανε το κεφάλι στιφάδο με ντομάτες και πιπεριές. Ο σκύλος έφαγε το δικό του ωμό και του φάνηκε σκέτη λιχουδιά. Η φοράδα δυσκολεύτηκε να καταπιεί το δικό της κι ας της το είχαν κόψει μικρά κομματάκια ανακατεμένα με χαρούπια, καρότα και σανό. Ο Τζάουμε πήγε στις λεμονιές, έσκαψε δυο μικρούς λάκκους και έθαψε τις δυο ουρές κατακόρυφα με τις κορυφές να περισσεύουν από το έδαφος.</p><br><p>Σε λίγο καιρό το κυνηγόσκυλο γέννησε δυο εξαιρετικά λαγωνικά, το χρώμα τους ήταν αυτό της σοκολάτας, είχαν ένα λευκό αστέρι στο κούτελο και το στέρνο τους ήταν φαρδύ σαν βαρέλι. Μερικούς μήνες μετά, η γυναίκα του Τζάουμε που μέχρι τότε ήταν στέρφα, γέννησε δίδυμα. Ήταν τόσο όμορφα που όποιος τα έβλεπε δεν μπορούσε παρά ν΄ αναφωνίσει από θαυμασμό και να τους τσιμπήσει αμέσως τα μάγουλα. Ανάμεσα στις λεμονιές, εκεί που ο Τζάουμε είχε θάψει τις ουρές της Μητέρας των Ψαριών, είχαν φυτρώσει δυο σπαθιά, των οποίων τη λάμψη την έβλεπαν από μίλια μακριά. Και τέλος, λίγο καιρό μετά και από αυτό, η φοράδα γέννησε δυο μαύρα και δυνατά πουλάρια.</p><br><p>Τα χρόνια πέρασαν και ο Τζάουμε,&nbsp;μιας και η τύχη ήταν πια με το μέρος του, αγόρασε δυο ολοκαίνουριες τράτες και σύντομα έγινε γνωστός ως ο καλύτερος ψαράς της ακτής. Τα αγόρια, ο Τζαουμέτ και ο Τζουάν Μπατίστε ήταν πια ενήλικες. Από παιδί, ο Τζαουμέτ ήταν τολμηρός και ριψοκίνδυνος και ο Τζάουμε τον ανάθρεψε για να γίνει ψαράς. Καθημερινά οι δυο τους, μαζί με ένα μικρό πλήρωμα, έβγαιναν με τις τράτες τους στην ανοικτή θάλασσα. Οι ψαριές τους ήταν ξακουστές σε όλο το Δουκάτο της Δένια. Ο Τζουάν Μπατίστε ήταν ψηλός και καλοσυνάτος όπως και ο αδερφός του, αλλά πιο ήσυχος και σοβαρός. Αυτός έμαθε την ευγενική και υπομονετική τέχνη της γεωργίας. Καλλιεργούσε κάθε λογής φρούτα και δημητριακά στην καλά φροντισμένη γη τους: μοσχολέμονα, λεμόνια, ροδάκινα, μήλα, σιτάρι, κριθάρι, καλαμπόκι, τριφύλλι, ακόμη και λαχανικά για την οικογένεια. Επόμενο ήταν όλες οι νεαρές κοπέλλες της Δένια να θαυμάζουν αυτούς τους δυο εύστροφους, καλοστεκούμενους και δουλευταράδες νέους.</p><br><p>Και τα σκυλιά και τα άλογα; Αυτά κι αν ήταν παράξενα! Τα σκυλιά μεγάλωσαν πολύ και ήταν πολύ όμορφα με σπινθηροβόλα μάτια και νευρικά, καλοσχηματισμένα πόδια που τους επέτρεπαν να κυνηγούν και να πιάνουν το θήραμα τους με εντυπωσιακή ταχύτητα. Τα ψηλόλιγνα, αρχοντικά άλογα ήταν στ’ αλήθεια πανέμορφα, θα μπορούσαν να είναι οι επιβήτορες πριγκίπων και βασιλιάδων! Αλλά το πιο θαυμάσιο απ’ όλα ήταν ότι όλα τα ζώα δεν γερνούσαν! Τα σκυλιά και τα άλογα έμεναν τόσο νέα και σκληραγωγημένα όσο και οι δυο τους αφέντες. Η φοράδα και η σκύλα δυστυχώς πέθαναν από γεράματα, αλλά έφυγαν και οι δυο ευτυχισμένες. </p><br><p>Με αυτή την άνετη ζωή, με δυο μεγαλωμένα, ευγενικά αγόρια και με έναν σύζυγο ψαρά που αγαπούσε τη δουλειά του, η Τζορντίνα ήταν η πιο ευτυχισμένη γυναίκα στον κόσμο.</p><br><p>Μα τίποτα σε αυτή τη ζωή δεν είναι παντοτινό. Σαν έκλεισε τα είκοσι, ο Τζαουμέτ άρχισε να αισθάνεται ανήσυχος. Όχι ότι δεν του άρεσε η ζωή του του ψαρά στο πλευρό του πατέρα του, απλά ήθελε να δει τι του επιφύλασσε ο κόσμος. Έτσι, μια μέρα πήγε στους γονείς του και τους είπε:</p><p>Μητέρα, πατέρα, θέλω να γυρίσω τον κόσμο για να βρω μια κοπέλα να πάρω για γυναίκα μου.</p><p>Αχ, γιέ μου, έκλαψε η Τζορντίνα, ο Τζάουμε του έδωσε πατρικές συμβουλές, ο Τζουάν Μπατίστε του χτύπησε φιλικά την πλάτη και τελικά όλοι δέχτηκαν τα σχέδια του Τζαουμέτ. </p><br><p>Την επόμενη μέρα όλα ήταν έτοιμα: το άλογο, το σκυλί, μερικά ρούχα και φαϊ στη σέλα του και ένα πορτοφολάκι με δουβλόνια. Κουβαλούσε κι ένα ξίφος στη θήκη του. Βλέπετε, πήγε το προηγούμενο βράδυ στις λεμονιές και τελετουργικά έβγαλε το ένα από τα δύο ξίφη από το χώμα, κανείς δεν τα είχε αγγίξει τόσα χρόνια. Το ξίφος ήταν αψεγάδιαστο, δεν είχε καμία ατέλεια μα ούτε και σκουριά. Γυάλιζε στον πρωινό ήλιο και η λεπίδα του ήταν τόσο κοφτερή που μπορούσε να κόψει στον αέρα μια τρίχα στα δύο.</p><br><p>Ήταν δέκα το πρωί και τα Απριλιάτικα λουλούδια άνθιζαν σε ολόκληρη τη Δένια. Η&nbsp;μουσική των ζουζουνιών γέμιζε τον παραδεισένιο αέρα κι έξω από το σπιτικό τους ο Τζάουμε, η Τζορντίνα και ο Τζουάν Μπατίστε χάζευαν τον Τζαουμέτ. Καβάλα στο άλογό του, με το ξίφος του στο πλάι και με το σκυλί του να χοροπηδάει στο πλευρό του έμοιαζε με σωστό ιππότη. Αποχαιρετώντας τους, ο Τζαουμέτ γύρισε και είπε στον Τζουάν Μπατίστε:</p><p>Να έχεις τον νου σου καθημερινά στις λεμονιές Τζουάν Μπατίστε. Αν το άλλο ξίφος αρχίσει να σκουριάζει, σημαίνει ότι βρίσκομαι σε κίνδυνο.</p><p>Μα πως το ξέρεις;</p><p>Ε να, είπε ο Τζαουμέτ σφίγγοντας τα χείλη του, το είδα χθες σε όνειρο.</p><p>Αν είναι έτσι, τότε πρέπει να είναι αλήθεια. Θα κάνω όπως μου λες, έχεις τον λόγο μου. </p><br><p>(Κλίπιτικλοπ! Κλιπιτικλοπ!) Ο Τζαουμέτ κάλπασε μακριά χωρίς να κοιτάξει πίσω αφήνοντας ένα σύννεφο κόκκινης σκόνης. Τα τελευταία λόγια του αδερφού του χαράχτηκαν στη μνήμη του: “Σου δίνω τον λόγο μου… Εις το επανειδείν!”</p><br><p>Εκείνο τον καιρό, πέρα από τη Δένια, σε μια όμορφη περιοχή στις δυτικές πεδιάδες, υπήρχε μια πλούσια πόλη που τη διοικούσε ο Δούκας Φρεντερίκ δε λες Ντούες Άιγουες. Είχε λοιπόν συμβεί σ΄ εκείνη την πόλη και περιοχή να πέσει μεγάλη κακοτυχία. Κανείς δεν ήξερε πώς και γιατί, αν ήταν τιμωρία από τους Ουρανούς ή από την Κόλαση. Οι άνθρωποι ζούσαν καθημερινά με τον φόβο και υπήρχε γενικά μεγάλη ταραχή. Κι αυτό γιατί ένας δράκος με εφτά κεφάλια είχε έρθει να εγκατασταθεί εκεί κι έβγαινε κάθε τόσο κι έτρωγε τους κατοίκους. Για να κρατήσουν τον δράκο ευχαριστημένο και μακριά από την πόλη (και ιδιαίτερα από το κάστρο όπου έμενε ο Δούκας με την οικογένεια και τους υπηρέτες του), οργανωνόταν κάθε δύο εβδομάδες μια κλήρωση. Όποιου δύσμοιρου του τύχαινε ο κλήρος αφηνόταν στην Πενιέτα δε λες Όρτες για να τον φάει το τέρας κι έτσι να μην κάνει επίθεση στην πόλη και γίνει μεγαλύτερο το κακό. Αυτή η μέθοδος αποφασίστηκε βέβαια μετά από πολλές και αιματοβαμμένες προσπάθειες να σκοτώσουν το κτήνος.</p><br><p>Αυτό φυσικά δεν ήταν και η καλύτερη λύση. Ο κλήρος μπορούσε να πέσει σε οποιαδήποτε οικογένεια και όλοι φοβόντουσαν. Πολλοί θεωρούσαν ότι με αυτό θα ερχόταν και το τέλος του δουκάτου. Εκείνον λοιπόν τον Απρίλιο που ο νεαρός Τζαουμέτ άφησε το σπιτικό του, έλαχε ο κλήρος να πέσει στην κόρη του Δούκα να αφεθεί στην Πενιέτα δε λες Όρτες για να φαγωθεί από τον δράκο. Αυτό ήταν και απόδειξη ότι ο κλήρος ήταν δίκαιος αλλά ο Δούκας δεν μπορούσε να δεχτεί αυτή τη μοίρα για την κόρη του. Από την ημέρα της κλήρωσης μέχρι και τη σκοτεινή μέρα της μεταφοράς της κόρης του ο Δούκας Φρεντερίκ δε λες Ντούες Άιγουες το είχε αποδεχτεί στωικά. Αλλά σαν ήρθε η στιγμή, προκήρυξε σε όλον τον τόπο ότι όποιος θα σκότωνε τον δράκο, πλούσιος ή φτωχός, νέος ή γέρος, ευγενής ή αγρότης, θα έπαιρνε την κόρη του για γυναίκα.</p><br><p>Παρόλο που ο Τζαουμέτ είχε ταξιδέψει στη γη του Δούκα, δεν είχε ακούσει τίποτα γι΄ αυτήν την προκήρυξη. Εκείνο τον καιρό τα νέα δεν ταξίδευαν και πολύ γρήγορα και ο Τζαουμέτ το μόνο που έκανε ήταν να πηγαίνει καβάλα την ημέρα, να τρώει το φτωχικό φαγητό που είχε φέρει μαζί του και να περνάει τις νύχτες του σε κάποιο πανδοχείο στην άκρη του δρόμου. Έτσι έφτασε στην Κοσεντάινα χωρίς να έχει διασχίσει καμία πόλη και η μόνη του επαφή με άνθρωπο ήταν με κανέναν μαγαζάτορα όταν σταματούσε να αναπληρώσει τις προμήθειές του. </p><br><p>Από την Κοσεντάινα, πάλι μέσα από λιβάδια, πέρασε δίπλα από τα βουνά Καρρασκάρ ντ’ Αλκόι που ήταν φορτωμένα με πυκνά δάση και αντηχούσαν από τα κελαηδίσματα των πουλιών και τα μουγκρητά των θηρίων που έμεναν εκεί, μέχρι που έφτασε στο πέρασμα της Αϊγουέτα Αμάργα. Εκεί σταμάτησε το άλογό του και προς το Νότο είδε ένα πλατύ, πράσινο και καλλιεργημένο πλάτωμα που περικυκλωνόταν από ομιχλώδη βουνά. Είδε και μια πόλη, θα ήταν δεν θα ήταν τριών χιλιάδων κατοίκων, που στο κέντρο της είχε έναν λόφο που στολιζόταν από ένα όμορφο κάστρο. Αυτό ήταν το κάστρο του Φρεντερίκ δε λες Ντούες Άιγουες.</p><br><p>Ο Τζαουμέτ έκατσε λίγο ακίνητος πάνω στο άλογο του θαυμάζοντας την ηρεμία του πλατώματος και σκέφτηκε μήπως και ήταν αυτή η πόλη στην οποία θα έβρισκε τη γυναίκα που αναζητούσε. Το σκυλί, που μέχρι τώρα είχε πάει να κάτσει κάτω από έναν άρκευθο, πετάχτηκε ξαφνικά και άρχισε να γαβγίζει μανιασμένα. Με αυτό ο Τζαουμέτ συνήλθε από το ονειροπόλημά του και γύρισε να δει τον σκύλο του που τώρα γάβγιζε με σηκωμένη την τρίχα. Άκουσε και κάτι άλλο που ερχόταν από ένα αλσύλλιο πεύκων και βελανιδιών στα δεξιά του δρόμου, κάτω από τα γκρεμνά των βουνών Μπισκόι. Ήταν σαν κάτι μεγάλο να σερνόταν στο έδαφος συνοδευόμενο από έναν συριχτό και βραχνό ήχο που όσο πήγαινε και δυνάμωνε μέχρι που έγινε εκκωφαντικός. Ο Τζαουμέτ, ο σκύλος και το άλογο πάγωσαν από φόβο, κανείς τους δεν κουνούσε ούτε βλέφαρο. Και βέβαια τι ήταν, μα φυσικά ο εφτακέφαλος δράκος, που ήρθε να τους συναντήσει. Πάνω από τους θάμνους, ο Τζαουμέτ μπορούσε τώρα ξεκάθαρα να διακρίνει τα εφτά ανοικτά στόματα με τις εφτά φλεγόμενες γλώσσες τους, το βαρύ και μυώδες σώμα του δράκου γεμάτο λέπια και τα δυνατά , μπροστινά του πόδια με τα κοφτερά νύχια. Το άλογο τα είχε χάσει τόσο πολύ που παραλίγο να λυγίσουν τα γόνατά του, το σκυλί άρχισε το αλύκτισμα και τότε το τέρας επιτέθηκε. </p><br><p>Ο ψαράς δεν είχε χρόνο να σκεφτεί. Πήδηξε στο έδαφος, σήκωσε το ξίφος του και όρμησε στον δράκο με όλη του τη δύναμη. Τα εφτά κεφάλια του δράκου που είχαν ανοίξει τα στόματα τους έτοιμα να τον καταβροχθίσουν σταμάτησαν έκπληκτα. Ο Τζαουμέτ είχε αρχίσει να στριφογυρίζει το ξίφος του και η περιστρεφόμενη λεπίδα άρχισε να βγάζει έναν ήχο σαν αυτόν του ανέμου που φυσούσε δυνατά. Τότε ξάφνου, προς έκπληξη και του ίδιου του Τζαουμέτ, το ξίφος του έφυγε από τα χέρια και συνέχισε μόνο του προς τον δράκο κόβοντάς του και τα εφτά κεφάλια σαν να ήταν καρότα που ετοιμαζόντουσαν για στιφάδο. Τα κεφάλια έπεσαν στο έδαφος με τις κολασμένες τους γλώσσες να κρέμονται στο πλάι, ενώ το σώμα του δράκου άρχισε να συσπάται και να τεντώνεται με τέτοια δύναμη, που η ουρά του ξερίζωνε και κατέστρεφε ό,τι βρισκόταν στο διάβα της. Μετά από λίγο όμως οι σπασμοί σταμάτησαν και ο δράκος σωριάστηκε στο έδαφος νεκρός.</p><br><p>Ο Τζαουμέτ σήκωσε το ξίφος από το χώμα και το κοίταξε καλά. Ήταν περήφανος για τον εαυτό του και ταυτόχρονα θαύμασε πώς βρήκε το κουράγιο να κάνει μια τέτοια επίθεση. Μέχρι εκείνη τη στιγμή οι μοναδικές μάχες που είχε δώσει ήταν με τα κύματα και τους ανέμους: “Πρέπει όλο αυτό να ήρθε από το ξίφος”, σκέφτηκε, “μαγικό θα είναι”. Έπειτα, με την κοφτερή λεπίδα του ξίφους του έκοψε τις εφτά γλώσσες του θηρίου και τις πήρε μαζί του, ενθύμιο από αυτήν την αναμέτρηση. Βρήκε μια πηγή εκεί κοντά και ξέπλυνε το αίμα από το ξίφος και τις γλώσσες και τις φόρτωσε στη σέλα του. Σκούπισε τον ιδρώτα του αλόγου του, χάιδεψε τον σκύλο και με έναν μορφασμό αηδίας κοιτάζοντας για τελευταία φορά το ακέφαλο πτώμα του δράκου, συνέχισε τον δρόμο του. Χωρίς να ξανακοιτάξει πίσω του, έβαλε πορεία για το κάστρο.</p><br><p>Το πέρασμα της Αϊγουέτα Αμάργα ήταν όντως πολύ όμορφο. Προς το Νότο βρισκόταν ανάμεσα στο δάσος από βελανιδιές του Αλκόι στα αριστερά και στα γκρεμνά του Μπισκόι στα δεξιά. Ήταν απόλαυση, μετά από ένα μακρύ και σκληρό χειμώνα, να βλέπει κανείς το φως του ήλιου να διαχέεται παντού μαζί με τη φρέσκια μυρωδιά του εδάφους. Το πευκοδάσος είχε τριών ειδών πεύκα και τα χρώματά τους το έκαναν πραγματικό παράδεισο. Με τους αμέτρητους θάμνους, βελανιδιές και άρκευθους, μα και με την ποικιλία από θυμάρι, λεβάντα, δεντρολίβανο, άγριο τριαντάφυλλο και χαμομήλι, αυτός ο τόπος ήταν η χαρά κάθε ξυλοκόπου και φούρναρη!</p><br><p>Πράγματι, κάθε μέρα ένας συγκεκριμένος φούρναρης από το χωριό Ονίλ, πήγαινε και έκοβε τα πιο μυρωδάτα ξύλα για τον φούρνο του. Τον έλεγαν ελ Μπλανέτ (δηλαδή ο Μαλθακός) και ήταν άσκημος σαν βάτραχος. Εκείνη την ημέρα λοιπόν, ο ελ Μπλανέτ, όπως και κάθε μέρα, επέστρεφε πίσω στο χωριό με το γαϊδουράκι του φορτωμένο ξύλα, όταν άκουσε τους ήχους της μάχης του Τζαουμέτ με τον δράκο. Πήγε και κρύφτηκε κάτω από έναν άρκευθο σαν νυφίτσα και άφησε τον γάιδαρό του να βοσκήσει ανενόχλητος: “Αχ, κάνε ο δράκος να φάει τον γάιδαρο και όχι εμένα”, σκέφτηκε. Αλλά πέρασε τέταρτο, πέρασε μισή ώρα και δεν ακουγόταν πια τίποτα, μόνο το αεράκι που φυσούσε τα κλαδιά.&nbsp;Ταραγμένος από αυτήν την ησυχία, ο ελ Μπλανέτ σκέφτηκε: “Μα τι μπορεί να συνέβη;” και πήγε να βρει τον γάιδαρό του και τον βρήκε, δίπλα στον κεντρικό δρόμο, να μυρίζει αυτό το απαίσιο, βρωμερό και ακίνητο πτώμα του δράκου. </p><br><p>Μέρες πριν, βέβαια, ο ελ Μπλανέτ είχε ακούσει την προκύρηξη του Δούκα και σαν είδε αυτό το θέαμα σκέφτηκε: “Τώρα την πιάσαμε την καλή!”. Πλησίασε τον δράκο και χωρίς να τον νοιάζει και πολύ, μιας και ήταν και χοντροκομμένος άνθρωπος, σήκωσε τα εφτά κεφάλια, τα φόρτωσε και αυτά στον γάιδαρο και κίνησε για το κάστρο του Δούκα. Είχε φροντίσει όμως να βουτήξει και το μικρό του τσεκούρι στο αίμα του δράκου πριν φύγει.</p><br><p>Καθώς διέσχιζε την πόλη, όλοι ενθουσιάστηκαν με τα νέα ότι είχε σκοτώσει τον δράκο και τώρα πήγαινε να δώσει τα κεφάλια στον Δούκα. Ο κόσμος έτρεξε να ειδοποιήσει τον δήμαρχο και τον παπά, ο οποίος και άρχισε να βαράει τις καμπάνες έτσι που δεν τις είχε ξανακούσει ποτέ η πόλη. Κάθε χτύπημα θα έλεγε κανείς πως ήταν και γέλιο χαράς! Φωνές επαίνων αντήχησαν σε ολόκληρη την πόλη καθώς ο ελ Μπλανέτ από το Ονίλ με τον παραφουσκωμένο του σάκο ανέβηκε την οδό Καρρίλ ίσια προς την είσοδο του κάστρου του Δούκα.</p><br><p>Έφτασε μπροστά στην πύλη, ξεπέζεψε από τον γάιδαρό του, που τον άφησε στη φροντίδα της φρουράς, και απαίτησε να δει τον άρχοντα του κάστρου. Οδηγήθηκε αμέσως μπροστά στον Δούκα, στη Δούκισσα, στην κόρη τους και σε όλους τους αυλικούς που περίμεναν με ανυπομονησία. Ο ελ Μπλανέτ τότε στάθηκε μπροστά τους, έκανε μια ατσούμπαλη υπόκλιση και άνοιξε τον σάκο του με αποτέλεσμα να κυλήσουν τα κεφάλια και να λερώσουν το ακριβό χαλί του Δούκα. Στη συνέχεια παρουσίασε και το μικρό του τσεκούρι: “Ααααα!” αναφώνησε όλη η αίθουσα με αηδία και τρόμο. Ο Δούκας τότε κάλεσε μπροστά του δυο συμβολαιογράφους, έναν κτηνίατρο, τρεις υπηρέτες και έναν γραμματέα. Οι υπηρέτες έβαλαν τα κεφάλια πάνω σ΄ ένα τραπέζι και ο κτηνίατρος πλησίασε να τα εξετάσει. Τα έπιασε καλά καλά παντού αλλά, έτσι ανόητος που ήταν, ούτε που κοίταξε στα στόματα τους:</p><p>Είναι αλήθεια, ανακοίνωσε με στόμφο, αυτά είναι τα κεφάλια του δράκου.</p><p>Ναι, αυτά είναι τα κεφάλια του δράκου, είπε ο δεύτερος συμβολαιογράφος.</p><p>Μεγαλειότατε, είπε και ο πρώτος συμβολαιογράφος, αυτά είναι τα εφτά κεφάλια του δράκου που τυραννούσε τόσο καιρό τον τόπο.</p><p>Καθισμένος σε ένα μαξιλάρι στο πάτωμα ο γραμματέας κατέγραφε σ΄ ένα χαρτί, τόσο κίτρινο όσο κι αυτός, ό,τι λεγόταν και συνέβαινε στην αίθουσα.</p><br><p>Έτσι λοιπόν, στεκόταν μπροστά στον Δούκα ο ελ Μπλανέτ, με τα στραβά του πόδια και το τσεκούρι του στο χέρι, με τους ανόμοιούς του ώμους, την πλακουτσωτή του μύτη και τα γυαλιστερά του μάτια κάτω από τα κατάμαυρα, σαν το εσωτερικό του φούρνου του, φρύδια. Ούτε που πρόσεξε τη δυσωδία που άρχισε να βγαίνει από τα κεφάλια του δράκου, είχε μάτια μόνο για την όμορφη σαν ρόδο και ντελικάτη σαν χειμερινό σιτάρι Ελιονόρ, την κόρη του Δούκα, που μόλις είχε κλείσει τα δεκαεφτά.</p><br><p>Σε όλη την αίθουσα επικράτησε τότε παγερή σιγή. Όλοι τους ήταν σοκαρισμένοι, δεν μπορούσαν να φανταστούν ότι αυτό το πανέμορφο νεαρό πλάσμα που τους είχε κάνει όλους τόσο περήφανους με την αυτοθυσία της θα έπεφτε στα χέρια αυτού του πανάσχημου στραβοκάνη φούρναρη και η χαρά τους από τον θάνατο του δράκου μετατράπηκε σε απελπισία. Ο Δούκας Φρέντερικ τότε καθάρισε τον λαιμό του, πήρε μια βαθιά ανάσα και είπε: “Φαίνεται πως είναι αλήθεια ότι αυτός ο άνδρας σκότωσε τον δράκο. Μιας και λοιπόν, σύμφωνα με την προκήρυξή μου, μας παρουσίασε τα εφτά κεφάλια εγώ, ο Δούκας και άρχοντας αυτού του τόπου, θα κρατήσω τον λόγο μου και θα δώσω το χέρι της θυγατέρας μου στον…”. Ακολούθησε μια αναμενόμενη παύση μιας και κανείς δεν είχε πει στον Δούκα το όνομα του φούρναρη. Τότε ο θρασύς άνδρας έκανε ένα βήμα μπροστά και με άλλη μια υπερβολική υπόκλιση είπε δυνατά: “Μεγαλειότατε, στον Τονέτ Καντό, παρατσούκλι ελ Μπλανέτ, φούρναρη από το χωριό Ονίλ”.</p><br><p>Α, αυτό παραπήγαινε, πρώτα αυτή η εμφάνιση και τώρα αυτό! Η Ελιονόρ λιποθύμησε επί τόπου στην αγκαλιά της μητέρας της η οποία ξέσπασε σε κλάματα. Ο Δούκας τότε πρόσταξε: “Αρκετά! Γυρίστε όλοι στις δουλειές σας! Και οδηγήστε τον μελλοντικό γαμπρό μου στον πύργο με τον ξενώνα”. Καθώς δυο υπηρέτες οδηγούσαν τον ελ Μπλανέτ στον ξενώνα, εκείνος χαμογέλασε πονηρά και σκέφτηκε: “Ήταν όντως καλή ιδέα να βουτήξω το τσεκούρι μου στο αίμα του δράκου”.</p><br><p>Σαν ο πρώτος ενθουσιασμός πέρασε, στην πόλη τώρα είχε γίνει σούσουρο η ελευθερία τους από τη δυναστεία του δράκου μα και η δυστυχία της όμορφης κόρης του Δούκα που θα παντρευόταν αυτόν τον άσχημο τιποτένιο: “Μην ήταν καλύτερα να την είχε φάει ο δράκος;” ακούστηκε να λέει μια νοικοκυρά.</p><br><p>Ακόμη έλαμπε το φως της μέρας όταν ο Τζαουμέτ κάλπασε στην πόλη σαν σωστός ιππότης πάνω στο περήφανο άλογό του, με το σπαθί του στο πλάι και το καθαρόαιμο σκυλί του να προχωρά υπάκουα δίπλα του. Είχε χασομερήσει στη διαδρομή του από την Αϊγουέτα Αμάργα, πότε γιατί σταμάτησε να τσιμπήσει κάτι, πότε γιατί μπήκε σε πανδοχείο να πιει και πότε για να ξαπλώσει κάτω από ένα δέντρο να θαυμάσει το τοπίο. Ρωτώντας τριγύρω, βρήκε ένα δωμάτιο να μείνει στο Οστάλ δε λα Κρέου, σε μια μικρή πλατεία. Βγαίνοντας να κάνει βόλτα στην όμορφη αυτή πόλη δεν πίστευε στ’ αυτιά του με αυτά που άκουσε. Πρώτα του προλάβε τα μαντάτα με κάθε λεπτομέρεια μια παρέα γυναικών: “Τουλάχιστον αν ο φούρναρης ήταν όμορφος σαν εσένα…” του είπε μάλιστα μία. Δεν σταματούσαν να κοιτούν όλες τον Τζαουμέτ, ειδικά αυτές που είχαν κόρες σε ηλικία παντρειάς:</p><p>Αυτό είναι το δημαρχείο, κύριε, τον πληροφόρησαν.</p><p>Ευχαριστώ πολύ, απάντησε και φτάνοντας τον φύλακα στην είσοδο, του είπε, θέλω να δω τον δήμαρχο.</p><br><p>Ο φύλακας οδήγησε τον Τζαουμέτ στον καλοντυμένο δήμαρχο, ο οποίος βλέποντας τον, πήδηξε από το κάθισμα του και τον ρώτησε: “Τι σε φέρνει στα μέρη μας, ευγενικέ ιππότη;”. Φανταστείτε την εμφάνιση του Τζαουμέτ για να του απευθύνει τον λόγο έτσι ο δήμαρχος, ο οποίος δεν ήταν και άπειρος από τη ζωή, ήταν στα περασμένα πενήντα:</p><p>Θέλω να πάω στο κάστρο του Δούκα, απάντησε ο Τζαουμέτ. Έχω κάποιες πληροφορίες για αυτόν τον… Τονί ελ Μπλανέτ και τον εφτακέφαλο δράκο. </p><p>Θα σε πάω εγώ ο ίδιος εκεί, του είπε ο δήμαρχος.</p><p>Ευχαριστώ κύριε. Μα πρώτα πρέπει να επιστρέψω στο Οστάλ δε λα Κρέου να πάρω ένα δώρο που έχω φέρει για τον Δούκα.</p><br><p>Ο Τζαουμέτ και ο δήμαρχος κατηφόρισαν προς το πανδοχείο, ακολουθούμενοι από δυο φρουρούς και ένα πλήθος περίεργων που όλο και μεγάλωνε. Από εκεί, όλοι μαζί άρχισαν ν΄ ανηφορίζουν προς το κάστρο χωρίς ν΄ακούγεται τίποτα και σαν έφτασαν στην πύλη το πλήθος ήταν πια πολύ μεγάλο και άρχισαν να συζητούν μεταξύ τους:</p><p>Λένε ότι θα κάνει μια σημαντική δήλωση.</p><p>Τι είδους δήλωση;</p><p>Για τον φούρναρη.</p><p>Α, τι λες;</p><p>Και τον δράκο.</p><p>Μπα, μπα, πολύ μυστήριο μου ακούγεται όλο αυτό.</p><br><p>Ο δήμαρχος οδήγησε τον νεαρό στην κεντρική αίθουσα όπου ο Δούκας καθόταν στον θρόνο του περιτριγυρισμένος από την Αυλή του. Η Δούκισσα και η κόρη της είχαν αποσυρθεί στα διαμερίσματα τους.</p><br><p>Πριν την άφιξη του Τζαουμέτ, όλοι συζητούσαν έντονα την άρνηση της Ελιονόρ να παντρευτεί τον ελ Μπλανέτ επειδή εκτός από άσκημος ήταν ήδη μεσόκοπος. Αλλά ο Δούκας ήταν ανένδοτος:</p><p>Θα κρατήσω τον λόγο μου!</p><p>Μα πώς Μεγαλειότατε; τόλμησε να διαφωνήσει ένας αυλικός, αυτό θα είναι θανατική καταδίκη για την γλυκιά μας Ελιονόρ, και χρησιμοποιώντας μια λαϊκή έκφραση συνέχισε, θα είναι πιο νεκρή κι από νεκρή. </p><br><p>Τότε ο Τζαουμέτ και ο δήμαρχος ζήτησαν ακρόαση από τον Δούκα. Οδηγήθηκαν μπροστά στον Δούκα και εκείνος έκανε νόημα στον δήμαρχο να μιλήσει:</p><p>Άρχοντά μου, σου παρουσιάζω αυτόν τον ιππότη, τον Τζαουμέτ δε λα Μπάρκα Νόβα, ο οποίος και επιθυμεί να σας πει την αλήθεια για τον θάνατο του δράκου, είπε ο δήμαρχος, προφανώς επινοώντας τον ψευτοτίτλο δε λα Μπάρκα Νόβα.</p><p>Κι άλλη αλήθεια; είπε μπερδεμένος ο άρχοντας του τόπου, σε διαβεβαιώ δήμαρχε πως την ακούσαμε την αλήθεια. Είδαμε τα κεφάλια του δράκου και είδαμε και το αίμα του στο τσεκούρι του φούρναρη.</p><p>Καλά όλα αυτά Μεγαλειότατε, είπε με σεβασμό αλλά και λίγο ενοχλημένος ο δήμαρχος. Σας μεταφέρω ότι ο ιππότης δε λα Μπάρκα Νόβα που στέκεται μπροστά σας, μου ζήτησε να σας ενημερώσω. Αν επιτρέπετε, μπορεί αυτός να σας διαφωτίσει περαιτέρω. </p><p>Μίλα ιππότη, πρόσταξε ο Δούκας στον Τζαουμέτ, ο οποίος μέχρι τότε περίμενε υπομονετικά με τον σάκο του στο χέρι.</p><p>Η αλήθεια είναι άρχοντά μου, είπε χωρίς περικοκλάδες, πως εγώ σκότωσα τον δράκο και πως εγώ πρέπει να έχω την τιμή να παντρευτώ την εξαιρετική σου θυγατέρα.</p><br><p>Απότομη σιγή πλημμύρισε την αίθουσα, που ακολουθήθηκε από αναστεναγμούς ικανοποίησης.</p><br><p>Σιωπή! διέταξε ο Δούκας και σηκώθηκε παίρνοντας στάση πολεμιστή. Πολύ φοβάμαι Τζαουμέτ δε λα Μπάρκα Νόβα πως κάποιο λάθος κάνεις, δεν μπορεί να είσαι εσύ ο σφαγέας του δράκου, αν και θα το ήθελα πολύ. Έχω στην κατοχή μου τα εφτά κεφάλια του δράκου που μου τα έφερε ένας φούρναρης, απόδειξη πως αυτός σκότωσε τον δράκο.</p><p>Συγχωρέστε με Μεγαλειότατε, είπε ο Τζαουμέτ χαμογελώντας, αλλά ο φούρναρης δεν σας έφερε ολόκληρα τα εφτά κεφάλια. Αλήθεια είναι πως έχετε τα εφτά κεφάλια, όπως αλήθεια είναι ότι εγώ έχω τις εφτά γλώσσες τους!</p><p>Πώς! ακούστηκε απ΄ όλη την αίθουσα.</p><p>Ζήτω ο Ιππότης από τη Μπάρκα Νόβα! πανηγύρισαν αμέσως.</p><br><p>Έφεραν πάλι τα κεφάλια στο τραπέζι και ο κτηνίατρος αυτή τη φορά άνοιξε τα στόματά τους με μια τανάλια και όντως, οι γλώσσες τους έλειπαν. Ο Τζαουμέτ τότε άνοιξε τον σάκο του και ο κτηνίατρος έβγαλε τις γλώσσες του δράκου μία μία και τις κράτησε ψηλά να τις θαυμάσουν όλοι: “Φέρτε μπροστά μου τον φούρναρη!”, είπε τότε εξοργισμένος ο Δούκας. Τον έφεραν, πίσω από τους δυο συμβολαιογράφους και στην αίθουσα τώρα κυριαρχούσε νεκρική σιγή, όλοι είχαν αγωνία να δουν τι θα συνέβαινε. Ο Τζαουμέτ ίσα που κουνήθηκε, απλά χαμογέλασε και δεν έβγαλε άχνα:</p><p>Μου έφερες τα εφτά κεφάλια ολόκληρα; ρώτησε παγωμένα ο Δούκας τον φούρναρη, ο τόνος του ήταν ξεκάθαρα εχθρικός. </p><p>Ναι Μεγαλειότατε, είπε ο παλιάνθρωπος.</p><p>Λες ψέματα! Λείπουν οι γλώσσες τους!</p><p>Ο Τονί Καντό, ο ελ Μπλανέτ είχε τότε το θράσος να πάει και να κοιτάξει καθένα από τα εφτά κεφάλια για να σιγουρευτεί. Σαν είδε όμως πως ήταν αλήθεια, άρχισε να τρέμει ολόκληρος. Του δείξανε και τον σάκο του Τζαουμέτ…:</p><p>Ξέρεις τι κάνω εγώ τους ψεύτες; ρώτησε αυστηρά ο Δούκας.</p><p>Όχι Μεγαλειότατε.</p><p>Τους κρεμάω από τον ψηλότερο πύργο!</p><p>Συγχωρέστε με αφέντη μου, παρακάλεσε ο ελ Μπλανέτ γονατίζοντας, από αγάπη για την κυρά Ελιονόρ τα έκανα όλα.</p><br><p>Ο Δούκας είχε χαρεί τόσο πολύ που ξεφορτώθηκε αυτόν τον γαμπρό που τον συγχώρεσε αλλά με έναν όρο: Με την απειλή της εκτέλεσης, ο ελ Μπλανέτ από δω και μπρος θα αρκείται στον φούρνο του, στο αλεύρι και στα καυσόξυλά του και ποτέ, μα ποτέ δεν θα ξανακάνει άλλη ατιμία που να ρεζιλέψει τους κατοίκους του Ονίλ.</p><br><p>Λίγες μέρες μετά, μέσα σε ατμόσφαιρα χαράς και γιορτής, ο Τζαουμέτ και η Ελιονόρ παντρεύτηκαν. Οι νεόνυμφοι εγκαταστάθηκαν στον Πύργο Πρίμα απ΄ όπου έβλεπαν πέρα μακριά στον ορίζοντα και τα βράδια έφτανε το πιο αρωματικό αεράκι από τα χωράφια των τριφυλλιών. Οι δημόσιες γιορτές κράτησαν μέρες και το ζευγάρι πέρασε αρκετές ευτυχισμένες εβδομάδες εκεί. Μα το ανήσυχο πνεύμα του Τζαουμέτ άρχισε πάλι να αναζητά περιπέτεια. Μια μέρα καβάλησε το άλογό του, πήρε το ξίφος του και τον πιστό του σκύλο, που περνούσαν ζωή χαρισάμενη με τη φροντίδα του δουκάτου, και κίνησε να εξερευνήσει την περιοχή. Θα γινόταν άρχοντας του τόπου άλλωστε, όταν ερχόταν η ώρα, οπότε αυτή η κίνηση ήταν απόλυτα φυσιολογική. </p><p>Είπε να πάει και μέχρι το χωριό Ονίλ, που δεν απείχε και πολύ. Με χαλαρό καλπασμό και με το σκυλί του να τρέχει ευτυχισμένο στο πλάι του, πλησίασε το χωριό μια μέρα του Ιουνίου. Τα περήφανα βουνά του Ονίλ ορθώθηκαν μπροστά του, στη μέση των βάλτων μπορούσε να διακρίνει την Λιάκ δελς Ουλλιάλς με τις μαυρόκοτες και τις αλκυόνες της και πέρα από αυτήν να σου και το χωριό. Φαινόταν εντυπωσιακό και μυστηριώδες έτσι όπως ήταν ανάμεσα σε δυο μεγαλειώδεις χαράδρες.</p><br><p>Είχε σχεδόν φτάσει στο χωριό όταν στα δεξιά του, στην είσοδο του χωριού, παρατήρησε ένα παράξενο κτίσμα. Ήταν περικυκλωμένο από έναν μεγάλο κήπο με πράσινους τοίχους και μέσα φαινόντουσαν οι κορυφές πολλών δέντρων. Από τα δέντρα αυτά ερχόντουσαν τα τραγούδια καρδερίνων και αηδονιών και το αεράκι έφερνε μέσα από τον κήπο το άρωμα ρόδων, βιολετών και παπαρούνων. Του Τζαουμέτ του φάνηκε σωστός παράδεισος, μα η αλήθεια ήταν ότι εκεί έμενε μια μάγισσα. Είχε εγκατασταθεί εκεί πριν από εκατό χρόνια, φεύγοντας από το προηγούμενο σπίτι της, μια μεγάλη υδάτινη λακούβα στη ζάρα ενός βουνού. Τώρα είχε τη φήμη μιας μοναχικής γυναίκας που σπάνια την έβλεπε κανείς και ποτέ κανείς δεν είχε δει τους υπηρέτες της. </p><br><p>Ο Τζαουμέτ σταμάτησε το άλογο του έξω από την είσοδο και τότε άκουσε μια μελωδική γυναικεία φωνή να του λέει: “Έλα μέσα ιππότη, έλα μέσα και θα ακούσεις το πουλί που μιλάει”. Έχοντας εμπιστοσύνη στην ανδρεία του, ο Τζαουμέτ μπήκε μέσα καβάλα στο άλογο, με το σκυλί στο πλευρό του. Κοίταξε δεξιά κι αριστερά μα τα μόνα φτερωτά πλάσματα που είδε ήταν αυτά που κελαηδούσαν στα κλαδιά των ακακιών, των δαφνών και των λευκών. Κάλπασε γρήγορα μέχρι το σπίτι, ξεπέζεψε, έδεσε το άλογο σ΄ ένα δέντρο και τον σκύλο στο χαλινάρι του αλόγου και χτύπησε την πόρτα. Ξαφνικά, από το πουθενά τον περικύκλωσαν φλόγες, είχε μαγευτεί! Ακούστηκε τότε και ένα τρομερό, χαιρέκακο γέλιο.</p><br><p>Σαν ξύπνησε ο ψαράς, σαν από όνειρο, βρισκόταν σε μια τεράστια αίθουσα γεμάτη αγάλματα κυριών και ιπποτών. Προσπάθησε να κινηθεί, αλλά δεν μπορούσε. Η πλέον πέτρινη καρδιά του στενοχωρήθηκε πολύ και το πέτρινο μυαλό του ανέτρεξε τώρα στους γονείς και στον αδερφό του, μα πιο πολύ στην όμορφη γυναίκα του, που θα θρηνούσε την εξαφάνισή του.</p><br><p>Στο μεταξύ, πίσω στη Δένια, η ζωή περνούσε, ως συνήθως, ακριβώς όπως την είχε αφήσει ο Τζαουμέτ παρόλο που η Τζορντίνα, όπως όλες οι μητέρες, ανησυχούσε διαρκώς. Βλέπετε, με την μια και την άλλη περιπέτεια, με τον γάμο του και την καινούρια του ζωή, ο Τζαουμέτ είχε αμελήσει να γράψει γράμμα σπίτι. Δεν είχε περάσει και τόσος καιρός και, παρόλο που είχαν ξαναπεράσει διαστήματα μακριά, κάθε μέρα που περνούσε φαινόταν χρόνος στην Τζορντίνα και θα ήθελε να είχε νέα του γιου της. </p><p>Μια μέρα σαν όλες τις άλλες, ο Τζουάν Μπατίστε έβγαλε το μουλάρι στις λεμονιές να ανακατέψουν το χώμα. Και, όπως κάθε άλλη μέρα, κοίταξε και το ξίφος που παρέμενε στη θέση του. Αλλά σήμερα ήταν διαφορετικά, το ξίφος είχε σκουριάσει: “Αυτό σημαίνει ότι ο αδερφός μου βρίσκεται σε κίνδυνο!” σκέφτηκε με τρόμο ο Τζουάν Μπατίστε. Έτρεξε γρήγορα πίσω στο σπίτι κι ενημέρωσε την Τζορντίνα, ο Τζάουμε έλειπε στη θάλασσα κι ετοιμάστηκε αμέσως να πάει να βρει τον Τζαουμέτ:</p><p>Αφού δεν ξέρουμε πού είναι, έκλαψε η Τζορντίνα.</p><p>Δεν ξέρουμε αλλά μπορούμε να μάθουμε. Έχουμε ένα καταπληκτικό σκυλί, σίγουρα θα μπορέσει να ακουλουθήσει μυρωδιές. </p><p>&nbsp;Και ο Τζουάν Μπατίστε πήγε τον σκύλο του στο δωμάτιο του Τζαουμέτ, τον έβαλε να μυρίσει τα σεντόνια και τα ρούχα του και του είπε: “Πήγαινε τώρα να βρεις τα ίχνη!”. Έπειτα σήκωσε το σκουριασμένο ξίφος, έβαλε κάτι προμήθειες σ΄ ένα σάκο μαζί με μια κουβέρτα από την Μορέγια, καβάλησε το άλογο του και πήγε να βρει τον αδερφό του. Ήταν πράγματι θαυμάσιο να έβλεπε κανείς το σκυλί να μυρίζει πότε το χώμα, ύστερα να σηκώνει τη μουσούδα του στον αέρα και να τρέχει προς την κατεύθυνση του Πέγο. Σαν έφτασαν εκεί, γύρω στο μεσημέρι, πήραν τον δρόμο που οδηγούσε στην Κοιλάδα Γκαγινέρα. Ο Τζουάν Μπατίστε κάλπασε και κάλπασε, πάντα ακολουθώντας τον σκύλο και πότε σταματούσε να φάει και πότε να κοιμηθεί σε κανένα πανδοχείο στην άκρη του δρόμου, ώσπου μετά από τέσσερις ημέρες ταξιδιού έφτασε στο πέρασμα της Αϊγουέτα Αμάργα. Όπως είχε κάνει κάποτε κι ο αδερφός του, στάθηκε λίγο να θαυμάσει το τοπίο.</p><br><p>Αν και έμοιαζαν σε εμφάνιση, ο Τζουάν Μπατίστε δεν ήταν τόσο ανοικτός και ομιλητικός όσο ο Τζαουμέτ. Όπως όλοι οι καλοί εργάτες της γης, άνοιγε το στόμα του να πει κάτι μόνον όταν είχε κάτι αξιόλογο να πει, κατά τ΄ άλλα ήταν σιωπηλός και μαζεμένος. Έτσι, όταν έφτασε στην πόλη Καστάγια στην βάση του κάστρου του Δούκα, είχε σκεφτεί απλά να ακούσει τους κατοίκους κι αν προέκυπτε να έκανε και καμιά ερώτηση για τον αδερφό του. Η συμπεριφορά του σκύλου, του έλεγε ότι βρισκόταν κάπου κοντά. Ανησυχούσε για τον αδερφό του αλλά καταλάβαινε πως όσο περισσότερο βιάζεται κανείς τόσο περισσότερο πρέπει και να προσέχει. </p><br><p>Μπήκε στην πόλη από έναν στενό δρόμο, με τα σπίτια να ορθώνονται αριστερά και δεξιά του. Σάστισε τότε σαν άκουσε τον κόσμο να τον κοιτά και να λέει: “Κοίτα! Γύρισε ο Ιππότης Τζαουμέτ!”. Άκουσε και μια νοικοκυρά που ακουμπούσε στην πόρτα της να λέει: “Να ο γαμπρός του Δούκα, γύρισε!”. Σκέφτηκε τότε ο Τζουάν Μπατίστε: “Άρα ο Τζαουμέτ πρέπει να παντρεύτηκε και μάλιστα να καλοπαντρεύτηκε. Το γεγονός όμως παραμένει πως το ξίφος έχει σκουριάσει και ο αδερφός μου κινδυνεύει” και κάλπασε μέχρι το κάστρο όπου φρουροί και αυλικοί τον υποδέχτηκαν θερμά:</p><p>Καλώς μας ήρθατε πίσω Τζαουμέτ! είπε ένας.</p><p>Καλωσορίσατε! είπε άλλος.</p><p>Δεν είμαι ο Τζαουμέτ, απάντησε τότε εκείνος, είμαι ο Τζουάν Μπατίστε, ο δίδυμος αδερφός του.</p><p>Και όλοι τον κοίταξαν καλά καλά. Οι υπηρέτες φρόντισαν το σκυλί και το άλογό του και τον οδήγησαν στη μεγάλη αίθουσα του κάστρου όπου και συστήθηκε και αφηγήθηκε την ιστορία του με λόγια απλά. Παρόλη τη διαφορά στον ρουχισμό του, ο Δούκας, η Δούκισσα και η Ελιονόρ δεν μπορούσαν να πιστέψουν την ομοιότητα μεταξύ τους! Η νεαρή νύφη σχεδόν έπεσε στην αγκαλιά του μόλις τον είδε. Σαν ο Τζουάν Μπατίστε περιέγραψε και την κατάσταση με το σκουριασμένο ξίφος, βαθύς προβληματισμός επικράτησε στην αίθουσα. Είχαν ν΄ ακούσουν νέα του Τζαουμέτ από τότε που έφυγε να εξερευνήσει την επαρχία και τώρα στ’ αλήθεια ανησυχούσαν:</p><p>Ναι, επανέλαβαν, ναι. Πρέπει να τον έχει βρει μεγάλο κακό.</p><p>Και γι΄ αυτόν τον λόγο, είπε αποφασιστικά ο Τζουάν Μπατίστε, δεν πρέπει να καθυστερήσω άλλο εδώ και να πάω να τον βρω ακολουθώντας τα χνάρια του με το σκυλί μου. </p><br><p>Μετά από μια μικρή ανάπαυλα για ανεφοδιασμό, ο Τζουάν Μπατίστε με το άλογο, το σκυλί και το ξίφος του, κίνησε να βρει τον αδερφό του. Στο κάστρο έδωσαν στον σκύλο να μυρίσει και πιο πρόσφατα φορεμένα ρούχα του Τζαουμέτ. Αυτή τη φορά, αντί το σκυλί να βγει από την κεντρική πύλη, βγήκε από μια μικρότερη πύλη στην πίσω μεριά της πόλης που οδηγεί σε λόφους και βάλτους που χωρίζουν αυτή την πόλη από τη γειτονική.</p><br><p>Ο Τζουάν Μπατίστε πέρασε τους βάλτους και πριν μπει στο Ονίλ σταμάτησε μπροστά την πύλη τού μυστηριώδους σπιτιού με τον μεγάλο κήπο. Άκουσε κι αυτός την φωνή να τον προσκαλεί να δει το πουλί που μιλάει. Πρώτο στον κήπο μπήκε το σκυλί και στο κατόπι του μπήκε και ο Τζουάν Μπατίστε που, όπως και ο αδερφός του, δεν είδε πουθενά αυτό το πουλί που μιλούσε, πράγμα που τον ανησύχησε πολύ. Σε εγρήγορση πια, ήταν πολύ πιο προσεκτικός από τον αδερφό του και παρέμεινε καβάλα στο άλογο με το σκυλί από κοντά προσέχοντας κάθε λεπτομέρεια γύρω του. Δεν πλησίασε την πόρτα του σπιτιού, παρά έστειλε το σκυλί να μυρίσει εκείνη την περιοχή. Ξάφνου, από κάτι κοντινούς θάμνους άκουσε ένα θρόισμα, σαν κάποιος να περπατούσε στις μύτες των ποδιών του για να μην τον ακούσουν: “Πάρτο!” φώναξε σοφά ο Τζουάν Μπατίστε στον σκύλο του κι αυτός μ΄ έναν σάλτο έχωσε τη μουσούδα του μέσα στον θάμνο κι έσυρε έξω από το λαιμό τη μάγισσα. Όλα έγιναν τόσο γρήγορα που της γριάς μάγισσας της έπεσε το μαγικό ραβδί και δεν μπορούσε να κάνει μαγικά. Έτσι, μιας και δεν ήταν μαγεμένος, ο Τζουάν Μπατίστε γονάτισε δίπλα της και της έκοψε το κεφάλι μεμιάς. Η γριά μάγισσα είχε πια πεθάνει. Μετά άκουσε το σκυλί που μιξόκλαιγε και το ακολούθησε μέσα στο σπίτι από τη μισάνοιχτη πόρτα. Παντού γύρω του είδε αγάλματα που περισσότερο του φάνηκαν σαν να κοιμόντουσαν και για κάποιο λόγο του ήρθε η ιδέα να τους χαϊδέψει τα μάγουλα. Κάθε άγαλμα τότε ξαναζωντάνευε παίρνοντας ανάσα. Το ίδιο έκανε και στον αδερφό του ο οποίος σαν είδε τον Τζουάν Μπατίστε μπροστά του τον αγκάλιασε θερμά και μια καινούρια αγάπη γι΄ αυτόν φώλιασε στην καρδιά του. </p><br><p>Όλα τα ζωντανεμένα αγάλματα, που τώρα ήταν κανονικοί άνθρωποι, γέμισαν γέλια χαράς όλη την αίθουσα και έτρεξαν να βγουν από το σπίτι. Σαν είδαν το πτώμα της μάγισσας να συρρικνώνεται μέχρι που έγινε σκόνη και σκορπίστηκε πάνω από μηλιές και ποτάμια, καινούρια αναφωνήματα χαράς γέμισαν τον κήπο. Ευχαρίστησαν όλοι τον σωτήρα τους ξανά και ξανά και πήγαν όλοι σπίτια τους. Σαν έμειναν μόνα τους τα δύο αδέρφια, είπε ο Τζουάν Μπατίστε: “Αδερφέ μου, πρέπει να βρούμε το άλογο και το σκυλί σου”. Δεν είχε καλά καλά προφτάσει να τελειώσει την πρότασή του και το σκυλί του έτρεξε μέσα στον κήπο και έφερε το σκυλί και το άλογο του Τζαουμέτ τραβώντας το από το χαλινάρι. </p><br><p>Πήραν τον δρόμο της επιστροφής όλοι μαζί για το κάστρο του Δούκα και τα δυο αδέρφια διηγήθηκαν ο ένας στον άλλο τι είχαν περάσει και ειδικά ο Τζαουμέτ:</p><p>Ήταν μεγάλη έκπληξη που με υποδέχτηκαν σαν κάποιον σημαντικό, είπε ο Τζουάν Μπατίστε. Το σκυλί με οδήγησε στο κάστρο μα οι φρουροί με πήγαν στον Δούκα. Αλλά με ξέρεις, κράτησα το στόμα μου κλειστό. Το μόνο που ήθελα ήταν να σε βρω σώο. </p><p>Λοιπόν, τώρα που ξέρεις όλη την ιστορία, καταλαβαίνεις πόσο τυχερός στάθηκα.</p><br><p>Ο Τζουάν Μπατίστε ήταν πράγματι χαρούμενος για την καλή τύχη του αδερφού του και τον συγχάρηκε ξανά και ξανά. Τότε ο Τζαουμέτ ρώτησε για τον πατέρα και τη μητέρα του και τη ζωή στη Δένια: “Όλα είναι όπως τα ξέρεις, όπως τα άφησες. Θα τους διηγηθώ όλη την ιστορία σου σαν γυρίσω”.</p><br><p>Όταν έφτασαν στο κάστρο ο Δούκας και η οικογένειά του θαύμασαν την ομοιότητα των αδερφών. Ο Τζαουμέτ τους διηγήθηκε τι του είχε συμβεί και σταυροκοπήθηκαν και ευχαρίστησαν τον Θεό που ήταν καλά. Τότε, ο Δούκας και η Δούκισσα που είχαν συγκινηθεί με την αγάπη του Τζουάν Μπατίστε για τον αδερφό του, του πρότειναν να τον κάνουν ιππότη και να του δώσουν για γυναίκα μια από τις κοπέλες της Αυλής. Εκείνος όμως αρνήθηκε ευγενικά μιας και το μόνο που ήθελε ήταν να επιστρέψει στη Δένια και να συνεχίσει ζει την απλή ζωή του. Γύρισε στ΄ αγαπημένα του ευωδιαστά παρτέρια, στη δουλειά του με το χώμα και παντρεύτηκε μια κοπέλα όμορφη και δουλευταρού. Και ο Τζάουμε, αυτός που έπιασε την Μητέρα των Ψαριών, θα ήταν ο τελευταίος ψαράς της οικογένειας.</p><br><p>Έτσι ο Τζάουμε, η Τζορντίνα, ο Τζαουμέτ και ο Τζουάν Μπατίστε, όλοι τους έζησαν τις ζωές που τους ήταν γραφτό να ζήσουν.</p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></description>
			<itunes:summary><![CDATA[<p>Από την περιοχή της Βαλένσια, μας έρχεται ένα παραμύθι από αυτά που κατάφεραν να σώσουν την Καταλανική γλώσσα. Οι ήρωές μας είναι οι πρώτοι μιας... Περσεο-Ανδρομεδικής τριλογίας.</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Περιέχει έντονες σκηνές βίας </p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>Ηχητικά εφέ: freesound.org</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ</p><br><p>Η Μητέρα των Ψαριών</p><br><p>Πριν πολύ πολύ καιρό ζούσε κοντά στη Δένια και στη θάλασσα ένα παντρεμένο ζευγάρι, ο Τζάουμε και η Τζορντίνα. Το σπιτάκι τους έβλεπε σε παραλία με βότσαλα και στην πίσω μεριά υπήρχαν άφθονες λεμονιές και άλλα δέντρα καθώς και καλλιεργήσιμη γη. Είχαν ένα κυνηγόσκυλο, μια γέρικη φοράδα και μια μικρή βάρκα, όχι πολύ μεγαλύτερη από σχεδία, την οποία ο Τζάουμε έβγαζε στα νερά για να ψαρέψει - με ή χωρίς τη γυναίκα του. Όπως και τόσοι άλλοι στην περιοχή της Βαλένσια, έβγαζαν τα προς το ζειν είτε με το ψάρεμα είτε με την καλλιέργεια της γης.</p><br><p>Οι ζωή τους ήταν απλή και άνετη. Δεν ήταν όμως ευτυχισμένοι. Μετά από δέκα χρόνια γάμου, δεν είχαν παιδιά. Ο Τζάουμε ήθελε πολύ έναν γιο για να τον βοηθά με το ψάρεμα και άλλον έναν να τον βοηθά με το χωράφι. Πόσες φορές είχε ονειρευτεί να είχε δύο βαρκούλες και να επέκτεινε το χωράφι του. Αλλά για να γινόταν αυτό, έπρεπε να κάνουν γιους.</p><br><p>Η γυναίκα του είχε παραδώσει τις ελπίδες της: “Και γιατί να ελπίζουμε ακόμη σε θαύμα; Αν ο Θεός ήθελε να κάνουμε παιδιά, θα μας είχε ευλογήσει, προφανώς δεν ήταν γραφτό μας”, έλεγε. Ο Τζάουμε όμως, ένας άσχημος αλλά γεροδεμένος άνδρας με τριχωτό στήθος, δεν απογοητευόταν εύκολα. Κοίταζε την όμορφη μαυρομάλλα γυναίκα του και της έλεγε: “Κρίμα μωρέ! Θα σου έμοιαζαν και θα ήταν σωστοί πρίγκιπες!”.</p><br><p>Μια ήρεμη νυχτιά του Γενάρη, μετά από μια κουραστική μέρα ψαρέματος, ο Τζάουμε κοιμόταν βαθιά. Είχε πει στην Τζορντίνα να τον ξυπνήσει από τις πέντε γιατί ήθελε να πάει να ψαρέψει στις ακτές της Τσάβια, αλλά όσο και να προσπαθούσε η δόλια δεν κατάφερε να τον ξυπνήσει: “Ποτέ του δεν κοιμάται τόσο βαριά”, σκέφτηκε, αλλά μετά από λίγο ο Τζάουμε ανασηκώθηκε και έτριψε τεμπέλικα τα μάτια του:</p><p>Μα τι σου συμβαίνει Τζάουμε;</p><p>Μην ανησυχείς, της είπε χαμογελώντας, είδα το πιο γλυκό όνειρο.</p><p>Τι; Τι είδες;</p><p>Πήγαινα με τη βάρκα μου στα ακρωτήρια και να σου μπροστά μου μια λευκή γυναίκα η οποία ήταν και ντυμένη στα λευκά. Έβγαλε ένα μαγικό ραβδί, άγγιξε τα νερά και μεμιάς τα νερά γέμισαν με ψάρια κάθε λογής· γαύρο, λαυράκι… Η γυναίκα τότε μου είπε να ρίξω τα δίχτυα μου στη θάλασσα και το έκανα. Μετά τα τράβηξα και ήταν γεμάτα ψάρια, μα σαν τα άδειασα στη βάρκα μου άλλαξαν και έγιναν δυο μωρά με μαλλιά ξανθά σαν χρυσάφι. Και τότε με ξύπνησες. Φτού! Ούτε που πρόλαβα να την ευχαριστήσω!</p><p>Αχ Τζάουμε, νόμιζες ότι ήταν αληθινό το όνειρο σου;</p><p>Όχι βέβαια, αλλά γιατί, στα όνειρα δεν πρέπει να είμαστε ευγενικοί δηλαδή;</p><br><p>Σηκώθηκε τότε από το κρεβάτι και η Τζορντίνα του έδωσε για πρωινό μια φέτα ψωμί και ψημένο ψάρι να φάει, πράγμα που ο Τζάουμε έκανε με όρεξη. Μισή ώρα αργότερα αποχαιρέτησε τη γυναίκα του και κίνησε για τη θάλασσα. </p><br><p>Τα νερά ήταν ήρεμα, όταν είδε από μακριά τη βουνοκορφή Μοντγκό, που στεκόταν περήφανη μπροστά στον καταγάλανο καθαρό ουρανό. Μιας και το πανί του δεν έπιανε καθόλου αέρα, ο Τζάουμε τράβηξε κουπί περνώντας στα δεξιά του τα μελιά γκρεμνά του Ακρωτηρίου Σαντ Αντονί. Ξάφνου τότε τον χτύπησε ένας δυνατός ανατολικός άνεμος που σήκωσε αφύσικα κύματα στα κατά τα άλλα ήρεμα νερά. Ο Τζάουμε τότε πήρε αμέσως τον έλεγχο των πανιών και με τους σωστούς χειρισμούς οδηγήθηκε γρήγορα στον κόλπο της Τσάβια.</p><p>Ο ήλιος, που τότε μόλις έβγαινε πίσω από τους γκρίζους λόφους, φώτισε τις άσπρες προσόψεις των σπιτιών. Κατευθυνόμενος νότια, ο Τζάουμε πέρασε όλο του το πρωινό ψαρεύοντας στη θάλασσα του ακρωτηρίου Σαντ Μαρτί, περιπλέοντας το νησάκι Πορτιτσόλ, γεμίζοντας τη βαρκούλα του με την ασημένια ψαριά του. Συνέχισε ακόμη νοτιότερα, περνώντας τα πυκνά δάση που περικύκλωναν τους γκρεμούς του ακρωτηρίου Νάου, όταν ο ανατολικός άνεμος έπαψε ολωσδιόλου και η θάλασσα έγινε πιο ήρεμη από ποτέ. Μ΄ ένα ανεπαίσθητο αεράκι να σπρώχνει τη βαρκούλα, ο Τζάουμε έφτασε στον κόλπο Γραναδέγια, μια όμορφη, ήσυχη και απομονωμένη εσοχή ανάμεσα σε δυο απότομους βράχους όπου φώλιαζαν σμήνη γλάρων και ξεφτεριών. Ήταν μεσημέρι και ο ήλιος έλαμπε έντονα. Ο Τζάουμε ψάρευε όλη μέρα και τα χέρια του άρχισαν να κουράζονται. Σαν να μην έφτανε αυτό, ο αέρας δεν φυσούσε πια και θα έπρεπε να κάνει κουπί για να μπει στον κόλπο: “Εντάξει λοιπόν”, είπε στον εαυτό του, “αρκετά με την τράτα, ώρα να ρίξω το δίχτυ μου”.</p><br><p>Το είχε φτιάξει μόνος του, ήταν ένα μακρύ παλούκι που στη άκρη του είχε δίχτυ με το οποίο&nbsp;μπορούσε να σηκώσει ίσα και με δώδεκα κιλά ψάρια. Τη συγκεκριμένη στιγμή όμως, το να το ρίξει ήταν κάτι αυθόρμητο, αφού δεν είχε ιδέα τι είδους ψαριά θα έπιανε αυτή η κατασκευή του. Για την αλήθεια, από χθες το βράδυ με το όνειρο που είχε δει με τη λευκή γυναίκα, μόνο αυθόρμητες πράξεις έκανε, σχεδόν αυθαίρετες: “Θα πιάσω κάτι καλό τώρα”, είπε πάλι στον εαυτό του. Καθώς μπήκε τελείως κάτω από τη σκιά των βράχων, είδε κάτι γυαλιστερό στα δεξιά του, κάτι που μπαινόβγαινε στο νερό, πράγματι παράξενο! “Παναγιά μου, τι χταπόδι είναι αυτό!”. Με τέσσερις σπρωξιές στα κουπιά του το πλησίασε και χωρίς καθόλου κόπο το έπιασε. Και τι ψαριά ήταν αυτή!&nbsp;Κατευθύνθηκε μπροστά, κατευθείαν στο δίχτυ, αλλά το πισινό του μέρος ήταν ακόμη ελεύθερο: “Τράβα Τζάουμε, τράβα!”, είπε κατενθουσιασμένος. Έβαλε για αντίσταση το πόδι του στην άκρη της βάρκας και σιγά σιγά τράβηξε αυτό το μακρύ, χρωματιστό και γυαλιστερό ζώο που είχε πιαστεί στο δίχτυ του μέσα στη βάρκα. Εκείνο άρχισε να σπαρταρά σαν κάθε άλλο ψάρι, αλλά ο Τζάουμε, αν και ανδρείος, άρχισε να τρέμει σαν το φύλλο όταν το είδε καλύτερα. Λες και ήταν θαλάσσιο ερπετό, ήταν πολύ μεγαλύτερο από άνθρωπο και είχε παρδαλές χρωματιστές ρίγες πάνω στο ασημένιο σώμα του. Αντί για ένα κεφάλι είχε τρία, φαρδιά και πλακουτσωτά που ενώνονταν στον λαιμό και συνέχιζαν σαν ένα στο υπόλοιπο. Τα μάτια του ήταν μεγάλα, λαμπερά και εκφραστικά σαν ανθρώπου. Είχε και δύο ουρές που τις κουνούσε σαν βεντάλιες. Ο Τζάουμε, σαν κοίταξε μέσα στα έξι μάτια του πλάσματος, του σηκώθηκε η τρίχα και σήκωσε αμέσως το καμάκι του να αμυνθεί:</p><p>Τι είσαι εσύ, απαίτησε να μάθει, λες και το πλάσμα θα του απαντούσε αν καταλάβαινε ανθρώπινα λόγια και αν μπορούσε να μιλήσει. Και καταλάβαινε και του απάντησε.</p><p>Μην φοβάσαι ψαρά, του είπε το μυστήριο θαλάσσιο πλάσμα και με τα τρία του στόματα. Μην φοβάσαι τα τρία μου κεφάλια και τις δυο μου ουρές. Εγώ δεν θα σου κάνω κακό, μόνο εσύ θα μου κάνεις.</p><p>Ποιος εγώ; είπε αποσβολωμένος ο Τζάουμε. Όχι, όχι, ποτέ δεν σκοτώνω ψάρια που μιλάνε σαν άνθρωποι. Θυμήθηκε τότε το όνειρο του και ρώτησε, εσύ είσαι… η Κυρά;</p><p>Όχι, απάντησε το τέρας. Είμαι η Μητέρα των Ψαριών και απαιτώ να μάθω τι σκοπεύεις να μου κάνεις. </p><p>Κοίτα, της απάντησε ο Τζάουμε, είμαι ψαράς και έτσι θα σε πουλήσω στην ψαραγορά.</p><p>Όχι, όχι αυτό! φώναξε το τέρας. Κάνε ό,τι σου πω και δεν θα το μετανιώσεις. Κόψε όλα τα κεφάλια και τις ουρές μου. Πέτα με πάλι στη θάλασσα κι εκεί θα αναγεννηθώ. Γύρνα τότε στη γυναίκα σου και δώσε της το ένα μου κεφάλι, το άλλο δώσε το στο κυνηγόσκυλό σου και το τελευταίο στη φοράδα σου. Πρέπει ο καθένας τους να φάει όλο το δικό του. Φύτεψε μετά τις ουρές μου εκεί που είναι οι λεμονιές σου, σαν να ήταν σπόροι.</p><br><p>Ο Τζάουμε είχε εντυπωσιαστεί που το τέρας ήξερε όλες τις λεπτομέρειες της ζωής του:</p><p>Λοιπόν; Είσαι έτοιμος; του είπε αυστηρά η Μητέρα των Ψαριών.</p><p>Μα πως να σε σκοτώσω τώρα που σε άκουσα να μιλάς; είπε ο Τζάουμε και δάκρυα άρχισαν να γεμίζουν τα μάτια του. Δεν μπορώ να το κάνω σου λέω, είπε αποφασιστικά. </p><p>Μην έχεις έλεος Τζάουμε. Κάνε όπως σου λέω και αυτό θα είναι η σωτηρία σου.</p><br><p>Έτσι, ο Τζάουμε συνήλθε, πήρε το μαχαίρι του και διαμέλισε την Μητέρα των Ψαριών, όπως του είχε ζητήσει. Τα κεφάλια και οι ουρές του πλάσματος έμειναν να ματώνουν μέσα στη βάρκα και το σώμα του επιστράφηκε στην πικροθάλασσα. </p><br><p>Όταν ο Τζάουμε γύρισε σπίτι του εκείνο το βράδυ, η γυναίκα του, όπως πάντα, τον ρώτησε:</p><p>Πόσα ψάρια έπιασες σήμερα;</p><p>Σήμερα έπιασα… τη σωτηρία μας, της απάντησε και της εξιστόρησε ό,τι του είχε συμβεί.</p><br><p>Η σκέψη και μόνο να μαγειρέψει αυτά τα απαίσια κεφάλια έφερε στην Τζορντίνα αναγούλα, αλλά κι εκείνη ακολούθησε τις οδηγίες της Μητέρας των Ψαριών. Για τον εαυτό της, έκανε το κεφάλι στιφάδο με ντομάτες και πιπεριές. Ο σκύλος έφαγε το δικό του ωμό και του φάνηκε σκέτη λιχουδιά. Η φοράδα δυσκολεύτηκε να καταπιεί το δικό της κι ας της το είχαν κόψει μικρά κομματάκια ανακατεμένα με χαρούπια, καρότα και σανό. Ο Τζάουμε πήγε στις λεμονιές, έσκαψε δυο μικρούς λάκκους και έθαψε τις δυο ουρές κατακόρυφα με τις κορυφές να περισσεύουν από το έδαφος.</p><br><p>Σε λίγο καιρό το κυνηγόσκυλο γέννησε δυο εξαιρετικά λαγωνικά, το χρώμα τους ήταν αυτό της σοκολάτας, είχαν ένα λευκό αστέρι στο κούτελο και το στέρνο τους ήταν φαρδύ σαν βαρέλι. Μερικούς μήνες μετά, η γυναίκα του Τζάουμε που μέχρι τότε ήταν στέρφα, γέννησε δίδυμα. Ήταν τόσο όμορφα που όποιος τα έβλεπε δεν μπορούσε παρά ν΄ αναφωνίσει από θαυμασμό και να τους τσιμπήσει αμέσως τα μάγουλα. Ανάμεσα στις λεμονιές, εκεί που ο Τζάουμε είχε θάψει τις ουρές της Μητέρας των Ψαριών, είχαν φυτρώσει δυο σπαθιά, των οποίων τη λάμψη την έβλεπαν από μίλια μακριά. Και τέλος, λίγο καιρό μετά και από αυτό, η φοράδα γέννησε δυο μαύρα και δυνατά πουλάρια.</p><br><p>Τα χρόνια πέρασαν και ο Τζάουμε,&nbsp;μιας και η τύχη ήταν πια με το μέρος του, αγόρασε δυο ολοκαίνουριες τράτες και σύντομα έγινε γνωστός ως ο καλύτερος ψαράς της ακτής. Τα αγόρια, ο Τζαουμέτ και ο Τζουάν Μπατίστε ήταν πια ενήλικες. Από παιδί, ο Τζαουμέτ ήταν τολμηρός και ριψοκίνδυνος και ο Τζάουμε τον ανάθρεψε για να γίνει ψαράς. Καθημερινά οι δυο τους, μαζί με ένα μικρό πλήρωμα, έβγαιναν με τις τράτες τους στην ανοικτή θάλασσα. Οι ψαριές τους ήταν ξακουστές σε όλο το Δουκάτο της Δένια. Ο Τζουάν Μπατίστε ήταν ψηλός και καλοσυνάτος όπως και ο αδερφός του, αλλά πιο ήσυχος και σοβαρός. Αυτός έμαθε την ευγενική και υπομονετική τέχνη της γεωργίας. Καλλιεργούσε κάθε λογής φρούτα και δημητριακά στην καλά φροντισμένη γη τους: μοσχολέμονα, λεμόνια, ροδάκινα, μήλα, σιτάρι, κριθάρι, καλαμπόκι, τριφύλλι, ακόμη και λαχανικά για την οικογένεια. Επόμενο ήταν όλες οι νεαρές κοπέλλες της Δένια να θαυμάζουν αυτούς τους δυο εύστροφους, καλοστεκούμενους και δουλευταράδες νέους.</p><br><p>Και τα σκυλιά και τα άλογα; Αυτά κι αν ήταν παράξενα! Τα σκυλιά μεγάλωσαν πολύ και ήταν πολύ όμορφα με σπινθηροβόλα μάτια και νευρικά, καλοσχηματισμένα πόδια που τους επέτρεπαν να κυνηγούν και να πιάνουν το θήραμα τους με εντυπωσιακή ταχύτητα. Τα ψηλόλιγνα, αρχοντικά άλογα ήταν στ’ αλήθεια πανέμορφα, θα μπορούσαν να είναι οι επιβήτορες πριγκίπων και βασιλιάδων! Αλλά το πιο θαυμάσιο απ’ όλα ήταν ότι όλα τα ζώα δεν γερνούσαν! Τα σκυλιά και τα άλογα έμεναν τόσο νέα και σκληραγωγημένα όσο και οι δυο τους αφέντες. Η φοράδα και η σκύλα δυστυχώς πέθαναν από γεράματα, αλλά έφυγαν και οι δυο ευτυχισμένες. </p><br><p>Με αυτή την άνετη ζωή, με δυο μεγαλωμένα, ευγενικά αγόρια και με έναν σύζυγο ψαρά που αγαπούσε τη δουλειά του, η Τζορντίνα ήταν η πιο ευτυχισμένη γυναίκα στον κόσμο.</p><br><p>Μα τίποτα σε αυτή τη ζωή δεν είναι παντοτινό. Σαν έκλεισε τα είκοσι, ο Τζαουμέτ άρχισε να αισθάνεται ανήσυχος. Όχι ότι δεν του άρεσε η ζωή του του ψαρά στο πλευρό του πατέρα του, απλά ήθελε να δει τι του επιφύλασσε ο κόσμος. Έτσι, μια μέρα πήγε στους γονείς του και τους είπε:</p><p>Μητέρα, πατέρα, θέλω να γυρίσω τον κόσμο για να βρω μια κοπέλα να πάρω για γυναίκα μου.</p><p>Αχ, γιέ μου, έκλαψε η Τζορντίνα, ο Τζάουμε του έδωσε πατρικές συμβουλές, ο Τζουάν Μπατίστε του χτύπησε φιλικά την πλάτη και τελικά όλοι δέχτηκαν τα σχέδια του Τζαουμέτ. </p><br><p>Την επόμενη μέρα όλα ήταν έτοιμα: το άλογο, το σκυλί, μερικά ρούχα και φαϊ στη σέλα του και ένα πορτοφολάκι με δουβλόνια. Κουβαλούσε κι ένα ξίφος στη θήκη του. Βλέπετε, πήγε το προηγούμενο βράδυ στις λεμονιές και τελετουργικά έβγαλε το ένα από τα δύο ξίφη από το χώμα, κανείς δεν τα είχε αγγίξει τόσα χρόνια. Το ξίφος ήταν αψεγάδιαστο, δεν είχε καμία ατέλεια μα ούτε και σκουριά. Γυάλιζε στον πρωινό ήλιο και η λεπίδα του ήταν τόσο κοφτερή που μπορούσε να κόψει στον αέρα μια τρίχα στα δύο.</p><br><p>Ήταν δέκα το πρωί και τα Απριλιάτικα λουλούδια άνθιζαν σε ολόκληρη τη Δένια. Η&nbsp;μουσική των ζουζουνιών γέμιζε τον παραδεισένιο αέρα κι έξω από το σπιτικό τους ο Τζάουμε, η Τζορντίνα και ο Τζουάν Μπατίστε χάζευαν τον Τζαουμέτ. Καβάλα στο άλογό του, με το ξίφος του στο πλάι και με το σκυλί του να χοροπηδάει στο πλευρό του έμοιαζε με σωστό ιππότη. Αποχαιρετώντας τους, ο Τζαουμέτ γύρισε και είπε στον Τζουάν Μπατίστε:</p><p>Να έχεις τον νου σου καθημερινά στις λεμονιές Τζουάν Μπατίστε. Αν το άλλο ξίφος αρχίσει να σκουριάζει, σημαίνει ότι βρίσκομαι σε κίνδυνο.</p><p>Μα πως το ξέρεις;</p><p>Ε να, είπε ο Τζαουμέτ σφίγγοντας τα χείλη του, το είδα χθες σε όνειρο.</p><p>Αν είναι έτσι, τότε πρέπει να είναι αλήθεια. Θα κάνω όπως μου λες, έχεις τον λόγο μου. </p><br><p>(Κλίπιτικλοπ! Κλιπιτικλοπ!) Ο Τζαουμέτ κάλπασε μακριά χωρίς να κοιτάξει πίσω αφήνοντας ένα σύννεφο κόκκινης σκόνης. Τα τελευταία λόγια του αδερφού του χαράχτηκαν στη μνήμη του: “Σου δίνω τον λόγο μου… Εις το επανειδείν!”</p><br><p>Εκείνο τον καιρό, πέρα από τη Δένια, σε μια όμορφη περιοχή στις δυτικές πεδιάδες, υπήρχε μια πλούσια πόλη που τη διοικούσε ο Δούκας Φρεντερίκ δε λες Ντούες Άιγουες. Είχε λοιπόν συμβεί σ΄ εκείνη την πόλη και περιοχή να πέσει μεγάλη κακοτυχία. Κανείς δεν ήξερε πώς και γιατί, αν ήταν τιμωρία από τους Ουρανούς ή από την Κόλαση. Οι άνθρωποι ζούσαν καθημερινά με τον φόβο και υπήρχε γενικά μεγάλη ταραχή. Κι αυτό γιατί ένας δράκος με εφτά κεφάλια είχε έρθει να εγκατασταθεί εκεί κι έβγαινε κάθε τόσο κι έτρωγε τους κατοίκους. Για να κρατήσουν τον δράκο ευχαριστημένο και μακριά από την πόλη (και ιδιαίτερα από το κάστρο όπου έμενε ο Δούκας με την οικογένεια και τους υπηρέτες του), οργανωνόταν κάθε δύο εβδομάδες μια κλήρωση. Όποιου δύσμοιρου του τύχαινε ο κλήρος αφηνόταν στην Πενιέτα δε λες Όρτες για να τον φάει το τέρας κι έτσι να μην κάνει επίθεση στην πόλη και γίνει μεγαλύτερο το κακό. Αυτή η μέθοδος αποφασίστηκε βέβαια μετά από πολλές και αιματοβαμμένες προσπάθειες να σκοτώσουν το κτήνος.</p><br><p>Αυτό φυσικά δεν ήταν και η καλύτερη λύση. Ο κλήρος μπορούσε να πέσει σε οποιαδήποτε οικογένεια και όλοι φοβόντουσαν. Πολλοί θεωρούσαν ότι με αυτό θα ερχόταν και το τέλος του δουκάτου. Εκείνον λοιπόν τον Απρίλιο που ο νεαρός Τζαουμέτ άφησε το σπιτικό του, έλαχε ο κλήρος να πέσει στην κόρη του Δούκα να αφεθεί στην Πενιέτα δε λες Όρτες για να φαγωθεί από τον δράκο. Αυτό ήταν και απόδειξη ότι ο κλήρος ήταν δίκαιος αλλά ο Δούκας δεν μπορούσε να δεχτεί αυτή τη μοίρα για την κόρη του. Από την ημέρα της κλήρωσης μέχρι και τη σκοτεινή μέρα της μεταφοράς της κόρης του ο Δούκας Φρεντερίκ δε λες Ντούες Άιγουες το είχε αποδεχτεί στωικά. Αλλά σαν ήρθε η στιγμή, προκήρυξε σε όλον τον τόπο ότι όποιος θα σκότωνε τον δράκο, πλούσιος ή φτωχός, νέος ή γέρος, ευγενής ή αγρότης, θα έπαιρνε την κόρη του για γυναίκα.</p><br><p>Παρόλο που ο Τζαουμέτ είχε ταξιδέψει στη γη του Δούκα, δεν είχε ακούσει τίποτα γι΄ αυτήν την προκήρυξη. Εκείνο τον καιρό τα νέα δεν ταξίδευαν και πολύ γρήγορα και ο Τζαουμέτ το μόνο που έκανε ήταν να πηγαίνει καβάλα την ημέρα, να τρώει το φτωχικό φαγητό που είχε φέρει μαζί του και να περνάει τις νύχτες του σε κάποιο πανδοχείο στην άκρη του δρόμου. Έτσι έφτασε στην Κοσεντάινα χωρίς να έχει διασχίσει καμία πόλη και η μόνη του επαφή με άνθρωπο ήταν με κανέναν μαγαζάτορα όταν σταματούσε να αναπληρώσει τις προμήθειές του. </p><br><p>Από την Κοσεντάινα, πάλι μέσα από λιβάδια, πέρασε δίπλα από τα βουνά Καρρασκάρ ντ’ Αλκόι που ήταν φορτωμένα με πυκνά δάση και αντηχούσαν από τα κελαηδίσματα των πουλιών και τα μουγκρητά των θηρίων που έμεναν εκεί, μέχρι που έφτασε στο πέρασμα της Αϊγουέτα Αμάργα. Εκεί σταμάτησε το άλογό του και προς το Νότο είδε ένα πλατύ, πράσινο και καλλιεργημένο πλάτωμα που περικυκλωνόταν από ομιχλώδη βουνά. Είδε και μια πόλη, θα ήταν δεν θα ήταν τριών χιλιάδων κατοίκων, που στο κέντρο της είχε έναν λόφο που στολιζόταν από ένα όμορφο κάστρο. Αυτό ήταν το κάστρο του Φρεντερίκ δε λες Ντούες Άιγουες.</p><br><p>Ο Τζαουμέτ έκατσε λίγο ακίνητος πάνω στο άλογο του θαυμάζοντας την ηρεμία του πλατώματος και σκέφτηκε μήπως και ήταν αυτή η πόλη στην οποία θα έβρισκε τη γυναίκα που αναζητούσε. Το σκυλί, που μέχρι τώρα είχε πάει να κάτσει κάτω από έναν άρκευθο, πετάχτηκε ξαφνικά και άρχισε να γαβγίζει μανιασμένα. Με αυτό ο Τζαουμέτ συνήλθε από το ονειροπόλημά του και γύρισε να δει τον σκύλο του που τώρα γάβγιζε με σηκωμένη την τρίχα. Άκουσε και κάτι άλλο που ερχόταν από ένα αλσύλλιο πεύκων και βελανιδιών στα δεξιά του δρόμου, κάτω από τα γκρεμνά των βουνών Μπισκόι. Ήταν σαν κάτι μεγάλο να σερνόταν στο έδαφος συνοδευόμενο από έναν συριχτό και βραχνό ήχο που όσο πήγαινε και δυνάμωνε μέχρι που έγινε εκκωφαντικός. Ο Τζαουμέτ, ο σκύλος και το άλογο πάγωσαν από φόβο, κανείς τους δεν κουνούσε ούτε βλέφαρο. Και βέβαια τι ήταν, μα φυσικά ο εφτακέφαλος δράκος, που ήρθε να τους συναντήσει. Πάνω από τους θάμνους, ο Τζαουμέτ μπορούσε τώρα ξεκάθαρα να διακρίνει τα εφτά ανοικτά στόματα με τις εφτά φλεγόμενες γλώσσες τους, το βαρύ και μυώδες σώμα του δράκου γεμάτο λέπια και τα δυνατά , μπροστινά του πόδια με τα κοφτερά νύχια. Το άλογο τα είχε χάσει τόσο πολύ που παραλίγο να λυγίσουν τα γόνατά του, το σκυλί άρχισε το αλύκτισμα και τότε το τέρας επιτέθηκε. </p><br><p>Ο ψαράς δεν είχε χρόνο να σκεφτεί. Πήδηξε στο έδαφος, σήκωσε το ξίφος του και όρμησε στον δράκο με όλη του τη δύναμη. Τα εφτά κεφάλια του δράκου που είχαν ανοίξει τα στόματα τους έτοιμα να τον καταβροχθίσουν σταμάτησαν έκπληκτα. Ο Τζαουμέτ είχε αρχίσει να στριφογυρίζει το ξίφος του και η περιστρεφόμενη λεπίδα άρχισε να βγάζει έναν ήχο σαν αυτόν του ανέμου που φυσούσε δυνατά. Τότε ξάφνου, προς έκπληξη και του ίδιου του Τζαουμέτ, το ξίφος του έφυγε από τα χέρια και συνέχισε μόνο του προς τον δράκο κόβοντάς του και τα εφτά κεφάλια σαν να ήταν καρότα που ετοιμαζόντουσαν για στιφάδο. Τα κεφάλια έπεσαν στο έδαφος με τις κολασμένες τους γλώσσες να κρέμονται στο πλάι, ενώ το σώμα του δράκου άρχισε να συσπάται και να τεντώνεται με τέτοια δύναμη, που η ουρά του ξερίζωνε και κατέστρεφε ό,τι βρισκόταν στο διάβα της. Μετά από λίγο όμως οι σπασμοί σταμάτησαν και ο δράκος σωριάστηκε στο έδαφος νεκρός.</p><br><p>Ο Τζαουμέτ σήκωσε το ξίφος από το χώμα και το κοίταξε καλά. Ήταν περήφανος για τον εαυτό του και ταυτόχρονα θαύμασε πώς βρήκε το κουράγιο να κάνει μια τέτοια επίθεση. Μέχρι εκείνη τη στιγμή οι μοναδικές μάχες που είχε δώσει ήταν με τα κύματα και τους ανέμους: “Πρέπει όλο αυτό να ήρθε από το ξίφος”, σκέφτηκε, “μαγικό θα είναι”. Έπειτα, με την κοφτερή λεπίδα του ξίφους του έκοψε τις εφτά γλώσσες του θηρίου και τις πήρε μαζί του, ενθύμιο από αυτήν την αναμέτρηση. Βρήκε μια πηγή εκεί κοντά και ξέπλυνε το αίμα από το ξίφος και τις γλώσσες και τις φόρτωσε στη σέλα του. Σκούπισε τον ιδρώτα του αλόγου του, χάιδεψε τον σκύλο και με έναν μορφασμό αηδίας κοιτάζοντας για τελευταία φορά το ακέφαλο πτώμα του δράκου, συνέχισε τον δρόμο του. Χωρίς να ξανακοιτάξει πίσω του, έβαλε πορεία για το κάστρο.</p><br><p>Το πέρασμα της Αϊγουέτα Αμάργα ήταν όντως πολύ όμορφο. Προς το Νότο βρισκόταν ανάμεσα στο δάσος από βελανιδιές του Αλκόι στα αριστερά και στα γκρεμνά του Μπισκόι στα δεξιά. Ήταν απόλαυση, μετά από ένα μακρύ και σκληρό χειμώνα, να βλέπει κανείς το φως του ήλιου να διαχέεται παντού μαζί με τη φρέσκια μυρωδιά του εδάφους. Το πευκοδάσος είχε τριών ειδών πεύκα και τα χρώματά τους το έκαναν πραγματικό παράδεισο. Με τους αμέτρητους θάμνους, βελανιδιές και άρκευθους, μα και με την ποικιλία από θυμάρι, λεβάντα, δεντρολίβανο, άγριο τριαντάφυλλο και χαμομήλι, αυτός ο τόπος ήταν η χαρά κάθε ξυλοκόπου και φούρναρη!</p><br><p>Πράγματι, κάθε μέρα ένας συγκεκριμένος φούρναρης από το χωριό Ονίλ, πήγαινε και έκοβε τα πιο μυρωδάτα ξύλα για τον φούρνο του. Τον έλεγαν ελ Μπλανέτ (δηλαδή ο Μαλθακός) και ήταν άσκημος σαν βάτραχος. Εκείνη την ημέρα λοιπόν, ο ελ Μπλανέτ, όπως και κάθε μέρα, επέστρεφε πίσω στο χωριό με το γαϊδουράκι του φορτωμένο ξύλα, όταν άκουσε τους ήχους της μάχης του Τζαουμέτ με τον δράκο. Πήγε και κρύφτηκε κάτω από έναν άρκευθο σαν νυφίτσα και άφησε τον γάιδαρό του να βοσκήσει ανενόχλητος: “Αχ, κάνε ο δράκος να φάει τον γάιδαρο και όχι εμένα”, σκέφτηκε. Αλλά πέρασε τέταρτο, πέρασε μισή ώρα και δεν ακουγόταν πια τίποτα, μόνο το αεράκι που φυσούσε τα κλαδιά.&nbsp;Ταραγμένος από αυτήν την ησυχία, ο ελ Μπλανέτ σκέφτηκε: “Μα τι μπορεί να συνέβη;” και πήγε να βρει τον γάιδαρό του και τον βρήκε, δίπλα στον κεντρικό δρόμο, να μυρίζει αυτό το απαίσιο, βρωμερό και ακίνητο πτώμα του δράκου. </p><br><p>Μέρες πριν, βέβαια, ο ελ Μπλανέτ είχε ακούσει την προκύρηξη του Δούκα και σαν είδε αυτό το θέαμα σκέφτηκε: “Τώρα την πιάσαμε την καλή!”. Πλησίασε τον δράκο και χωρίς να τον νοιάζει και πολύ, μιας και ήταν και χοντροκομμένος άνθρωπος, σήκωσε τα εφτά κεφάλια, τα φόρτωσε και αυτά στον γάιδαρο και κίνησε για το κάστρο του Δούκα. Είχε φροντίσει όμως να βουτήξει και το μικρό του τσεκούρι στο αίμα του δράκου πριν φύγει.</p><br><p>Καθώς διέσχιζε την πόλη, όλοι ενθουσιάστηκαν με τα νέα ότι είχε σκοτώσει τον δράκο και τώρα πήγαινε να δώσει τα κεφάλια στον Δούκα. Ο κόσμος έτρεξε να ειδοποιήσει τον δήμαρχο και τον παπά, ο οποίος και άρχισε να βαράει τις καμπάνες έτσι που δεν τις είχε ξανακούσει ποτέ η πόλη. Κάθε χτύπημα θα έλεγε κανείς πως ήταν και γέλιο χαράς! Φωνές επαίνων αντήχησαν σε ολόκληρη την πόλη καθώς ο ελ Μπλανέτ από το Ονίλ με τον παραφουσκωμένο του σάκο ανέβηκε την οδό Καρρίλ ίσια προς την είσοδο του κάστρου του Δούκα.</p><br><p>Έφτασε μπροστά στην πύλη, ξεπέζεψε από τον γάιδαρό του, που τον άφησε στη φροντίδα της φρουράς, και απαίτησε να δει τον άρχοντα του κάστρου. Οδηγήθηκε αμέσως μπροστά στον Δούκα, στη Δούκισσα, στην κόρη τους και σε όλους τους αυλικούς που περίμεναν με ανυπομονησία. Ο ελ Μπλανέτ τότε στάθηκε μπροστά τους, έκανε μια ατσούμπαλη υπόκλιση και άνοιξε τον σάκο του με αποτέλεσμα να κυλήσουν τα κεφάλια και να λερώσουν το ακριβό χαλί του Δούκα. Στη συνέχεια παρουσίασε και το μικρό του τσεκούρι: “Ααααα!” αναφώνησε όλη η αίθουσα με αηδία και τρόμο. Ο Δούκας τότε κάλεσε μπροστά του δυο συμβολαιογράφους, έναν κτηνίατρο, τρεις υπηρέτες και έναν γραμματέα. Οι υπηρέτες έβαλαν τα κεφάλια πάνω σ΄ ένα τραπέζι και ο κτηνίατρος πλησίασε να τα εξετάσει. Τα έπιασε καλά καλά παντού αλλά, έτσι ανόητος που ήταν, ούτε που κοίταξε στα στόματα τους:</p><p>Είναι αλήθεια, ανακοίνωσε με στόμφο, αυτά είναι τα κεφάλια του δράκου.</p><p>Ναι, αυτά είναι τα κεφάλια του δράκου, είπε ο δεύτερος συμβολαιογράφος.</p><p>Μεγαλειότατε, είπε και ο πρώτος συμβολαιογράφος, αυτά είναι τα εφτά κεφάλια του δράκου που τυραννούσε τόσο καιρό τον τόπο.</p><p>Καθισμένος σε ένα μαξιλάρι στο πάτωμα ο γραμματέας κατέγραφε σ΄ ένα χαρτί, τόσο κίτρινο όσο κι αυτός, ό,τι λεγόταν και συνέβαινε στην αίθουσα.</p><br><p>Έτσι λοιπόν, στεκόταν μπροστά στον Δούκα ο ελ Μπλανέτ, με τα στραβά του πόδια και το τσεκούρι του στο χέρι, με τους ανόμοιούς του ώμους, την πλακουτσωτή του μύτη και τα γυαλιστερά του μάτια κάτω από τα κατάμαυρα, σαν το εσωτερικό του φούρνου του, φρύδια. Ούτε που πρόσεξε τη δυσωδία που άρχισε να βγαίνει από τα κεφάλια του δράκου, είχε μάτια μόνο για την όμορφη σαν ρόδο και ντελικάτη σαν χειμερινό σιτάρι Ελιονόρ, την κόρη του Δούκα, που μόλις είχε κλείσει τα δεκαεφτά.</p><br><p>Σε όλη την αίθουσα επικράτησε τότε παγερή σιγή. Όλοι τους ήταν σοκαρισμένοι, δεν μπορούσαν να φανταστούν ότι αυτό το πανέμορφο νεαρό πλάσμα που τους είχε κάνει όλους τόσο περήφανους με την αυτοθυσία της θα έπεφτε στα χέρια αυτού του πανάσχημου στραβοκάνη φούρναρη και η χαρά τους από τον θάνατο του δράκου μετατράπηκε σε απελπισία. Ο Δούκας Φρέντερικ τότε καθάρισε τον λαιμό του, πήρε μια βαθιά ανάσα και είπε: “Φαίνεται πως είναι αλήθεια ότι αυτός ο άνδρας σκότωσε τον δράκο. Μιας και λοιπόν, σύμφωνα με την προκήρυξή μου, μας παρουσίασε τα εφτά κεφάλια εγώ, ο Δούκας και άρχοντας αυτού του τόπου, θα κρατήσω τον λόγο μου και θα δώσω το χέρι της θυγατέρας μου στον…”. Ακολούθησε μια αναμενόμενη παύση μιας και κανείς δεν είχε πει στον Δούκα το όνομα του φούρναρη. Τότε ο θρασύς άνδρας έκανε ένα βήμα μπροστά και με άλλη μια υπερβολική υπόκλιση είπε δυνατά: “Μεγαλειότατε, στον Τονέτ Καντό, παρατσούκλι ελ Μπλανέτ, φούρναρη από το χωριό Ονίλ”.</p><br><p>Α, αυτό παραπήγαινε, πρώτα αυτή η εμφάνιση και τώρα αυτό! Η Ελιονόρ λιποθύμησε επί τόπου στην αγκαλιά της μητέρας της η οποία ξέσπασε σε κλάματα. Ο Δούκας τότε πρόσταξε: “Αρκετά! Γυρίστε όλοι στις δουλειές σας! Και οδηγήστε τον μελλοντικό γαμπρό μου στον πύργο με τον ξενώνα”. Καθώς δυο υπηρέτες οδηγούσαν τον ελ Μπλανέτ στον ξενώνα, εκείνος χαμογέλασε πονηρά και σκέφτηκε: “Ήταν όντως καλή ιδέα να βουτήξω το τσεκούρι μου στο αίμα του δράκου”.</p><br><p>Σαν ο πρώτος ενθουσιασμός πέρασε, στην πόλη τώρα είχε γίνει σούσουρο η ελευθερία τους από τη δυναστεία του δράκου μα και η δυστυχία της όμορφης κόρης του Δούκα που θα παντρευόταν αυτόν τον άσχημο τιποτένιο: “Μην ήταν καλύτερα να την είχε φάει ο δράκος;” ακούστηκε να λέει μια νοικοκυρά.</p><br><p>Ακόμη έλαμπε το φως της μέρας όταν ο Τζαουμέτ κάλπασε στην πόλη σαν σωστός ιππότης πάνω στο περήφανο άλογό του, με το σπαθί του στο πλάι και το καθαρόαιμο σκυλί του να προχωρά υπάκουα δίπλα του. Είχε χασομερήσει στη διαδρομή του από την Αϊγουέτα Αμάργα, πότε γιατί σταμάτησε να τσιμπήσει κάτι, πότε γιατί μπήκε σε πανδοχείο να πιει και πότε για να ξαπλώσει κάτω από ένα δέντρο να θαυμάσει το τοπίο. Ρωτώντας τριγύρω, βρήκε ένα δωμάτιο να μείνει στο Οστάλ δε λα Κρέου, σε μια μικρή πλατεία. Βγαίνοντας να κάνει βόλτα στην όμορφη αυτή πόλη δεν πίστευε στ’ αυτιά του με αυτά που άκουσε. Πρώτα του προλάβε τα μαντάτα με κάθε λεπτομέρεια μια παρέα γυναικών: “Τουλάχιστον αν ο φούρναρης ήταν όμορφος σαν εσένα…” του είπε μάλιστα μία. Δεν σταματούσαν να κοιτούν όλες τον Τζαουμέτ, ειδικά αυτές που είχαν κόρες σε ηλικία παντρειάς:</p><p>Αυτό είναι το δημαρχείο, κύριε, τον πληροφόρησαν.</p><p>Ευχαριστώ πολύ, απάντησε και φτάνοντας τον φύλακα στην είσοδο, του είπε, θέλω να δω τον δήμαρχο.</p><br><p>Ο φύλακας οδήγησε τον Τζαουμέτ στον καλοντυμένο δήμαρχο, ο οποίος βλέποντας τον, πήδηξε από το κάθισμα του και τον ρώτησε: “Τι σε φέρνει στα μέρη μας, ευγενικέ ιππότη;”. Φανταστείτε την εμφάνιση του Τζαουμέτ για να του απευθύνει τον λόγο έτσι ο δήμαρχος, ο οποίος δεν ήταν και άπειρος από τη ζωή, ήταν στα περασμένα πενήντα:</p><p>Θέλω να πάω στο κάστρο του Δούκα, απάντησε ο Τζαουμέτ. Έχω κάποιες πληροφορίες για αυτόν τον… Τονί ελ Μπλανέτ και τον εφτακέφαλο δράκο. </p><p>Θα σε πάω εγώ ο ίδιος εκεί, του είπε ο δήμαρχος.</p><p>Ευχαριστώ κύριε. Μα πρώτα πρέπει να επιστρέψω στο Οστάλ δε λα Κρέου να πάρω ένα δώρο που έχω φέρει για τον Δούκα.</p><br><p>Ο Τζαουμέτ και ο δήμαρχος κατηφόρισαν προς το πανδοχείο, ακολουθούμενοι από δυο φρουρούς και ένα πλήθος περίεργων που όλο και μεγάλωνε. Από εκεί, όλοι μαζί άρχισαν ν΄ ανηφορίζουν προς το κάστρο χωρίς ν΄ακούγεται τίποτα και σαν έφτασαν στην πύλη το πλήθος ήταν πια πολύ μεγάλο και άρχισαν να συζητούν μεταξύ τους:</p><p>Λένε ότι θα κάνει μια σημαντική δήλωση.</p><p>Τι είδους δήλωση;</p><p>Για τον φούρναρη.</p><p>Α, τι λες;</p><p>Και τον δράκο.</p><p>Μπα, μπα, πολύ μυστήριο μου ακούγεται όλο αυτό.</p><br><p>Ο δήμαρχος οδήγησε τον νεαρό στην κεντρική αίθουσα όπου ο Δούκας καθόταν στον θρόνο του περιτριγυρισμένος από την Αυλή του. Η Δούκισσα και η κόρη της είχαν αποσυρθεί στα διαμερίσματα τους.</p><br><p>Πριν την άφιξη του Τζαουμέτ, όλοι συζητούσαν έντονα την άρνηση της Ελιονόρ να παντρευτεί τον ελ Μπλανέτ επειδή εκτός από άσκημος ήταν ήδη μεσόκοπος. Αλλά ο Δούκας ήταν ανένδοτος:</p><p>Θα κρατήσω τον λόγο μου!</p><p>Μα πώς Μεγαλειότατε; τόλμησε να διαφωνήσει ένας αυλικός, αυτό θα είναι θανατική καταδίκη για την γλυκιά μας Ελιονόρ, και χρησιμοποιώντας μια λαϊκή έκφραση συνέχισε, θα είναι πιο νεκρή κι από νεκρή. </p><br><p>Τότε ο Τζαουμέτ και ο δήμαρχος ζήτησαν ακρόαση από τον Δούκα. Οδηγήθηκαν μπροστά στον Δούκα και εκείνος έκανε νόημα στον δήμαρχο να μιλήσει:</p><p>Άρχοντά μου, σου παρουσιάζω αυτόν τον ιππότη, τον Τζαουμέτ δε λα Μπάρκα Νόβα, ο οποίος και επιθυμεί να σας πει την αλήθεια για τον θάνατο του δράκου, είπε ο δήμαρχος, προφανώς επινοώντας τον ψευτοτίτλο δε λα Μπάρκα Νόβα.</p><p>Κι άλλη αλήθεια; είπε μπερδεμένος ο άρχοντας του τόπου, σε διαβεβαιώ δήμαρχε πως την ακούσαμε την αλήθεια. Είδαμε τα κεφάλια του δράκου και είδαμε και το αίμα του στο τσεκούρι του φούρναρη.</p><p>Καλά όλα αυτά Μεγαλειότατε, είπε με σεβασμό αλλά και λίγο ενοχλημένος ο δήμαρχος. Σας μεταφέρω ότι ο ιππότης δε λα Μπάρκα Νόβα που στέκεται μπροστά σας, μου ζήτησε να σας ενημερώσω. Αν επιτρέπετε, μπορεί αυτός να σας διαφωτίσει περαιτέρω. </p><p>Μίλα ιππότη, πρόσταξε ο Δούκας στον Τζαουμέτ, ο οποίος μέχρι τότε περίμενε υπομονετικά με τον σάκο του στο χέρι.</p><p>Η αλήθεια είναι άρχοντά μου, είπε χωρίς περικοκλάδες, πως εγώ σκότωσα τον δράκο και πως εγώ πρέπει να έχω την τιμή να παντρευτώ την εξαιρετική σου θυγατέρα.</p><br><p>Απότομη σιγή πλημμύρισε την αίθουσα, που ακολουθήθηκε από αναστεναγμούς ικανοποίησης.</p><br><p>Σιωπή! διέταξε ο Δούκας και σηκώθηκε παίρνοντας στάση πολεμιστή. Πολύ φοβάμαι Τζαουμέτ δε λα Μπάρκα Νόβα πως κάποιο λάθος κάνεις, δεν μπορεί να είσαι εσύ ο σφαγέας του δράκου, αν και θα το ήθελα πολύ. Έχω στην κατοχή μου τα εφτά κεφάλια του δράκου που μου τα έφερε ένας φούρναρης, απόδειξη πως αυτός σκότωσε τον δράκο.</p><p>Συγχωρέστε με Μεγαλειότατε, είπε ο Τζαουμέτ χαμογελώντας, αλλά ο φούρναρης δεν σας έφερε ολόκληρα τα εφτά κεφάλια. Αλήθεια είναι πως έχετε τα εφτά κεφάλια, όπως αλήθεια είναι ότι εγώ έχω τις εφτά γλώσσες τους!</p><p>Πώς! ακούστηκε απ΄ όλη την αίθουσα.</p><p>Ζήτω ο Ιππότης από τη Μπάρκα Νόβα! πανηγύρισαν αμέσως.</p><br><p>Έφεραν πάλι τα κεφάλια στο τραπέζι και ο κτηνίατρος αυτή τη φορά άνοιξε τα στόματά τους με μια τανάλια και όντως, οι γλώσσες τους έλειπαν. Ο Τζαουμέτ τότε άνοιξε τον σάκο του και ο κτηνίατρος έβγαλε τις γλώσσες του δράκου μία μία και τις κράτησε ψηλά να τις θαυμάσουν όλοι: “Φέρτε μπροστά μου τον φούρναρη!”, είπε τότε εξοργισμένος ο Δούκας. Τον έφεραν, πίσω από τους δυο συμβολαιογράφους και στην αίθουσα τώρα κυριαρχούσε νεκρική σιγή, όλοι είχαν αγωνία να δουν τι θα συνέβαινε. Ο Τζαουμέτ ίσα που κουνήθηκε, απλά χαμογέλασε και δεν έβγαλε άχνα:</p><p>Μου έφερες τα εφτά κεφάλια ολόκληρα; ρώτησε παγωμένα ο Δούκας τον φούρναρη, ο τόνος του ήταν ξεκάθαρα εχθρικός. </p><p>Ναι Μεγαλειότατε, είπε ο παλιάνθρωπος.</p><p>Λες ψέματα! Λείπουν οι γλώσσες τους!</p><p>Ο Τονί Καντό, ο ελ Μπλανέτ είχε τότε το θράσος να πάει και να κοιτάξει καθένα από τα εφτά κεφάλια για να σιγουρευτεί. Σαν είδε όμως πως ήταν αλήθεια, άρχισε να τρέμει ολόκληρος. Του δείξανε και τον σάκο του Τζαουμέτ…:</p><p>Ξέρεις τι κάνω εγώ τους ψεύτες; ρώτησε αυστηρά ο Δούκας.</p><p>Όχι Μεγαλειότατε.</p><p>Τους κρεμάω από τον ψηλότερο πύργο!</p><p>Συγχωρέστε με αφέντη μου, παρακάλεσε ο ελ Μπλανέτ γονατίζοντας, από αγάπη για την κυρά Ελιονόρ τα έκανα όλα.</p><br><p>Ο Δούκας είχε χαρεί τόσο πολύ που ξεφορτώθηκε αυτόν τον γαμπρό που τον συγχώρεσε αλλά με έναν όρο: Με την απειλή της εκτέλεσης, ο ελ Μπλανέτ από δω και μπρος θα αρκείται στον φούρνο του, στο αλεύρι και στα καυσόξυλά του και ποτέ, μα ποτέ δεν θα ξανακάνει άλλη ατιμία που να ρεζιλέψει τους κατοίκους του Ονίλ.</p><br><p>Λίγες μέρες μετά, μέσα σε ατμόσφαιρα χαράς και γιορτής, ο Τζαουμέτ και η Ελιονόρ παντρεύτηκαν. Οι νεόνυμφοι εγκαταστάθηκαν στον Πύργο Πρίμα απ΄ όπου έβλεπαν πέρα μακριά στον ορίζοντα και τα βράδια έφτανε το πιο αρωματικό αεράκι από τα χωράφια των τριφυλλιών. Οι δημόσιες γιορτές κράτησαν μέρες και το ζευγάρι πέρασε αρκετές ευτυχισμένες εβδομάδες εκεί. Μα το ανήσυχο πνεύμα του Τζαουμέτ άρχισε πάλι να αναζητά περιπέτεια. Μια μέρα καβάλησε το άλογό του, πήρε το ξίφος του και τον πιστό του σκύλο, που περνούσαν ζωή χαρισάμενη με τη φροντίδα του δουκάτου, και κίνησε να εξερευνήσει την περιοχή. Θα γινόταν άρχοντας του τόπου άλλωστε, όταν ερχόταν η ώρα, οπότε αυτή η κίνηση ήταν απόλυτα φυσιολογική. </p><p>Είπε να πάει και μέχρι το χωριό Ονίλ, που δεν απείχε και πολύ. Με χαλαρό καλπασμό και με το σκυλί του να τρέχει ευτυχισμένο στο πλάι του, πλησίασε το χωριό μια μέρα του Ιουνίου. Τα περήφανα βουνά του Ονίλ ορθώθηκαν μπροστά του, στη μέση των βάλτων μπορούσε να διακρίνει την Λιάκ δελς Ουλλιάλς με τις μαυρόκοτες και τις αλκυόνες της και πέρα από αυτήν να σου και το χωριό. Φαινόταν εντυπωσιακό και μυστηριώδες έτσι όπως ήταν ανάμεσα σε δυο μεγαλειώδεις χαράδρες.</p><br><p>Είχε σχεδόν φτάσει στο χωριό όταν στα δεξιά του, στην είσοδο του χωριού, παρατήρησε ένα παράξενο κτίσμα. Ήταν περικυκλωμένο από έναν μεγάλο κήπο με πράσινους τοίχους και μέσα φαινόντουσαν οι κορυφές πολλών δέντρων. Από τα δέντρα αυτά ερχόντουσαν τα τραγούδια καρδερίνων και αηδονιών και το αεράκι έφερνε μέσα από τον κήπο το άρωμα ρόδων, βιολετών και παπαρούνων. Του Τζαουμέτ του φάνηκε σωστός παράδεισος, μα η αλήθεια ήταν ότι εκεί έμενε μια μάγισσα. Είχε εγκατασταθεί εκεί πριν από εκατό χρόνια, φεύγοντας από το προηγούμενο σπίτι της, μια μεγάλη υδάτινη λακούβα στη ζάρα ενός βουνού. Τώρα είχε τη φήμη μιας μοναχικής γυναίκας που σπάνια την έβλεπε κανείς και ποτέ κανείς δεν είχε δει τους υπηρέτες της. </p><br><p>Ο Τζαουμέτ σταμάτησε το άλογο του έξω από την είσοδο και τότε άκουσε μια μελωδική γυναικεία φωνή να του λέει: “Έλα μέσα ιππότη, έλα μέσα και θα ακούσεις το πουλί που μιλάει”. Έχοντας εμπιστοσύνη στην ανδρεία του, ο Τζαουμέτ μπήκε μέσα καβάλα στο άλογο, με το σκυλί στο πλευρό του. Κοίταξε δεξιά κι αριστερά μα τα μόνα φτερωτά πλάσματα που είδε ήταν αυτά που κελαηδούσαν στα κλαδιά των ακακιών, των δαφνών και των λευκών. Κάλπασε γρήγορα μέχρι το σπίτι, ξεπέζεψε, έδεσε το άλογο σ΄ ένα δέντρο και τον σκύλο στο χαλινάρι του αλόγου και χτύπησε την πόρτα. Ξαφνικά, από το πουθενά τον περικύκλωσαν φλόγες, είχε μαγευτεί! Ακούστηκε τότε και ένα τρομερό, χαιρέκακο γέλιο.</p><br><p>Σαν ξύπνησε ο ψαράς, σαν από όνειρο, βρισκόταν σε μια τεράστια αίθουσα γεμάτη αγάλματα κυριών και ιπποτών. Προσπάθησε να κινηθεί, αλλά δεν μπορούσε. Η πλέον πέτρινη καρδιά του στενοχωρήθηκε πολύ και το πέτρινο μυαλό του ανέτρεξε τώρα στους γονείς και στον αδερφό του, μα πιο πολύ στην όμορφη γυναίκα του, που θα θρηνούσε την εξαφάνισή του.</p><br><p>Στο μεταξύ, πίσω στη Δένια, η ζωή περνούσε, ως συνήθως, ακριβώς όπως την είχε αφήσει ο Τζαουμέτ παρόλο που η Τζορντίνα, όπως όλες οι μητέρες, ανησυχούσε διαρκώς. Βλέπετε, με την μια και την άλλη περιπέτεια, με τον γάμο του και την καινούρια του ζωή, ο Τζαουμέτ είχε αμελήσει να γράψει γράμμα σπίτι. Δεν είχε περάσει και τόσος καιρός και, παρόλο που είχαν ξαναπεράσει διαστήματα μακριά, κάθε μέρα που περνούσε φαινόταν χρόνος στην Τζορντίνα και θα ήθελε να είχε νέα του γιου της. </p><p>Μια μέρα σαν όλες τις άλλες, ο Τζουάν Μπατίστε έβγαλε το μουλάρι στις λεμονιές να ανακατέψουν το χώμα. Και, όπως κάθε άλλη μέρα, κοίταξε και το ξίφος που παρέμενε στη θέση του. Αλλά σήμερα ήταν διαφορετικά, το ξίφος είχε σκουριάσει: “Αυτό σημαίνει ότι ο αδερφός μου βρίσκεται σε κίνδυνο!” σκέφτηκε με τρόμο ο Τζουάν Μπατίστε. Έτρεξε γρήγορα πίσω στο σπίτι κι ενημέρωσε την Τζορντίνα, ο Τζάουμε έλειπε στη θάλασσα κι ετοιμάστηκε αμέσως να πάει να βρει τον Τζαουμέτ:</p><p>Αφού δεν ξέρουμε πού είναι, έκλαψε η Τζορντίνα.</p><p>Δεν ξέρουμε αλλά μπορούμε να μάθουμε. Έχουμε ένα καταπληκτικό σκυλί, σίγουρα θα μπορέσει να ακουλουθήσει μυρωδιές. </p><p>&nbsp;Και ο Τζουάν Μπατίστε πήγε τον σκύλο του στο δωμάτιο του Τζαουμέτ, τον έβαλε να μυρίσει τα σεντόνια και τα ρούχα του και του είπε: “Πήγαινε τώρα να βρεις τα ίχνη!”. Έπειτα σήκωσε το σκουριασμένο ξίφος, έβαλε κάτι προμήθειες σ΄ ένα σάκο μαζί με μια κουβέρτα από την Μορέγια, καβάλησε το άλογο του και πήγε να βρει τον αδερφό του. Ήταν πράγματι θαυμάσιο να έβλεπε κανείς το σκυλί να μυρίζει πότε το χώμα, ύστερα να σηκώνει τη μουσούδα του στον αέρα και να τρέχει προς την κατεύθυνση του Πέγο. Σαν έφτασαν εκεί, γύρω στο μεσημέρι, πήραν τον δρόμο που οδηγούσε στην Κοιλάδα Γκαγινέρα. Ο Τζουάν Μπατίστε κάλπασε και κάλπασε, πάντα ακολουθώντας τον σκύλο και πότε σταματούσε να φάει και πότε να κοιμηθεί σε κανένα πανδοχείο στην άκρη του δρόμου, ώσπου μετά από τέσσερις ημέρες ταξιδιού έφτασε στο πέρασμα της Αϊγουέτα Αμάργα. Όπως είχε κάνει κάποτε κι ο αδερφός του, στάθηκε λίγο να θαυμάσει το τοπίο.</p><br><p>Αν και έμοιαζαν σε εμφάνιση, ο Τζουάν Μπατίστε δεν ήταν τόσο ανοικτός και ομιλητικός όσο ο Τζαουμέτ. Όπως όλοι οι καλοί εργάτες της γης, άνοιγε το στόμα του να πει κάτι μόνον όταν είχε κάτι αξιόλογο να πει, κατά τ΄ άλλα ήταν σιωπηλός και μαζεμένος. Έτσι, όταν έφτασε στην πόλη Καστάγια στην βάση του κάστρου του Δούκα, είχε σκεφτεί απλά να ακούσει τους κατοίκους κι αν προέκυπτε να έκανε και καμιά ερώτηση για τον αδερφό του. Η συμπεριφορά του σκύλου, του έλεγε ότι βρισκόταν κάπου κοντά. Ανησυχούσε για τον αδερφό του αλλά καταλάβαινε πως όσο περισσότερο βιάζεται κανείς τόσο περισσότερο πρέπει και να προσέχει. </p><br><p>Μπήκε στην πόλη από έναν στενό δρόμο, με τα σπίτια να ορθώνονται αριστερά και δεξιά του. Σάστισε τότε σαν άκουσε τον κόσμο να τον κοιτά και να λέει: “Κοίτα! Γύρισε ο Ιππότης Τζαουμέτ!”. Άκουσε και μια νοικοκυρά που ακουμπούσε στην πόρτα της να λέει: “Να ο γαμπρός του Δούκα, γύρισε!”. Σκέφτηκε τότε ο Τζουάν Μπατίστε: “Άρα ο Τζαουμέτ πρέπει να παντρεύτηκε και μάλιστα να καλοπαντρεύτηκε. Το γεγονός όμως παραμένει πως το ξίφος έχει σκουριάσει και ο αδερφός μου κινδυνεύει” και κάλπασε μέχρι το κάστρο όπου φρουροί και αυλικοί τον υποδέχτηκαν θερμά:</p><p>Καλώς μας ήρθατε πίσω Τζαουμέτ! είπε ένας.</p><p>Καλωσορίσατε! είπε άλλος.</p><p>Δεν είμαι ο Τζαουμέτ, απάντησε τότε εκείνος, είμαι ο Τζουάν Μπατίστε, ο δίδυμος αδερφός του.</p><p>Και όλοι τον κοίταξαν καλά καλά. Οι υπηρέτες φρόντισαν το σκυλί και το άλογό του και τον οδήγησαν στη μεγάλη αίθουσα του κάστρου όπου και συστήθηκε και αφηγήθηκε την ιστορία του με λόγια απλά. Παρόλη τη διαφορά στον ρουχισμό του, ο Δούκας, η Δούκισσα και η Ελιονόρ δεν μπορούσαν να πιστέψουν την ομοιότητα μεταξύ τους! Η νεαρή νύφη σχεδόν έπεσε στην αγκαλιά του μόλις τον είδε. Σαν ο Τζουάν Μπατίστε περιέγραψε και την κατάσταση με το σκουριασμένο ξίφος, βαθύς προβληματισμός επικράτησε στην αίθουσα. Είχαν ν΄ ακούσουν νέα του Τζαουμέτ από τότε που έφυγε να εξερευνήσει την επαρχία και τώρα στ’ αλήθεια ανησυχούσαν:</p><p>Ναι, επανέλαβαν, ναι. Πρέπει να τον έχει βρει μεγάλο κακό.</p><p>Και γι΄ αυτόν τον λόγο, είπε αποφασιστικά ο Τζουάν Μπατίστε, δεν πρέπει να καθυστερήσω άλλο εδώ και να πάω να τον βρω ακολουθώντας τα χνάρια του με το σκυλί μου. </p><br><p>Μετά από μια μικρή ανάπαυλα για ανεφοδιασμό, ο Τζουάν Μπατίστε με το άλογο, το σκυλί και το ξίφος του, κίνησε να βρει τον αδερφό του. Στο κάστρο έδωσαν στον σκύλο να μυρίσει και πιο πρόσφατα φορεμένα ρούχα του Τζαουμέτ. Αυτή τη φορά, αντί το σκυλί να βγει από την κεντρική πύλη, βγήκε από μια μικρότερη πύλη στην πίσω μεριά της πόλης που οδηγεί σε λόφους και βάλτους που χωρίζουν αυτή την πόλη από τη γειτονική.</p><br><p>Ο Τζουάν Μπατίστε πέρασε τους βάλτους και πριν μπει στο Ονίλ σταμάτησε μπροστά την πύλη τού μυστηριώδους σπιτιού με τον μεγάλο κήπο. Άκουσε κι αυτός την φωνή να τον προσκαλεί να δει το πουλί που μιλάει. Πρώτο στον κήπο μπήκε το σκυλί και στο κατόπι του μπήκε και ο Τζουάν Μπατίστε που, όπως και ο αδερφός του, δεν είδε πουθενά αυτό το πουλί που μιλούσε, πράγμα που τον ανησύχησε πολύ. Σε εγρήγορση πια, ήταν πολύ πιο προσεκτικός από τον αδερφό του και παρέμεινε καβάλα στο άλογο με το σκυλί από κοντά προσέχοντας κάθε λεπτομέρεια γύρω του. Δεν πλησίασε την πόρτα του σπιτιού, παρά έστειλε το σκυλί να μυρίσει εκείνη την περιοχή. Ξάφνου, από κάτι κοντινούς θάμνους άκουσε ένα θρόισμα, σαν κάποιος να περπατούσε στις μύτες των ποδιών του για να μην τον ακούσουν: “Πάρτο!” φώναξε σοφά ο Τζουάν Μπατίστε στον σκύλο του κι αυτός μ΄ έναν σάλτο έχωσε τη μουσούδα του μέσα στον θάμνο κι έσυρε έξω από το λαιμό τη μάγισσα. Όλα έγιναν τόσο γρήγορα που της γριάς μάγισσας της έπεσε το μαγικό ραβδί και δεν μπορούσε να κάνει μαγικά. Έτσι, μιας και δεν ήταν μαγεμένος, ο Τζουάν Μπατίστε γονάτισε δίπλα της και της έκοψε το κεφάλι μεμιάς. Η γριά μάγισσα είχε πια πεθάνει. Μετά άκουσε το σκυλί που μιξόκλαιγε και το ακολούθησε μέσα στο σπίτι από τη μισάνοιχτη πόρτα. Παντού γύρω του είδε αγάλματα που περισσότερο του φάνηκαν σαν να κοιμόντουσαν και για κάποιο λόγο του ήρθε η ιδέα να τους χαϊδέψει τα μάγουλα. Κάθε άγαλμα τότε ξαναζωντάνευε παίρνοντας ανάσα. Το ίδιο έκανε και στον αδερφό του ο οποίος σαν είδε τον Τζουάν Μπατίστε μπροστά του τον αγκάλιασε θερμά και μια καινούρια αγάπη γι΄ αυτόν φώλιασε στην καρδιά του. </p><br><p>Όλα τα ζωντανεμένα αγάλματα, που τώρα ήταν κανονικοί άνθρωποι, γέμισαν γέλια χαράς όλη την αίθουσα και έτρεξαν να βγουν από το σπίτι. Σαν είδαν το πτώμα της μάγισσας να συρρικνώνεται μέχρι που έγινε σκόνη και σκορπίστηκε πάνω από μηλιές και ποτάμια, καινούρια αναφωνήματα χαράς γέμισαν τον κήπο. Ευχαρίστησαν όλοι τον σωτήρα τους ξανά και ξανά και πήγαν όλοι σπίτια τους. Σαν έμειναν μόνα τους τα δύο αδέρφια, είπε ο Τζουάν Μπατίστε: “Αδερφέ μου, πρέπει να βρούμε το άλογο και το σκυλί σου”. Δεν είχε καλά καλά προφτάσει να τελειώσει την πρότασή του και το σκυλί του έτρεξε μέσα στον κήπο και έφερε το σκυλί και το άλογο του Τζαουμέτ τραβώντας το από το χαλινάρι. </p><br><p>Πήραν τον δρόμο της επιστροφής όλοι μαζί για το κάστρο του Δούκα και τα δυο αδέρφια διηγήθηκαν ο ένας στον άλλο τι είχαν περάσει και ειδικά ο Τζαουμέτ:</p><p>Ήταν μεγάλη έκπληξη που με υποδέχτηκαν σαν κάποιον σημαντικό, είπε ο Τζουάν Μπατίστε. Το σκυλί με οδήγησε στο κάστρο μα οι φρουροί με πήγαν στον Δούκα. Αλλά με ξέρεις, κράτησα το στόμα μου κλειστό. Το μόνο που ήθελα ήταν να σε βρω σώο. </p><p>Λοιπόν, τώρα που ξέρεις όλη την ιστορία, καταλαβαίνεις πόσο τυχερός στάθηκα.</p><br><p>Ο Τζουάν Μπατίστε ήταν πράγματι χαρούμενος για την καλή τύχη του αδερφού του και τον συγχάρηκε ξανά και ξανά. Τότε ο Τζαουμέτ ρώτησε για τον πατέρα και τη μητέρα του και τη ζωή στη Δένια: “Όλα είναι όπως τα ξέρεις, όπως τα άφησες. Θα τους διηγηθώ όλη την ιστορία σου σαν γυρίσω”.</p><br><p>Όταν έφτασαν στο κάστρο ο Δούκας και η οικογένειά του θαύμασαν την ομοιότητα των αδερφών. Ο Τζαουμέτ τους διηγήθηκε τι του είχε συμβεί και σταυροκοπήθηκαν και ευχαρίστησαν τον Θεό που ήταν καλά. Τότε, ο Δούκας και η Δούκισσα που είχαν συγκινηθεί με την αγάπη του Τζουάν Μπατίστε για τον αδερφό του, του πρότειναν να τον κάνουν ιππότη και να του δώσουν για γυναίκα μια από τις κοπέλες της Αυλής. Εκείνος όμως αρνήθηκε ευγενικά μιας και το μόνο που ήθελε ήταν να επιστρέψει στη Δένια και να συνεχίσει ζει την απλή ζωή του. Γύρισε στ΄ αγαπημένα του ευωδιαστά παρτέρια, στη δουλειά του με το χώμα και παντρεύτηκε μια κοπέλα όμορφη και δουλευταρού. Και ο Τζάουμε, αυτός που έπιασε την Μητέρα των Ψαριών, θα ήταν ο τελευταίος ψαράς της οικογένειας.</p><br><p>Έτσι ο Τζάουμε, η Τζορντίνα, ο Τζαουμέτ και ο Τζουάν Μπατίστε, όλοι τους έζησαν τις ζωές που τους ήταν γραφτό να ζήσουν.</p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></itunes:summary>
		</item>
		<item>
			<title>Το Παιδί που Βγήκε από το Αυγό</title>
			<itunes:title>Το Παιδί που Βγήκε από το Αυγό</itunes:title>
			<pubDate>Sat, 03 Apr 2021 09:07:04 GMT</pubDate>
			<itunes:duration>21:00</itunes:duration>
			<enclosure url="https://sphinx.acast.com/p/open/s/6013ebce985ab977d52addcc/e/606830395b1ee164aa3e65ac/media.mp3" length="19417588" type="audio/mpeg"/>
			<guid isPermaLink="false">606830395b1ee164aa3e65ac</guid>
			<itunes:explicit>false</itunes:explicit>
			<link>https://www.karakaxa.org/%CE%B5%CF%80%CE%B5%CE%B9%CF%83%CF%8C%CE%B4%CE%B9%CE%B1</link>
			<acast:episodeId>606830395b1ee164aa3e65ac</acast:episodeId>
			<acast:showId>6013ebce985ab977d52addcc</acast:showId>
			<acast:settings><![CDATA[FYjHyZbXWHZ7gmX8Pp1rmbKbhgrQiwYShz70Q9/ffXZMTtedvdcRQbP4eiLMjXzCKLPjEYLpGj+NMVKa+5C8pL4u/EOj1Vw4h5MMJYp0lCcFAe0fnxBJy/1ju4Qxy1fh8gO4DvlGA40yms2g0/hOkcrfHIopjTygHFqGwwOPKFIai4SuTvs86Lx3UYCyl6Zs+WO4fC9bB8/2bSJALEZpunHdJA38/ZCmkJMYOTmjFjqU7uEEHe32oOl0/Xvezj79RH6u9RN6KbP6QwlGxzMh7hNFwBXXA3dJuRrZiDN9pbasjybKQSyuy4+BLny+pZTN]]></acast:settings>
			<itunes:subtitle>Μίτος</itunes:subtitle>
			<itunes:episodeType>full</itunes:episodeType>
			<itunes:episode>17</itunes:episode>
			<itunes:image href="https://assets.pippa.io/shows/6013ebce985ab977d52addcc/1617440642768-b8f872b968b9f278e298a86481deb5ba.jpeg"/>
			<description><![CDATA[<p>Με αρώματα Σταχτοπούτας προς το τέλος, η Eσθονία κάνει την εμφάνισή της στη σειρά Μίτος!</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Δεν περιέχει ευαίσθητο υλικό </p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>Ηχητικά εφέ: freesound.org</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ</p><br><p>Το Παιδί που Βγήκε από το Αυγό</p><br><p>Μια φορά και έναν καιρό ζούσε μια βασίλισσα που η καρδιά της πονούσε επειδή δεν είχε παιδιά. Ήταν θλιμμένη ακόμη κι όταν στο πλευρό της είχε τον βασιλιά της και όταν εκείνος έλειπε η βασίλισσα δεν έβγαινε από την κάμαρά της και δεν έβλεπε κανέναν, μόνο καθόταν μόνη της και έκλαιγε. </p><br><p>Συνέβη το κακό και ξέσπασε πόλεμος ανάμεσα στο βασίλειό της και σ΄ ένα γειτονικό βασίλειο και έτσι η βασίλισσα έμεινε πολύ καιρό μόνη στο παλάτι. Ήταν&nbsp;τόσο θλιμμένη που ένιωθε να την πλακώνουν οι τοίχοι και είπε να βγει να κάνει μια βόλτα έξω στον βασιλικό κήπο. Πήγε και έκατσε στο γρασίδι, κάτω από μια μοσχολεμονιά και εκεί έμεινε για αρκετή ώρα μέχρι που άκουσε κάτι από τους κοντινούς θάμνους. Η βασίλισσα κοίταξε κατά κει και είδε να πλησιάζει κουτσαίνοντας μια γριά γυναίκα με μαγκούρα που περπατούσε κατά μήκος του ρυακιού που διέσχιζε τον κήπο. Σαν ήπιε από το νερό του ρυακιού και ξεδίψασε, περπάτησε μέχρι τη βασίλισσα και της είπε:</p><p>Μην το παίρνεις για κακό βασίλισσά μου που σε πλησιάζω έτσι και μην φοβηθείς γιατί, πού ξέρεις, μπορεί και να σου φέρω τύχη βουνό. </p><p>Δεν φαίνεσαι και για πολύ τυχερή, της απάντησε η βασίλισσα κοιτάζοντάς την καχύποπτα, και δεν ξέρω τι θα μπορούσες να μου προσφέρεις.</p><p>Κάτω από τον σκληρό φλοιό βρίσκεται πάντα το πιο απαλό ξύλο μα και η πιο γλυκιά ψίχα, της απάντησε η γριά γυναίκα. Δώσε μου το χέρι σου να σου πω τι σου επιφυλάσσει το μέλλον σου.</p><br><p>Η βασίλισσα τέντωσε την παλάμη της και η γυναίκα την εξέτασε με προσοχή. Έπειτα είπε στη βασίλισσα:</p><p>Την καρδιά σου βαραίνουν δύο πόνοι, ένας παλιός και ένας πρόσφατος. Ο πρόσφατος είναι για τον άντρα σου, που σ΄ έχει αφήσει μόνη να πάει να πολεμήσει μακριά. Αλλά, πίστεψε με, είναι καλά και σύντομα θα σου φέρει χαρμόσυνα νέα. Ο άλλος πόνος όμως είναι πολύ παλιότερος. Σου χαλάει την ευτυχία το ότι δεν έχεις παιδιά.</p><br><p>Η βασίλισσα τότε κοκκίνησε και έκανε να τραβήξει το χέρι της από τη γυναίκα, αλλά εκείνη συνέχισε:</p><p>Έχε υπομονή, υπάρχουν ακόμη πράγματα που θέλω να δω πιο καθαρά.</p><p>Μα ποια είσαι; τη ρώτησε η βασίλισσα, είναι σα να διαβάζεις τα μυστικά της καρδιάς μου.</p><p>Το ποια είμαι δεν έχει σημασία, σημασία έχει ότι μου επιτρέπεται να σου απαλύνω τον πόνο, γι αυτό χαμογέλα! Πρέπει όμως να μου υποσχεθείς πως θα ακολουθήσεις τις οδηγίες μου κατά γράμμα, αλλιώς θα πάνε στράφι τα λόγια μου.</p><p>Θα υπακούσω σε ό,τι μου πεις, φώναξε η βασίλισσα, και ό,τι μου ζητήσεις θα το έχεις.</p><br><p>Η γριά γυναίκα έμεινε σκεπτική για λίγο. Τότε, από τις πιέτες του φορέματος της, έβγαλε κάτι πανιά τα οποία άρχισε να τα ξεδιπλώνει μέχρι που αποκάλυψε ένα τόσο δα καλαθάκι από φλοιό σημύδας. Το προσέφερε στην βασίλισσα λέγοντάς της: “Σε αυτό το καλαθάκι θα βρεις ένα αυγό πουλιού. Πρέπει προσεκτικά να το κρατήσεις ζεστό για τρεις μήνες και τότε αυτό θα μεταμορφωθεί σε κούκλα. Τοποθέτησε την κούκλα σ΄ ένα καλάθι από μαλακό μαλλί και άφησέ την, δεν θα χρειαστεί ούτε τροφή ούτε ποτό. Σιγά σιγά θα μεγαλώσει και θα γίνει μωρό. Τότε θα γεννήσεις κι εσύ το δικό σου το παιδί που θα πρέπει να το βάλεις δίπλα στο άλλο και να φωνάξεις τον βασιλιά να δει τον γιο και την κόρη του. Το αγόρι να το μεγαλώσεις εσύ, μα το κορίτσι να το δώσεις σε μαμή. Σαν θα έρθει ο καιρός να τα βαφτίσεις, να με φωνάξεις να γίνω εγώ η νονά του κοριτσιού. Για να με προσκαλέσεις, θα βρεις κρυμμένο στην κούνια του κοριτσιού ένα φτερό χήνας. Πέταξέ το από το παράθυρο και θα βρεθώ ευθύς κοντά σου. Πρόσεξε όμως να μην πεις σε κανέναν τίποτα για όλ΄ αυτά”.</p><p>Η βασίλισσα έκανε ν΄ απαντήσει, αλλά η γριά γυναίκα ήδη είχε αρχίσει ν΄ απομακρύνεται κουτσαίνοντας και σε μια στιγμή μεταμορφώθηκε σε νέα κοπέλα που περπατούσε τόσο γρήγορα σαν να πετούσε και γρήγορα χάθηκε από μπροστά της. Η βασίλισσα βλέποντας τη μεταμόρφωση αυτή άρχισε να αναρωτιέται αν όντως είχε συμβεί η συνάντηση ή αν την είχε ονειρευτεί. Είδε όμως το καλαθάκι στο χέρι της και αλλαγμένη πια, έτρεξε πίσω στο παλάτι και έβγαλε προσεκτικά το αυγό. Να το μπροστά της, τόσο μικρό, απαλό γαλάζιο με τοσοδούλικες πράσινες βουλίτσες και η βασίλισσα το έβαλε στον κόρφο της, το πιο ζεστό και ασφαλές μέρος που μπορούσε να σκεφτεί.</p><br><p>Πέρασαν δύο εβδομάδες από τότε που η βασίλισσα συνάντησε τη γριά γυναίκα, όταν ο βασιλιάς επέστρεψε στο παλάτι θριαμβευτής. Με αυτό σαν απόδειξη για την αλήθεια των προφητειών της γριάς, η καρδιά της βασίλισσας αγαλλίασε μιας και αυτό σήμαινε ότι, και όλα τα άλλα που της είχε πει, θα γίνονταν στ’ αλήθεια. Φυλούσε το καλαθάκι και το αυγό σαν τα πιο πολύτιμα υπάρχοντά της και μάλιστα έφτιαξε και μια χρυσή θήκη για το καλάθι, έτσι ώστε όταν ερχόταν ο καιρός να φυλάξει το αυγό μέσα του, να ήταν σίγουρη πως δεν θα του συνέβαινε τίποτα κακό.</p><br><p>Πέρασαν και οι τρεις μήνες και η βασίλισσα, ακολουθώντας τις οδηγίες της γυναίκας, έβγαλε το αυγό από τον κόρφο της και το έβαλε προσεκτικά μέσα στο καλάθι, ανάμεσα στο απαλότερο μαλλί του βασιλείου. Το επόμενο πρωί που πήγε να το δει, προς έκπληξη της βρήκε το τσόφλι σπασμένο και μέσα στο αυγό μια τόση δα κούκλα. Επιτέλους η βασίλισσα ήταν ευτυχισμένη και άφησε την κούκλα να μεγαλώσει με την ησυχία της, μέχρι να έρθει ο καιρός να ξαπλώσει και το δικό της παιδί δίπλα της. </p><br><p>Με το πέρασμα του χρόνου έγινε και αυτό και η βασίλισσα έβγαλε το κοριτσάκι από το καλάθι και το τοποθέτησε δίπλα στον γιό της, στη χρυσή του κούνια που ήταν στολισμένη με πετράδια. Αμέσως μετά κάλεσε και τον βασιλιά ο οποίος κόντεψε να τρελαθεί από τη χαρά του σαν είδε τα δυο παιδιά. Σύντομα έφτασε και η ημέρα της βάφτισης των παιδιών και άρχισαν να καταφτάνουν άρχοντες από τα πέρατα της γης για να παρευρεθούν στην τελετή. Η βασίλισσα, όταν σιγουρεύτηκε πως όλα ήταν στην εντέλεια, άνοιξε απαλά το παράθυρο και άφησε να πετάξει έξω το φτερό της χήνας. Ανάμεσα στους καλεσμένους που κατέφθαναν διαρκώς, εμφανίστηκε τότε ένα εντυπωσιακό άρμα που το έσερναν έξι λευκά άλογα και το οδηγούσε μια νεαρή κοπέλα ντυμένη με ρούχα που έλαμπαν σαν τον ήλιο. Φορούσε πέπλο και δεν φαινόταν το πρόσωπό της, μα σαν έφτασε δίπλα στη βασίλισσα και στα μωρά παραμέρισε το πέπλο και όλοι θαύμασαν την εκθαμβωτική ομορφιά της. Εκείνη σήκωσε τότε το κοριτσάκι στα χέρια της και, γυρνώντας προς το πλήθος των καλεσμένων, τους ανακοίνωσε πως από δω και μπρος το όνομα του θα ήταν Ντοτερίν - ένα όνομα που η βασίλισσα κατάλαβε πολύ καλά πως του δόθηκε γιατί είχε βγει από τον κρόκο του αυγού. Το αγόρι θα λεγόταν Βίλεμ.</p><br><p>Σαν τελείωσε η γιορτή και οι καλεσμένοι άρχισαν να επιστρέφουν σπίτια τους, η Νονά του κοριτσιού το έβαλε στην κούνια και είπε στη βασίλισσα: “Κάθε φορά που θα βάζεις το μωρό για ύπνο, να βάζεις δίπλα του και το καλαθάκι με τα τσόφλια μέσα, έτσι δεν θα πάθει ποτέ κανένα κακό. Να φιλάς αυτόν τον μικρό θησαυρό σαν κόρη οφθαλμού και να μάθεις και στην κόρη σου να κάνει το ίδιο”. Φίλησε τότε το κοριτσάκι τρεις φορές, ανέβηκε στο άρμα της και έφυγε.</p><br><p>Τα παιδιά μεγάλωναν καλά και η μαμή της Ντοτερίν την αγαπούσε τόσο πολύ, σαν να ήταν δικό της παιδί. Μέρα με τη μέρα το κορίτσι γινόταν όλο και πιο όμορφο και όλοι είχαν να το λένε, πως σύντομα θα ξεπερνούσε σε ομορφιά και την ίδια τη Νονά της. Κανείς όμως δεν ήξερε, μόνο η παραμάνα, ότι κάθε βράδυ πάνω από την κούνια του μωρού στεκόταν μια παράξενη και υπέροχη κοπέλα. Η παραμάνα είπε με κάθε λεπτομέρεια στη βασίλισσα τι είχε δει και οι δυο γυναίκες συμφώνησαν να μην πουν σε κανέναν τίποτα.</p><br><p>Τα δίδυμα έφτασαν να είναι σχεδόν δύο χρονών όταν η βασίλισσα αρρώστησε ξαφνικά. Γρήγορα κατέφτασαν οι καλύτεροι γιατροί του τόπου, αλλά κι αυτοί λίγα μπορούσαν να κάνουν , δεν υπήρχε θεραπεία για τον θάνατο. Η βασίλισσα φώναξε στο πλευρό της την Ντοτερίν και την παραμάνα της, που τώρα είχε γίνει η συνοδός της. Σε αυτήν η βασίλισσα έδωσε το μικρό πολύτιμο καλαθάκι και την ξόρκισε να το φυλάξει με τη ζωή της: “Σαν η κόρη μου γίνει δέκα χρονών”, είπε η βασίλισσα, “δώσε της το καλαθάκι και πες της ότι ολόκληρη η ευτυχία της εξαρτάται από τον τόπο που θα το φυλάξει. Όσο για τον γιό μου δεν ανησυχώ, είναι ο διάδοχος του θρόνου και ο πατέρας του θα τον φροντίσει”. Η συνοδός υποσχέθηκε στη βασίλισσα να κάνει όπως την πρόσταξε και πως θα το κρατούσε μυστικό. Αργότερα το ίδιο πρωινό, η βασίλισσα πέθανε.</p><br><p>Μετά από κάποια χρόνια ο βασιλιάς ξαναπαντρεύτηκε, αλλά δεν αγαπούσε την καινούρια του γυναίκα όσο την παλιά, ήταν περισσότερο γάμος πολιτικής σκοπιμότητας. Εκείνη μισούσε τα θετά της παιδιά και ο βασιλιάς, που το κατάλαβε αυτό, τα κράτησε μακριά της και ανέθεσε την ανατροφή τους στην συνοδό της Ντοτερίν. Όποτε όμως τύχαινε τα παιδιά να συναντηθούν με την καινούρια βασίλισσα στους διαδρόμους του παλατιού, εκείνη τα κλοτσούσε και τα έδιωχνε από μπροστά της σαν να ήταν σκυλιά.</p><br><p>Όταν η Ντοτερίν έγινε δέκα χρονών, η συνοδός της έδωσε το καλαθάκι και της είπε τα στερνά λόγια της βασίλισσας. Αλλά το παιδί ήταν ακόμη μικρό και δεν έδωσε και μεγάλη σημασία σε αυτά τα λόγια. </p><br><p>Πέρασαν άλλα δύο χρόνια και μια μέρα που ο βασιλιάς έλειπε από το παλάτι, η μητριά της Ντοτερίν τη βρήκε να κάθεται κάτω από μια μοσχολεμονιά. Άρχισε πάλι να τη χτυπά με μανία και τόσο πολύ που η Ντοτερίν ίσα που κατάφερε να φτάσει μπουσουλώντας μέχρι το δωμάτιό της. Η συνοδός της έλειπε κι αυτή και έτσι, όπως έτρεχαν τα δάκρυα της, η Ντοτερίν πρόσεξε τη χρυσή θήκη μέσα στην οποία βρισκόταν το καλαθάκι. Νομίζοντας ότι μέσα θα έβρισκε κανένα παιχνίδι για να τη διασκεδάσει λίγο, η Ντοτερίν άνοιξε τη θήκη και βρήκε μέσα μόνο κάτι κουρελάκια και τσόφλια αυγού. Απογοητευμένη ανασήκωσε τα κουρέλια κι από κάτω είδε ένα φτερό χήνας: “Τι σκουπίδια είναι αυτά”, είπε και πέταξε το φτερό από το παράθυρο. Μονομιάς εμφανίστηκε μπροστά της μια πανέμορφη κυρά: “Μη φοβάσαι”, είπε η κυρά και χάιδεψε το κεφαλάκι της Ντοτερίν, “είμαι η Νονά σου και ήρθα να σε δω. Από τα κοκκινισμένα μάτια σου καταλαβαίνω ότι είσαι δυστυχισμένη. Ξέρω πως η μητριά σου είναι σκληρή μαζί σου, αλλά να είσαι υπομονετική και θαρραλέα και θα έρθουν καλύτερες μέρες. Δεν θα έχει καμία δύναμη επάνω σου σαν μεγαλώσεις και κανείς δεν θα μπορεί να σε πειράξει, αρκεί να προσέχεις το καλαθάκι σου καλά και να μην χάσεις ποτέ τα τσόφλια που υπάρχουν μέσα. Φτιάξε ένα μεταξένιο πουγκί και βάλε τα τσόφλια μέσα, έχε τα πάντα μαζί σου στον κόρφο σου και θα είσαι ασφαλής και από τη μητριά σου αλλά και από οποιονδήποτε άλλον θελήσει να σου κάνει κακό. Αν όμως ποτέ βρεθείς σε δύσκολη θέση και δεν ξέρεις τι να κάνεις, βγάλε αυτό το φτερό από το πουγκί και πέτα το από το παράθυρο, θα έρθω αμέσως στο πλευρό σου να σε βοηθήσω. Έλα τώρα μαζί μου, πάμε κάτω από τις μοσχολεμονιές να μιλήσουμε χωρίς να μας ακούσει κανείς”.</p><br><p>Είχαν τόσα πολλά να πουν που, χωρίς να το καταλάβουν, ήρθε και το βράδυ και, αφού η Νονά είχε δώσει στη Ντοτερίν όλες τις συμβουλές που είχε να της δώσει, είπε πως ήρθε η ώρα να φύγει: “Δώσε μου το πουγκί”, είπε η Νονά, “ήρθε η ώρα να φας το βραδινό σου και δεν κάνει να μείνεις νηστική”. Τότε η Νονά ψυθίρισε κάτι μαγικά λόγια στο πουγκί και ευθύς μπροστά τους εμφανίστηκε ένα τραπέζι όλο φρούτα και γλυκά. Έφαγαν και οι δυο τους με την ψυχή τους και, καθώς η Νονά οδήγησε τη μικρή πίσω στο παλάτι, της έμαθε τα μαγικά λόγια που έπρεπε να λέει στο πουγκί όταν της έλειπε κάτι. </p><br><p>Μετά από μερικά χρόνια ακόμη, η Ντοτερίν έγινε πια μια νεαρή κοπέλα και όσοι την είχαν δει έλεγαν πως ο κόσμος ήταν πολύ λίγος μπροστά στη δική της ομορφιά. Εκείνο τον καιρό όμως ξέσπασε κι ένας τρομερός πόλεμος και ο βασιλιάς και ο στρατός του απωθούνταν με κάθε επίθεση του εχθρού, μέχρι που αναγκάστηκαν να κλειστούν μέσα στα τείχη της πόλης και να ετοιμαστούν για πολιορκία. Η πολιορκία κράτησε τόσο πολύ καιρό που μέχρι και το παλάτι άρχισε να ξεμένει από τρόφιμα. Έτσι, ένα πρωί που η Ντοτερίν δεν είχε να φάει κάτι για πρωινό μα ούτε είχε φάει βραδινό την προηγούμενη και πεινούσε πολύ, άφησε το φτερό της να πετάξει από το παράθυρο. Τόσο κουρασμένη και αδύναμη ήταν που, με το που εμφανίστηκε μπροστά της η Νονά της, ξέσπασε σε λυγμούς και δεν μπορούσε να αρθρώσει λέξη για αρκετή ώρα: “Μην κλαις παιδί μου”, της είπε η Νονά, “θα σε πάρω μακριά απ΄ όλ΄ αυτά, αλλά δυστυχώς όλοι οι άλλοι θα πρέπει να μείνουν εδώ και ν΄ ακολουθήσουν τη&nbsp;μοίρα τους”. Τότε κάλεσε τη Ντοτερίν να περπατήσει στο πλευρό της και οι δυο τους πέρασαν μέσα από την πύλη των τειχών της πόλης και μέσα από τον εχθρικό στρατό, χωρίς να τους σταματήσει μα ούτε και να τους προσέξει κανείς. Την επόμενη μέρα η πόλη παραδόθηκε και ο βασιλιάς και όλη του η Αυλή φυλακίστηκαν αλλά, μέσα στη σύγχιση, ο γιος του βασιλιά κατάφερε να διαφύγει. Η μητριά είχε ήδη σκοτωθεί σε προηγούμενη εχθρική επίθεση όπου και τη διαπέρασε μια εχθρική λόγχη.</p><br><p>Σαν η Ντοτερίν και η Νονά της απομακρύνθηκαν αρκετά από τον εχθρό, η Ντοτερίν, άλλαξε τα βασιλικά της ενδύματα με φτωχικά και για να γίνει ακόμη πιο πιστευτή η μεταμφίεσή της, η Νονά της άλλαξε ολωσδιόλου και το πρόσωπό της: “Σαν έρθουν καλύτεροι καιροί”, της είπε τρυφερά η προστάτιδά της, “δεν έχεις παρά να ψιθυρίσεις τα λόγια που σου έμαθα στο πουγκί σου λέγοντας ότι θέλεις πίσω το πρόσωπό σου και σε μια στιγμή όλα θα διορθωθούν. Κάνε όμως λίγη ακόμα υπομονή στις δυσκολίες”. Και τότε η Νονά, για τελευταία φορά τη συμβούλεψε να φυλάξει καλά το πουγκί της και αποχαιρέτησε το κορίτσι.</p><br><p>Για πολλές μέρες η Ντοτερίν περιπλανήθηκε από τόπο σε τόπο χωρίς να βρίσκει καταφύγιο και, παρόλο που με τη βοήθεια του πουγκιού της δεν της είχε λείψει η τροφή, καλοδέχτηκε την ευκαιρία να πάει να δουλέψει υπηρέτρια σε μια αγροικία. Στην αρχή η δουλειά της φάνηκε πολύ δύσκολη και σκληρή, αλλά είτε γιατί είχε ταλέντο στο να μαθαίνει γρήγορα είτε γιατί μυστικά το πουγκί της την βοηθούσε, η Ντοτερίν σε τρεις μέρες έκανε όλες τις δουλειές στην αγροικία τόσο καλά, σαν να τις έκανε μια ζωή.</p><br><p>Μια μέρα η Ντοτερίν έτριβε μια ξύλινη γούρνα, όταν από κοντά της πέρασε μια αρχόντισσα του τόπου. Το φωτεινό πρόσωπο του κοριτσιού που δούλευε μπροστά στην πόρτα της αγροικίας γοήτευσε την αρχόντισσα και την φώναξε να έρθει κοντά της να μιλήσουν:</p><p>Θα ήθελες μικρή μου να έρθεις στην υπηρεσία μου; τη ρώτησε η αρχόντισσα.</p><p>Μάλιστα κυρία, απάντησε η Ντοτερίν, αν η αφέντρα μου το επιτρέψει.</p><p>Μη σε νοιάζει αυτό, θα το φροντίσω εγώ, είπε η αρχόντισσα και επιτόπου συνεννοήθηκε με την αφέντρα της αγροικίας. Σύντομα η Ντοτερίν καθόταν στην άμαξα της αρχόντισσας και κατευθυνόταν προς το σπίτι της.</p><br><p>Πέρασαν έξι μήνες και σε όλον τον τόπο μαθεύτηκαν τα νέα πως ο νεαρός γιος του βασιλιά είχε οργανώσει στρατό και με επιτυχία πήρε πίσω το βασίλειό του από τον εχθρό. Ταυτόχρονα όμως κυκλοφόρησαν και τα νέα πως ο βασιλιάς είχε πεθάνει στην αιχμαλωσία. Το κορίτσι έκλαψε πικρά αλλά και κρυφά για τον χαμό του πατέρα της, μιας και δεν είχε πει στην αρχόντισσα τίποτα για την προηγούμενη ζωή της.</p><br><p>Στο τέλος του έτους του θρήνου, ο νεαρός βασιλιάς έβγαλε διάγγελμα ότι ήθελε να παντρευτεί και κάλεσε όλες τις νεαρές του βασιλείου να παρουσιαστούν μπροστά του για να διαλέξει ποια θα πάρει για γυναίκα του. Για εβδομάδες ολόκληρες, όλες οι κοπέλες στο βασίλειο μαζί με τις μητέρες τους ετοίμαζαν φορέματα και χτενίσματα και οι τρεις κόρες τις αρχόντισσας ήταν τόσο ενθουσιασμένες όσο όλες. Το κορίτσι ήταν πολύ επιδέξιο με τη βελόνα και όλη τη μέρα έραβε τα καινούρια φορέματα για τις αφέντρες τις. Αλλά κάθε βράδυ ονειρευόταν ότι βρισκόταν στο πλευρό της η Νονά της που της έλεγε: “Ράψε τα φορέματα των κοριτσιών και όταν έρθει η ώρα ακολούθησε τις στο παλάτι. Καμιά δεν θα είναι τόσο τέλεια όσο εσύ”.</p><br><p>Έφτασε και η μεγάλη μέρα και η Ντοτερίν δεν μπορούσε να συγκρατήσει τη χαρά της αλλά, σαν είδε την αρχόντισσα και τις κόρες της ντυμένες να φεύγουν χωρίς εκείνη, έπεσε στο κρεββάτι της και άρχισε να κλαίει γοερά. Τότε άκουσε μια φωνή από το πουθενά να της λέει: “Κοίταξε μέσα στο πουγκί σου κι εκεί θα βρεις ό,τι χρειάζεσαι”. Χωρίς να χάσει λεπτό, η Ντοτερίν ανασηκώθηκε, έβγαλε το πουγκί από τον κόρφο της, του ψιθύρισε τα μαγικά λόγια και να! Πάνω στο κρεββάτι εμφανίστηκε ένα φόρεμα που έλαμπε σαν αστέρι! Με τρεμάμενα από χαρά χέρια, η Ντοτερίν το σήκωσε προσεκτικά και το φόρεσε και όταν στάθηκε μπροστά στον καθρέφτη και η ίδια θαύμασε την ομορφιά της. Κατέβηκε στην είσοδο του αρχοντικού όπου και την περίμενε μια αστραφτερή άμαξα, μπήκε μέσα και άρχισε να τρέχει σαν τον άνεμο.</p><br><p>Το παλάτι του νεαρού βασιλιά απείχε αρκετά, αλλά η άμαξα της Ντοτερίν έτρεχε τόσο πολύ, που της πήρε μόνο λίγα λεπτά μέχρι να φτάσει στο παλάτι. Άνοιξε την πόρτα να κατέβει από την άμαξα και τότε θυμήθηκε ότι άφησε πίσω το πουγκί της. Τι να κάνει; Να πάει πίσω και να της συμβεί κάτι κακό στο δρόμο ή μιας και είχε φτάσει στο παλάτι απλά να προχωρούσε με την ελπίδα ότι τίποτα κακό δεν θα της συνέβαινε εκεί; Καθώς τα σκεφτόταν αυτά, στον ώμο της έκατσε ένα μικρό σπουργίτι που στο ράμφος του κουβαλούσε το πουγκί της Ντοτερίν και τότε το κορίτσι έβγαλε έναν αναστεναγμό ανακούφισης.</p><br><p>Η γιορτή ήταν ήδη στο κορύφωμά της, η αίθουσα χορού ήταν γεμάτη ομορφιά και νιάτα μα σαν άνοιξε η πόρτα και μπήκε η Ντοτερίν όλες οι άλλες κοπέλες ωχριούσαν μπροστά της. Οι ελπίδες τους μαράθηκαν καθώς την κοιτούσαν, αλλά οι μητέρες τους άρχισαν να ψιθυρίζουν η μια στην άλλη: “Μα αυτή δεν είναι η χαμένη μας πριγκίπισσα;”.</p><br><p>Ο νεαρός βασιλιάς δεν την αναγνώρισε μα δεν μπορούσε να πάρει το βλέμμα του από πάνω της και ούτε να φύγει από το πλευρό της. Τα μεσάνυχτα τότε, κάτι παράξενο συνέβη. Ένα πυκνό σύννεφο πλημμύρισε την αίθουσα και για μια στιγμή όλα σκοτείνιασαν. Σιγά σιγά όμως το σύννεφο διαλύθηκε και στη μέση του στεκόταν η Νονά της Ντοτερίν: “Αυτή”, είπε η Νονά απευθυνόμενη στον νεαρό βασιλιά, “είναι αυτή που για τόσα χρόνια νόμιζες αδερφή σου. Δεν είναι αδερφή σου, αλλά η πριγκιποπούλα ενός γειτονικού βασιλείου που εγώ την έφερα στη μητέρα σου να την προστατεύσει για να μην τη σκοτώσει ένας κακός μάγος”. Λέγοντας αυτά, εξαφανίστηκε για πάντα και η Νονά μα και το μαγικό πουγκί. Η Νοτερίν δεν θα τα χρειαζόταν πια, οι ταλαιπωρίες της είχαν πια τελειώσει και αυτή και ο βασιλιάς έζησαν ευτυχισμένοι μέχρι το τέλος της ζωής τους.</p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></description>
			<itunes:summary><![CDATA[<p>Με αρώματα Σταχτοπούτας προς το τέλος, η Eσθονία κάνει την εμφάνισή της στη σειρά Μίτος!</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Δεν περιέχει ευαίσθητο υλικό </p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>Ηχητικά εφέ: freesound.org</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ</p><br><p>Το Παιδί που Βγήκε από το Αυγό</p><br><p>Μια φορά και έναν καιρό ζούσε μια βασίλισσα που η καρδιά της πονούσε επειδή δεν είχε παιδιά. Ήταν θλιμμένη ακόμη κι όταν στο πλευρό της είχε τον βασιλιά της και όταν εκείνος έλειπε η βασίλισσα δεν έβγαινε από την κάμαρά της και δεν έβλεπε κανέναν, μόνο καθόταν μόνη της και έκλαιγε. </p><br><p>Συνέβη το κακό και ξέσπασε πόλεμος ανάμεσα στο βασίλειό της και σ΄ ένα γειτονικό βασίλειο και έτσι η βασίλισσα έμεινε πολύ καιρό μόνη στο παλάτι. Ήταν&nbsp;τόσο θλιμμένη που ένιωθε να την πλακώνουν οι τοίχοι και είπε να βγει να κάνει μια βόλτα έξω στον βασιλικό κήπο. Πήγε και έκατσε στο γρασίδι, κάτω από μια μοσχολεμονιά και εκεί έμεινε για αρκετή ώρα μέχρι που άκουσε κάτι από τους κοντινούς θάμνους. Η βασίλισσα κοίταξε κατά κει και είδε να πλησιάζει κουτσαίνοντας μια γριά γυναίκα με μαγκούρα που περπατούσε κατά μήκος του ρυακιού που διέσχιζε τον κήπο. Σαν ήπιε από το νερό του ρυακιού και ξεδίψασε, περπάτησε μέχρι τη βασίλισσα και της είπε:</p><p>Μην το παίρνεις για κακό βασίλισσά μου που σε πλησιάζω έτσι και μην φοβηθείς γιατί, πού ξέρεις, μπορεί και να σου φέρω τύχη βουνό. </p><p>Δεν φαίνεσαι και για πολύ τυχερή, της απάντησε η βασίλισσα κοιτάζοντάς την καχύποπτα, και δεν ξέρω τι θα μπορούσες να μου προσφέρεις.</p><p>Κάτω από τον σκληρό φλοιό βρίσκεται πάντα το πιο απαλό ξύλο μα και η πιο γλυκιά ψίχα, της απάντησε η γριά γυναίκα. Δώσε μου το χέρι σου να σου πω τι σου επιφυλάσσει το μέλλον σου.</p><br><p>Η βασίλισσα τέντωσε την παλάμη της και η γυναίκα την εξέτασε με προσοχή. Έπειτα είπε στη βασίλισσα:</p><p>Την καρδιά σου βαραίνουν δύο πόνοι, ένας παλιός και ένας πρόσφατος. Ο πρόσφατος είναι για τον άντρα σου, που σ΄ έχει αφήσει μόνη να πάει να πολεμήσει μακριά. Αλλά, πίστεψε με, είναι καλά και σύντομα θα σου φέρει χαρμόσυνα νέα. Ο άλλος πόνος όμως είναι πολύ παλιότερος. Σου χαλάει την ευτυχία το ότι δεν έχεις παιδιά.</p><br><p>Η βασίλισσα τότε κοκκίνησε και έκανε να τραβήξει το χέρι της από τη γυναίκα, αλλά εκείνη συνέχισε:</p><p>Έχε υπομονή, υπάρχουν ακόμη πράγματα που θέλω να δω πιο καθαρά.</p><p>Μα ποια είσαι; τη ρώτησε η βασίλισσα, είναι σα να διαβάζεις τα μυστικά της καρδιάς μου.</p><p>Το ποια είμαι δεν έχει σημασία, σημασία έχει ότι μου επιτρέπεται να σου απαλύνω τον πόνο, γι αυτό χαμογέλα! Πρέπει όμως να μου υποσχεθείς πως θα ακολουθήσεις τις οδηγίες μου κατά γράμμα, αλλιώς θα πάνε στράφι τα λόγια μου.</p><p>Θα υπακούσω σε ό,τι μου πεις, φώναξε η βασίλισσα, και ό,τι μου ζητήσεις θα το έχεις.</p><br><p>Η γριά γυναίκα έμεινε σκεπτική για λίγο. Τότε, από τις πιέτες του φορέματος της, έβγαλε κάτι πανιά τα οποία άρχισε να τα ξεδιπλώνει μέχρι που αποκάλυψε ένα τόσο δα καλαθάκι από φλοιό σημύδας. Το προσέφερε στην βασίλισσα λέγοντάς της: “Σε αυτό το καλαθάκι θα βρεις ένα αυγό πουλιού. Πρέπει προσεκτικά να το κρατήσεις ζεστό για τρεις μήνες και τότε αυτό θα μεταμορφωθεί σε κούκλα. Τοποθέτησε την κούκλα σ΄ ένα καλάθι από μαλακό μαλλί και άφησέ την, δεν θα χρειαστεί ούτε τροφή ούτε ποτό. Σιγά σιγά θα μεγαλώσει και θα γίνει μωρό. Τότε θα γεννήσεις κι εσύ το δικό σου το παιδί που θα πρέπει να το βάλεις δίπλα στο άλλο και να φωνάξεις τον βασιλιά να δει τον γιο και την κόρη του. Το αγόρι να το μεγαλώσεις εσύ, μα το κορίτσι να το δώσεις σε μαμή. Σαν θα έρθει ο καιρός να τα βαφτίσεις, να με φωνάξεις να γίνω εγώ η νονά του κοριτσιού. Για να με προσκαλέσεις, θα βρεις κρυμμένο στην κούνια του κοριτσιού ένα φτερό χήνας. Πέταξέ το από το παράθυρο και θα βρεθώ ευθύς κοντά σου. Πρόσεξε όμως να μην πεις σε κανέναν τίποτα για όλ΄ αυτά”.</p><p>Η βασίλισσα έκανε ν΄ απαντήσει, αλλά η γριά γυναίκα ήδη είχε αρχίσει ν΄ απομακρύνεται κουτσαίνοντας και σε μια στιγμή μεταμορφώθηκε σε νέα κοπέλα που περπατούσε τόσο γρήγορα σαν να πετούσε και γρήγορα χάθηκε από μπροστά της. Η βασίλισσα βλέποντας τη μεταμόρφωση αυτή άρχισε να αναρωτιέται αν όντως είχε συμβεί η συνάντηση ή αν την είχε ονειρευτεί. Είδε όμως το καλαθάκι στο χέρι της και αλλαγμένη πια, έτρεξε πίσω στο παλάτι και έβγαλε προσεκτικά το αυγό. Να το μπροστά της, τόσο μικρό, απαλό γαλάζιο με τοσοδούλικες πράσινες βουλίτσες και η βασίλισσα το έβαλε στον κόρφο της, το πιο ζεστό και ασφαλές μέρος που μπορούσε να σκεφτεί.</p><br><p>Πέρασαν δύο εβδομάδες από τότε που η βασίλισσα συνάντησε τη γριά γυναίκα, όταν ο βασιλιάς επέστρεψε στο παλάτι θριαμβευτής. Με αυτό σαν απόδειξη για την αλήθεια των προφητειών της γριάς, η καρδιά της βασίλισσας αγαλλίασε μιας και αυτό σήμαινε ότι, και όλα τα άλλα που της είχε πει, θα γίνονταν στ’ αλήθεια. Φυλούσε το καλαθάκι και το αυγό σαν τα πιο πολύτιμα υπάρχοντά της και μάλιστα έφτιαξε και μια χρυσή θήκη για το καλάθι, έτσι ώστε όταν ερχόταν ο καιρός να φυλάξει το αυγό μέσα του, να ήταν σίγουρη πως δεν θα του συνέβαινε τίποτα κακό.</p><br><p>Πέρασαν και οι τρεις μήνες και η βασίλισσα, ακολουθώντας τις οδηγίες της γυναίκας, έβγαλε το αυγό από τον κόρφο της και το έβαλε προσεκτικά μέσα στο καλάθι, ανάμεσα στο απαλότερο μαλλί του βασιλείου. Το επόμενο πρωί που πήγε να το δει, προς έκπληξη της βρήκε το τσόφλι σπασμένο και μέσα στο αυγό μια τόση δα κούκλα. Επιτέλους η βασίλισσα ήταν ευτυχισμένη και άφησε την κούκλα να μεγαλώσει με την ησυχία της, μέχρι να έρθει ο καιρός να ξαπλώσει και το δικό της παιδί δίπλα της. </p><br><p>Με το πέρασμα του χρόνου έγινε και αυτό και η βασίλισσα έβγαλε το κοριτσάκι από το καλάθι και το τοποθέτησε δίπλα στον γιό της, στη χρυσή του κούνια που ήταν στολισμένη με πετράδια. Αμέσως μετά κάλεσε και τον βασιλιά ο οποίος κόντεψε να τρελαθεί από τη χαρά του σαν είδε τα δυο παιδιά. Σύντομα έφτασε και η ημέρα της βάφτισης των παιδιών και άρχισαν να καταφτάνουν άρχοντες από τα πέρατα της γης για να παρευρεθούν στην τελετή. Η βασίλισσα, όταν σιγουρεύτηκε πως όλα ήταν στην εντέλεια, άνοιξε απαλά το παράθυρο και άφησε να πετάξει έξω το φτερό της χήνας. Ανάμεσα στους καλεσμένους που κατέφθαναν διαρκώς, εμφανίστηκε τότε ένα εντυπωσιακό άρμα που το έσερναν έξι λευκά άλογα και το οδηγούσε μια νεαρή κοπέλα ντυμένη με ρούχα που έλαμπαν σαν τον ήλιο. Φορούσε πέπλο και δεν φαινόταν το πρόσωπό της, μα σαν έφτασε δίπλα στη βασίλισσα και στα μωρά παραμέρισε το πέπλο και όλοι θαύμασαν την εκθαμβωτική ομορφιά της. Εκείνη σήκωσε τότε το κοριτσάκι στα χέρια της και, γυρνώντας προς το πλήθος των καλεσμένων, τους ανακοίνωσε πως από δω και μπρος το όνομα του θα ήταν Ντοτερίν - ένα όνομα που η βασίλισσα κατάλαβε πολύ καλά πως του δόθηκε γιατί είχε βγει από τον κρόκο του αυγού. Το αγόρι θα λεγόταν Βίλεμ.</p><br><p>Σαν τελείωσε η γιορτή και οι καλεσμένοι άρχισαν να επιστρέφουν σπίτια τους, η Νονά του κοριτσιού το έβαλε στην κούνια και είπε στη βασίλισσα: “Κάθε φορά που θα βάζεις το μωρό για ύπνο, να βάζεις δίπλα του και το καλαθάκι με τα τσόφλια μέσα, έτσι δεν θα πάθει ποτέ κανένα κακό. Να φιλάς αυτόν τον μικρό θησαυρό σαν κόρη οφθαλμού και να μάθεις και στην κόρη σου να κάνει το ίδιο”. Φίλησε τότε το κοριτσάκι τρεις φορές, ανέβηκε στο άρμα της και έφυγε.</p><br><p>Τα παιδιά μεγάλωναν καλά και η μαμή της Ντοτερίν την αγαπούσε τόσο πολύ, σαν να ήταν δικό της παιδί. Μέρα με τη μέρα το κορίτσι γινόταν όλο και πιο όμορφο και όλοι είχαν να το λένε, πως σύντομα θα ξεπερνούσε σε ομορφιά και την ίδια τη Νονά της. Κανείς όμως δεν ήξερε, μόνο η παραμάνα, ότι κάθε βράδυ πάνω από την κούνια του μωρού στεκόταν μια παράξενη και υπέροχη κοπέλα. Η παραμάνα είπε με κάθε λεπτομέρεια στη βασίλισσα τι είχε δει και οι δυο γυναίκες συμφώνησαν να μην πουν σε κανέναν τίποτα.</p><br><p>Τα δίδυμα έφτασαν να είναι σχεδόν δύο χρονών όταν η βασίλισσα αρρώστησε ξαφνικά. Γρήγορα κατέφτασαν οι καλύτεροι γιατροί του τόπου, αλλά κι αυτοί λίγα μπορούσαν να κάνουν , δεν υπήρχε θεραπεία για τον θάνατο. Η βασίλισσα φώναξε στο πλευρό της την Ντοτερίν και την παραμάνα της, που τώρα είχε γίνει η συνοδός της. Σε αυτήν η βασίλισσα έδωσε το μικρό πολύτιμο καλαθάκι και την ξόρκισε να το φυλάξει με τη ζωή της: “Σαν η κόρη μου γίνει δέκα χρονών”, είπε η βασίλισσα, “δώσε της το καλαθάκι και πες της ότι ολόκληρη η ευτυχία της εξαρτάται από τον τόπο που θα το φυλάξει. Όσο για τον γιό μου δεν ανησυχώ, είναι ο διάδοχος του θρόνου και ο πατέρας του θα τον φροντίσει”. Η συνοδός υποσχέθηκε στη βασίλισσα να κάνει όπως την πρόσταξε και πως θα το κρατούσε μυστικό. Αργότερα το ίδιο πρωινό, η βασίλισσα πέθανε.</p><br><p>Μετά από κάποια χρόνια ο βασιλιάς ξαναπαντρεύτηκε, αλλά δεν αγαπούσε την καινούρια του γυναίκα όσο την παλιά, ήταν περισσότερο γάμος πολιτικής σκοπιμότητας. Εκείνη μισούσε τα θετά της παιδιά και ο βασιλιάς, που το κατάλαβε αυτό, τα κράτησε μακριά της και ανέθεσε την ανατροφή τους στην συνοδό της Ντοτερίν. Όποτε όμως τύχαινε τα παιδιά να συναντηθούν με την καινούρια βασίλισσα στους διαδρόμους του παλατιού, εκείνη τα κλοτσούσε και τα έδιωχνε από μπροστά της σαν να ήταν σκυλιά.</p><br><p>Όταν η Ντοτερίν έγινε δέκα χρονών, η συνοδός της έδωσε το καλαθάκι και της είπε τα στερνά λόγια της βασίλισσας. Αλλά το παιδί ήταν ακόμη μικρό και δεν έδωσε και μεγάλη σημασία σε αυτά τα λόγια. </p><br><p>Πέρασαν άλλα δύο χρόνια και μια μέρα που ο βασιλιάς έλειπε από το παλάτι, η μητριά της Ντοτερίν τη βρήκε να κάθεται κάτω από μια μοσχολεμονιά. Άρχισε πάλι να τη χτυπά με μανία και τόσο πολύ που η Ντοτερίν ίσα που κατάφερε να φτάσει μπουσουλώντας μέχρι το δωμάτιό της. Η συνοδός της έλειπε κι αυτή και έτσι, όπως έτρεχαν τα δάκρυα της, η Ντοτερίν πρόσεξε τη χρυσή θήκη μέσα στην οποία βρισκόταν το καλαθάκι. Νομίζοντας ότι μέσα θα έβρισκε κανένα παιχνίδι για να τη διασκεδάσει λίγο, η Ντοτερίν άνοιξε τη θήκη και βρήκε μέσα μόνο κάτι κουρελάκια και τσόφλια αυγού. Απογοητευμένη ανασήκωσε τα κουρέλια κι από κάτω είδε ένα φτερό χήνας: “Τι σκουπίδια είναι αυτά”, είπε και πέταξε το φτερό από το παράθυρο. Μονομιάς εμφανίστηκε μπροστά της μια πανέμορφη κυρά: “Μη φοβάσαι”, είπε η κυρά και χάιδεψε το κεφαλάκι της Ντοτερίν, “είμαι η Νονά σου και ήρθα να σε δω. Από τα κοκκινισμένα μάτια σου καταλαβαίνω ότι είσαι δυστυχισμένη. Ξέρω πως η μητριά σου είναι σκληρή μαζί σου, αλλά να είσαι υπομονετική και θαρραλέα και θα έρθουν καλύτερες μέρες. Δεν θα έχει καμία δύναμη επάνω σου σαν μεγαλώσεις και κανείς δεν θα μπορεί να σε πειράξει, αρκεί να προσέχεις το καλαθάκι σου καλά και να μην χάσεις ποτέ τα τσόφλια που υπάρχουν μέσα. Φτιάξε ένα μεταξένιο πουγκί και βάλε τα τσόφλια μέσα, έχε τα πάντα μαζί σου στον κόρφο σου και θα είσαι ασφαλής και από τη μητριά σου αλλά και από οποιονδήποτε άλλον θελήσει να σου κάνει κακό. Αν όμως ποτέ βρεθείς σε δύσκολη θέση και δεν ξέρεις τι να κάνεις, βγάλε αυτό το φτερό από το πουγκί και πέτα το από το παράθυρο, θα έρθω αμέσως στο πλευρό σου να σε βοηθήσω. Έλα τώρα μαζί μου, πάμε κάτω από τις μοσχολεμονιές να μιλήσουμε χωρίς να μας ακούσει κανείς”.</p><br><p>Είχαν τόσα πολλά να πουν που, χωρίς να το καταλάβουν, ήρθε και το βράδυ και, αφού η Νονά είχε δώσει στη Ντοτερίν όλες τις συμβουλές που είχε να της δώσει, είπε πως ήρθε η ώρα να φύγει: “Δώσε μου το πουγκί”, είπε η Νονά, “ήρθε η ώρα να φας το βραδινό σου και δεν κάνει να μείνεις νηστική”. Τότε η Νονά ψυθίρισε κάτι μαγικά λόγια στο πουγκί και ευθύς μπροστά τους εμφανίστηκε ένα τραπέζι όλο φρούτα και γλυκά. Έφαγαν και οι δυο τους με την ψυχή τους και, καθώς η Νονά οδήγησε τη μικρή πίσω στο παλάτι, της έμαθε τα μαγικά λόγια που έπρεπε να λέει στο πουγκί όταν της έλειπε κάτι. </p><br><p>Μετά από μερικά χρόνια ακόμη, η Ντοτερίν έγινε πια μια νεαρή κοπέλα και όσοι την είχαν δει έλεγαν πως ο κόσμος ήταν πολύ λίγος μπροστά στη δική της ομορφιά. Εκείνο τον καιρό όμως ξέσπασε κι ένας τρομερός πόλεμος και ο βασιλιάς και ο στρατός του απωθούνταν με κάθε επίθεση του εχθρού, μέχρι που αναγκάστηκαν να κλειστούν μέσα στα τείχη της πόλης και να ετοιμαστούν για πολιορκία. Η πολιορκία κράτησε τόσο πολύ καιρό που μέχρι και το παλάτι άρχισε να ξεμένει από τρόφιμα. Έτσι, ένα πρωί που η Ντοτερίν δεν είχε να φάει κάτι για πρωινό μα ούτε είχε φάει βραδινό την προηγούμενη και πεινούσε πολύ, άφησε το φτερό της να πετάξει από το παράθυρο. Τόσο κουρασμένη και αδύναμη ήταν που, με το που εμφανίστηκε μπροστά της η Νονά της, ξέσπασε σε λυγμούς και δεν μπορούσε να αρθρώσει λέξη για αρκετή ώρα: “Μην κλαις παιδί μου”, της είπε η Νονά, “θα σε πάρω μακριά απ΄ όλ΄ αυτά, αλλά δυστυχώς όλοι οι άλλοι θα πρέπει να μείνουν εδώ και ν΄ ακολουθήσουν τη&nbsp;μοίρα τους”. Τότε κάλεσε τη Ντοτερίν να περπατήσει στο πλευρό της και οι δυο τους πέρασαν μέσα από την πύλη των τειχών της πόλης και μέσα από τον εχθρικό στρατό, χωρίς να τους σταματήσει μα ούτε και να τους προσέξει κανείς. Την επόμενη μέρα η πόλη παραδόθηκε και ο βασιλιάς και όλη του η Αυλή φυλακίστηκαν αλλά, μέσα στη σύγχιση, ο γιος του βασιλιά κατάφερε να διαφύγει. Η μητριά είχε ήδη σκοτωθεί σε προηγούμενη εχθρική επίθεση όπου και τη διαπέρασε μια εχθρική λόγχη.</p><br><p>Σαν η Ντοτερίν και η Νονά της απομακρύνθηκαν αρκετά από τον εχθρό, η Ντοτερίν, άλλαξε τα βασιλικά της ενδύματα με φτωχικά και για να γίνει ακόμη πιο πιστευτή η μεταμφίεσή της, η Νονά της άλλαξε ολωσδιόλου και το πρόσωπό της: “Σαν έρθουν καλύτεροι καιροί”, της είπε τρυφερά η προστάτιδά της, “δεν έχεις παρά να ψιθυρίσεις τα λόγια που σου έμαθα στο πουγκί σου λέγοντας ότι θέλεις πίσω το πρόσωπό σου και σε μια στιγμή όλα θα διορθωθούν. Κάνε όμως λίγη ακόμα υπομονή στις δυσκολίες”. Και τότε η Νονά, για τελευταία φορά τη συμβούλεψε να φυλάξει καλά το πουγκί της και αποχαιρέτησε το κορίτσι.</p><br><p>Για πολλές μέρες η Ντοτερίν περιπλανήθηκε από τόπο σε τόπο χωρίς να βρίσκει καταφύγιο και, παρόλο που με τη βοήθεια του πουγκιού της δεν της είχε λείψει η τροφή, καλοδέχτηκε την ευκαιρία να πάει να δουλέψει υπηρέτρια σε μια αγροικία. Στην αρχή η δουλειά της φάνηκε πολύ δύσκολη και σκληρή, αλλά είτε γιατί είχε ταλέντο στο να μαθαίνει γρήγορα είτε γιατί μυστικά το πουγκί της την βοηθούσε, η Ντοτερίν σε τρεις μέρες έκανε όλες τις δουλειές στην αγροικία τόσο καλά, σαν να τις έκανε μια ζωή.</p><br><p>Μια μέρα η Ντοτερίν έτριβε μια ξύλινη γούρνα, όταν από κοντά της πέρασε μια αρχόντισσα του τόπου. Το φωτεινό πρόσωπο του κοριτσιού που δούλευε μπροστά στην πόρτα της αγροικίας γοήτευσε την αρχόντισσα και την φώναξε να έρθει κοντά της να μιλήσουν:</p><p>Θα ήθελες μικρή μου να έρθεις στην υπηρεσία μου; τη ρώτησε η αρχόντισσα.</p><p>Μάλιστα κυρία, απάντησε η Ντοτερίν, αν η αφέντρα μου το επιτρέψει.</p><p>Μη σε νοιάζει αυτό, θα το φροντίσω εγώ, είπε η αρχόντισσα και επιτόπου συνεννοήθηκε με την αφέντρα της αγροικίας. Σύντομα η Ντοτερίν καθόταν στην άμαξα της αρχόντισσας και κατευθυνόταν προς το σπίτι της.</p><br><p>Πέρασαν έξι μήνες και σε όλον τον τόπο μαθεύτηκαν τα νέα πως ο νεαρός γιος του βασιλιά είχε οργανώσει στρατό και με επιτυχία πήρε πίσω το βασίλειό του από τον εχθρό. Ταυτόχρονα όμως κυκλοφόρησαν και τα νέα πως ο βασιλιάς είχε πεθάνει στην αιχμαλωσία. Το κορίτσι έκλαψε πικρά αλλά και κρυφά για τον χαμό του πατέρα της, μιας και δεν είχε πει στην αρχόντισσα τίποτα για την προηγούμενη ζωή της.</p><br><p>Στο τέλος του έτους του θρήνου, ο νεαρός βασιλιάς έβγαλε διάγγελμα ότι ήθελε να παντρευτεί και κάλεσε όλες τις νεαρές του βασιλείου να παρουσιαστούν μπροστά του για να διαλέξει ποια θα πάρει για γυναίκα του. Για εβδομάδες ολόκληρες, όλες οι κοπέλες στο βασίλειο μαζί με τις μητέρες τους ετοίμαζαν φορέματα και χτενίσματα και οι τρεις κόρες τις αρχόντισσας ήταν τόσο ενθουσιασμένες όσο όλες. Το κορίτσι ήταν πολύ επιδέξιο με τη βελόνα και όλη τη μέρα έραβε τα καινούρια φορέματα για τις αφέντρες τις. Αλλά κάθε βράδυ ονειρευόταν ότι βρισκόταν στο πλευρό της η Νονά της που της έλεγε: “Ράψε τα φορέματα των κοριτσιών και όταν έρθει η ώρα ακολούθησε τις στο παλάτι. Καμιά δεν θα είναι τόσο τέλεια όσο εσύ”.</p><br><p>Έφτασε και η μεγάλη μέρα και η Ντοτερίν δεν μπορούσε να συγκρατήσει τη χαρά της αλλά, σαν είδε την αρχόντισσα και τις κόρες της ντυμένες να φεύγουν χωρίς εκείνη, έπεσε στο κρεββάτι της και άρχισε να κλαίει γοερά. Τότε άκουσε μια φωνή από το πουθενά να της λέει: “Κοίταξε μέσα στο πουγκί σου κι εκεί θα βρεις ό,τι χρειάζεσαι”. Χωρίς να χάσει λεπτό, η Ντοτερίν ανασηκώθηκε, έβγαλε το πουγκί από τον κόρφο της, του ψιθύρισε τα μαγικά λόγια και να! Πάνω στο κρεββάτι εμφανίστηκε ένα φόρεμα που έλαμπε σαν αστέρι! Με τρεμάμενα από χαρά χέρια, η Ντοτερίν το σήκωσε προσεκτικά και το φόρεσε και όταν στάθηκε μπροστά στον καθρέφτη και η ίδια θαύμασε την ομορφιά της. Κατέβηκε στην είσοδο του αρχοντικού όπου και την περίμενε μια αστραφτερή άμαξα, μπήκε μέσα και άρχισε να τρέχει σαν τον άνεμο.</p><br><p>Το παλάτι του νεαρού βασιλιά απείχε αρκετά, αλλά η άμαξα της Ντοτερίν έτρεχε τόσο πολύ, που της πήρε μόνο λίγα λεπτά μέχρι να φτάσει στο παλάτι. Άνοιξε την πόρτα να κατέβει από την άμαξα και τότε θυμήθηκε ότι άφησε πίσω το πουγκί της. Τι να κάνει; Να πάει πίσω και να της συμβεί κάτι κακό στο δρόμο ή μιας και είχε φτάσει στο παλάτι απλά να προχωρούσε με την ελπίδα ότι τίποτα κακό δεν θα της συνέβαινε εκεί; Καθώς τα σκεφτόταν αυτά, στον ώμο της έκατσε ένα μικρό σπουργίτι που στο ράμφος του κουβαλούσε το πουγκί της Ντοτερίν και τότε το κορίτσι έβγαλε έναν αναστεναγμό ανακούφισης.</p><br><p>Η γιορτή ήταν ήδη στο κορύφωμά της, η αίθουσα χορού ήταν γεμάτη ομορφιά και νιάτα μα σαν άνοιξε η πόρτα και μπήκε η Ντοτερίν όλες οι άλλες κοπέλες ωχριούσαν μπροστά της. Οι ελπίδες τους μαράθηκαν καθώς την κοιτούσαν, αλλά οι μητέρες τους άρχισαν να ψιθυρίζουν η μια στην άλλη: “Μα αυτή δεν είναι η χαμένη μας πριγκίπισσα;”.</p><br><p>Ο νεαρός βασιλιάς δεν την αναγνώρισε μα δεν μπορούσε να πάρει το βλέμμα του από πάνω της και ούτε να φύγει από το πλευρό της. Τα μεσάνυχτα τότε, κάτι παράξενο συνέβη. Ένα πυκνό σύννεφο πλημμύρισε την αίθουσα και για μια στιγμή όλα σκοτείνιασαν. Σιγά σιγά όμως το σύννεφο διαλύθηκε και στη μέση του στεκόταν η Νονά της Ντοτερίν: “Αυτή”, είπε η Νονά απευθυνόμενη στον νεαρό βασιλιά, “είναι αυτή που για τόσα χρόνια νόμιζες αδερφή σου. Δεν είναι αδερφή σου, αλλά η πριγκιποπούλα ενός γειτονικού βασιλείου που εγώ την έφερα στη μητέρα σου να την προστατεύσει για να μην τη σκοτώσει ένας κακός μάγος”. Λέγοντας αυτά, εξαφανίστηκε για πάντα και η Νονά μα και το μαγικό πουγκί. Η Νοτερίν δεν θα τα χρειαζόταν πια, οι ταλαιπωρίες της είχαν πια τελειώσει και αυτή και ο βασιλιάς έζησαν ευτυχισμένοι μέχρι το τέλος της ζωής τους.</p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></itunes:summary>
		</item>
		<item>
			<title>Ο Ερχομός του Άνγκους και της Νύφης</title>
			<itunes:title>Ο Ερχομός του Άνγκους και της Νύφης</itunes:title>
			<pubDate>Mon, 29 Mar 2021 16:23:01 GMT</pubDate>
			<itunes:duration>26:09</itunes:duration>
			<enclosure url="https://sphinx.acast.com/p/open/s/6013ebce985ab977d52addcc/e/6061fee5e8c0a7409a31cde6/media.mp3" length="23067319" type="audio/mpeg"/>
			<guid isPermaLink="false">6061fee5e8c0a7409a31cde6</guid>
			<itunes:explicit>false</itunes:explicit>
			<link>https://www.karakaxa.org/%CE%B5%CF%80%CE%B5%CE%B9%CF%83%CF%8C%CE%B4%CE%B9%CE%B1</link>
			<acast:episodeId>6061fee5e8c0a7409a31cde6</acast:episodeId>
			<acast:showId>6013ebce985ab977d52addcc</acast:showId>
			<acast:episodeUrl>mitos16</acast:episodeUrl>
			<acast:settings><![CDATA[FYjHyZbXWHZ7gmX8Pp1rmbKbhgrQiwYShz70Q9/ffXZMTtedvdcRQbP4eiLMjXzCKLPjEYLpGj+NMVKa+5C8pL4u/EOj1Vw4h5MMJYp0lCcFAe0fnxBJy/1ju4Qxy1fh8gO4DvlGA40yms2g0/hOkcrfHIopjTygHFqGwwOPKFIai4SuTvs86Lx3UYCyl6Zs+WO4fC9bB8/2bSJALEZpunHdJA38/ZCmkJMYOTmjFjrIeuZgTNgzWUV/V0T8N0xcs7u6csDTatdrutUHvD5y+AHC2xVpwY4ocd1xF2lshMTvx9V4P2N12Dv6sxbszMOM]]></acast:settings>
			<itunes:subtitle>Μίτος</itunes:subtitle>
			<itunes:episodeType>full</itunes:episodeType>
			<itunes:episode>16</itunes:episode>
			<itunes:image href="https://assets.pippa.io/shows/6013ebce985ab977d52addcc/1617034959054-f2eb1ce1570636c00505c2b2789e2785.jpeg"/>
			<description><![CDATA[<p>Για αυτή τη Σκωτσέζικη ιστορία δεν θα χρειαστεί να βάλουμε συνοδευτικό κείμενο, μιας και οι ήρωές μας είναι ξεκάθαρα... οι εποχές.</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Περιέχει θάνατο ζώων</p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>Ηχητικά εφέ: freesound.org</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ</p><br><p>Ο Ερχομός του Άνγκους και της Νύφης</p><br><p>Όλον τον χειμώνα η Μπέιρα κρατούσε αιχμάλωτη μια όμορφη νεαρή πριγκίπισσα που την έλεγαν Νύφη. Επειδή ζήλευε την ομορφιά της, τής έδωσε να φοράει κουρέλια και την έστελνε να δουλεύει στην κουζίνα του κάστρου της όπου της ανέθεταν τις πιο βρώμικες δουλειές. Η Μπέιρα την μάλωνε διαρκώς, έβρισκε λάθη σε κάθε τι που έκανε και η ζωή της Νύφης ήταν πραγματικά μίζερη.</p><br><p>Μια μέρα η Μπέιρα έδωσε στη Νύφη ένα καφέ δέρας προβάτου και της είπε να το πλύνει τόσο καλά που ν΄ ασπρίσει. Η Νύφη πήρε το δέρας και κατέβηκε να το πλύνει στη λιμνούλα στη βάση ενός καταρράχτη κοντά στο κάστρο. Όλη μέρα έτριβε, αλλά μάταια, δεν μπορούσε όσο και να προσπαθούσε να ασπρίσει το καφέ μαλλί. Σαν ήρθε το βράδυ, η Μπέιρα μάλωσε πάλι το κορίτσι:</p><p>Είσαι τελείως άχρηστη χαζοβιόλα, το δέρας είναι τόσο καφέ όσο ήταν όταν στο έδωσα.</p><p>Όλη μέρα το έπλενα κάτω από τον καταρράχτη του Κόκκινου Βράχου, απάντησε δειλά η Νύφη.</p><p>Αύριο θα το ξαναπλύνεις, της είπε αυστηρά η Μπέιρα, κι αν δεν είναι κάτασπρο θα το ξαναπλύνεις την επόμενη και, αν πάλι και τότε δεν ασπρίσει , θα το ξαναπλύνεις την επόμενη και την επόμενη. Χάσου τώρα από μπροστά μου και κάνε αυτό που σου είπα!</p><br><p>Ήταν πολύ δύσκολη η ζωή της Νύφης. Κάθε μέρα κατέβαινε τον καταρράχτη και έπλενε και έπλενε… της φαινόταν ότι ο κόσμος θα τελείωνε κι εκείνη δεν θα είχε καταφέρει να ασπρίσει το καφέ μαλλί. </p><br><p>Ένα πρωινό, που πήγε πάλι να πλύνει το μαλλί στον καταρράχτη, την πλησίασε ένας άνδρας με γκρίζα γενειάδα. Τη λυπήθηκε την πριγκίπισσα έτσι όπως την είδε να κλαίει σκυμμένη πάνω από τη δουλειά της και της είπε:</p><p>Ποια είσαι εσύ και γιατί κλαις;</p><p>Με λένε Νύφη, του απάντησε η κοπέλα. Είμαι αιχμάλωτη της Βασίλισσας Μπέιρα που με διέταξε να πλύνω αυτό το καφέ μαλλί μέχρι να γίνει άσπρο. Αλίμονο! Δεν μπορώ να το κάνω.</p><p>Λυπάμαι πολύ για του λόγου σου, της είπε ο γέρος άνδρας.</p><p>Εσύ ποιος είσαι και από που έρχεσαι;</p><p>Εμένα με λένε Πατέρα Χειμώνα. Δώσε μου το δέρας και θα σου το ασπρίσω εγώ.</p><br><p>Η Νύφη έδωσε στον Πατέρα Χειμώνα το καφέ δέρας, αυτός το τίναξε τρεις φορές και τότε αυτό έγινε άσπρο σαν το χιόνι. Η καρδιά της Νύφης γέμισε χαρά και φώναξε: “Αγαπητέ Πατέρα Χειμώνα είσαι τόσο ευγενικός. Με γλύτωσες από την τόσο σκληρή δουλειά και μου πήρες τη στενοχώρια!”. Ο Πατέρας Χειμώνας έδωσε με το ένα του χέρι το δέρας πίσω στη Νύφη κι εκείνη το πήρε ευλαβικά. Τότε της είπε: “Πάρε και αυτό που κρατώ στο άλλο μου χέρι”, και λέγοντας αυτό της έδωσε ένα ματσάκι λευκά ζουμπούλια. Τα μάτια της πριγκίπισσας άστραψαν από χαρά σαν τα είδε. Τότε ο Πατέρας Χειμώνας της είπε: “Αν σε μαλώσει η Μπέιρα, δώσε της αυτά τα λουλούδια και, αν σε ρωτήσει πού τα βρήκες, πες της ότι είναι από το πράσινο πευκοδάσος. Πες της επίσης ότι στις όχθες των ρυακιών αρχίζουν και φυτρώνουν τα κάρδαμα και πως καινούριο χορτάρι φυτρώνει στα λιβάδια”. Έπειτα, ο Πατέρας Χειμώνας αποχαιρέτησε την πριγκίπισσα και γύρισε να φύγει.</p><br><p>Η Νύφη επέστρεψε στο βουνίσιο κάστρο και άπλωσε το λευκό δέρας στα πόδια της Μπέιρα. Αλλά η γριά βασίλισσα ίσα που το κοίταξε, το βλέμμα της είχε καρφωθεί στα ζουμπούλια που κρατούσε η πριγκίπισσα στο χέρι της:</p><p>Που τα βρήκες αυτά τα λουλούδια; τη ρώτησε με μια ξαφνική οργή.</p><p>Τα λευκά ζουμπούλια τώρα μεγαλώνουν στο πράσινο πευκοδάσος, το κάρδαμο φυτρώνει στις όχθες των ρυακιών και το καινούριο χορτάρι άρχισε να φυτρώνει στα λιβάδια, της απάντησε η Νύφη.</p><p>Τι κακά μαντάτα είναι αυτά που μου φέρνεις! φώναξε η Μπέρια. Εξαφανίσου από μπροστά μου!</p><br><p>Η κοπέλα γύρισε να φύγει, αλλά αυτή τη φορά δεν είχε θλίψη στην καρδιά. Ήταν ευτυχισμένη γιατί ήξερε πως ο χειμώνας θα περνούσε σύντομα και η βασιλεία της Μπέιρα θα τελείωνε μαζί του.</p><br><p>Στο μεταξύ, η Μπέιρα κάλεσε μπροστά της να εμφανιστούν οι οκτώ στρίγγλες υπηρέτριες της και τους είπε: “Καλπάστε στον Βορρά και καλπάστε στο Νότο. Καλπάστε στη Δύση και καλπάστε στην Ανατολή και θα καλπάσω κι εγώ μαζί σας. Γεμίστε τον κόσμο με ψύχος και χιονοθύελλες, να μην ανθήσει λουλούδι και να μην φυτρώσει χορτάρι. Κυρήσσω πόλεμο ενάντια σε όλη τη βλάστηση”.</p><br><p>Με αυτές τις διαταγές, οι οκτώ στρίγγλες καβάλησαν οκτώ ξεμαλλιασμένες κατσίκες και πήγαν να κάνουν ό,τι τους είχε πει η Μπέιρα. Μαζί τους πήγε και η Μπέιρα, με το δεξί της χέρι να κρατά ένα μαγικό και τρομερό μαύρο σφυρί. Το ίδιο κιόλας βράδυ τρομερές χιονοθύελλες μαστίγωναν τους ωκεανούς και τρόμος κυριάρχησε σε όλον τον τόπο.</p><br><p>Ο λόγος όμως που η Μπέιρα κρατούσε αιχμάλωτη τη Νύφη ήταν επειδή ο γιός της, ο Άνγκους ο Παντοτινά Νέος, την είχε ερωτευτεί. Τον έλεγαν Παντοτινά Νέο γιατί ο χρόνος δεν περνούσε από πάνω του και όλον τον χειμώνα τον περνούσε στην Πράσινη Νήσο της Δύσης, που είναι γνωστή και ως η Γη της Νιότης. Ο Άνγκους είδε πρώτη φορά τη Νύφη σε όνειρο και, όταν ξύπνησε, είπε στον βασιλιά της Πράσινης Νήσου:</p><p>Χθες είδα σε όνειρο μια πανέμορφη πριγκίπισσα και την αγαπώ. Δάκρυα έτρεχαν από τα μάτια της και δίπλα της στεκόταν ένας γέρος άνδρας και τον ρώτησα “Γιατί κλαίει η δεσποσύνη;”. Εκείνος τότε μου απάντησε “Κλαίει γιατί η Μπέιρα την κρατά αιχμάλωτη και της φέρεται πολύ άσχημα”. Τότε ξανακοίταξα την πριγκίπισσα και της είπα “Με χαρά θα την ελευθερώσω εγώ” και τότε ξύπνησα. Πες μου βασιλιά μου, ποια είναι αυτή η πριγκίπισσα και πού μπορώ να την βρω;</p><p>Την όμορφη πριγκίπισσα τη λένε Νύφη και την ημέρα που θα γίνεις βασιλιάς του Καλοκαιριού θα γίνει η βασίλισσά σου, απάντησε στον Άνγκους ο βασιλιάς της Πράσινης Νήσου. Αυτά όλα τα γνωρίζει η μητέρα σου και θέλει να σε κρατήσει μακριά από τη Νύφη, για να μην τελειώσει η βασιλεία της. Περίμενε εδώ Άνγκους μέχρι ν΄ ανθίσουν τα λουλούδια και να φυτρώσει το χορτάρι και τότε να πας να ελευθερώσεις την όμορφη πριγκίπισσα Νύφη.</p><p>Θα πάω τώρα αμέσως να τη σώσω, είπε αποφασιστικά ο νεαρός Άνγκους.</p><p>Ο λυκομήνας, ο Φεβρουάριος τώρα μόλις ξεκίνησε, του απάντησε σκεπτικά ο βασιλιάς, και η διάθεση του λύκου είναι αβέβαιη.</p><p>Θα κάνω μάγια στη θάλασσα και στη στεριά και θα δανειστώ τρεις μέρες από τον Αύγουστο να τις βάλω στον Φεβρουάριο.</p><br><p>Και ο Άνγκους έκανε ό,τι είπε ότι θα κάνει. Δανείστηκε τρεις μέρες από τον Αύγουστο και ο ωκεανός ηρέμησε ενώ ο ήλιος έλαμπε πάνω από βουνά και λαγκάδια. Τότε ο νεαρός καβάλησε το λευκό του άτι και κάλπασε προς την ανατολή, προς τη Σκωτία, πάνω από τα νησιά, πάνω από τη θάλασσα του Μινχ και με την αυγή έφτασε στα Γκράμπια όρη. Η πανοπλία του ήταν από χρυσάφι, στους ώμους του φορούσε έναν αιμάτινο μανδύα που κυμάτιζε με τον άνεμο που φυσούσε, και έτσι φαινόταν εντυπωσιακός στον καταγάλανο σκωτσέζικο ουρανό.</p><br><p>Ένας γέρος μουσικός σήκωσε το βλέμα του και κοίταξε κατά την ανατολή και, μόλις είδε τη λεβεντιά του Άνγκους, σήκωσε τη λύρα του και μαζί με τα πουλιά άρχισε να τραγουδά:</p><br><p>Έφτασε ο Άνγκους, ο ωραίος νεαρός</p><p>Με τα ξανθά μαλλιά του, γαλανομάτης θεός.</p><p>Ο θεός που έρχεται να φέρει</p><p>Την υπόσχεση της άνοιξης στα μέρη.</p><p>Τα πουλιά αρχίζουν το τραγούδι</p><p>Προστάζει τη βιολέτα και βγάζει λουλούδι,</p><p>Το χαμομήλι του γκρεμού</p><p>που κι αυτό κοιμάται προ πολλού.</p><p>Φεύγει από τους λόφους το χιόνι το λευκό,</p><p>Να του αγριόπευκου το πράσινο το ζωηρό,</p><p>Βγαίνει από τα γυμνά τα δάση, ζήτω!</p><p>Η θέλησή του γεννηθήτω!</p><p>Πάει κι έρχεται εδώ κι εκεί,</p><p>Την πριγκίπισσα Νύφη ψάχνει, την κυρά του την καλή.</p><br><p>Γύρισε όλον τον τόπο ο Άνγκους αλλά δεν μπορούσε να βρει τη Νύφη πουθενά. Εκείνη όμως, που τον είδε στο όνειρο της, ήξερε ότι ερχόταν να τη σώσει. Ξύπνησε και δάκρυα χαράς άρχισαν να τρέχουν από τα μάτια της. Όπου έπεφταν αυτά τα δάκρυα φύτρωναν βιολέτες, τόσο γαλάζιες όσο τα μάτια της πριγκίπισσας. </p><br><p>Σαν η Μπέιρα έμαθε πως είχε καταφτάσει ο Άνγκους και έψαχνε τη Νύφη θύμωσε πολύ και, την τρίτη μέρα της αναζήτησής του, προξένησε τέτοια ανεμοθύελλα που τον ανάγκασε να γυρίσει πίσω στην Πράσινη Νήσο. Ο Άνγκους όμως επέστρεψε ξανά και ξανά και έτσι τελικά βρήκε το κάστρο όπου ήταν αιχμάλωτη η πριγκίπισσα.</p><br><p>Ήρθε και μια μέρα που ο Άνγκους συνάντησε τη Νύφη σ΄ ένα δάσος κοντά στο κάστρο. Οι βιολέτες άνθισαν και τα χαμομήλια σήκωσαν τα κεφαλάκια τους να θαυμάσουν τα βλέμματα των δυο ερωτευμένων. Τα πουλιά έπιασαν να τραγουδούν και ο ήλιος να ζεσταίνει όλη την πλάση σαν άρχισαν οι δυο τους να μιλούν:</p><p>Πανέμορφη πριγκίπισσα, σε είδα σε όνειρο να τρέχουν τα δάκρυά σου ποτάμι από θλίψη.</p><p>Ευγενικέ&nbsp;μου πρίγκιπα, σε είδα σε όνειρο να καλπάζεις πάνω από χειμάρρους και λαγκάδια όμορφος και δυνατός.</p><p>Ήλθα να σε σώσω από τη βασίλισσα Μπέιρα, που όλο τον χειμώνα σε κράτησε αιχμάλωτη.</p><p>Αυτή η μέρα είναι η πιο ευτυχισμένη της ζωής μου.</p><p>Θα είναι η πιο ευτυχισμένη μέρα όλης της ανθρωπότητας.</p><br><p>Και για αυτό η πρώτη μέρα της άνοιξης, η μέρα που ο Άνγκους βρήκε την πριγκίπισσα λέγεται και Μέρα της Νύφης.</p><br><p>Μέσα από το δάσος, άρχισαν να καταφτάνουν πολλές και όμορφες κοπέλες που καλωσόρισαν τη Νύφη ως βασίλισσά τους και καλοδέχτηκαν τον Άνγκους. Η Νεραϊδοβασίλισσα τότε, με μια κίνηση του ραβδιού της, άλλαξε το ρούχο της Νύφης από κουρέλι σε ασημένιο φόρεμα και ξανάφερε ζωντάνια στο πρόσωπό της. Πάνω στο στήθος της έλαμπε τώρα ένα κρυστάλλινο αστέρι, αγνό όσο και οι σκέψεις της και λαμπερό όσο η χαρά που της προκάλεσε ο ερχομός του Άνγκους. Αυτό το κόσμημα λέγεται το Αστέρι-οδηγός της Νύφης. Τα λαμπερά καστανόξανθα μαλλιά της κοσμούσαν τώρα λουλούδια - ζουμπούλια, μαργαρίτες, βιολέτες και χαμομήλι. Τα μάτια της ήταν φωτεινό γαλάζιο και το πρόσωπό της είχε την κοκκινάδα άγριου τριαντάφυλλου, όλο ομορφιά και χάρη. Στο δεξί της χέρι κρατούσε ένα ραβδί από χρυσά φύλλα καλαμποκιού και στο αριστερό ένα χρυσό κέρας, το Κέρας της Αφθονίας. Ο σπίνος ήταν το πρώτο πουλάκι που εξύμνησε την ομορφιά της Νύφης και η Νεραϊδοβασίλισσα είπε: “Από δω και μπρος θα σε λένε το Πουλί της Νύφης”. Στην ακροθαλασσιά, το πρώτο πουλάκι που τιτίβισε από χαρά ήταν μια αλκυόνα και η Νεραϊδοβασίλισσα είπε: “Από δω και μπρος θα σε λένε τον Ακόλουθο της Νύφης”.</p><br><p>Έπειτα η Νεραϊδοβασίλισσα οδήγησε τη Νύφη και τον Άνγκους στο υπόγειο παλάτι της με την πράσινη στέγη, στη μέση του δάσους. Καθώς πλησίασαν, είδαν έναν ποταμό καλυμμένο με πάγο. Η Νύφη άγγιξε τον πάγο με το δάχτυλο της και μονομιάς η Στρίγγλα του Πάγου ούρλιαξε και έφυγε μακριά.</p><br><p>Μεγάλο φαγοπότι στήθηκε στο παλάτι της Νεραϊδοβασίλισσας για να τιμηθεί η Νύφης, εκείνη και ο Άνγκους παντρεύτηκαν. Οι νεράιδες χόρεψαν και τραγούδησαν όλο χαρά και όλος ο κόσμος χόρεψε και τραγούδησε μαζί τους. Έτσι ξεκίνησε και η πρώτη Γιορτή της Νύφης. “Ήρθε η άνοιξη!” βροντοφώναξαν οι βοσκοί και οδήγησαν τα κοπάδια τους στους βάλτους όπου και τα μέτρησαν και τα ευλόγησαν. “Ήρθε η άνοιξη!” έκραξε το κοράκι και πέταξε να βρει φρέσκο χορτάρι για τη φωλιά του. Η κουρούνα το άκουσε και έκανε κι αυτή το ίδιο και η αγριόπαπια έβγαλε το ράμφος της μέσα από τις καλαμιές και φώναξε “Ήρθε η άνοιξη!”.</p><br><p>Η Νύφη βγήκε από το παλάτι με τον Άνγκους και λίκνισε το χέρι της, ενώ ο Άνγκους ξεστόμιζε ξόρκια. Πρώτο υψώθηκε ψηλά το χορτάρι και όλη η πλάση αναγνώρισε το ζευγάρι ως βασιλιά και βασίλισσα. Ακόμη κι αν δεν τους έβλεπαν παντού, η παρουσία τους είχε γίνει αισθητή απ’ άκρη σ’ άκρη σε όλη τη Σκωτία.</p><br><p>Η Μπέιρα λύσσαξε όταν έμαθε ότι ο Άνγκους είχε συναντήσει τη Νύφη. Πήρε το μαγικό της σφυρί κι άρχισε να κοπανάει το έδαφος με μανία μέχρι που έγινε και πάλι σκληρό σαν σίδερο από το κρύο - τόσο κρύο έκανε που μήτε μυρωδικό μήτε χορταράκι μπορούσε να αντέξει στο χώμα. Η Μπέιρα ήξερε πως, όταν θα άνθιζε το χορτάρι και ο Άνγκους και η Νύφη παντρεύονταν, η βασιλεία της θα τελείωνε και ήθελε να παραμείνει στον θρόνο όσο περισσότερο γινόταν:</p><p>Η Νύφη παντρεύτηκε, ζήτω η Νύφη! τραγούδησαν τα πουλιά.</p><p>Ο Άνγκους παντρεύτηκε, ζήτω ο Άνγκους! συνέχισαν το τραγούδι τους.</p><br><p>Η Μπέιρα άκουσε το τραγούδι των πουλιών και είπε στις στρίγγλες υπηρέτριές της: “Καλπάστε στον Βορρά και καλπάστε στο Νότο. Καλπάστε στη Δύση και καλπάστε στην Ανατολή, κυρήξτε πόλεμο στον Άνγκους! Θα καλπάσω κι εγώ μαζί σας”.</p><br><p>Οι στρίγγλες καβάλησαν τις ξεμαλλιασμένες τους κατσίκες και ξεκίνησαν να ακολουθήσουν της προσταγές της Μπέιρα. Εκείνη καβάλησε ένα μαύρο άτι και πήγε να βρει τον Άνγκους. Κάλπασε γρήγορα και μαύρα σύννεφα σχηματίστηκαν στο πέρασμά της. Έφτασε στο δάσος όπου βρισκόταν η Νεραϊδοβασίλισσα και όλες οι νεράιδες μόλις την είδαν άρχισαν να τρέχουν από τον τρόμο τους, μπήκαν στο υπόγειο παλάτι και κλειδαμπάρωσαν πίσω τους την πόρτα. Ο Άνγκους κοίταξε ψηλά, είδε την Μπέιρα να πλησιάζει και καβάλησε το λευκό του άτι, έβαλε τη Νύφη να κάτσει μπροστά του, κι άρχισε να τρέχει μακριά. Κατευθύνθηκε δυτικά, πάνω από λόφους , πεδιάδες και πέρα από τη θάλασσα, με την Μπέιρα στο κατόπι του. Στο νησί Τιρίι υπάρχει ένα βραχώδες φαράγγι και η Μπέιρα πηδούσε με το άτι της από τη μια μεριά στην άλλη κυνηγώντας τον Άνγκους. Καθώς πηδούσε, οι οπλές του αλόγου άφησαν μεγάλα κενά ανάμεσα στους βράχους και μέχρι σήμερα το φαράγγι λέγεται Το Άλμα του Αλόγου.</p><br><p>Ο Άνγκους κατάφερε να φτάσει μέχρι την Πράσινη Νήσο της Δύσης κι εκεί πέρασε κάποιες ευτυχισμένες μέρες με τη Νύφη. Αλλά αδημονούσε να γυρίσει πίσω στη Σκωτία και να γίνει βασιλιάς του Καλοκαιριού. Ξανά και ξανά διέσχιζε τη θάλασσα, και κάθε φορά που έφτανε στον τόπο των βουνών και των λαγκαδιών ο ήλιος έλαμπε και τα πουλιά ξεκινούσαν το τραγούδι τους να τον προϋπαντήσουν.</p><br><p>Η Μπέιρα τότε όρθωσε καταιγίδες για να τον κάνει να γυρίσει πίσω. Πρώτα φώναξε τον Άνεμο που τον έλεγαν Σφυρίχτρα που φυσούσε δυνατά και παγερά και έφερνε μαζί του νεροποντή και χαλάζι. Τρεις μέρες κράτησε αυτό και σε όλη τη Σκωτία επικρατούσε θλίψη και πικρία. Πρόβατα και αρνιά ψόφησαν στους βάλτους και άλογα και αγελάδες χάθηκαν.</p><br><p>Ο Άνγκους ξέφυγε, μα σύντομα επέστρεψε. Ο επόμενος Άνεμος που κάλεσε η Μπέιρα ήταν ο Αιχμηρός, ο Γκόμπαγκ. Κράτησε εννέα μέρες και όλος ο τόπος κατατρυπήθηκε από αυτόν, μιας και η ορμή της βροχής ήταν κάθετη και δυνατή και τρύπωσε παντού. </p><br><p>Αλλά ο Άνγκους ξαναγύρισε και η Μπέιρα αυτή τη φορά κάλεσε τον Άνεμο Σαρωτή. Ο δυνατός αέρας ξερίζωσε ολόκληρα δέντρα και ακόμη και το πιο χαμηλό λουλούδι δεν έμεινε όρθιο. Φυσούσε διαρκώς και η Μπέιρα χτυπούσε και ξαναχτυπούσε με το σφυρί της το έδαφος να μην φυτρώσει το χορτάρι. Αλλά οι προσπάθειές της απέβησαν μάταιες. Η άνοιξη άρχισε να χαμογελά παντού και κάθε φορά που η Μπέιρα σταματούσε να ξεκουραστεί, ο ήλιος ξεπρόβαλλε μεγαλόπρεπα. Τα χαμομήλια άνοιγαν τα πέταλά τους περήφανα μέσα από μικρές τρύπες που ούτε ο Σαρωτής δεν μπορούσε να φτάσει. Ο Άνγκους έφυγε, αλλά ξαναγύρισε. </p><br><p>Η Μπέιρα όμως δεν είχε χάσει τελείως τις ελπίδες της. Οι πράξεις της έφεραν μεγάλη καταστροφή στους ανθρώπους και ξεκίνησαν οι Εβδομάδες της Ολιγαρκείας. Η τροφή λιγόστεψε. Οι ψαράδες δεν μπορούσαν να βγουν να πιάσουν ψάρια εξαιτίας των καταιγίδων και η Μπέιρα και οι στρίγγλες της έμπαιναν στα σπίτια των ανθρώπων και τους έκλεβαν το λιγοστό φαγητό που είχαν. Οι καιροί ήταν πολύ δύσκολοι.</p><br><p>Ο Άνγκους αισθάνθηκε μεγάλη συμπόνοια για τους ανθρώπους και προσπάθησε να πολεμήσει της στρίγγλες της Μπέιρα. Εκείνη όμως κάλεσε τις Θύελλες της Ασθένειας για να τον κρατήσει μακριά κι αυτές κράτησαν μέχρι και την πρώτη εβδομάδα του Μαρτίου. Άλογα και κατοικίδια ζώα πέθαναν από την πείνα αφού η θύελλα έριχνε κάτω τις ζωοτροφές και τις σκορπούσε σε λίμνες και ωκεανούς. </p><br><p>Αλλά ο Άνγκους πάλεψε σθεναρά με τις στρίγγλες της Μπέιρα και τελικά κατάφερε να της στείλει μέχρι πάνω στο Βορρά όπου και φυσούσαν και ξεφυσούσαν όλο θυμό. Η Μπέιρα τότε ανησύχησε κι έκανε μια τελευταία απόπειρα να ξεκάνει μια και καλή τις Δυνάμεις της Άνοιξης. Σήκωσε το σφυρί της και χτύπησε τα σύννεφα. Πήγε μέχρι το Βορρά και μάζεψε όλες της υπηρέτριές της και όλες μαζί πέταξαν προς το Νότο να ξεκάνουν τους εχθρούς τους.</p><br><p>Μέσα από τον μαύρο Βορρά άρχισαν να καλπάζουν όλες μαζί, σαν ένα. Μαζί τους ήρθε και η Μεγάλη Μαύρη Καταιγίδα. Ήταν σαν να γύρισε ο χειμώνας να εγκατασταθεί για πάντα. Όμως ακόμη και η Μπέιρα και οι υπηρέτριές της έπρεπε κάποτε να ξαποστάσουν. Έτσι, ένα σκοτεινό σούρουπο, έκατσαν όλες μαζί στην πλαγιά ενός γυμνού βουνού και για λίγο μια ηρεμία βασίλεψε σε γη και θάλασσα:</p><p>Χαχα!, φώναξε η αγριόπαπια που μισούσε τις στρίγγλες, χαχα! Είμαι ακόμη ζωντανή, και εγώ και τα έξι παπάκια μου!</p><p>Υπομονή τεμπέλα πολυλογού, της απάντησαν, δεν έχουμε τελειώσει ακόμη.</p><br><p>Εκείνο το βράδυ η Μπέιρα δανείστηκε τρεις μέρες από τον χειμώνα που δεν είχαν περάσει, μιας και ο Άνγκους δανείστηκε τρεις μέρες από τον Αύγουστο. Τα τρία πνεύματα των δανεισμένων ημερών ήταν πνεύματα καταιγίδων και κατέφτασαν καβάλα σε αγριόχοιρους. Η Μπέιρα τους είπε: “Ήσαστε φυλακισμένα πολύ καιρό. Πηγαίνετε! Είστε ελεύθερα!”.</p><br><p>Το ένα μετά το άλλο τα πνεύματα πηγαινοέρχονταν καβάλα στους αγριόχοιρούς τους για τις επόμενες τρεις μέρες. Μαζί τους έφεραν χιόνι, χαλάζι και δυνατούς ανέμους. Το χιόνι άσπρισε τους βάλτους και γέμισε τα αυλάκια των καλλιεργειών, τα ποτάμια φούσκωσαν και ξεχείλησαν, τα μεγάλα δέντρα ξεριζώθηκαν. Η πάπια πέθανε μαζί με τα έξι της παπάκια, πρόβατα και αγελάδες ξεψύχησαν και πολλοί άνθρωποι χάθηκαν σε γη και θάλασσα. Οι μέρες αυτές ονομάζονται οι Τρεις Μέρες του Αγριόχοιρου.</p><br><p>Η βασιλεία της Μπέιρα σιγά σιγά τελείωνε. Δεν μπορούσε πια να πολεμήσει τη νέα ζωή που ξεπηδούσε από κάθε ρωγμή του τόπου. Η αδυναμία των γηρατειών της άρχισε να την καταβάλλει και αναζητούσε να ξαναπιεί από το Πηγάδι της Νιότης. Σαν είδε τον Άνγκους να καλπάζει πάνω από τους λόφους με το γενναίο του λευκό άτι και να σκορπά τις στρίγγλες της σε όλες τις άκρες της γης ένα φωτεινό Μαρτιάτικο πρωινό, πανικοβλήθηκε και έφυγε απελπισμένη. Πήγε και πέταξε το σφυρί της κάτω από ένα πουρνάρι και γι αυτό δεν φυτρώνει ποτέ τίποτα κάτω από τα πουρνάρια.</p><br><p>Με την Μπέιρα στην πλάτη του, το άλογό της πέταξε προς τον Βορρά. Καθώς πετούσε πάνω από τη Λοχ Έτιβ, άφησε πατημασιές από τις οπλές του στην άκρη ενός βράχου και αυτό το σημείο μέχρι σήμερα λέγεται Αλογοπάπουτσα. Δεν σταμάτησε να καλπάζει μέχρι που έφτασε στο νησί Σκάι όπου κι έκατσε να ξεκουραστεί στο πλάτωμα Στροφή της Γριάς, στο Μπρόντφορντ. Εκεί έμεινε να κοιτάζει τη θάλασσα μέχρι που η μέρα έγινε ίση με τη νύχτα. Τη μέρα έκλαψε σαν σκεφτόταν τη χαμένη της δύναμη μα τη νύχτα πέταξε δυτικά μέχρι την Πράσινη Νήσο. Τα ξημερώματα της επόμενης μέρας πήγε και ήπιε από το Πηγάδι της Νιότης.</p><br><p>Όταν η μέρα έγινε ίση με τη νύχτα, ο Άνγκους ήρθε στη Σκωτία με τη Νύφη και τιμήθηκαν ως βασιλιάς και βασίλισσα όλων των αόρατων πραγμάτων.&nbsp;Ταξίδεψαν από το Νότο προς το Βορρά όλο το πρωί και το μεσημέρι, ενώ το απόγευμα και το βράδυ ταξίδεψαν από τον Βορρά προς το Νότο. Μαζί τους ταξίδευε κι ένα απαλό αεράκι που φυσούσε προς τον βορρά μέχρι το απόγευμα και προς το νότο μέχρι το βράδυ.</p><br><p>Εκείνη την ημέρα η Νύφη βούτηξε τα χέρια της στις λίμνες και στα ποτάμια που ήταν ακόμη παγωμένα. Όταν το έκανε αυτό, η Στρίγγλα του Πάγου έπεσε σε νάρκη και δεν ξαναξύπνησε μέχρι που πέρασε και το φθινόπωρο. </p><br><p>Το χορτάρι άρχισε να μεγαλώνει εύκολα όταν ο Άνγκους έγινε βασιλιάς. Φυτεύτηκαν σπόροι και οι άνθρωποι ζήτησαν από τη Νύφη να τους κάνει καρπερούς. Όλη η γη ομόρφυνε με λουλούδια κάθε χρώματος.</p><br><p>Ο Άνγκους είχε μια λύρα με ασημένιες χορδές και όταν έπαιζε, νεαροί και νεαρές έβγαιναν από το δάσος και ακολουθούσαν τη μουσική. Οι μουσικοί έλεγαν στα τραγούδια τους ότι ο Άνγκους φιλούσε τους ερωτευμένους που, όταν χωρίζονταν στο τέλος της ημέρας, τα φιλιά του γίνονταν πουλιά που πετούσαν πάνω από τα κεφάλια των ερωτευμένων και τους γέμιζαν με τραγούδια αγάπης και τρυφερών αναμνήσεων. Ένας μουσικός τραγούδησε τα εξής:</p><br><p>Ο νοτιάς πάνω από τη θάλασσα σαν φύσηξε,</p><p>Σφύριξε ανοιξιάτικη ελπίδα και καλοκαιρινή περηφάνια.</p><p>Η σκληρή βασιλεία της Μπέιρα έπαψε.</p><br><p>Άνγκους ο Νέος Παντοτινά</p><p>Ο Θεός της Αγάπης, ο χρυσομάλλης</p><p>Με τα μυστήρια τα μάτια τα γαλανά</p><p>Σαν το αστέρι το πρωινό εσύ λάμπεις</p><br><p>Τ΄ άλλα τ’ άστρα, όπου φύγει φύγει</p><p>Και η αυγή αντιλαλεί τη νίκη σου</p><p>Στο πλευρό σου η απαράμιλλη Νύφη</p><p>Με άρωμα βιολέτας περνάν οι νύχτες σου.</p><br><p>Καμιά απολύτως κατάκτηση δεν μπορεί να συγκριθεί</p><p>Με την ανωτερότητα της αγάπης που ποτέ δεν θα χαθεί.</p><br><p>Τον παλιό καιρό, που δεν υπήρχαν ημερολόγια στη Σκωτία, οι άνθρωποι αναγνώριζαν και ονόμαζαν τις διάφορες περιόδους του χειμώνα και της άνοιξης, της ηρεμίας και της καταιγίδας με τον τρόπο που είδαμε παραπάνω. Ο αγώνας μεταξύ της Μπέιρα και του Άνγκους είναι αυτός μεταξύ του χειμώνα και της άνοιξης, του σκοταδιού και του φωτός, του κρύου και της ζέστης, του θανάτου και της ζωής.</p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></description>
			<itunes:summary><![CDATA[<p>Για αυτή τη Σκωτσέζικη ιστορία δεν θα χρειαστεί να βάλουμε συνοδευτικό κείμενο, μιας και οι ήρωές μας είναι ξεκάθαρα... οι εποχές.</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Περιέχει θάνατο ζώων</p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>Ηχητικά εφέ: freesound.org</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ</p><br><p>Ο Ερχομός του Άνγκους και της Νύφης</p><br><p>Όλον τον χειμώνα η Μπέιρα κρατούσε αιχμάλωτη μια όμορφη νεαρή πριγκίπισσα που την έλεγαν Νύφη. Επειδή ζήλευε την ομορφιά της, τής έδωσε να φοράει κουρέλια και την έστελνε να δουλεύει στην κουζίνα του κάστρου της όπου της ανέθεταν τις πιο βρώμικες δουλειές. Η Μπέιρα την μάλωνε διαρκώς, έβρισκε λάθη σε κάθε τι που έκανε και η ζωή της Νύφης ήταν πραγματικά μίζερη.</p><br><p>Μια μέρα η Μπέιρα έδωσε στη Νύφη ένα καφέ δέρας προβάτου και της είπε να το πλύνει τόσο καλά που ν΄ ασπρίσει. Η Νύφη πήρε το δέρας και κατέβηκε να το πλύνει στη λιμνούλα στη βάση ενός καταρράχτη κοντά στο κάστρο. Όλη μέρα έτριβε, αλλά μάταια, δεν μπορούσε όσο και να προσπαθούσε να ασπρίσει το καφέ μαλλί. Σαν ήρθε το βράδυ, η Μπέιρα μάλωσε πάλι το κορίτσι:</p><p>Είσαι τελείως άχρηστη χαζοβιόλα, το δέρας είναι τόσο καφέ όσο ήταν όταν στο έδωσα.</p><p>Όλη μέρα το έπλενα κάτω από τον καταρράχτη του Κόκκινου Βράχου, απάντησε δειλά η Νύφη.</p><p>Αύριο θα το ξαναπλύνεις, της είπε αυστηρά η Μπέιρα, κι αν δεν είναι κάτασπρο θα το ξαναπλύνεις την επόμενη και, αν πάλι και τότε δεν ασπρίσει , θα το ξαναπλύνεις την επόμενη και την επόμενη. Χάσου τώρα από μπροστά μου και κάνε αυτό που σου είπα!</p><br><p>Ήταν πολύ δύσκολη η ζωή της Νύφης. Κάθε μέρα κατέβαινε τον καταρράχτη και έπλενε και έπλενε… της φαινόταν ότι ο κόσμος θα τελείωνε κι εκείνη δεν θα είχε καταφέρει να ασπρίσει το καφέ μαλλί. </p><br><p>Ένα πρωινό, που πήγε πάλι να πλύνει το μαλλί στον καταρράχτη, την πλησίασε ένας άνδρας με γκρίζα γενειάδα. Τη λυπήθηκε την πριγκίπισσα έτσι όπως την είδε να κλαίει σκυμμένη πάνω από τη δουλειά της και της είπε:</p><p>Ποια είσαι εσύ και γιατί κλαις;</p><p>Με λένε Νύφη, του απάντησε η κοπέλα. Είμαι αιχμάλωτη της Βασίλισσας Μπέιρα που με διέταξε να πλύνω αυτό το καφέ μαλλί μέχρι να γίνει άσπρο. Αλίμονο! Δεν μπορώ να το κάνω.</p><p>Λυπάμαι πολύ για του λόγου σου, της είπε ο γέρος άνδρας.</p><p>Εσύ ποιος είσαι και από που έρχεσαι;</p><p>Εμένα με λένε Πατέρα Χειμώνα. Δώσε μου το δέρας και θα σου το ασπρίσω εγώ.</p><br><p>Η Νύφη έδωσε στον Πατέρα Χειμώνα το καφέ δέρας, αυτός το τίναξε τρεις φορές και τότε αυτό έγινε άσπρο σαν το χιόνι. Η καρδιά της Νύφης γέμισε χαρά και φώναξε: “Αγαπητέ Πατέρα Χειμώνα είσαι τόσο ευγενικός. Με γλύτωσες από την τόσο σκληρή δουλειά και μου πήρες τη στενοχώρια!”. Ο Πατέρας Χειμώνας έδωσε με το ένα του χέρι το δέρας πίσω στη Νύφη κι εκείνη το πήρε ευλαβικά. Τότε της είπε: “Πάρε και αυτό που κρατώ στο άλλο μου χέρι”, και λέγοντας αυτό της έδωσε ένα ματσάκι λευκά ζουμπούλια. Τα μάτια της πριγκίπισσας άστραψαν από χαρά σαν τα είδε. Τότε ο Πατέρας Χειμώνας της είπε: “Αν σε μαλώσει η Μπέιρα, δώσε της αυτά τα λουλούδια και, αν σε ρωτήσει πού τα βρήκες, πες της ότι είναι από το πράσινο πευκοδάσος. Πες της επίσης ότι στις όχθες των ρυακιών αρχίζουν και φυτρώνουν τα κάρδαμα και πως καινούριο χορτάρι φυτρώνει στα λιβάδια”. Έπειτα, ο Πατέρας Χειμώνας αποχαιρέτησε την πριγκίπισσα και γύρισε να φύγει.</p><br><p>Η Νύφη επέστρεψε στο βουνίσιο κάστρο και άπλωσε το λευκό δέρας στα πόδια της Μπέιρα. Αλλά η γριά βασίλισσα ίσα που το κοίταξε, το βλέμμα της είχε καρφωθεί στα ζουμπούλια που κρατούσε η πριγκίπισσα στο χέρι της:</p><p>Που τα βρήκες αυτά τα λουλούδια; τη ρώτησε με μια ξαφνική οργή.</p><p>Τα λευκά ζουμπούλια τώρα μεγαλώνουν στο πράσινο πευκοδάσος, το κάρδαμο φυτρώνει στις όχθες των ρυακιών και το καινούριο χορτάρι άρχισε να φυτρώνει στα λιβάδια, της απάντησε η Νύφη.</p><p>Τι κακά μαντάτα είναι αυτά που μου φέρνεις! φώναξε η Μπέρια. Εξαφανίσου από μπροστά μου!</p><br><p>Η κοπέλα γύρισε να φύγει, αλλά αυτή τη φορά δεν είχε θλίψη στην καρδιά. Ήταν ευτυχισμένη γιατί ήξερε πως ο χειμώνας θα περνούσε σύντομα και η βασιλεία της Μπέιρα θα τελείωνε μαζί του.</p><br><p>Στο μεταξύ, η Μπέιρα κάλεσε μπροστά της να εμφανιστούν οι οκτώ στρίγγλες υπηρέτριες της και τους είπε: “Καλπάστε στον Βορρά και καλπάστε στο Νότο. Καλπάστε στη Δύση και καλπάστε στην Ανατολή και θα καλπάσω κι εγώ μαζί σας. Γεμίστε τον κόσμο με ψύχος και χιονοθύελλες, να μην ανθήσει λουλούδι και να μην φυτρώσει χορτάρι. Κυρήσσω πόλεμο ενάντια σε όλη τη βλάστηση”.</p><br><p>Με αυτές τις διαταγές, οι οκτώ στρίγγλες καβάλησαν οκτώ ξεμαλλιασμένες κατσίκες και πήγαν να κάνουν ό,τι τους είχε πει η Μπέιρα. Μαζί τους πήγε και η Μπέιρα, με το δεξί της χέρι να κρατά ένα μαγικό και τρομερό μαύρο σφυρί. Το ίδιο κιόλας βράδυ τρομερές χιονοθύελλες μαστίγωναν τους ωκεανούς και τρόμος κυριάρχησε σε όλον τον τόπο.</p><br><p>Ο λόγος όμως που η Μπέιρα κρατούσε αιχμάλωτη τη Νύφη ήταν επειδή ο γιός της, ο Άνγκους ο Παντοτινά Νέος, την είχε ερωτευτεί. Τον έλεγαν Παντοτινά Νέο γιατί ο χρόνος δεν περνούσε από πάνω του και όλον τον χειμώνα τον περνούσε στην Πράσινη Νήσο της Δύσης, που είναι γνωστή και ως η Γη της Νιότης. Ο Άνγκους είδε πρώτη φορά τη Νύφη σε όνειρο και, όταν ξύπνησε, είπε στον βασιλιά της Πράσινης Νήσου:</p><p>Χθες είδα σε όνειρο μια πανέμορφη πριγκίπισσα και την αγαπώ. Δάκρυα έτρεχαν από τα μάτια της και δίπλα της στεκόταν ένας γέρος άνδρας και τον ρώτησα “Γιατί κλαίει η δεσποσύνη;”. Εκείνος τότε μου απάντησε “Κλαίει γιατί η Μπέιρα την κρατά αιχμάλωτη και της φέρεται πολύ άσχημα”. Τότε ξανακοίταξα την πριγκίπισσα και της είπα “Με χαρά θα την ελευθερώσω εγώ” και τότε ξύπνησα. Πες μου βασιλιά μου, ποια είναι αυτή η πριγκίπισσα και πού μπορώ να την βρω;</p><p>Την όμορφη πριγκίπισσα τη λένε Νύφη και την ημέρα που θα γίνεις βασιλιάς του Καλοκαιριού θα γίνει η βασίλισσά σου, απάντησε στον Άνγκους ο βασιλιάς της Πράσινης Νήσου. Αυτά όλα τα γνωρίζει η μητέρα σου και θέλει να σε κρατήσει μακριά από τη Νύφη, για να μην τελειώσει η βασιλεία της. Περίμενε εδώ Άνγκους μέχρι ν΄ ανθίσουν τα λουλούδια και να φυτρώσει το χορτάρι και τότε να πας να ελευθερώσεις την όμορφη πριγκίπισσα Νύφη.</p><p>Θα πάω τώρα αμέσως να τη σώσω, είπε αποφασιστικά ο νεαρός Άνγκους.</p><p>Ο λυκομήνας, ο Φεβρουάριος τώρα μόλις ξεκίνησε, του απάντησε σκεπτικά ο βασιλιάς, και η διάθεση του λύκου είναι αβέβαιη.</p><p>Θα κάνω μάγια στη θάλασσα και στη στεριά και θα δανειστώ τρεις μέρες από τον Αύγουστο να τις βάλω στον Φεβρουάριο.</p><br><p>Και ο Άνγκους έκανε ό,τι είπε ότι θα κάνει. Δανείστηκε τρεις μέρες από τον Αύγουστο και ο ωκεανός ηρέμησε ενώ ο ήλιος έλαμπε πάνω από βουνά και λαγκάδια. Τότε ο νεαρός καβάλησε το λευκό του άτι και κάλπασε προς την ανατολή, προς τη Σκωτία, πάνω από τα νησιά, πάνω από τη θάλασσα του Μινχ και με την αυγή έφτασε στα Γκράμπια όρη. Η πανοπλία του ήταν από χρυσάφι, στους ώμους του φορούσε έναν αιμάτινο μανδύα που κυμάτιζε με τον άνεμο που φυσούσε, και έτσι φαινόταν εντυπωσιακός στον καταγάλανο σκωτσέζικο ουρανό.</p><br><p>Ένας γέρος μουσικός σήκωσε το βλέμα του και κοίταξε κατά την ανατολή και, μόλις είδε τη λεβεντιά του Άνγκους, σήκωσε τη λύρα του και μαζί με τα πουλιά άρχισε να τραγουδά:</p><br><p>Έφτασε ο Άνγκους, ο ωραίος νεαρός</p><p>Με τα ξανθά μαλλιά του, γαλανομάτης θεός.</p><p>Ο θεός που έρχεται να φέρει</p><p>Την υπόσχεση της άνοιξης στα μέρη.</p><p>Τα πουλιά αρχίζουν το τραγούδι</p><p>Προστάζει τη βιολέτα και βγάζει λουλούδι,</p><p>Το χαμομήλι του γκρεμού</p><p>που κι αυτό κοιμάται προ πολλού.</p><p>Φεύγει από τους λόφους το χιόνι το λευκό,</p><p>Να του αγριόπευκου το πράσινο το ζωηρό,</p><p>Βγαίνει από τα γυμνά τα δάση, ζήτω!</p><p>Η θέλησή του γεννηθήτω!</p><p>Πάει κι έρχεται εδώ κι εκεί,</p><p>Την πριγκίπισσα Νύφη ψάχνει, την κυρά του την καλή.</p><br><p>Γύρισε όλον τον τόπο ο Άνγκους αλλά δεν μπορούσε να βρει τη Νύφη πουθενά. Εκείνη όμως, που τον είδε στο όνειρο της, ήξερε ότι ερχόταν να τη σώσει. Ξύπνησε και δάκρυα χαράς άρχισαν να τρέχουν από τα μάτια της. Όπου έπεφταν αυτά τα δάκρυα φύτρωναν βιολέτες, τόσο γαλάζιες όσο τα μάτια της πριγκίπισσας. </p><br><p>Σαν η Μπέιρα έμαθε πως είχε καταφτάσει ο Άνγκους και έψαχνε τη Νύφη θύμωσε πολύ και, την τρίτη μέρα της αναζήτησής του, προξένησε τέτοια ανεμοθύελλα που τον ανάγκασε να γυρίσει πίσω στην Πράσινη Νήσο. Ο Άνγκους όμως επέστρεψε ξανά και ξανά και έτσι τελικά βρήκε το κάστρο όπου ήταν αιχμάλωτη η πριγκίπισσα.</p><br><p>Ήρθε και μια μέρα που ο Άνγκους συνάντησε τη Νύφη σ΄ ένα δάσος κοντά στο κάστρο. Οι βιολέτες άνθισαν και τα χαμομήλια σήκωσαν τα κεφαλάκια τους να θαυμάσουν τα βλέμματα των δυο ερωτευμένων. Τα πουλιά έπιασαν να τραγουδούν και ο ήλιος να ζεσταίνει όλη την πλάση σαν άρχισαν οι δυο τους να μιλούν:</p><p>Πανέμορφη πριγκίπισσα, σε είδα σε όνειρο να τρέχουν τα δάκρυά σου ποτάμι από θλίψη.</p><p>Ευγενικέ&nbsp;μου πρίγκιπα, σε είδα σε όνειρο να καλπάζεις πάνω από χειμάρρους και λαγκάδια όμορφος και δυνατός.</p><p>Ήλθα να σε σώσω από τη βασίλισσα Μπέιρα, που όλο τον χειμώνα σε κράτησε αιχμάλωτη.</p><p>Αυτή η μέρα είναι η πιο ευτυχισμένη της ζωής μου.</p><p>Θα είναι η πιο ευτυχισμένη μέρα όλης της ανθρωπότητας.</p><br><p>Και για αυτό η πρώτη μέρα της άνοιξης, η μέρα που ο Άνγκους βρήκε την πριγκίπισσα λέγεται και Μέρα της Νύφης.</p><br><p>Μέσα από το δάσος, άρχισαν να καταφτάνουν πολλές και όμορφες κοπέλες που καλωσόρισαν τη Νύφη ως βασίλισσά τους και καλοδέχτηκαν τον Άνγκους. Η Νεραϊδοβασίλισσα τότε, με μια κίνηση του ραβδιού της, άλλαξε το ρούχο της Νύφης από κουρέλι σε ασημένιο φόρεμα και ξανάφερε ζωντάνια στο πρόσωπό της. Πάνω στο στήθος της έλαμπε τώρα ένα κρυστάλλινο αστέρι, αγνό όσο και οι σκέψεις της και λαμπερό όσο η χαρά που της προκάλεσε ο ερχομός του Άνγκους. Αυτό το κόσμημα λέγεται το Αστέρι-οδηγός της Νύφης. Τα λαμπερά καστανόξανθα μαλλιά της κοσμούσαν τώρα λουλούδια - ζουμπούλια, μαργαρίτες, βιολέτες και χαμομήλι. Τα μάτια της ήταν φωτεινό γαλάζιο και το πρόσωπό της είχε την κοκκινάδα άγριου τριαντάφυλλου, όλο ομορφιά και χάρη. Στο δεξί της χέρι κρατούσε ένα ραβδί από χρυσά φύλλα καλαμποκιού και στο αριστερό ένα χρυσό κέρας, το Κέρας της Αφθονίας. Ο σπίνος ήταν το πρώτο πουλάκι που εξύμνησε την ομορφιά της Νύφης και η Νεραϊδοβασίλισσα είπε: “Από δω και μπρος θα σε λένε το Πουλί της Νύφης”. Στην ακροθαλασσιά, το πρώτο πουλάκι που τιτίβισε από χαρά ήταν μια αλκυόνα και η Νεραϊδοβασίλισσα είπε: “Από δω και μπρος θα σε λένε τον Ακόλουθο της Νύφης”.</p><br><p>Έπειτα η Νεραϊδοβασίλισσα οδήγησε τη Νύφη και τον Άνγκους στο υπόγειο παλάτι της με την πράσινη στέγη, στη μέση του δάσους. Καθώς πλησίασαν, είδαν έναν ποταμό καλυμμένο με πάγο. Η Νύφη άγγιξε τον πάγο με το δάχτυλο της και μονομιάς η Στρίγγλα του Πάγου ούρλιαξε και έφυγε μακριά.</p><br><p>Μεγάλο φαγοπότι στήθηκε στο παλάτι της Νεραϊδοβασίλισσας για να τιμηθεί η Νύφης, εκείνη και ο Άνγκους παντρεύτηκαν. Οι νεράιδες χόρεψαν και τραγούδησαν όλο χαρά και όλος ο κόσμος χόρεψε και τραγούδησε μαζί τους. Έτσι ξεκίνησε και η πρώτη Γιορτή της Νύφης. “Ήρθε η άνοιξη!” βροντοφώναξαν οι βοσκοί και οδήγησαν τα κοπάδια τους στους βάλτους όπου και τα μέτρησαν και τα ευλόγησαν. “Ήρθε η άνοιξη!” έκραξε το κοράκι και πέταξε να βρει φρέσκο χορτάρι για τη φωλιά του. Η κουρούνα το άκουσε και έκανε κι αυτή το ίδιο και η αγριόπαπια έβγαλε το ράμφος της μέσα από τις καλαμιές και φώναξε “Ήρθε η άνοιξη!”.</p><br><p>Η Νύφη βγήκε από το παλάτι με τον Άνγκους και λίκνισε το χέρι της, ενώ ο Άνγκους ξεστόμιζε ξόρκια. Πρώτο υψώθηκε ψηλά το χορτάρι και όλη η πλάση αναγνώρισε το ζευγάρι ως βασιλιά και βασίλισσα. Ακόμη κι αν δεν τους έβλεπαν παντού, η παρουσία τους είχε γίνει αισθητή απ’ άκρη σ’ άκρη σε όλη τη Σκωτία.</p><br><p>Η Μπέιρα λύσσαξε όταν έμαθε ότι ο Άνγκους είχε συναντήσει τη Νύφη. Πήρε το μαγικό της σφυρί κι άρχισε να κοπανάει το έδαφος με μανία μέχρι που έγινε και πάλι σκληρό σαν σίδερο από το κρύο - τόσο κρύο έκανε που μήτε μυρωδικό μήτε χορταράκι μπορούσε να αντέξει στο χώμα. Η Μπέιρα ήξερε πως, όταν θα άνθιζε το χορτάρι και ο Άνγκους και η Νύφη παντρεύονταν, η βασιλεία της θα τελείωνε και ήθελε να παραμείνει στον θρόνο όσο περισσότερο γινόταν:</p><p>Η Νύφη παντρεύτηκε, ζήτω η Νύφη! τραγούδησαν τα πουλιά.</p><p>Ο Άνγκους παντρεύτηκε, ζήτω ο Άνγκους! συνέχισαν το τραγούδι τους.</p><br><p>Η Μπέιρα άκουσε το τραγούδι των πουλιών και είπε στις στρίγγλες υπηρέτριές της: “Καλπάστε στον Βορρά και καλπάστε στο Νότο. Καλπάστε στη Δύση και καλπάστε στην Ανατολή, κυρήξτε πόλεμο στον Άνγκους! Θα καλπάσω κι εγώ μαζί σας”.</p><br><p>Οι στρίγγλες καβάλησαν τις ξεμαλλιασμένες τους κατσίκες και ξεκίνησαν να ακολουθήσουν της προσταγές της Μπέιρα. Εκείνη καβάλησε ένα μαύρο άτι και πήγε να βρει τον Άνγκους. Κάλπασε γρήγορα και μαύρα σύννεφα σχηματίστηκαν στο πέρασμά της. Έφτασε στο δάσος όπου βρισκόταν η Νεραϊδοβασίλισσα και όλες οι νεράιδες μόλις την είδαν άρχισαν να τρέχουν από τον τρόμο τους, μπήκαν στο υπόγειο παλάτι και κλειδαμπάρωσαν πίσω τους την πόρτα. Ο Άνγκους κοίταξε ψηλά, είδε την Μπέιρα να πλησιάζει και καβάλησε το λευκό του άτι, έβαλε τη Νύφη να κάτσει μπροστά του, κι άρχισε να τρέχει μακριά. Κατευθύνθηκε δυτικά, πάνω από λόφους , πεδιάδες και πέρα από τη θάλασσα, με την Μπέιρα στο κατόπι του. Στο νησί Τιρίι υπάρχει ένα βραχώδες φαράγγι και η Μπέιρα πηδούσε με το άτι της από τη μια μεριά στην άλλη κυνηγώντας τον Άνγκους. Καθώς πηδούσε, οι οπλές του αλόγου άφησαν μεγάλα κενά ανάμεσα στους βράχους και μέχρι σήμερα το φαράγγι λέγεται Το Άλμα του Αλόγου.</p><br><p>Ο Άνγκους κατάφερε να φτάσει μέχρι την Πράσινη Νήσο της Δύσης κι εκεί πέρασε κάποιες ευτυχισμένες μέρες με τη Νύφη. Αλλά αδημονούσε να γυρίσει πίσω στη Σκωτία και να γίνει βασιλιάς του Καλοκαιριού. Ξανά και ξανά διέσχιζε τη θάλασσα, και κάθε φορά που έφτανε στον τόπο των βουνών και των λαγκαδιών ο ήλιος έλαμπε και τα πουλιά ξεκινούσαν το τραγούδι τους να τον προϋπαντήσουν.</p><br><p>Η Μπέιρα τότε όρθωσε καταιγίδες για να τον κάνει να γυρίσει πίσω. Πρώτα φώναξε τον Άνεμο που τον έλεγαν Σφυρίχτρα που φυσούσε δυνατά και παγερά και έφερνε μαζί του νεροποντή και χαλάζι. Τρεις μέρες κράτησε αυτό και σε όλη τη Σκωτία επικρατούσε θλίψη και πικρία. Πρόβατα και αρνιά ψόφησαν στους βάλτους και άλογα και αγελάδες χάθηκαν.</p><br><p>Ο Άνγκους ξέφυγε, μα σύντομα επέστρεψε. Ο επόμενος Άνεμος που κάλεσε η Μπέιρα ήταν ο Αιχμηρός, ο Γκόμπαγκ. Κράτησε εννέα μέρες και όλος ο τόπος κατατρυπήθηκε από αυτόν, μιας και η ορμή της βροχής ήταν κάθετη και δυνατή και τρύπωσε παντού. </p><br><p>Αλλά ο Άνγκους ξαναγύρισε και η Μπέιρα αυτή τη φορά κάλεσε τον Άνεμο Σαρωτή. Ο δυνατός αέρας ξερίζωσε ολόκληρα δέντρα και ακόμη και το πιο χαμηλό λουλούδι δεν έμεινε όρθιο. Φυσούσε διαρκώς και η Μπέιρα χτυπούσε και ξαναχτυπούσε με το σφυρί της το έδαφος να μην φυτρώσει το χορτάρι. Αλλά οι προσπάθειές της απέβησαν μάταιες. Η άνοιξη άρχισε να χαμογελά παντού και κάθε φορά που η Μπέιρα σταματούσε να ξεκουραστεί, ο ήλιος ξεπρόβαλλε μεγαλόπρεπα. Τα χαμομήλια άνοιγαν τα πέταλά τους περήφανα μέσα από μικρές τρύπες που ούτε ο Σαρωτής δεν μπορούσε να φτάσει. Ο Άνγκους έφυγε, αλλά ξαναγύρισε. </p><br><p>Η Μπέιρα όμως δεν είχε χάσει τελείως τις ελπίδες της. Οι πράξεις της έφεραν μεγάλη καταστροφή στους ανθρώπους και ξεκίνησαν οι Εβδομάδες της Ολιγαρκείας. Η τροφή λιγόστεψε. Οι ψαράδες δεν μπορούσαν να βγουν να πιάσουν ψάρια εξαιτίας των καταιγίδων και η Μπέιρα και οι στρίγγλες της έμπαιναν στα σπίτια των ανθρώπων και τους έκλεβαν το λιγοστό φαγητό που είχαν. Οι καιροί ήταν πολύ δύσκολοι.</p><br><p>Ο Άνγκους αισθάνθηκε μεγάλη συμπόνοια για τους ανθρώπους και προσπάθησε να πολεμήσει της στρίγγλες της Μπέιρα. Εκείνη όμως κάλεσε τις Θύελλες της Ασθένειας για να τον κρατήσει μακριά κι αυτές κράτησαν μέχρι και την πρώτη εβδομάδα του Μαρτίου. Άλογα και κατοικίδια ζώα πέθαναν από την πείνα αφού η θύελλα έριχνε κάτω τις ζωοτροφές και τις σκορπούσε σε λίμνες και ωκεανούς. </p><br><p>Αλλά ο Άνγκους πάλεψε σθεναρά με τις στρίγγλες της Μπέιρα και τελικά κατάφερε να της στείλει μέχρι πάνω στο Βορρά όπου και φυσούσαν και ξεφυσούσαν όλο θυμό. Η Μπέιρα τότε ανησύχησε κι έκανε μια τελευταία απόπειρα να ξεκάνει μια και καλή τις Δυνάμεις της Άνοιξης. Σήκωσε το σφυρί της και χτύπησε τα σύννεφα. Πήγε μέχρι το Βορρά και μάζεψε όλες της υπηρέτριές της και όλες μαζί πέταξαν προς το Νότο να ξεκάνουν τους εχθρούς τους.</p><br><p>Μέσα από τον μαύρο Βορρά άρχισαν να καλπάζουν όλες μαζί, σαν ένα. Μαζί τους ήρθε και η Μεγάλη Μαύρη Καταιγίδα. Ήταν σαν να γύρισε ο χειμώνας να εγκατασταθεί για πάντα. Όμως ακόμη και η Μπέιρα και οι υπηρέτριές της έπρεπε κάποτε να ξαποστάσουν. Έτσι, ένα σκοτεινό σούρουπο, έκατσαν όλες μαζί στην πλαγιά ενός γυμνού βουνού και για λίγο μια ηρεμία βασίλεψε σε γη και θάλασσα:</p><p>Χαχα!, φώναξε η αγριόπαπια που μισούσε τις στρίγγλες, χαχα! Είμαι ακόμη ζωντανή, και εγώ και τα έξι παπάκια μου!</p><p>Υπομονή τεμπέλα πολυλογού, της απάντησαν, δεν έχουμε τελειώσει ακόμη.</p><br><p>Εκείνο το βράδυ η Μπέιρα δανείστηκε τρεις μέρες από τον χειμώνα που δεν είχαν περάσει, μιας και ο Άνγκους δανείστηκε τρεις μέρες από τον Αύγουστο. Τα τρία πνεύματα των δανεισμένων ημερών ήταν πνεύματα καταιγίδων και κατέφτασαν καβάλα σε αγριόχοιρους. Η Μπέιρα τους είπε: “Ήσαστε φυλακισμένα πολύ καιρό. Πηγαίνετε! Είστε ελεύθερα!”.</p><br><p>Το ένα μετά το άλλο τα πνεύματα πηγαινοέρχονταν καβάλα στους αγριόχοιρούς τους για τις επόμενες τρεις μέρες. Μαζί τους έφεραν χιόνι, χαλάζι και δυνατούς ανέμους. Το χιόνι άσπρισε τους βάλτους και γέμισε τα αυλάκια των καλλιεργειών, τα ποτάμια φούσκωσαν και ξεχείλησαν, τα μεγάλα δέντρα ξεριζώθηκαν. Η πάπια πέθανε μαζί με τα έξι της παπάκια, πρόβατα και αγελάδες ξεψύχησαν και πολλοί άνθρωποι χάθηκαν σε γη και θάλασσα. Οι μέρες αυτές ονομάζονται οι Τρεις Μέρες του Αγριόχοιρου.</p><br><p>Η βασιλεία της Μπέιρα σιγά σιγά τελείωνε. Δεν μπορούσε πια να πολεμήσει τη νέα ζωή που ξεπηδούσε από κάθε ρωγμή του τόπου. Η αδυναμία των γηρατειών της άρχισε να την καταβάλλει και αναζητούσε να ξαναπιεί από το Πηγάδι της Νιότης. Σαν είδε τον Άνγκους να καλπάζει πάνω από τους λόφους με το γενναίο του λευκό άτι και να σκορπά τις στρίγγλες της σε όλες τις άκρες της γης ένα φωτεινό Μαρτιάτικο πρωινό, πανικοβλήθηκε και έφυγε απελπισμένη. Πήγε και πέταξε το σφυρί της κάτω από ένα πουρνάρι και γι αυτό δεν φυτρώνει ποτέ τίποτα κάτω από τα πουρνάρια.</p><br><p>Με την Μπέιρα στην πλάτη του, το άλογό της πέταξε προς τον Βορρά. Καθώς πετούσε πάνω από τη Λοχ Έτιβ, άφησε πατημασιές από τις οπλές του στην άκρη ενός βράχου και αυτό το σημείο μέχρι σήμερα λέγεται Αλογοπάπουτσα. Δεν σταμάτησε να καλπάζει μέχρι που έφτασε στο νησί Σκάι όπου κι έκατσε να ξεκουραστεί στο πλάτωμα Στροφή της Γριάς, στο Μπρόντφορντ. Εκεί έμεινε να κοιτάζει τη θάλασσα μέχρι που η μέρα έγινε ίση με τη νύχτα. Τη μέρα έκλαψε σαν σκεφτόταν τη χαμένη της δύναμη μα τη νύχτα πέταξε δυτικά μέχρι την Πράσινη Νήσο. Τα ξημερώματα της επόμενης μέρας πήγε και ήπιε από το Πηγάδι της Νιότης.</p><br><p>Όταν η μέρα έγινε ίση με τη νύχτα, ο Άνγκους ήρθε στη Σκωτία με τη Νύφη και τιμήθηκαν ως βασιλιάς και βασίλισσα όλων των αόρατων πραγμάτων.&nbsp;Ταξίδεψαν από το Νότο προς το Βορρά όλο το πρωί και το μεσημέρι, ενώ το απόγευμα και το βράδυ ταξίδεψαν από τον Βορρά προς το Νότο. Μαζί τους ταξίδευε κι ένα απαλό αεράκι που φυσούσε προς τον βορρά μέχρι το απόγευμα και προς το νότο μέχρι το βράδυ.</p><br><p>Εκείνη την ημέρα η Νύφη βούτηξε τα χέρια της στις λίμνες και στα ποτάμια που ήταν ακόμη παγωμένα. Όταν το έκανε αυτό, η Στρίγγλα του Πάγου έπεσε σε νάρκη και δεν ξαναξύπνησε μέχρι που πέρασε και το φθινόπωρο. </p><br><p>Το χορτάρι άρχισε να μεγαλώνει εύκολα όταν ο Άνγκους έγινε βασιλιάς. Φυτεύτηκαν σπόροι και οι άνθρωποι ζήτησαν από τη Νύφη να τους κάνει καρπερούς. Όλη η γη ομόρφυνε με λουλούδια κάθε χρώματος.</p><br><p>Ο Άνγκους είχε μια λύρα με ασημένιες χορδές και όταν έπαιζε, νεαροί και νεαρές έβγαιναν από το δάσος και ακολουθούσαν τη μουσική. Οι μουσικοί έλεγαν στα τραγούδια τους ότι ο Άνγκους φιλούσε τους ερωτευμένους που, όταν χωρίζονταν στο τέλος της ημέρας, τα φιλιά του γίνονταν πουλιά που πετούσαν πάνω από τα κεφάλια των ερωτευμένων και τους γέμιζαν με τραγούδια αγάπης και τρυφερών αναμνήσεων. Ένας μουσικός τραγούδησε τα εξής:</p><br><p>Ο νοτιάς πάνω από τη θάλασσα σαν φύσηξε,</p><p>Σφύριξε ανοιξιάτικη ελπίδα και καλοκαιρινή περηφάνια.</p><p>Η σκληρή βασιλεία της Μπέιρα έπαψε.</p><br><p>Άνγκους ο Νέος Παντοτινά</p><p>Ο Θεός της Αγάπης, ο χρυσομάλλης</p><p>Με τα μυστήρια τα μάτια τα γαλανά</p><p>Σαν το αστέρι το πρωινό εσύ λάμπεις</p><br><p>Τ΄ άλλα τ’ άστρα, όπου φύγει φύγει</p><p>Και η αυγή αντιλαλεί τη νίκη σου</p><p>Στο πλευρό σου η απαράμιλλη Νύφη</p><p>Με άρωμα βιολέτας περνάν οι νύχτες σου.</p><br><p>Καμιά απολύτως κατάκτηση δεν μπορεί να συγκριθεί</p><p>Με την ανωτερότητα της αγάπης που ποτέ δεν θα χαθεί.</p><br><p>Τον παλιό καιρό, που δεν υπήρχαν ημερολόγια στη Σκωτία, οι άνθρωποι αναγνώριζαν και ονόμαζαν τις διάφορες περιόδους του χειμώνα και της άνοιξης, της ηρεμίας και της καταιγίδας με τον τρόπο που είδαμε παραπάνω. Ο αγώνας μεταξύ της Μπέιρα και του Άνγκους είναι αυτός μεταξύ του χειμώνα και της άνοιξης, του σκοταδιού και του φωτός, του κρύου και της ζέστης, του θανάτου και της ζωής.</p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></itunes:summary>
		</item>
		<item>
			<title>Η Ιστορία της Ντίρντρε</title>
			<itunes:title>Η Ιστορία της Ντίρντρε</itunes:title>
			<pubDate>Fri, 26 Mar 2021 11:08:58 GMT</pubDate>
			<itunes:duration>28:13</itunes:duration>
			<enclosure url="https://sphinx.acast.com/p/open/s/6013ebce985ab977d52addcc/e/605dc0cac3205a52a8bebdd7/media.mp3" length="26018899" type="audio/mpeg"/>
			<guid isPermaLink="false">605dc0cac3205a52a8bebdd7</guid>
			<itunes:explicit>false</itunes:explicit>
			<link>https://www.karakaxa.org/%CE%B5%CF%80%CE%B5%CE%B9%CF%83%CF%8C%CE%B4%CE%B9%CE%B1</link>
			<acast:episodeId>605dc0cac3205a52a8bebdd7</acast:episodeId>
			<acast:showId>6013ebce985ab977d52addcc</acast:showId>
			<acast:episodeUrl>mitos15</acast:episodeUrl>
			<acast:settings><![CDATA[FYjHyZbXWHZ7gmX8Pp1rmbKbhgrQiwYShz70Q9/ffXZMTtedvdcRQbP4eiLMjXzCKLPjEYLpGj+NMVKa+5C8pL4u/EOj1Vw4h5MMJYp0lCcFAe0fnxBJy/1ju4Qxy1fh8gO4DvlGA40yms2g0/hOkcrfHIopjTygHFqGwwOPKFIai4SuTvs86Lx3UYCyl6Zs+WO4fC9bB8/2bSJALEZpunHdJA38/ZCmkJMYOTmjFjpHOTuDn9iXEyqrpBd6EPguRFTy/u9MkkJKJ1HHd9nhB3HYFCqlzkUvrf2grPO26huM7Env9/cbk251oJeadcAF]]></acast:settings>
			<itunes:subtitle>Μίτος</itunes:subtitle>
			<itunes:episodeType>full</itunes:episodeType>
			<itunes:episode>15</itunes:episode>
			<itunes:image href="https://assets.pippa.io/shows/6013ebce985ab977d52addcc/1616756906738-185ed2620131728832951603437528a0.jpeg"/>
			<description><![CDATA[<p>Άλλη μια πονεμένη ιστορία, αυτή τη φορά από την Ιρλανδία, Η Ιστορία της Ντίρντρε είναι μια από τις πιο παλιές και αγαπημένες μυθοπλασίες των Κελτών της περιοχής.</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Δεν περιέχει ευαίσθητο υλικό</p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>Ηχητικά εφέ: freesound.org</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ</p><br><p>Η Ιστορία της Ντίρντρε</p><br><p>Ήταν μια φορά στην Ιρλανδία ένας άνδρας που τον έλεγαν Μάλκολμ Χάρπερ. Ήταν καλός άνθρωπος και είχε και κάποια περιουσία. Είχε σύζυγο, μα δεν είχε παιδιά. Μια μέρα άκουσε πως στην περιοχή γυρνούσε ένας μάντης και, αφού ήταν καλός άνθρωπος, ευχήθηκε να έρθει ο μάντης να τους δει. Τώρα, αν ο μάντης ήρθε τελικά από μόνος του ή τον κάλεσε ο Μάλκολμ δεν το ξέρουμε, αλλά ο μάντης παρόλ΄ αυτά πήγε στο σπίτι των Χάρπερ:</p><p>Κάνεις προφητείες; ρώτησε ο Μάλκολμ τον μάντη.</p><p>Ναι, κάνω πότε πότε. Γιατί, έχεις ανάγκη από προφητεία;</p><p>Αν ήθελες να κάνεις μία για εμένα τότε δεν θα την αρνιόμουν, απάντησε στον μάντη ο Μάλκολμ.</p><p>Εντάξει, θα σου κάνω μια προφητεία. Τι είδους προφητεία θέλεις;</p><p>Να, θα ήθελα να μου πεις τη μοίρα μου, τι προβλέπει το μέλλον για εμένα, αν μπορείς να μου προσφέρεις τέτοια γνώση.</p><p>Θα φύγω τώρα και όταν γυρίσω, θα σου τα πω όλα, του απάντησε ο μάντης.</p><br><p>Ο μάντης βγήκε για λίγο από το σπίτι και σύντομα επέστρεψε: “Λοιπόν Μάλκολμ”, είπε ο μάντης, “είδα στο δεύτερο μου όραμα ότι, για χάρη της κόρης σου, θα χυθεί αίμα, το περισσότερο αίμα που έχει χυθεί στο Έριν από τότε που ο χρόνος άρχισε να μετράει. Και οι τρεις τρανότεροι ήρωες του κόσμου θα χάσουν τα κεφάλια τους στο όνομά της”.</p><br><p>Μετά από κάποιο καιρό ο Μάλκολμ απέκτησε μια κόρη. Δεν άφησε άνθρωπο να την πλησιάσει, παρά μόνο τον ίδιο και τη μαμή. Ο Μάλκολμ τότε ρώτησε τη γυναίκα: “Θα την πάρεις να τη μεγαλώσεις εσύ μακριά από όλους, έτσι ώστε να μην τη δει ποτέ άνθρωπος μα ούτε και να ακούσει για την ύπαρξη της;” Η γυναίκα αποκρίθηκε ότι θα το έκανε κι έτσι ο Μάλκολμ, με τη βοήθεια τριών&nbsp;αντρών, τις πήγε σ΄ ένα ψηλό και μακρινό βουνό πέρα από τους ανθρώπους, προσεκτικά να μην τους δει κανείς. Εκεί πρόσταξε τους άντρες να σκάψουν στην πλαγιά του βουνού μια σπηλιά και να καλύψουν την είσοδο με το χώμα που είχαν βγάλει από το βουνό, έτσι ώστε να περάσουν οι δυο γυναίκες το υπόλοιπο της ζωής τους εκεί απαρατήρητες. Έτσι κι έγινε.</p><p>Η Ντίρντρε και η θετή της μητέρα πέρασαν καιρό μαζί μέσα στην τρυπούλα τους χωρίς να δουν άλλον άνθρωπο ή να τους συμβεί κάτι, μέχρι που η Ντίρντρε έγινε δεκαέξι χρονών. Η Ντίρντρε μεγάλωσε και είχε κορμοστασιά δέντρου και ήταν δροσερή σαν φρέσκα βρύα. Ήταν ένα πλάσμα όλο χάρη, το πιο ευγενικό και αιθέρια όμορφο κορίτσι ανάμεσα σε γη και ουρανό σε ολόκληρη την Ιρλανδία. Τόσο ντροπαλή και χαριτωμένη ήταν που, όταν κάποιος την κοίταζε, γινόταν κατακόκκινη.</p><p>Η γυναίκα που τη μεγάλωσε, φρόντισε η Ντίρντρε να έχει όλες τις γνώσεις και τις ικανότητες που είχε και η ίδια. Ήξερε το όνομα κάθε βλασταριού, κάθε πουλιού που στεκόταν να ξαποστάσει σε κλαδί και κάθε αστεριού που διακοσμούσε τον νυχτερινό ουρανό. Αλλά η γυναίκα αυτή δεν άφησε ποτέ την Ντίρντρε να πλησιάσει κανέναν άνδρα του κόσμου. Όμως, μια σκοτεινή βραδυά που τα σύννεφα ήταν μαύρα και πυκνά κάτω από το φεγγάρι, ένας κυνηγός έχασε το δρόμο και τους συντρόφους του στο μονοπάτι που περπατούσαν και βρέθηκε να περιπλανιέται άσκοπα στους λόφους μοναχός. Κουρασμένος και συγχησμένος, έγειρε να κοιμηθεί στο λοφίσκο που έμενε η Ντίρντρε χωρίς να το ξέρει. Ο άνδρας, που ήταν εξαντλημένος από την πείνα και την περιπλάνηση, αποκοιμήθηκε αμέσως. Άρχισε να ονειρεύεται πως βρισκόταν απ έξω από ένα μικρό καλυβάκι που μέσα του υπήρχαν νεράιδες που έπαιζαν την πιο μαγευτική μουσική. Στον ύπνο του, ο κυνηγός τους φώναξε να του ανοίξουν για το όνομα του Θεού! Η Ντίρντρε άκουσε τη φωνή του και ρώτησε τη θετή της μητέρα:</p><p>Μητέρα μου, τι φωνή ήταν αυτή;</p><p>Δεν είναι τίποτα κόρη μου, κάτι πουλιά που φωνάζουν το ένα στο άλλο για να βρουν τον δρόμο τους μέσα στη νύχτα. Άφησέ τα όμως να συνεχίσουν μέχρι τον βάλτο, εδώ δεν θα βρουν καταφύγιο, της απάντησε η γυναίκα.</p><p>Μητέρα μου, η φωνή ζήτησε να μπει μέσα στο όνομα του Θεού των Στοιχείων και εσύ μου έχεις πει ότι ποτέ δεν αρνιόμαστε κάτι που ζητείται στο όνομά του. Αν αφήσεις το πουλάκι να πεθάνει εκεί έξω από το κρύο και την πείνα, τότε εγώ δεν συμφωνώ ούτε με την πίστη σου μα ούτε και με τα μαθήματά σου. Αλλά αφού με αυτήν την πίστη και μαθήματα με έχεις μεγαλώσει, θα αφήσω εγώ αυτό το πουλάκι να μπει.</p><br><p>Και η Ντίρντρε σηκώθηκε και τραβώντας πέρα ένα φύλλο, ξεκλείδωσε την πόρτα τους και άφησε τον κυνηγό να μπει μέσα. Του έβαλε μια καρέκλα να καθήσει, ένα πιάτο φαΐ να φάει και ποτό για να πιει:</p><p>Εσύ, άντρα που μπήκες τώρα εδώ μέσα, να μην πεις κουβέντα για τη ζωή και την παρουσία που βλέπεις μπροστά σου. Δεν είναι καθόλου πρέπον, όταν σου προσφέρεται σωτήριο καταφύγιο και τροφή, να μην κάνεις ό,τι σου λένε, είπε η γυναίκα.</p><p>Καλά, απάντησε ο κυνηγός, θα κρατήσω το στόμα μου κλειστό μιας και με φιλοξενήσατε τόσο γενναιόδωρα. Αλλά σου εγγυώμαι γυναίκα πως, όταν αυτοί δουν αυτήν την πανώρια ύπαρξη που έχεις για συντροφιά σου κρυμμένη εδώ, δεν θα σε αφήσουν να την έχεις όλη για τον εαυτό σου.</p><p>Σε ποιους άνδρες αναφέρεσαι; ρώτησε όλο απορία η Ντίρντρε.</p><p>Θα σου πω κοπέλα μου, της απάντησε ο κυνηγός. Μιλάω για τον Νίσχε, τον γιο του Ίσνοκ και τα δυο του αδέρφια, Άλλνε και Άρντεν.</p><p>Κι αν τους έβλεπα εγώ, τότε πώς θα έμοιαζαν;</p><p>Τα χαρακτηριστικά τους έχουν ως εξής: έχουν το χρώμα του κοράκου στα μαλλιά τους, το δέρμα τους είναι λευκό σαν του κύκνου και τα μάγουλά τους έχουν το κόκκινο του στικτού μόσχου. Η ταχύτητα και το άλμα τους είναι αυτά του ποταμίσιου σολομού και του ελαφιού των λόφων. Ο Νίσχε είναι η κεφαλή και οι ώμοι όλου του λαού του Έριν.</p><p>Όπως και να είναι, είπε τότε απότομα η γηραιότερη γυναίκα, εσύ να φύγεις από εδώ και να πάρεις άλλο δρόμο. Μα τον Άρχοντα του Ήλιου και του Φωτός, σίγουρα δυσαρεστήθηκα με την παρουσία σου εδώ και με τη χειρονομία αυτής που σε άφησε να μπεις.</p><br><p>Ο κυνηγός έφυγε αμέσως και έτρεξε να πάει στο παλάτι του βασιλιά Κοουχόρ. Έστειλε μήνυμα στον βασιλιά ότι ήθελε να του μιλήσει επειγόντως. Ο βασιλιάς δέχτηκε και βγήκε από την αίθουσα του θρόνου να συναντήσει τον κυνηγό:</p><p>Ποιος ο σκοπός του ταξιδιού σου στα μέρη αυτά; ρώτησε ο βασιλιάς τον κυνηγό.</p><p>Ένα έχω να σου πω βασιλιά μου, απάντησε με στόμφο ο κυνηγός, είδα την ομορφότερη κοπέλα στο Έριν και δεν μπορούσα να μην σ΄ ενημερώσω.</p><p>Αν λες αλήθεια ότι είδες μια τέτοια κοπέλα, πού την είδες και πώς και την είδες εσύ πριν την δει κανείς άλλος;</p><p>Αλήθεια λέω πως την είδα Μεγαλειότατε, είπε ο κυνηγός, και μιας κι εγώ είμαι αυτός που την είδε, μόνο εγώ ξέρω πού βρίσκεται και πώς θα φτάσει ως εκεί όποιος θέλει να τη δει με τα μάτια του.</p><p>Και θα με οδηγήσεις ως εκεί που βρίσκεται; Η αμοιβή σου θα είναι άλλη τόση από αυτή που θα σου προσφέρω γι αυτά σου τα μαντάτα.</p><p>Θα σε πάω μέχρι εκεί βασιλιά μου, απάντησε ο κυνηγός, αν και δεν θα ευχαριστηθούν καθόλου οι γυναίκες με αυτή μου την κίνηση.</p><br><p>Ο Κοουχόρ, ο βασιλιάς του Άλστερ, κάλεσε στο πλευρό του τους πιο έμπιστους άνδρες του και τους είπε τα καθέκαστα. Το επόμενο πρωί, αν και σηκώθηκε αργότερα από τα πρώτα πουλιά που ξυπνούν και γεμίζουν με το κελάηδισμά τους τον πρωινό αέρα, ο Κοουχόρ, βασιλιάς του Άλστερ, ξεκίνησε με τη συνοδεία του, αυτό το υγρό πρωινό του Μαγιού. Η πρωινή δροσούλα βάραινε το χορταράκι σαν έφτασαν κοντά στον λοφίσκο μέσα στον οποίο βρισκόταν η Ντίρντρε με τη θετή της μάνα. Πολλοί από τους νεαρότερους της συνοδείας του βασιλιά είχαν ξεκινήσει με μια σπιρτάδα στο βήμα και μια ανεμελιά στο περπάτημα τους, μα μέχρι να διασχίσουν τον κακοτράχηλο και μακρύ δρόμο μέχρι την Ντίρντρε, όλη η ζωηράδα είχε χαθεί από τα μάτια τους: “Να, εκεί κάτω στο ξέφωτο μένει η κοπέλα που σας έλεγα, αλλά εγώ δε θέλω να πλησιάσω άλλο τη γυναίκα που τη φυλάει, και θα μείνω εδώ”, είπε ο κυνηγός στην παρέα.</p><p>Ο Κοουχόρ έκανε σήμα στην παρέα του και όλοι τους κατέβηκαν εκεί που τους υπέδειξε ο κυνηγός. Έτσι βρέθηκαν μπροστά στην πόρτα της σπηλιάς όπου έμενε η Ντίρντρε και ο βασιλιάς χτύπησε την πόρτα. Από μέσα ακούστηκε η φωνή μιας γυναίκας:</p><p>Τίποτα λιγότερο από τον ίδιο το βασιλιά και τον στρατό του δεν μπορούν να με αναγκάσουν να ανοίξω την πόρτα του σπιτιού μου.</p><p>Κι εγώ είμαι ο Κοουχόρ, ο βασιλιάς του Άλστερ!</p><br><p>Μόλις το άκουσε αυτό η γυναίκα βιάστηκε να ανοίξει και να αφήσει να περάσει ο βασιλιάς και όση από τη συνοδεία του χωρούσε το φτωχικό της. Ο βασιλιάς, σαν κοίταξε την Ντίρντρε, κατάλαβε ότι ποτέ του δεν είχε δει όμορφη μέρα και ούτε είχε δει γλυκό όνειρο στη ζωή του ολόκληρη και αμέσως την καρδιά του κυρίευσε ολοκληρωτική αγάπη για εκείνη. Πρόσταξε τότε τους ψηλότερούς του άνδρες να σηκώσουν την Ντίρντρε και τη μητέρα της στους ώμους τους και να τις μεταφέρουν μέχρι το παλάτι του. </p><p>Ο βασιλιάς αγάπησε τόσο την Ντίρντρε που ήθελε να την παντρευτεί αμέσως, αν το ήθελε κι εκείνη. Εκείνη όμως του είπε:</p><p>Βασιλιά, θα σου ταχτώ σ΄ έναν χρόνο και μία μέρα.</p><p>Αν και με πονάει αυτή σου η απόφαση, θα τη δεχτώ μόνο αν μου δώσεις το λόγο σου ότι θα γίνεις όντως γυναίκα μου μετά από αυτό το χρόνο.</p><br><p>Και η Ντίρντρε του το υποσχέθηκε. Ο βασιλιάς τότε της έφερε μια δασκάλα και κοπέλες να τη συντροφεύουν, κι αυτές κοιμόντουσαν και ξυπνούσαν μαζί της, έπαιζαν και της μιλούσαν. Η Ντίρντρε αποδείχθηκε ταλαντούχα και δεκτική στις γνώσεις για τις γυναικείες δουλειές και τα συζυγικά καθήκοντα και κάθε μέρα ο βασιλιάς δεν πίστευε στα μάτια του ότι είχε δίπλα του μια κοπέλα σαν αυτή.</p><p>Μια ζεστή μέρα, η Ντίρντρε και οι συντρόφισσές της είχαν κάτσει σ΄ ένα λόφο όπου έπιναν και συζητούσαν. Κοντά τους τότε πέρασαν τρεις ταξιδιώτες. Η Ντίρντρε τους κοίταξε θαυμάζοντάς τους. Θυμήθηκε τότε τα λόγια του κυνηγού και συνειδητοποίησε πως οι τρεις ταξιδιώτες ήταν οι γιοί του Ίσνοκ και μπροστά μπροστά ήταν ο Νίσχε, που πέρναγε κατά ένα κεφάλι τα δυο του αδέρφια. Έρωτας πλημμύρισε την καρδιά της Ντίρντρε σαν τον είδε και δεν μπόρεσε παρά να τον ακολουθήσει. Μάζεψε τα φορέματά της και πήρε στο κατόπι τους τρεις άνδρες, που τώρα περνούσαν από τη βάση του λόφου, αφήνοντας πίσω τη συντροφιά της. Ο Άλλνε και ο Άρντεν είχαν ακούσει γι΄ αυτή την κοπέλα που είχε ο βασιλιάς Κοουχόρ στην αυλή του και ήταν σίγουροι πως, μιας και δεν την είχε παντρευτεί ακόμη, αν την έβλεπε ο αδερφός τους, σίγουρα θα την ήθελε για τον εαυτό του. Με την άκρη του ματιού τους είδαν την κοπέλα να τους πλησιάζει και επιτάχυναν τον βηματισμό τους, μιας και η νύχτα είχε αρχίσει να πέφτει και είχαν ακόμη πολύ δρόμο μπροστά τους. Η Ντίρντρε τότε τους φώναξε:</p><p>Νίσχε, γιε του Ίσνοκ, εδώ θα με αφήσεις;</p><p>Ποιος με φωνάζει με αυτή τη φωνή, την πιο μελωδική φωνή που άκουσα ποτέ μου και που λάβωσε την καρδιά μου σαν καμία άλλη; είπε στον εαυτό του ο Νίσχε.</p><p>Δεν είναι παρά οι κύκνοι του βασιλιά Κοουχόρ, βιάστηκαν να πουν τα αδέρφια του.</p><p>Όχι, είναι η κραυγή μιας κοπέλας σε απόγνωση! είπε ο Νίσχε και ορκίστηκε να μην κάνει ούτε βήμα παραπάνω μέχρι να βρει από πού ερχόταν αυτή η φωνή. </p><br><p>Τα βλέμματα της Ντίρντρε και του Νίσχε συναντήθηκαν, η κοπέλα τον πλησίασε και του έδωσε τρία φιλιά κι από ένα στα αδέρφια του. Μέσα στη μεγάλη της φόρτιση, η Ντίρτντρε έγινε κατακόκκινη και ξανάλλαξε χρώμα όσο γρήγορα περνά ένα κοτσύφι πάνω από την επιφάνεια μιας λίμνης. Ο Νίσχε, που δεν είχε ματαδεί ποτέ του τέτοια ομορφιά, της έδωσε την αγάπη που δεν είχε δώσει ποτέ σε άνθρωπο, πράγμα ή όραμα.</p><p>Την έβαλε στους ώμους του και πρόσταξε στ΄ αδέρφια του να βιαστούν, πράγμα που έκαναν. Ο Νίσχε θεώρησε φρόνιμο να φύγει όσο πιο γρήγορα γινόταν από το Έριν μιας και θα είχε πρόβλημα με τον Κοουχόρ, βασιλιά του Άλστερ και γιο του θείου του, εξαιτίας αυτής της δεσποσύνης. Έτσι θέλησε να γυρίσει γρήγορα στην Άλμπα, στη Σκωτία. Έφτασαν στην όχθη της Λοχ Νες κι εγκαταστάθηκαν εκεί. Ο Νίσχε ψάρευε σολομό από το κατώφλι της πόρτας του και πετύχαινε ελάφια, που έβγαιναν από το γκρίζο φαράγγι, από το παράθυρο του με το τόξο του. Εκείνος, η Ντίρντρε και τα αδέρφια του ήταν ευτυχισμένοι όσον καιρό πέρασαν σε αυτόν τον πύργο.</p><p>Έφτασε και το πλήρωμα του χρόνου για την υπόσχεση της Ντίρντρε στον βασιλιά Κοουχόρ. Εκείνος αποφάσισε να πάρει πίσω την κοπέλα με τη βία, ακόμη κι αν είχαν παντρευτεί με τον Νίσχε. Οργάνωσε τότε ένα μεγάλο φαγοπότι κι έστειλε προσκλήσεις στους άρχοντες στα πέρατα του Έριν να παρευρεθούν. Ο Κοουχόρ σκέφτηκε πως και να καλούσε τον Νίσχε εκείνος δεν θα ερχόταν, γι αυτό προτίμησε να προσκαλέσει τον αδερφό του πατέρα του, τον Φέργκους Μακ Ρο και να τον στείλει πρεσβευτή του στον Νίσχε. Έτσι κι έκανε, και είπε στον Φέργκους: “Πες στον Νίσχε, γιο του Ίσνοκ πως οργανώνω μια μεγάλη γιορτή και πως δεν θα ησυχάσω αν αυτός, ο Άλλνε και ο Άρντεν δεν δεχτούν να παρουσιαστούν και να λάβουν μέρος σε αυτήν”.</p><br><p>Ο Φέργκους Μακ Ρο και οι τρεις του γιοί ξεκίνησαν το ταξίδι τους και σύντομα έφτασαν στον Πύργο του Νίσχε, στις όχθες της Λοχ Έτιβ. Οι γιοι του Ίσνοκ καλωσόρισαν με θέρμη τον Φέργκους&nbsp;και τους γιούς του και τους ζήτησαν τα νεότερα από το Έριν: </p><p>Τα μοναδικά νέα που σας έχω, είπε ο Φέργκους, είναι ότι ο Κοουχόρ, βασιλιάς του Άλστερ, ετοιμάζει μια μεγάλη γιορτή για τους φίλους του και τους άρχοντες του Έριν. Ορκίστηκε στη γη που πατά, στους ουρανούς ψηλά και στον ήλιο που δύει πως δεν θα ησυχάσει αν οι γιοί του Ίσνοκ, οι γιοί του αδερφού του πατέρα του, δεν επιστρέψουν στο πάτριο έδαφος για να λάβουν τη θέση τους στο τραπέζι και έστειλε εμένα να σας προσκαλέσω.</p><p>Θα έρθουμε μαζί σου, απάντησε ο Νίσχε.</p><p>Ναι θα έρθουμε, απάντησαν και τα αδέρφια του.</p><br><p>Αλλά η Ντίρντρε δεν θέλησε να πάει με τον Φέργκους Μακ Ρο και προσπάθησε με κάθε προσευχή που ήξερε να αποτρέψει τον Νίσχε και τα αδέρφια του από το να πάνε: “Είδα ένα όραμα Νίσχε και σου ζητώ να μου το εξηγήσεις”, είπε η Ντίρντρε και μετά του τραγούδησε:</p><br><p>Ω Νίσχε, γιε του Ίσνοκ άκου</p><p>Τι μου ήρθε στο όνειρό μου.</p><br><p>Από το Νότο ήρθαν περιστέρια</p><p>Πάνω απ’ τη θάλασσα πετούσαν,</p><p>Στα στόματα τους είχαν μέλια</p><p>Από κυψέλη τα κουβαλούσαν.</p><br><p>Ω Νίσχε, γιε του Ίσνοκ άκου</p><p>Τι μου ήρθε στο όνειρό μου.</p><br><p>Από τον Νότο ήρθαν γεράκια</p><p>Που πετούσαν πάνω από τη θάλασσα</p><p>Στα στόματα τους είχαν αίματα</p><p>Και θυμάμαι πόσο τα αγάπησα.</p><br><p>Της απάντησε τότε ο Νίσχε:</p><br><p>- Δεν είναι παρά ο φόβος που φωλιάζει στην καρδιά μιας γυναίκας, γλυκιά Ντίρντρε, και μονάχα όνειρα της νύχτας. Από τη στιγμή που ο Κοουχόρ έστειλε την πρόσκληση για τη γιορτή, θα μας κυνηγά ατυχία αν δεν πάμε, Ντίρντρε.</p><p>Θα πας, είπε ο Φέργκους Μακ Ρο, κι αν ο Κοουχόρ σου δείξει καλοσύνη να του την ανταποδώσεις. Αν όμως σου δείξει οργή, τότε με οργή κι εσύ να του απαντήσεις κι εγώ και οι τρεις γιοί μου θα είμαστε στο πλευρό σου.</p><p>Θα είμαστε, είπε ο Τολμηρός Σάλτος.</p><p>Θα είμαστε, είπε ο Σκληρός Πρίνος.</p><p>Θα είμαστε, είπε κι ο Όμορφος Γιάλεν.</p><p>Έχω τρεις γιούς, τρεις ήρωες κι αν σε βρει κανένα κακό, αυτοί θα είναι μαζί σου κι εγώ μαζί τους.</p><p>Αυτό ορκίστηκε ο Φέργκους Μακ Ρο κι έδωσε τον λόγο του στα όπλα του ότι, αν συμβεί κάτι κακό στους γιούς του Ίσνοκ, αυτός και οι γιοί του δεν θα αφήσουν κεφάλι όρθιο σε ώμους απ’ άκρη σ’ άκρη στο Έριν, τόσο καλοί πολεμιστές ήταν.</p><p>Η Ντίρντρε δεν ήθελε να αφήσει πίσω της την Άλμπα, αλλά ακολούθησε τον Νίσχε. Τα δάκρυα της έτρεχαν ποτάμι και τραγουδούσε:</p><br><p>Αγαπημένος τόπος, αυτός ο τόπος εκεί,</p><p>Άλμπα με τα δάση και τις λίμνες.</p><p>Δεν θα ήθελα να σας αφήσω ούτε στιγμή, </p><p>Αλλά με τον Νίσχε πάω και μένετε μόνες.</p><br><p>Αλλά ο Φέργκους Μακ Ρο, παρόλες τις υποψίες της Ντίρντρε, δεν έκανε πίσω μέχρι να ετοιμαστούν και οι τρεις γιοί του Ίσνοκ και να τον ακολουθήσουν.</p><br><p>Το καϊκάκι σάλπαρε</p><p>Σήκωσε το πανί του.</p><p>Δύο μέρες ταξιδεύανε </p><p>Στο Έριν φτάσανε μαζί του.</p><br><p>Σαν οι γιοί του Ίσνοκ έφτασαν στο Έριν, ο Φέργκους Μακ Ρο έστειλε μήνυμα στον Κοουχόρ, βασιλιά του Άλστερ, ότι όλοι όσοι περίμενε είχαν καταφτάσει και να δείξει καλοσύνη προς αυτούς: “Δεν το περίμενα”, είπε ο Κοουχόρ, “ότι θα έρχονταν τελικά οι γιοί του Ίσνοκ και δεν είμαι έτοιμος να τους υποδεχτώ. Υπάρχει εδώ παρακάτω ένα σπίτι όπου υποδέχομαι ξένους, ας πάνε εκεί μέχρι να ετοιμάσω το σπίτι μου για την υποδοχή τους”. Μα ο άρχοντας του παλατιού σύντομα άρχισε να γίνεται ανήσυχος που δεν ήξερε τι έκαναν οι καλεσμένοι του στο σπίτι για τους ξένους: “Πήγαινε Γκέλμπαν Γκρανά, γιε του βασιλιά του Λόχλιν, πήγαινε και πες μου αν η Ντίρντρε είναι τόσο όμορφη όσο πριν. Αν είναι, τότε εγώ ο ίδιος θα την τρυπήσω με αυτό εδώ το ξίφος, αλλά αν δεν είναι, τότε ας την κρατήσει ο Νίσχε, ο γιος του Ίσνοκ”. </p><p>Ο Γκέλμπαν, γιος του βασιλιά του Λόχλιν, πήγε μέχρι το σπίτι των ξένων όπου έμεναν οι γιοί του Ίσνοκ και η Ντίρντρε. Κοίταξε μέσα από την κλειδαρότρυπα και η Ντίρντρε, που κοκκίνιζε σαν την κοιτούσε κάποιος, έγινε κατακόκκινη. Ο Νίσχε που το πρόσεξε, κατάλαβε πως κάποιος την κοιτούσε και σήκωσε ένα ζάρι, το πέταξε με δύναμη μέσα από την κλειδαρότρυπα και έβγαλε το μάτι του γοητευτικού και ευχάριστου Γκέλμπαν Γκρανά. Εκείνος επέστρεψε στο παλάτι και στον βασιλιά Κοουχόρ:</p><p>Εσύ έφυγες χαρούμενος, με χαμόγελο στα χείλη και τώρα γυρνάς εδώ σκυθρωπός και κατσούφης, του είπε ο βασιλιάς. Τι σου συνέβη Γκέλμπαν; Μα είδες την Ντίρντρε, είναι ίδια όπως και πριν;</p><p>Την είδα τη Ντίρντρε και, καθώς την κοίταζα καλά μέσα από την κλειδαρότρυπα, ο Νίσχε μου πέταξε ένα ζάρι και μου έβγαλε το μάτι. Αλλά και που μου το έβγαλε, εγώ θα έμενα και θα συνέχιζα να κοιτάω την Ντίρντρε με το άλλο, αν δεν μου είχες πει να βιαστώ να γυρίσω.</p><p>Σωστά έκανες, απάντησε ο Κοουχόρ. Να κατέβουν τριακόσιοι γενναίοι ήρωες στο σπίτι των ξένων για να μου φέρουν τη Ντίρντρε κι ας θανατώσουν τους υπόλοιπους.</p><br><p>Και Ο Κοουχόρ, βασιλιάς του Άλστερ, έστειλε στο σπίτι των ξένων τριακόσιους άνδρες να του φέρουν τη Ντίρντρε και να σκοτώσουν τους υπόλοιπους:</p><p>Αρχίζει το κυνήγι, είπε η Ντίρντρε.</p><p>Θα βγω εγώ τώρα έξω να το σταματήσω μόνος μου, απάντησε γενναία ο Νίσχε.</p><p>Όχι εσύ, εμείς θα πάμε, είπαν ο Τολμηρός Σάλτος, ο Σκληρός Πρίνος και ο Όμορφος Γιάλεν. Ο πατέρας μας, ανέθεσε σ΄ εμάς την προστασία σας από κακό πριν φύγει για το σπίτι. Και οι ευγενείς νέοι, στο άνθος της ηλικίας τους, της αρρενωπότητάς τους και της ομορφιάς τους με τις καστανές μπούκλες τους να πέφτουν στο πρόσωπό τους ετοιμάστηκαν για μάχη. Φόρεσαν τρομερές πανοπλίες γυαλισμένες, αστραφτερές, κοφτερές, απίστευτες με διάκοσμα από κτήνη και πτηνά, ερπετά και λιοντάρια, εξάποδες τίγρεις και ορμητικά γεράκια και γρήγορα αποδεκάτισαν τους άνδρες που είχε στείλει ο βασιλιάς:</p><p>Ποιος είναι αυτός που σε μάχη σκότωσε όλους τους άνδρες μου; είπε ο Κοουχόρ ξεπροβάλλοντας με φούρια.</p><p>Εμείς, οι τρεις γιοί του Φέργκους Μακ Ρο.</p><p>Αν έρθετε να πολεμήσετε στο πλευρό μου, θα δώσω μια γέφυρα στον παππού σας, μια γέφυρα στον πατέρα σας και από μια γέφυρα στον καθένα σας.</p><p>Δεν δεχόμαστε την προσφορά σου Κοουχόρ και ούτε και σε ευχαριστούμε για αυτήν. Είναι πολύ πιο σημαντικό για εμάς να γυρίσουμε στο σπίτι μας και να διηγηθούμε ιστορίες ηρωισμού παρά να πάρουμε την πληρωμή σου. Ο Νίσχε, ο Άλλνε και ο Άρντεν συγγενεύουν με σένα όπως συγγενεύουν και με μας, μα εσύ θέλεις να χύσεις το αίμα τους όπως θέλεις να χύσεις και το δικό μας, Κοουχόρ.</p><br><p>Και τα καστανομάλλικα παλικάρια μπήκαν πάλι στο σπίτι των ξένων: “Θα φύγουμε τώρα να πάμε σπίτι μας να πούμε στον πατέρα μας ότι οι γιοι του Ίσνοκ είναι ασφαλείς από τα χέρια του βασιλιά”. Εκείνη την ώρα, που η μέρα χωρίζεται από τη νύχτα, στις πρώτες ώρες του πρωινού, ο Νίσχε είπε ότι έπρεπε όλοι τους να γυρίσουν στην Άλμπα.</p><p>Ο Νίσχε και η Ντίρντρε, ο Άλλνε και ο Άρντεν πήραν τον δρόμο του γυρισμού προς την Άλμπα. Ο βασιλιάς που έμαθε ότι η παρέα που κυνηγούσε είχε φύγει, έστειλε να του φέρουν μπροστά του τον δρυίδη Κάφα:</p><p>Έχω ξοδέψει μια περιουσία δρυίδη Κάφα για να μπορέσεις να μάθεις τα μυστικά της μαγείας και τώρα αυτοί φεύγουν χωρίς να τους νοιάζει, χωρίς να με υπολογίζουν, χωρίς να μπορώ να τους φτάσω και να μπορώ να τους σταματήσω.</p><p>Θα τους σταματήσω εγώ, είπε ο μάγος, πριν προλάβει η περίπολος που έχεις στείλει στο κατόπι τους να επιστρέψει.</p><br><p>Και ο μάγος όρθωσε τότε μπροστά στους γιούς του Ίσνοκ ένα δάσος τόσο πυκνό που ήταν απροσπέλαστο για τους κοινούς ανθρώπους, μα οι κατατρεγμένοι κατάφεραν και το διέσχισαν χωρίς πρόβλημα, και η Ντίρντρε και ο Νίσχε πάντα κρατιόντουσαν χέρι χέρι:</p><p>Τι οφέλησε αυτό; φώναξε ο Κοουχόρ. Κοίτα τους πώς περνούν από το δάσος χωρίς ούτε να ιδρώσουν, χωρίς να με υπολογίσουν και πώς θα τους σταματήσω εγώ τώρα και θα τους κάνω να επιστρέψουν αυτή τη μαύρη ώρα;</p><p>Θα δοκιμάσω κάτι άλλο, είπε ο μάγος.</p><br><p>Και μπροστά τους, αντί για καταπράσινο λιβάδι, βρέθηκε μια γκρίζα θάλασσα. Οι τρεις άνδρες έβαλαν τα ρούχα τους στα κεφάλια τους και ο Νίσχε σήκωσε την Ντίρντρε στους ώμους του. </p><br><p>Τεντώσαν τα χέρια τους κόντρα στο ρεύμα,</p><p>Χώμα και νερό ήταν το ίδιο.</p><p>Τα κύματα του ωκεανού,</p><p>Σαν το γρασίδι κάτω από τον ήλιο.</p><br><p>Μπορεί να φαίνεται καλό αυτό Κάφα, αλλά δεν θα φέρει τους φυγάδες πίσω, είπε ο Κοουχόρ. Απομακρύνονται χωρίς να με υπολογίσουν και πώς θα τους σταματήσω εγώ τώρα και θα τους κάνω να επιστρέψουν αυτή τη μαύρη ώρα;</p><p>Θα δοκιμάσω άλλη μια μέθοδο τότε, μιας και αυτή η τελευταία πάλι δεν έπιασε, είπε ο δρυίδης.</p><br><p>Και ο δρυίδης τότε πάγωσε τη φουρτουνιασμένη θάλασσα που πήρε τη μορφή κοφτερών βράχων, με κορυφές κοφτερές σαν σπαθιά και δηλητηριώδεις σαν οχιές. Ο Άρντεν τότε φώναξε στους υπόλοιπους ότι οι δυνάμεις του τον εγκαταλείπουν: “Έλα Άρντεν, μπορείς να τα καταφέρεις!”, του φώναξε ο Νίσχε, “έλα να σε πάρω στον ώμο μου”. Και ο Νίσχε έβαλε τότε στον έναν ώμο την Ντίρντρε και στον άλλον τον Άρντεν. Εκεί καθόταν ακόμα ο Άρντεν όταν πέθανε. Παρόλ΄ αυτά όμως ο Νίσχε δεν τον άφησε, συνέχισε να τον κουβαλά. Τότε ο Άλλνε είπε ότι ένιωθε να ξεψυχά από την κούραση. Ο Νίσχε, ακούγωντάς τον να προσεύχεται, αναστέναξε βαθιά, έβαλε τον αδερφό του να κρατιέται από πάνω του και τον πρόσταξε να κρατηθεί γερά γιατί θα τον έβγαζε μέχρι τη στεριά. Μετά από λίγο όμως ο Άλλνε δεν άντεξε άλλο και έπαψε να κρατιέται από τον Νίσχε. Ο Νίσχε κοίταξε τους δυο νεκρούς αδερφούς του και η καρδιά του έσπασε, δεν τον ένοιαζε πια αν ζούσε ή αν πέθαινε και αφήνοντας έναν τελευταίο αναστεναγμό έπεσε κι αυτός νεκρός:</p><p>Τελείωσαν όλοι, είπε ο δρυίδης Κάφα στον βασιλιά, κι εγώ έκανα όπως μου προστάξατε Μεγαλειότατε. Οι γιοί του Ίσνοκ είναι νεκροί, δεν θα σε ξαναενοχλήσουν. Τώρα μπορείς ανενόχλητος να πας να πάρεις τη γυναίκα σου.</p><p>Να είσαι πάντα ευλογημένος και σε μένα να πάνε όλα καλά Κάφα. Δεν μετανοιώνω που τόσα χρόνια σε σπούδαζα. Σήκωσε τώρα το ξόρκι να δω αν μπορώ να βρω τη Ντίρντρε, είπε ο Κοουχόρ.</p><br><p>Και ο δρυίδης , έδιωξε τα μαγικά από το λιβάδι και τα τρία νεκρά αδέρφια βρέθηκαν το ένα δίπλα στο άλλο με τη Ντίρντρε να τα λούζει με τα δάκρυα της.</p><p>Η Ντίρντρε τότε θρήνησε: “Φωτεινέ, αγαπημένε, άνθος ομορφιάς· κορμοστασιά και δύναμη, ευγενή και ταπεινέ πολεμιστή· Φωτεινέ, γαλανομάτη, αγαπημένε της γυναίκας σου· αγαπητέ σ΄ εμένα από την πρώτη στιγμή που η φωνή σου αντήχησε σε όλα τα δάση της Ιρλανδίας. Δεν θα τραφώ ούτε θα χαμογελάσω πια. Μην σπάσεις σήμερα καρδιά μου, αφού σύντομα θα βρεθώ στον τάφο μου. Δυνατά τα κύματα της θλίψης, μα η ίδια η θλίψη είναι δυνατότερη Κοουχόρ”.</p><p>Ο λαός τότε κύκλωσε τα σώματα των νεκρών αδελφών και ρώτησε τον Κοουχόρ τι να τα κάνει. Εκείνος τους είπε να σκάψουν ένα λάκκο και να τους θάψουν πλάι πλάι.</p><p>Η Ντίρντρε στεκόταν συνεχώς στην άκρη του τάφου και παρακαλούσε τους σκάφτες να κάνουν τον τάφο ευρύχωρο και πλατύ. Σαν τα σώματα των αδελφών τοποθετήθηκαν στον τάφο, είπε η Ντίρντρε:</p><br><p>Έλα τώρα αγάπη μου, Νίσχε</p><p>Άσε τον Άλλνε δίπλα στον Άρντεν.</p><p>Αν μπορούσες νεκρέ μου να νιώσεις,</p><p>Χώρο για την Ντίρντρε θα έκανες τότε.</p><br><p>Οι άνδρες τότε έκαναν όπως τους είπε. Η Ντίρντρε κατέβηκε μέσα στον τάφο, ξάπλωσε δίπλα στον Νίσχε και πέθανε.</p><p>Ο βασιλιάς πρόσταξε να βγάλουν το σώμα της Ντίρντρε από εκεί και να την θάψουν στην άλλη μεριά της λίμνης. Οι προσταγές του ακολουθήθηκαν και ο τάφος σφραγίστηκε. Σε λίγο καιρό φύτρωσε ένα έλατο στον τάφο της Ντίρντρε και ένα έλατο στον τάφο του Νίσχε. Τα δυο δέντρα τεντώθηκαν ώσπου ενώθηκαν πάνω από τη λίμνη. Ο βασιλιάς πρόσταξε να κοπεί αυτή η ένωση μία φορά, δύο φορές ώσπου την τρίτη, η γυναίκα που είχε πάρει τον παρότρυνε να σταματήσει αυτή την κακία και να τιμήσει την επιθυμία των νεκρών εραστών.</p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></description>
			<itunes:summary><![CDATA[<p>Άλλη μια πονεμένη ιστορία, αυτή τη φορά από την Ιρλανδία, Η Ιστορία της Ντίρντρε είναι μια από τις πιο παλιές και αγαπημένες μυθοπλασίες των Κελτών της περιοχής.</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Δεν περιέχει ευαίσθητο υλικό</p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>Ηχητικά εφέ: freesound.org</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ</p><br><p>Η Ιστορία της Ντίρντρε</p><br><p>Ήταν μια φορά στην Ιρλανδία ένας άνδρας που τον έλεγαν Μάλκολμ Χάρπερ. Ήταν καλός άνθρωπος και είχε και κάποια περιουσία. Είχε σύζυγο, μα δεν είχε παιδιά. Μια μέρα άκουσε πως στην περιοχή γυρνούσε ένας μάντης και, αφού ήταν καλός άνθρωπος, ευχήθηκε να έρθει ο μάντης να τους δει. Τώρα, αν ο μάντης ήρθε τελικά από μόνος του ή τον κάλεσε ο Μάλκολμ δεν το ξέρουμε, αλλά ο μάντης παρόλ΄ αυτά πήγε στο σπίτι των Χάρπερ:</p><p>Κάνεις προφητείες; ρώτησε ο Μάλκολμ τον μάντη.</p><p>Ναι, κάνω πότε πότε. Γιατί, έχεις ανάγκη από προφητεία;</p><p>Αν ήθελες να κάνεις μία για εμένα τότε δεν θα την αρνιόμουν, απάντησε στον μάντη ο Μάλκολμ.</p><p>Εντάξει, θα σου κάνω μια προφητεία. Τι είδους προφητεία θέλεις;</p><p>Να, θα ήθελα να μου πεις τη μοίρα μου, τι προβλέπει το μέλλον για εμένα, αν μπορείς να μου προσφέρεις τέτοια γνώση.</p><p>Θα φύγω τώρα και όταν γυρίσω, θα σου τα πω όλα, του απάντησε ο μάντης.</p><br><p>Ο μάντης βγήκε για λίγο από το σπίτι και σύντομα επέστρεψε: “Λοιπόν Μάλκολμ”, είπε ο μάντης, “είδα στο δεύτερο μου όραμα ότι, για χάρη της κόρης σου, θα χυθεί αίμα, το περισσότερο αίμα που έχει χυθεί στο Έριν από τότε που ο χρόνος άρχισε να μετράει. Και οι τρεις τρανότεροι ήρωες του κόσμου θα χάσουν τα κεφάλια τους στο όνομά της”.</p><br><p>Μετά από κάποιο καιρό ο Μάλκολμ απέκτησε μια κόρη. Δεν άφησε άνθρωπο να την πλησιάσει, παρά μόνο τον ίδιο και τη μαμή. Ο Μάλκολμ τότε ρώτησε τη γυναίκα: “Θα την πάρεις να τη μεγαλώσεις εσύ μακριά από όλους, έτσι ώστε να μην τη δει ποτέ άνθρωπος μα ούτε και να ακούσει για την ύπαρξη της;” Η γυναίκα αποκρίθηκε ότι θα το έκανε κι έτσι ο Μάλκολμ, με τη βοήθεια τριών&nbsp;αντρών, τις πήγε σ΄ ένα ψηλό και μακρινό βουνό πέρα από τους ανθρώπους, προσεκτικά να μην τους δει κανείς. Εκεί πρόσταξε τους άντρες να σκάψουν στην πλαγιά του βουνού μια σπηλιά και να καλύψουν την είσοδο με το χώμα που είχαν βγάλει από το βουνό, έτσι ώστε να περάσουν οι δυο γυναίκες το υπόλοιπο της ζωής τους εκεί απαρατήρητες. Έτσι κι έγινε.</p><p>Η Ντίρντρε και η θετή της μητέρα πέρασαν καιρό μαζί μέσα στην τρυπούλα τους χωρίς να δουν άλλον άνθρωπο ή να τους συμβεί κάτι, μέχρι που η Ντίρντρε έγινε δεκαέξι χρονών. Η Ντίρντρε μεγάλωσε και είχε κορμοστασιά δέντρου και ήταν δροσερή σαν φρέσκα βρύα. Ήταν ένα πλάσμα όλο χάρη, το πιο ευγενικό και αιθέρια όμορφο κορίτσι ανάμεσα σε γη και ουρανό σε ολόκληρη την Ιρλανδία. Τόσο ντροπαλή και χαριτωμένη ήταν που, όταν κάποιος την κοίταζε, γινόταν κατακόκκινη.</p><p>Η γυναίκα που τη μεγάλωσε, φρόντισε η Ντίρντρε να έχει όλες τις γνώσεις και τις ικανότητες που είχε και η ίδια. Ήξερε το όνομα κάθε βλασταριού, κάθε πουλιού που στεκόταν να ξαποστάσει σε κλαδί και κάθε αστεριού που διακοσμούσε τον νυχτερινό ουρανό. Αλλά η γυναίκα αυτή δεν άφησε ποτέ την Ντίρντρε να πλησιάσει κανέναν άνδρα του κόσμου. Όμως, μια σκοτεινή βραδυά που τα σύννεφα ήταν μαύρα και πυκνά κάτω από το φεγγάρι, ένας κυνηγός έχασε το δρόμο και τους συντρόφους του στο μονοπάτι που περπατούσαν και βρέθηκε να περιπλανιέται άσκοπα στους λόφους μοναχός. Κουρασμένος και συγχησμένος, έγειρε να κοιμηθεί στο λοφίσκο που έμενε η Ντίρντρε χωρίς να το ξέρει. Ο άνδρας, που ήταν εξαντλημένος από την πείνα και την περιπλάνηση, αποκοιμήθηκε αμέσως. Άρχισε να ονειρεύεται πως βρισκόταν απ έξω από ένα μικρό καλυβάκι που μέσα του υπήρχαν νεράιδες που έπαιζαν την πιο μαγευτική μουσική. Στον ύπνο του, ο κυνηγός τους φώναξε να του ανοίξουν για το όνομα του Θεού! Η Ντίρντρε άκουσε τη φωνή του και ρώτησε τη θετή της μητέρα:</p><p>Μητέρα μου, τι φωνή ήταν αυτή;</p><p>Δεν είναι τίποτα κόρη μου, κάτι πουλιά που φωνάζουν το ένα στο άλλο για να βρουν τον δρόμο τους μέσα στη νύχτα. Άφησέ τα όμως να συνεχίσουν μέχρι τον βάλτο, εδώ δεν θα βρουν καταφύγιο, της απάντησε η γυναίκα.</p><p>Μητέρα μου, η φωνή ζήτησε να μπει μέσα στο όνομα του Θεού των Στοιχείων και εσύ μου έχεις πει ότι ποτέ δεν αρνιόμαστε κάτι που ζητείται στο όνομά του. Αν αφήσεις το πουλάκι να πεθάνει εκεί έξω από το κρύο και την πείνα, τότε εγώ δεν συμφωνώ ούτε με την πίστη σου μα ούτε και με τα μαθήματά σου. Αλλά αφού με αυτήν την πίστη και μαθήματα με έχεις μεγαλώσει, θα αφήσω εγώ αυτό το πουλάκι να μπει.</p><br><p>Και η Ντίρντρε σηκώθηκε και τραβώντας πέρα ένα φύλλο, ξεκλείδωσε την πόρτα τους και άφησε τον κυνηγό να μπει μέσα. Του έβαλε μια καρέκλα να καθήσει, ένα πιάτο φαΐ να φάει και ποτό για να πιει:</p><p>Εσύ, άντρα που μπήκες τώρα εδώ μέσα, να μην πεις κουβέντα για τη ζωή και την παρουσία που βλέπεις μπροστά σου. Δεν είναι καθόλου πρέπον, όταν σου προσφέρεται σωτήριο καταφύγιο και τροφή, να μην κάνεις ό,τι σου λένε, είπε η γυναίκα.</p><p>Καλά, απάντησε ο κυνηγός, θα κρατήσω το στόμα μου κλειστό μιας και με φιλοξενήσατε τόσο γενναιόδωρα. Αλλά σου εγγυώμαι γυναίκα πως, όταν αυτοί δουν αυτήν την πανώρια ύπαρξη που έχεις για συντροφιά σου κρυμμένη εδώ, δεν θα σε αφήσουν να την έχεις όλη για τον εαυτό σου.</p><p>Σε ποιους άνδρες αναφέρεσαι; ρώτησε όλο απορία η Ντίρντρε.</p><p>Θα σου πω κοπέλα μου, της απάντησε ο κυνηγός. Μιλάω για τον Νίσχε, τον γιο του Ίσνοκ και τα δυο του αδέρφια, Άλλνε και Άρντεν.</p><p>Κι αν τους έβλεπα εγώ, τότε πώς θα έμοιαζαν;</p><p>Τα χαρακτηριστικά τους έχουν ως εξής: έχουν το χρώμα του κοράκου στα μαλλιά τους, το δέρμα τους είναι λευκό σαν του κύκνου και τα μάγουλά τους έχουν το κόκκινο του στικτού μόσχου. Η ταχύτητα και το άλμα τους είναι αυτά του ποταμίσιου σολομού και του ελαφιού των λόφων. Ο Νίσχε είναι η κεφαλή και οι ώμοι όλου του λαού του Έριν.</p><p>Όπως και να είναι, είπε τότε απότομα η γηραιότερη γυναίκα, εσύ να φύγεις από εδώ και να πάρεις άλλο δρόμο. Μα τον Άρχοντα του Ήλιου και του Φωτός, σίγουρα δυσαρεστήθηκα με την παρουσία σου εδώ και με τη χειρονομία αυτής που σε άφησε να μπεις.</p><br><p>Ο κυνηγός έφυγε αμέσως και έτρεξε να πάει στο παλάτι του βασιλιά Κοουχόρ. Έστειλε μήνυμα στον βασιλιά ότι ήθελε να του μιλήσει επειγόντως. Ο βασιλιάς δέχτηκε και βγήκε από την αίθουσα του θρόνου να συναντήσει τον κυνηγό:</p><p>Ποιος ο σκοπός του ταξιδιού σου στα μέρη αυτά; ρώτησε ο βασιλιάς τον κυνηγό.</p><p>Ένα έχω να σου πω βασιλιά μου, απάντησε με στόμφο ο κυνηγός, είδα την ομορφότερη κοπέλα στο Έριν και δεν μπορούσα να μην σ΄ ενημερώσω.</p><p>Αν λες αλήθεια ότι είδες μια τέτοια κοπέλα, πού την είδες και πώς και την είδες εσύ πριν την δει κανείς άλλος;</p><p>Αλήθεια λέω πως την είδα Μεγαλειότατε, είπε ο κυνηγός, και μιας κι εγώ είμαι αυτός που την είδε, μόνο εγώ ξέρω πού βρίσκεται και πώς θα φτάσει ως εκεί όποιος θέλει να τη δει με τα μάτια του.</p><p>Και θα με οδηγήσεις ως εκεί που βρίσκεται; Η αμοιβή σου θα είναι άλλη τόση από αυτή που θα σου προσφέρω γι αυτά σου τα μαντάτα.</p><p>Θα σε πάω μέχρι εκεί βασιλιά μου, απάντησε ο κυνηγός, αν και δεν θα ευχαριστηθούν καθόλου οι γυναίκες με αυτή μου την κίνηση.</p><br><p>Ο Κοουχόρ, ο βασιλιάς του Άλστερ, κάλεσε στο πλευρό του τους πιο έμπιστους άνδρες του και τους είπε τα καθέκαστα. Το επόμενο πρωί, αν και σηκώθηκε αργότερα από τα πρώτα πουλιά που ξυπνούν και γεμίζουν με το κελάηδισμά τους τον πρωινό αέρα, ο Κοουχόρ, βασιλιάς του Άλστερ, ξεκίνησε με τη συνοδεία του, αυτό το υγρό πρωινό του Μαγιού. Η πρωινή δροσούλα βάραινε το χορταράκι σαν έφτασαν κοντά στον λοφίσκο μέσα στον οποίο βρισκόταν η Ντίρντρε με τη θετή της μάνα. Πολλοί από τους νεαρότερους της συνοδείας του βασιλιά είχαν ξεκινήσει με μια σπιρτάδα στο βήμα και μια ανεμελιά στο περπάτημα τους, μα μέχρι να διασχίσουν τον κακοτράχηλο και μακρύ δρόμο μέχρι την Ντίρντρε, όλη η ζωηράδα είχε χαθεί από τα μάτια τους: “Να, εκεί κάτω στο ξέφωτο μένει η κοπέλα που σας έλεγα, αλλά εγώ δε θέλω να πλησιάσω άλλο τη γυναίκα που τη φυλάει, και θα μείνω εδώ”, είπε ο κυνηγός στην παρέα.</p><p>Ο Κοουχόρ έκανε σήμα στην παρέα του και όλοι τους κατέβηκαν εκεί που τους υπέδειξε ο κυνηγός. Έτσι βρέθηκαν μπροστά στην πόρτα της σπηλιάς όπου έμενε η Ντίρντρε και ο βασιλιάς χτύπησε την πόρτα. Από μέσα ακούστηκε η φωνή μιας γυναίκας:</p><p>Τίποτα λιγότερο από τον ίδιο το βασιλιά και τον στρατό του δεν μπορούν να με αναγκάσουν να ανοίξω την πόρτα του σπιτιού μου.</p><p>Κι εγώ είμαι ο Κοουχόρ, ο βασιλιάς του Άλστερ!</p><br><p>Μόλις το άκουσε αυτό η γυναίκα βιάστηκε να ανοίξει και να αφήσει να περάσει ο βασιλιάς και όση από τη συνοδεία του χωρούσε το φτωχικό της. Ο βασιλιάς, σαν κοίταξε την Ντίρντρε, κατάλαβε ότι ποτέ του δεν είχε δει όμορφη μέρα και ούτε είχε δει γλυκό όνειρο στη ζωή του ολόκληρη και αμέσως την καρδιά του κυρίευσε ολοκληρωτική αγάπη για εκείνη. Πρόσταξε τότε τους ψηλότερούς του άνδρες να σηκώσουν την Ντίρντρε και τη μητέρα της στους ώμους τους και να τις μεταφέρουν μέχρι το παλάτι του. </p><p>Ο βασιλιάς αγάπησε τόσο την Ντίρντρε που ήθελε να την παντρευτεί αμέσως, αν το ήθελε κι εκείνη. Εκείνη όμως του είπε:</p><p>Βασιλιά, θα σου ταχτώ σ΄ έναν χρόνο και μία μέρα.</p><p>Αν και με πονάει αυτή σου η απόφαση, θα τη δεχτώ μόνο αν μου δώσεις το λόγο σου ότι θα γίνεις όντως γυναίκα μου μετά από αυτό το χρόνο.</p><br><p>Και η Ντίρντρε του το υποσχέθηκε. Ο βασιλιάς τότε της έφερε μια δασκάλα και κοπέλες να τη συντροφεύουν, κι αυτές κοιμόντουσαν και ξυπνούσαν μαζί της, έπαιζαν και της μιλούσαν. Η Ντίρντρε αποδείχθηκε ταλαντούχα και δεκτική στις γνώσεις για τις γυναικείες δουλειές και τα συζυγικά καθήκοντα και κάθε μέρα ο βασιλιάς δεν πίστευε στα μάτια του ότι είχε δίπλα του μια κοπέλα σαν αυτή.</p><p>Μια ζεστή μέρα, η Ντίρντρε και οι συντρόφισσές της είχαν κάτσει σ΄ ένα λόφο όπου έπιναν και συζητούσαν. Κοντά τους τότε πέρασαν τρεις ταξιδιώτες. Η Ντίρντρε τους κοίταξε θαυμάζοντάς τους. Θυμήθηκε τότε τα λόγια του κυνηγού και συνειδητοποίησε πως οι τρεις ταξιδιώτες ήταν οι γιοί του Ίσνοκ και μπροστά μπροστά ήταν ο Νίσχε, που πέρναγε κατά ένα κεφάλι τα δυο του αδέρφια. Έρωτας πλημμύρισε την καρδιά της Ντίρντρε σαν τον είδε και δεν μπόρεσε παρά να τον ακολουθήσει. Μάζεψε τα φορέματά της και πήρε στο κατόπι τους τρεις άνδρες, που τώρα περνούσαν από τη βάση του λόφου, αφήνοντας πίσω τη συντροφιά της. Ο Άλλνε και ο Άρντεν είχαν ακούσει γι΄ αυτή την κοπέλα που είχε ο βασιλιάς Κοουχόρ στην αυλή του και ήταν σίγουροι πως, μιας και δεν την είχε παντρευτεί ακόμη, αν την έβλεπε ο αδερφός τους, σίγουρα θα την ήθελε για τον εαυτό του. Με την άκρη του ματιού τους είδαν την κοπέλα να τους πλησιάζει και επιτάχυναν τον βηματισμό τους, μιας και η νύχτα είχε αρχίσει να πέφτει και είχαν ακόμη πολύ δρόμο μπροστά τους. Η Ντίρντρε τότε τους φώναξε:</p><p>Νίσχε, γιε του Ίσνοκ, εδώ θα με αφήσεις;</p><p>Ποιος με φωνάζει με αυτή τη φωνή, την πιο μελωδική φωνή που άκουσα ποτέ μου και που λάβωσε την καρδιά μου σαν καμία άλλη; είπε στον εαυτό του ο Νίσχε.</p><p>Δεν είναι παρά οι κύκνοι του βασιλιά Κοουχόρ, βιάστηκαν να πουν τα αδέρφια του.</p><p>Όχι, είναι η κραυγή μιας κοπέλας σε απόγνωση! είπε ο Νίσχε και ορκίστηκε να μην κάνει ούτε βήμα παραπάνω μέχρι να βρει από πού ερχόταν αυτή η φωνή. </p><br><p>Τα βλέμματα της Ντίρντρε και του Νίσχε συναντήθηκαν, η κοπέλα τον πλησίασε και του έδωσε τρία φιλιά κι από ένα στα αδέρφια του. Μέσα στη μεγάλη της φόρτιση, η Ντίρτντρε έγινε κατακόκκινη και ξανάλλαξε χρώμα όσο γρήγορα περνά ένα κοτσύφι πάνω από την επιφάνεια μιας λίμνης. Ο Νίσχε, που δεν είχε ματαδεί ποτέ του τέτοια ομορφιά, της έδωσε την αγάπη που δεν είχε δώσει ποτέ σε άνθρωπο, πράγμα ή όραμα.</p><p>Την έβαλε στους ώμους του και πρόσταξε στ΄ αδέρφια του να βιαστούν, πράγμα που έκαναν. Ο Νίσχε θεώρησε φρόνιμο να φύγει όσο πιο γρήγορα γινόταν από το Έριν μιας και θα είχε πρόβλημα με τον Κοουχόρ, βασιλιά του Άλστερ και γιο του θείου του, εξαιτίας αυτής της δεσποσύνης. Έτσι θέλησε να γυρίσει γρήγορα στην Άλμπα, στη Σκωτία. Έφτασαν στην όχθη της Λοχ Νες κι εγκαταστάθηκαν εκεί. Ο Νίσχε ψάρευε σολομό από το κατώφλι της πόρτας του και πετύχαινε ελάφια, που έβγαιναν από το γκρίζο φαράγγι, από το παράθυρο του με το τόξο του. Εκείνος, η Ντίρντρε και τα αδέρφια του ήταν ευτυχισμένοι όσον καιρό πέρασαν σε αυτόν τον πύργο.</p><p>Έφτασε και το πλήρωμα του χρόνου για την υπόσχεση της Ντίρντρε στον βασιλιά Κοουχόρ. Εκείνος αποφάσισε να πάρει πίσω την κοπέλα με τη βία, ακόμη κι αν είχαν παντρευτεί με τον Νίσχε. Οργάνωσε τότε ένα μεγάλο φαγοπότι κι έστειλε προσκλήσεις στους άρχοντες στα πέρατα του Έριν να παρευρεθούν. Ο Κοουχόρ σκέφτηκε πως και να καλούσε τον Νίσχε εκείνος δεν θα ερχόταν, γι αυτό προτίμησε να προσκαλέσει τον αδερφό του πατέρα του, τον Φέργκους Μακ Ρο και να τον στείλει πρεσβευτή του στον Νίσχε. Έτσι κι έκανε, και είπε στον Φέργκους: “Πες στον Νίσχε, γιο του Ίσνοκ πως οργανώνω μια μεγάλη γιορτή και πως δεν θα ησυχάσω αν αυτός, ο Άλλνε και ο Άρντεν δεν δεχτούν να παρουσιαστούν και να λάβουν μέρος σε αυτήν”.</p><br><p>Ο Φέργκους Μακ Ρο και οι τρεις του γιοί ξεκίνησαν το ταξίδι τους και σύντομα έφτασαν στον Πύργο του Νίσχε, στις όχθες της Λοχ Έτιβ. Οι γιοι του Ίσνοκ καλωσόρισαν με θέρμη τον Φέργκους&nbsp;και τους γιούς του και τους ζήτησαν τα νεότερα από το Έριν: </p><p>Τα μοναδικά νέα που σας έχω, είπε ο Φέργκους, είναι ότι ο Κοουχόρ, βασιλιάς του Άλστερ, ετοιμάζει μια μεγάλη γιορτή για τους φίλους του και τους άρχοντες του Έριν. Ορκίστηκε στη γη που πατά, στους ουρανούς ψηλά και στον ήλιο που δύει πως δεν θα ησυχάσει αν οι γιοί του Ίσνοκ, οι γιοί του αδερφού του πατέρα του, δεν επιστρέψουν στο πάτριο έδαφος για να λάβουν τη θέση τους στο τραπέζι και έστειλε εμένα να σας προσκαλέσω.</p><p>Θα έρθουμε μαζί σου, απάντησε ο Νίσχε.</p><p>Ναι θα έρθουμε, απάντησαν και τα αδέρφια του.</p><br><p>Αλλά η Ντίρντρε δεν θέλησε να πάει με τον Φέργκους Μακ Ρο και προσπάθησε με κάθε προσευχή που ήξερε να αποτρέψει τον Νίσχε και τα αδέρφια του από το να πάνε: “Είδα ένα όραμα Νίσχε και σου ζητώ να μου το εξηγήσεις”, είπε η Ντίρντρε και μετά του τραγούδησε:</p><br><p>Ω Νίσχε, γιε του Ίσνοκ άκου</p><p>Τι μου ήρθε στο όνειρό μου.</p><br><p>Από το Νότο ήρθαν περιστέρια</p><p>Πάνω απ’ τη θάλασσα πετούσαν,</p><p>Στα στόματα τους είχαν μέλια</p><p>Από κυψέλη τα κουβαλούσαν.</p><br><p>Ω Νίσχε, γιε του Ίσνοκ άκου</p><p>Τι μου ήρθε στο όνειρό μου.</p><br><p>Από τον Νότο ήρθαν γεράκια</p><p>Που πετούσαν πάνω από τη θάλασσα</p><p>Στα στόματα τους είχαν αίματα</p><p>Και θυμάμαι πόσο τα αγάπησα.</p><br><p>Της απάντησε τότε ο Νίσχε:</p><br><p>- Δεν είναι παρά ο φόβος που φωλιάζει στην καρδιά μιας γυναίκας, γλυκιά Ντίρντρε, και μονάχα όνειρα της νύχτας. Από τη στιγμή που ο Κοουχόρ έστειλε την πρόσκληση για τη γιορτή, θα μας κυνηγά ατυχία αν δεν πάμε, Ντίρντρε.</p><p>Θα πας, είπε ο Φέργκους Μακ Ρο, κι αν ο Κοουχόρ σου δείξει καλοσύνη να του την ανταποδώσεις. Αν όμως σου δείξει οργή, τότε με οργή κι εσύ να του απαντήσεις κι εγώ και οι τρεις γιοί μου θα είμαστε στο πλευρό σου.</p><p>Θα είμαστε, είπε ο Τολμηρός Σάλτος.</p><p>Θα είμαστε, είπε ο Σκληρός Πρίνος.</p><p>Θα είμαστε, είπε κι ο Όμορφος Γιάλεν.</p><p>Έχω τρεις γιούς, τρεις ήρωες κι αν σε βρει κανένα κακό, αυτοί θα είναι μαζί σου κι εγώ μαζί τους.</p><p>Αυτό ορκίστηκε ο Φέργκους Μακ Ρο κι έδωσε τον λόγο του στα όπλα του ότι, αν συμβεί κάτι κακό στους γιούς του Ίσνοκ, αυτός και οι γιοί του δεν θα αφήσουν κεφάλι όρθιο σε ώμους απ’ άκρη σ’ άκρη στο Έριν, τόσο καλοί πολεμιστές ήταν.</p><p>Η Ντίρντρε δεν ήθελε να αφήσει πίσω της την Άλμπα, αλλά ακολούθησε τον Νίσχε. Τα δάκρυα της έτρεχαν ποτάμι και τραγουδούσε:</p><br><p>Αγαπημένος τόπος, αυτός ο τόπος εκεί,</p><p>Άλμπα με τα δάση και τις λίμνες.</p><p>Δεν θα ήθελα να σας αφήσω ούτε στιγμή, </p><p>Αλλά με τον Νίσχε πάω και μένετε μόνες.</p><br><p>Αλλά ο Φέργκους Μακ Ρο, παρόλες τις υποψίες της Ντίρντρε, δεν έκανε πίσω μέχρι να ετοιμαστούν και οι τρεις γιοί του Ίσνοκ και να τον ακολουθήσουν.</p><br><p>Το καϊκάκι σάλπαρε</p><p>Σήκωσε το πανί του.</p><p>Δύο μέρες ταξιδεύανε </p><p>Στο Έριν φτάσανε μαζί του.</p><br><p>Σαν οι γιοί του Ίσνοκ έφτασαν στο Έριν, ο Φέργκους Μακ Ρο έστειλε μήνυμα στον Κοουχόρ, βασιλιά του Άλστερ, ότι όλοι όσοι περίμενε είχαν καταφτάσει και να δείξει καλοσύνη προς αυτούς: “Δεν το περίμενα”, είπε ο Κοουχόρ, “ότι θα έρχονταν τελικά οι γιοί του Ίσνοκ και δεν είμαι έτοιμος να τους υποδεχτώ. Υπάρχει εδώ παρακάτω ένα σπίτι όπου υποδέχομαι ξένους, ας πάνε εκεί μέχρι να ετοιμάσω το σπίτι μου για την υποδοχή τους”. Μα ο άρχοντας του παλατιού σύντομα άρχισε να γίνεται ανήσυχος που δεν ήξερε τι έκαναν οι καλεσμένοι του στο σπίτι για τους ξένους: “Πήγαινε Γκέλμπαν Γκρανά, γιε του βασιλιά του Λόχλιν, πήγαινε και πες μου αν η Ντίρντρε είναι τόσο όμορφη όσο πριν. Αν είναι, τότε εγώ ο ίδιος θα την τρυπήσω με αυτό εδώ το ξίφος, αλλά αν δεν είναι, τότε ας την κρατήσει ο Νίσχε, ο γιος του Ίσνοκ”. </p><p>Ο Γκέλμπαν, γιος του βασιλιά του Λόχλιν, πήγε μέχρι το σπίτι των ξένων όπου έμεναν οι γιοί του Ίσνοκ και η Ντίρντρε. Κοίταξε μέσα από την κλειδαρότρυπα και η Ντίρντρε, που κοκκίνιζε σαν την κοιτούσε κάποιος, έγινε κατακόκκινη. Ο Νίσχε που το πρόσεξε, κατάλαβε πως κάποιος την κοιτούσε και σήκωσε ένα ζάρι, το πέταξε με δύναμη μέσα από την κλειδαρότρυπα και έβγαλε το μάτι του γοητευτικού και ευχάριστου Γκέλμπαν Γκρανά. Εκείνος επέστρεψε στο παλάτι και στον βασιλιά Κοουχόρ:</p><p>Εσύ έφυγες χαρούμενος, με χαμόγελο στα χείλη και τώρα γυρνάς εδώ σκυθρωπός και κατσούφης, του είπε ο βασιλιάς. Τι σου συνέβη Γκέλμπαν; Μα είδες την Ντίρντρε, είναι ίδια όπως και πριν;</p><p>Την είδα τη Ντίρντρε και, καθώς την κοίταζα καλά μέσα από την κλειδαρότρυπα, ο Νίσχε μου πέταξε ένα ζάρι και μου έβγαλε το μάτι. Αλλά και που μου το έβγαλε, εγώ θα έμενα και θα συνέχιζα να κοιτάω την Ντίρντρε με το άλλο, αν δεν μου είχες πει να βιαστώ να γυρίσω.</p><p>Σωστά έκανες, απάντησε ο Κοουχόρ. Να κατέβουν τριακόσιοι γενναίοι ήρωες στο σπίτι των ξένων για να μου φέρουν τη Ντίρντρε κι ας θανατώσουν τους υπόλοιπους.</p><br><p>Και Ο Κοουχόρ, βασιλιάς του Άλστερ, έστειλε στο σπίτι των ξένων τριακόσιους άνδρες να του φέρουν τη Ντίρντρε και να σκοτώσουν τους υπόλοιπους:</p><p>Αρχίζει το κυνήγι, είπε η Ντίρντρε.</p><p>Θα βγω εγώ τώρα έξω να το σταματήσω μόνος μου, απάντησε γενναία ο Νίσχε.</p><p>Όχι εσύ, εμείς θα πάμε, είπαν ο Τολμηρός Σάλτος, ο Σκληρός Πρίνος και ο Όμορφος Γιάλεν. Ο πατέρας μας, ανέθεσε σ΄ εμάς την προστασία σας από κακό πριν φύγει για το σπίτι. Και οι ευγενείς νέοι, στο άνθος της ηλικίας τους, της αρρενωπότητάς τους και της ομορφιάς τους με τις καστανές μπούκλες τους να πέφτουν στο πρόσωπό τους ετοιμάστηκαν για μάχη. Φόρεσαν τρομερές πανοπλίες γυαλισμένες, αστραφτερές, κοφτερές, απίστευτες με διάκοσμα από κτήνη και πτηνά, ερπετά και λιοντάρια, εξάποδες τίγρεις και ορμητικά γεράκια και γρήγορα αποδεκάτισαν τους άνδρες που είχε στείλει ο βασιλιάς:</p><p>Ποιος είναι αυτός που σε μάχη σκότωσε όλους τους άνδρες μου; είπε ο Κοουχόρ ξεπροβάλλοντας με φούρια.</p><p>Εμείς, οι τρεις γιοί του Φέργκους Μακ Ρο.</p><p>Αν έρθετε να πολεμήσετε στο πλευρό μου, θα δώσω μια γέφυρα στον παππού σας, μια γέφυρα στον πατέρα σας και από μια γέφυρα στον καθένα σας.</p><p>Δεν δεχόμαστε την προσφορά σου Κοουχόρ και ούτε και σε ευχαριστούμε για αυτήν. Είναι πολύ πιο σημαντικό για εμάς να γυρίσουμε στο σπίτι μας και να διηγηθούμε ιστορίες ηρωισμού παρά να πάρουμε την πληρωμή σου. Ο Νίσχε, ο Άλλνε και ο Άρντεν συγγενεύουν με σένα όπως συγγενεύουν και με μας, μα εσύ θέλεις να χύσεις το αίμα τους όπως θέλεις να χύσεις και το δικό μας, Κοουχόρ.</p><br><p>Και τα καστανομάλλικα παλικάρια μπήκαν πάλι στο σπίτι των ξένων: “Θα φύγουμε τώρα να πάμε σπίτι μας να πούμε στον πατέρα μας ότι οι γιοι του Ίσνοκ είναι ασφαλείς από τα χέρια του βασιλιά”. Εκείνη την ώρα, που η μέρα χωρίζεται από τη νύχτα, στις πρώτες ώρες του πρωινού, ο Νίσχε είπε ότι έπρεπε όλοι τους να γυρίσουν στην Άλμπα.</p><p>Ο Νίσχε και η Ντίρντρε, ο Άλλνε και ο Άρντεν πήραν τον δρόμο του γυρισμού προς την Άλμπα. Ο βασιλιάς που έμαθε ότι η παρέα που κυνηγούσε είχε φύγει, έστειλε να του φέρουν μπροστά του τον δρυίδη Κάφα:</p><p>Έχω ξοδέψει μια περιουσία δρυίδη Κάφα για να μπορέσεις να μάθεις τα μυστικά της μαγείας και τώρα αυτοί φεύγουν χωρίς να τους νοιάζει, χωρίς να με υπολογίζουν, χωρίς να μπορώ να τους φτάσω και να μπορώ να τους σταματήσω.</p><p>Θα τους σταματήσω εγώ, είπε ο μάγος, πριν προλάβει η περίπολος που έχεις στείλει στο κατόπι τους να επιστρέψει.</p><br><p>Και ο μάγος όρθωσε τότε μπροστά στους γιούς του Ίσνοκ ένα δάσος τόσο πυκνό που ήταν απροσπέλαστο για τους κοινούς ανθρώπους, μα οι κατατρεγμένοι κατάφεραν και το διέσχισαν χωρίς πρόβλημα, και η Ντίρντρε και ο Νίσχε πάντα κρατιόντουσαν χέρι χέρι:</p><p>Τι οφέλησε αυτό; φώναξε ο Κοουχόρ. Κοίτα τους πώς περνούν από το δάσος χωρίς ούτε να ιδρώσουν, χωρίς να με υπολογίσουν και πώς θα τους σταματήσω εγώ τώρα και θα τους κάνω να επιστρέψουν αυτή τη μαύρη ώρα;</p><p>Θα δοκιμάσω κάτι άλλο, είπε ο μάγος.</p><br><p>Και μπροστά τους, αντί για καταπράσινο λιβάδι, βρέθηκε μια γκρίζα θάλασσα. Οι τρεις άνδρες έβαλαν τα ρούχα τους στα κεφάλια τους και ο Νίσχε σήκωσε την Ντίρντρε στους ώμους του. </p><br><p>Τεντώσαν τα χέρια τους κόντρα στο ρεύμα,</p><p>Χώμα και νερό ήταν το ίδιο.</p><p>Τα κύματα του ωκεανού,</p><p>Σαν το γρασίδι κάτω από τον ήλιο.</p><br><p>Μπορεί να φαίνεται καλό αυτό Κάφα, αλλά δεν θα φέρει τους φυγάδες πίσω, είπε ο Κοουχόρ. Απομακρύνονται χωρίς να με υπολογίσουν και πώς θα τους σταματήσω εγώ τώρα και θα τους κάνω να επιστρέψουν αυτή τη μαύρη ώρα;</p><p>Θα δοκιμάσω άλλη μια μέθοδο τότε, μιας και αυτή η τελευταία πάλι δεν έπιασε, είπε ο δρυίδης.</p><br><p>Και ο δρυίδης τότε πάγωσε τη φουρτουνιασμένη θάλασσα που πήρε τη μορφή κοφτερών βράχων, με κορυφές κοφτερές σαν σπαθιά και δηλητηριώδεις σαν οχιές. Ο Άρντεν τότε φώναξε στους υπόλοιπους ότι οι δυνάμεις του τον εγκαταλείπουν: “Έλα Άρντεν, μπορείς να τα καταφέρεις!”, του φώναξε ο Νίσχε, “έλα να σε πάρω στον ώμο μου”. Και ο Νίσχε έβαλε τότε στον έναν ώμο την Ντίρντρε και στον άλλον τον Άρντεν. Εκεί καθόταν ακόμα ο Άρντεν όταν πέθανε. Παρόλ΄ αυτά όμως ο Νίσχε δεν τον άφησε, συνέχισε να τον κουβαλά. Τότε ο Άλλνε είπε ότι ένιωθε να ξεψυχά από την κούραση. Ο Νίσχε, ακούγωντάς τον να προσεύχεται, αναστέναξε βαθιά, έβαλε τον αδερφό του να κρατιέται από πάνω του και τον πρόσταξε να κρατηθεί γερά γιατί θα τον έβγαζε μέχρι τη στεριά. Μετά από λίγο όμως ο Άλλνε δεν άντεξε άλλο και έπαψε να κρατιέται από τον Νίσχε. Ο Νίσχε κοίταξε τους δυο νεκρούς αδερφούς του και η καρδιά του έσπασε, δεν τον ένοιαζε πια αν ζούσε ή αν πέθαινε και αφήνοντας έναν τελευταίο αναστεναγμό έπεσε κι αυτός νεκρός:</p><p>Τελείωσαν όλοι, είπε ο δρυίδης Κάφα στον βασιλιά, κι εγώ έκανα όπως μου προστάξατε Μεγαλειότατε. Οι γιοί του Ίσνοκ είναι νεκροί, δεν θα σε ξαναενοχλήσουν. Τώρα μπορείς ανενόχλητος να πας να πάρεις τη γυναίκα σου.</p><p>Να είσαι πάντα ευλογημένος και σε μένα να πάνε όλα καλά Κάφα. Δεν μετανοιώνω που τόσα χρόνια σε σπούδαζα. Σήκωσε τώρα το ξόρκι να δω αν μπορώ να βρω τη Ντίρντρε, είπε ο Κοουχόρ.</p><br><p>Και ο δρυίδης , έδιωξε τα μαγικά από το λιβάδι και τα τρία νεκρά αδέρφια βρέθηκαν το ένα δίπλα στο άλλο με τη Ντίρντρε να τα λούζει με τα δάκρυα της.</p><p>Η Ντίρντρε τότε θρήνησε: “Φωτεινέ, αγαπημένε, άνθος ομορφιάς· κορμοστασιά και δύναμη, ευγενή και ταπεινέ πολεμιστή· Φωτεινέ, γαλανομάτη, αγαπημένε της γυναίκας σου· αγαπητέ σ΄ εμένα από την πρώτη στιγμή που η φωνή σου αντήχησε σε όλα τα δάση της Ιρλανδίας. Δεν θα τραφώ ούτε θα χαμογελάσω πια. Μην σπάσεις σήμερα καρδιά μου, αφού σύντομα θα βρεθώ στον τάφο μου. Δυνατά τα κύματα της θλίψης, μα η ίδια η θλίψη είναι δυνατότερη Κοουχόρ”.</p><p>Ο λαός τότε κύκλωσε τα σώματα των νεκρών αδελφών και ρώτησε τον Κοουχόρ τι να τα κάνει. Εκείνος τους είπε να σκάψουν ένα λάκκο και να τους θάψουν πλάι πλάι.</p><p>Η Ντίρντρε στεκόταν συνεχώς στην άκρη του τάφου και παρακαλούσε τους σκάφτες να κάνουν τον τάφο ευρύχωρο και πλατύ. Σαν τα σώματα των αδελφών τοποθετήθηκαν στον τάφο, είπε η Ντίρντρε:</p><br><p>Έλα τώρα αγάπη μου, Νίσχε</p><p>Άσε τον Άλλνε δίπλα στον Άρντεν.</p><p>Αν μπορούσες νεκρέ μου να νιώσεις,</p><p>Χώρο για την Ντίρντρε θα έκανες τότε.</p><br><p>Οι άνδρες τότε έκαναν όπως τους είπε. Η Ντίρντρε κατέβηκε μέσα στον τάφο, ξάπλωσε δίπλα στον Νίσχε και πέθανε.</p><p>Ο βασιλιάς πρόσταξε να βγάλουν το σώμα της Ντίρντρε από εκεί και να την θάψουν στην άλλη μεριά της λίμνης. Οι προσταγές του ακολουθήθηκαν και ο τάφος σφραγίστηκε. Σε λίγο καιρό φύτρωσε ένα έλατο στον τάφο της Ντίρντρε και ένα έλατο στον τάφο του Νίσχε. Τα δυο δέντρα τεντώθηκαν ώσπου ενώθηκαν πάνω από τη λίμνη. Ο βασιλιάς πρόσταξε να κοπεί αυτή η ένωση μία φορά, δύο φορές ώσπου την τρίτη, η γυναίκα που είχε πάρει τον παρότρυνε να σταματήσει αυτή την κακία και να τιμήσει την επιθυμία των νεκρών εραστών.</p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></itunes:summary>
		</item>
		<item>
			<title>Το Πνεύμα του Νερού</title>
			<itunes:title>Το Πνεύμα του Νερού</itunes:title>
			<pubDate>Mon, 22 Mar 2021 08:30:37 GMT</pubDate>
			<itunes:duration>14:14</itunes:duration>
			<enclosure url="https://sphinx.acast.com/p/open/s/6013ebce985ab977d52addcc/e/60536b261ce9da118b4579bb/media.mp3" length="14320071" type="audio/mpeg"/>
			<guid isPermaLink="false">60536b261ce9da118b4579bb</guid>
			<itunes:explicit>false</itunes:explicit>
			<link>https://www.karakaxa.org/%CE%B5%CF%80%CE%B5%CE%B9%CF%83%CF%8C%CE%B4%CE%B9%CE%B1</link>
			<acast:episodeId>60536b261ce9da118b4579bb</acast:episodeId>
			<acast:showId>6013ebce985ab977d52addcc</acast:showId>
			<acast:episodeUrl>mitos14</acast:episodeUrl>
			<acast:settings><![CDATA[FYjHyZbXWHZ7gmX8Pp1rmbKbhgrQiwYShz70Q9/ffXZMTtedvdcRQbP4eiLMjXzCKLPjEYLpGj+NMVKa+5C8pL4u/EOj1Vw4h5MMJYp0lCcFAe0fnxBJy/1ju4Qxy1fh8gO4DvlGA40yms2g0/hOkcrfHIopjTygHFqGwwOPKFIai4SuTvs86Lx3UYCyl6Zs+WO4fC9bB8/2bSJALEZpunHdJA38/ZCmkJMYOTmjFjoT5dP/Ir9Lj8rq+wvOG1ZlGcVtTFXFU5b8bpEhZKQMP8qI6x8EI1/v7IHbZSsN8K+KvuymZNohwxvZ4am9V+jL]]></acast:settings>
			<itunes:subtitle>Μίτος</itunes:subtitle>
			<itunes:episodeType>full</itunes:episodeType>
			<itunes:episode>14</itunes:episode>
			<itunes:image href="https://assets.pippa.io/shows/6013ebce985ab977d52addcc/1616079478901-97ca54ea4e7e491bda156b89c5d22201.jpeg"/>
			<description><![CDATA[<p>Προσωπικά ένα από τα αγαπημένα μου, το λαϊκό παραμύθι από τη Γερμανία... είναι στ' αλήθεια παραμύθι;</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Περιέχει βρεφοκτονία </p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>Ηχητικά εφέ: freesound.org</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ</p><br><p>Το Πνεύμα του Νερού</p><br><p>Γύρω στα μέσα του 16ου αιώνα, όταν το Ζούντορφ δεν ήταν πολύ μικρότερο από όσο είναι σήμερα, ζούσε στα περίχωρα του χωριού, δίπλα στην εκκλησία μια πολύ χρήσιμη γυναίκα, μια μαμή. Ήταν έντιμη και δουλευταρού και πότε ξεγενώντας παιδιά και πότε ράβοντάς τους τα καινούρια τους ρουχαλάκια, ζούσε μια άνετη και ευτυχισμένη ζωή.</p><br><p>Εκείνο το καλοκαίρι ήταν ιδιαίτερα ξηρό και ο χειμώνας πολύ σκληρός έτσι, όταν πια έφτασε η άνοιξη, η μαμή βρήκε τον εαυτό της στην πιο δύσκολη θέση που είχε βρεθεί τα τελευταία εφτά χρόνια, δεν είχε απολύτως τίποτα να κάνει. Ένα βράδυ, εκεί που καθόταν στο κρεβάτι της και σκεφτόταν την κατάσταση της, κάποιος χτύπησε την πόρτα της. Στην αρχή δίστασε να απαντήσει, αλλά μετά το χτύπημα επαναλήφθηκε πιο δυνατό από πριν. Η μαμή σηκώθηκε από το κρεβάτι και βιάστηκε να δει ποιος την ήθελε τέτοια ώρα. Άνοιξε γοργά την πόρτα και μπροστά της είδε έναν ψηλό άνδρα με ένα σκούρο παλτό:</p><p>Η γυναίκα μου σε χρειάζεται, της είπε απότομα. έχει έρθει η ώρα της, ακολούθησε με.</p><p>Δεν μπορώ κύριε, η ώρα είναι περασμένη, του απάντησε εκείνη. Πού θέλετε να σας ακολουθήσω;</p><p>Τώρα, της είπε πάλι απότομα ο άνδρας. Βιάσου και έλα μαζί μου.</p><p>Θα πάω να ανάψω τη λάμπα για να την πάρω μαζί μου. Δεν θα μου πάρει πολύ ώρα, είπε η γυναίκα.</p><p>Δεν τη χρειάζεσαι, δεν τη χρειάζεσαι, δεν θα πάμε μακριά. Ξέρω πολύ καλά κάθε πετραδάκι στο δρόμο, έλα ακολούθα με!</p><br><p>Η γυναίκα αισθάνθηκε πόσο επείγουσα ήταν ηκατάσταση και μην μπορώντας να αντισταθεί στην προσταγή του άνδρα, πήρε βιαστικά το πανωφόρι της και τον ακολούθησε. Το σκοτάδι ήταν βαθύ και φασκιωμένη σφιχτά με το πανωφόρι&nbsp;της δεν μπορούσε να ξεχωρίσει κατά πού πήγαινε, μέχρι που βρέθηκε στις όχθες του ποταμού Ρήνου, στο ύψος ενός μικρού νησιού που είχε το ίδιο όνομα με το χωριό της και βρισκόταν μόνο μερικά μέτρα από την όχθη:</p><p>Και τι θα κάνουμε τώρα, κύριε; φώναξε ανήσυχα η γυναίκα. Φαίνεται πως χάσατε το δρόμο σας, το μονοπάτι τελειώνει εδώ και δεν έχουμε πού να πάμε. </p><p>Σώπα και συνέχισε, της είπε μόνο ο άνδρας. Από τον τόνο του όμως, η γυναίκα κατάλαβε ότι δεν είχε άλλη επιλογή από να τον υπακούσει.&nbsp;</p><br><p>Οι δυο τους στέκονταν τώρα εκεί που έσκαγε το κύμα και τους έβρεχε τα πόδια. Η γυναίκα ήθελε να φύγει, να γυρίσει πίσω στο σπίτι της, αλλά μια παράξενη δύναμη που πήγαζε από τον άνδρα δίπλα της, την κρατούσε ακίνητη:</p><p>Μην φοβάσαι, έλα, είπε ο άνδρας στη μαμή αυτή τη φορά απαλά, καθώς το νερό έβρεχε το φόρεμά της.</p><br><p>Εκείνος έκανε το πρώτο βήμα και τα νερά τραβήχτηκαν για να τον δεχτούν. Ορθώθηκαν τότε στα πλάγιά τους τείχη από κρύσταλλο και ο άνδρας προχώρησε ανάμεσά τους. Ακολούθησε και η μαμή. Περπατούσαν τώρα πάνω σε βότσαλα και χρυσαφένια άμμο του πυθμένα του ποταμού. Τότε η μαμή παρατήρησε πως, ενώ έφυγε από το σπίτι της με σκοτάδι, τώρα το φως γύρω της ήταν ενός γλυκού καλοκαιρινού απογεύματος, με τον ήλιο να ξεπροβάλλει από τη δύση πίσω από λευκά, απαλά σύννεφα και πάνω από σμαραγδένια λιβάδια. Κοίταξε ψηλά, αλλά δεν βρήκε την πηγή αυτού του φωτός. Κοίταξε κάτω, αλλά πάλι τίποτα. Ήταν σαν να διέσχιζε έναν ολότελα διάφανο διάδρομο που φωτιζόταν από παντού με θρυμματισμένο γυαλί. Ο άνδρας βρισκόταν μπροστά της. Τότε πλησίασαν μια μικρή πόρτα και ανοίγοντάς την, η μαμή είδε το λόγο για το κάλεσμα της. Πάνω σε ένα κάθισμα από πορφύρα, περικυκλωμένη από νυσταγμένα ψαράκια και σειρήνες που δεν μπορούσαν να βοηθήσουν καθόλου, κείτονταν η άρρωστη γυναίκα: “Αυτή είναι η γυναίκα μου”, είπε ο άνδρας καθώς μπήκαν και οι δυο στην κάμαρα. “Πιάσε της το χέρι αμέσως και κάνε ότι μπορείς να τη σώσεις, αλλιώς-“</p><br><p>Με αυτό, ο άνδρας έκανε μια κίνηση με το χέρι του και όποιος μέχρι τότε βρισκόταν μέσα στην κάμαρα στο πλευρό της γυναίκας του, έφυγε.</p><br><p>Η μαμή πλησίασε τη γυναίκα με φόβο και τρέμουλο, δεν ήξερε τι θα έβρισκε μπροστά της. Αυτό που την εξέπληξε όμως περισσότερο ήταν ότι η κυρά στην κάμαρα ήταν μια συνηθισμένη γυναίκα. Η μαμή ήξερε ακριβώς τι να κάνει και έπιασε δουλειά αμέσως. Αφού τελείωσε, βρήκε την ευκαιρία να πιάσει κουβέντα με την ασθενή της, έτσι όπως συνηθίζουν να κάνουν οι γυναίκες, όποτε μπορούν:</p><p>Μου προξενεί μεγάλη έκπληξη, είπε η μαμή, που μια όμορφη και νεαρή κοπέλα σαν κι εσάς είναι κλεισμένη στον πάτο του ποταμού. Δεν επισκέφτεστε ποτέ την επιφάνεια; Κρίμα, χάνετε πολλά.</p><p>Σιωπή, σιωπή, είπε η νύφη του Τρίτωνα βάζοντας τον δείκτη της στα χείλη της μαμής. Δεν κάνετε καλά που ξεστομίζετε τέτοια πράγματα τόσο απρόσεκτα. Πηγαίνετε να δείτε αν υπάρχει κανείς έξω από την πόρτα που μπορεί να μας ακούσει και μετά ελάτε πάλι σε μένα να σας πω κάτι που πραγματικά θα σας εκπλήξει.</p><br><p>Η μαμή έκανε όπως της είπε η κυρά. Ευτυχώς δεν υπήρχε κανείς πίσω από την πόρτα:</p><p>Ακούστε τώρα, της είπε η κυρά. Είμαι μια γυναίκα, μια χριστιανή γυναίκα σαν κι εσάς, αν και τώρα με βρίσκετε στο σπίτι του συζύγου μου που είναι το πνεύμα αυτών των νερών.</p><p>Θεέ και Κύριε! αναφώνησε η συνομιλήτρια της.</p><p>Ο πατέρας μου ήταν ο άρχοντας του οικισμού Ράιντ, λίγο πάνω από το Λίλσντορφ, όπου και ζούσα ειρηνικά κατά τη διάρκεια των παιδικών μου χρόνων. Δεν μου έλειπε τίποτα, ο πατέρας μου μου έκανε όλα τα χατήρια. Δυστυχώς όμως, όταν ενηλικιώθηκα, αυτή η ανέμελη ευτυχία έφυγε, με άφησε. Δεν ήξερα γιατί και πού είχε πάει, αλλά το γεγονός παρέμενε. Ένιωθα καταβεβλημένη, μελαγχολική, θλιμμένη. Ήθελα κάποιον ν΄ αγαπήσω, κάπου να αφοσιωθώ κάτι που συνέβη αργότερα. Μια μέρα λοιπόν , είχαμε ένα πανηγύρι στον οικισμό και όλοι ήταν παρόντες. Χορέψαμε και διασκεδάσαμε στο γρασίδι που έφτανε μέχρι τις άκρες του ποταμού και για λίγο ξέχασα τη στενοχώρια μου. Με έστεψαν βασίλισσα του πανηγυριού και όλοι μού απέτησαν φόρο τιμής. Καθώς έδυε ο ήλιος μεγαλόπρεπα χρυσώνοντας τα σύννεφα με τις ακτίνες του, ένας ξένος κι αρχοντικός άνδρας εμφανίστηκε στη μέση του χαρούμενου κύκλου μας. Ήταν από πάνω μέχρι κάτω ντυμένος στα πράσινα και φαινόταν να είχε μόλις διασχίσει τον ποταμό κολυμπώντας, αφού ο μανδύας του έσταζε νερό. Κανείς δεν τον γνώριζε, κανείς δεν ενδιαφέρθηκε να τον ρωτήσει από πού ήταν και η παρουσία του μάλλον δέος μας προκάλεσε παρά χαρά. Παρόλ΄ αυτά ήταν ξένος και επομένως, καλοδεχούμενος. Σαν μάθετε πως ο ξένος αυτός έγινε σύζυγός μου, μπορείτε να φανταστείτε τη συνέχεια. Σαν τελείωσαν οι χοροί, ζήτησε το χέρι μου. Δεν μπορούσα να αρνηθώ και να το ήθελα, μα δεν ήθελα να μπορέσω να αρνηθώ. Ήταν ακαταμάχητος. Χορέψαμε και χορέψαμε μέχρι που ήταν σαν η γη να γυρνούσε γύρω μας. Παρατήρησα όμως, ακόμα και μέσα το παραλήρημα ευτυχίας που βίωνα, πως κάθε δεύτερο βήμα, ο καλός μου άγγιζε επίτηδες το νερό του ποταμού. Πάντα βρισκόμασταν δίπλα στο ποτάμι. Τότε, το ρεύμα με τράβηξε απότομα προς τα μέσα και οι γείτονες άρχιζαν να φωνάζουν και έτρεξαν να με βοηθήσουν: “Ακολούθα”, είπε ο σύντροφός μου και βούτηξε στον αφρό των κυμάτων. Και τον ακολούθησα. Από τότε ζω μαζί του εδώ. Έχουν περάσει εκατό χρόνια από τότε και μου έχει περάσει ένα κομμάτι της αθανασίας του, έτσι δεν μετράω πια τον χρόνο μα ούτε και φοβάμαι τον θάνατο. Πολλοί τον φοβούνται, μα είναι καλός και ευγενικός μαζί μου. Το μόνο παράπονο που έχω είναι που κάθε φορά που γεννώ ένα παιδί, το σκοτώνει τρεις μέρες μετά τη γέννα. Λέει ότι είναι για το καλό μου και για το καλό τους, ότι αυτός ξέρει καλύτερα.</p><br><p>Η κυρά αναστέναξε βαθιά.</p><br><p>Και τώρα, συνέχισε η νύφη του πνεύματος, πρέπει να σας δώσω μια συμβουλή που, αν θέλετε να συνεχίσετε να ζείτε πρέπει να την ακούσετε και να την εφαρμόσετε. Όπου να ΄ναι ο σύζυγος μου θα επιστρέψει. Θα σας προσφέρει αμοιβή για τις υπηρεσίες σας. Θα σας παρουσιάσει τόνους χρυσάφι και θα σας τάξει διαμάντια και ανεκτίμητα πετράδια αλλά εσείς - και ακούστε καλά αυτό που σας λέω - δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να πάρετε τίποτα παραπάνω από τη συνηθισμένη αμοιβή σας. Ζητήστε την αμοιβή που παίρνετε πάντα και ούτε κρόιτσερ παραπάνω, αλλιώς η ζωή σας δεν θα αξίζει τίποτα.</p><p>Πρέπει να είναι στ’ αλήθεια πολύ σκληρό πλάσμα, είπε η μαμή. Ας με φυλάξει ο Θεός από αυτόν τον κίνδυνο.</p><p>Βλέπετε αυτά τα σφραγισμένα βάζα εκεί; συνέχισε η κυρά, χωρίς να δίνει σημασία στους φόβους της μαμής.</p><br><p>Η μαμή κοίταξε προς τα εκεί που της έδειξε η κυρά και πάνω σε ένα ψηλό ράφι, είδε μια σειρά από καμιά δωδεκαριά μικρά βάζα, όλα με ακαταλαβίστικες ετικέτες.</p><p>Αυτά τα βάζα περιέχουν τις ψυχές αυτών που, σαν εσάς, ήρθαν να με φροντίσουν μετά από τις γέννες μου αλλά με παράκουσαν και επέτρεψαν να κυριαρχήσει στις καρδιές τους το πνεύμα της απληστίας. Έτσι ο άνδρας μου τους αφαίρεσε τη ζωή. Ακούστε με λοιπόν. Νάτος, έρχεται! Να είστε σιωπηλή και διακριτική.</p><br><p>Τότε μπήκε στο δωμάτιο το πνεύμα. Ρώτησε τη γυναίκα του πώς ήταν και η φωνή του ήταν σαν τον ήχο ενός μακρινού ρυακιού. Ακούγοντας από τα χείλη της πως ήταν καλά, γύρισε προς τη μαμή και την ευχαρίστησε εγκάρδια:</p><p>Έλα μαζί μου, της είπε. Πρέπει να σε πληρώσω για τις υπηρεσίες σου.</p><br><p>Η μαμή τον ακολούθησε από την κάμαρα της συζύγου του ως το θησαυροφυλάκιο του παλατιού του. Ήταν ένας ευρύχωρος, κρυστάλλινος θόλος, φωτισμένος όπως και το υπόλοιπο παλάτι από κάποιο εξωτερικό φως, αλλά στο εσωτερικό του υπήρχαν πράγματι θαυμαστοί θησαυροί. Το πνεύμα την οδήγησε σ΄ ένα βουνό από χρυσάφι, που απλωνόταν από τη μια άκρη του θησαυροφυλακίου μέχρι την άλλη:</p><p>Ορίστε, είπε στη μαμή το πνεύμα, πάρε ό,τι θες, δεν θα σε εμποδίσω.</p><br><p>Η τρεμάμενη γυναίκα σήκωσε το μικρότερο χρυσό κέρμα που μπόρεσε να βρει.</p><br><p>Αυτή είναι η αμοιβή μου, είπε. Δεν ζητώ παραπάνω απ΄ ότι δικαιούμαι για την εργασία μου.</p><br><p>Το πνεύμα συνοφρυώθηκε και της έδειξε τα δόντια του σα να είχε θυμώσει, αλλά όσο γρήγορα ήρθε η αλλαγή τόσο γρήγορα τον άφησε και οδήγησε τη μαμή σε ένα βουναλάκι από μαργαριτάρια:</p><p>Να, πάρε ό.τι θες. Μήπως προτιμάς αυτά; Είναι πολύτιμα, στο υπόσχομαι, θα είναι και σαν ενθύμιο από αυτόν εδώ τον κόσμο. Έλα, πάρε όσα θες.</p><br><p>Αλλά η μαμή αρνήθηκε να πάρει κάτι παραπάνω από ότι είχε ήδη στο χέρι της, παρόλο που έμπαινε στον πειρασμό. Θυμόταν συνεχώς τη συμβουλή της κυράς:</p><p>Δεν θα πάρω από εσάς ευγενικέ άρχοντα, τίποτα παραπάνω απ΄ ότι θα έπαιρνα από έναν χωρικό, ήταν η απάντησή της στους πειρασμούς του. Θα δεχτώ μόνον όσα αξίζει η εργασία μου.</p><p>Αν, είπε το πνεύμα μετά από μια μικρή παύση, είχες πάρει κάτι παραπάνω, θα σε είχα συνθλίψει. Αλλά τώρα, θα πας στο σπίτι σου, πάρε κι αυτό. Μη φοβάσαι.</p><br><p>Και λέγοντας αυτό, φτυάρισε λίγο από το χρυσάφι που είχε μπροστά του και το έβαλε στην αγκαλιά της μαμής:</p><p>Να το χρησιμοποιήσεις, της είπε, να το χρησιμοποιήσεις χωρίς φόβο. Είναι το δώρο μου σε σένα, δεν είναι καταραμένο, σου το υπόσχομαι.</p><br><p>Της έγνεψε να προχωρήσει παρακάτω χωρίς να περιμένει απάντηση, και γι΄ άλλη μια φορά βρέθηκαν να περπατούν στους διαδρόμους του παλατιού:</p><p>Αντίο! της έγνεψε τότε, αντίο!</p><br><p>Σκοτάδι περικύκλωσε τη μαμή σε μια στιγμή. Και την επόμενη, βρισκόταν στο κρεβάτι της, σα να είχε μόλις ξυπνήσει από όνειρο.</p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></description>
			<itunes:summary><![CDATA[<p>Προσωπικά ένα από τα αγαπημένα μου, το λαϊκό παραμύθι από τη Γερμανία... είναι στ' αλήθεια παραμύθι;</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Περιέχει βρεφοκτονία </p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>Ηχητικά εφέ: freesound.org</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ</p><br><p>Το Πνεύμα του Νερού</p><br><p>Γύρω στα μέσα του 16ου αιώνα, όταν το Ζούντορφ δεν ήταν πολύ μικρότερο από όσο είναι σήμερα, ζούσε στα περίχωρα του χωριού, δίπλα στην εκκλησία μια πολύ χρήσιμη γυναίκα, μια μαμή. Ήταν έντιμη και δουλευταρού και πότε ξεγενώντας παιδιά και πότε ράβοντάς τους τα καινούρια τους ρουχαλάκια, ζούσε μια άνετη και ευτυχισμένη ζωή.</p><br><p>Εκείνο το καλοκαίρι ήταν ιδιαίτερα ξηρό και ο χειμώνας πολύ σκληρός έτσι, όταν πια έφτασε η άνοιξη, η μαμή βρήκε τον εαυτό της στην πιο δύσκολη θέση που είχε βρεθεί τα τελευταία εφτά χρόνια, δεν είχε απολύτως τίποτα να κάνει. Ένα βράδυ, εκεί που καθόταν στο κρεβάτι της και σκεφτόταν την κατάσταση της, κάποιος χτύπησε την πόρτα της. Στην αρχή δίστασε να απαντήσει, αλλά μετά το χτύπημα επαναλήφθηκε πιο δυνατό από πριν. Η μαμή σηκώθηκε από το κρεβάτι και βιάστηκε να δει ποιος την ήθελε τέτοια ώρα. Άνοιξε γοργά την πόρτα και μπροστά της είδε έναν ψηλό άνδρα με ένα σκούρο παλτό:</p><p>Η γυναίκα μου σε χρειάζεται, της είπε απότομα. έχει έρθει η ώρα της, ακολούθησε με.</p><p>Δεν μπορώ κύριε, η ώρα είναι περασμένη, του απάντησε εκείνη. Πού θέλετε να σας ακολουθήσω;</p><p>Τώρα, της είπε πάλι απότομα ο άνδρας. Βιάσου και έλα μαζί μου.</p><p>Θα πάω να ανάψω τη λάμπα για να την πάρω μαζί μου. Δεν θα μου πάρει πολύ ώρα, είπε η γυναίκα.</p><p>Δεν τη χρειάζεσαι, δεν τη χρειάζεσαι, δεν θα πάμε μακριά. Ξέρω πολύ καλά κάθε πετραδάκι στο δρόμο, έλα ακολούθα με!</p><br><p>Η γυναίκα αισθάνθηκε πόσο επείγουσα ήταν ηκατάσταση και μην μπορώντας να αντισταθεί στην προσταγή του άνδρα, πήρε βιαστικά το πανωφόρι της και τον ακολούθησε. Το σκοτάδι ήταν βαθύ και φασκιωμένη σφιχτά με το πανωφόρι&nbsp;της δεν μπορούσε να ξεχωρίσει κατά πού πήγαινε, μέχρι που βρέθηκε στις όχθες του ποταμού Ρήνου, στο ύψος ενός μικρού νησιού που είχε το ίδιο όνομα με το χωριό της και βρισκόταν μόνο μερικά μέτρα από την όχθη:</p><p>Και τι θα κάνουμε τώρα, κύριε; φώναξε ανήσυχα η γυναίκα. Φαίνεται πως χάσατε το δρόμο σας, το μονοπάτι τελειώνει εδώ και δεν έχουμε πού να πάμε. </p><p>Σώπα και συνέχισε, της είπε μόνο ο άνδρας. Από τον τόνο του όμως, η γυναίκα κατάλαβε ότι δεν είχε άλλη επιλογή από να τον υπακούσει.&nbsp;</p><br><p>Οι δυο τους στέκονταν τώρα εκεί που έσκαγε το κύμα και τους έβρεχε τα πόδια. Η γυναίκα ήθελε να φύγει, να γυρίσει πίσω στο σπίτι της, αλλά μια παράξενη δύναμη που πήγαζε από τον άνδρα δίπλα της, την κρατούσε ακίνητη:</p><p>Μην φοβάσαι, έλα, είπε ο άνδρας στη μαμή αυτή τη φορά απαλά, καθώς το νερό έβρεχε το φόρεμά της.</p><br><p>Εκείνος έκανε το πρώτο βήμα και τα νερά τραβήχτηκαν για να τον δεχτούν. Ορθώθηκαν τότε στα πλάγιά τους τείχη από κρύσταλλο και ο άνδρας προχώρησε ανάμεσά τους. Ακολούθησε και η μαμή. Περπατούσαν τώρα πάνω σε βότσαλα και χρυσαφένια άμμο του πυθμένα του ποταμού. Τότε η μαμή παρατήρησε πως, ενώ έφυγε από το σπίτι της με σκοτάδι, τώρα το φως γύρω της ήταν ενός γλυκού καλοκαιρινού απογεύματος, με τον ήλιο να ξεπροβάλλει από τη δύση πίσω από λευκά, απαλά σύννεφα και πάνω από σμαραγδένια λιβάδια. Κοίταξε ψηλά, αλλά δεν βρήκε την πηγή αυτού του φωτός. Κοίταξε κάτω, αλλά πάλι τίποτα. Ήταν σαν να διέσχιζε έναν ολότελα διάφανο διάδρομο που φωτιζόταν από παντού με θρυμματισμένο γυαλί. Ο άνδρας βρισκόταν μπροστά της. Τότε πλησίασαν μια μικρή πόρτα και ανοίγοντάς την, η μαμή είδε το λόγο για το κάλεσμα της. Πάνω σε ένα κάθισμα από πορφύρα, περικυκλωμένη από νυσταγμένα ψαράκια και σειρήνες που δεν μπορούσαν να βοηθήσουν καθόλου, κείτονταν η άρρωστη γυναίκα: “Αυτή είναι η γυναίκα μου”, είπε ο άνδρας καθώς μπήκαν και οι δυο στην κάμαρα. “Πιάσε της το χέρι αμέσως και κάνε ότι μπορείς να τη σώσεις, αλλιώς-“</p><br><p>Με αυτό, ο άνδρας έκανε μια κίνηση με το χέρι του και όποιος μέχρι τότε βρισκόταν μέσα στην κάμαρα στο πλευρό της γυναίκας του, έφυγε.</p><br><p>Η μαμή πλησίασε τη γυναίκα με φόβο και τρέμουλο, δεν ήξερε τι θα έβρισκε μπροστά της. Αυτό που την εξέπληξε όμως περισσότερο ήταν ότι η κυρά στην κάμαρα ήταν μια συνηθισμένη γυναίκα. Η μαμή ήξερε ακριβώς τι να κάνει και έπιασε δουλειά αμέσως. Αφού τελείωσε, βρήκε την ευκαιρία να πιάσει κουβέντα με την ασθενή της, έτσι όπως συνηθίζουν να κάνουν οι γυναίκες, όποτε μπορούν:</p><p>Μου προξενεί μεγάλη έκπληξη, είπε η μαμή, που μια όμορφη και νεαρή κοπέλα σαν κι εσάς είναι κλεισμένη στον πάτο του ποταμού. Δεν επισκέφτεστε ποτέ την επιφάνεια; Κρίμα, χάνετε πολλά.</p><p>Σιωπή, σιωπή, είπε η νύφη του Τρίτωνα βάζοντας τον δείκτη της στα χείλη της μαμής. Δεν κάνετε καλά που ξεστομίζετε τέτοια πράγματα τόσο απρόσεκτα. Πηγαίνετε να δείτε αν υπάρχει κανείς έξω από την πόρτα που μπορεί να μας ακούσει και μετά ελάτε πάλι σε μένα να σας πω κάτι που πραγματικά θα σας εκπλήξει.</p><br><p>Η μαμή έκανε όπως της είπε η κυρά. Ευτυχώς δεν υπήρχε κανείς πίσω από την πόρτα:</p><p>Ακούστε τώρα, της είπε η κυρά. Είμαι μια γυναίκα, μια χριστιανή γυναίκα σαν κι εσάς, αν και τώρα με βρίσκετε στο σπίτι του συζύγου μου που είναι το πνεύμα αυτών των νερών.</p><p>Θεέ και Κύριε! αναφώνησε η συνομιλήτρια της.</p><p>Ο πατέρας μου ήταν ο άρχοντας του οικισμού Ράιντ, λίγο πάνω από το Λίλσντορφ, όπου και ζούσα ειρηνικά κατά τη διάρκεια των παιδικών μου χρόνων. Δεν μου έλειπε τίποτα, ο πατέρας μου μου έκανε όλα τα χατήρια. Δυστυχώς όμως, όταν ενηλικιώθηκα, αυτή η ανέμελη ευτυχία έφυγε, με άφησε. Δεν ήξερα γιατί και πού είχε πάει, αλλά το γεγονός παρέμενε. Ένιωθα καταβεβλημένη, μελαγχολική, θλιμμένη. Ήθελα κάποιον ν΄ αγαπήσω, κάπου να αφοσιωθώ κάτι που συνέβη αργότερα. Μια μέρα λοιπόν , είχαμε ένα πανηγύρι στον οικισμό και όλοι ήταν παρόντες. Χορέψαμε και διασκεδάσαμε στο γρασίδι που έφτανε μέχρι τις άκρες του ποταμού και για λίγο ξέχασα τη στενοχώρια μου. Με έστεψαν βασίλισσα του πανηγυριού και όλοι μού απέτησαν φόρο τιμής. Καθώς έδυε ο ήλιος μεγαλόπρεπα χρυσώνοντας τα σύννεφα με τις ακτίνες του, ένας ξένος κι αρχοντικός άνδρας εμφανίστηκε στη μέση του χαρούμενου κύκλου μας. Ήταν από πάνω μέχρι κάτω ντυμένος στα πράσινα και φαινόταν να είχε μόλις διασχίσει τον ποταμό κολυμπώντας, αφού ο μανδύας του έσταζε νερό. Κανείς δεν τον γνώριζε, κανείς δεν ενδιαφέρθηκε να τον ρωτήσει από πού ήταν και η παρουσία του μάλλον δέος μας προκάλεσε παρά χαρά. Παρόλ΄ αυτά ήταν ξένος και επομένως, καλοδεχούμενος. Σαν μάθετε πως ο ξένος αυτός έγινε σύζυγός μου, μπορείτε να φανταστείτε τη συνέχεια. Σαν τελείωσαν οι χοροί, ζήτησε το χέρι μου. Δεν μπορούσα να αρνηθώ και να το ήθελα, μα δεν ήθελα να μπορέσω να αρνηθώ. Ήταν ακαταμάχητος. Χορέψαμε και χορέψαμε μέχρι που ήταν σαν η γη να γυρνούσε γύρω μας. Παρατήρησα όμως, ακόμα και μέσα το παραλήρημα ευτυχίας που βίωνα, πως κάθε δεύτερο βήμα, ο καλός μου άγγιζε επίτηδες το νερό του ποταμού. Πάντα βρισκόμασταν δίπλα στο ποτάμι. Τότε, το ρεύμα με τράβηξε απότομα προς τα μέσα και οι γείτονες άρχιζαν να φωνάζουν και έτρεξαν να με βοηθήσουν: “Ακολούθα”, είπε ο σύντροφός μου και βούτηξε στον αφρό των κυμάτων. Και τον ακολούθησα. Από τότε ζω μαζί του εδώ. Έχουν περάσει εκατό χρόνια από τότε και μου έχει περάσει ένα κομμάτι της αθανασίας του, έτσι δεν μετράω πια τον χρόνο μα ούτε και φοβάμαι τον θάνατο. Πολλοί τον φοβούνται, μα είναι καλός και ευγενικός μαζί μου. Το μόνο παράπονο που έχω είναι που κάθε φορά που γεννώ ένα παιδί, το σκοτώνει τρεις μέρες μετά τη γέννα. Λέει ότι είναι για το καλό μου και για το καλό τους, ότι αυτός ξέρει καλύτερα.</p><br><p>Η κυρά αναστέναξε βαθιά.</p><br><p>Και τώρα, συνέχισε η νύφη του πνεύματος, πρέπει να σας δώσω μια συμβουλή που, αν θέλετε να συνεχίσετε να ζείτε πρέπει να την ακούσετε και να την εφαρμόσετε. Όπου να ΄ναι ο σύζυγος μου θα επιστρέψει. Θα σας προσφέρει αμοιβή για τις υπηρεσίες σας. Θα σας παρουσιάσει τόνους χρυσάφι και θα σας τάξει διαμάντια και ανεκτίμητα πετράδια αλλά εσείς - και ακούστε καλά αυτό που σας λέω - δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να πάρετε τίποτα παραπάνω από τη συνηθισμένη αμοιβή σας. Ζητήστε την αμοιβή που παίρνετε πάντα και ούτε κρόιτσερ παραπάνω, αλλιώς η ζωή σας δεν θα αξίζει τίποτα.</p><p>Πρέπει να είναι στ’ αλήθεια πολύ σκληρό πλάσμα, είπε η μαμή. Ας με φυλάξει ο Θεός από αυτόν τον κίνδυνο.</p><p>Βλέπετε αυτά τα σφραγισμένα βάζα εκεί; συνέχισε η κυρά, χωρίς να δίνει σημασία στους φόβους της μαμής.</p><br><p>Η μαμή κοίταξε προς τα εκεί που της έδειξε η κυρά και πάνω σε ένα ψηλό ράφι, είδε μια σειρά από καμιά δωδεκαριά μικρά βάζα, όλα με ακαταλαβίστικες ετικέτες.</p><p>Αυτά τα βάζα περιέχουν τις ψυχές αυτών που, σαν εσάς, ήρθαν να με φροντίσουν μετά από τις γέννες μου αλλά με παράκουσαν και επέτρεψαν να κυριαρχήσει στις καρδιές τους το πνεύμα της απληστίας. Έτσι ο άνδρας μου τους αφαίρεσε τη ζωή. Ακούστε με λοιπόν. Νάτος, έρχεται! Να είστε σιωπηλή και διακριτική.</p><br><p>Τότε μπήκε στο δωμάτιο το πνεύμα. Ρώτησε τη γυναίκα του πώς ήταν και η φωνή του ήταν σαν τον ήχο ενός μακρινού ρυακιού. Ακούγοντας από τα χείλη της πως ήταν καλά, γύρισε προς τη μαμή και την ευχαρίστησε εγκάρδια:</p><p>Έλα μαζί μου, της είπε. Πρέπει να σε πληρώσω για τις υπηρεσίες σου.</p><br><p>Η μαμή τον ακολούθησε από την κάμαρα της συζύγου του ως το θησαυροφυλάκιο του παλατιού του. Ήταν ένας ευρύχωρος, κρυστάλλινος θόλος, φωτισμένος όπως και το υπόλοιπο παλάτι από κάποιο εξωτερικό φως, αλλά στο εσωτερικό του υπήρχαν πράγματι θαυμαστοί θησαυροί. Το πνεύμα την οδήγησε σ΄ ένα βουνό από χρυσάφι, που απλωνόταν από τη μια άκρη του θησαυροφυλακίου μέχρι την άλλη:</p><p>Ορίστε, είπε στη μαμή το πνεύμα, πάρε ό,τι θες, δεν θα σε εμποδίσω.</p><br><p>Η τρεμάμενη γυναίκα σήκωσε το μικρότερο χρυσό κέρμα που μπόρεσε να βρει.</p><br><p>Αυτή είναι η αμοιβή μου, είπε. Δεν ζητώ παραπάνω απ΄ ότι δικαιούμαι για την εργασία μου.</p><br><p>Το πνεύμα συνοφρυώθηκε και της έδειξε τα δόντια του σα να είχε θυμώσει, αλλά όσο γρήγορα ήρθε η αλλαγή τόσο γρήγορα τον άφησε και οδήγησε τη μαμή σε ένα βουναλάκι από μαργαριτάρια:</p><p>Να, πάρε ό.τι θες. Μήπως προτιμάς αυτά; Είναι πολύτιμα, στο υπόσχομαι, θα είναι και σαν ενθύμιο από αυτόν εδώ τον κόσμο. Έλα, πάρε όσα θες.</p><br><p>Αλλά η μαμή αρνήθηκε να πάρει κάτι παραπάνω από ότι είχε ήδη στο χέρι της, παρόλο που έμπαινε στον πειρασμό. Θυμόταν συνεχώς τη συμβουλή της κυράς:</p><p>Δεν θα πάρω από εσάς ευγενικέ άρχοντα, τίποτα παραπάνω απ΄ ότι θα έπαιρνα από έναν χωρικό, ήταν η απάντησή της στους πειρασμούς του. Θα δεχτώ μόνον όσα αξίζει η εργασία μου.</p><p>Αν, είπε το πνεύμα μετά από μια μικρή παύση, είχες πάρει κάτι παραπάνω, θα σε είχα συνθλίψει. Αλλά τώρα, θα πας στο σπίτι σου, πάρε κι αυτό. Μη φοβάσαι.</p><br><p>Και λέγοντας αυτό, φτυάρισε λίγο από το χρυσάφι που είχε μπροστά του και το έβαλε στην αγκαλιά της μαμής:</p><p>Να το χρησιμοποιήσεις, της είπε, να το χρησιμοποιήσεις χωρίς φόβο. Είναι το δώρο μου σε σένα, δεν είναι καταραμένο, σου το υπόσχομαι.</p><br><p>Της έγνεψε να προχωρήσει παρακάτω χωρίς να περιμένει απάντηση, και γι΄ άλλη μια φορά βρέθηκαν να περπατούν στους διαδρόμους του παλατιού:</p><p>Αντίο! της έγνεψε τότε, αντίο!</p><br><p>Σκοτάδι περικύκλωσε τη μαμή σε μια στιγμή. Και την επόμενη, βρισκόταν στο κρεβάτι της, σα να είχε μόλις ξυπνήσει από όνειρο.</p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></itunes:summary>
		</item>
		<item>
			<title>Ο Σφουγγάρης και ο Γίγαντας</title>
			<itunes:title>Ο Σφουγγάρης και ο Γίγαντας</itunes:title>
			<pubDate>Fri, 19 Mar 2021 08:30:03 GMT</pubDate>
			<itunes:duration>26:57</itunes:duration>
			<enclosure url="https://sphinx.acast.com/p/open/s/6013ebce985ab977d52addcc/e/60536a1c348968454d43ccb0/media.mp3" length="25954103" type="audio/mpeg"/>
			<guid isPermaLink="false">60536a1c348968454d43ccb0</guid>
			<itunes:explicit>false</itunes:explicit>
			<link>https://www.karakaxa.org/%CE%B5%CF%80%CE%B5%CE%B9%CF%83%CF%8C%CE%B4%CE%B9%CE%B1</link>
			<acast:episodeId>60536a1c348968454d43ccb0</acast:episodeId>
			<acast:showId>6013ebce985ab977d52addcc</acast:showId>
			<acast:episodeUrl>mitos13</acast:episodeUrl>
			<acast:settings><![CDATA[FYjHyZbXWHZ7gmX8Pp1rmbKbhgrQiwYShz70Q9/ffXZMTtedvdcRQbP4eiLMjXzCKLPjEYLpGj+NMVKa+5C8pL4u/EOj1Vw4h5MMJYp0lCcFAe0fnxBJy/1ju4Qxy1fh8gO4DvlGA40yms2g0/hOkcrfHIopjTygHFqGwwOPKFIai4SuTvs86Lx3UYCyl6Zs+WO4fC9bB8/2bSJALEZpunHdJA38/ZCmkJMYOTmjFjrsF/w8nOyIVEQrrXHmeR5fBmsgSvURNDGvlt/NCH4b512aBzP3rVECEPrsrYwjm/62s3UrOd3LouV0WuOZdCax]]></acast:settings>
			<itunes:subtitle>Μίτος</itunes:subtitle>
			<itunes:episodeType>full</itunes:episodeType>
			<itunes:episode>13</itunes:episode>
			<itunes:image href="https://assets.pippa.io/shows/6013ebce985ab977d52addcc/1616079178608-ec7b22eddbfbc2758ec4da3d7030f342.jpeg"/>
			<description><![CDATA[<p>Οι Βέλγοι, με χιούμορ και βρώμικα κόλπα, μας διηγούνται την ιστορία του Σφουγγάρη, ενός άσκημου αλλά παμπόνηρου νέου που τελικά κατάφερε να πετύχει παρ' όλες τις αντιξοότητες!</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Περιέχει βία, βία ενάντια σε ζώα </p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>Ηχητικά εφέ: freesound.org</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ</p><br><p>Ο Σφουγγάρης και ο Γίγαντας</p><br><p>Ήταν μια φορά ένας νεαρός του οποίου το πρόσωπο είχε πάθει τόση ζημιά από την ευλογιά, που όλοι τον έλεγαν Σφουγγάρη. Από την ημέρα που γεννήθηκε, ο Σφουγγάρης ήταν πηγή μεγάλου άγχους για τους γονείς του και όσο μεγάλωνε τόσο χειροτέρευε η κατάστασή του. Ήταν ατίθασος, ταραχοποιός και κανείς δεν ήξερε τι να κάνει για να τον τιθασέψει. Ούτε τα μαθήματά του διάβαζε, μα ούτε και σε δουλειά έμενε για πάνω από μια μέρα. Το μόνο που τον ένοιαζε ήταν να τρώει κάπαρη και να κάνει φάρσες στους συγχωριανούς του. Μια μέρα, οι απελπισμένοι γονείς ζήτησαν βοήθεια από τον καλό τους φίλο το νεωκόρο του χωριού, που συχνά ερχόταν σπίτι τους, να καπνίσει την πίπα του και να τα πει με τον πατέρα του Σφουγγάρη: “Μην ανησυχείτε φίλοι μου”, τους είπε ο νεωκόρος. “Ξέρω από νεαρούς με την συμπεριφορά του γιού σας και σας εγγυώμαι ότι είναι εύκολο να τους κάνει κανείς καλά, αρκεί να ξέρει πώς. Αφήστε το σε μένα. Αυτό που του χρειάζεται για να συνέλθει είναι να τρομάξει για τα καλά, θα το αναλάβω εγώ”.</p><br><p>Ως εδώ όλα καλά. Οι γονείς του Σφουγγάρη άλλο που δεν ήθελαν να βρεθεί μια λύση για να ηρεμήσει πια ο ανεξέλεγκτος γιός τους και έτσι ο νεωκόρος έβαλε το σχέδιό του σε δράση. Το ίδιο βράδυ κιόλας άσπρισε το πρόσωπο του με αλεύρι, φόρεσε ένα άσπρο σεντόνι και περίμενε πίσω από ένα δέντρο στην άκρη ενός δρόμου απ΄ όπου ήξερε ότι θα περνούσε αργότερα ο Σφουγγάρης.</p><br><p>Το φεγγάρι ήταν στα σκοτεινά του και το μέρος όπου είχε στήσει καρτέρι ο νεωκόρος πολύ απομονωμένο. Περίμενε και περίμενε ώσπου άκουσε τον Σφουγγάρη να πλησιάζει σφυρίζοντας ανέμελα. Τότε πετάχτηκε ξαφνικά μπροστά του κουνώντας τα χέρια του απειλητικά:</p><p>Γεια! Ποιος είσαι εσύ; τον ρώτησε ο Σφουγγάρης.</p><br><p>Ο νεωκόρος προσπάθησε να βγάλει έναν απόκοσμο ήχο.</p><br><p>Τι τρέχει; Είσαι άρρωστος; Αν δεν έχεις σκοπό να μου απαντήσεις τότε κάνε πέρα γιατί βιάζομαι, του είπε βαριεστημένα ο νεαρός.</p><br><p>Ο νεωκόρος μούγκρισε ξανά και ξανακούνησε τα χέρια του.</p><br><p>Έλα τώρα! φώναξε ο Σφουγγάρης. Δεν θα τη βγάλουμε εδώ όλο το βράδυ. Πες μου τι θες να πάω κι εγώ στη δουλειά μου.</p><br><p>Μην παίρνοντας απάντηση από τη λευκή φιγούρα και εμφανώς ενοχλημένος, ο Σφουγγάρης κατέβασε ένα κλαδί που κρατούσε στο κεφάλι της φιγούρας. Ο νεωκόρος έπεσε στο έδαφος αναίσθητος και ο Σφουγγάρης, αφού τον κοίταξε καλά καλά και τον αναγνώρισε μέσα από όλο αυτό το αλεύρι, συνέχισε το δρόμο του σφυρίζοντας σαν και πριν.</p><br><p>Σαν έφτασε σπίτι, οι γονείς του τον κοίταξαν ανήσυχοι. Αναρωτιόνταν πώς να είχε πάει το σχέδιο του φίλου τους του νεωκόρου, αν και ο γιος τους δεν φαινόταν καθόλου φοβισμένος. Κάθε άλλο, έκατσε στο τραπέζι και άρχισε να τρώει το φαγητό του όλο όρεξη. Καθώς μασούσε το κρεμμύδι του είπε στους γονείς του:</p><p>Μου συνέβη κάτι πολύ αστείο νωρίτερα. Καθώς περνούσα απ’ έξω από το νεκροταφείο εμφανίστηκε μπροστά μου μια λευκή φιγούρα.</p><p>Μ-μια λευκή φιγούρα; ψέλλισε ο πατέρας του. Αυτό είναι τρομερό! Και τι έκανες;</p><p>Τι έκανα; απάντησε ο Σφουγγάρης γελώντας. Του κοπάνησα μια στο κεφάλι με το ρόπαλο μου. Σωριάστηκε σαν τσούνι και πιστεύω ότι δεν θα ξαναδοκιμάσει να τρομάξει περαστικούς από δω και μπρος.</p><p>Αχ, αχάριστο παιδί! φώναξε ο πατέρας του και σηκώθηκε από τη θέση του. Αυτός που χτύπησες ήταν ο καλός μου φίλος, ο Γιάν. Το καλό που σου θέλω να μην τον σκότωσες.</p><p>Και να τον σκότωσα, αυτός φταίει. Δεν έπρεπε να μου κάνει τέτοια πλάκα.</p><br><p>Αλλά ο πατέρας του φώναξε και τον μάλωσε τόσο, που ο Σφουγγάρης βαρέθηκε μετά από λίγο και πήγε στο κρεββάτι του μουρμουρίζοντας: “Δεν θα το ανεχτώ αυτό άλλο”, είπε ο Σφουγγάρης στον εαυτό του. “Αφού κανείς δεν με σέβεται σ΄ αυτό το χωριό, κι εγώ θα φύγω να αναζητήσω την τύχη μου αλλού κι ας τα βγάλουν πέρα μόνοι τους”.</p><br><p>Το επόμενο πρωί, ο Σφουγγάρης&nbsp;έβαλε στο δισάκι του μια φρατζόλα ψωμί και ένα κομμάτι τυρί και, χωρίς να πει σε κανέναν ότι έφευγε, ξεκίνησε το ταξίδι του προς το άγνωστο. Μαζί του πήρε και ένα σπουργίτι που είχε εκπαιδεύσει από τότε που βγήκε από το αυγό του. Αφού περπάτησε αρκετά, βρέθηκε μπροστά σε ένα πυκνό δάσος και, κουρασμένος, έκατσε στον κορμό ενός πεσμένου δέντρου να ξεκουραστεί.</p><br><p>Σε αυτό το δάσος όμως ζούσε ένας γίγαντας, ένα πλάσμα πιο τρομερό απ’ όσο μπορούσε να φανταστεί κανείς. Από το κούτελό του έβγαιναν δυο κέρατα, τα χαρακτηριστικά του προσώπου του περισσότερο θύμιζαν αυτά ενός κτήνους παρά ανθρώπου και τα νύχια του ήταν γαμψά. Ο γίγαντας περνιόταν για αφέντης ολάκερου του δάσους και τιμωρούσε όποιον καταπατούσε την περιοχή του. Έτσι, σαν είδε τον Σφουγγάρη, θύμωσε πολύ και ξερίζωσε ένα δέντρο να το χρησιμοποιήσει για ρόπαλο. Πλησίασε τον νεαρό, ο οποίος καθόταν με τα μάτια του κλειστά και τον χτύπησε στον ώμο.</p><br><p>Αλλά ο Σφουγγάρης δεν κοιμόταν, παραήταν προσεκτικός για να αποκοιμηθεί σ΄ένα τόσο άγνωστο περιβάλλον. Για την ακρίβεια, είχε δει τον γίγαντα πριν τον δει εκείνος και υπολόγισε ότι ο μόνος τρόπος να του ξεφύγει ήταν να μείνει ήρεμος και έτοιμος. Όταν ο γίγαντας τον χτύπησε, εκείνος άνοιξε τα μάτια του τεμπέλικα και είπε χασμουριώντας: </p><p>Αυτές οι αναθεματισμένες μύγες δεν σε αφήνουν να κοιμηθείς με την ησυχία σου…</p><p>Θα κοιμηθείς για πάντα σε μια στιγμή, μουρμούρισε ενοχλημένος ο γίγαντας από την αδιαφορία του Σφουγγάρη. Για να δούμε αν σ' αρέσει αυτό! και χτύπησε τον Σφουγγάρη στον άλλο ώμο με διπλάσια δύναμη.</p><p>Να τις πάλι, με τσιμπάνε! είπε ο Σφουγγάρης σκουπίζοντας τον ώμο του σα να έδιωχνε σκόνη. Τσιμπάνε πιο δυνατά από αυτή τη μεριά τώρα. Νομίζω ήρθε η ώρα να φεύγω.</p><br><p>Και σηκώθηκε να φύγει αλλά σταμάτησε έκπληκτος προσποιούμενος ότι έβλεπε για πρώτη φορά τον γίγαντα:</p><p>Α, ώστε εσύ ήσουν; Γιατί με γαργαλάς ενώ προσπαθώ να κοιμηθώ; Αν δεν ήμουν καλός άνθρωπος, θα σε είχα καρυδώσει τώρα.</p><p>Θα πρόσεχα τα λόγια μου στη θέση σου, είπε θυμωμένα ο γίγαντας. Έχω τη δύναμη είκοσι ανδρών και θα μπορούσα να σε λιώσω στα χέρια μου σαν μύγα.</p><p>Πφ! είπε ο Σφουγγάρης. Τα λόγια είναι εύκολα. Δεν αντιλέγω πως θα μπορούσες να σκοτώσεις ολόκληρη διμοιρία με ένα σου φύσημα. Αλλά μόνο λες ότι είναι εύκολο ενώ εγώ θέλω απόδειξη της δύναμής σου.</p><p>Απόδειξη! ούρλιαξε ο γίγαντας. Κοιτά αυτό! Θα πετάξω μια πέτρα στον αέρα και θα κάνει ένα τέταρτο της ώρας να κατέβει.</p><br><p>Και με αυτό, ο γίγαντας σήκωσε ένα βράχο από το έδαφος και τον πέταξε ψηλά. Όντως πέρασε πάνω από ένα τέταρτο της ώρας μέχρι να πέσει στα πόδια τους:</p><br><p>Μπορείς εσύ να κάνεις κάτι τέτοιο; ρώτησε ο γίγαντας περήφανα.</p><p>Το πιο εύκολο, απάντησε ο Σφουγγάρης. Θα πετάξω μια πέτρα τόσο ψηλά, που δεν θα κατέβει καθόλου!</p><br><p>Ο Σφουγγάρης τότε έσκυψε, σήκωσε ένα βότσαλο και το έδειξε στον γίγαντα. Επιδέξια όμως πρόλαβε και αντάλλαξε το βότσαλο με το σπουργίτι χωρίς να το πάρει χαμπάρι ο γίγαντας, ο οποίος δεν είχε και πολύ καλή όραση και, κακά τα ψέματα, δεν ήταν και πολύ έξυπνος:</p><p>Ένα, δύο, τρία! φώναξε ο Σφουγγάρης και πέταξε το σπουργίτι στον αέρα, το οποίο βέβαια</p><p>&nbsp;δεν κατέβηκε ποτέ. </p><p>Μπα μπα, είπε ο γίγαντας. Πρώτη μου φορά βλέπω κάτι τέτοιο. Είσαι καλός στο να πετάς πετραδάκια ψηλά. Αλλά μπορείς να κάνεις αυτό; και ο γίγαντας σήκωσε μια άλλη μεγάλη πέτρα, την πίεσε ανάμεσα στα χέρια του μέχρι που έγινε σκόνη.</p><p>Ναι, φαίνεται δύσκολο, είπε ο Σφουγγάρης. Αλλά νομίζω ότι μπορώ να κάνω κάτι ακόμη καλύτερο. Ο κάθε τυχαίος μπορεί να κάνει σκόνη μια πέτρα αν είναι αρκετά δυνατός. Αλλά θέλει στ’ αλήθεια δεξιότητα για να βγάλει κανείς το ζουμί από μια πέτρα. Κοίτα εδώ!</p><br><p>Και ο Σφουγγάρης έβγαλε στα γρήγορα ένα κομμάτι τυρί από το δισάκι του και το έσφιξε μέσα στην παλάμη του, μέχρι που ζουμιά άρχισαν να τρέχουν ανάμεσα στα δάχτυλα του:</p><p>Θαυμάσιο! είπε εντυπωσιασμένος ο γίγαντας. Παραδέχομαι την ήττα μου. Έλα, ας συνεταιριστούμε, πού θα βρεθούν δυο όμοιοί μας σε όλον τον κόσμο;</p><p>Σύμφωνοι, απάντησε ο Σφουγγάρης. Αλλά τι θα κάνουμε;</p><p>Χαίρομαι που ρώτησες. Ο βασιλιάς αυτού του τόπου έχει τάξει το χέρι της κόρης του και μια μεγάλη περιουσία σε όποιον καταφέρει να σκοτώσει τρία κτήνη που του ρημάζουν το βασίλειο. Μου φαίνεται πως οι δυο μας θα μπορέσουμε να φέρουμε αυτή την αποστολή εις πέρας. Εσύ με την εξυπνάδα σου μπορείς να παγιδεύσεις τα κτήνη κι εγώ με τη δύναμή μου μπορώ να τα σκοτώσω. Μετά θα μοιραστούμε την αμοιβή.</p><br><p>Τα συμφωνήσανε λοιπόν και χωρίς να χάσουν καιρό ξεκίνησαν για το παλάτι του βασιλιά. Σαν έφτασαν, του έστειλαν αίτημα για ακρόαση:</p><p>Θέλετε τώρα να πιστέψω, είπε ο βασιλιάς αφού άκουσε την ιστορία του γίγαντα, ότι μπορείς να αντιμετωπίσεις αυτά τα τρομερά τέρατα με τη βοήθεια αυτού του σημαδεμένου τιποτένιου;</p><p>&nbsp;Όχι τόσο δυνατά Μεγαλειότατε, ψυθίρισε ο γίγαντας. Ο φίλος μου είναι λίγο ευαίσθητος με την εμφάνισή του και αν σας ακούσει να λέτε τέτοια λόγια σίγουρα θα γκρεμίσει ολάκερο το παλάτι σας.</p><p>Τι μου λες, είπε ψυθιριστά και ο βασιλιάς, κοιτάζοντας ανήσυχα τώρα τον μικροκαμωμένο νεαρό. Δοκιμάστε την τύχη σας, λοιπόν. Τα τρία κτήνη είναι μια αρκούδα, ένας μονόκερως και ένας αγριόχοιρος και κρύβονται σ΄ ένα δάσος εδώ κοντά. Εκεί θα τα βρείτε, αλλά προσέξτε, έχουν σκοτώσει δεκάδες από τους καλύτερους άνδρες μου.</p><p>Μην ανησυχείτε Μεγαλειότατε, τον καθησύχασε ο γίγαντας. Για μας θα είναι παιχνιδάκι.</p><br><p>Αφού έφαγαν και ήπιαν, οι δυο συνεργάτες κίνησαν για το δάσος όπου κρύβονταν τα τρία κτήνη: “Πρέπει να καταστρώσουμε σχέδιο”, είπε ο Σφουγγάρης στον γίγαντα. “Άκου τι λέω να κάνουμε, να πας εσύ στο κέντρο του δάσους κι εγώ να μείνω εδώ, στην άκρη του. Έτσι, όταν θα τα βρεις εσύ και θα τα κυνηγήσεις έξω από το δάσος, εγώ θα είμαι εδώ και θα σας περιμένω. Τότε τα κτήνη δεν θα ξέρουν από που να φύγουν”.</p><br><p>Ο γίγαντας συμφώνησε. Μπήκε μέσα στο δάσος, ενώ ο Σφουγγάρης έμεινε απ’ έξω περιμένοντας να δει τι θα γινόταν. Δεν περίμενε και πολύ, ακούστηκε ένας υπόκωφος ήχος, μετά σαν κάτι να ξεριζώθηκε και να σου η αρκούδα βγήκε τρέχοντας από το δάσος καταπάνω στον Σφουγγάρη. Στον Σφουγγάρη δεν άρεσε καθόλου έτσι όπως τον κοίταζε η αρκούδα και είπε να κρατήσει αποστάσεις μεταξύ τους. Κοίταξε τριγύρω και είδε μια βελανιδιά, τη σκαρφάλωσε και έκατσε ψηλά στα κλαδιά της. Η αρκούδα όμως τον είχε δει, σηκώθηκε στα πίσω πόδια της, έβγαλε έναν βρυχηθμό και πήγε κατευθείαν στη βελανιδιά την οποία και άρχισε να σκαρφαλώνει. Λίγο ακόμα και θα τον είχε φτάσει. Τότε ο Σφουγγάρης είδε ότι η βελανιδιά είχε μια κουφάλα, χώθηκε μέσα και οδηγήθηκε κάτω και έξω από το δέντρο. Η αρκούδα τον ακολούθησε στην κουφάλα, αλλά το άνοιγμα για να βγει έξω ήταν πολύ μικρό γι’ αυτήν και έτσι έμεινε εγκλωβισμένη μέσα στη βελανιδιά, με τις φωνές της ν΄ αντιλαλούν σε ολόκληρο το δάσος.</p><br><p>Αμέσως μετά φάνηκε και ο γίγαντας, που βγήκε τρέχοντας από το δάσος:</p><p>Είδες την αρκούδα Σφουγγάρη; Την κυνήγησα προς το μέρος σου.</p><p>Μην ανησυχείς, την έκλεισα εκεί μέσα να είναι ασφαλής, είπε ειρωνικά ο Σφουγγάρης.</p><br><p>Ο γίγαντας τότε έτρεξε προς το δέντρο και με μια ροπαλιά ξεφορτώθηκε την αρκούδα για πάντα. Την τράβηξε από την κουφάλα και την φόρτωσε στους ώμους του. Οι δυο τους επέστρεψαν στο παλάτι και στο δρόμο συγχαίρονταν ο ένας τον άλλο για την επιτυχία τους.</p><br><p>Τους έμενε τώρα ο μονόκερως και ο αγριόχοιρος. Την επόμενη μέρα ο γίγαντας ξαναμπήκε στο δάσος και, μιας και το σχέδιο τους ήταν επιτυχές είπαν να το επαναλάβουν. Ο γίγαντας θα πήγαινε να βρει τον μονόκερω και θα τον κυνηγούσε έξω από το δάσος, ενώ ο Σφουγγάρης θα τους περίμενε στην άκρη του.</p><br><p>Αυτή τη φορά πέρασε λίγη παραπάνω ώρα και ο Σφουγγάρης, ακουμπισμένος στη βελανιδιά, κόντεψε να αποκοιμηθεί. Τότε ακούστηκαν οπλές να πλησιάζουν από τη μεριά του δάσους και σύντομα εμφανίστηκε μπροστά του ο μονόκερως που, βλέποντας τον Σφουγγάρη, του επιτέθηκε αμέσως βγάζοντας φωτιές από τα ρουθούνια του. Τόση ήταν η φόρα του που δεν πρόλαβε να σταματήσει και το κέρας του καρφώθηκε στο κέντρο της βελανιδιάς. Πάλεψε και κλώτσησε εξοργισμένος, αλλά μάταια προσπάθησε να ελευθερωθεί. Σαν κατέφτασε και ο γίγαντας, ο Σφουγγάρης του έδειξε το κτήνος κι εκείνος το σκότωσε με μια ροπαλιά:</p><p>Καλά δεν τα καταφέραμε και αυτή τη φορά; είπε ο Σφουγγάρης στον γίγαντα καθώς επέστρεφαν στο παλάτι.</p><p>Μα είμαστε καταπληκτικοί, του απάντησε ειλικρινά ο γίγαντας.</p><br><p>Είχαν τώρα να πιάσουν μόνο τον αγριόχοιρο και την επόμενη μέρα τράβηξαν κατά το δάσος. Εφάρμοσαν το ίδιο σχέδιο, αλλά αυτή τη φορά ο Σφουγγάρης έμεινε ξύπνιος και συγκεντρωμένος. Όταν ο αγριόχοιρος βγήκε με φούρια από το δάσος, ο Σφουγγάρης άρχισε να τρέχει προς το βασιλικό παρεκκλήσι. Το κτήνος τον ακολούθησε και ήταν στ’ αλήθεια τρομακτικό, με τα φλεγόμενα μάτια του, τους κοφτερούς χαυλιόδοντές του και τις τρίχες στην πλάτη του μυτερές σαν σκαντζόχοιρου. Ο Σφουγγάρης μπήκε στο παρεκκλήσι και ο αγριόχοιρος τον πήρε στο κατόπι. Άρχισαν να κυνηγιούνται γύρω από τα καθίσματα, στους διαδρόμους και μέσα κι έξω από το ιερό. Ο Σφουγγάρης τότε σήκωσε μια καρέκλα και την πέταξε σε ένα παράθυρο που έγινε θρύψαλα κι έτσι κατάφερε να διαφύγει. Ο αγριόχοιρος έμεινε να κοιτά μπερδεμένος το σπασμένο τζάμι και έτσι ο Σφουγγάρης πρόλαβε να γυρίσει στο μπροστινό μέρος του κτηρίου και να κλειδαμπαρώσει τον αγριόχοιρο μέσα στο παρεκκλήσι. Έσπασε ακόμα δυο τζάμια και βάλθηκε να περιμένει ακουμπισμένος στον τοίχο του παρεκκλησιού λιμάροντας τα νύχια του. Σύντομα έφτασε και ο γίγαντας:</p><p>Πού είναι ο αγριόχοιρος; Τον άφησες να μας ξεφύγει; είπε λαχανιασμένος από το τρέξιμο.</p><p>Ηρέμησε, του απάντησε ο Σφουγγάρης. Είναι εκεί μέσα, ασφαλής. Δεν είχα που να τον βάλω κι έτσι τον πέταξα μέσα από το παράθυρο.</p><p>Μα τι θαυμάσιος νεαρός που είσαι! είπε ο γίγαντας ευχαριστημένος. Σκαρφάλωσε μέσα στο παρεκκλήσι από το σπασμένο παράθυρο και σκότωσε τον αγριόχοιρο με μια ροπαλιά. Τον φόρτωσε στην πλάτη του και πήρε τον δρόμο για το παλάτι μαζί με τον Σφουγγάρη. </p><br><p>Στο δρόμο ο γίγαντας κουράστηκε μιας και το κτήνος ήταν θεόρατο και είπε να κάτσει να ξεκουραστεί για λίγο:</p><p>Δεν είναι ότι δεν μπορώ να το πάω μέχρι το παλάτι, είπε ο γίγαντας σκουπίζοντας τον ιδρώτα από το&nbsp;μέτωπό του, αλλά θα μπορούσες κι εσύ να το κουβαλήσεις για λίγο;</p><p>Α, όχι, είπε ενοχλημένος ο Σφουγγάρης. Η συμφωνία μας ήταν να αιχμαλωτίσω το κτήνος και αυτό το έκανα, δεν θα κάνω κάτι άλλο. </p><br><p>Έτσι ο γίγαντας πάλεψε να κρατήσει τον αγριόχοιρο στους ώμους του μέχρι το παλάτι, αγκομαχώντας κάθε λίγο, ενώ ο Σφουγγάρης περπατούσε χαμογελαστός κι ανάλαφρος, κρυφογελώντας που είχε αποφύγει τέτοια αγγαρεία. </p><br><p>Σαν έφτασαν στο παλάτι παρουσίασαν και το τελευταίο κτήνος στον βασιλιά και ζήτησαν την αμοιβή τους. Τότε όμως παρουσιάστηκε μια δυσκολία - η περιουσία μπορούσε να μοιραστεί, αλλά η πριγκίπισσα όχι:</p><p>Εγώ πρέπει να την πάρω, είπε ο γίγαντας, αφού εγώ σκότωσα και τα τρία κτήνη.</p><p>Κάθε άλλο, διαφώνησε ο Σφουγγάρης. Δική μου γυναίκα πρέπει να γίνει, αφού εγώ τα έπιασα.</p><p>Αν δεν τα είχα σκοτώσει εγώ, τι κι αν τα είχες αιχμάλωτα; είπε ο γίγαντας.</p><p>Μα πώς θα τα είχες σκοτώσει αν δεν τα είχα αιχμαλωτίσει; ερωταπάντησε ο Σφουγγάρης.</p><br><p>Και ξεκίνησαν οι δυο τους να διαφωνούν, κανείς τους δεν υποχωρούσε και άρχισαν να γίνονται επιθετικοί ο ένας στον άλλο. Η αλήθεια να λέγεται, τον βασιλιά δεν τον πείραξε καθόλου αυτή η σκηνή, δεν ήθελε η κόρη του να παντρευτεί κανέναν από τους δυο - ούτε τον αγροίκο γίγαντα μα ούτε και τον άσχημο σύντροφό του: “Μόνο μια λύση υπάρχει”, είπε επιτέλους ο βασιλιάς. “Θα αφήσουμε τη μοίρα να αποφασίσει. Προτείνω το εξής: απόψε το βράδυ θα κοιμηθείτε και οι δυο στο πλευρό της θυγατέρας μου, ο ένας σ΄ ένα ντιβάνι στα αριστερά του κρεβατιού της και ο άλλος σε ντιβάνι στα δεξιά. Θα παραμείνω κι εγώ στο δωμάτιο όλο το βράδυ. Αν η κόρη μου κοιμηθεί περισσότερο γυρισμένη προς τον Σφουγγάρη τότε θα παντρευτεί αυτόν, αν κοιμηθεί γυρισμένη προς τον γίγαντα τότε αυτός θα γίνει ο άντρας της. Αλλά αν δεν γυρίσει προς κανενός το πλευρό, τότε και οι δυο σας θα πρέπει να την αφήσετε και θα πάρετε μόνο το θησαυρό”.</p><br><p>Οι δυο τους συμφώνησαν και το ίδιο βράδυ κιόλας έστησαν τα ντιβάνια δίπλα στο κρεβάτι της πριγκίπισσας. Ο Σφουγγάρης όμως δεν είχε καμία πρόθεση να αφήσει κάτι τέτοιο στην τύχη και μέχρι να έρθει η ώρα του ύπνου έκανε κάποιες ετοιμασίες. Πρώτα, πήγε στους βασιλικούς κήπους και μάζεψε κάμποσα αρωματικά φυτά, τα έβαλε μέσα σε πανιά και τα φόρεσε κάτω από τα ρούχα του. Έπειτα, πήγε στο δάσος και μάζεψε βρωμερά φυτά, όπως σκόρδα, βρωμόχορτο και δηλητηριώδη μανιτάρια. Τα έβαλε κι αυτά ανάμεσα σε πανιά και, όταν του παρουσιάστηκε η ευκαιρία, τα τοποθέτησε κάτω από το μαξιλάρι του γίγαντα. </p><br><p>Η πριγκίπισσα που ήξερε την κατάσταση και δεν ήθελε ούτε εκείνη να παντρευτεί κανέναν από τους δυο μνηστήρες, αποφάσισε να μείνει ξύπνια όλο το βράδυ και να κοιτάει το ταβάνι. Και τα κατάφερε για λίγο, αλλά όσο περνούσε η βραδιά τόσο και τα μάτια της βάραιναν μέχρι που αποκοιμήθηκε. Στην αρχή γύρισε προς την πλευρά του γίγαντα, ο οποίος βλέποντας το άρχισε να χασκογελάει ευχαριστημένος: “Δε νομίζω η πριγκίπισσα να μείνει για πολύ σ΄ αυτή τη θέση”, σκέφτηκε μόνος του ο Σφουγγάρης. Και είχε δίκιο, η απαίσια μυρωδιά από τη μεριά του γίγαντα έφτασε μέχρι και στα όνειρα της πριγκίπισσας και γύρισε γρήγορα από την άλλη. Τι αλλαγή! Βρέθηκε τώρα να ονειρεύεται όμορφα δειλινά σε πανέμορφους κήπους με ευωδιαστά λουλούδια και αναστέναξε ευχαριστημένη. Έτσι έμεινε για το υπόλοιπο βράδυ και ο βασιλιάς δεν είχε άλλη επιλογή από το να δώσει το χέρι της στον Σφουγγάρη.</p><br><p>Η πριγκίπισσα όμως αρνήθηκε να τηρήσει τη συμφωνία:</p><p>Δεν θα παντρευτώ αυτόν τον αχρείο, είπε κλαίγοντας. Καλύτερα να πεθάνω! Πατέρα μου, αν με αγαπάς αληθινά, βοήθησε με να ξεφύγω!</p><p>Μην φοβάσαι παιδί μου, της είπε ο βασιλιάς. Θα βρω μια άκρη.</p><br><p>Την επόμενη μέρα ο βασιλιάς κάλεσε τον γίγαντα και του πρότεινε να ξεφορτωθεί τον Σφουγγάρη, με το αζημίωτο βέβαια. Ο γίγαντας, που ήταν ιδιαίτερα άπληστος και ζήλευε την τύχη του συντρόφου του, δέχτηκε αμέσως.</p><br><p>Ο Σφουγγάρης όμως ήταν πολύ ξύπνιος και αμέσως ψυχανεμίστηκε ότι κάτι του ετοίμαζαν. Πήρε ένα μεγάλο σφυρί μαζί του όταν πήγε να κοιμηθεί το βράδυ και οι φόβοι του επιβεβαιώθηκαν. Τα μεσάνυχτα, η πόρτα της κάμαράς του άνοιξε και μέσα μπήκε ο γίγαντας στις μύτες των ποδιών του κρατώντας ένα κοφτερό τσεκούρι για να σκοτώσει τον Σφουγγάρη. Δεν είχε προλάβει να ανοίξει καλά καλά την πόρτα όμως, και ο Σφουγγάρης του επιτέθηκε με το σφυρί στο χέρι και με τέτοια μανία στα μάτια που ο γίγαντας, σκεπτόμενος τη δύναμη που νόμιζε ότι είχε ο Σφουγγάρης, τράπηκε σε φυγή γιατί κατά βάθος ήταν δειλός. Ο Σφουγγάρης τότε χτύπησε τρεις φορές τόσο δυνατά το πάτωμα με το σφυρί του, που ξύπνησε όλο το παλάτι και φρουροί, υπηρέτες και ευγενείς έτρεξαν αμέσως στην κάμαρά του να δουν τι συνέβαινε. Τελευταίος έφτασε και ο βασιλιάς του οποίου τα μούτρα έπεσαν όταν είδε τον Σφουγγάρη σώο και αβλαβή να κάθεται στην άκρη του κρεβατιού του:</p><p>Μα τι συνέβη; ψέλλισε.</p><p>Τι συνέβη; απάντησε ο Σφουγγάρης. Ω, τίποτα το ιδιαίτερο, να, κάποιος μπήκε στο δωμάτιό μου και σας ειδοποίησα όλους χτυπώντας τα δάχτυλα μου στον τοίχο. Είστε τυχεροί που δεν χτύπησα τη γροθιά μου, γιατί τότε το παλάτι θα είχε γκρεμιστεί.</p><br><p>Όλοι χλώμιασαν σαν το άκουσαν αυτό και ο βασιλιάς διαβεβαίωσε αμέσως τον Σφουγγάρη πως ήταν πάντα με το μέρος του. Ο γίγαντας, είχε πάρει τέτοια τρομάρα από την οργή στο πρόσωπο του Σφουγγάρη που έφυγε και δεν τον ξαναείδε ποτέ κανείς.</p><br><p>Ο κακόμοιρος ο βασιλιάς δεν ήξερε τι να κάνει. Η κόρη του ακόμη αρνιόταν να παντρευτεί τον Σφουγγάρη και αυτός ταλαντευόταν ανάμεσα σε αισθήματα αγάπης και φόβου. Τότε όμως, ένας εχθρός του βασιλιά από το γειτονικό βασίλειο του κύρηξε τον πόλεμο. Ο βασιλιάς βρήκε ευκαιρία να καθυστερήσει τον γάμο και φώναξε τον Σφουγγάρη να παρουσιαστεί μπροστά του. Του είπε πως, για να αποδείξει την αξία του, έπρεπε να προκαλέσει τον εχθρό του σε μονομαχία. Ο Σφουγγάρης συμφώνησε, αλλά η φήμη του είχε φτάσει πολύ μακριά και η πρόκληση απορρίφθηκε: “Πολύ καλά”, είπε ο βασιλιάς που είχε ξεμείνει από δικαιολογίες, “σαν μελλοντικός γαμπρός μου, πρέπει να οδηγήσεις τα στρατεύματά μου στη μάχη. Σου παραδείνω&nbsp;όλο μου τον στρατό και περιμένω να γυρίσεις θριαμβευτής”.</p><br><p>Τι σπαζοκεφαλιά ήταν αυτή! Ο Σφουγγάρης δεν ήξερε καν πώς να καβαλήσει άλογο, πόσο μάλλον να οδηγήσει ολόκληρο στρατό στη μάχη. Σα να μην έφτανε αυτό, το άλογο που έπρεπε να καβαλικέψει ήταν δύστροπο και δύσκολα άφηνε οποιονδήποτε, εκτός από τον ίδιο τον βασιλιά, να ανέβει στη σέλα του. Είχε μάλιστα σκοτώσει αρκετούς σταβλίτες και φροντιστές του με τις κλωτσιές του.</p><br><p>Ο Σφουγγάρης έδωσε εντολή να μεταφερθεί το άλογο στα σύνορα της χώρας και να το δέσουν σ΄ ένα δέντρο. Δεν είχε καμία πρόθεση να καβαλικέψει αυτό το αγρίμι, έτσι θα περίμενε μέχρι να το αφήσουν οι φροντιστές του και μετά θα το έσκαγε. Η μοίρα του όμως είχε άλλα σχέδια. Μόλις το άλογο δέθηκε στο δέντρο, κατέφτασαν αγγελειοφόροι με τα νέα ότι ο εχθρικός στρατός είχε κιόλας φτάσει δύο μίλια μακριά από τα τείχη του βασιλείου.</p><br><p>Όλοι οι ακόλουθοι του Σφουγγάρη το έβαλαν στα πόδια και ο ίδιος, τρελαμένος από φόβο, καβαλίκεψε το άλογο ξεχνώντας ολότελα ότι ήταν δεμένο στο δέντρο και το σπιρούνιασε με όλη του τη δύναμη. Το άτι άρχισε να κλωτσάει, να τινάζεται και να σηκώνεται στα πισινά του πόδια προσπαθώντας απεγνωσμένα να ρίξει στο χώμα τον καβαλάρη του. Εκείνος όμως κρατιόταν γερά και το άλογο αναγκάστηκε να ξεριζώσει το δέντρο για να ελευθερωθεί και άρχισε να καλπάζει αφηνιασμένο προς τον εχθρικό στρατό. Έτοιμος να πέσει από τη σέλα του, τρέχοντας με αυτή την ταχύτητα, ο Σφουγγάρης τεντώθηκε να πιάσει τα κλαδιά του δέντρου που κρέμονταν στο πλάι και πηγαινοερχόταν βίαια. Στον εχθρικό στρατό φάνηκε σα να ερχόταν καταπάνω τους ένας άνθρωπος που είχε τη δύναμη να χρησιμοποιήσει ολόκληρο δέντρο για ρόπαλο. Τρομοκρατημένοι με αυτό το θέαμα, οι στρατιώτες του εχθρικού στρατού άρχισαν να σκορπίζουν άτακτα προς όλες τις κατευθύνσεις, ζητώντας καταφύγιο στα δάση και στους βράχους. Ο Σφουγγάρης, θέλοντας και μη, συνέχισε καβάλα στο άλογο την ξέφρενη πορεία του, έφτασε στην κατασκήνωση του εχθρού και εκεί το άλογο σταμάτησε απότομα. Ο Σφουγγάρης ξεπέζεψε, μπήκε στη σκηνή του αντίπαλου βασιλιά και έκλεψε ό,τι έγγραφα και αντικείμενα του φάνηκαν κάποιας αξίας. Ελευθέρωσε το άλογο από το δέντρο κόβοντας το σκοινί και το καβάλησε εύκολα γιατί τώρα πια ήταν πολύ δεκτικό και υπάκουο.</p><br><p>Ο βασιλιάς τον δέχτηκε με ανοικτές αγκάλες και παραδέχτηκε ότι, κάποιος που μπορεί μόνος του να τρέψει ολόκληρο στρατό σε φυγή, είναι πράγματι άξιος. Αφού η πριγκίπισσα όμως ακόμη αρνιόταν να παντρευτεί τον Σφουγγάρη, ο βασιλιάς του πρότεινε να του δώσει το μισό του βασίλειο και να αποδεσμεύσει την πριγκίπισσα από την υπόσχεση που του είχε δώσει. Ο Σφουγγάρης δέχτηκε και τελικά παντρεύτηκε μια κοπέλα που, αν και δεν ήταν πριγκίπισσα, ήταν όμορφη πολύ και τον αγαπούσε. Ο γάμος τους γιορτάστηκε μεγαλόπρεπα και έζησαν το υπόλοιπο της ζωής τους ευτυχισμένοι.</p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></description>
			<itunes:summary><![CDATA[<p>Οι Βέλγοι, με χιούμορ και βρώμικα κόλπα, μας διηγούνται την ιστορία του Σφουγγάρη, ενός άσκημου αλλά παμπόνηρου νέου που τελικά κατάφερε να πετύχει παρ' όλες τις αντιξοότητες!</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Περιέχει βία, βία ενάντια σε ζώα </p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>Ηχητικά εφέ: freesound.org</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ</p><br><p>Ο Σφουγγάρης και ο Γίγαντας</p><br><p>Ήταν μια φορά ένας νεαρός του οποίου το πρόσωπο είχε πάθει τόση ζημιά από την ευλογιά, που όλοι τον έλεγαν Σφουγγάρη. Από την ημέρα που γεννήθηκε, ο Σφουγγάρης ήταν πηγή μεγάλου άγχους για τους γονείς του και όσο μεγάλωνε τόσο χειροτέρευε η κατάστασή του. Ήταν ατίθασος, ταραχοποιός και κανείς δεν ήξερε τι να κάνει για να τον τιθασέψει. Ούτε τα μαθήματά του διάβαζε, μα ούτε και σε δουλειά έμενε για πάνω από μια μέρα. Το μόνο που τον ένοιαζε ήταν να τρώει κάπαρη και να κάνει φάρσες στους συγχωριανούς του. Μια μέρα, οι απελπισμένοι γονείς ζήτησαν βοήθεια από τον καλό τους φίλο το νεωκόρο του χωριού, που συχνά ερχόταν σπίτι τους, να καπνίσει την πίπα του και να τα πει με τον πατέρα του Σφουγγάρη: “Μην ανησυχείτε φίλοι μου”, τους είπε ο νεωκόρος. “Ξέρω από νεαρούς με την συμπεριφορά του γιού σας και σας εγγυώμαι ότι είναι εύκολο να τους κάνει κανείς καλά, αρκεί να ξέρει πώς. Αφήστε το σε μένα. Αυτό που του χρειάζεται για να συνέλθει είναι να τρομάξει για τα καλά, θα το αναλάβω εγώ”.</p><br><p>Ως εδώ όλα καλά. Οι γονείς του Σφουγγάρη άλλο που δεν ήθελαν να βρεθεί μια λύση για να ηρεμήσει πια ο ανεξέλεγκτος γιός τους και έτσι ο νεωκόρος έβαλε το σχέδιό του σε δράση. Το ίδιο βράδυ κιόλας άσπρισε το πρόσωπο του με αλεύρι, φόρεσε ένα άσπρο σεντόνι και περίμενε πίσω από ένα δέντρο στην άκρη ενός δρόμου απ΄ όπου ήξερε ότι θα περνούσε αργότερα ο Σφουγγάρης.</p><br><p>Το φεγγάρι ήταν στα σκοτεινά του και το μέρος όπου είχε στήσει καρτέρι ο νεωκόρος πολύ απομονωμένο. Περίμενε και περίμενε ώσπου άκουσε τον Σφουγγάρη να πλησιάζει σφυρίζοντας ανέμελα. Τότε πετάχτηκε ξαφνικά μπροστά του κουνώντας τα χέρια του απειλητικά:</p><p>Γεια! Ποιος είσαι εσύ; τον ρώτησε ο Σφουγγάρης.</p><br><p>Ο νεωκόρος προσπάθησε να βγάλει έναν απόκοσμο ήχο.</p><br><p>Τι τρέχει; Είσαι άρρωστος; Αν δεν έχεις σκοπό να μου απαντήσεις τότε κάνε πέρα γιατί βιάζομαι, του είπε βαριεστημένα ο νεαρός.</p><br><p>Ο νεωκόρος μούγκρισε ξανά και ξανακούνησε τα χέρια του.</p><br><p>Έλα τώρα! φώναξε ο Σφουγγάρης. Δεν θα τη βγάλουμε εδώ όλο το βράδυ. Πες μου τι θες να πάω κι εγώ στη δουλειά μου.</p><br><p>Μην παίρνοντας απάντηση από τη λευκή φιγούρα και εμφανώς ενοχλημένος, ο Σφουγγάρης κατέβασε ένα κλαδί που κρατούσε στο κεφάλι της φιγούρας. Ο νεωκόρος έπεσε στο έδαφος αναίσθητος και ο Σφουγγάρης, αφού τον κοίταξε καλά καλά και τον αναγνώρισε μέσα από όλο αυτό το αλεύρι, συνέχισε το δρόμο του σφυρίζοντας σαν και πριν.</p><br><p>Σαν έφτασε σπίτι, οι γονείς του τον κοίταξαν ανήσυχοι. Αναρωτιόνταν πώς να είχε πάει το σχέδιο του φίλου τους του νεωκόρου, αν και ο γιος τους δεν φαινόταν καθόλου φοβισμένος. Κάθε άλλο, έκατσε στο τραπέζι και άρχισε να τρώει το φαγητό του όλο όρεξη. Καθώς μασούσε το κρεμμύδι του είπε στους γονείς του:</p><p>Μου συνέβη κάτι πολύ αστείο νωρίτερα. Καθώς περνούσα απ’ έξω από το νεκροταφείο εμφανίστηκε μπροστά μου μια λευκή φιγούρα.</p><p>Μ-μια λευκή φιγούρα; ψέλλισε ο πατέρας του. Αυτό είναι τρομερό! Και τι έκανες;</p><p>Τι έκανα; απάντησε ο Σφουγγάρης γελώντας. Του κοπάνησα μια στο κεφάλι με το ρόπαλο μου. Σωριάστηκε σαν τσούνι και πιστεύω ότι δεν θα ξαναδοκιμάσει να τρομάξει περαστικούς από δω και μπρος.</p><p>Αχ, αχάριστο παιδί! φώναξε ο πατέρας του και σηκώθηκε από τη θέση του. Αυτός που χτύπησες ήταν ο καλός μου φίλος, ο Γιάν. Το καλό που σου θέλω να μην τον σκότωσες.</p><p>Και να τον σκότωσα, αυτός φταίει. Δεν έπρεπε να μου κάνει τέτοια πλάκα.</p><br><p>Αλλά ο πατέρας του φώναξε και τον μάλωσε τόσο, που ο Σφουγγάρης βαρέθηκε μετά από λίγο και πήγε στο κρεββάτι του μουρμουρίζοντας: “Δεν θα το ανεχτώ αυτό άλλο”, είπε ο Σφουγγάρης στον εαυτό του. “Αφού κανείς δεν με σέβεται σ΄ αυτό το χωριό, κι εγώ θα φύγω να αναζητήσω την τύχη μου αλλού κι ας τα βγάλουν πέρα μόνοι τους”.</p><br><p>Το επόμενο πρωί, ο Σφουγγάρης&nbsp;έβαλε στο δισάκι του μια φρατζόλα ψωμί και ένα κομμάτι τυρί και, χωρίς να πει σε κανέναν ότι έφευγε, ξεκίνησε το ταξίδι του προς το άγνωστο. Μαζί του πήρε και ένα σπουργίτι που είχε εκπαιδεύσει από τότε που βγήκε από το αυγό του. Αφού περπάτησε αρκετά, βρέθηκε μπροστά σε ένα πυκνό δάσος και, κουρασμένος, έκατσε στον κορμό ενός πεσμένου δέντρου να ξεκουραστεί.</p><br><p>Σε αυτό το δάσος όμως ζούσε ένας γίγαντας, ένα πλάσμα πιο τρομερό απ’ όσο μπορούσε να φανταστεί κανείς. Από το κούτελό του έβγαιναν δυο κέρατα, τα χαρακτηριστικά του προσώπου του περισσότερο θύμιζαν αυτά ενός κτήνους παρά ανθρώπου και τα νύχια του ήταν γαμψά. Ο γίγαντας περνιόταν για αφέντης ολάκερου του δάσους και τιμωρούσε όποιον καταπατούσε την περιοχή του. Έτσι, σαν είδε τον Σφουγγάρη, θύμωσε πολύ και ξερίζωσε ένα δέντρο να το χρησιμοποιήσει για ρόπαλο. Πλησίασε τον νεαρό, ο οποίος καθόταν με τα μάτια του κλειστά και τον χτύπησε στον ώμο.</p><br><p>Αλλά ο Σφουγγάρης δεν κοιμόταν, παραήταν προσεκτικός για να αποκοιμηθεί σ΄ένα τόσο άγνωστο περιβάλλον. Για την ακρίβεια, είχε δει τον γίγαντα πριν τον δει εκείνος και υπολόγισε ότι ο μόνος τρόπος να του ξεφύγει ήταν να μείνει ήρεμος και έτοιμος. Όταν ο γίγαντας τον χτύπησε, εκείνος άνοιξε τα μάτια του τεμπέλικα και είπε χασμουριώντας: </p><p>Αυτές οι αναθεματισμένες μύγες δεν σε αφήνουν να κοιμηθείς με την ησυχία σου…</p><p>Θα κοιμηθείς για πάντα σε μια στιγμή, μουρμούρισε ενοχλημένος ο γίγαντας από την αδιαφορία του Σφουγγάρη. Για να δούμε αν σ' αρέσει αυτό! και χτύπησε τον Σφουγγάρη στον άλλο ώμο με διπλάσια δύναμη.</p><p>Να τις πάλι, με τσιμπάνε! είπε ο Σφουγγάρης σκουπίζοντας τον ώμο του σα να έδιωχνε σκόνη. Τσιμπάνε πιο δυνατά από αυτή τη μεριά τώρα. Νομίζω ήρθε η ώρα να φεύγω.</p><br><p>Και σηκώθηκε να φύγει αλλά σταμάτησε έκπληκτος προσποιούμενος ότι έβλεπε για πρώτη φορά τον γίγαντα:</p><p>Α, ώστε εσύ ήσουν; Γιατί με γαργαλάς ενώ προσπαθώ να κοιμηθώ; Αν δεν ήμουν καλός άνθρωπος, θα σε είχα καρυδώσει τώρα.</p><p>Θα πρόσεχα τα λόγια μου στη θέση σου, είπε θυμωμένα ο γίγαντας. Έχω τη δύναμη είκοσι ανδρών και θα μπορούσα να σε λιώσω στα χέρια μου σαν μύγα.</p><p>Πφ! είπε ο Σφουγγάρης. Τα λόγια είναι εύκολα. Δεν αντιλέγω πως θα μπορούσες να σκοτώσεις ολόκληρη διμοιρία με ένα σου φύσημα. Αλλά μόνο λες ότι είναι εύκολο ενώ εγώ θέλω απόδειξη της δύναμής σου.</p><p>Απόδειξη! ούρλιαξε ο γίγαντας. Κοιτά αυτό! Θα πετάξω μια πέτρα στον αέρα και θα κάνει ένα τέταρτο της ώρας να κατέβει.</p><br><p>Και με αυτό, ο γίγαντας σήκωσε ένα βράχο από το έδαφος και τον πέταξε ψηλά. Όντως πέρασε πάνω από ένα τέταρτο της ώρας μέχρι να πέσει στα πόδια τους:</p><br><p>Μπορείς εσύ να κάνεις κάτι τέτοιο; ρώτησε ο γίγαντας περήφανα.</p><p>Το πιο εύκολο, απάντησε ο Σφουγγάρης. Θα πετάξω μια πέτρα τόσο ψηλά, που δεν θα κατέβει καθόλου!</p><br><p>Ο Σφουγγάρης τότε έσκυψε, σήκωσε ένα βότσαλο και το έδειξε στον γίγαντα. Επιδέξια όμως πρόλαβε και αντάλλαξε το βότσαλο με το σπουργίτι χωρίς να το πάρει χαμπάρι ο γίγαντας, ο οποίος δεν είχε και πολύ καλή όραση και, κακά τα ψέματα, δεν ήταν και πολύ έξυπνος:</p><p>Ένα, δύο, τρία! φώναξε ο Σφουγγάρης και πέταξε το σπουργίτι στον αέρα, το οποίο βέβαια</p><p>&nbsp;δεν κατέβηκε ποτέ. </p><p>Μπα μπα, είπε ο γίγαντας. Πρώτη μου φορά βλέπω κάτι τέτοιο. Είσαι καλός στο να πετάς πετραδάκια ψηλά. Αλλά μπορείς να κάνεις αυτό; και ο γίγαντας σήκωσε μια άλλη μεγάλη πέτρα, την πίεσε ανάμεσα στα χέρια του μέχρι που έγινε σκόνη.</p><p>Ναι, φαίνεται δύσκολο, είπε ο Σφουγγάρης. Αλλά νομίζω ότι μπορώ να κάνω κάτι ακόμη καλύτερο. Ο κάθε τυχαίος μπορεί να κάνει σκόνη μια πέτρα αν είναι αρκετά δυνατός. Αλλά θέλει στ’ αλήθεια δεξιότητα για να βγάλει κανείς το ζουμί από μια πέτρα. Κοίτα εδώ!</p><br><p>Και ο Σφουγγάρης έβγαλε στα γρήγορα ένα κομμάτι τυρί από το δισάκι του και το έσφιξε μέσα στην παλάμη του, μέχρι που ζουμιά άρχισαν να τρέχουν ανάμεσα στα δάχτυλα του:</p><p>Θαυμάσιο! είπε εντυπωσιασμένος ο γίγαντας. Παραδέχομαι την ήττα μου. Έλα, ας συνεταιριστούμε, πού θα βρεθούν δυο όμοιοί μας σε όλον τον κόσμο;</p><p>Σύμφωνοι, απάντησε ο Σφουγγάρης. Αλλά τι θα κάνουμε;</p><p>Χαίρομαι που ρώτησες. Ο βασιλιάς αυτού του τόπου έχει τάξει το χέρι της κόρης του και μια μεγάλη περιουσία σε όποιον καταφέρει να σκοτώσει τρία κτήνη που του ρημάζουν το βασίλειο. Μου φαίνεται πως οι δυο μας θα μπορέσουμε να φέρουμε αυτή την αποστολή εις πέρας. Εσύ με την εξυπνάδα σου μπορείς να παγιδεύσεις τα κτήνη κι εγώ με τη δύναμή μου μπορώ να τα σκοτώσω. Μετά θα μοιραστούμε την αμοιβή.</p><br><p>Τα συμφωνήσανε λοιπόν και χωρίς να χάσουν καιρό ξεκίνησαν για το παλάτι του βασιλιά. Σαν έφτασαν, του έστειλαν αίτημα για ακρόαση:</p><p>Θέλετε τώρα να πιστέψω, είπε ο βασιλιάς αφού άκουσε την ιστορία του γίγαντα, ότι μπορείς να αντιμετωπίσεις αυτά τα τρομερά τέρατα με τη βοήθεια αυτού του σημαδεμένου τιποτένιου;</p><p>&nbsp;Όχι τόσο δυνατά Μεγαλειότατε, ψυθίρισε ο γίγαντας. Ο φίλος μου είναι λίγο ευαίσθητος με την εμφάνισή του και αν σας ακούσει να λέτε τέτοια λόγια σίγουρα θα γκρεμίσει ολάκερο το παλάτι σας.</p><p>Τι μου λες, είπε ψυθιριστά και ο βασιλιάς, κοιτάζοντας ανήσυχα τώρα τον μικροκαμωμένο νεαρό. Δοκιμάστε την τύχη σας, λοιπόν. Τα τρία κτήνη είναι μια αρκούδα, ένας μονόκερως και ένας αγριόχοιρος και κρύβονται σ΄ ένα δάσος εδώ κοντά. Εκεί θα τα βρείτε, αλλά προσέξτε, έχουν σκοτώσει δεκάδες από τους καλύτερους άνδρες μου.</p><p>Μην ανησυχείτε Μεγαλειότατε, τον καθησύχασε ο γίγαντας. Για μας θα είναι παιχνιδάκι.</p><br><p>Αφού έφαγαν και ήπιαν, οι δυο συνεργάτες κίνησαν για το δάσος όπου κρύβονταν τα τρία κτήνη: “Πρέπει να καταστρώσουμε σχέδιο”, είπε ο Σφουγγάρης στον γίγαντα. “Άκου τι λέω να κάνουμε, να πας εσύ στο κέντρο του δάσους κι εγώ να μείνω εδώ, στην άκρη του. Έτσι, όταν θα τα βρεις εσύ και θα τα κυνηγήσεις έξω από το δάσος, εγώ θα είμαι εδώ και θα σας περιμένω. Τότε τα κτήνη δεν θα ξέρουν από που να φύγουν”.</p><br><p>Ο γίγαντας συμφώνησε. Μπήκε μέσα στο δάσος, ενώ ο Σφουγγάρης έμεινε απ’ έξω περιμένοντας να δει τι θα γινόταν. Δεν περίμενε και πολύ, ακούστηκε ένας υπόκωφος ήχος, μετά σαν κάτι να ξεριζώθηκε και να σου η αρκούδα βγήκε τρέχοντας από το δάσος καταπάνω στον Σφουγγάρη. Στον Σφουγγάρη δεν άρεσε καθόλου έτσι όπως τον κοίταζε η αρκούδα και είπε να κρατήσει αποστάσεις μεταξύ τους. Κοίταξε τριγύρω και είδε μια βελανιδιά, τη σκαρφάλωσε και έκατσε ψηλά στα κλαδιά της. Η αρκούδα όμως τον είχε δει, σηκώθηκε στα πίσω πόδια της, έβγαλε έναν βρυχηθμό και πήγε κατευθείαν στη βελανιδιά την οποία και άρχισε να σκαρφαλώνει. Λίγο ακόμα και θα τον είχε φτάσει. Τότε ο Σφουγγάρης είδε ότι η βελανιδιά είχε μια κουφάλα, χώθηκε μέσα και οδηγήθηκε κάτω και έξω από το δέντρο. Η αρκούδα τον ακολούθησε στην κουφάλα, αλλά το άνοιγμα για να βγει έξω ήταν πολύ μικρό γι’ αυτήν και έτσι έμεινε εγκλωβισμένη μέσα στη βελανιδιά, με τις φωνές της ν΄ αντιλαλούν σε ολόκληρο το δάσος.</p><br><p>Αμέσως μετά φάνηκε και ο γίγαντας, που βγήκε τρέχοντας από το δάσος:</p><p>Είδες την αρκούδα Σφουγγάρη; Την κυνήγησα προς το μέρος σου.</p><p>Μην ανησυχείς, την έκλεισα εκεί μέσα να είναι ασφαλής, είπε ειρωνικά ο Σφουγγάρης.</p><br><p>Ο γίγαντας τότε έτρεξε προς το δέντρο και με μια ροπαλιά ξεφορτώθηκε την αρκούδα για πάντα. Την τράβηξε από την κουφάλα και την φόρτωσε στους ώμους του. Οι δυο τους επέστρεψαν στο παλάτι και στο δρόμο συγχαίρονταν ο ένας τον άλλο για την επιτυχία τους.</p><br><p>Τους έμενε τώρα ο μονόκερως και ο αγριόχοιρος. Την επόμενη μέρα ο γίγαντας ξαναμπήκε στο δάσος και, μιας και το σχέδιο τους ήταν επιτυχές είπαν να το επαναλάβουν. Ο γίγαντας θα πήγαινε να βρει τον μονόκερω και θα τον κυνηγούσε έξω από το δάσος, ενώ ο Σφουγγάρης θα τους περίμενε στην άκρη του.</p><br><p>Αυτή τη φορά πέρασε λίγη παραπάνω ώρα και ο Σφουγγάρης, ακουμπισμένος στη βελανιδιά, κόντεψε να αποκοιμηθεί. Τότε ακούστηκαν οπλές να πλησιάζουν από τη μεριά του δάσους και σύντομα εμφανίστηκε μπροστά του ο μονόκερως που, βλέποντας τον Σφουγγάρη, του επιτέθηκε αμέσως βγάζοντας φωτιές από τα ρουθούνια του. Τόση ήταν η φόρα του που δεν πρόλαβε να σταματήσει και το κέρας του καρφώθηκε στο κέντρο της βελανιδιάς. Πάλεψε και κλώτσησε εξοργισμένος, αλλά μάταια προσπάθησε να ελευθερωθεί. Σαν κατέφτασε και ο γίγαντας, ο Σφουγγάρης του έδειξε το κτήνος κι εκείνος το σκότωσε με μια ροπαλιά:</p><p>Καλά δεν τα καταφέραμε και αυτή τη φορά; είπε ο Σφουγγάρης στον γίγαντα καθώς επέστρεφαν στο παλάτι.</p><p>Μα είμαστε καταπληκτικοί, του απάντησε ειλικρινά ο γίγαντας.</p><br><p>Είχαν τώρα να πιάσουν μόνο τον αγριόχοιρο και την επόμενη μέρα τράβηξαν κατά το δάσος. Εφάρμοσαν το ίδιο σχέδιο, αλλά αυτή τη φορά ο Σφουγγάρης έμεινε ξύπνιος και συγκεντρωμένος. Όταν ο αγριόχοιρος βγήκε με φούρια από το δάσος, ο Σφουγγάρης άρχισε να τρέχει προς το βασιλικό παρεκκλήσι. Το κτήνος τον ακολούθησε και ήταν στ’ αλήθεια τρομακτικό, με τα φλεγόμενα μάτια του, τους κοφτερούς χαυλιόδοντές του και τις τρίχες στην πλάτη του μυτερές σαν σκαντζόχοιρου. Ο Σφουγγάρης μπήκε στο παρεκκλήσι και ο αγριόχοιρος τον πήρε στο κατόπι. Άρχισαν να κυνηγιούνται γύρω από τα καθίσματα, στους διαδρόμους και μέσα κι έξω από το ιερό. Ο Σφουγγάρης τότε σήκωσε μια καρέκλα και την πέταξε σε ένα παράθυρο που έγινε θρύψαλα κι έτσι κατάφερε να διαφύγει. Ο αγριόχοιρος έμεινε να κοιτά μπερδεμένος το σπασμένο τζάμι και έτσι ο Σφουγγάρης πρόλαβε να γυρίσει στο μπροστινό μέρος του κτηρίου και να κλειδαμπαρώσει τον αγριόχοιρο μέσα στο παρεκκλήσι. Έσπασε ακόμα δυο τζάμια και βάλθηκε να περιμένει ακουμπισμένος στον τοίχο του παρεκκλησιού λιμάροντας τα νύχια του. Σύντομα έφτασε και ο γίγαντας:</p><p>Πού είναι ο αγριόχοιρος; Τον άφησες να μας ξεφύγει; είπε λαχανιασμένος από το τρέξιμο.</p><p>Ηρέμησε, του απάντησε ο Σφουγγάρης. Είναι εκεί μέσα, ασφαλής. Δεν είχα που να τον βάλω κι έτσι τον πέταξα μέσα από το παράθυρο.</p><p>Μα τι θαυμάσιος νεαρός που είσαι! είπε ο γίγαντας ευχαριστημένος. Σκαρφάλωσε μέσα στο παρεκκλήσι από το σπασμένο παράθυρο και σκότωσε τον αγριόχοιρο με μια ροπαλιά. Τον φόρτωσε στην πλάτη του και πήρε τον δρόμο για το παλάτι μαζί με τον Σφουγγάρη. </p><br><p>Στο δρόμο ο γίγαντας κουράστηκε μιας και το κτήνος ήταν θεόρατο και είπε να κάτσει να ξεκουραστεί για λίγο:</p><p>Δεν είναι ότι δεν μπορώ να το πάω μέχρι το παλάτι, είπε ο γίγαντας σκουπίζοντας τον ιδρώτα από το&nbsp;μέτωπό του, αλλά θα μπορούσες κι εσύ να το κουβαλήσεις για λίγο;</p><p>Α, όχι, είπε ενοχλημένος ο Σφουγγάρης. Η συμφωνία μας ήταν να αιχμαλωτίσω το κτήνος και αυτό το έκανα, δεν θα κάνω κάτι άλλο. </p><br><p>Έτσι ο γίγαντας πάλεψε να κρατήσει τον αγριόχοιρο στους ώμους του μέχρι το παλάτι, αγκομαχώντας κάθε λίγο, ενώ ο Σφουγγάρης περπατούσε χαμογελαστός κι ανάλαφρος, κρυφογελώντας που είχε αποφύγει τέτοια αγγαρεία. </p><br><p>Σαν έφτασαν στο παλάτι παρουσίασαν και το τελευταίο κτήνος στον βασιλιά και ζήτησαν την αμοιβή τους. Τότε όμως παρουσιάστηκε μια δυσκολία - η περιουσία μπορούσε να μοιραστεί, αλλά η πριγκίπισσα όχι:</p><p>Εγώ πρέπει να την πάρω, είπε ο γίγαντας, αφού εγώ σκότωσα και τα τρία κτήνη.</p><p>Κάθε άλλο, διαφώνησε ο Σφουγγάρης. Δική μου γυναίκα πρέπει να γίνει, αφού εγώ τα έπιασα.</p><p>Αν δεν τα είχα σκοτώσει εγώ, τι κι αν τα είχες αιχμάλωτα; είπε ο γίγαντας.</p><p>Μα πώς θα τα είχες σκοτώσει αν δεν τα είχα αιχμαλωτίσει; ερωταπάντησε ο Σφουγγάρης.</p><br><p>Και ξεκίνησαν οι δυο τους να διαφωνούν, κανείς τους δεν υποχωρούσε και άρχισαν να γίνονται επιθετικοί ο ένας στον άλλο. Η αλήθεια να λέγεται, τον βασιλιά δεν τον πείραξε καθόλου αυτή η σκηνή, δεν ήθελε η κόρη του να παντρευτεί κανέναν από τους δυο - ούτε τον αγροίκο γίγαντα μα ούτε και τον άσχημο σύντροφό του: “Μόνο μια λύση υπάρχει”, είπε επιτέλους ο βασιλιάς. “Θα αφήσουμε τη μοίρα να αποφασίσει. Προτείνω το εξής: απόψε το βράδυ θα κοιμηθείτε και οι δυο στο πλευρό της θυγατέρας μου, ο ένας σ΄ ένα ντιβάνι στα αριστερά του κρεβατιού της και ο άλλος σε ντιβάνι στα δεξιά. Θα παραμείνω κι εγώ στο δωμάτιο όλο το βράδυ. Αν η κόρη μου κοιμηθεί περισσότερο γυρισμένη προς τον Σφουγγάρη τότε θα παντρευτεί αυτόν, αν κοιμηθεί γυρισμένη προς τον γίγαντα τότε αυτός θα γίνει ο άντρας της. Αλλά αν δεν γυρίσει προς κανενός το πλευρό, τότε και οι δυο σας θα πρέπει να την αφήσετε και θα πάρετε μόνο το θησαυρό”.</p><br><p>Οι δυο τους συμφώνησαν και το ίδιο βράδυ κιόλας έστησαν τα ντιβάνια δίπλα στο κρεβάτι της πριγκίπισσας. Ο Σφουγγάρης όμως δεν είχε καμία πρόθεση να αφήσει κάτι τέτοιο στην τύχη και μέχρι να έρθει η ώρα του ύπνου έκανε κάποιες ετοιμασίες. Πρώτα, πήγε στους βασιλικούς κήπους και μάζεψε κάμποσα αρωματικά φυτά, τα έβαλε μέσα σε πανιά και τα φόρεσε κάτω από τα ρούχα του. Έπειτα, πήγε στο δάσος και μάζεψε βρωμερά φυτά, όπως σκόρδα, βρωμόχορτο και δηλητηριώδη μανιτάρια. Τα έβαλε κι αυτά ανάμεσα σε πανιά και, όταν του παρουσιάστηκε η ευκαιρία, τα τοποθέτησε κάτω από το μαξιλάρι του γίγαντα. </p><br><p>Η πριγκίπισσα που ήξερε την κατάσταση και δεν ήθελε ούτε εκείνη να παντρευτεί κανέναν από τους δυο μνηστήρες, αποφάσισε να μείνει ξύπνια όλο το βράδυ και να κοιτάει το ταβάνι. Και τα κατάφερε για λίγο, αλλά όσο περνούσε η βραδιά τόσο και τα μάτια της βάραιναν μέχρι που αποκοιμήθηκε. Στην αρχή γύρισε προς την πλευρά του γίγαντα, ο οποίος βλέποντας το άρχισε να χασκογελάει ευχαριστημένος: “Δε νομίζω η πριγκίπισσα να μείνει για πολύ σ΄ αυτή τη θέση”, σκέφτηκε μόνος του ο Σφουγγάρης. Και είχε δίκιο, η απαίσια μυρωδιά από τη μεριά του γίγαντα έφτασε μέχρι και στα όνειρα της πριγκίπισσας και γύρισε γρήγορα από την άλλη. Τι αλλαγή! Βρέθηκε τώρα να ονειρεύεται όμορφα δειλινά σε πανέμορφους κήπους με ευωδιαστά λουλούδια και αναστέναξε ευχαριστημένη. Έτσι έμεινε για το υπόλοιπο βράδυ και ο βασιλιάς δεν είχε άλλη επιλογή από το να δώσει το χέρι της στον Σφουγγάρη.</p><br><p>Η πριγκίπισσα όμως αρνήθηκε να τηρήσει τη συμφωνία:</p><p>Δεν θα παντρευτώ αυτόν τον αχρείο, είπε κλαίγοντας. Καλύτερα να πεθάνω! Πατέρα μου, αν με αγαπάς αληθινά, βοήθησε με να ξεφύγω!</p><p>Μην φοβάσαι παιδί μου, της είπε ο βασιλιάς. Θα βρω μια άκρη.</p><br><p>Την επόμενη μέρα ο βασιλιάς κάλεσε τον γίγαντα και του πρότεινε να ξεφορτωθεί τον Σφουγγάρη, με το αζημίωτο βέβαια. Ο γίγαντας, που ήταν ιδιαίτερα άπληστος και ζήλευε την τύχη του συντρόφου του, δέχτηκε αμέσως.</p><br><p>Ο Σφουγγάρης όμως ήταν πολύ ξύπνιος και αμέσως ψυχανεμίστηκε ότι κάτι του ετοίμαζαν. Πήρε ένα μεγάλο σφυρί μαζί του όταν πήγε να κοιμηθεί το βράδυ και οι φόβοι του επιβεβαιώθηκαν. Τα μεσάνυχτα, η πόρτα της κάμαράς του άνοιξε και μέσα μπήκε ο γίγαντας στις μύτες των ποδιών του κρατώντας ένα κοφτερό τσεκούρι για να σκοτώσει τον Σφουγγάρη. Δεν είχε προλάβει να ανοίξει καλά καλά την πόρτα όμως, και ο Σφουγγάρης του επιτέθηκε με το σφυρί στο χέρι και με τέτοια μανία στα μάτια που ο γίγαντας, σκεπτόμενος τη δύναμη που νόμιζε ότι είχε ο Σφουγγάρης, τράπηκε σε φυγή γιατί κατά βάθος ήταν δειλός. Ο Σφουγγάρης τότε χτύπησε τρεις φορές τόσο δυνατά το πάτωμα με το σφυρί του, που ξύπνησε όλο το παλάτι και φρουροί, υπηρέτες και ευγενείς έτρεξαν αμέσως στην κάμαρά του να δουν τι συνέβαινε. Τελευταίος έφτασε και ο βασιλιάς του οποίου τα μούτρα έπεσαν όταν είδε τον Σφουγγάρη σώο και αβλαβή να κάθεται στην άκρη του κρεβατιού του:</p><p>Μα τι συνέβη; ψέλλισε.</p><p>Τι συνέβη; απάντησε ο Σφουγγάρης. Ω, τίποτα το ιδιαίτερο, να, κάποιος μπήκε στο δωμάτιό μου και σας ειδοποίησα όλους χτυπώντας τα δάχτυλα μου στον τοίχο. Είστε τυχεροί που δεν χτύπησα τη γροθιά μου, γιατί τότε το παλάτι θα είχε γκρεμιστεί.</p><br><p>Όλοι χλώμιασαν σαν το άκουσαν αυτό και ο βασιλιάς διαβεβαίωσε αμέσως τον Σφουγγάρη πως ήταν πάντα με το μέρος του. Ο γίγαντας, είχε πάρει τέτοια τρομάρα από την οργή στο πρόσωπο του Σφουγγάρη που έφυγε και δεν τον ξαναείδε ποτέ κανείς.</p><br><p>Ο κακόμοιρος ο βασιλιάς δεν ήξερε τι να κάνει. Η κόρη του ακόμη αρνιόταν να παντρευτεί τον Σφουγγάρη και αυτός ταλαντευόταν ανάμεσα σε αισθήματα αγάπης και φόβου. Τότε όμως, ένας εχθρός του βασιλιά από το γειτονικό βασίλειο του κύρηξε τον πόλεμο. Ο βασιλιάς βρήκε ευκαιρία να καθυστερήσει τον γάμο και φώναξε τον Σφουγγάρη να παρουσιαστεί μπροστά του. Του είπε πως, για να αποδείξει την αξία του, έπρεπε να προκαλέσει τον εχθρό του σε μονομαχία. Ο Σφουγγάρης συμφώνησε, αλλά η φήμη του είχε φτάσει πολύ μακριά και η πρόκληση απορρίφθηκε: “Πολύ καλά”, είπε ο βασιλιάς που είχε ξεμείνει από δικαιολογίες, “σαν μελλοντικός γαμπρός μου, πρέπει να οδηγήσεις τα στρατεύματά μου στη μάχη. Σου παραδείνω&nbsp;όλο μου τον στρατό και περιμένω να γυρίσεις θριαμβευτής”.</p><br><p>Τι σπαζοκεφαλιά ήταν αυτή! Ο Σφουγγάρης δεν ήξερε καν πώς να καβαλήσει άλογο, πόσο μάλλον να οδηγήσει ολόκληρο στρατό στη μάχη. Σα να μην έφτανε αυτό, το άλογο που έπρεπε να καβαλικέψει ήταν δύστροπο και δύσκολα άφηνε οποιονδήποτε, εκτός από τον ίδιο τον βασιλιά, να ανέβει στη σέλα του. Είχε μάλιστα σκοτώσει αρκετούς σταβλίτες και φροντιστές του με τις κλωτσιές του.</p><br><p>Ο Σφουγγάρης έδωσε εντολή να μεταφερθεί το άλογο στα σύνορα της χώρας και να το δέσουν σ΄ ένα δέντρο. Δεν είχε καμία πρόθεση να καβαλικέψει αυτό το αγρίμι, έτσι θα περίμενε μέχρι να το αφήσουν οι φροντιστές του και μετά θα το έσκαγε. Η μοίρα του όμως είχε άλλα σχέδια. Μόλις το άλογο δέθηκε στο δέντρο, κατέφτασαν αγγελειοφόροι με τα νέα ότι ο εχθρικός στρατός είχε κιόλας φτάσει δύο μίλια μακριά από τα τείχη του βασιλείου.</p><br><p>Όλοι οι ακόλουθοι του Σφουγγάρη το έβαλαν στα πόδια και ο ίδιος, τρελαμένος από φόβο, καβαλίκεψε το άλογο ξεχνώντας ολότελα ότι ήταν δεμένο στο δέντρο και το σπιρούνιασε με όλη του τη δύναμη. Το άτι άρχισε να κλωτσάει, να τινάζεται και να σηκώνεται στα πισινά του πόδια προσπαθώντας απεγνωσμένα να ρίξει στο χώμα τον καβαλάρη του. Εκείνος όμως κρατιόταν γερά και το άλογο αναγκάστηκε να ξεριζώσει το δέντρο για να ελευθερωθεί και άρχισε να καλπάζει αφηνιασμένο προς τον εχθρικό στρατό. Έτοιμος να πέσει από τη σέλα του, τρέχοντας με αυτή την ταχύτητα, ο Σφουγγάρης τεντώθηκε να πιάσει τα κλαδιά του δέντρου που κρέμονταν στο πλάι και πηγαινοερχόταν βίαια. Στον εχθρικό στρατό φάνηκε σα να ερχόταν καταπάνω τους ένας άνθρωπος που είχε τη δύναμη να χρησιμοποιήσει ολόκληρο δέντρο για ρόπαλο. Τρομοκρατημένοι με αυτό το θέαμα, οι στρατιώτες του εχθρικού στρατού άρχισαν να σκορπίζουν άτακτα προς όλες τις κατευθύνσεις, ζητώντας καταφύγιο στα δάση και στους βράχους. Ο Σφουγγάρης, θέλοντας και μη, συνέχισε καβάλα στο άλογο την ξέφρενη πορεία του, έφτασε στην κατασκήνωση του εχθρού και εκεί το άλογο σταμάτησε απότομα. Ο Σφουγγάρης ξεπέζεψε, μπήκε στη σκηνή του αντίπαλου βασιλιά και έκλεψε ό,τι έγγραφα και αντικείμενα του φάνηκαν κάποιας αξίας. Ελευθέρωσε το άλογο από το δέντρο κόβοντας το σκοινί και το καβάλησε εύκολα γιατί τώρα πια ήταν πολύ δεκτικό και υπάκουο.</p><br><p>Ο βασιλιάς τον δέχτηκε με ανοικτές αγκάλες και παραδέχτηκε ότι, κάποιος που μπορεί μόνος του να τρέψει ολόκληρο στρατό σε φυγή, είναι πράγματι άξιος. Αφού η πριγκίπισσα όμως ακόμη αρνιόταν να παντρευτεί τον Σφουγγάρη, ο βασιλιάς του πρότεινε να του δώσει το μισό του βασίλειο και να αποδεσμεύσει την πριγκίπισσα από την υπόσχεση που του είχε δώσει. Ο Σφουγγάρης δέχτηκε και τελικά παντρεύτηκε μια κοπέλα που, αν και δεν ήταν πριγκίπισσα, ήταν όμορφη πολύ και τον αγαπούσε. Ο γάμος τους γιορτάστηκε μεγαλόπρεπα και έζησαν το υπόλοιπο της ζωής τους ευτυχισμένοι.</p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></itunes:summary>
		</item>
		<item>
			<title>Ο Κίτρινος Νάνος</title>
			<itunes:title>Ο Κίτρινος Νάνος</itunes:title>
			<pubDate>Tue, 16 Mar 2021 13:13:32 GMT</pubDate>
			<itunes:duration>42:00</itunes:duration>
			<enclosure url="https://sphinx.acast.com/p/open/s/6013ebce985ab977d52addcc/e/6050aefc64df885a61d289f7/media.mp3" length="39973644" type="audio/mpeg"/>
			<guid isPermaLink="false">6050aefc64df885a61d289f7</guid>
			<itunes:explicit>false</itunes:explicit>
			<link>https://www.karakaxa.org/%CE%B5%CF%80%CE%B5%CE%B9%CF%83%CF%8C%CE%B4%CE%B9%CE%B1</link>
			<acast:episodeId>6050aefc64df885a61d289f7</acast:episodeId>
			<acast:showId>6013ebce985ab977d52addcc</acast:showId>
			<acast:episodeUrl>mitos12</acast:episodeUrl>
			<acast:settings><![CDATA[FYjHyZbXWHZ7gmX8Pp1rmbKbhgrQiwYShz70Q9/ffXZMTtedvdcRQbP4eiLMjXzCKLPjEYLpGj+NMVKa+5C8pL4u/EOj1Vw4h5MMJYp0lCcFAe0fnxBJy/1ju4Qxy1fh8gO4DvlGA40yms2g0/hOkcrfHIopjTygHFqGwwOPKFIai4SuTvs86Lx3UYCyl6Zs+WO4fC9bB8/2bSJALEZpunHdJA38/ZCmkJMYOTmjFjo0tObVnqRr1NvrZ/HDkmAeV2yYVO6RbvvG/KCR2HAc/tsegv6AD2Zs+Bn4D2DAX247/2e+tnotNbkzCr2+IClr]]></acast:settings>
			<itunes:subtitle>Μίτος</itunes:subtitle>
			<itunes:episodeType>full</itunes:episodeType>
			<itunes:episode>12</itunes:episode>
			<itunes:image href="https://assets.pippa.io/shows/6013ebce985ab977d52addcc/1615900384754-6c88bdef643386d1da29669ccce23e59.jpeg"/>
			<description><![CDATA[<p>Από τη Γαλλία, μια ιστορία για μαθήματα ζωής, ταπεινότητα και υποσχέσεις που μια φορά... δεν έχει καλό τέλος...!</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Περιέχει κάποια βία, απειλή βίας, διακρίσεις </p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>Ηχητικά εφέ: freesound.org</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ</p><br><p>Ο Κίτρινος Νάνος</p><br><p>Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε&nbsp;μια βασίλισσα που κάποτε είχε πολλά παιδιά, αλλά τώρα της είχε μείνει μόνο μια κόρη. Άξιζε όμως όσο χίλιες.</p><br><p>Η μητέρα της, που από τότε που πέθανε ο βασιλιάς και πατέρας της μικρής πριγκίπισσας, δεν είχε τίποτα στον κόσμο τόσο πολύτιμο όσο την κόρη της, τόσο φοβόταν μην τη χάσει που την είχε κακομάθει και ποτέ δεν της χάλαγε χατίρι. Έτσι, αυτό το μικρό πλασματάκι που όμοιό του στην ομορφιά δεν υπήρχε και που μια μέρα θα φορούσε το στέμμα, αγαπούσε μόνον τον εαυτό του και μισούσε όλους τους άλλους. Η βασίλισσα, η μητέρα της, με τις κολακείες και τα κανακέματα έκανε την πριγκίπισσα να πιστέψει ότι ήταν πάνω απ΄όλους. Την έντυνε πάντα με τα ακριβότερα φορέματα, σαν βασίλισσα του κυνηγιού ή σαν νεράιδα και όταν έβγαινε με τις κυρίες της Aυλής και αυτές ντυνόντουσαν σαν νεραϊδένια συνοδεία.</p><br><p>Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, η βασίλισσα έβαλε τον καλύτερο καλλιτέχνη της χώρας να ζωγραφίσει το πορτρέτο της κόρης της, το οποίο και έστειλε σε γειτονικούς βασιλιάδες με τους οποίους διατηρούσε καλές σχέσεις. Όταν οι βασιλιάδες είδαν το πορτρέτο της μικρής πριγκίπισσας, την&nbsp;ερωτεύτηκαν αμέσως όλοι τους. Αλλά αυτός ο έρωτας επηρέασε διαφορετικά τον καθένα - ένας αρρώστησε από αγάπη, ένας άλλος τρελάθηκε, κάποιοι τυχερότεροι ξεκίνησαν να τη συναντήσουν ευθύς αμέσως, αλλά με το που την κοίταξαν στα μάτια, αμέσως υποδουλώθηκαν στη θέλησή της. </p><br><p>Ποτέ στην ιστορία δεν υπήρξε πιο ευτυχισμένη αυλή παλατιού. Πάνω από είκοσι τρανοί βασιλιάδες έκαναν ό,τι περνούσε από το χέρι τους για να γίνουν οι αγαπημένοι της πριγκίπισσας, αλλά έχοντας ξοδέψει περιουσία και μέρες δίπλα της, ήταν τυχεροί αν τους έλεγε ακόμη κι ένα “καλούτσικο είναι αυτό”.</p><br><p>Αυτός ο θαυμασμός και η προσοχή ευχαριστούσαν ιδιαιτέρως τη βασίλισσα. Δεν περνούσε μέρα χωρίς να ακούσει εφτά με οκτώ χιλιάδες σονέτα, ποιήματα και στιχάκια που κατέφταναν από ποιητές και τραγουδοποιούς όλου του κόσμου. Όλα εξυμνούσαν την Μπελίσσιμα, έτσι έλεγαν την πριγκίπισσα, και οι φωτιές που άναβαν στο τέλος της ημέρας με όλο αυτό το χαρτί έκαιγαν πιο λαμπερά κι αν είχαν χρησιμοποιήσει το καλύτερο ξύλο για να τις ανάψουν.</p><br><p>Η Μπελίσσιμα ήταν πια 15 χρονών όταν ένας από τους πρίγκιπες που είχαν καταφτάσει στο παλάτι πρότεινε να την παντρευτεί, αν και μέχρι τότε κανείς δεν είχε τολμήσει να ξεστομίσει κάτι τέτοιο. Πώς να συμβεί αυτό, όταν η πριγκίπισσα μπορούσε να διατάξει για την πλάκα της να τον αποκεφαλίσουν, κάτι που γινόταν πέντε φορές τη ημέρα, τόσο λίγο την ένοιαζαν οι άλλοι! Τόσο πολύ την αγαπούσαν όλοι γύρω της που θα έκαναν τα πάντα με μια της διαταγή. Αλλά η βασίλισσα, που πια ήθελε να την παντρέψει, δεν ήξερε πώς να πείσει την πριγκίπισσα να αρχίσει να σκέφτεται την πρόταση σοβαρά:</p><p>Μπελίσιμμα, της είπε, μακάρι να μην ήσουν τόσο περήφανη. Γιατί περιφρονείς τόσο όλους αυτούς τους άρχοντες; Θέλω να παντρευτείς έναν τους, σε παρακαλώ μην με παρακούσεις.</p><p>Μα είμαι τόσο ευτυχισμένη έτσι όπως είμαι, απάντησε η Μπελίσσιμα. Άσε με στην ησυχία μου, δεν ενδιαφέρομαι για κανέναν τους.</p><p>Κι όμως, μπορούν να σε κάνουν πολύ ευτυχισμένη αυτοί οι πρίγκιπες και θα θυμώσω πολύ αν τελικά πέσεις σε κακά χέρια, της είπε τότε αυστηρά η βασίλισσα.</p><br><p>Αλλά η πριγκίπισσα είχε τόσο μεγάλη ιδέα για τον εαυτό της, που δεν θεωρούσε κανέναν από τους πρίγκιπες αρκετά όμορφο ή έξυπνο για να την πάρει για γυναίκα του. Και η βασίλισσα, που είχε αρχίσει στ’ αλήθεια να ανησυχεί για το μέλλον της κόρης της μετάνιωνε τώρα που την είχε κακομάθει τόσο.</p><br><p>Έχοντας έρθει σε αδιέξοδο πήγε να συμβουλευτεί τη Νεράιδα της Ερήμου, μια μάγισσα γνωστή στην περιοχή. Τη φυλούσαν τρομερά λιοντάρια και θα ήταν δύσκολο για τη βασίλισσα να την πλησιάσει. Αλλά για καλή της τύχη είχε ακούσει ότι, για να περάσει με ασφάλεια από τα λιοντάρια, έπρεπε να τους δώσει να φάνε μια πίτα από αλεύρι κεχριού, ζαχαρωτά και αυγά κροκοδείλου. Ετοίμασε έτσι την πίτα με τα ίδια της τα χέρια, την έβαλε σε ένα καλάθι και πήγε να βρει τη Νεράιδα. Δεν ήταν όμως συνηθισμένη σε τόσο περπάτημα και γρήγορα κουράστηκε. Έκατσε να ξαποστάσει κάτω από ένα δέντρο και σύντομα την πήρε ο ύπνος. Σαν ξύπνησε με φρίκη είδε πως το καλάθι της ήταν άδειο, η πίτα είχε κάνει φτερά! Και σαν να μην έφτανε αυτό, άκουσε κοντά της το γρύλισμα των λιονταριών, την είχαν μυρίσει και έρχονταν να τη βρουν: “Αχ, τι θα κάνω τώρα;”, είπε απελπισμένη, “θα με κάνουν μια χαψιά!” και παραλυμένη από φόβο, έμεινε κάτω από το δέντρο όπου είχε κοιμηθεί και άρχισε να κλαίει γοερά. Τότε άκουσε κάποιον να λέει: “Ωπ ωπ!”. Κοίταξε δεξιά κι αριστερά και πάνω σ΄ ένα δέντρο είδε έναν μικροκαμωμένο άντρα που έτρωγε πορτοκάλια:</p><p>Α, βασίλισσά μου, της είπε. Σε ξέρω καλά και ξέρω τώρα πόσο φοβάσαι τα λιοντάρια που έρχονται. Και καλά κάνεις, έχουν καταβροχθίσει πολύ κόσμο. Μα τι να κάνεις που δεν έχεις πίτα να τους δώσεις;</p><p>Μάλλον πρέπει να το πάρω απόφαση πως θα πεθάνω, του αποκρίθηκε εκείνη. Και δεν θα με πείραζε και τόσο, αφού αυτή είναι η μοίρα μου, αλλά θα ήθελα να είχα παντρέψει την κόρη μου πριν κλείσω τα μάτια μου για πάντα.</p><p>Έχεις κόρη; ρώτησε ενθουσιασμένος ο Κίτρινος Νάνος (έτσι τον έλεγαν γιατί το δέρμα του ήταν κίτρινο και ζούσε πάνω στην πορτοκαλιά). Χαίρομαι πολύ που το ακούω, γιατί εδώ και καιρό γυρίζω τον κόσμο ψάχνοντας μια κατάλληλη σύζυγο. Αν μου δώσεις την κόρη σου για γυναίκα, τότε κανένα λιοντάρι, καμία τίγρη και αρκούδα δεν θα σε πειράξει.</p><br><p>Η βασίλισσα τον κοίταξε καλά και τον φοβήθηκε σχεδόν όσο φοβόταν και τα λιοντάρια που πλησίαζαν, οπότε και δεν είπε τίποτα: “Μα, διστάζεις Μεγαλειοτάτη!” αναφώνησε ο Νάνος, “πρέπει να αδημονείς να φαγωθείς”. Η βασίλισσα τότε είδε τα λιοντάρια να κατεβαίνουν από έναν κοντινό λόφο. Το καθένα είχε δύο κεφάλια, οχτώ πόδια, δυο σειρές κοφτερά δόντια, ήταν κατακόκκινα και το δέρμα τους ήταν σκληρό σαν το καύκαλο της χελώνας. Η βασίλισσα τότε, τρέμοντας σαν περιστέρι που έχει δει το γεράκι να παραμονεύει, φώναξε με όλη της τη δύναμη: “Καλέ μου Νάνε, η Μπελίσσιμα θα γίνει γυναίκα σου!”</p><p>Α, έτσι; είπε περιφρονητικά ο νάνος. Καλή είναι η Μπελίσσιμα, δεν λέω, αλλά δεν είμαι σίγουρος ότι θέλω και να την παντρευτώ - κράτα την εσύ καλύτερα.</p><p>Καλέ μου κύριε, είπε η βασίλισσα γεμάτη αγωνία, μην αρνηθείς να την κάνεις γυναίκα σου. Είναι η ομορφότερη πριγκίπισσα του κόσμου.</p><p>Καλά, καλά. Θα την πάρω από ελεημοσύνη. Μην ξεχάσεις όμως πως από αυτή τη στιγμή είναι δική μου.</p><br><p>Λέγοντας αυτό, μια μικρή πόρτα άνοιξε στον κορμό της πορτοκαλιάς και η βασίλισσα μόλις που πρόλαβε και μπήκε, και η πόρτα έκλεισε αφήνοντας πίσω της τα ανοιχτά στόματα των λιονταριών. Τέτοια σύγχηση είχε η βασίλισσα, που ίσα που πρόσεξε μια δεύτερη μικρή πόρτα μέσα στην πορτοκαλιά. Η πόρτα άνοιξε από μόνη της και η βασίλισσα βρέθηκε σ΄ ένα χωράφι με γαϊδουράγκαθα και τσουκνίδες που ήταν περικυκλωμένο από μια τάφρο γεμάτη λάσπη. Λίγο παραπέρα είδε ένα αχυρένιο καλυβάκι και τον Νάνο να στέκεται μπροστά του καμαρωτός. Φορούσε ξύλινα παπούτσια και κίτρινο παλτό, δεν είχε τρίχα επάνω του και πολύ μακριά αυτιά - ένα πολύ απαίσιο θέαμα: “Χαίρομαι πολύ που εσύ η πεθερά μου μπορείς να δεις πού θα ζει από εδώ και μπρος η κόρη σου. Με τα γαϊδουράγκαθα και τις τσουκνίδες θα μπορεί να ταΐζει το γαϊδούρι και να το καβαλικεύει όποτε θέλει. Μέσα σε αυτό το καλυβάκι δεν θα της συμβεί ποτέ τίποτα που να μπορεί να την πληγώσει. Θα πίνει νερό από την τάφρο και θα τρώει βατράχια - είναι ωραία και παχουλά σε αυτά τα μέρη. Και πάντα θα έχει για συντροφιά της εμένα, όπως με βλέπεις τώρα, όμορφο, ευχάριστο και πιο χαρούμενο από ποτέ. Ούτε η σκιά της δεν θα είναι τόσο κοντά της όσο θα είμαι εγώ”. Η βασίλισσα κοίταξε γύρω της και μόλις συνειδητοποίησε τι ζωή θα έκανε από εδώ και μπρος η κόρη της, σωριάστηκε χάμω.</p><br><p>Μόλις συνήλθε, με έκπληξη&nbsp;είδε πως ήταν ξαπλωμένη στο κρεβάτι της και μάλιστα φορούσε το πιο χαριτωμένα περίτεχνο σκουφάκι που είχε δει ποτέ της. Στην αρχή σκέφτηκε πως όλες οι περιπέτειες της με τα λιοντάρια, τον Νάνο και τον γάμο του με την Μπελίσσιμα, όλα ήταν απλά ένα κακό όνειρο. Κοιτάζοντας όμως καλύτερα το σκουφάκι με το κίτρινο κορδελάκι του, κατάλαβε πως όλα είχαν συμβεί στ’ αλήθεια και στενοχωρέθηκε τόσο που δεν μπορούσε ούτε να φάει μα ούτε και να πιει και να κοιμηθεί.</p><br><p>Η πριγκίπισσα που, παρόλη την κακοτροπιά της αγαπούσε τη μητέρα της πολύ, στενοχωρέθηκε που την είδε σε αυτή την κατάσταση και τη ρώτησε τι της είχε συμβεί. Η βασίλισσα μη θέλοντας να αποκαλύψει στην κόρη της την αλήθεια, έφτιαχνε δικαιολογίες, πότε πως ήταν άρρωστη και πότε πως ένα γειτονικό βασίλειο τους απειλούσε με πόλεμο. Αλλά η Μπελίσσιμα ήξερε πως υπήρχε και κάτι άλλο που ευθυνόταν για την κατάσταση της βασίλισσας, κάτι που δεν της έλεγε. Αποφάσισε να πάει η ίδια στη Νεράιδα της Ερήμου μιας και είχε άκουσει πόσο σοφή ήταν, να τη ρωτήσει για τη μητέρα της αλλά και να πάρει συμβουλές για το αν έπρεπε να παντρευτεί ή όχι.</p><br><p>Έτσι, με προσοχή, έφτιαξε την πίτα που θα ηρεμούσε τα λιοντάρια-φρουρούς και, κρυφά από όλους αργά ένα βράδυ, ξεγλύστρησε από το παλάτι ντυμένη στα λευκά.</p><br><p>Δυστυχώς όμως κι αυτή σταμάτησε στην καταραμένη πορτοκαλιά. Την είδε φορτωμένη με ευωδιαστά άνθη και λαχταριστούς καρπούς και σταμάτησε να μαζέψει μερικούς. Αφού είχε μαζέψει αρκετούς, ακούμπησε το καλάθι της στο έδαφος και άρχισε να τρώει. Σαν χόρτασε και γύρισε να πάρει το καλάθι της να συνεχίσει το δρόμο της, είδε πως εκείνο είχε εξαφανιστεί κι όσο κι αν έψαχνε δεν μπορούσε να το βρει. Όσο περισσότερο το έψαχνε τόσο περισσότερο άρχισε να φοβάται, μέχρι που έβαλε τα κλάματα. Τότε μπροστά της εμφανίστηκε ο Κίτρινος Νάνος:</p><p>Τι σου συμβαίνει δεσποσύνη; τη ρώτησε ο Νάνος. Γιατί κλαίς έτσι;</p><p>Αλίμονο! Κλαίω γιατί έχασα το καλάθι με την πίτα που θα με βοηθούσε να φτάσω με ασφάλεια στη Νεράιδα της Ερήμου.</p><p>Και τι τη θες εσύ τη Νεράιδα κυρά μου; είπε το μικρό τέρας. Είμαι φίλος της, βλέπεις, και μπορώ να πω ότι είμαι όσο έξυπνος είναι και αυτή.</p><p>Η βασίλισσα, η μητέρα μου, έχει πέσει σε τέτοια μελαγχολία τώρα τελευταία που φοβάμαι πως θα πεθάνει αν συνεχίσει έτσι. Πολύ φοβάμαι πως ευθύνομαι εγώ γι αυτό, γιατί ήθελε να παντρευτώ, αλλά δεν βρίσκω κανέναν άξιο για μένα. Για όλ΄ αυτά θέλω να μιλήσω στη Νεράιδα.</p><p>Μην προβληματίζεσαι άλλο πριγκίπισσα μου, της απάντησε ο Νάνος. Θα σου τα απαντήσω όλα εγώ ευθύς αμέσως. Η βασίλισσα, η μητέρα σου σε έχει τάξει-</p><p>Με έχει τάξει! Ω, όχι, όχι, είμαι σίγουρη πως δεν έχει κάνει κάτι τέτοιο. Θα μου το είχε πει, είναι κάτι τόσο δικό μου που αποκλείεται να είχε κάνει κάτι τέτοιο χωρίς τη συγκατάθεσή μου. Κάποιο λάθος κάνεις.</p><p>Όμορφη πριγκίπισσα, της είπε ο Νάνος, που με μια κίνηση γονάτισε μπροστά της. Είμαι σίγουρη πως δεν θα απογοητευτείς σαν μάθεις πως στην αφεντιά μου σε έταξε η μητέρα σου.</p><p>Σε σένα; φώναξε η Μπελίσσιμα πισοπατώντας. Η μητέρα μου θέλει να παντρευτώ εσένα; Πώς μπορείς να πιστεύεις κάτι τόσο ανόητο;</p><p>Α, δεν είναι δα ότι με νοιάζει και ιδιαίτερα, είπε θυμωμένα ο Νάνος. Αλλά τα λιοντάρια έρχονται τώρα και είναι θυμωμένα, θα σε κάνουν μια χαψιά. Και εσένα και την ψωροπερηφάνια σου.</p><br><p>Και τότε η πριγκίπισσα άκουσε από μακριά τα τρομαχτικά ουρλιαχτά των λιονταριών: “Αχ, τι θα κάνω; Έτσι θα τελειώσουν λοιπόν οι μέρες ανεμελιάς μου;”, είπε με λυγμούς.</p><br><p>Ο κακοπροαίρετος Νάνος την κοίταξε και άρχισε να γελά χαιρέκακα:</p><p>Τουλάχιστον θα έχεις την ευτυχία να πεθάνεις αστεφάνωτη. Μια κοτζαμάν πριγκίπισσα σαν και του λόγου σου σίγουρα θα προτιμά να πεθάνει έτσι παρά να πάρει για άντρα της έναν κακόμοιρο νάνο σαν κι εμένα.</p><p>Ω, μη θυμώνεις, είπε απεγνωσμένα η πριγκίπισσα, σταυρώνοντας τα χέρια της. Καλύτερα να παντρευτώ όλους τους νάνους του κόσμου παρά να πεθάνω έτσι!</p><p>Κοίταξε με καλά πριγκίπισσα πριν μου δώσεις τον λόγο σου. Δεν θέλω να βιαστείς.</p><p>Αχ, τα λιοντάρια όλο και πλησιάζουν! Σε κοίταξα αρκετά. Σώσε με εδώ και τώρα αλλιώς θα πεθάνω από τον φόβο που νιώθω αυτή τη στιγμή.</p><br><p>Πράγματι, ξεστομίζοντας αυτά τα λόγια, η πριγκίπισσα σωριάστηκε χάμω αναίσθητη. Ξύπνησε στο κρεβάτι της, πίσω στο παλάτι, ντυμένη στην πιο φίνα δαντέλα και κίτρινες κορδέλες. Στο δάχτυλο της φορούσε ένα μικρό δαχτυλίδι από μια κόκκινη τρίχα, που όσο και να προσπάθησε να το βγάλει δεν τα κατάφερε. Σαν η πριγκίπισσα τα είδε όλα αυτά, θυμήθηκε τι είχε συμβεί και, σαν τη μητέρα της, έπεσε κι αυτή σε βαθιά στενοχώρια. Κλονίστηκε όλο το βασίλειο και περισσότερο απ’ όλους η μητέρα τής Μπελίσσιμα που, όσες φορές και να τη ρώτησε τι είχε συμβεί, δεν έπαιρνε απάντηση.</p><br><p>Μια μέρα όλοι οι σημαντικοί άνδρες του βασιλείου μαζεύτηκαν και, ανυπομονώντας να δουν την πριγκίπισσα καλοπαντρεμένη, παρουσιάστηκαν μπροστά στη βασίλισσα και την παρακάλεσαν να διαλέξει σύζυγο για την κόρη της. Εκείνη τους αποκρίθηκε πως, μιας και η κόρη της δεν είχε καμία πρόθεση να παντρευτεί, καλύτερα να πήγαιναν και να μιλούσαν απευθείας σ΄αυτήν, πράγμα που έκαναν. Η Μπελίσσιμα είχε ταπεινωθεί από αυτό που της είχε συμβεί με τον Νάνο και σκέφτηκε πως ο καλύτερος τρόπος να ξεφορτωθεί αυτό το φριχτό πλάσμα ήταν να παντρευτεί έναν πανίσχυρο βασιλιά. Έτσι, προς μεγάλη έκπληξη όλων, όταν οι άνδρες παρουσιάστηκαν μπροστά της τους είπε πως, αν και θα προτιμούσε να μην παντρευτεί κανέναν, θα δεχόταν να παντρευτεί τον Βασιλιά των Χρυσωρυχείων. Αυτός ήταν ένας όμορφος και ισχυρός νέος που αγαπούσε εδώ και πολλά χρόνια την πριγκίπισσα, αλλά πίστευε πως δεν την ενδιέφερε και ιδιαίτερα. Φανταστείτε τη χαρά του όταν έμαθε τα νέα, αλλά και την απογοήτευση όλων των άλλων βασιλιάδων που ήθελαν την πριγκίπισσα για γυναίκα τους. </p><br><p>Οι προετοιμασίες για τον πιο μεγαλειώδη γάμο όλων των εποχών ξεκίνησαν αμέσως. Ο Βασιλιάς των Χρυσωρυχείων έστειλε τόσα πλούτη στη μέλλουσα νύφη του, που οι θάλασσες γέμισαν με καράβια που μετέφεραν τον αμύθητο αυτό θησαυρό. Αγγελειοφόροι ταξίδεψαν στις πιο πλούσιες Αυλές του τόπου, και ειδικά στις γαλλικές Αυλές, για να βρουν τα πιο όμορφα κοσμήματα και στολίδια για την ξεχωριστή μέρα της πριγκίπισσας, αν και ήταν τόσο όμορφη που δεν χρειαζόταν τίποτα παραπάνω για να την ομορφύνει. Τουλάχιστον αυτό νόμιζε ο Βασιλιάς των Χρυσωρυχείων που δεν θα ήταν ποτέ του ευτυχισμένος χωρίς την Μπελίσσιμα στο πλάι του.</p><br><p>Εκείνη, όσο περισσότερο καιρό περνούσε με τον Βασιλιά, τόσο περισσότερο τον συμπαθούσε. Ήταν γενναιόδωρος, όμορφος και έξυπνος και άρχισε να τον ερωτεύεται στ’ αλήθεια. Έκαναν περιπάτους στους βασιλικούς κήπους και πολλές φορές άκουγαν μουσική μαζί. Μάλιστα ο Βασιλιάς έγραφε και τραγούδια για την πριγκίπισσα. Ένα που της άρεσε ιδιαίτερα έλεγε:</p><p>Όλο το δάσος χαίρεται</p><p>Η πριγκίπισσα σαν έρχεται.</p><p>Τα μπουμπούκια όλα σκύβουν</p><p>και σιγά σιγά ανοίγουν.</p><p>Τα ψιλόλιγνα τα άνθη</p><p>Χαιρετούν την όλο χάρη.</p><p>Πριγκίπισσα μου, τα πουλιά</p><p>Αγάπη λεν με κάθε τους λαλιά.</p><p>Απ’ άκρη σ’ άκρη σε αυτά τα μέρη,</p><p>Εμείς πάμε χέρι χέρι.</p><p>Τόσο ευτυχισμένοι είμαστε εμείς οι δυο, όλοι οι άλλοι έφυγαν με άδεια καρδιά.</p><p>Είπαν αντίο στην πριγκίπισσα κι εκείνη τους λυπήθηκε και τους έγνεψε γεια.</p><br><p>Κυρά μου, είπε ο Βασιλιάς των Χρυσωρυχείων στην πριγκίπισσα, γιατί φέρεσαι έτσι; Γιατί λυπάσαι αυτούς τους άρχοντες, είναι τόσο αξιολύπητοι που μόνο ένα χαμόγελο από τα χείλη σου θα τους έκανε ευτυχισμένους;</p><p>Θα στενοχωριόμουν περισσότερο Βασιλιά μου, απάντησε η Μπελίσσιμα, αν δεν είχες προσέξει τη λύπη που αισθάνομαι για αυτούς. Για εσένα τα πράγματα είναι αλλιώς, πήρες αυτό που ήθελες, ενώ αυτοί φεύγουν με πόνο στην καρδιά. Μην μου στερείς τη συμπόνοια λοιπόν.</p><br><p>Ο Βασιλιάς εντυπωσιάστηκε από την καλοσυνάτη αντίδραση της πριγκίπισσας στο σκληρό του σχόλιο και έπεσε στα πόδια της, φίλησε το χέρι της χίλιες φορές και της ζήτησε να του συγχωρήσει αυτή του τη συμπεριφορά.</p><br><p>Έφτασε και η χαρμόσυνη μέρα. Όλα ήταν έτοιμα για τον γάμο της Μπελίσσιμα. Σήμαναν οι τρομπέτες, οι δρόμοι της πόλης στολίστηκαν με σημαίες και λουλούδια και πλήθος ανθρώπων μαζεύτηκε στην κεντρική πλατεία μπροστά από το παλάτι. Η βασίλισσα δεν είχε κλείσει μάτι όλη νύχτα από τη χαρά της και είχε σηκωθεί από νωρίς να σιγουρευτεί πως όλα ήταν στην εντέλεια και πως η φορεσιά της πριγκίπισσας είχε όλα τα κοσμήματα που έπρεπε. Ακόμη και τα παπούτσια της ήταν στολισμένα με διαμάντια, μια ασημένια αστραφτερή ζώνη κοσμούσε τη μέση της και το πέπλο της ήταν από αχτίδες ήλιου. Στο κεφάλι της φορούσε το πιο λαμπερό στέμμα, τα μαλλιά της άγγιζαν το πάτωμα και η κορμοστασιά της την έκανε να ξεχωρίζει απ΄ όλες τις κοπέλες του βασιλείου. Και ο Βασιλιάς των Χρυσωρυχείων ήταν κομψότατος! Το πρόσωπο του δεν μπορούσε να κρύψει τη χαρά του και όποιος τον πλησίαζε να του σφίξει το χέρι επέστρεφε πλημμυρισμένος δώρα - γύρω στο παλάτι υπήρχαν βαρέλια με χρυσάφι και βελούδινα πουγκάκια γεμάτα νομίσματα και μαργαριτάρια που μοιράζονταν σε όλους τους καλεσμένους.</p><br><p>Η βασίλισσα και η πριγκίπισσα ξεκίνησαν να συναντήσουν τον βασιλιά, όταν ξάφνου από μακριά είδαν να πλησιάζουν δυο φτερωτοί δράκοι, σέρνοντας ένα κακοφτιαγμένο κουτί. Ξοπίσω τους ερχόταν μια ψηλή γυναίκα, της οποίας η ασχήμια ήταν πιο εντυπωσιακή και από τα γηρατειά της. Φορούσε ένα ταλαιπωρημένο μαύρο πανωφόρι και μια κόκκινη βελούδινη κουκούλα. Το φουστάνι της σηκωνόταν από έναν κατεστραμμένο κορσέ και στηριζόταν σε μια μαγκούρα. Η γυναίκα με τους φτερωτούς της δράκους έκανε τρεις γύρους στην πλατεία, παρατηρώντας όλους όσους παρευρίσκονταν εκεί, σταμάτησε στη μέση της πλατείας και σηκώνοντας απειλητικά τη μαγκούρα της φώναξε:</p><p>Χα, βασίλισσα! Χα, πριγκίπισσα! Νομίζατε ότι θα σπάγατε τις υποσχέσεις σας στον φίλο μου τον Κίτρινο Νάνο ατιμώρητα; Είμαι η Νεράιδα της Ερήμου. Αν δεν ήταν ο Κίτρινος Νάνος και η πορτοκαλιά του, τα λιοντάρια μου θα σας είχαν καταβροχθίσει τώρα! Στη Νεραϊδοχώρα δεν ανεχόμαστε τέτοιες προσβολές, αποφασίστε τώρα αμέσως τι θα κάνετε αν και ορκίζομαι ότι ο Κίτρινος Νάνος θα γίνει γαμπρός σήμερα. Αλλιώς θα κάψω τη μαγκούρα μου!</p><p>Μπελίσσιμα, είπε η βασίλισσα κλαίγοντας, τι είναι αυτά που ακούω; Τι πήγες και υποσχέθηκες;</p><p>Μητέρα, της απάντησε θλιμμένα η πριγκίπισσα, εσύ πως μπόρεσες και με έταξες;</p><br><p>Ο Βασιλιάς των Χρυσωρυχείων, οργισμένος με τη διακοπή του γάμου του από αυτή την κακιά γυναίκα, την πλησίασε και ορθώνοντας το ξίφος του μπροστά της, την απείλησε: “Φύγε από τη χώρα μου αυτή τη στιγμή κιόλας καταραμένο πλάσμα, αλλιώς η ζωή σου θα τελειώσει εδώ!”.</p><br><p>Δεν πρόλαβε να τελειώσει την πρόταση του και το κακοφτιαγμένο κουτί άνοιξε και από μέσα ξεπήδησε ο Κίτρινος Νάνος, καβάλα σε μια γάτα: </p><p>Άξεστε νεαρέ!, ούρλιαξε ο Νάνος στέκοντας ανάμεσα στη Νεράιδα και στον βασιλιά. Για κάνε πως τολμάς να αγγίξεις έστω και μια τρίχα στα μαλλιά αυτής της μεγαλόπρεπης Νεράιδας! Η διαφωνία σου είναι μ΄ εμένα, εγώ είμαι ο εχθρός και ανταγωνιστής σου. Η άπιστη πριγκίπισσα που παραλίγο να παντρευτείς είναι ταγμένη σε εμένα. Κοίτα και θα δεις πως στο δάχτυλο της ήδη βρίσκεται ένα δαχτυλίδι που όσο και να προσπαθήσεις δεν θα μπορέσεις να βγάλεις, τέτοια είναι η δύναμή μου!</p><p>Άθλιο τερατάκι! του φώναξε ο βασιλιάς. Πώς τολμάς να περνιέσαι για σύζυγος της πριγκίπισσας και να έχεις δικαίωμα στην περιουσία της; Μα δεν βλέπεις πως είσαι ένας κακάσχημος νάνος, τόσο που ίσα που αντέχω να σε κοιτάζω, και πως θα ήταν τιμή σου να έπεφτες νεκρός από το σπαθί μου;</p><br><p>Ο Κίτρινος Νάνος, εξοργισμένος από αυτά τα λόγια του βασιλιά, σπιρούνησε τη γάτα που καβαλούσε και άρχισε να τρέχει με μανία δεξιά κι αριστερά, τρομάζοντας όλους όσους ήταν μάρτυρες αυτής της σκηνής, εκτός από τον γενναίο βασιλιά ο οποίος ακολουθούσε από κοντά&nbsp;τον Κίτρινο Νάνο, μέχρι που εκείνος έβγαλε από τη ζώνη του ένα μεγάλο μαχαίρι και προκάλεσε τον βασιλιά σε μονομαχία, κατεβαίνοντας προς την αυλή του παλατιού. Ο βασιλιάς δέχτηκε την πρόκληση και βιάστηκε να τον συναντήσει εκεί. Τους ακολούθησε και όλη η Αυλή, που βιάστηκε να πιάσει θέσεις στα μπαλκόνια για να δει από κοντά τη μονομαχία. Ξαφνικά όμως, όταν όλοι είχαν πάρει θέση, ο ήλιος έγινε κόκκινος σαν αίμα και η ατμόσφαιρα σκοτείνιασε τόσο, που ίσα που φαινόταν κάτι. Μια δυνατή βροντή πλημμύρισε τον αέρα και αμέσως μετά έπεσε μια αστραπή τόσο λαμπερή, που θα ‘λεγε κανείς πως θα έκαιγε τον αέρα. Φτερωτοί δράκοι προσγειώθηκαν στα δεξιά και στ΄αριστερά του Νάνου, ψηλοί σαν βουνά, ανασαίνοντας φωτιά. Ο βασιλιάς όμως δεν φοβήθηκε, η αποφασιστικότητά του ήταν τόσο εμφανής που σίγουρα ντρόπιασε και τον ίδιο τον Νάνο. Όμως τότε η Νεράιδα καβάλησε έναν γρύπα, φίδια αγκάλιασαν το κορμί της και, πιο τρομερή από ποτέ, χτύπησε την Μπελίσσιμα με τη λόγχη της κι εκείνη έπεσε αιμορραγώντας στην αγκαλιά της μητέρας της. Ακούγοντας τη σπαρακτική κραυγή της βασίλισσας, ο βασιλιάς έχασε το κουράγιο και τη συγκέντρωσή του. Εγκαταλείποντας τη μάχη, έτρεξε στο πλευρό της πριγκίπισσας για να τη σώσει ή να πεθάνει μαζί της. Αλλά ο Νάνος τον πρόλαβε. Πηδώντας με τη γάτα του από μπαλκόνι σε μπαλκόνι, έφτασε πρώτος την Μπελίσσιμα, την άρπαξε από τη βασίλισσα και πριν προλάβουν οι κυρίες της αυλής να αντιδράσουν, μ΄ έναν πήδο βρέθηκε στην οροφή του παλατιού και εξαφανίστηκε με το έπαθλο του.</p><br><p>Ο βασιλιάς, παγωμένος από τον τρόμο, είχε καρφώσει το βλέμμα του εκεί όπου είχε εξαφανιστεί η πριγκίπισσά του. Σαν να μην έφτανε αυτό, στην κακοτυχία του ήρθε να προστεθεί και το σκοτείνιασμα των ματιών του, καθώς ένιωσε το σώμα του να σηκώνεται ψηλά, σαν να τον είχε σηκώσει ένα τεράστιο και δυνατό χέρι. Βλέπετε, η Νεράιδα της Ερήμου, παρόλο που είχε έρθει να βοηθήσει τον Κίτρινο Νάνο να αρπάξει την πριγκίπισσα, μόλις είδε τον Βασιλιά των Χρυσωρυχείων, τον ερωτεύτηκε παράφορα. Σκέφτηκε πως, αν τον έπιανε και τον αλυσόδενε σε έναν βράχο μέσα σε φρικτή σπηλιά, από τον φόβο του θανάτου και μόνο, σίγουρα εκείνος θα ξεχνούσε την αγάπη του για την Μπελίσσιμα και θα γινόταν σκλάβος της. Έτσι, σαν έφτασαν στη σπηλιά τον αλυσόδεσε και του έδωσε πίσω την όραση του. Τότε, μεταμορφώθηκε σε πανέμορφη κοπέλα και προσποιήθηκε πως από τύχη είχε βρεθεί εκεί: “Μα τι βλέπω;”, φώναξε. “Εσύ είσαι βασιλιά μου; Ποια κακή τύχη σε έφερε ως εδώ;”. Ο βασιλιάς, που ξεγελάστηκε από την εμφάνισή της, αποκρίθηκε:</p><p>Αλίμονο, όμορφη δεσποσύνη, η νεράιδα που μ΄ έφερε εδώ με τύφλωσε, αλλά από τη φωνή της κατάλαβα ότι ήταν η Νεράιδα της Ερήμου. Γιατί με έφερε εδώ, δεν ξέρω να σου πω.</p><p>Α! του είπε η μεταμορφωμένη Νεράιδα, αφού κακόπεσες στα χέρια της, ξέρω πως δεν θα σε αφήσει να φύγεις εκτός κι αν την παντρευτείς. Το έχει κάνει και σε άλλους άρχοντες σαν κι εσένα, κάνει γενικά του κεφαλιού της.</p><br><p>Καθώς τον ψευτοπαρηγορούσε, ο βασιλιάς πρόσεξε πως τα πόδια της κοπέλας ήταν σαν αυτά του γρύπα και κατάλαβε αμέσως πως μπροστά του είχε τη Νεράιδα της Ερήμου, η οποία ό,τι μορφή και να έπαιρνε, τα πόδια της ήταν το μόνο σημείο που δεν μπορούσε ν΄ αλλάξει. Προσποιούμενος πως δεν είχε καταλάβει τίποτα, της είπε με συνομωτικό ύφος:</p><p>Δεν είναι ότι δεν συμπαθώ τη Νεράιδα της Ερήμου, αλλά δεν μου αρέσει η σχέση της με τον Κίτρινο Νάνο και ότι με έχει φυλακισμένο έτσι. Αληθεύει πως αγαπώ μια γοητευτική πριγκίπισσα, αλλά αν η Νεράιδα με ελευθέρωνε, από ευγνωμοσύνη και μόνο, θα της ορκιζόμουν αιώνια αφοσίωση.</p><p>Το εννοείς αυτό βασιλιά μου; είπε με αφέλεια η Νεράιδα.</p><p>Βέβαια, γιατί να σε εξαπατήσω; Στο κάτω κάτω, είναι πολύ καλύτερο να σε αγαπά μια Νεράιδα παρά μια κοινή πριγκίπισσα. Αλλά η περηφάνια μου, μου επιτάσσει να λέω ότι μισώ τη Νεράιδα ακόμη κι αν την αγαπώ τρελά, μέχρι να με ελευθερώσει.</p><br><p>Με αυτά τα λόγια η Νεράιδα της Ερήμου κολακεύτηκε και αποφάσισε να μεταφέρει τον βασιλιά κάπου πιο άνετα. Τον έβαλε στο άρμα της που αυτή τη φορά το έσερναν κύκνοι αντί για τις συνηθισμένες νυχτερίδες και πετάξανε μακριά. Κοιτώντας κάτω όμως ο βασιλιάς, είδε το μέρος όπου ο Κίτρινος Νάνος φυλούσε την πριγκίπισσα - ήταν ένα κάστρο από ατσάλι, που αντανακλούσε το φως του ήλιου τόσο πολύ ώστε όποιος το πλησίαζε σίγουρα θα γινόταν κάρβουνο. Η πριγκίπισσα καθόταν σε έναν παγκάκι στον κήπο στη μέση του κάστρου και έκλαιγε πικρά. Σαν άκουσε το ιπτάμενο άρμα να περνά, σήκωσε το βλέμμα της και είδε τον βασιλιά της με μια πραγματική καλλονή στο πλευρό του: “Σα να μην έφτανε που με απήγαγε ο τρομερός Κίτρινος Νάνος, ο αγαπημένος μου βασιλιάς με ξέχασε τόσο γρήγορα; Και μάλιστα βρήκε να με αντικαταστήσει με μια τόσο όμορφη ύπαρξη;”.</p><br><p>Καθώς η πριγκίπισσα συλλογιζόταν το κακό ριζικό της, ο βασιλιάς υπέφερε που την έβλεπε έτσι, αλλά ήξερε πως η Νεράιδα της Ερήμου ήταν παντοδύναμη και πως για να της ξεφύγει έπρεπε να κάνει υπομονή και να καταστρώσει ένα σοφό σχέδιο. Η Νεράιδα της Ερήμου, που είχε και εκείνη δει την Μπελίσσιμα να κάθεται στον κήπο, προσπάθησε να διαβάσει την αντίδραση του βασιλιά. Αλλά εκείνος την πρόλαβε λέγοντάς της: </p><p>Κανείς δεν μπορεί να σου πει αυτό που θες να ακούσεις παρά μόνο εγώ. Ναι, είναι αλήθεια πως βλέποντας αυτήν που κάποτε αγαπούσα με επηρέασε κάπως, δεν το αρνούμαι. Αλλά εσύ είσαι πολύ πιο πολύτιμη για μένα, καλύτερα να πεθάνω παρά να ζήσω μακριά σου.</p><p>Μα στ’ αλήθεια βασιλιά μου με αγαπάς τόσο πολύ;</p><p>Ο χρόνος θα δείξει Κυρά μου, της απάντησε. Απόδειξέ μου όμως πως πραγματικά κι εσύ με σέβεσαι και μην αρνηθείς να βοηθήσεις την Μπελίσσιμα.</p><p>Μα ξέρεις τι μου ζητάς; είπε καχύποπτα η Νεράιδα. Θέλεις να χρησιμοποιήσω τις δυνάμεις μου εναντίον του καλύτερού μου φίλου του Κίτρινου Νάνου και να ελευθερώσω μια πριγκίπισσα με την οποία ανταγωνίζομαι για την αγάπη σου;</p><br><p>Ο βασιλιάς παρέμεινε σιωπηλός - πράγματι, πώς νόμιζε ότι μια τέτοια παράκκλιση θα έπιανε σε ένα τόσο έξυπνο πλάσμα; Έφτασαν τελικά σε ένα μεγάλο λιβάδι γεμάτο πολύχρωμα λουλούδια. Τριγύρω υπήρχε ένα βαθύ ποτάμι και τα ρυάκια που πήγαζαν από αυτό κυλούσαν ανάμεσα σε καταπράσινα δέντρα, όλα έμοιαζαν να σφίζουν από ζωή. Στη μέση του λιβαδιού βρισκόταν ένα μεγαλόπρεπο παλάτι του οποίου οι τοίχοι ήταν από διάφανο σμαράγδι. Σαν οι κύκνοι προσγειώθηκαν μπροστά στη διαμαντένια πύλη, το ζευγάρι περικυκλώθηκε από μαγικά και πανέμορφα όντα που τους προϋπάντησαν όλο χαρά, τραγουδώντας τους:</p><br><p>Σαν στην καρδιά σου φωλιάσει η αγάπη,</p><p>Είναι ανώφελο να αντισταθείς.</p><p>Η περηφάνια είναι απάτη,</p><p>η αγάπη ο θριαμβευτής.</p><br><p>Η Νεράιδα της Ερήμου πολύ χάρηκε που επαινούσαν τους θριάμβους της. Έπειτα οδήγησε τον βασιλιά στην πιο εκθαμβωτική κάμαρα που είχε δει ποτέ του και τον άφησε μόνο για λίγο, για να μην αισθάνεται σαν αιχμάλωτός της. Εκείνος όμως είχε την αίσθηση πως δεν ήταν ολότελα μόνος, πως από κάπου εκείνη τον παρακολουθούσε διαρκώς. Στάθηκε τότε μπροστά σ΄ έναν μεγάλο καθρέφτη και είπε: “‘Εμπιστε σύμβουλε, δείξε μου τι πρέπει να κάνω για να κερδίσω την καρδιά της Νεράιδας. Δεν θέλω τίποτα παρά να την ευχαριστήσω”. Ευθύς έπιασε να κάνει μπούκλες τα μαλλιά του και βλέποντας κρεμασμένο ένα μεγαλόπρεπο πανωφόρι, το φόρεσε αμέσως. Σαν τον είδε η Νεράιδα, δεν μπορούσε να κρύψει τον ενθουσιασμό της: “Μπήκες σε πολύ κόπο για να με ευχαριστήσεις”, του είπε, “και πρέπει να σου πω ότι τα κατάφερες. Είδες;&nbsp;Όταν νοιάζεσαι πραγματικά για μένα, τίποτα δεν είναι δύσκολο”.</p><br><p>Ο βασιλιάς, που ήθελε να κρατήσει υψηλό το ηθικό της Νεράιδας, όλο την κολάκευε και της γλυκομιλούσε, μέχρι που μετά από λίγο καιρό, εκείνη του επέτρεψε να κάνει μόνος του περιπάτους στην ακροθαλασσιά. Με τα μαγικά της, κυριαρχούσε στη θάλασσα τέτοια φουρτούνα που ούτε ο πιο έμπειρος καπετάνιος δεν θα τολμούσε να σαλπάρει. Έτσι, ήταν ήσυχη ότι δεν θα της έφευγε ο καλός της. Ο βασιλιάς χρησιμοποιούσε όλον αυτόν τον καιρό ανενόχλητος, για να εκφράσει τα πραγματικά του συναισθήματα και τις σκέψεις γι΄ αυτή του την κατάσταση. Έχοντας κάνει αρκετές βόλτες πάνω-κάτω στην παραλία, έγραψε στην άμμο με ένα ξύλο:</p><br><p>Έκανε την τύχη του ο γυαλός</p><p>Θα αφήσω εδώ τα δάκρυά μου</p><p>Αλίμονο, είμαι μοναχός</p><p>Η αγάπη μου είναι μακριά μου</p><br><p>Θάλασσα φουρτουνιασμένη</p><p>Με αέρηδες και κύματα</p><p>Η αγάπη μου ειν’ απομακρυσμένη</p><p>Κι εγώ κάνω μόνο λίγα βήματα</p><br><p>Η καρδιά μου πιότερο βαρεία</p><p>Τη Μοίρα μου άλλοι τη βρήκαν</p><p>Τι κάνω εδώ στην εξορία;</p><p>Και την αγάπη μου την πήραν</p><br><p>Αχ! Νύμφες του Ωκεανού</p><p>Που ξέρετε από αγάπη εσείς</p><p>Τα κύματα του δειλινού</p><p>Ηρεμήστε τα ευθύς</p><br><p>Καθώς ήταν χαμένος στις σκέψεις του γράφοντας αυτά, άκουσε μια φωνή που γρήγορα τον επανέφερε στην πραγματικότητα. Κοίταξε γύρω του, και είδε πως τα κύματα ακόμη ορθώνονταν πελώρια. Μα στο βαθούλωμα ενός κύματος είδε μια όμορφη κοπέλα να πλέει προς το μέρος του. Τα μαλλιά της ήταν παντού τριγύρω της, στο ένα της χέρι κρατούσε ένα καθρεφτάκι, στο άλλο μια χτένα και αντί για πόδια είχε ουρά ψαριού με την οποία και κολυμπούσε.</p><br><p>Ο βασιλιάς έμεινε άφωνος με αυτό το θέαμα. Σαν όμως τον πλησίασε, η κυρά των υδάτων του είπε: “Ξέρω πόσο θλιμμένος είσαι που έχασες την πριγκίπισσά σου και που είσαι αιχμάλωτος. Θα σε βοηθήσω να δραπετεύσεις από αυτό το μέρος, αλλιώς ίσως μείνεις εδώ για το υπόλοιπο της ζωής σου”.</p><br><p>Ο βασιλιάς δεν ήξερε τι να απαντήσει σε αυτή την πρόταση. Όχι γιατί δεν ήθελε να δραπετεύσει, αλλά γιατί δεν ήταν σίγουρος μήπως κι αυτό ήταν ένα από τα κόλπα της Νεράιδας της Ερήμου. Βλέποντάς τον διστακτικό, η γοργόνα που μάντεψε τις σκέψεις του, είπε: </p><p>Πρέπει να μου έχεις εμπιστοσύνη, δεν θέλω να σε παγιδεύσω. Είμαι θυμωμένη με τον Κίτρινο Νάνο και τη Νεράιδα της Ερήμου που τόσο βασανίζουν την καλοσυνάτη και όμορφη Μπελίσσιμα. Έχε πίστη σε μένα και θα σε βοηθήσω.</p><p>Σ΄ εμπιστεύομαι απόλυτα, της απάντησε ο βασιλιάς, και θα κάνω ό,τι μου προστάξεις. Μα, αφού έχεις δει την πριγκίπισσα, πες μου τι κάνει και τι της συμβαίνει.</p><p>Δεν έχουμε χρόνο για κουβέντα, του είπε η γοργόνα. Έλα μαζί μου και θα σε πάω μέχρι το Ατσαλένιο Κάστρο. Πρέπει όμως να αφήσουμε πίσω μας σε αυτή την ακρογιαλιά ένα ομοίωμά σου τόσο πιστό που να ξεγελάσει και την ίδια τη Νεράιδα της Ερήμου.</p><br><p>Και, κάνοντας μια βουτιά, μάζεψε αρκετά φύκια. Έπειτα, βγαίνοντας πάλι στην επιφάνεια, τα φύσηξε τρεις φορές και τους είπε: “Φίλοι μου φύκια, σας προστάζω να βγείτε στην άμμο κι εκεί να μείνετε μέχρι να έρθει να σας μαζέψει η Νεράιδα της Ερήμου”, και αμέσως τα φύκια πήραν τη μορφή του Βασιλιά των Χρυσωρυχείων. Έκπληκτος ο βασιλιάς είδε τα φύκια να του μοιάζουν απόλυτα, μέχρι και το παλτό του φορούσαν, αλλά ήταν τόσο χλωμά που θα έλεγε κανείς ότι τα κύματα είχαν πνίξει τον βασιλιά και τον ξέβρασαν πάλι στην ακτή. Η γοργόνα τότε κράτησε το χέρι του βασιλιά και οι δυό τους κολύμπησαν μακριά: </p><p>Τώρα μπορώ να σου μιλήσω για την κατάσταση της πριγκίπισσας, είπε στο βασιλιά η γοργόνα σαν είχαν απομακρυνθεί αρκετά. Όπως ξέρεις, η Νεράιδα της Ερήμου λάβωσε την πριγκίπισσα, και παρόλα αυτά ο Κίτρινος Νάνος την έβαλε στη γάτα του και την πήρε μαζί του. Η πριγκίπισσα συνήλθε μόνο αφού έφτασε στο Κάστρο κι αυτό χάρη στις φροντίδες άλλων πανέμορφων κοριτσιών που είχε αρπάξει ο Νάνος και που ζουν εκεί. Η Μπελίσσιμα τώρα πλαγιάζει σε χρυσό ανάκλιντρο με κεντημένα μαργαριτάρια μεγάλα σαν φουντούκια!</p><p>Αν η πριγκίπισσα με ξεχάσει και δεχτεί να παντρευτεί τον Νάνο, θα σκοτωθώ!</p><p>Αυτό να μην σε ανησυχεί καθόλου, τον καθησύχασε η γοργόνα. Η πριγκίπισσα δεν μπορεί καν να κοιτάξει τον Νάνο, μόνο εσένα σκέφτεται.</p><p>Συνέχισε, σε παρακαλώ.</p><p>Τι άλλο μένει; Η Μπελίσσιμα σε είδε όταν πέταξες πάνω από το Κάστρο με τη Νεράιδα στο πλάι σου. Καταλαβαίνεις την απελπισία της όταν νόμισε πως την έχεις ολότελα ξεχάσει.</p><p>Νομίζει πως θα μπορούσα ποτέ να αγαπήσω άλλη; φώναξε ο βασιλιάς πληγωμένος. Τι τραγικό λάθος, πώς θα μπορέσω να την πείσω για το αντίθετο;</p><p>Εσύ ξέρεις, του είπε η γοργόνα και του χαμογέλασε γλυκά. Όταν δυο άνθρωποι αγαπιούνται όσο εσείς οι δυο, δεν χρειάζονται συμβουλές από τρίτους.</p><br><p>Και με την κουβέντα, έφτασαν στο Ατσαλένιο Κάστρο. Η μεριά που έβλεπε στον ωκεανό ήταν η μόνη που δεν αντανακλούσε το φως του ήλιου: “Ξέρω πως η πριγκίπισσα περνάει όλον τον καιρό της στο ξύλινο παγκάκι, εκεί που την είδες κι εσύ”, είπε στον βασιλιά η γοργόνα φεύγοντας. “Γνωρίζω όμως ότι, μέχρι να πετύχεις το στόχο σου, θα περάσεις από πολλούς κινδύνους γι αυτό πάρε αυτό το σπαθί. Κρατώντας το μπορείς να αντιμετωπίσεις κάθε κίνδυνο και να ξεπεράσεις κάθε δυσκολία - αλλά πρόσεχε να μην σου πέσει ποτέ από το χέρι. Αντίο για τώρα, θα σε περιμένω κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας. Αν εσύ και η πριγκίπισσα χρειαστείτε βοήθεια, μη διστάσετε να με φωνάξετε, η μητέρα της η βασίλισσα είναι φίλη μου καλή και για χάρη της ήρθα να βοηθήσω”.</p><br><p>Το σπαθί που η γοργόνα έδωσε στο βασιλιά ήταν φτιαγμένο από ένα και μοναδικό διαμάντι, πιο λαμπερό κι από τον ήλιο. Ο βασιλιάς δεν έβρισκε λόγια να εκφράσει την ευγνωμοσύνη του, μόνο τη διαβεβαίωσε πως εκτιμούσε πόσο σημαντικό ήταν το δώρο της και ότι ποτέ δεν θα ξεχνούσε το καλό που του έκανε.</p><br><p>Στο μεταξύ όμως, η Νεράιδα της Ερήμου είχε αρχίσει να ανησυχεί όταν είδε ότι ο βασιλιάς αργούσε να επιστρέψει από τον περίπατό του. Βγήκε να τον ψάξει με μια στρατιά από αιθέριες υπάρξεις να την ακολουθούν φορτωμένες με δώρα, μέχρι που έφτασε στην ακροθαλασσιά. Τι τρόμος κυρίευσε τη Νεράιδα και τη συνοδεία της σαν είδαν τον βασιλιά από φύκια να κείτεται στην παραλία! Γεμάτη έκπληξη και λύπη, η Νεράιδα έβγαλε ένα ουρλιαχτό και σωριάστηκε δίπλα στον ψευτοβασιλιά, καλώντας τις έντεκα αδερφές της να έρθουν και να της συμπαρασταθούν. Ξεγελάστηκαν κι αυτές γιατί, παρόλο που ήταν όλες τους έξυπνες, η γοργόνα ήταν εξυπνότερη, και το μόνο που τους έμενε να κάνουν ήταν να φτιάξουν ένα μνημείο στη μνήμη του νεκρού τους βασιλιά. </p><br><p>Πού να ξέρουν όμως πως καθώς αυτές μάζευαν πορφύρα, μάρμαρο και χαλκό, ο βασιλιάς τραβούσε για το Ατσαλένιο Κάστρο. Περπατούσε γοργά κοιτώντας διαρκώς τριγύρω του να δει την αγαπημένη του Μπελίσσιμα, όταν ξάφνου μπροστά του εμφανίστηκαν τέσσερις φρικτές σφίγγες με κοφτερά νύχια. Θα τον είχαν σίγουρα σκίσει σε πολλά κομμάτια αν ο βασιλιάς δεν είχε σηκώσει το σπαθί του μπροστά τους. Σαν είδαν τα είδωλα τους μέσα του παρέλυσαν και ο βασιλιάς τους έκοψε με ευκολία τα κεφάλια. Συνεχίζοντας την αναζήτηση τής αγαπημένης του ο βασιλιάς, ήρθε αντιμέτωπος με έξι δράκους καλυμμένους με σιδερένια λέπια. Ο βασιλιάς δεν κλονίστηκε από την τρομακτική τους εμφάνιση και με τη βοήθεια του σπαθιού τούς έκοψε και αυτούς σε κομμάτια. Ελπίζοντας πως οι άθλοι του είχαν πια τελειώσει, ο βασιλιάς είχε άλλον έναν τον οποίο μάλιστα δεν ήξερε πως να φέρει εις πέρας. Εικοσιτέσσερις νύμφες που του προσέφεραν στεφάνια από λουλούδια του έκλειναν το δρόμο: “Πού πας βασιλιά μας;”, του είπαν μελωδικά, “είναι καθήκον μας να φυλάμε αυτό το μέρος και αν αποτύχουμε κακό θα βρει και εσένα και εμάς. Μην προχωρήσεις άλλο. Τι, θα σκοτώσεις εικοσιτέσσερις κοπέλες που ποτέ δεν σου έκαναν κακό;”.&nbsp;Ο βασιλιάς σάστισε και δεν είχε ιδέα πως να προχωρήσει. Ήταν ενάντια σε κάθε του αξία σαν ιππότη να κάνει κάτι που μια δεσποσύνη τον παρακαλούσε να μην κάνει. Τότε, μέσα στην αμφιβολία του, μια φωνή του ψιθύρισε: “Χτύπα! Χτύπα! και μη λυπηθείς, αλλιώς η πριγκίπισσα σου θα χαθεί για πάντα!”.</p><br><p>Έτσι, χωρίς να απαντήσει στις νύμφες, ο βασιλιάς προχώρησε αποφασίστηκα εμπρός παραμερίζοντας βίαια, σπρώχνοντας και ρίχνοντας κάτω τις κοπέλες και τα στεφάνια τους, μέχρι που έφτασε στον κήπο όπου καθόταν η Μπελίσσιμα. Την πλησίασε βιαστικά, αλλά είδε πως τον αντιμετώπισε με την ίδια περιφρόνηση που θα αντιμετώπιζε τον Κίτρινο Νάνο:</p><p>Πριγκίπισσα μου, μη μου θυμώνεις, θα σου εξηγήσω τα πάντα! Δεν είμαι ούτε άπιστος μα ούτε φέρω ευθύνη για ότι έγινε. Τρέμω και μόνο στη σκέψη ότι μπορεί να έκανα κάτι που να σε πλήγωσε, αλλά ήμουν αβοήθητος.</p><p>Νομίζεις δεν σε είδα να πετάς ψηλά στο πλάι ενός αιθέριου πλάσματος; Ούτε γι΄ αυτό φέρεις ευθύνη;</p><p>Ναι, έτσι είναι πριγκίπισσα, της απάντησε. Η Νεράιδα της Ερήμου, αφού με αλυσόδεσε σε έναν βράχο, αποφάσισε να με μεταφέρει στο παλάτι της στην άλλη άκρη της γης όπου ήμουν αιχμάλωτος. Ευτυχώς δραπέτευσα με τη βοήθεια μιας γοργόνας, που με έφερε μέχρι εδώ να σε σώσω καλή μου από τον ανάξιο που σε κρατά φυλακισμένη. Σε παρακαλώ, μην αρνηθείς τη βοήθεια του πιστού σου υπηρέτη.</p><br><p>Και λέγοντας αυτό, ο βασιλιάς έπεσε στα πόδια της πριγκίπισσας και κρατήθηκε από τα φουστάνια της. Αλίμονο, με αυτή του την κίνηση, το σπαθί γλίστρησε από τη θήκη του και έπεσε κάτω. Ο Νάνος, που ήταν κρυμμένος πίσω από ένα μαρούλι, ξεπήδησε αμέσως και το σήκωσε, γνωρίζοντας πολύ καλά τη δύναμη του. Η πριγκίπισσα έβγαλε μια κραυγή φρίκης σαν είδε το μικρό τέρας, μα αυτό τον ενόχλησε ακόμη παραπάνω. Με δυο του λέξεις εμφανίστηκαν δυο γίγαντες, που έδεσαν τον βασιλιά με σιδερένιες αλυσίδες:</p><p>Τώρα, είπε ο Νάνος, έχω τη μοίρα του αντιπάλου μου στα χέρια μου. Αλλά θα τον αφήσω να ζήσει, ακόμα και να φύγει ελεύθερος, αν εσύ πριγκίπισσα δεχτείς να με παντρευτείς.</p><p>Καλύτερα να με σκοτώσεις χίλιες φορές! του φώναξε ο βασιλιάς.</p><p>Αλίμονο! έκλαψε η πριγκίπισσα. Δεν μπορώ να σκεφτώ τίποτα χειρότερο από το να πεθάνεις αγαπημένε μου!</p><p>Δεν υπάρχει τίποτα χειρότερο από το να παντρευτείς αυτό το τέρας αγαπημένη μου!</p><p>Τουλάχιστον, είπε η πριγκίπισσα με λυγμούς, ας πεθάνουμε μαζί.</p><p>Άσε με να σου σώσω τη ζωή με τον θάνατό μου πριγκίπισσα.</p><p>Όχι, όχι! και γυρίζοντας στον Νάνο, τού είπε η πριγκίπισσα, θα κάνω όπως μου προστάζεις.</p><p>Σκληρή πριγκίπισσα! της φώναξε ο βασιλιάς. Πώς να συνεχίσω βλέποντάς σε να παντρεύεσαι άλλον μπροστά στα μάτια μου;</p><p>Αυτό δεν πρόκειται να συμβεί, είπε με κακία ο Νάνος. Σε φοβάμαι πολύ για να σε αφήσω να ζήσεις να μας δεις να παντρευόμαστε. Και με αυτό, κάτω από τον ήχο του κλάματος της πριγκίπισσας, ο Νάνος πλησίασε τον βασιλιά και του κάρφωσε το σπαθί στην καρδιά.</p><br><p>Η Μπελίσσιμα, βλέποντας τον αγαπημένο της νεκρό μπροστά της, δεν θέλησε να ζήσει άλλο και πέθανε αμέσως κι αυτή. </p><br><p>Έτσι, τέλειωσε και η ιστορία των ερωτευμένων, με τη γοργόνα να μην μπορεί να τους βοηθήσει άλλο γιατί όλη της η δύναμη είχε χαθεί μαζί με το σπαθί.</p><br><p>Όπως είδαμε, ο Νάνος προτίμησε να δει την πριγκίπισσα νεκρή, παρά στο πλευρό του Βασιλιά των Χρυσωρυχείων. Η Νεράιδα της Ερήμου, σαν έμαθε τι είχε γίνει, γκρέμισε το μνημείο που είχε χτίσει για τον βασιλιά και τον μίσησε σχεδόν όσο τον είχε αγαπήσει.</p><br><p>Η ευγενική γοργόνα, θρηνώντας για τον θάνατο των ερωτευμένων, τους μεταμόρφωσε σε φοινικιές που θα ψιθυρίζουν τον έρωτά τους με το φύσημα του ανέμου, ενώ τα κλαδιά τους θα ενώνονται για πάντα.</p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></description>
			<itunes:summary><![CDATA[<p>Από τη Γαλλία, μια ιστορία για μαθήματα ζωής, ταπεινότητα και υποσχέσεις που μια φορά... δεν έχει καλό τέλος...!</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Περιέχει κάποια βία, απειλή βίας, διακρίσεις </p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>Ηχητικά εφέ: freesound.org</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ</p><br><p>Ο Κίτρινος Νάνος</p><br><p>Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε&nbsp;μια βασίλισσα που κάποτε είχε πολλά παιδιά, αλλά τώρα της είχε μείνει μόνο μια κόρη. Άξιζε όμως όσο χίλιες.</p><br><p>Η μητέρα της, που από τότε που πέθανε ο βασιλιάς και πατέρας της μικρής πριγκίπισσας, δεν είχε τίποτα στον κόσμο τόσο πολύτιμο όσο την κόρη της, τόσο φοβόταν μην τη χάσει που την είχε κακομάθει και ποτέ δεν της χάλαγε χατίρι. Έτσι, αυτό το μικρό πλασματάκι που όμοιό του στην ομορφιά δεν υπήρχε και που μια μέρα θα φορούσε το στέμμα, αγαπούσε μόνον τον εαυτό του και μισούσε όλους τους άλλους. Η βασίλισσα, η μητέρα της, με τις κολακείες και τα κανακέματα έκανε την πριγκίπισσα να πιστέψει ότι ήταν πάνω απ΄όλους. Την έντυνε πάντα με τα ακριβότερα φορέματα, σαν βασίλισσα του κυνηγιού ή σαν νεράιδα και όταν έβγαινε με τις κυρίες της Aυλής και αυτές ντυνόντουσαν σαν νεραϊδένια συνοδεία.</p><br><p>Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, η βασίλισσα έβαλε τον καλύτερο καλλιτέχνη της χώρας να ζωγραφίσει το πορτρέτο της κόρης της, το οποίο και έστειλε σε γειτονικούς βασιλιάδες με τους οποίους διατηρούσε καλές σχέσεις. Όταν οι βασιλιάδες είδαν το πορτρέτο της μικρής πριγκίπισσας, την&nbsp;ερωτεύτηκαν αμέσως όλοι τους. Αλλά αυτός ο έρωτας επηρέασε διαφορετικά τον καθένα - ένας αρρώστησε από αγάπη, ένας άλλος τρελάθηκε, κάποιοι τυχερότεροι ξεκίνησαν να τη συναντήσουν ευθύς αμέσως, αλλά με το που την κοίταξαν στα μάτια, αμέσως υποδουλώθηκαν στη θέλησή της. </p><br><p>Ποτέ στην ιστορία δεν υπήρξε πιο ευτυχισμένη αυλή παλατιού. Πάνω από είκοσι τρανοί βασιλιάδες έκαναν ό,τι περνούσε από το χέρι τους για να γίνουν οι αγαπημένοι της πριγκίπισσας, αλλά έχοντας ξοδέψει περιουσία και μέρες δίπλα της, ήταν τυχεροί αν τους έλεγε ακόμη κι ένα “καλούτσικο είναι αυτό”.</p><br><p>Αυτός ο θαυμασμός και η προσοχή ευχαριστούσαν ιδιαιτέρως τη βασίλισσα. Δεν περνούσε μέρα χωρίς να ακούσει εφτά με οκτώ χιλιάδες σονέτα, ποιήματα και στιχάκια που κατέφταναν από ποιητές και τραγουδοποιούς όλου του κόσμου. Όλα εξυμνούσαν την Μπελίσσιμα, έτσι έλεγαν την πριγκίπισσα, και οι φωτιές που άναβαν στο τέλος της ημέρας με όλο αυτό το χαρτί έκαιγαν πιο λαμπερά κι αν είχαν χρησιμοποιήσει το καλύτερο ξύλο για να τις ανάψουν.</p><br><p>Η Μπελίσσιμα ήταν πια 15 χρονών όταν ένας από τους πρίγκιπες που είχαν καταφτάσει στο παλάτι πρότεινε να την παντρευτεί, αν και μέχρι τότε κανείς δεν είχε τολμήσει να ξεστομίσει κάτι τέτοιο. Πώς να συμβεί αυτό, όταν η πριγκίπισσα μπορούσε να διατάξει για την πλάκα της να τον αποκεφαλίσουν, κάτι που γινόταν πέντε φορές τη ημέρα, τόσο λίγο την ένοιαζαν οι άλλοι! Τόσο πολύ την αγαπούσαν όλοι γύρω της που θα έκαναν τα πάντα με μια της διαταγή. Αλλά η βασίλισσα, που πια ήθελε να την παντρέψει, δεν ήξερε πώς να πείσει την πριγκίπισσα να αρχίσει να σκέφτεται την πρόταση σοβαρά:</p><p>Μπελίσιμμα, της είπε, μακάρι να μην ήσουν τόσο περήφανη. Γιατί περιφρονείς τόσο όλους αυτούς τους άρχοντες; Θέλω να παντρευτείς έναν τους, σε παρακαλώ μην με παρακούσεις.</p><p>Μα είμαι τόσο ευτυχισμένη έτσι όπως είμαι, απάντησε η Μπελίσσιμα. Άσε με στην ησυχία μου, δεν ενδιαφέρομαι για κανέναν τους.</p><p>Κι όμως, μπορούν να σε κάνουν πολύ ευτυχισμένη αυτοί οι πρίγκιπες και θα θυμώσω πολύ αν τελικά πέσεις σε κακά χέρια, της είπε τότε αυστηρά η βασίλισσα.</p><br><p>Αλλά η πριγκίπισσα είχε τόσο μεγάλη ιδέα για τον εαυτό της, που δεν θεωρούσε κανέναν από τους πρίγκιπες αρκετά όμορφο ή έξυπνο για να την πάρει για γυναίκα του. Και η βασίλισσα, που είχε αρχίσει στ’ αλήθεια να ανησυχεί για το μέλλον της κόρης της μετάνιωνε τώρα που την είχε κακομάθει τόσο.</p><br><p>Έχοντας έρθει σε αδιέξοδο πήγε να συμβουλευτεί τη Νεράιδα της Ερήμου, μια μάγισσα γνωστή στην περιοχή. Τη φυλούσαν τρομερά λιοντάρια και θα ήταν δύσκολο για τη βασίλισσα να την πλησιάσει. Αλλά για καλή της τύχη είχε ακούσει ότι, για να περάσει με ασφάλεια από τα λιοντάρια, έπρεπε να τους δώσει να φάνε μια πίτα από αλεύρι κεχριού, ζαχαρωτά και αυγά κροκοδείλου. Ετοίμασε έτσι την πίτα με τα ίδια της τα χέρια, την έβαλε σε ένα καλάθι και πήγε να βρει τη Νεράιδα. Δεν ήταν όμως συνηθισμένη σε τόσο περπάτημα και γρήγορα κουράστηκε. Έκατσε να ξαποστάσει κάτω από ένα δέντρο και σύντομα την πήρε ο ύπνος. Σαν ξύπνησε με φρίκη είδε πως το καλάθι της ήταν άδειο, η πίτα είχε κάνει φτερά! Και σαν να μην έφτανε αυτό, άκουσε κοντά της το γρύλισμα των λιονταριών, την είχαν μυρίσει και έρχονταν να τη βρουν: “Αχ, τι θα κάνω τώρα;”, είπε απελπισμένη, “θα με κάνουν μια χαψιά!” και παραλυμένη από φόβο, έμεινε κάτω από το δέντρο όπου είχε κοιμηθεί και άρχισε να κλαίει γοερά. Τότε άκουσε κάποιον να λέει: “Ωπ ωπ!”. Κοίταξε δεξιά κι αριστερά και πάνω σ΄ ένα δέντρο είδε έναν μικροκαμωμένο άντρα που έτρωγε πορτοκάλια:</p><p>Α, βασίλισσά μου, της είπε. Σε ξέρω καλά και ξέρω τώρα πόσο φοβάσαι τα λιοντάρια που έρχονται. Και καλά κάνεις, έχουν καταβροχθίσει πολύ κόσμο. Μα τι να κάνεις που δεν έχεις πίτα να τους δώσεις;</p><p>Μάλλον πρέπει να το πάρω απόφαση πως θα πεθάνω, του αποκρίθηκε εκείνη. Και δεν θα με πείραζε και τόσο, αφού αυτή είναι η μοίρα μου, αλλά θα ήθελα να είχα παντρέψει την κόρη μου πριν κλείσω τα μάτια μου για πάντα.</p><p>Έχεις κόρη; ρώτησε ενθουσιασμένος ο Κίτρινος Νάνος (έτσι τον έλεγαν γιατί το δέρμα του ήταν κίτρινο και ζούσε πάνω στην πορτοκαλιά). Χαίρομαι πολύ που το ακούω, γιατί εδώ και καιρό γυρίζω τον κόσμο ψάχνοντας μια κατάλληλη σύζυγο. Αν μου δώσεις την κόρη σου για γυναίκα, τότε κανένα λιοντάρι, καμία τίγρη και αρκούδα δεν θα σε πειράξει.</p><br><p>Η βασίλισσα τον κοίταξε καλά και τον φοβήθηκε σχεδόν όσο φοβόταν και τα λιοντάρια που πλησίαζαν, οπότε και δεν είπε τίποτα: “Μα, διστάζεις Μεγαλειοτάτη!” αναφώνησε ο Νάνος, “πρέπει να αδημονείς να φαγωθείς”. Η βασίλισσα τότε είδε τα λιοντάρια να κατεβαίνουν από έναν κοντινό λόφο. Το καθένα είχε δύο κεφάλια, οχτώ πόδια, δυο σειρές κοφτερά δόντια, ήταν κατακόκκινα και το δέρμα τους ήταν σκληρό σαν το καύκαλο της χελώνας. Η βασίλισσα τότε, τρέμοντας σαν περιστέρι που έχει δει το γεράκι να παραμονεύει, φώναξε με όλη της τη δύναμη: “Καλέ μου Νάνε, η Μπελίσσιμα θα γίνει γυναίκα σου!”</p><p>Α, έτσι; είπε περιφρονητικά ο νάνος. Καλή είναι η Μπελίσσιμα, δεν λέω, αλλά δεν είμαι σίγουρος ότι θέλω και να την παντρευτώ - κράτα την εσύ καλύτερα.</p><p>Καλέ μου κύριε, είπε η βασίλισσα γεμάτη αγωνία, μην αρνηθείς να την κάνεις γυναίκα σου. Είναι η ομορφότερη πριγκίπισσα του κόσμου.</p><p>Καλά, καλά. Θα την πάρω από ελεημοσύνη. Μην ξεχάσεις όμως πως από αυτή τη στιγμή είναι δική μου.</p><br><p>Λέγοντας αυτό, μια μικρή πόρτα άνοιξε στον κορμό της πορτοκαλιάς και η βασίλισσα μόλις που πρόλαβε και μπήκε, και η πόρτα έκλεισε αφήνοντας πίσω της τα ανοιχτά στόματα των λιονταριών. Τέτοια σύγχηση είχε η βασίλισσα, που ίσα που πρόσεξε μια δεύτερη μικρή πόρτα μέσα στην πορτοκαλιά. Η πόρτα άνοιξε από μόνη της και η βασίλισσα βρέθηκε σ΄ ένα χωράφι με γαϊδουράγκαθα και τσουκνίδες που ήταν περικυκλωμένο από μια τάφρο γεμάτη λάσπη. Λίγο παραπέρα είδε ένα αχυρένιο καλυβάκι και τον Νάνο να στέκεται μπροστά του καμαρωτός. Φορούσε ξύλινα παπούτσια και κίτρινο παλτό, δεν είχε τρίχα επάνω του και πολύ μακριά αυτιά - ένα πολύ απαίσιο θέαμα: “Χαίρομαι πολύ που εσύ η πεθερά μου μπορείς να δεις πού θα ζει από εδώ και μπρος η κόρη σου. Με τα γαϊδουράγκαθα και τις τσουκνίδες θα μπορεί να ταΐζει το γαϊδούρι και να το καβαλικεύει όποτε θέλει. Μέσα σε αυτό το καλυβάκι δεν θα της συμβεί ποτέ τίποτα που να μπορεί να την πληγώσει. Θα πίνει νερό από την τάφρο και θα τρώει βατράχια - είναι ωραία και παχουλά σε αυτά τα μέρη. Και πάντα θα έχει για συντροφιά της εμένα, όπως με βλέπεις τώρα, όμορφο, ευχάριστο και πιο χαρούμενο από ποτέ. Ούτε η σκιά της δεν θα είναι τόσο κοντά της όσο θα είμαι εγώ”. Η βασίλισσα κοίταξε γύρω της και μόλις συνειδητοποίησε τι ζωή θα έκανε από εδώ και μπρος η κόρη της, σωριάστηκε χάμω.</p><br><p>Μόλις συνήλθε, με έκπληξη&nbsp;είδε πως ήταν ξαπλωμένη στο κρεβάτι της και μάλιστα φορούσε το πιο χαριτωμένα περίτεχνο σκουφάκι που είχε δει ποτέ της. Στην αρχή σκέφτηκε πως όλες οι περιπέτειες της με τα λιοντάρια, τον Νάνο και τον γάμο του με την Μπελίσσιμα, όλα ήταν απλά ένα κακό όνειρο. Κοιτάζοντας όμως καλύτερα το σκουφάκι με το κίτρινο κορδελάκι του, κατάλαβε πως όλα είχαν συμβεί στ’ αλήθεια και στενοχωρέθηκε τόσο που δεν μπορούσε ούτε να φάει μα ούτε και να πιει και να κοιμηθεί.</p><br><p>Η πριγκίπισσα που, παρόλη την κακοτροπιά της αγαπούσε τη μητέρα της πολύ, στενοχωρέθηκε που την είδε σε αυτή την κατάσταση και τη ρώτησε τι της είχε συμβεί. Η βασίλισσα μη θέλοντας να αποκαλύψει στην κόρη της την αλήθεια, έφτιαχνε δικαιολογίες, πότε πως ήταν άρρωστη και πότε πως ένα γειτονικό βασίλειο τους απειλούσε με πόλεμο. Αλλά η Μπελίσσιμα ήξερε πως υπήρχε και κάτι άλλο που ευθυνόταν για την κατάσταση της βασίλισσας, κάτι που δεν της έλεγε. Αποφάσισε να πάει η ίδια στη Νεράιδα της Ερήμου μιας και είχε άκουσει πόσο σοφή ήταν, να τη ρωτήσει για τη μητέρα της αλλά και να πάρει συμβουλές για το αν έπρεπε να παντρευτεί ή όχι.</p><br><p>Έτσι, με προσοχή, έφτιαξε την πίτα που θα ηρεμούσε τα λιοντάρια-φρουρούς και, κρυφά από όλους αργά ένα βράδυ, ξεγλύστρησε από το παλάτι ντυμένη στα λευκά.</p><br><p>Δυστυχώς όμως κι αυτή σταμάτησε στην καταραμένη πορτοκαλιά. Την είδε φορτωμένη με ευωδιαστά άνθη και λαχταριστούς καρπούς και σταμάτησε να μαζέψει μερικούς. Αφού είχε μαζέψει αρκετούς, ακούμπησε το καλάθι της στο έδαφος και άρχισε να τρώει. Σαν χόρτασε και γύρισε να πάρει το καλάθι της να συνεχίσει το δρόμο της, είδε πως εκείνο είχε εξαφανιστεί κι όσο κι αν έψαχνε δεν μπορούσε να το βρει. Όσο περισσότερο το έψαχνε τόσο περισσότερο άρχισε να φοβάται, μέχρι που έβαλε τα κλάματα. Τότε μπροστά της εμφανίστηκε ο Κίτρινος Νάνος:</p><p>Τι σου συμβαίνει δεσποσύνη; τη ρώτησε ο Νάνος. Γιατί κλαίς έτσι;</p><p>Αλίμονο! Κλαίω γιατί έχασα το καλάθι με την πίτα που θα με βοηθούσε να φτάσω με ασφάλεια στη Νεράιδα της Ερήμου.</p><p>Και τι τη θες εσύ τη Νεράιδα κυρά μου; είπε το μικρό τέρας. Είμαι φίλος της, βλέπεις, και μπορώ να πω ότι είμαι όσο έξυπνος είναι και αυτή.</p><p>Η βασίλισσα, η μητέρα μου, έχει πέσει σε τέτοια μελαγχολία τώρα τελευταία που φοβάμαι πως θα πεθάνει αν συνεχίσει έτσι. Πολύ φοβάμαι πως ευθύνομαι εγώ γι αυτό, γιατί ήθελε να παντρευτώ, αλλά δεν βρίσκω κανέναν άξιο για μένα. Για όλ΄ αυτά θέλω να μιλήσω στη Νεράιδα.</p><p>Μην προβληματίζεσαι άλλο πριγκίπισσα μου, της απάντησε ο Νάνος. Θα σου τα απαντήσω όλα εγώ ευθύς αμέσως. Η βασίλισσα, η μητέρα σου σε έχει τάξει-</p><p>Με έχει τάξει! Ω, όχι, όχι, είμαι σίγουρη πως δεν έχει κάνει κάτι τέτοιο. Θα μου το είχε πει, είναι κάτι τόσο δικό μου που αποκλείεται να είχε κάνει κάτι τέτοιο χωρίς τη συγκατάθεσή μου. Κάποιο λάθος κάνεις.</p><p>Όμορφη πριγκίπισσα, της είπε ο Νάνος, που με μια κίνηση γονάτισε μπροστά της. Είμαι σίγουρη πως δεν θα απογοητευτείς σαν μάθεις πως στην αφεντιά μου σε έταξε η μητέρα σου.</p><p>Σε σένα; φώναξε η Μπελίσσιμα πισοπατώντας. Η μητέρα μου θέλει να παντρευτώ εσένα; Πώς μπορείς να πιστεύεις κάτι τόσο ανόητο;</p><p>Α, δεν είναι δα ότι με νοιάζει και ιδιαίτερα, είπε θυμωμένα ο Νάνος. Αλλά τα λιοντάρια έρχονται τώρα και είναι θυμωμένα, θα σε κάνουν μια χαψιά. Και εσένα και την ψωροπερηφάνια σου.</p><br><p>Και τότε η πριγκίπισσα άκουσε από μακριά τα τρομαχτικά ουρλιαχτά των λιονταριών: “Αχ, τι θα κάνω; Έτσι θα τελειώσουν λοιπόν οι μέρες ανεμελιάς μου;”, είπε με λυγμούς.</p><br><p>Ο κακοπροαίρετος Νάνος την κοίταξε και άρχισε να γελά χαιρέκακα:</p><p>Τουλάχιστον θα έχεις την ευτυχία να πεθάνεις αστεφάνωτη. Μια κοτζαμάν πριγκίπισσα σαν και του λόγου σου σίγουρα θα προτιμά να πεθάνει έτσι παρά να πάρει για άντρα της έναν κακόμοιρο νάνο σαν κι εμένα.</p><p>Ω, μη θυμώνεις, είπε απεγνωσμένα η πριγκίπισσα, σταυρώνοντας τα χέρια της. Καλύτερα να παντρευτώ όλους τους νάνους του κόσμου παρά να πεθάνω έτσι!</p><p>Κοίταξε με καλά πριγκίπισσα πριν μου δώσεις τον λόγο σου. Δεν θέλω να βιαστείς.</p><p>Αχ, τα λιοντάρια όλο και πλησιάζουν! Σε κοίταξα αρκετά. Σώσε με εδώ και τώρα αλλιώς θα πεθάνω από τον φόβο που νιώθω αυτή τη στιγμή.</p><br><p>Πράγματι, ξεστομίζοντας αυτά τα λόγια, η πριγκίπισσα σωριάστηκε χάμω αναίσθητη. Ξύπνησε στο κρεβάτι της, πίσω στο παλάτι, ντυμένη στην πιο φίνα δαντέλα και κίτρινες κορδέλες. Στο δάχτυλο της φορούσε ένα μικρό δαχτυλίδι από μια κόκκινη τρίχα, που όσο και να προσπάθησε να το βγάλει δεν τα κατάφερε. Σαν η πριγκίπισσα τα είδε όλα αυτά, θυμήθηκε τι είχε συμβεί και, σαν τη μητέρα της, έπεσε κι αυτή σε βαθιά στενοχώρια. Κλονίστηκε όλο το βασίλειο και περισσότερο απ’ όλους η μητέρα τής Μπελίσσιμα που, όσες φορές και να τη ρώτησε τι είχε συμβεί, δεν έπαιρνε απάντηση.</p><br><p>Μια μέρα όλοι οι σημαντικοί άνδρες του βασιλείου μαζεύτηκαν και, ανυπομονώντας να δουν την πριγκίπισσα καλοπαντρεμένη, παρουσιάστηκαν μπροστά στη βασίλισσα και την παρακάλεσαν να διαλέξει σύζυγο για την κόρη της. Εκείνη τους αποκρίθηκε πως, μιας και η κόρη της δεν είχε καμία πρόθεση να παντρευτεί, καλύτερα να πήγαιναν και να μιλούσαν απευθείας σ΄αυτήν, πράγμα που έκαναν. Η Μπελίσσιμα είχε ταπεινωθεί από αυτό που της είχε συμβεί με τον Νάνο και σκέφτηκε πως ο καλύτερος τρόπος να ξεφορτωθεί αυτό το φριχτό πλάσμα ήταν να παντρευτεί έναν πανίσχυρο βασιλιά. Έτσι, προς μεγάλη έκπληξη όλων, όταν οι άνδρες παρουσιάστηκαν μπροστά της τους είπε πως, αν και θα προτιμούσε να μην παντρευτεί κανέναν, θα δεχόταν να παντρευτεί τον Βασιλιά των Χρυσωρυχείων. Αυτός ήταν ένας όμορφος και ισχυρός νέος που αγαπούσε εδώ και πολλά χρόνια την πριγκίπισσα, αλλά πίστευε πως δεν την ενδιέφερε και ιδιαίτερα. Φανταστείτε τη χαρά του όταν έμαθε τα νέα, αλλά και την απογοήτευση όλων των άλλων βασιλιάδων που ήθελαν την πριγκίπισσα για γυναίκα τους. </p><br><p>Οι προετοιμασίες για τον πιο μεγαλειώδη γάμο όλων των εποχών ξεκίνησαν αμέσως. Ο Βασιλιάς των Χρυσωρυχείων έστειλε τόσα πλούτη στη μέλλουσα νύφη του, που οι θάλασσες γέμισαν με καράβια που μετέφεραν τον αμύθητο αυτό θησαυρό. Αγγελειοφόροι ταξίδεψαν στις πιο πλούσιες Αυλές του τόπου, και ειδικά στις γαλλικές Αυλές, για να βρουν τα πιο όμορφα κοσμήματα και στολίδια για την ξεχωριστή μέρα της πριγκίπισσας, αν και ήταν τόσο όμορφη που δεν χρειαζόταν τίποτα παραπάνω για να την ομορφύνει. Τουλάχιστον αυτό νόμιζε ο Βασιλιάς των Χρυσωρυχείων που δεν θα ήταν ποτέ του ευτυχισμένος χωρίς την Μπελίσσιμα στο πλάι του.</p><br><p>Εκείνη, όσο περισσότερο καιρό περνούσε με τον Βασιλιά, τόσο περισσότερο τον συμπαθούσε. Ήταν γενναιόδωρος, όμορφος και έξυπνος και άρχισε να τον ερωτεύεται στ’ αλήθεια. Έκαναν περιπάτους στους βασιλικούς κήπους και πολλές φορές άκουγαν μουσική μαζί. Μάλιστα ο Βασιλιάς έγραφε και τραγούδια για την πριγκίπισσα. Ένα που της άρεσε ιδιαίτερα έλεγε:</p><p>Όλο το δάσος χαίρεται</p><p>Η πριγκίπισσα σαν έρχεται.</p><p>Τα μπουμπούκια όλα σκύβουν</p><p>και σιγά σιγά ανοίγουν.</p><p>Τα ψιλόλιγνα τα άνθη</p><p>Χαιρετούν την όλο χάρη.</p><p>Πριγκίπισσα μου, τα πουλιά</p><p>Αγάπη λεν με κάθε τους λαλιά.</p><p>Απ’ άκρη σ’ άκρη σε αυτά τα μέρη,</p><p>Εμείς πάμε χέρι χέρι.</p><p>Τόσο ευτυχισμένοι είμαστε εμείς οι δυο, όλοι οι άλλοι έφυγαν με άδεια καρδιά.</p><p>Είπαν αντίο στην πριγκίπισσα κι εκείνη τους λυπήθηκε και τους έγνεψε γεια.</p><br><p>Κυρά μου, είπε ο Βασιλιάς των Χρυσωρυχείων στην πριγκίπισσα, γιατί φέρεσαι έτσι; Γιατί λυπάσαι αυτούς τους άρχοντες, είναι τόσο αξιολύπητοι που μόνο ένα χαμόγελο από τα χείλη σου θα τους έκανε ευτυχισμένους;</p><p>Θα στενοχωριόμουν περισσότερο Βασιλιά μου, απάντησε η Μπελίσσιμα, αν δεν είχες προσέξει τη λύπη που αισθάνομαι για αυτούς. Για εσένα τα πράγματα είναι αλλιώς, πήρες αυτό που ήθελες, ενώ αυτοί φεύγουν με πόνο στην καρδιά. Μην μου στερείς τη συμπόνοια λοιπόν.</p><br><p>Ο Βασιλιάς εντυπωσιάστηκε από την καλοσυνάτη αντίδραση της πριγκίπισσας στο σκληρό του σχόλιο και έπεσε στα πόδια της, φίλησε το χέρι της χίλιες φορές και της ζήτησε να του συγχωρήσει αυτή του τη συμπεριφορά.</p><br><p>Έφτασε και η χαρμόσυνη μέρα. Όλα ήταν έτοιμα για τον γάμο της Μπελίσσιμα. Σήμαναν οι τρομπέτες, οι δρόμοι της πόλης στολίστηκαν με σημαίες και λουλούδια και πλήθος ανθρώπων μαζεύτηκε στην κεντρική πλατεία μπροστά από το παλάτι. Η βασίλισσα δεν είχε κλείσει μάτι όλη νύχτα από τη χαρά της και είχε σηκωθεί από νωρίς να σιγουρευτεί πως όλα ήταν στην εντέλεια και πως η φορεσιά της πριγκίπισσας είχε όλα τα κοσμήματα που έπρεπε. Ακόμη και τα παπούτσια της ήταν στολισμένα με διαμάντια, μια ασημένια αστραφτερή ζώνη κοσμούσε τη μέση της και το πέπλο της ήταν από αχτίδες ήλιου. Στο κεφάλι της φορούσε το πιο λαμπερό στέμμα, τα μαλλιά της άγγιζαν το πάτωμα και η κορμοστασιά της την έκανε να ξεχωρίζει απ΄ όλες τις κοπέλες του βασιλείου. Και ο Βασιλιάς των Χρυσωρυχείων ήταν κομψότατος! Το πρόσωπο του δεν μπορούσε να κρύψει τη χαρά του και όποιος τον πλησίαζε να του σφίξει το χέρι επέστρεφε πλημμυρισμένος δώρα - γύρω στο παλάτι υπήρχαν βαρέλια με χρυσάφι και βελούδινα πουγκάκια γεμάτα νομίσματα και μαργαριτάρια που μοιράζονταν σε όλους τους καλεσμένους.</p><br><p>Η βασίλισσα και η πριγκίπισσα ξεκίνησαν να συναντήσουν τον βασιλιά, όταν ξάφνου από μακριά είδαν να πλησιάζουν δυο φτερωτοί δράκοι, σέρνοντας ένα κακοφτιαγμένο κουτί. Ξοπίσω τους ερχόταν μια ψηλή γυναίκα, της οποίας η ασχήμια ήταν πιο εντυπωσιακή και από τα γηρατειά της. Φορούσε ένα ταλαιπωρημένο μαύρο πανωφόρι και μια κόκκινη βελούδινη κουκούλα. Το φουστάνι της σηκωνόταν από έναν κατεστραμμένο κορσέ και στηριζόταν σε μια μαγκούρα. Η γυναίκα με τους φτερωτούς της δράκους έκανε τρεις γύρους στην πλατεία, παρατηρώντας όλους όσους παρευρίσκονταν εκεί, σταμάτησε στη μέση της πλατείας και σηκώνοντας απειλητικά τη μαγκούρα της φώναξε:</p><p>Χα, βασίλισσα! Χα, πριγκίπισσα! Νομίζατε ότι θα σπάγατε τις υποσχέσεις σας στον φίλο μου τον Κίτρινο Νάνο ατιμώρητα; Είμαι η Νεράιδα της Ερήμου. Αν δεν ήταν ο Κίτρινος Νάνος και η πορτοκαλιά του, τα λιοντάρια μου θα σας είχαν καταβροχθίσει τώρα! Στη Νεραϊδοχώρα δεν ανεχόμαστε τέτοιες προσβολές, αποφασίστε τώρα αμέσως τι θα κάνετε αν και ορκίζομαι ότι ο Κίτρινος Νάνος θα γίνει γαμπρός σήμερα. Αλλιώς θα κάψω τη μαγκούρα μου!</p><p>Μπελίσσιμα, είπε η βασίλισσα κλαίγοντας, τι είναι αυτά που ακούω; Τι πήγες και υποσχέθηκες;</p><p>Μητέρα, της απάντησε θλιμμένα η πριγκίπισσα, εσύ πως μπόρεσες και με έταξες;</p><br><p>Ο Βασιλιάς των Χρυσωρυχείων, οργισμένος με τη διακοπή του γάμου του από αυτή την κακιά γυναίκα, την πλησίασε και ορθώνοντας το ξίφος του μπροστά της, την απείλησε: “Φύγε από τη χώρα μου αυτή τη στιγμή κιόλας καταραμένο πλάσμα, αλλιώς η ζωή σου θα τελειώσει εδώ!”.</p><br><p>Δεν πρόλαβε να τελειώσει την πρόταση του και το κακοφτιαγμένο κουτί άνοιξε και από μέσα ξεπήδησε ο Κίτρινος Νάνος, καβάλα σε μια γάτα: </p><p>Άξεστε νεαρέ!, ούρλιαξε ο Νάνος στέκοντας ανάμεσα στη Νεράιδα και στον βασιλιά. Για κάνε πως τολμάς να αγγίξεις έστω και μια τρίχα στα μαλλιά αυτής της μεγαλόπρεπης Νεράιδας! Η διαφωνία σου είναι μ΄ εμένα, εγώ είμαι ο εχθρός και ανταγωνιστής σου. Η άπιστη πριγκίπισσα που παραλίγο να παντρευτείς είναι ταγμένη σε εμένα. Κοίτα και θα δεις πως στο δάχτυλο της ήδη βρίσκεται ένα δαχτυλίδι που όσο και να προσπαθήσεις δεν θα μπορέσεις να βγάλεις, τέτοια είναι η δύναμή μου!</p><p>Άθλιο τερατάκι! του φώναξε ο βασιλιάς. Πώς τολμάς να περνιέσαι για σύζυγος της πριγκίπισσας και να έχεις δικαίωμα στην περιουσία της; Μα δεν βλέπεις πως είσαι ένας κακάσχημος νάνος, τόσο που ίσα που αντέχω να σε κοιτάζω, και πως θα ήταν τιμή σου να έπεφτες νεκρός από το σπαθί μου;</p><br><p>Ο Κίτρινος Νάνος, εξοργισμένος από αυτά τα λόγια του βασιλιά, σπιρούνησε τη γάτα που καβαλούσε και άρχισε να τρέχει με μανία δεξιά κι αριστερά, τρομάζοντας όλους όσους ήταν μάρτυρες αυτής της σκηνής, εκτός από τον γενναίο βασιλιά ο οποίος ακολουθούσε από κοντά&nbsp;τον Κίτρινο Νάνο, μέχρι που εκείνος έβγαλε από τη ζώνη του ένα μεγάλο μαχαίρι και προκάλεσε τον βασιλιά σε μονομαχία, κατεβαίνοντας προς την αυλή του παλατιού. Ο βασιλιάς δέχτηκε την πρόκληση και βιάστηκε να τον συναντήσει εκεί. Τους ακολούθησε και όλη η Αυλή, που βιάστηκε να πιάσει θέσεις στα μπαλκόνια για να δει από κοντά τη μονομαχία. Ξαφνικά όμως, όταν όλοι είχαν πάρει θέση, ο ήλιος έγινε κόκκινος σαν αίμα και η ατμόσφαιρα σκοτείνιασε τόσο, που ίσα που φαινόταν κάτι. Μια δυνατή βροντή πλημμύρισε τον αέρα και αμέσως μετά έπεσε μια αστραπή τόσο λαμπερή, που θα ‘λεγε κανείς πως θα έκαιγε τον αέρα. Φτερωτοί δράκοι προσγειώθηκαν στα δεξιά και στ΄αριστερά του Νάνου, ψηλοί σαν βουνά, ανασαίνοντας φωτιά. Ο βασιλιάς όμως δεν φοβήθηκε, η αποφασιστικότητά του ήταν τόσο εμφανής που σίγουρα ντρόπιασε και τον ίδιο τον Νάνο. Όμως τότε η Νεράιδα καβάλησε έναν γρύπα, φίδια αγκάλιασαν το κορμί της και, πιο τρομερή από ποτέ, χτύπησε την Μπελίσσιμα με τη λόγχη της κι εκείνη έπεσε αιμορραγώντας στην αγκαλιά της μητέρας της. Ακούγοντας τη σπαρακτική κραυγή της βασίλισσας, ο βασιλιάς έχασε το κουράγιο και τη συγκέντρωσή του. Εγκαταλείποντας τη μάχη, έτρεξε στο πλευρό της πριγκίπισσας για να τη σώσει ή να πεθάνει μαζί της. Αλλά ο Νάνος τον πρόλαβε. Πηδώντας με τη γάτα του από μπαλκόνι σε μπαλκόνι, έφτασε πρώτος την Μπελίσσιμα, την άρπαξε από τη βασίλισσα και πριν προλάβουν οι κυρίες της αυλής να αντιδράσουν, μ΄ έναν πήδο βρέθηκε στην οροφή του παλατιού και εξαφανίστηκε με το έπαθλο του.</p><br><p>Ο βασιλιάς, παγωμένος από τον τρόμο, είχε καρφώσει το βλέμμα του εκεί όπου είχε εξαφανιστεί η πριγκίπισσά του. Σαν να μην έφτανε αυτό, στην κακοτυχία του ήρθε να προστεθεί και το σκοτείνιασμα των ματιών του, καθώς ένιωσε το σώμα του να σηκώνεται ψηλά, σαν να τον είχε σηκώσει ένα τεράστιο και δυνατό χέρι. Βλέπετε, η Νεράιδα της Ερήμου, παρόλο που είχε έρθει να βοηθήσει τον Κίτρινο Νάνο να αρπάξει την πριγκίπισσα, μόλις είδε τον Βασιλιά των Χρυσωρυχείων, τον ερωτεύτηκε παράφορα. Σκέφτηκε πως, αν τον έπιανε και τον αλυσόδενε σε έναν βράχο μέσα σε φρικτή σπηλιά, από τον φόβο του θανάτου και μόνο, σίγουρα εκείνος θα ξεχνούσε την αγάπη του για την Μπελίσσιμα και θα γινόταν σκλάβος της. Έτσι, σαν έφτασαν στη σπηλιά τον αλυσόδεσε και του έδωσε πίσω την όραση του. Τότε, μεταμορφώθηκε σε πανέμορφη κοπέλα και προσποιήθηκε πως από τύχη είχε βρεθεί εκεί: “Μα τι βλέπω;”, φώναξε. “Εσύ είσαι βασιλιά μου; Ποια κακή τύχη σε έφερε ως εδώ;”. Ο βασιλιάς, που ξεγελάστηκε από την εμφάνισή της, αποκρίθηκε:</p><p>Αλίμονο, όμορφη δεσποσύνη, η νεράιδα που μ΄ έφερε εδώ με τύφλωσε, αλλά από τη φωνή της κατάλαβα ότι ήταν η Νεράιδα της Ερήμου. Γιατί με έφερε εδώ, δεν ξέρω να σου πω.</p><p>Α! του είπε η μεταμορφωμένη Νεράιδα, αφού κακόπεσες στα χέρια της, ξέρω πως δεν θα σε αφήσει να φύγεις εκτός κι αν την παντρευτείς. Το έχει κάνει και σε άλλους άρχοντες σαν κι εσένα, κάνει γενικά του κεφαλιού της.</p><br><p>Καθώς τον ψευτοπαρηγορούσε, ο βασιλιάς πρόσεξε πως τα πόδια της κοπέλας ήταν σαν αυτά του γρύπα και κατάλαβε αμέσως πως μπροστά του είχε τη Νεράιδα της Ερήμου, η οποία ό,τι μορφή και να έπαιρνε, τα πόδια της ήταν το μόνο σημείο που δεν μπορούσε ν΄ αλλάξει. Προσποιούμενος πως δεν είχε καταλάβει τίποτα, της είπε με συνομωτικό ύφος:</p><p>Δεν είναι ότι δεν συμπαθώ τη Νεράιδα της Ερήμου, αλλά δεν μου αρέσει η σχέση της με τον Κίτρινο Νάνο και ότι με έχει φυλακισμένο έτσι. Αληθεύει πως αγαπώ μια γοητευτική πριγκίπισσα, αλλά αν η Νεράιδα με ελευθέρωνε, από ευγνωμοσύνη και μόνο, θα της ορκιζόμουν αιώνια αφοσίωση.</p><p>Το εννοείς αυτό βασιλιά μου; είπε με αφέλεια η Νεράιδα.</p><p>Βέβαια, γιατί να σε εξαπατήσω; Στο κάτω κάτω, είναι πολύ καλύτερο να σε αγαπά μια Νεράιδα παρά μια κοινή πριγκίπισσα. Αλλά η περηφάνια μου, μου επιτάσσει να λέω ότι μισώ τη Νεράιδα ακόμη κι αν την αγαπώ τρελά, μέχρι να με ελευθερώσει.</p><br><p>Με αυτά τα λόγια η Νεράιδα της Ερήμου κολακεύτηκε και αποφάσισε να μεταφέρει τον βασιλιά κάπου πιο άνετα. Τον έβαλε στο άρμα της που αυτή τη φορά το έσερναν κύκνοι αντί για τις συνηθισμένες νυχτερίδες και πετάξανε μακριά. Κοιτώντας κάτω όμως ο βασιλιάς, είδε το μέρος όπου ο Κίτρινος Νάνος φυλούσε την πριγκίπισσα - ήταν ένα κάστρο από ατσάλι, που αντανακλούσε το φως του ήλιου τόσο πολύ ώστε όποιος το πλησίαζε σίγουρα θα γινόταν κάρβουνο. Η πριγκίπισσα καθόταν σε έναν παγκάκι στον κήπο στη μέση του κάστρου και έκλαιγε πικρά. Σαν άκουσε το ιπτάμενο άρμα να περνά, σήκωσε το βλέμμα της και είδε τον βασιλιά της με μια πραγματική καλλονή στο πλευρό του: “Σα να μην έφτανε που με απήγαγε ο τρομερός Κίτρινος Νάνος, ο αγαπημένος μου βασιλιάς με ξέχασε τόσο γρήγορα; Και μάλιστα βρήκε να με αντικαταστήσει με μια τόσο όμορφη ύπαρξη;”.</p><br><p>Καθώς η πριγκίπισσα συλλογιζόταν το κακό ριζικό της, ο βασιλιάς υπέφερε που την έβλεπε έτσι, αλλά ήξερε πως η Νεράιδα της Ερήμου ήταν παντοδύναμη και πως για να της ξεφύγει έπρεπε να κάνει υπομονή και να καταστρώσει ένα σοφό σχέδιο. Η Νεράιδα της Ερήμου, που είχε και εκείνη δει την Μπελίσσιμα να κάθεται στον κήπο, προσπάθησε να διαβάσει την αντίδραση του βασιλιά. Αλλά εκείνος την πρόλαβε λέγοντάς της: </p><p>Κανείς δεν μπορεί να σου πει αυτό που θες να ακούσεις παρά μόνο εγώ. Ναι, είναι αλήθεια πως βλέποντας αυτήν που κάποτε αγαπούσα με επηρέασε κάπως, δεν το αρνούμαι. Αλλά εσύ είσαι πολύ πιο πολύτιμη για μένα, καλύτερα να πεθάνω παρά να ζήσω μακριά σου.</p><p>Μα στ’ αλήθεια βασιλιά μου με αγαπάς τόσο πολύ;</p><p>Ο χρόνος θα δείξει Κυρά μου, της απάντησε. Απόδειξέ μου όμως πως πραγματικά κι εσύ με σέβεσαι και μην αρνηθείς να βοηθήσεις την Μπελίσσιμα.</p><p>Μα ξέρεις τι μου ζητάς; είπε καχύποπτα η Νεράιδα. Θέλεις να χρησιμοποιήσω τις δυνάμεις μου εναντίον του καλύτερού μου φίλου του Κίτρινου Νάνου και να ελευθερώσω μια πριγκίπισσα με την οποία ανταγωνίζομαι για την αγάπη σου;</p><br><p>Ο βασιλιάς παρέμεινε σιωπηλός - πράγματι, πώς νόμιζε ότι μια τέτοια παράκκλιση θα έπιανε σε ένα τόσο έξυπνο πλάσμα; Έφτασαν τελικά σε ένα μεγάλο λιβάδι γεμάτο πολύχρωμα λουλούδια. Τριγύρω υπήρχε ένα βαθύ ποτάμι και τα ρυάκια που πήγαζαν από αυτό κυλούσαν ανάμεσα σε καταπράσινα δέντρα, όλα έμοιαζαν να σφίζουν από ζωή. Στη μέση του λιβαδιού βρισκόταν ένα μεγαλόπρεπο παλάτι του οποίου οι τοίχοι ήταν από διάφανο σμαράγδι. Σαν οι κύκνοι προσγειώθηκαν μπροστά στη διαμαντένια πύλη, το ζευγάρι περικυκλώθηκε από μαγικά και πανέμορφα όντα που τους προϋπάντησαν όλο χαρά, τραγουδώντας τους:</p><br><p>Σαν στην καρδιά σου φωλιάσει η αγάπη,</p><p>Είναι ανώφελο να αντισταθείς.</p><p>Η περηφάνια είναι απάτη,</p><p>η αγάπη ο θριαμβευτής.</p><br><p>Η Νεράιδα της Ερήμου πολύ χάρηκε που επαινούσαν τους θριάμβους της. Έπειτα οδήγησε τον βασιλιά στην πιο εκθαμβωτική κάμαρα που είχε δει ποτέ του και τον άφησε μόνο για λίγο, για να μην αισθάνεται σαν αιχμάλωτός της. Εκείνος όμως είχε την αίσθηση πως δεν ήταν ολότελα μόνος, πως από κάπου εκείνη τον παρακολουθούσε διαρκώς. Στάθηκε τότε μπροστά σ΄ έναν μεγάλο καθρέφτη και είπε: “‘Εμπιστε σύμβουλε, δείξε μου τι πρέπει να κάνω για να κερδίσω την καρδιά της Νεράιδας. Δεν θέλω τίποτα παρά να την ευχαριστήσω”. Ευθύς έπιασε να κάνει μπούκλες τα μαλλιά του και βλέποντας κρεμασμένο ένα μεγαλόπρεπο πανωφόρι, το φόρεσε αμέσως. Σαν τον είδε η Νεράιδα, δεν μπορούσε να κρύψει τον ενθουσιασμό της: “Μπήκες σε πολύ κόπο για να με ευχαριστήσεις”, του είπε, “και πρέπει να σου πω ότι τα κατάφερες. Είδες;&nbsp;Όταν νοιάζεσαι πραγματικά για μένα, τίποτα δεν είναι δύσκολο”.</p><br><p>Ο βασιλιάς, που ήθελε να κρατήσει υψηλό το ηθικό της Νεράιδας, όλο την κολάκευε και της γλυκομιλούσε, μέχρι που μετά από λίγο καιρό, εκείνη του επέτρεψε να κάνει μόνος του περιπάτους στην ακροθαλασσιά. Με τα μαγικά της, κυριαρχούσε στη θάλασσα τέτοια φουρτούνα που ούτε ο πιο έμπειρος καπετάνιος δεν θα τολμούσε να σαλπάρει. Έτσι, ήταν ήσυχη ότι δεν θα της έφευγε ο καλός της. Ο βασιλιάς χρησιμοποιούσε όλον αυτόν τον καιρό ανενόχλητος, για να εκφράσει τα πραγματικά του συναισθήματα και τις σκέψεις γι΄ αυτή του την κατάσταση. Έχοντας κάνει αρκετές βόλτες πάνω-κάτω στην παραλία, έγραψε στην άμμο με ένα ξύλο:</p><br><p>Έκανε την τύχη του ο γυαλός</p><p>Θα αφήσω εδώ τα δάκρυά μου</p><p>Αλίμονο, είμαι μοναχός</p><p>Η αγάπη μου είναι μακριά μου</p><br><p>Θάλασσα φουρτουνιασμένη</p><p>Με αέρηδες και κύματα</p><p>Η αγάπη μου ειν’ απομακρυσμένη</p><p>Κι εγώ κάνω μόνο λίγα βήματα</p><br><p>Η καρδιά μου πιότερο βαρεία</p><p>Τη Μοίρα μου άλλοι τη βρήκαν</p><p>Τι κάνω εδώ στην εξορία;</p><p>Και την αγάπη μου την πήραν</p><br><p>Αχ! Νύμφες του Ωκεανού</p><p>Που ξέρετε από αγάπη εσείς</p><p>Τα κύματα του δειλινού</p><p>Ηρεμήστε τα ευθύς</p><br><p>Καθώς ήταν χαμένος στις σκέψεις του γράφοντας αυτά, άκουσε μια φωνή που γρήγορα τον επανέφερε στην πραγματικότητα. Κοίταξε γύρω του, και είδε πως τα κύματα ακόμη ορθώνονταν πελώρια. Μα στο βαθούλωμα ενός κύματος είδε μια όμορφη κοπέλα να πλέει προς το μέρος του. Τα μαλλιά της ήταν παντού τριγύρω της, στο ένα της χέρι κρατούσε ένα καθρεφτάκι, στο άλλο μια χτένα και αντί για πόδια είχε ουρά ψαριού με την οποία και κολυμπούσε.</p><br><p>Ο βασιλιάς έμεινε άφωνος με αυτό το θέαμα. Σαν όμως τον πλησίασε, η κυρά των υδάτων του είπε: “Ξέρω πόσο θλιμμένος είσαι που έχασες την πριγκίπισσά σου και που είσαι αιχμάλωτος. Θα σε βοηθήσω να δραπετεύσεις από αυτό το μέρος, αλλιώς ίσως μείνεις εδώ για το υπόλοιπο της ζωής σου”.</p><br><p>Ο βασιλιάς δεν ήξερε τι να απαντήσει σε αυτή την πρόταση. Όχι γιατί δεν ήθελε να δραπετεύσει, αλλά γιατί δεν ήταν σίγουρος μήπως κι αυτό ήταν ένα από τα κόλπα της Νεράιδας της Ερήμου. Βλέποντάς τον διστακτικό, η γοργόνα που μάντεψε τις σκέψεις του, είπε: </p><p>Πρέπει να μου έχεις εμπιστοσύνη, δεν θέλω να σε παγιδεύσω. Είμαι θυμωμένη με τον Κίτρινο Νάνο και τη Νεράιδα της Ερήμου που τόσο βασανίζουν την καλοσυνάτη και όμορφη Μπελίσσιμα. Έχε πίστη σε μένα και θα σε βοηθήσω.</p><p>Σ΄ εμπιστεύομαι απόλυτα, της απάντησε ο βασιλιάς, και θα κάνω ό,τι μου προστάξεις. Μα, αφού έχεις δει την πριγκίπισσα, πες μου τι κάνει και τι της συμβαίνει.</p><p>Δεν έχουμε χρόνο για κουβέντα, του είπε η γοργόνα. Έλα μαζί μου και θα σε πάω μέχρι το Ατσαλένιο Κάστρο. Πρέπει όμως να αφήσουμε πίσω μας σε αυτή την ακρογιαλιά ένα ομοίωμά σου τόσο πιστό που να ξεγελάσει και την ίδια τη Νεράιδα της Ερήμου.</p><br><p>Και, κάνοντας μια βουτιά, μάζεψε αρκετά φύκια. Έπειτα, βγαίνοντας πάλι στην επιφάνεια, τα φύσηξε τρεις φορές και τους είπε: “Φίλοι μου φύκια, σας προστάζω να βγείτε στην άμμο κι εκεί να μείνετε μέχρι να έρθει να σας μαζέψει η Νεράιδα της Ερήμου”, και αμέσως τα φύκια πήραν τη μορφή του Βασιλιά των Χρυσωρυχείων. Έκπληκτος ο βασιλιάς είδε τα φύκια να του μοιάζουν απόλυτα, μέχρι και το παλτό του φορούσαν, αλλά ήταν τόσο χλωμά που θα έλεγε κανείς ότι τα κύματα είχαν πνίξει τον βασιλιά και τον ξέβρασαν πάλι στην ακτή. Η γοργόνα τότε κράτησε το χέρι του βασιλιά και οι δυό τους κολύμπησαν μακριά: </p><p>Τώρα μπορώ να σου μιλήσω για την κατάσταση της πριγκίπισσας, είπε στο βασιλιά η γοργόνα σαν είχαν απομακρυνθεί αρκετά. Όπως ξέρεις, η Νεράιδα της Ερήμου λάβωσε την πριγκίπισσα, και παρόλα αυτά ο Κίτρινος Νάνος την έβαλε στη γάτα του και την πήρε μαζί του. Η πριγκίπισσα συνήλθε μόνο αφού έφτασε στο Κάστρο κι αυτό χάρη στις φροντίδες άλλων πανέμορφων κοριτσιών που είχε αρπάξει ο Νάνος και που ζουν εκεί. Η Μπελίσσιμα τώρα πλαγιάζει σε χρυσό ανάκλιντρο με κεντημένα μαργαριτάρια μεγάλα σαν φουντούκια!</p><p>Αν η πριγκίπισσα με ξεχάσει και δεχτεί να παντρευτεί τον Νάνο, θα σκοτωθώ!</p><p>Αυτό να μην σε ανησυχεί καθόλου, τον καθησύχασε η γοργόνα. Η πριγκίπισσα δεν μπορεί καν να κοιτάξει τον Νάνο, μόνο εσένα σκέφτεται.</p><p>Συνέχισε, σε παρακαλώ.</p><p>Τι άλλο μένει; Η Μπελίσσιμα σε είδε όταν πέταξες πάνω από το Κάστρο με τη Νεράιδα στο πλάι σου. Καταλαβαίνεις την απελπισία της όταν νόμισε πως την έχεις ολότελα ξεχάσει.</p><p>Νομίζει πως θα μπορούσα ποτέ να αγαπήσω άλλη; φώναξε ο βασιλιάς πληγωμένος. Τι τραγικό λάθος, πώς θα μπορέσω να την πείσω για το αντίθετο;</p><p>Εσύ ξέρεις, του είπε η γοργόνα και του χαμογέλασε γλυκά. Όταν δυο άνθρωποι αγαπιούνται όσο εσείς οι δυο, δεν χρειάζονται συμβουλές από τρίτους.</p><br><p>Και με την κουβέντα, έφτασαν στο Ατσαλένιο Κάστρο. Η μεριά που έβλεπε στον ωκεανό ήταν η μόνη που δεν αντανακλούσε το φως του ήλιου: “Ξέρω πως η πριγκίπισσα περνάει όλον τον καιρό της στο ξύλινο παγκάκι, εκεί που την είδες κι εσύ”, είπε στον βασιλιά η γοργόνα φεύγοντας. “Γνωρίζω όμως ότι, μέχρι να πετύχεις το στόχο σου, θα περάσεις από πολλούς κινδύνους γι αυτό πάρε αυτό το σπαθί. Κρατώντας το μπορείς να αντιμετωπίσεις κάθε κίνδυνο και να ξεπεράσεις κάθε δυσκολία - αλλά πρόσεχε να μην σου πέσει ποτέ από το χέρι. Αντίο για τώρα, θα σε περιμένω κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας. Αν εσύ και η πριγκίπισσα χρειαστείτε βοήθεια, μη διστάσετε να με φωνάξετε, η μητέρα της η βασίλισσα είναι φίλη μου καλή και για χάρη της ήρθα να βοηθήσω”.</p><br><p>Το σπαθί που η γοργόνα έδωσε στο βασιλιά ήταν φτιαγμένο από ένα και μοναδικό διαμάντι, πιο λαμπερό κι από τον ήλιο. Ο βασιλιάς δεν έβρισκε λόγια να εκφράσει την ευγνωμοσύνη του, μόνο τη διαβεβαίωσε πως εκτιμούσε πόσο σημαντικό ήταν το δώρο της και ότι ποτέ δεν θα ξεχνούσε το καλό που του έκανε.</p><br><p>Στο μεταξύ όμως, η Νεράιδα της Ερήμου είχε αρχίσει να ανησυχεί όταν είδε ότι ο βασιλιάς αργούσε να επιστρέψει από τον περίπατό του. Βγήκε να τον ψάξει με μια στρατιά από αιθέριες υπάρξεις να την ακολουθούν φορτωμένες με δώρα, μέχρι που έφτασε στην ακροθαλασσιά. Τι τρόμος κυρίευσε τη Νεράιδα και τη συνοδεία της σαν είδαν τον βασιλιά από φύκια να κείτεται στην παραλία! Γεμάτη έκπληξη και λύπη, η Νεράιδα έβγαλε ένα ουρλιαχτό και σωριάστηκε δίπλα στον ψευτοβασιλιά, καλώντας τις έντεκα αδερφές της να έρθουν και να της συμπαρασταθούν. Ξεγελάστηκαν κι αυτές γιατί, παρόλο που ήταν όλες τους έξυπνες, η γοργόνα ήταν εξυπνότερη, και το μόνο που τους έμενε να κάνουν ήταν να φτιάξουν ένα μνημείο στη μνήμη του νεκρού τους βασιλιά. </p><br><p>Πού να ξέρουν όμως πως καθώς αυτές μάζευαν πορφύρα, μάρμαρο και χαλκό, ο βασιλιάς τραβούσε για το Ατσαλένιο Κάστρο. Περπατούσε γοργά κοιτώντας διαρκώς τριγύρω του να δει την αγαπημένη του Μπελίσσιμα, όταν ξάφνου μπροστά του εμφανίστηκαν τέσσερις φρικτές σφίγγες με κοφτερά νύχια. Θα τον είχαν σίγουρα σκίσει σε πολλά κομμάτια αν ο βασιλιάς δεν είχε σηκώσει το σπαθί του μπροστά τους. Σαν είδαν τα είδωλα τους μέσα του παρέλυσαν και ο βασιλιάς τους έκοψε με ευκολία τα κεφάλια. Συνεχίζοντας την αναζήτηση τής αγαπημένης του ο βασιλιάς, ήρθε αντιμέτωπος με έξι δράκους καλυμμένους με σιδερένια λέπια. Ο βασιλιάς δεν κλονίστηκε από την τρομακτική τους εμφάνιση και με τη βοήθεια του σπαθιού τούς έκοψε και αυτούς σε κομμάτια. Ελπίζοντας πως οι άθλοι του είχαν πια τελειώσει, ο βασιλιάς είχε άλλον έναν τον οποίο μάλιστα δεν ήξερε πως να φέρει εις πέρας. Εικοσιτέσσερις νύμφες που του προσέφεραν στεφάνια από λουλούδια του έκλειναν το δρόμο: “Πού πας βασιλιά μας;”, του είπαν μελωδικά, “είναι καθήκον μας να φυλάμε αυτό το μέρος και αν αποτύχουμε κακό θα βρει και εσένα και εμάς. Μην προχωρήσεις άλλο. Τι, θα σκοτώσεις εικοσιτέσσερις κοπέλες που ποτέ δεν σου έκαναν κακό;”.&nbsp;Ο βασιλιάς σάστισε και δεν είχε ιδέα πως να προχωρήσει. Ήταν ενάντια σε κάθε του αξία σαν ιππότη να κάνει κάτι που μια δεσποσύνη τον παρακαλούσε να μην κάνει. Τότε, μέσα στην αμφιβολία του, μια φωνή του ψιθύρισε: “Χτύπα! Χτύπα! και μη λυπηθείς, αλλιώς η πριγκίπισσα σου θα χαθεί για πάντα!”.</p><br><p>Έτσι, χωρίς να απαντήσει στις νύμφες, ο βασιλιάς προχώρησε αποφασίστηκα εμπρός παραμερίζοντας βίαια, σπρώχνοντας και ρίχνοντας κάτω τις κοπέλες και τα στεφάνια τους, μέχρι που έφτασε στον κήπο όπου καθόταν η Μπελίσσιμα. Την πλησίασε βιαστικά, αλλά είδε πως τον αντιμετώπισε με την ίδια περιφρόνηση που θα αντιμετώπιζε τον Κίτρινο Νάνο:</p><p>Πριγκίπισσα μου, μη μου θυμώνεις, θα σου εξηγήσω τα πάντα! Δεν είμαι ούτε άπιστος μα ούτε φέρω ευθύνη για ότι έγινε. Τρέμω και μόνο στη σκέψη ότι μπορεί να έκανα κάτι που να σε πλήγωσε, αλλά ήμουν αβοήθητος.</p><p>Νομίζεις δεν σε είδα να πετάς ψηλά στο πλάι ενός αιθέριου πλάσματος; Ούτε γι΄ αυτό φέρεις ευθύνη;</p><p>Ναι, έτσι είναι πριγκίπισσα, της απάντησε. Η Νεράιδα της Ερήμου, αφού με αλυσόδεσε σε έναν βράχο, αποφάσισε να με μεταφέρει στο παλάτι της στην άλλη άκρη της γης όπου ήμουν αιχμάλωτος. Ευτυχώς δραπέτευσα με τη βοήθεια μιας γοργόνας, που με έφερε μέχρι εδώ να σε σώσω καλή μου από τον ανάξιο που σε κρατά φυλακισμένη. Σε παρακαλώ, μην αρνηθείς τη βοήθεια του πιστού σου υπηρέτη.</p><br><p>Και λέγοντας αυτό, ο βασιλιάς έπεσε στα πόδια της πριγκίπισσας και κρατήθηκε από τα φουστάνια της. Αλίμονο, με αυτή του την κίνηση, το σπαθί γλίστρησε από τη θήκη του και έπεσε κάτω. Ο Νάνος, που ήταν κρυμμένος πίσω από ένα μαρούλι, ξεπήδησε αμέσως και το σήκωσε, γνωρίζοντας πολύ καλά τη δύναμη του. Η πριγκίπισσα έβγαλε μια κραυγή φρίκης σαν είδε το μικρό τέρας, μα αυτό τον ενόχλησε ακόμη παραπάνω. Με δυο του λέξεις εμφανίστηκαν δυο γίγαντες, που έδεσαν τον βασιλιά με σιδερένιες αλυσίδες:</p><p>Τώρα, είπε ο Νάνος, έχω τη μοίρα του αντιπάλου μου στα χέρια μου. Αλλά θα τον αφήσω να ζήσει, ακόμα και να φύγει ελεύθερος, αν εσύ πριγκίπισσα δεχτείς να με παντρευτείς.</p><p>Καλύτερα να με σκοτώσεις χίλιες φορές! του φώναξε ο βασιλιάς.</p><p>Αλίμονο! έκλαψε η πριγκίπισσα. Δεν μπορώ να σκεφτώ τίποτα χειρότερο από το να πεθάνεις αγαπημένε μου!</p><p>Δεν υπάρχει τίποτα χειρότερο από το να παντρευτείς αυτό το τέρας αγαπημένη μου!</p><p>Τουλάχιστον, είπε η πριγκίπισσα με λυγμούς, ας πεθάνουμε μαζί.</p><p>Άσε με να σου σώσω τη ζωή με τον θάνατό μου πριγκίπισσα.</p><p>Όχι, όχι! και γυρίζοντας στον Νάνο, τού είπε η πριγκίπισσα, θα κάνω όπως μου προστάζεις.</p><p>Σκληρή πριγκίπισσα! της φώναξε ο βασιλιάς. Πώς να συνεχίσω βλέποντάς σε να παντρεύεσαι άλλον μπροστά στα μάτια μου;</p><p>Αυτό δεν πρόκειται να συμβεί, είπε με κακία ο Νάνος. Σε φοβάμαι πολύ για να σε αφήσω να ζήσεις να μας δεις να παντρευόμαστε. Και με αυτό, κάτω από τον ήχο του κλάματος της πριγκίπισσας, ο Νάνος πλησίασε τον βασιλιά και του κάρφωσε το σπαθί στην καρδιά.</p><br><p>Η Μπελίσσιμα, βλέποντας τον αγαπημένο της νεκρό μπροστά της, δεν θέλησε να ζήσει άλλο και πέθανε αμέσως κι αυτή. </p><br><p>Έτσι, τέλειωσε και η ιστορία των ερωτευμένων, με τη γοργόνα να μην μπορεί να τους βοηθήσει άλλο γιατί όλη της η δύναμη είχε χαθεί μαζί με το σπαθί.</p><br><p>Όπως είδαμε, ο Νάνος προτίμησε να δει την πριγκίπισσα νεκρή, παρά στο πλευρό του Βασιλιά των Χρυσωρυχείων. Η Νεράιδα της Ερήμου, σαν έμαθε τι είχε γίνει, γκρέμισε το μνημείο που είχε χτίσει για τον βασιλιά και τον μίσησε σχεδόν όσο τον είχε αγαπήσει.</p><br><p>Η ευγενική γοργόνα, θρηνώντας για τον θάνατο των ερωτευμένων, τους μεταμόρφωσε σε φοινικιές που θα ψιθυρίζουν τον έρωτά τους με το φύσημα του ανέμου, ενώ τα κλαδιά τους θα ενώνονται για πάντα.</p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></itunes:summary>
		</item>
		<item>
			<title>Η Μαϊταγκάρρι</title>
			<itunes:title>Η Μαϊταγκάρρι</itunes:title>
			<pubDate>Fri, 12 Mar 2021 23:42:48 GMT</pubDate>
			<itunes:duration>59:05</itunes:duration>
			<enclosure url="https://sphinx.acast.com/p/open/s/6013ebce985ab977d52addcc/e/604bfc7937c9430507b3d1d0/media.mp3" length="55377438" type="audio/mpeg"/>
			<guid isPermaLink="false">604bfc7937c9430507b3d1d0</guid>
			<itunes:explicit>false</itunes:explicit>
			<link>https://www.karakaxa.org/%CE%B5%CF%80%CE%B5%CE%B9%CF%83%CF%8C%CE%B4%CE%B9%CE%B1</link>
			<acast:episodeId>604bfc7937c9430507b3d1d0</acast:episodeId>
			<acast:showId>6013ebce985ab977d52addcc</acast:showId>
			<acast:episodeUrl>mitos11</acast:episodeUrl>
			<acast:settings><![CDATA[FYjHyZbXWHZ7gmX8Pp1rmbKbhgrQiwYShz70Q9/ffXZMTtedvdcRQbP4eiLMjXzCKLPjEYLpGj+NMVKa+5C8pL4u/EOj1Vw4h5MMJYp0lCcFAe0fnxBJy/1ju4Qxy1fh8gO4DvlGA40yms2g0/hOkcrfHIopjTygHFqGwwOPKFIai4SuTvs86Lx3UYCyl6Zs+WO4fC9bB8/2bSJALEZpunHdJA38/ZCmkJMYOTmjFjqvu9zIFNox/Av4NtulnLTaQmbs/mAHhTTdGTheDV30q+YKRBEhERoACP+Q/D+Q+7EK5ws2mUWPZFjM/GOC52Uo]]></acast:settings>
			<itunes:subtitle>Μίτος</itunes:subtitle>
			<itunes:episodeType>full</itunes:episodeType>
			<itunes:episode>11</itunes:episode>
			<itunes:image href="https://assets.pippa.io/shows/6013ebce985ab977d52addcc/1615592558886-fc643c7d98e4ad611836417cb449cf86.jpeg"/>
			<description><![CDATA[<p>Από τη χώρα των Βάσκων έρχεται η Μαϊταγκάρρι, να διευθετήσει βεντέτες που κρατάνε χρόνια και να τιμωρήσει με θεία δίκη τα παλιά τελώνια!</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Περιέχει κάποιες σκηνές βίας, βία ενάντια σε παιδιά, απειλές βίας </p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>Ηχητικά εφέ: freesound.org</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ</p><br><p>Μαϊταγκάρρι (Η Νεράιδα της Λίμνης)</p><br><p>Ιτουριόζ, η κρύα πηγή</p><br><p>Σ΄ ένα σπίτι στα περίχωρα του Οϋαρζούν βασίλευε η πιο βαθιά σιγή. Ο Πέδρο Ιτουριόζ, ένας γεροδεμένος βουνίσιος άνδρας κάποιας περασμένης ηλικίας και η κεφαλή της οικογένειας, μόλις είχε τελειώσει το δείπνο του. Δίπλα του η γυναίκα του, πολλά χρόνια μικρότερή του, του προσέφερε ένα ποτήρι ζεστό κρασί και περίμενε να της απευθύνει το λόγο. Ο αφέντης έκανε νόημα και η γυναίκα όλο αγάπη και σεβασμό έβαλε στα χέρια του ένα ασημένιο ποτήρι. Στη συνέχεια έφερε στο τραπέζι μια γαβάθα με λαχταριστά φρούτα και πήγε κι έκατσε στην άλλη άκρη του δωματίου στον αργαλειό της υφαίνοντας το ύφασμα που αργότερα θα γινόταν μαντήλια, πετσέτες και αρωματισμένα σεντόνια, ό,τι δηλαδή υπάρχει σε όλα τα Βασκικά σπίτια. Σε μια άλλη γωνία της κουζίνας, δυο κορίτσια απαράμιλλης ομορφιάς κουβέντιαζαν χαμηλόφωνα με έναν νεαρό με ασκέπαστο κεφάλι που ήταν δεν ήταν δεκαπέντε χρονών.</p><br><p>Στα δεξιά του τζακιού, κάτω από την μεγάλη τριγωνική σκεπή της καμινάδας, βρισκόταν ένα ανάκλιντρο διακοσμημένο με μακριά καρφιά από ορείχαλκο. Το ζεστό φως που έβγαινε από τη φωτιά και οι ακτίνες από τη δάδα του αναμμένου φυτιλιού της ρητίνης που κρεμόταν από τον τοίχο, φώτιζαν την οικογένεια. Ο αφέντης έκοψε στα δύο ένα ζουμερό μήλο και έδωσε το μισό στη γυναίκα του, κατέβασε τα δύο τρίτα του κρασιού και της προσέφερε το υπόλοιπο. Η γυναίκα τα δέχτηκε και τα δύο χωρίς να πει κουβέντα. Τότε ο βουνίσιος άντρας ξεσκέπασε το κεφάλι του και όλη η οικογένεια στάθηκε προσοχή με αυτή του την κίνηση. Έκανε το σταυρό του, μουρμούρισε μια προσευχή στην οποία τον συνόδευσαν και οι υπόλοιποι και πήγε κι έκατσε στο ανάκλιντρο.</p><br><p>Ένα από τα κορίτσια μάζεψε το τραπέζι, δίπλωσε προσεκτικά το λευκό τραπεζομάντηλο κι έπειτα όλη η οικογένεια μαζεύτηκε γύρω από τη φωτιά. Η κυρία του σπιτιού έγνεθε, τα κορίτσια τύλιγαν μαλλί σε ρόκες, το αγόρι ακόνιζε ένα μαχαίρι ξυλουργού και ο Πέδρο Ιτουριόζ γερμένος στο ανάκλιντρο φαινόταν χαμένος στις σκέψεις του. Το βλέμμα ολονών σιγά σιγά στράφηκε στο πρόσωπο του αφέντη τους, του οποίου τα μάτια τώρα έκλειναν από τον ύπνο. Η γυναίκα αναστέναξε απαλά, η κουβέντα των κοριτσιών σταμάτησε και το αγόρι άρχισε πολύ σιγά ένα μονότονο τραγούδι, με τον ρυθμό του οποίου άρχισαν να συγχρονίζονται οι κινήσεις των χεριών των τριών γυναικών. Το τραγούδι πρέπει να επηρρέασε πολύ τον αφέντη, ο οποίος αμέσως έπεσε σε βαθιά λήθη.</p><br><p>Από τη μισόκλειστη πόρτα έμπαιναν οι ακτίνες του φεγγαριού, φωτίζοντας το τοπίο γεμάτο εντυπωσιακά δέντρα και γιγαντιαία βουνά. Μπορούσες να ακούσεις μέχρι και το βουνίσιο ρυάκι δίνοντας στη σιωπηλή αυτή στιγμή μια ξεχωριστή ζεστασιά. Για κάμποσες στιγμές όλα παρέμειναν έτσι μέχρι που ο γέρος άντρας ανασηκώθηκε και ρώτησε:</p><br><p>«Πες μου Αντόνιο, τι άκουσες εκεί πάνω στο βουνό;»</p><br><p>Ο νεαρός πέταξε κατάχαμα το μαχαίρι που ακόνιζε, σηκώθηκε και με σεβασμό αποκρίθηκε:</p><br><p>«Άκουσα πατέρα, πως η μάχη ήταν αιματηρή.»</p><br><p>«Ξέρεις ποιοι ήταν οι ηττημένοι;»</p><br><p>«Δεν μου το είπε κανείς πατέρα.»</p><br><p>Ο γέρος άνδρας παρέμεινε σιωπηλός. Το μεγαλύτερο από τα κορίτσια έγινε άσπρο σαν πανί, άφησε τη ρόκα να της πέσει από το χέρι και κοίταξε τον αδερφό της τόσο έντονα λες και ήθελε να τον ανακρίνει με το βλέμμα της και μόνο. Αλλά ο Αντόνιο ήξερε να περιμένει την άδεια από τον πατέρα του για να μιλήσει.</p><br><p>«Αύριο, με το πρώτο φως, να πας στο μέτωπο και να μη γυρίσεις αν δεν μάθεις τα τελευταία νέα της μάχης», είπε ο πατέρας.</p><br><p>«Θα πάω πατέρα», απάντησε το αγόρι.</p><br><p>«Πλησίασε τότε κι άκου Αντόνιο».</p><br><p>«Τι επιθυμείς να κάνω;» ρώτησε ο Αντόνιο καθώς πλησίασε το αυτί του όλο και πιο κοντά στο στόμα του πατέρα του για να ακούσει ότι είχε να πει μόνο σε αυτόν.</p><br><p>«Ο Γκιλ είναι μαζί τους» είπε εκείνος με φωνή φορτισμένη. «Είναι αδερφός σου και γιός μου, γι αυτό ρώτα, γύρνα όλο τον στρατώνα κι όταν επιστρέψεις να μου πεις μόνο αν τον είδες ζωντανό αλλιώς, αν έχει πεθάνει να τον έχεις θάψει με τρόπο Χριστιανικό».</p><br><p>«Θα γίνει ότι μου πρόσταξες, πατέρα».</p><br><p>«Κι αν ζει, να του πεις ότι του απαγορεύω – ακούς; Του απαγορεύω να χρησιμοποιήσει τα όπλα του ενάντια στους Αρπίντες όσο κι εκείνοι πολεμούν τον εχθρό», συνέχισε ο πατέρας.</p><br><p>«Αυτό μου το απαγορεύεις κι εμένα, πατέρα;»</p><br><p>«Ναι γιε μου. Όσο κινδυνεύει η χώρα πρέπει να βάλουμε όλοι στην άκρη διαφωνίες και μίση, όσο βαθιά και παλιά κι αν είναι πρέπει να τα πνίξουμε. Καταραμένοι όσοι πράττουν το αντίθετο».</p><br><p>Ο άνδρας τότε σηκώθηκε, φίλησε τις τρεις γυναίκες στο μέτωπο, ευλόγησε τον Αντόνιο και αργά βγήκε από την κουζίνα. Μισή ώρα αργότερα κοιμόταν τον ύπνο ενός δίκαιου ανθρώπου.</p><br><p>Δεν είχε προλάβει καλά καλά να βγει από το δωμάτιο ο Πέδρο Ιτουριόζ και οι γυναίκες περιτριγύρισαν τον Αντόνιο.</p><br><p>«Ο πατέρας σου, σου είπε κάποια μυστικά που εμένα δεν μου επιτρέπεται να γνωρίζω», του είπε η μητέρα με ιερή εγκαρτέρηση. «Να τον υπακούσεις αγόρι μου, αδιαμαρτύρητα. Ο πατέρας σου έχει τη θέση του Θεού σε αυτόν τον κόσμο».</p><br><p>«Έτσι με έχεις μάθει μητέρα», της απάντησε το αγόρι και τη γλυκοφίλησε.</p><br><p>«Έτσι είναι Αντόνιο, αλλά μετά τον πατέρα αναλαμβάνει η μητέρα να συμβουλεύσει τα παιδιά της. Κάθισε κι άκουσέ με».</p><br><p>Τα τρία παιδιά κάθισαν και&nbsp;η μητέρα βρέθηκε ανάμεσα στις δυο κόρες της. Στη μία φαινόταν ξεκάθαρα η αγωνία στο πρόσωπό της ενώ η άλλη την κοιτούσε με μια ήρεμη αγάπη. Ο Αντόνιο γονάτισε μπροστά στην Καταλίνα και κάρφωσε τα μαύρα του μάτια στα δικά της. Η γυναίκα του Ιτουριόζ έπαιξε ανέμελα με τις μπούκλες του γιού της:</p><br><p>«Αντόνιο», του είπε, «ο αδερφός σου πολεμάει στο μέτωπο και ξέρεις πόσο ζωηρός είναι. Αν ζει ακόμη, να του πεις να κάνει το καθήκον του γενναία. Ταυτόχρονα όμως να μην κάνει ανοησίες και κουτοθαρραλέα ριψοκινδυνέψει τη ζωή του».</p><br><p>«Θα του το πω», απάντησε ο νεαρός Αντόνιο.</p><br><p>«Πες του», συνέχισε η Καταλίνα, «να ξεχάσει τα προσωπικά μας και να θυμάται μόνο πως είναι από το Γκουιπούζκο και ότι μόνος του εχθρός είναι ο εχθρός της χώρας».</p><br><p>«Αδερφέ μου, μην ξεχάσεις αυτές τις σοφές συμβουλές», είπε διακόπτοντας η ταραγμένη κόρη.</p><br><p>«Και τι ξέρεις εσύ από αυτά Ινέζ;» της είπε υπεροπτικά ο Αντόνιο.</p><br><p>«Είναι αλήθεια», απάντησε κοκκινίζοντας το κορίτσι, «ότι δεν καταλαβαίνω πολλά γι αυτά τα πράγματα, αλλά είμαι σίγουρη ότι πίσω από τις συμβουλές αυτές βρίσκεται απέραντη σοφία».</p><br><p>«Μητέρα, μόλις μου έδωσες την ίδια συμβουλή με τον πατέρα».</p><br><p>«Δόξα Σοι!» είπε η Καταλίνα. «Τώρα το μόνο που μένει σα συμβουλή είναι να μη μένεις πολύ σε ένα μέρος κατά τη διάρκεια του ταξιδιού σου μέχρι τον αδερφό σου. Σου δίνω την ευχή μου κι ο Θεός να σας έχει και τους δυο καλά! Ελάτε κόρες μου, πάμε να ξαπλώσουμε».</p><br><p>Σηκώθηκαν όλοι και βγήκαν από την κουζίνα. Η μόνη προστασία αυτού του σπιτικού ήταν οι νόμοι της χώρας μα ο φρουρός της ήταν ένας σκύλος μαστίφ ξαπλωμένος μπροστά από τη φωτιά.</p><br><p>Η Μάγισσα του Ζαλντίν</p><br><p>Το ρολόι σήμανε μεσάνυχτα όταν άνοιξε η πόρτα του σπιτιού και στην κουζίνα μπήκε μια ηλικιωμένη γυναίκα. Το σκυλί τέντωσε το κεφάλι του, γρύλισε απειλητικά, πλησίασε την επισκέπτρια και γύρισε πάλι στη θέση του τεμπέλικα να συνεχίσει τον ύπνο του. Η γυναίκα ζωντάνεψε τη φωτιά ρίχνοντάς της μερικά ξερά κλαδιά και με τη φωνή της έκανε το κάλεσμα της κουκουβάγιας μα τόσο τέλεια που θα έλεγε κανείς ότι ήταν στ’ αλήθεια μια κουκουβάγια στο σπίτι. Δειλά βήματα ακούστηκαν να κατεβαίνουν από τον πάνω όροφο τη σκάλα. Ήταν η Ντομίνικα, η μικρότερη κόρη του Πέδρο Ιτουριόζ, που σταμάτησε σαστισμένη μα και αποφασισμένη σαν είδε τη γυναίκα στο σπίτι.</p><br><p>«Πλησίασε Ντομίνικα, έλα και κάτσε κοντά μου», είπε η γυναίκα.</p><br><p>Η κόρη υπάκουα πλησίασε κι έκατσε στο ξύλινο παγκάκι, δίπλα στη συνομιλήτριά της. Το σκυλί σηκώθηκε και έφτασε μέχρι τα πόδια της Ντομίνικα όπου και έβαλε το κεφάλι του παιχνιδιάρικα ανάμεσα στα γόνατά της. Τι παράξενη σκηνή αυτή, με τις τρεις φιγούρες να βγαίνουν σαν ανάγλυφα από τους μαυρισμένους τοίχους. Θα‘ λεγε κανείς πως ήταν κάτι βγαλμένο από μαγική τελετουργία. Τα ζαρωμένα φρύδια της γριάς γυναίκας, τα στρογγυλά ανήσυχα μάτια της, τα κόκκινα μαλλιά της και η μακριά της μύτη έρχονταν σε πλήρη αντίθεση με τα ροδοκόκκινα μάγουλα, τα εκφραστικά μαύρα μάτια, τη λεπτοκαμωμένη μέση και το όλο χάρη χαμόγελο της νεαρής Ντομίνικα. Και η ατμόσφαιρα βάρυνε μόλις η γριά γυναίκα πλησίασε αυτό το πρόσωπό της κοντά στης Ντομίνικα με το σκυλί να παρακολουθεί κάθε κίνηση της μάγισσας με το διεισδυτικό του βλέμμα:</p><br><p>«Εσύ με κάλεσες Ντομίνικα;» ρώτησε η γυναίκα χαμηλόφωνα. «Εδώ είμαι λοιπόν, τι θέλεις από εμένα;»</p><br><p>«Ήθελα να μάθω», είπε το κορίτσι με τρεμάμενη φωνή, «ποιοι είναι οι ηττημένοι στο μέτωπο.»</p><br><p>«Αυτό είναι όλο;», ρώτησε η μάγισσα εξετάζοντας τα χαρακτηριστικά του προσώπου της Ντομίνικα με προσοχή.</p><br><p>«Ναι, τίποτα άλλο», αποκρίθηκε η κόρη κατεβάζοντας το βλέμμα.</p><br><p>«Πολύ καλά. Άνοιξε αυτό εκεί το παράθυρο που βλέπει κατά το στρατώνα.»</p><br><p>«Ανοικτό είναι τώρα», είπε, ανοίγοντάς το διάπλατα.</p><br><p>«Κοίτα τον ουρανό.»</p><br><p>«Κοιτάω τώρα.»</p><br><p>«Τι βλέπεις κατά τη Δύση;»</p><br><p>«Βλέπω ένα γκρίζο σύννεφο.»</p><br><p>«Τι μορφή έχει πάρει;»</p><br><p>«Σα να είναι ο σκελετός ενός γιγάντιου αλόγου.»</p><br><p>«Τι άλλο παρατηρείς;»</p><br><p>«Βλέπω το σύννεφο να χωρίζεται στα δύο.»</p><br><p>«Και ποια μεριά είναι η μεγαλύτερη;»</p><br><p>«Η μεριά με το κεφάλι».</p><br><p>«Οι Ναβαρέζοι και οι Γάλλοι ηττήθηκαν!» είπε η μάγισσα.</p><br><p>Η Ντομίνικα γέλασε δυνατά όλο χαρά και, πλησιάζοντας τη μάγισσα, τη ρώτησε: «Είσαι σίγουρη για ό,τι μου είπες;»</p><br><p>«Όσο σίγουρη είσαι ότι με έχεις μπροστά σου αυτή τη στιγμή. Θέλεις να μάθεις κι άλλα;»</p><br><p>«Θα ήθελα να μάθω τι απόγινε ο αδερφός μου», απάντησε το κορίτσι.</p><br><p>«Θα σου ικανοποιήσω την περιέργεια. Έλα κοντά στη χύτρα.»</p><br><p>Η Ντομίνικα αμέσως έκανε ό,τι της είπε.</p><br><p>«Βάλε τη στη φωτιά και βγες έξω στο χωράφι να μου φέρεις τις ρίζες του αρετολούλουδου».</p><br><p>Η κόρη, με το σκυλί ξοπίσω της, βγήκε και τράβηξε κατά τα χωράφια. Τότε, με φιδίσια πονηριά, η μάγισσα έβγαλε από την τσέπη της ένα δερμάτινο πουγκί κι από μέσα από αυτό ένα μάτσο πανιά. Ξεδιπλώνοντάς τα ένα-ένα πολύ προσεκτικά, έβγαλε τελικά το τέλεια διατηρημένο παιδικό χέρι, τυλιγμένο με σγουρά ξανθά μαλλάκια. Από την άλλη τσέπη της έβγαλε ένα μπουκάλι από το οποίο έσταξε λίγο από το βαθύ κόκκινο υγρό του στη χύτρα που τώρα πια είχε ζεσταθεί από τη φωτιά, και βάλθηκε να περιμένει τη Ντομίνικα να γυρίσει.</p><br><p>Δεν περίμενε και πολύ. Η κόρη γύρισε κρατώντας ένα μάτσο ρίζες, μα όταν πήγε να πλησιάσει τη μάγισσα ο σκύλος έπιασε να την τραβάει από το φόρεμα στην αντίθετη κατεύθυνση.</p><br><p>«Ήσυχα Μουρ, ήσυχα», είπε στο σκυλί. «Σα να σου παραρέσει να μένεις ξύπνιος βραδιάτικα!» και έδωσε στη γυναίκα τις ρίζες.</p><br><p>«Τις μάζεψες κάτω από μέρος σκιερό;» τη ρώτησε η μάγισσα καθώς έπαιρνε τις ρίζες από το κορίτσι.</p><br><p>«Μάλιστα, κάτω από τη σκιά μιας καρυδιάς».</p><br><p>«Πολύ καλά. Τώρα κάτσε στο παγκάκι και μη βγάλεις το βλέμμα σου από τη χύτρα».</p><br><p>Η μάγισσα καθάρισε τις ρίζες και τις έριξε στη χύτρα που τώρα πια έβραζε για τα καλά. Σε μια στιγμή μια γαλάζια φλόγα αναδύθηκε από τη χύτρα φωτίζοντας με το παράξενο φως της όλο το δωμάτιο.</p><br><p>«Τι βλέπεις;» ρώτησε η μάγισσα.</p><br><p>«Βλέπω τον αδερφό μου μέσα στα αίματα να κοιμάται ήσυχος. Βλέπω πολλούς νεκρούς στο πεδίο μάχης. Αχ αλίμονο!» φώναξε ξαφνικά.</p><br><p>«Τι άλλο βλέπεις;»</p><br><p>«Βλέπω τον Χουάν ντε Αρπίντες επίσης να κοιμάται εκεί κοντά. Βλέπω πολλές φωτιές εδώ κι εκεί. Βλέπω φρουρούς».</p><br><p>«Κοίτα προς το μέρος του αδερφού σου, τι κάνει;»</p><br><p>«Ω Ουρανοί!» φώναξε η Ντομίνικα κι έγινε άσπρη σαν πανί.</p><br><p>«Τι συμβαίνει;» ρώτησε η μάγισσα.</p><br><p>«Ο αδερφός μου σηκώνεται, βγάζει το σπαθί από τη θήκη του και προσεκτικά πλησιάζει τον Χουάν ντε Αρπίντες».</p><br><p>«Ο αδερφός σου και ο Αρπίντες πρέπει να μονομαχήσουν και να κυλιστεί αίμα», είπε η μάγισσα με ένα θλιμμένο τόνο στη φωνή της. «Τι άλλο βλέπεις;»</p><br><p>«Τίποτα άλλο», είπε τρεμάμενη η Ντομίνικα.</p><br><p>«Γύρνα προς τον τοίχο», συνέχισε η μάγισσα, «και πολύ προσεκτικά παρατήρησε τις μορφές που θα εμφανιστούν στον τοίχο».</p><br><p>Η Ντομίνικα υπάκουσε και γύρισε, αλλά βγάζοντας μια κραυγή οδύνης, κάλυψε τα μάτια της με τα χέρια της.</p><br><p>«Μου είναι αδύνατο να κοιτάξω», είπε το κορίτσι, πολύ ταραγμένο.</p><br><p>«Βγάλε τα χέρια από τα μάτια σου και πες μου τι βλέπεις. Δεν έχω χρόνο για τα μυξοκλάματά σου».</p><br><p>«Βλέπω τον Χουάν ντε Αρπιντές και μια γυναίκα να τον βαστάει στα χέρια της».</p><br><p>«Την ξέρεις αυτή τη γυναίκα;»</p><br><p>«Το πρόσωπό της είναι γυρισμένο από την άλλη».</p><br><p>«Δες προσεκτικά τον Αρπιντές, πώς είναι το χρώμα του;»</p><br><p>«Είναι χλωμός, πολύ χλωμός».</p><br><p>«Ικανοποιήθηκες τώρα;» ρώτησε η μάγισσα κι ένα χαιρέκακο χαμόγελο σχηματίστηκε στο πρόσωπό της.</p><br><p>«Καημένη μου αδερφή!» είπε η Ντομίνικα κλαίγοντας. </p><br><p>«Ο αδερφός σου έχυσε το αίμα τού αγαπημένου της Ινέζ. Θέλεις να μάθεις κι άλλα για αυτή τους την αγάπη;»</p><br><p>Το σκυλί ούρλιαξε και σηκώνοντας τα μπροστινά του πόδια στηρίχθηκε πάνω στη Ντομίνικα και της έγλειψε το πρόσωπο.</p><br><p>«Σε καλό σου!» είπε χαμηλόφωνα η Ντομίνικα.</p><br><p>«Αποφάσισε γρήγορα, έχω κι αλλού να πάω κι έχω αργήσει δύο ώρες ήδη!»</p><br><p>Το κορίτσι δίστασε και ο σκύλος συνέχισε να της γλύφει το πρόσωπο κοιτάζοντας έντονα και καχύποπτα τη μάγισσα.</p><br><p>«Μπαα, δεν είσαι εσύ για τέτοια!», είπε απότομα η μάγισσα κι άρχισε να μαζεύει τα πράγματά της για να αναχωρήσει.</p><br><p>«Περίμενε! Κάτσε ένα λεπτό!» παρακάλεσε η Ντομίνικα, τραβώντας τη γυναίκα από το φουστάνι της.</p><br><p>«Δεν μπορώ να μείνω άλλο σε αυτό το σπίτι», είπε η μάγισσα λοξοκοιτώντας το σκυλί.</p><br><p>«Πολύ καλά, αποφάσισα», είπε η κόρη.</p><br><p>Το σκυλί έβγαλε έναν απογοητευμένο λυγμό, κατέβηκε από το κορίτσι και πήγε κι έκατσε σε μια γωνιά του δωματίου.</p><br><p>«Πάρε αυτό το δερμάτινο πουγκί, τώρα που επιτέλους αποφάσισες, και κοίτα ξανά τη γαλάζια φλόγα».</p><br><p>«Εντάξει», είπε η Ντομίνικα και πήρε το πουγκί προσπαθώντας όσο μπορούσε να μη φοβάται.</p><br><p>«άνοιξε το πουγκί και ένα-ένα ρίξε στη φωτιά όλα τα περιεχόμενά του».</p><br><p>Έτσι κι έκανε η Ντομίνικα. Όμως μόλις έβγαλε το ακρωτηριασμένο μέλος και το κοίταξε στο χέρι της έτσι τυλιγμένο με τα μαλλιά, την κυρίεψε τέτοιος τρόμος που τα πέταξε όλα, ακόμη και το πουγκί μέσα στη χύτρα που έβραζε πάνω στη φωτιά.</p><br><p>Το σπίτι αμέσως σείστηκε&nbsp;σαν από έκρηξη και όσο και να ήθελε το κορίτσι να ξεφύγει από εκεί, δεν μπορούσε. Τα γόνατά της λύγισαν και έπεσε στο έδαφος βγάζοντας μια διαπεραστική στριγκλιά. Τότε είδε τη Μάγισσα του Ζαλντίν να μεταμορφώνεται σε τερατώδη νυχτερίδα και να φεύγει από το παράθυρο.</p><br><p>Η φωτιά σιγά σιγά έσβησε και το σπίτι βυθίστηκε στο σκοτάδι.</p><br><p>Η Παραδοχή</p><br><p>Το ξημέρωμα ο Αντόνιο ντύθηκε βιαστικά κι ετοιμάστηκε να αναχωρήσει για το ταξίδι του. Στην είσοδο του σπιτιού τον περίμενε η Ινέζ που ανέπνεε κάπως αγχωμένα των πρωινό αέρα.</p><br><p>«Καλημέρα Ινέζ», της είπε και τη φίλησε στο μέτωπο. «Γιατί σηκώθηκες τόσο νωρίς;»</p><br><p>«Ήθελα να σε δω πριν φύγεις».</p><br><p>«Ευχαριστώ Ινέζ μου, ξέρω ότι μ’ αγαπάς πολύ. Η Ντομίνικα δεν είναι μαζί σου;»</p><br><p>«Θα κοιμάται ακόμη. Άκου όμως Αντονιο, ήρθα μόνη γιατί θέλω να σου μιλήσω ιδιαιτέρως. Είσαι μικρότερός μου, το ξέρω, όμως οι συμβουλές από άνδρες της ηλικίας σου έχουν άλλο βάρος απ΄ ότι των γυναικών της δικής μου».</p><br><p>Ο Αντόνιο την κοίταξε και τότε μόνο πρόσεξε πόσο χλωμή ήταν.</p><br><p>«Δεν αισθάνεσαι καλά αδερφή μου;» τη ρώτησε με ενδιαφέρον.</p><br><p>«Ναι Αντόνιο, είμαι άρρωστη σωματικά αλλά πολύ περισσότερο ψυχικά».</p><br><p>«Καημένη Ινέζ! Πώς μπορώ να βοηθήσω; Πες μου και το ξέρεις πως θα κάνω ότι περνάει από το χέρι μου, σε νοιάζομαι τόσο πολύ».</p><br><p>Η Ινέζ σήκωσε τα μάτια και τα κάρφωσε στα δικά του, κοιτάζοντάς τον τόσο έντονα που κάτι μέσα του πόνεσε.</p><br><p>«Αμφιβάλλεις για την αφοσίωσή μου;» τη ρώτησε. «Αυτό θα με πλήγωνε βαθύτατα».</p><br><p>«Κάθε άλλο αδερφέ μου», του απάντησε γλυκά, «θα σου εκμυστηρευτώ κάτι που ούτε ο Γκιλ μήτε ο πατέρας μας γνωρίζει».</p><br><p>«Αυτό θα με καθησυχάσει πολύ», της είπε ο Αντόνιο και την πλησίασε.</p><br><p>«Περνάει η ώρα καλέ μου και έχεις να διανύσεις πολύ δρόμο. Σε παρακαλώ να με ακούσεις και να είσαι επιεικής μαζί μου».</p><br><p>«Έλα Ινέζ, πες μου επιτέλους, σε ακούω».</p><br><p>Η Ινέζ πήρε το χέρι του Αντόνιο στο δικό της και του είπε το εξής:</p><br><p>«Σίγουρα γνωρίζεις το μίσος και την αντιζηλία που υπάρχει ανάμεσα στην οικογένειά μας και αυτήν των Αρπίντες. Αυτό το μίσος είναι η πηγή όλης μου της δυστυχίας».</p><br><p>«Μα γιατί;» τη ρώτησε ανήσυχος ο Αντόνιο.</p><br><p>«Για τον εξής λόγο αδερφέ μου: έχω γνωρίσει τον Χουάν ντε Αρπίντες και όταν τον πρωτοείδα έφυγα όσο πιο γρήγορα μπορούσα».</p><br><p>«Και πολύ καλά έκανες, αδερφή μου. Το κακό που έκανε ο πατέρας του στον πατέρα μας είναι ασυγχώρητο».</p><br><p>«Άφησέ με να τελειώσω. Από εκείνη την ημέρα με ακολουθούσε όπου και να πήγαινα. Και στην εκκλησία του Οϋαρζούν συνοδευόμενη από τη μητέρα μας να πήγαινα, αυτός ήταν εκεί, στην πόρτα του ναού. Κατά τη Λειτουργία γονάτιζε πολύ κοντά μας και όταν φεύγαμε τον έβρισκα στο προαύλιο. Στη διαδρομή για το σπίτι μας ακολουθούσε κρατώντας μικρή απόσταση».</p><br><p>«Χωρίς να σου πει λέξη;»</p><br><p>«Δεν τόλμησε ποτέ. Όταν κοίταζα από το παράθυρό μου, τον έβλεπα στο βάθος στους πρόποδες του βουνού με το τόξο του στον ώμο να κοιτάει κατά δω».</p><br><p>«Μήπως δολοπλοκούσε εναντίον μας;»</p><br><p>«Όχι!» είπε αμέσως η Ινέζ. «Ήρθε η άνοιξη και κάθε αυγή, όταν άνοιγα το παράθυρό μου έβρισκα ένα μπουκέτο αγριολούλουδα στο περβάζι μου. Στην αρχή τα πετούσα χάμω επιδεικτικά γιατί ήμουν σίγουρη πως κάπου κρυμμένος θα παραμόνευε και θα με έβλεπε. Κάποιες μέρες όμως τον συναντούσα είτε στο δάσος είτε κοντά στην πηγή και, βλέποντας πόσο θλιμμένα ήταν τα μάτια του, δεν μπορούσα παρά να τον λυπηθώ».</p><br><p>Ο Αντόνιο πήρε το χέρι του από τις χούφτες της αδερφής του και παρέμεινε σκεπτικός.</p><br><p>«Άκουσέ με αδερφέ μου, για το Θεό! Ο δισταγμός και ο σεβασμός που έδειξε προς εμένα μου κέντρισαν το ενδιαφέρον. Άρχισα να τον φέρνω στο νου μου όλο και πιο συχνά και, όσο και να προσπάθησα να απωθήσω την εικόνα του από το μυαλό μου, δεν τα κατάφερα... Συνέβη ένα δειλινό καθώς γυρνούσα από το κοιμητήριο που είχα πάει να βάλω λουλούδια στον τάφο της Ξαδέρφης Λουθία, που τόσο αγαπούσαμε όλοι. Άρχισε να πέφτει βαρύ χιόνι και ο δρόμος έγινε γρήγορα αδιάβατος. Πλησιάζοντας με δυσκολία το σταυροδρόμι κοντά στην πηγή, είδα μια σκοτεινή φιγούρα να στέκεται στη μέση του δρόμου. Τα μάτια της έβγαζαν φωτιές μέσα στη θύελλα και είχε καρφώσει το βλέμμα της επάνω μου. Πάγωσα τόσο από τον φόβο μου που δεν μπορούσα ούτε να φωνάξω για βοήθεια. Τότε η φιγούρα έβγαλε ένα τρομακτικό αλύχτισμα και όρμησε κατά πάνω μου».</p><br><p>«Μήπως ήταν ο Χουάν;», φώναξε το αγόρι κάνοντας μερικά νευρικά βήματα μπρος-πίσω. «Τον άτιμο!»</p><br><p>«Όχι αδερφέ μου, δεν ήταν αυτός. Ήταν ο λύκος, αυτός που έχει τρομοκρατήσει όλη την περιοχή---»</p><br><p>«---Αυτός που βρέθηκε σκοτωμένος κοντά στην πηγή; Αχ αδερφούλα μου!» είπε ο Αντόνιο και της ξαναέπιασε το χέρι.</p><br><p>«Θα πέθαινα στα σίγουρα», συνέχισε και μια ανατριχίλα διαπέρασε το σώμα της. «Όταν το ζώο είχε φτάσει τόσο κοντά που έβλεπα τα δόντια του και άκουγα την αναπνοή του, μάζεψα όλες μου τις δυνάμεις και φώναξα όσο πιο δυνατά μπορούσα. Ακριβώς πριν με κατασπαράξει, ένας άνθρωπος ξεπρόβαλλε από την άκρη του δρόμου και αστραπιαία στάθηκε ανάμεσα σε μένα και το κτήνος δεχόμενος έτσι την επίθεση που προοριζόταν για εμένα. Άρχισαν να παλεύουν με μανία, αλλά αυτό που το έκανε ακόμη πιο φοβερό ήταν ότι ούτε ο λύκος ούτε ο άνδρας έκαναν τον παραμικρό θόρυβο. Το θέαμα ήταν τόσο βίαιο κι όμως απόλυτα αθόρυβο. Το τι πέρασα τότε είναι απερίγραπτο. Πίστευα με όλο μου το είναι πως ο σωτήρας μου ήταν ο Γκιλ».</p><br><p>Κατά τη διάρκεια της εξιστόρησης αυτής ο Αντόνιο κατά καιρούς έσφιγγε λίγο παραπάνω τα χέρια της Ινέζ.</p><br><p>«Συνέχισαν να παλεύουν για τουλάχιστον δέκα λεπτά», συνέχισε η κόρη. «Στο τέλος ο λύκος σωριάστηκε στο έδαφος νεκρός, πνιγμένος από τη σιδερένια λαβή του σωτήρα μου. Τότε με πλησίασε και προς μεγάλη μου έκπληξη είδα πως ήταν ο Χουάν ντε Αρπίντες---»</p><br><p>«---Ο Χουάν ντε Αρπίντες!» φώναξε γεμάτος έκπληξη ο Αντόνιο.</p><br><p>«Ναι αδερφέ μου, του χρωστάω τη ζωή μου. Μου ζήτησε να του επιτρέψω να με συνοδεύσει σπίτι και με έβαλε να του ορκιστώ πως δε θα πω σε κανέναν τίποτα για το τι είχε συμβεί. Μέχρι σήμερα λοιπόν, τον κράτησα τον όρκο μου».</p><br><p>«Και τον ξαναείδες από τότε;»</p><br><p>«Πολλές φορές αδερφέ μου. Γιατί από εκείνη τη στιγμή μού ήταν αδύνατο να μην τον αγαπήσω».</p><br><p>Με αυτά τα λόγια κοκκίνησε ολόκληρη και έκρυψε το πρόσωπό της στο στέρνο τού αδερφού της. Εκείνος συγκινήθηκε πολύ με αυτή την τόσο τρυφερή εμπιστοσύνη που του έδειξε η αδερφή του.</p><br><p>«Γνωρίζεις Ινέζ», είπε μετά από μια μικρή παύση, «γνωρίζεις αν σε αγαπάει κι αυτός;»</p><br><p>«Τα χείλη του ποτέ δε μου το έχουν πει, αλλά είναι ολοφάνερο στο βλέμμα του. Στεφάνια από λουλούδια με περιμένουν κάθε πρωί στο περβάζι μου και την παραμονή που θα έφευγε για να πάει να πολεμήσει για τη χώρα μας, αντί για το σύνηθισμένο στεφάνι βρήκα μόνο δυο λουλούδια. Ένα αμάραντο κι έναν πανσέ δεμένα μαζί».</p><br><p>«Η συμπεριφορά του είναι στ’ αλήθεια ευγενής», είπε ο νεαρός με σοβαρό ύφος. «Έλα λοιπόν αδερφή μου, σήκωσε αυτό το αγνό σαν πρώτα ανάστημά σου, έλα. Εγώ, ο αδερφός σου υπόσχομαι να σε υποστηρίξω και να σε προστατέψω από όλους κι από τα πάντα. Ακόμη κι αν ο πατέρας μας μέσα στο τυφλό του μίσος καταραστεί την αγάπη σας, ακόμη κι αν ο αδερφός μας κάνει το ίδιο, εγώ ο αδερφός σου που τώρα ξέρει τι έχει συμβεί δεν θα φοβηθώ να σε στηρίξω αδερφή μου. Σα μάθει ο πατέρας κι ο Γκιλ ό,τι ξέρω κι εγώ, είμαι σίγουρος πως θα σε ευλογήσουν ως την ειρηνοποιό ανάμεσα στις δυο οικογένειες. Θα σε ευλογήσουν Ινέζ, όπως σε ευλογώ κι εγώ τώρα».</p><br><p>Η Ινέζ ρίχτηκε στην αγκαλιά του αδερφού της που της γέμισε φιλιά το πρόσωπο.</p><br><p>«Τι καλά που έκανα και σ’ εμπιστεύτηκα αδερφέ μου!» είπε κλαίγοντας με δάκρυα χαράς.</p><br><p>«Ναι αδερφή μου, πολύ καλά έκανες. Δεν μπορώ να ξεχάσω πόσο αφοσιωμένη μου ήσουν όλα αυτά τα χρόνια και, αν και σε πολλά συμφωνώ με τον πατέρα μας και τον σέβομαι πολύ, η καρδιά μου λέει ότι σε αυτό το θέμα κάνει λάθος. Πήγαινε τώρα Ινέζ μου και να με περιμένεις να γυρίσω, ποιος ξέρει τι θα συμβεί;»</p><br><p>«Ας έχουμε πίστη στον Θεό αδερφέ μου».</p><br><p>«Ας γίνει, ας αφήσουμε τις τύχες μας στα χέρια του Θεού».</p><br><p>«Κι ας σε προσέχει στην άγια Του σοφία, αγαπημένε μου Αντόνιο».</p><br><p>Αγκαλιάστηκαν για άλλη μια φορά και ο νεαρός πήγε να κάνει όπως του είχε προστάξει ο πατέρας.</p><br><p>Η Μονομαχία</p><br><p>Δυτικά των λόφων, που σχηματίζεται μια κορυφογραμμή από τη Λεΐζα ως τις ακτές του ωκεανού, ένας έφιππος με πανοπλία από την κορυφή μέχρι τα νύχια πήγαινε καβάλα σε ένα ζωηρό άλογο. Από την κατάσταση της πανοπλίας του, το τσακισμένο του κράνος, το σκουριασμένο του θώρακα, τα ξεφτισμένα διάκοσμα στην κάπα του, θα έλεγε κανείς πως επέστρεφε από τρομερή μάχη. Πήγαινε μοναχός του, χωρίς υπηρέτη, χωρίς ασπίδα, σταματώντας που και που για να σιγουρευτεί ότι ήταν στο σωστό δρόμο. Με το χέρι του πάντα στη λαβή του σπαθιού του, γυρνούσε νευρικά να κοιτάξει προς την κατεύθυνση απ’ όπου ερχόταν ο παραμικρός ήχος και πάντα τράβαγε το τσεκούρι του όποτε βρισκόταν στο δρόμο του βοσκός ή οδοιπόρος. Άφησε στα δεξιά του την πόλη Γκοϊζουέτα και πήρε το μονοπάτι της Ουρουμέα προς το φρούριο Αρτικούζα, ένα ξακουστό οπλοστάσιο και εντυπωσιακό κτίσμα, καμάρι όλων όσων το είχαν και το διατηρούσαν. Δυστυχώς όμως, εκείνο τον καιρό τίποτα από αυτά δεν υπήρχε, η στενή πεδιάδα όπου κάποτε στεκόταν περήφανο το οπλοστάσιο ήταν πια από τα πιο άγρια μέρη όλης της περιοχής.</p><br><p>Όταν ο καβαλάρης έφτασε στην κορυφή ενός βουνού από αυτά που ήταν γύρω από την πεδιάδα, ο ήλιος φαινόταν πια σαν μια χρυσή γραμμή στον ορίζοντα με τη θάλασσα. Ο ιππότης κοντοστάθηκε για λίγο κι έπειτα κατηφόρισε προς τη σκοτεινή πλέον πεδιάδα. Φτάνοντας σε ένα βράχο ο οποίος περνούσε από τη μέση του ποταμιού που κατέληγε στην πεδιάδα, σταμάτησε, ξεπέζεψε και σωριάστηκε στο γρασίδι, αφήνοντας το άλογό του να βοσκήσει με την ησυχία του. Έμεινε εκεί λίγο κι όταν πια ξεκουράστηκε και πήγε να καβαλικέψει το άλογό του, εκείνο χλιμίντρισε δυνατά και στη συνέχεια ακούστηκε και απάντηση στο χλιμίντρισμα! Ο ιππότης καβάλησε αμέσως το άλογό του και πήρε στάση άμυνας, έτοιμος να ανταποκριθεί σε ενέδρα. Έστησε αυτί και όντως άκουσε οπλές στο έδαφος και μέταλλο από πανοπλία. Το σκοτάδι ήταν τόσο πυκνό όμως που, μόνο όταν οι δυο άντρες βρέθηκαν σε απόσταση αναπνοής μπόρεσαν να διακρίνουν ο ένας τον άλλο:</p><br><p>«Ποιος είναι εκεί;» ρώτησε ο πρώτος.</p><br><p>«Και ποιος είσαι εσύ που ρωτάς;», ρώτησε ο δεύτερος.</p><br><p>«Εγώ είμαι ιππότης» είπε ο πρώτος.</p><br><p>«Από το Γκουιπούζκο ή Ναβαρέζος;»</p><br><p>«Γκουιπούζκο», ήλθε η απάντηση.</p><br><p>«Ο Θεός μαζί σου, είμαστε φίλοι τότε».</p><br><p>Με αυτά τα λόγια πλησίασαν ακόμη περισσότερο και ρώτησαν: «Και προς τα που τραβάς;»</p><br><p>«Για το Οϋαρζούν».</p><br><p>«Από εκεί είσαι;»</p><br><p>«Από εκεί κοντά».</p><br><p>«Αν είναι έτσι τότε πρέπει να ξέρω και το όνομά σου, πώς σε λένε;»</p><br><p>«Χουάν ντε Αρπίντες».</p><br><p>«Κι εγώ είμαι ο Γκιλ ντε Ιτουριόζ», απάντησε ο δεύτερος.</p><br><p>Παύση. Ήταν πια ο ένας μπροστά στον άλλο, οι πρωτότοκοι δύο οικογενειών με ένα μίσος που κρατούσε πολλά χρόνια τώρα.</p><br><p>«Επιτέλους συναντιόμαστε σε ουδέτερο έδαφος», είπε ο Γκιλ στον ανταγωνιστή του. «Εδώ δεν μας δένει τα χέρια η αφοσίωση στην πατρίδα μα ούτε και μας αποτρέπει ο κοινός εχθρός από το να λύσουμε τις διαφορές μας μια και καλή».</p><br><p>«Σωστά μιλάς», αποκρίθηκε ο Αρπίντες θλιμμένα. «Δε βλέπω όμως το λόγο να τραβήξουμε τα σπαθιά μας, αφού εμείς μεταξύ μας δεν έχουμε καμία διαφωνία».</p><br><p>«Και γιατί όχι;» ρώτησε ο Γκιλ. «Ξεχνάς Χουάν ντε Αρπίντες πως ο πατέρας σου πρόσβαλλε τον δικό μου με το χειρότερο τρόπο ή μήπως νομίζεις πως οι απόγονοι δεν πρέπει να ζητούν εκδίκηση; Η πιο ευγενής κληρονομιά!»</p><br><p>«Άκουσέ με Γκιλ», παρακάλεσε ο Αρπίντες. «Δεν αρνούμαι ότι οι οικογένειές μας πάνε από προσβολή σε προσβολή από την ημέρα που ο πατέρας μου πισωγύρισε την υπόσχεση γάμου της αδερφής του πατέρα σου. Ξέρω όμως ότι πριν από αυτό τις οικογένειές μας τις έδενε μια γερή και μακροχρόνια φιλία. Πρέπει τώρα λοιπόν όλα τα καλά να διαγραφούν μόνο και μόνο με τη θύμηση της προσβολής ή χειρότερα εξαιτίας της ξεροκεφαλιάς των γονιών μας; Ας είμαστε συνετοί Γκιλ κι ας χτίσουμε πάλι την ειρήνη που οι μεγαλύτεροί μας γκρέμισαν. Ας βάλουμε στην άκρη τις διαφορές μας κι ας γίνουμε αδερφοί Γκιλ. Υπάρχουν μιλιούνια εχθροί να πολεμήσουμε για να σωθεί η χώρα, ας μην αποδυναμώσουμε τις δυνάμεις μας με εσωτερικές διαμάχες».</p><br><p>«Μα την πίστη μου, εσύ πρέπει να βγάλεις αμέσως την πανοπλία σου και να βάλεις ράσο», είπε ειρωνικά ο Γκιλ. «έτσι όπως μιλάς περισσότερο για παπάς μου κάνεις παρά για ιππότη με κότσια».</p><br><p>«Γκιλ! Δεν αξίζει να με προκαλείς έτσι. Γνωρίζεις πολύ καλά ότι δεν τα λέω όλα αυτά από φόβο να σε αντιμετωπίσω, αλλά από την επιθυμία μου εσύ κι εγώ να συνυπάρξουμε αρμονικά».</p><br><p>«Από μεριάς μου ούτε το επιθυμώ κι ούτε το περιφρονώ. Όταν γεννήθηκα, αυτές οι διαφωνίες ανάμεσα στους Αρπίντες και τους Ιτουριόζ υπήρχαν. Με αυτές μεγάλωσα, με αυτές και θα πεθάνω!»</p><br><p>«Πόσο λάθος κάνεις!» απάντησε ο Χουάν απογοητευμένος.</p><br><p>«Αυτό να μη σε απασχολεί εσένα», είπε απαξιωτικά ο Γκιλ. «Δεν σου πέφτει λόγος πώς σκέφτομαι εγώ και ούτε σου ζήτησα συμβουλή».</p><br><p>«Δεν σου προσέφερα συμβουλή. Κράτα το μίσος σου ζωντανό για όσο θες κι ας σε φωτίσει ο Θεός να είναι για λίγο. Αλλά ας χωρίσουμε σήμερα χωρίς να τραβήξουμε τα ξίφη μας από τις θήκες τους».</p><br><p>«Είσαι πολύ σοφός και διακριτικός Αρπίντες», είπε γελώντας ο Γκιλ. «Λες να μην είσαι μόνο διακριτικός μα και... δειλός;»</p><br><p>«Ούτε οκτώ μέρες δεν έχουν περάσει από τότε που είδες με τα μάτια σου ότι δεν είμαι», απάντησε με σφιγμένα από το θυμό δόντια.</p><br><p>«Αυτό είναι αλήθεια. Αλλά μη μου πεις τώρα ότι είναι το ίδιο να πολεμάς με κοινούς στρατιώτες και Γάλλους εισβολείς και να πολεμάς με το γιο του Πέδρο Ιτουριόζ».</p><br><p>«Δεν είναι αυτός ο λόγος που με αποτρέπει από το να πολεμήσω μαζί σου. Ξέρεις πολύ καλά πως δεν σε φοβάμαι».</p><br><p>«Τότε τι;»</p><br><p>«Φοβάμαι για το αποτέλεσμα αυτής της μονομαχίας. Ο Θεός να σε φυλάει Γκιλ, σου το δηλώνω οτι δεν θέλω να πολεμήσω μαζί σου».</p><br><p>Και λέγοντας αυτό, πίεσε τα πλευρά του αλόγου του και γύρισε να φύγει.</p><br><p>«Δεν θέλεις, ε;» φώναξε ο Ιτουριόζ με μανία. «Τότε θα σε υποχρεώσω εγώ!»</p><br><p>Και τρέχοντας προς το μέρος του Χουάν ντε Αρπιντές, του κατέβασε ένα πολύ δυνατό χτύπημα στο πρόσωπο με το ατσάλινο γάντι του.</p><br><p>Εκείνος σταμάτησε, κοίταξε τον Γκιλ στα μάτια, ξεπέζεψε και τράβηξε το σπαθί του. Ο Γκιλ ντε Ιτουριόζ έκανε το ίδιο κι ετοιμάστηκαν και οι δυο να μονομαχήσουν.</p><br><p>Δεν μπορούσε να υπάρχει χειρότερο σημείο για μονομαχία. Ίσιωμα δεν υπήρχε για πάνω από δυο συνεχόμενα μέτρα, σε τρεις πλευρές τους κόβανε το δρόμο πυκνά και μυτερά ρείκια και στην τέταρτη πλευρά γκρεμός. Η νύχτα ήταν σκοτεινή και έπεφτε ψιλόβροχο. Την πρώτη επίθεση την έκανε ο Γκιλ ντε Ιτουριόζ που κατέβασε το ξίφος του με δύναμη στον ώμο του Χουάν ντε Αρπίντες. Η μονομαχία είχε αρχίσει. Ο ήχος του μετάλλου που χτυπούσε στα βράχια και στο έδαφος αντιλαλούσε τριγύρω, αστραπές άστραφταν και φώτιζαν τις πανοπλίες των δυο μονομάχων και αποκάλυπταν την αποφασιστικότητα στα μάτια του Γκιλ ο οποίος επιθετικά πίεζε όλο και περισσότερο τον αντίπαλό του. Από την άλλη, στα μάτια του Χουάν υπήρχε μια βαθιά στενοχώρια και δεν έκανε καμία επίθεση, μόνο αμυνόταν. Και η μάχη συνεχίστηκε. Δεν ακουγόταν τίποτα άλλο παρά ο ήχος των μετάλλων, καμία φωνή, καμία λέξη δεν έσπασε αυτή την ησυχία. Αν περνούσε κανείς από κοντά χωρίς να βλέπει, θα μπορούσε να ορκιστεί ότι μονομαχούσαν πνεύματα του σκότους.</p><br><p>Ξάφνου, ακούστηκε σα να έπεσε κάτι πολύ βαρύ κι έπειτα ακούστηκε μια φωνή που είπε: «Σήκω όρθιος Γκιλ και ας τελειώσει εδώ αυτή η μονομαχία».</p><br><p>«Μα την πίστη μου όχι! Σκότωσέ με εδώ πεσμένος όπως είμαι».</p><br><p>«Δεν θα το κάνω αυτό. Ας σταματήσουμε εδώ κι ας πάρει ο καθένας το δρόμο του».</p><br><p>Και η ήχος των μετάλλων που χτυπούν το ένα το άλλο άρχισε ξανά, η μονομαχία συνεχίστηκε. Όχι για πολύ όμως αυτή τη φορά. Ακούστηκε ένας δυνατός γδούπος, έπειτα μια κραυγή πόνου και μετά ησυχία.</p><br><p>Ανάμεσα στις σκιές των δέντρων μπορούσε κανείς να διακρίνει μια σκοτεινή φιγούρα να κινείται γρήγορα και ακούστηκε ο ήχος αλόγου που έτρεχε όσο πιο γρήγορα μπορούσε.</p><br><p>Η Μαϊταγκάρι</p><br><p>Το σούρουπο της επόμενης μέρας βρήκε τον Χουάν ντε Αρπίντες να κάθεται στο πιο απομονωμένο και καλά κρυμμένο μέρος της πεδιάδας Αρτικούζα. Κοντά του, στη βάση ενός πελώριου βράχου έβοσκε το άλογό του. Πονούσε όλο του το κορμί και δεν μπορούσε καλά καλά να κουνηθεί. Άρχισε να φέρνει στο νου του τα γεγονότα της προηγούμενης μέρας και τη συνάντησή του με τον Γκιλ, τι είχαν πει, πώς πολεμήσανε και πώς έληξε η μάχη. Κοίταξε ψηλά το βράχο στου οποίου τη βάση είχε βρεθεί και συνειδητοποίησε πως στην κορυφή του έγινε η μονομαχία. Τότε τον κατέκλυσε ένα πανίσχυρο συναίσθημα κούρασης, εξάντλησης και πόνου, η πανοπλία του εξάλλου το έκανε πασιφανές. Είχε μώλωπες παντού, ο λαιμός του ήταν βαριά τραυματισμένος και κόντευε να λιποθυμήσει από την πείνα, είχε να φάει κοντά δυο μέρες. Ήταν μάλλον απίθανο να συναντήσει άλλον άνθρωπο εκεί που ήταν, τόσο μακριά από οποιοδήποτε οικισμό και μέσα σε τόσο πυκνή βλάστηση. Τα κλαδιά ήταν τόσο φορτωμένα με φύλλα και διακλαδίζονταν τόσο περίπλοκα που ίσα που περνούσε το φως του ήλιου. Μπορούσε να εκτιμήσει όμως τη φρεσκάδα που υπήρχε στην ατμόσφαιρα, μια φρεσκάδα που πήγαζε από τον ποταμό που κυλούσε εκεί κοντά. Τα δέντρα και όλα τα φυτά ήταν τόσο δροσερά και πράσινα, σίγουρα κάτω από άλλες συνθήκες μια βόλτα με φεγγαρόφωτο σ΄ εκείνα τα μέρη θα ήταν ιδανική μέσα σ΄ αυτή τη λαχταριστή ηρεμία. Οι λιμνούλες που σχηματίζονταν σε όλη την περιοχή είχαν στις όχθες τους κρινάκια κι αγριολούλουδα, θάμνους και περήφανο χορταράκι ακόμη και άγρια τριαντάφυλλα. Αν κανείς κοιταζόταν μέσα στα νερά αυτών των λιμνών νόμιζε ότι κοιταζόταν σε καθρέφτη που για κάδρο του είχε λουλούδια. Που και που ακουγόταν ο ήχος των φτερών αλκυονών να πεταρίζουν πάνω από τα νερά, ξεκινώντας τις πτήσεις τους. Τα αηδόνια τραγουδούσαν μελωδικά, τα περιστέρια κούρνιαζαν ευτυχισμένα στα κλαδιά και ένα-δυο ελάφια έπιναν νερό παρακάτω στο ρυάκι, τόσο ατάραχο μέρος ήταν αυτό.</p><br><p>Ο Χουάν ντε Αρπίντες κατάλαβε πως για άλλη μια φορά πλησίαζε η νύχτα και ήξερε ότι αν έμενε κι άλλη μια μέρα χωρίς τροφή δεν θα επιβίωνε. Κάλεσε το άλογό του, το οποίο ήρθε πρόθυμα και πιστά στο πλευρό του. Μετά από πολλές αποτυχημένες προσπάθειες να το καβαλήσει τελικά τα κατάφερε και με ένα τελευταίο σάλτο και βρυχηθμό πόνου ανέβηκε στη σέλα και ξαναπήρε τον δρόμο του. Σύντομα βρέθηκε στις όχθες μιας από τις πολλές λίμνες που υπήρχαν τριγύρω κοντά στη βάση του βράχου απ’ όπου είχε πέσει το προηγούμενο βράδυ. Στο κέντρο αυτής της λίμνης απλωνόταν μια λεπτή ομίχλη, αναρριχώμενα φυτά κρέμονταν από τον βράχο κι έπεφταν προς τη λίμνη σαν κουρτίνες και στις όχθες της φύτρωναν μακριά και κατακόκκινα βούρλα και μια κλαίουσα ιτιά που τη φυσούσε γλυκά το αεράκι. Ο καβαλάρης νόμισε για μια στιγμή πως είδε τα νερά να ταράσσονται. Έπειτα του φάνηκε πως τα αναρριχώμενα φυτά σα ν΄ άρχιζαν να χωρίζονται στη μέση και η κλαίουσα ιτιά σα ν΄ άρχιζε να κινεί από μόνη της τα κλαδιά της. Τότε άκουσε ξεκάθαρα μια γλυκιά μελωδία που φαινόταν να έρχεται ταυτόχρονα κι από μακριά αλλά κι από μέσα του και ξάφνου τα νερά της λίμνης χωρίστηκαν στα δυο. Μέσα από το στρώμα ομίχλης άρχισαν να ξεπροβάλλουν&nbsp;κοπέλες ασύγκριτης ομορφιάς. Στα μαλλιά τους φορούσαν στεφάνια από άγρια τριαντάφυλλα, στο κέντρο τους ένα αστέρι και τα σώματά τους τύλιγαν φορέματα από αραχνοΰφαντο λευκό.</p><br><p>Αιωρούμενες πάνω από το νερό έπιασαν η μια το χέρι της άλλης κι άρχισαν να τραγουδούν όλες μαζί ένα παράξενο σκοπό που αιχμαλώτισε εξολοκλήρου την προσοχή του καβαλάρη. Όλες τους ήταν χλωμές, τα μάτια τους μισόκλειστα με μακριές βλεφαρίδες και τα πλούσια μακριά τους μαλλιά έπεφταν ελεύθερα στους ώμους τους. Σιγά σιγά άρχισαν να πλησιάζουν τον ιππότη ο οποίος είχε τελείως βυθιστεί σε αυτό το αιθέριο όραμα και απλά κοιτούσε να τον περικυκλώνουν. Η μιά έπιασε τα γκέμια του αλόγου, που και αυτό φαινόταν μαγεμένο, η άλλη κράτησε καλά τη σέλα για να κατέβει ο αναβάτης και άλλες άρχισαν κομμάτι κομμάτι να του βγάζουν την πανοπλία. Κάποιες άλλες του πήραν τη βαριά του λόγχη και το τσεκούρι του και έτσι, αφοπλισμένος και μπερδεμένος βλέποντας τις κοπέλες να τον πλησιάζουν και να τον οδηγούν, αφέθηκε να τον πάνε κάτω από τα κλαδιά της κλαίουσας ιτιάς. Το δέντρο τότε απομάκρυνε τα κλαδιά του από το βράχο και αποκάλυψε την είσοδο μιας σπηλιάς, μιας σπηλιάς στρωμένης με ψιλή χρυσή άμμο, η σπηλιά-παλάτι της Μαϊταγκάρι των Πυρηναίων. Ακόμη και η πιο ποιητική Ανατολίτικη φαντασία δεν έφτανε σε λάμψη και εκθαμβωτική ομορφιά αυτό το μέρος που τώρα οι κοπέλες έσερναν τον ιππότη. Ο θολωτός τρούλος από πάνω του έλαμπε σα να ήταν από διαμάντι, οι σταλακτίτες που τον διακοσμούσαν έμοιαζαν με κρυστάλλινα ερπετά τυλιγμένα το ένα μέσα στο άλλο και όλα τυλιγμένα με λουλούδια, τόσο περίτεχνος ήταν. Φράχτες από κρινάκια, αμπέλια μπερδεμένα με κατακόκκινα άνθη δεντρολίβανου ήταν φυτεμένα εδώ κι εκεί και κάτω από ένα θόλο από κρυστάλλινο νερό βρισκόταν ο θρόνος-ανάκλιντρο από βρύα, απαλός σαν γούνα ερμίνας και βασιλικός όπως στα παλάτια των πιο πλούσιων ραγιάδων. Εκεί λοιπόν καθόταν η βασίλισσα αυτού του κόσμου. Μικρές κόκκινες παντοφλίτσες κάλυπταν τα πόδια της και χρυσοκέντητη γάζα κάλυπτε το πρόσωπό της. Όταν κατέφτασε ο ιππότης σε αυτό το καταφύγιο, εκείνη σηκώθηκε και έβγαλε το πέπλο της. Τα κατάμαυρα μάτια της κάρφωσαν τον Χουάν ντε Αρπίντες. Τα κοραλλένια της χείλη σχημάτισαν ένα χαμόγελο και με το αλαβάστρινο χέρι της έκανε νόημα στον ιππότη να πλησιάσει και να κάτσει δίπλα της. Ο Αρπίντες υπάκουσε και με μιας οι κοπέλες που τον συνόδευαν εξαφανίστηκαν.</p><br><p>«Χουάν ντε Αρπιντέ», είπε μελωδικά, «ήρθες εδώ σε ώρα απαγορευμένη. Μου τάραξες τον ύπνο και μου διέκοψες τις γιορτές, είσαι άξιος τιμωρίας».</p><br><p>«Κυρά μου!», απάντησε ο Αρπίντες μην μπορώντας ακόμα να πιστέψει την ομορφιά που θωρούσε μπροστά του, «Δεν ήξερα καν πως ήσουνα σε αυτά τα μέρη κι αν επιμένεις πως είμαι ένοχος γι αυτά που με κατηγορείς τότε πρέπει να ξέρεις πως φταίει το κακό το ριζικό μου».</p><br><p>«Γι αυτό κι εγώ σε συγχώρεσα», απάντησε η γητεύτρα, «αν δεν είχα επέμβει εγκαίρως τότε σίγουρα θα είχες πεθάνει».</p><br><p>«Μα πώς; Μήπως τότε ξέρεις---»</p><br><p>«---Ξέρω τα πάντα. Κρυμμένη στις σκιές είδα με τα μάτια μου τη χθεσινοβραδινή σας μονομαχία. Με συγκίνησε πολύ η στάση σου και στην κορύφωση της μάχης, αν δεν είχα προστάξει τα αόρατα χέρια να μπαίνουν μπροστά για να απαλύνουν τα χτυπήματα, το σώμα σου θα είχε γίνει χίλια κομμάτια».</p><br><p>«Και πώς να σε ευχαριστήσω Κυρά μου για αυτό το καλό;» φώναξε ο Αρπίντες σαστισμένος από την φωνή και την ομορφιά της Μαϊταγκάρι.</p><br><p>«Δεν μου χρωστάς τίποτα. Είναι απλό, σου έσωσα τη ζωή και τώρα αυτή η ζωή μου ανήκει».</p><br><p>«Κυρά!» είπε ο ιππότης καθώς τρόμος ζωγραφίστηκε στο πρόσωπό του.</p><br><p>«Μην διστάζεις καθόλου Χουάν. Μάλιστα, θα έπρεπε να με ευχαριστείς κι άλλο για αυτό το μεγαλύτερο αγαθό που σου δίνω, την αγάπη μου. Να με ευχαριστήσεις τόσο που να θυσιάσεις την αγάπη σου για την Ινέζ ντε Ιτουριόζ!»</p><br><p>Ο Χουάν ντε Αρπίντες έσκυψε το κεφάλι και δεν είπε κουβέντα. Η Μαϊταγκάρι έσπασε για ακόμη μια φορά τη σιωπή:</p><br><p>«Δεν απαντάς; Κι όμως πρέπει. Ένα πλάσμα σαν εσένα που έρχεται στο δικό μου κόσμο δεν μπορεί να φύγει ποτέ!» και με αυτό και μπροστά στα κατάπληκτα μάτια του ιππότη, το πνεύμα μεταμορφώθηκε μέχρι και την τελευταία λεπτομέρεια στην Ινέζ ντε Ιτουριόζ.</p><br><p>Ο Χουάν ντε Αρπίντες νόμισε πως ονειρευόταν. Δεν πονούσε πια, δεν αισθανόταν πείνα μόνο τρεφόταν από τα μάτια της Μαϊταγκάρι.</p><br><p>«Άκουσέ με», είπε εκείνη πλησιάζοντάς τον, «Θα είσαι ο πιο ευτυχισμένος από τους θνητούς. Θέλεις δόξα; Δεν έχεις παρά να το πεις και το στέμμα του κατακτητή θα βρεθεί μονομιάς στο κεφάλι σου. Θέλεις πλούτο; Δεν έχεις παρά να το ζητήσεις και όλα τα παλάτια του κόσμου θα είναι δικά σου, όλοι οι στρατοί έτοιμοι να πεθάνουν για εσένα, τα πιο ακριβά ρούχα θα σε ντύνουν κάθε μέρα και θα έχεις υπηρέτες πάντα στο πλευρό σου. Θέλεις αγάπη; Θα έχεις τη δική μου αιώνια, μια αγάπη που δεν συγκρίνεται με καμία άλλη».</p><br><p>«Ω Ινέζ, Ινέζ!» είπε μισο-αφηρημένος ο ιππότης.</p><br><p>Η Κυρά πήρε το χέρι του Χουάν στο δικό της και του φίλησε το μέτωπο. Αλλά τα χέρια της ήταν τόσο παγωμένα και το φιλί της δεν είχε καμια ζεστασιά.</p><br><p>Ένα συναίσθημα τρόμου και ταυτόχρονα ευχαρίστησης τον κυρίεψαν. Μπορούσε κι αισθανόταν την επιρροή που είχε η μαγεία γύρω του, τον ηρεμούσε, τον νανούριζε. Άρχισε να αισθάνεται πολύ κουρασμένος και σύντομα ένα πέπλο σηκώθηκε στα μάτια του. Ο βαθύς λήθαργος του έκλεισε τα μάτια τελείως και έπεσε απότομα στο ανάκλιντρο από βρύα, ο ύπνος τον είχε κατακτήσει.</p><br><p>Η Μαϊταγκάρι φώναξε τις κοπέλες της κι αυτές σκόρπισαν αρώματα στο κρεββάτι που κοιμόταν ο Χουάν. Δρόσισαν τον αέρα κουνώντας υφάσματα με κάθε τους κίνηση και στα χείλη του στάξανε κάποιες σταγόνες πορφυρού υγρού.</p><br><p>Το μυστηριώδες φως που μέχρι τότε φώτιζε εκθαμβωτικά τον χώρο άρχισε να χαμηλώνει. Η νεράιδα κοίταξε το πρόσωπο του κοιμισμένου ιππότη και την κυρίεψε ένα αίσθημα βαθιάς θλίψης. Το ίδιο και τις κοπέλες. Οι αέρινες μορφές τους άρχισαν να γίνονται όλο και πιο διαφανείς, περικυκλώθηκαν από ομίχλη και σύντομα εξαφανίστηκαν τελείως βυθίζοντας το χώρο στο απόλυτο σκοτάδι. Ο ήχος από περιπλανώμενους στρατιώτες και τα πρωινά τραγούδια των σπίνων αντηχούσαν στο δάσος. Οι ροδοκόκκινες ακτίνες του ήλιου απλώνονταν στα ύψη του βουνού Άυα.</p><br><p>Όταν ξύπνησε ο Χουάν ντε Αρπίντες, βρισκόταν ακόμη στο μαγεμένο δωμάτιο και για μαξιλάρι του είχε τα γόνατα της Μαϊταγκάρι. Εκείνη τον κοίταζε σα να ήθελε να πάρει το πρώτο βλέμμα του ξυπνήματος. Στο κέντρο του δωματίου βρισκόταν ένα μεγάλο τραπέζι γεμάτο λαχταριστά φαγητά.</p><br><p>Ο Οδοιπόρος</p><br><p>Ο Αντόνιο κατέφτασε στο στρατόπεδο. Κάποιοι στρατιώτες του είπαν πως ο Χουάν ντε Αρπίντες&nbsp;είχε εξαφανιστεί και πως ο αδερφός του Γκιλ ντε Ιτουριόζ, μόλις είδε τον Γαλλο-Ναβαρέζο στρατό να κατηφορίζει νομίζοντας πως δεν είχε γίνει αντιληπτός, είχε φύγει για το σπίτι του. Τα υπόλοιπα στρατεύματα επίσης έπαιρναν το δρόμο του γυρισμού. Όταν ο νεαρός γύρισε σπίτι, πίστευε ότι μέχρι τότε θα υπήρχαν νέα για τον αγαπημένο της αδερφής του και ήταν αποφασισμένος να υποστηρίξει την αγάπη της αδερφής του. Προς μεγάλη του έκπληξη όμως βρήκε μόνο τον Γκιλ, ο οποίος είχε πει σε όλους ότι ο Χουάν είχε πεθάνει στον πόλεμο.</p><br><p>Τα νέα αυτά που τόσο εύκολα ξεστομίστηκαν, λάβωσαν θανάσιμα την καρδιά της Ινέζ. Μια βαθιά θλίψη φώλιασε στην ψυχή της και ένας επίμονος πυρετός άρχισε να την ταλαιπωρεί. Μέρες ολόκληρες καθόταν στις ρίζες του δέντρου όπου είχε δει για πρώτη φορά τον αγαπημένο της και τα βράδια ξετρύπωνε από το σπίτι και γυρνούσε άσκοπα σε δάση και λαγκάδια. Το πρόσωπό της χλώμιασε, το φως των ματιών της σκοτείνιασε, η γεμάτη της φιγούρα σκελετώθηκε και από μια πανέμορφη κοπέλα έγινε μια σκιά που να τη φυσούσε κανείς θα διαλυόταν στον αέρα. Οι τρυφερές κουβέντες του πατέρα της και η διαρκής φροντίδα της μητέρας και της αδερφής της λίγα μπόρεσαν να κάνουν για να κλείσουν την πληγή στην καρδιά της που μάτωνε συνεχώς. Άκουγε υπομονετικά τον πατέρα της και του απαντούσε μόνο με ένα θλιμμένο χαμόγελο. Στις φροντίδες της μητέρας της με ποτάμι από δάκρυα.</p><br><p>Έτσι πέρασαν πολλοί μήνες μέχρι που ήρθε το φθινόπωρο. Τα φύλλα, σαν αποδημητικά πουλιά που φεύγουν για μακρινούς τόπους, σηκωνόντουσαν από το έδαφος και πετούσαν με τους βορειοδυτικούς ανέμους. Ο ουρανός είχε αρχίσει να καλύπτεται από τις πρώτες ομίχλες του χειμώνα, οι μέρες έγιναν αισθητά πιο μικρές και οι νύχτες διαρκούσαν περισσότερο. Η ασθένεια της Ινέζ συνεχιζόταν αμείλικτη ακόμα κι αν τα νυχτοπερπατήματά της είχαν σταματήσει.</p><br><p>Μια νύχτα όλη η οικογένεια ήταν μαζεμένη γύρω από τη φωτιά. Ο πατέρας, με το κεφάλι του ξεσκέπαστο ευλογούσε το φτωχικό τους γεύμα, ο Γκιλ ντε Ιτουριόζ καθόταν σε μια μεριά. Η Καταλίνα τύλιγε λινάρι, κοιτώντας πότε-πότε προς το μέρος της Ινέζ. Εκείνη ήταν καθιστή με μαξιλάρες για υποστήριξη, τα μάτια της μισόκλειστα, τα πλέον σχεδόν διαφανή της χέρια σταυρωμένα, μουρμουρίζοντας κάτι ακαταλαβίστικο και χαμογελώντας μελαγχολικά, ένα χαμόγελο που έφερνε δάκρυα σε όποιον το έβλεπε. Η Ντομίνικα έκλαιγε πνιχτά, κρύβοντας το πρόσωπό της στα χέρια της. Ο Αντόνιο χάρασσε με περίτεχνα σχέδια μια μαγκούρα για την ετοιμοθάνατη αδερφή του, κρατώντας το μαχαίρι με περισσή δύναμη, τόση που είχαν ασπρίσει τα κότσια του χεριού του. Η σιωπή ήταν πηχτή στο σπίτι των Ιτουριόζ. Έξω η θύελλα μαίνονταν, ώσπου χτύπησε η πόρτα.</p><br><p>«Πήγαινε να δεις ποιος είναι Αντόνιο», είπε η κεφαλή της οικογένειας.</p><br><p>«Ένας φτωχός ξένος που χάθηκε και ζητά καταφύγιο», είπε η φωνή πίσω από την πόρτα.</p><br><p>«Ο Θεός να φυλάει τους ταξιδευτές!» είπε ο Πέδρο Ιτουριόζ . «Κόπασε όποιος κι αν είσαι, οι πόρτες των Βάσκων είναι πάντα ανοιχτές για τους περιπλανώμενους».</p><br><p>Ο ξένος μπήκε στο σπίτι. Οι δυο νεαροί σηκώθηκαν και ο Αντόνιο τον πλησίασε να τον βοηθήσει. Η Καταλίνα άφησε το λινάρι της και τοποθέτησε ακόμη ένα πιάτο στο τραπέζι. Ο αφέντης έκανε νόημα στον ξένο να έρθει κοντά στη φωτιά, σε μια θέση που κανονικά είναι για τους γηραιότερους και σεβασμιότερους της οικογένειας και που δίνεται σε φιλοξενούμενους, όταν χρειαστεί.</p><br><p>Ο ξένος ήταν ντυμένος σαν προσκυνητής. Φαινόταν να είναι γύρω στα 50. Είχε πυκνό και λευκό μούσι, το δέρμα του ήταν σκούρο και τα μαλλιά του κατσαρά. Είχε μια αλλόκοτη έκφραση στο πρόσωπό του. Παρόλο που το σώμα του ήταν γεροδεμένο και στιβαρό, φαινόταν κουρασμένος, καταβεβλημένος. Η χοντρή του κάπα ήταν σκισμένη και ξεφτισμένη, στο κεφάλι φορούσε ένα καπέλο από τσόχα και στεκόταν με τη βοήθεια μιας μαγκούρας.</p><br><p>Ο προσκυνητής έκατσε στη θέση που του προσφέρθηκε και δείπνησε μαζί με την οικογένεια.</p><br><p>Σαν τελείωσε το γεύμα, ο Πέδρο Ιτουριόζ ζήτησε από τον ξένο να πει μια προσευχή για την οικογένεια, κάτι που ο ξένος έκανε με τρεμάμενη φωνή. Δεν είχε τελειώσει καλά καλά την προσευχή του και ένας βαθύτατος αναστεναγμός ακούστηκε από πίσω του. Όλοι γύρισαν να δουν. Η Ινέζ είχε σηκωθεί και ήταν τρομοκρατημένη. Τα μάτια της ήταν θαμπά και ορθάνοιχτα. Από τα χλωμά και ξεραμένα χείλη της βγήκαν κάποιοι ακατανόητοι ήχοι και τα χέρια της, τεντωμένα στα πλευρά της σα να θέλανε να φτάσουν κάτι αόρατο. Προς έκπληξη όλων, έμεινε έτσι για κάμποσα λεπτά, ύστερα έκανε μια ελαφριά κίνηση με το κεφάλι της και σωριάστηκε καθιστή, στην θέση που ήταν πριν.</p><br><p>«Ινέζ», είπε γλυκά η Ντομίνικα, «χρειάζεσαι κάτι;»</p><br><p>«Τίποτα αδερφή μου, δεν θέλω τίποτα. Είδα ένα ευχάριστο όνειρο που ποτέ δε θα πραγματοποιηθεί».</p><br><p>Και η νεαρή γυναίκα επέστρεψε στη νοσηρή της κατάσταση.</p><br><p>«Κόρη μου καημένη!» είπε χαμηλόφωνα η Καταλίνα.</p><br><p>«Αποχαιρέτησέ με μητέρα», αποκρίθηκε κοιτώντας την θλιμμένα η Ινέζ. «Η ζωή μου φεύγει σιγά σιγά και σύντομα θα βρεθώ στο πλευρό του καλού μου».</p><br><p>Η Καταλίνα πήρε τα χέρια της κόρης της στα δικά της κι άρχισε να τα φιλά με λυγμούς.</p><br><p>«Είναι άρρωστη η κόρη σου;» ρώτησε ο προσκυνητής τον Πέδρο.</p><br><p>«Η οργή του Θεού έχει πέσει σε αυτό το σπίτι», απάντησε εκείνος. «Ας τον δοξάσουμε κι ας υποκύψουμε στη θέλησή Του».</p><br><p>Η θεϊκή παραίτηση του πατέρα κλόνισε ολοφάνερα τον προσκυνητή που τα μάτια του γέμισαν δάκρυα.</p><br><p>«Και τι φταίει για την αρρώστια της;» ρώτησε ο προσκυνητής.</p><br><p>«Λένε ότι πεθαίνει από αγάπη».</p><br><p>«Κακόμοιρο παιδί!»</p><br><p>«Καλά το λες, κακόμοιρο παιδί», απάντησε ο γέρος άνδρας, «πριν από αυτό ήταν η χαρά μου, το καμάρι των γηρατειών μου!»</p><br><p>«Τη λησμόνησε ο αγαπημένος της λοιπόν;»</p><br><p>«Όχι, ο αγαπημένος της ήταν ένας γείτονάς μας, ένας αξιότιμος κι ευγενικός νέος».</p><br><p>«Και τι απέγινε;»</p><br><p>«Πέθανε», αποκρίθηκε ο αφέντης, σκύβοντας το κεφάλι. «Πέθανε πάνω που θα βάζαμε τέλος στις αντιζηλίες που χώριζαν τόσα χρόνια τις οικογένειές μας, πάνω που θα του αναγνώριζα τον τρόπο που είχε φερθεί στη θυγατέρα μου και θα τους έδινα την ευχή μου. Αλίμονο! Το μίσος είναι ένα καταραμένο πάθος! Το κουβαλούσα τόσο καιρό στην ψυχή μου που ο Θεός με τιμώρησε. Ευλογημένη η Θεία δίκη, μας διάλεξε να γίνουμε παράδειγμα στους άλλους».</p><br><p>«Μπορείς να μου πεις πώς πέθανε;» επέμεινε ο προσκυνητής.</p><br><p>«Πέθανε όπως θα ήθελα να πεθάνουν και τα δικά μου αγόρια, στο πεδίο της μάχης».</p><br><p>Ο προσκυνητής γύρισε αργά το κεφάλι και κοίταξε τον Γκιλ, που ήταν ολιγόλογος και ανήσυχος, ούτε που τόλμαγε να κοιτάξει την αδερφή του.</p><br><p>«Είπες πέθανε στο πεδίο μάχης;» ξαναρώτησε ύστερα από μερικές στιγμές σιωπής.</p><br><p>«Ναι, έτσι έγινε», είπε ο Πέδρο.</p><br><p>«Πολεμώντας τους εχθρούς του;»</p><br><p>«Ναι, πολεμώντας τους εχθρούς της χώρας του».</p><br><p>Για άλλη μια φορά ο προσκυνητής κοίταξε κατά τη μεριά του Γκιλ ντε Ιτουριόζ.</p><br><p>Ο Αντόνιο είχε πλησιάσει τον πατέρα του και άκουγε πολύ προσεκτικά το διάλογο ανάμεσα σε αυτόν και τον ξένο.</p><br><p>«Ποιος σου το είπε αυτό;» ξαναρώτησε ο προσκυνητής.</p><br><p>«Ο γιος μου, που τον είδε να πεθαίνει!»</p><br><p>«Ποιος από τους δυο, ο νεαρός που μας ακούει που μιλάμε ή ο Γκιλ που φαίνεται πολύ αφηρημένος;»</p><br><p>«Ο Γκιλ!» απάντησε ο γέρος άνδρας, έκπληκτος από την αδιάκριτη περιέργεια του επισκέπτη και αναρωτώμενος πώς ο ξένος ήξερε το όνομα του γιου του.</p><br><p>«Ο Γκιλ Ιτουριόζ αυτή τη φορά σας είπε ψέματα!» είπε με σθεναρή φωνή ο προσκυνητής.</p><br><p>«Ο Γκιλ Ιτουριόζ δεν λέει ποτέ ψέματα!» διαμαρτυρήθηκε ο πρωτότοκος της οικογένειας πηδώντας από τη θέση του και κουνώντας τη γροθιά του στον ξένο.</p><br><p>«Χτύπα ιππότη! Χτύπα με στο πρόσωπο, σε αυτό το ζαρωμένο πρόσωπο! Θα το κάνεις για δεύτερη φορά!» είπε ο προσκυνητής κάνοντας μια υπόκλιση.</p><br><p>Η γροθιά του νεαρού άδειασε στο πλάι του και, λουσμένος από αυτή την ευαγγελική ταπεινότητα, έκρυψε το πρόσωπό του στις χούφτες του.</p><br><p>«Ιππότη!» μάλωσε τον Γκιλ ο προσκυνητής, «σε κατηγορώ μπροστά στους γονείς σου για δολοφονία».</p><br><p>Μια ανατριχίλα διαπέρασε όσους παρευρίσκονταν και η Ινέζ ανασηκώθηκε και έβαλε όλη της την προσοχή στη σκηνή αυτή.</p><br><p>«Κακούργε λες ψέματα», είπε ο Γκιλ κλαίγοντας, «να ευχαριστείς την τύχη σου που είσαι κάτω από τη στέγη μας. Και να ευχαριστείς τα περασμένα σου χρόνια που δεν σηκώνω το ξίφος μου να στο περάσω στην καρδιά».</p><br><p>«Από πότε ξέχασαν οι γιοι μου», διέκοψε ο Πέδρο Ιτουριόζ, «το χρέος που μας προστάζουν οι άγραφοι νόμοι της φιλοξενίας; Γκιλ, κάτσε κάτω, σε κατηγορήσανε για φόνο. Σινιόρ», πρόσθεσε απευθυνόμενος προς τον προσκυνητή, «ξεστομίσατε πολύ βαριά κατηγορία, μπορείτε να το αποδείξετε;»</p><br><p>«Αυτή τη στιγμή αν το επιθυμείτε», απάντησε αμέσως ο ξένος.</p><br><p>«Αρχίστε λοιπόν πάραυτα», είπε ο αφέντης παίρνοντας ύφος και κορμοστασιά δικαστή που δεν επηρεάζεται από συγγένειες και δωροδοκίες.</p><br><p>«Απευθύνομαι σε σένα Γκιλ ντε Ιτουριόζ, ιππότη από το Γκουιπούζκο. Ποιον συνάντησες πριν από τέσσερις μήνες στην κοιλάδα του Αρτικούζα;» ρώτησε με στόμφο ο προσκυνητής.</p><br><p>Ο Γκιλ ξεροκατάπιε και κατατρομαγμένος κοίταξε τον ξένο.</p><br><p>«Τι είπατε με τον Χουάν ντε Αρπίντες; Μήπως δεν σου μίλησε για ειρήνη μεταξύ σας;»</p><br><p>«Ναι», απάντησε χαμηλόφωνα ο κατηγορούμενος.</p><br><p>«Μήπως δεν σου προσέφερε την ειλικρινή φιλία του;»</p><br><p>«Ακριβώς».</p><br><p>«Κι εσύ αντί να τη δεχτείς, τον πρόσβαλες, δεν είναι έτσι;»</p><br><p>«Αλήθεια είναι», αποκρίθηκε ο Γκιλ μουδιασμένα.</p><br><p>«Και σα να μην έφτανε αυτό, για να προστεθεί στην προσβολή, δεν είναι αλήθεια πως τον χτύπησες στο πρόσωπο με το ατσάλινο γάντι σου;»</p><br><p>Ο νεαρός έμεινε σιωπηλός.</p><br><p>«Απάντησέ μου Γκιλ ντε Τουριόζ», γρύλλισε ο προσκυνητής. «Όταν σήκωσες το όπλο σου κι επιτέθηκες, εσύ δεν ήσουν ο μόνος που κινήθηκες εχθρικά;&nbsp;Εκείνος δεν αμυνόταν μόνο, μπλοκάροντας τα χτυπήματά σου και απωθώντας σε χωρίς να σου κάνει ούτε γρατζουνιά;»</p><br><p>Ο Γκιλ και σε αυτή την ερώτηση παρέμεινε σιωπηλός. Ο πατέρας κοιτούσε το παιδί του όλο οργή. Ο Αντόνιο έτρεμε από την αγανάκτηση. Και οι γυναίκες είχαν μείνει άναυδες από την έκπληξη.</p><br><p>«Και τώρα απευθύνομαι σε εσένα αφέντη», συνέχισε ο ξένος. «Ο γιος σου παραπάτησε και έπεσε στο έδαφος και ενώ ο δίκαια προσβεβλημένος Χουάν ντε Αρπίντες μπορούσε να τον είχε σκοτώσει εκείνη τη στιγμή, αντιθέτως του έδωσε το χέρι και τον βοήθησε να σηκωθεί. Ξαναπρότεινε στον Γκιλ να κάνουνε ειρήνη μεταξύ τους κι αυτός του κατέβασε το όπλο του τραυματίζοντάς τον στο λαιμό και τον πέταξε στον γκρεμό. Πώς θα τον αντιμετωπίζεις από δω και μπρος;»</p><br><p>«Γκιλ!», φώναξε ο γέρος άνδρας απλώνοντας το δάκτυλό του προς την είσοδο του σπιτιού, «Φύγε από το σπίτι μου! Δεν είσαι πια γιος μου».</p><br><p>Ακούγοντας την κατάρα του πατέρα στον πρωτότοκο γιο του και φορτισμένη από της αποκαλύψεις του επισκέπτη, η Ινέζ έβγαλε μια κραυγή και λιποθύμησε. Η Καταλίνα και η Ντομίνικα είχαν μείνει ακόμη σαν στήλες άλατος.</p><br><p>Ο Γκιλ, υπάκουα έκανε να φύγει από το πατρικό του, όπως του είχε προστάξει ο πατέρας του, αλλά ο προσκυνητής τον τράβηξε κοντά του:</p><br><p>«Κοίτα την αδερφή σου πώς αργοσβήνει! Μετανόησε και ίσως να μπορέσεις ακόμη να διορθώσεις το κακό που έκανες!»</p><br><p>Ο προσκυνητής τότε πλησίασε την Ινέζ που, χάρη στις φροντίδες της μητέρας της είχε αρχίσει να συνέρχεται και της έπιασε το χέρι. Έπειτα γύρισε προς την οικογένεια και είπε: «Αν ζούσε σήμερα ο Χουάν ντε Αρπίντες, θα του δίνατε την ευχή σας να παντρευτεί την Ινέζ;»</p><br><p>Ο Αντόνιο πλησίασε γοργά τον ξένο και του έβγαλε το καπέλο. Μαζί με αυτό έπεσε και η γενειάδα και μπροστά τους στάθηκε αναγνωρίσιμος πια ο αγαπημένος της Ινέζ. Μια ανάσα έκπληξης και χαράς αντήχησε στο σπίτι των Ιτουριόζ. Η Ινέζ κοίταξε τον καλό της. Με ευλάβεια έβαλε τα χέρια της πάνω στα μάτια του και χωρίς να ακουστεί είπε μια προσευχή. Όταν τέλειωσε, τηρώντας την ίδια σιωπή, τύλιξε τα χέρια της γύρω του και τα μάτια της γέμισαν δάκρυα χαράς.</p><br><p>Αυτή η σιωπή ήταν στ’ αλήθεια μεγαλειώδης.</p><br><p><br></p><p>Ο Γκιλ έχασε εντελώς το χρώμα του, νόμισε πως αυτό που έβλεπε μπροστά του ήταν από τον άλλο κόσμο. Συνειδητοποιώντας την ατιμία του, δειλά πλησίασε τον Χουάν και με τρομερά φορτισμένη φωνή του είπε: «Αδερφέ μου, υπερασπίσου με κι εμένα στα μάτια του πατέρα μου».</p><br><p><br></p><br><p><br></p><p>Στο ξεκίνημα του επόμενου μήνα η Ινέζ ντε Τουριόζ παντρεύτηκε τον πρωτότοκο της οικογένειας Αρπίντες μέσα σε γιορτές και πανηγύρια.</p><br><p>ΕΠΙΛΟΓΟΣ</p><br><p>Δύο μέρες μετά το γάμο, γύρω στα μεσάνυχτα, ακούστηκαν πολλοί αναστεναγμοί στην κοιλάδα της Αρτικούζα. Κάτω από το φως του φεγγαριού, δίπλα στο ρυάκι μια ταλαιπωρημένη και κατακαημένη υπέργηρη γυναίκα ήταν περικυκλωμένη από σκιές. Σκιές και φαντάσματα που τη βασάνιζαν ανελέητα, ασταμάτητα με τη Μαϊταγκάρι των Πυρηναίων να παρακολουθεί. Το πρόσωπό της ήταν όλο οργή, τα μάτια της φλέγονταν, από το στόμα της έβγαιναν κολασμένες κραυγές. Δεν ήταν η απερίγραπτη ομορφιά που είχε μαγέψει τον Χουάν ντε Αρπίντες, είχε μια άλλη ομορφιά τώρα, αυτή του αγγέλου που κατεβαίνει να μάθει τι γίνεται χαμηλά στον κόσμο.</p><br><p>«Καταραμένη γυναίκα!» φώναξε, ανακρίνοντας τη γριά, «γι αυτό τα ήθελες τα φίλτρα, ε; Γι αυτό μου ζήτησες το χέρι το παιδικό; Αλίμονο σ’ εμένα που εμπιστεύτηκα τα δικά σου τα μαντζούνια κι όχι τη δύναμη τη δική μου!»</p><br><p>«Έλεος!» στρίγγλισε η μάγισσα του Ζαλντίν, αυτή ήταν η γριά γυναίκα που βασανιζόταν.</p><br><p>«Ναι, έλεος, αλήθεια», αποκρίθηκε η άλλη, «όταν το μόνο που θέλω είναι να σε διαμελίσω και να σκορπίσω τα κομμάτια σου στις τέσσερις γωνιές της γης! Θα σβήσεις, δίγλωσση οχιά, όπως έζησες!» και η μάγισσα του Ζαλντίν μην μπορώντας να αντέξει άλλη βαναυσότητα, ξεψύχησε. Το σώμα της έγινε κάρβουνο και ένας γιγάντιος αητός κατέβηκε από τον ουρανό και τη μάζεψε μέσα στα δυνατά του νύχια.</p><br><p>Η Μαϊταγκάρι μαζί με την άυλη συνοδεία της κατευθύνθηκε προς τη σπηλιά της απ’ όπου και δεν βγήκε για πολύ καιρό. Βγήκε άλλη μία φορά μόνο κάτω από τους ήχους του χτισίματος του φρουρίου της Αρτικούζα, με τα πελώρια σφυριά και τις φλόγες των καμινιών και τις σπίθες που έκαιγαν το χώμα και το τσουρουφλούσαν. Έφυγε λοιπόν από εκεί η Μαϊταγκάρι και πήγε πιο μακριά, τώρα μένει στην οροσειρά Αχουνιεμέντι.</p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></description>
			<itunes:summary><![CDATA[<p>Από τη χώρα των Βάσκων έρχεται η Μαϊταγκάρρι, να διευθετήσει βεντέτες που κρατάνε χρόνια και να τιμωρήσει με θεία δίκη τα παλιά τελώνια!</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Περιέχει κάποιες σκηνές βίας, βία ενάντια σε παιδιά, απειλές βίας </p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>Ηχητικά εφέ: freesound.org</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ</p><br><p>Μαϊταγκάρρι (Η Νεράιδα της Λίμνης)</p><br><p>Ιτουριόζ, η κρύα πηγή</p><br><p>Σ΄ ένα σπίτι στα περίχωρα του Οϋαρζούν βασίλευε η πιο βαθιά σιγή. Ο Πέδρο Ιτουριόζ, ένας γεροδεμένος βουνίσιος άνδρας κάποιας περασμένης ηλικίας και η κεφαλή της οικογένειας, μόλις είχε τελειώσει το δείπνο του. Δίπλα του η γυναίκα του, πολλά χρόνια μικρότερή του, του προσέφερε ένα ποτήρι ζεστό κρασί και περίμενε να της απευθύνει το λόγο. Ο αφέντης έκανε νόημα και η γυναίκα όλο αγάπη και σεβασμό έβαλε στα χέρια του ένα ασημένιο ποτήρι. Στη συνέχεια έφερε στο τραπέζι μια γαβάθα με λαχταριστά φρούτα και πήγε κι έκατσε στην άλλη άκρη του δωματίου στον αργαλειό της υφαίνοντας το ύφασμα που αργότερα θα γινόταν μαντήλια, πετσέτες και αρωματισμένα σεντόνια, ό,τι δηλαδή υπάρχει σε όλα τα Βασκικά σπίτια. Σε μια άλλη γωνία της κουζίνας, δυο κορίτσια απαράμιλλης ομορφιάς κουβέντιαζαν χαμηλόφωνα με έναν νεαρό με ασκέπαστο κεφάλι που ήταν δεν ήταν δεκαπέντε χρονών.</p><br><p>Στα δεξιά του τζακιού, κάτω από την μεγάλη τριγωνική σκεπή της καμινάδας, βρισκόταν ένα ανάκλιντρο διακοσμημένο με μακριά καρφιά από ορείχαλκο. Το ζεστό φως που έβγαινε από τη φωτιά και οι ακτίνες από τη δάδα του αναμμένου φυτιλιού της ρητίνης που κρεμόταν από τον τοίχο, φώτιζαν την οικογένεια. Ο αφέντης έκοψε στα δύο ένα ζουμερό μήλο και έδωσε το μισό στη γυναίκα του, κατέβασε τα δύο τρίτα του κρασιού και της προσέφερε το υπόλοιπο. Η γυναίκα τα δέχτηκε και τα δύο χωρίς να πει κουβέντα. Τότε ο βουνίσιος άντρας ξεσκέπασε το κεφάλι του και όλη η οικογένεια στάθηκε προσοχή με αυτή του την κίνηση. Έκανε το σταυρό του, μουρμούρισε μια προσευχή στην οποία τον συνόδευσαν και οι υπόλοιποι και πήγε κι έκατσε στο ανάκλιντρο.</p><br><p>Ένα από τα κορίτσια μάζεψε το τραπέζι, δίπλωσε προσεκτικά το λευκό τραπεζομάντηλο κι έπειτα όλη η οικογένεια μαζεύτηκε γύρω από τη φωτιά. Η κυρία του σπιτιού έγνεθε, τα κορίτσια τύλιγαν μαλλί σε ρόκες, το αγόρι ακόνιζε ένα μαχαίρι ξυλουργού και ο Πέδρο Ιτουριόζ γερμένος στο ανάκλιντρο φαινόταν χαμένος στις σκέψεις του. Το βλέμμα ολονών σιγά σιγά στράφηκε στο πρόσωπο του αφέντη τους, του οποίου τα μάτια τώρα έκλειναν από τον ύπνο. Η γυναίκα αναστέναξε απαλά, η κουβέντα των κοριτσιών σταμάτησε και το αγόρι άρχισε πολύ σιγά ένα μονότονο τραγούδι, με τον ρυθμό του οποίου άρχισαν να συγχρονίζονται οι κινήσεις των χεριών των τριών γυναικών. Το τραγούδι πρέπει να επηρρέασε πολύ τον αφέντη, ο οποίος αμέσως έπεσε σε βαθιά λήθη.</p><br><p>Από τη μισόκλειστη πόρτα έμπαιναν οι ακτίνες του φεγγαριού, φωτίζοντας το τοπίο γεμάτο εντυπωσιακά δέντρα και γιγαντιαία βουνά. Μπορούσες να ακούσεις μέχρι και το βουνίσιο ρυάκι δίνοντας στη σιωπηλή αυτή στιγμή μια ξεχωριστή ζεστασιά. Για κάμποσες στιγμές όλα παρέμειναν έτσι μέχρι που ο γέρος άντρας ανασηκώθηκε και ρώτησε:</p><br><p>«Πες μου Αντόνιο, τι άκουσες εκεί πάνω στο βουνό;»</p><br><p>Ο νεαρός πέταξε κατάχαμα το μαχαίρι που ακόνιζε, σηκώθηκε και με σεβασμό αποκρίθηκε:</p><br><p>«Άκουσα πατέρα, πως η μάχη ήταν αιματηρή.»</p><br><p>«Ξέρεις ποιοι ήταν οι ηττημένοι;»</p><br><p>«Δεν μου το είπε κανείς πατέρα.»</p><br><p>Ο γέρος άνδρας παρέμεινε σιωπηλός. Το μεγαλύτερο από τα κορίτσια έγινε άσπρο σαν πανί, άφησε τη ρόκα να της πέσει από το χέρι και κοίταξε τον αδερφό της τόσο έντονα λες και ήθελε να τον ανακρίνει με το βλέμμα της και μόνο. Αλλά ο Αντόνιο ήξερε να περιμένει την άδεια από τον πατέρα του για να μιλήσει.</p><br><p>«Αύριο, με το πρώτο φως, να πας στο μέτωπο και να μη γυρίσεις αν δεν μάθεις τα τελευταία νέα της μάχης», είπε ο πατέρας.</p><br><p>«Θα πάω πατέρα», απάντησε το αγόρι.</p><br><p>«Πλησίασε τότε κι άκου Αντόνιο».</p><br><p>«Τι επιθυμείς να κάνω;» ρώτησε ο Αντόνιο καθώς πλησίασε το αυτί του όλο και πιο κοντά στο στόμα του πατέρα του για να ακούσει ότι είχε να πει μόνο σε αυτόν.</p><br><p>«Ο Γκιλ είναι μαζί τους» είπε εκείνος με φωνή φορτισμένη. «Είναι αδερφός σου και γιός μου, γι αυτό ρώτα, γύρνα όλο τον στρατώνα κι όταν επιστρέψεις να μου πεις μόνο αν τον είδες ζωντανό αλλιώς, αν έχει πεθάνει να τον έχεις θάψει με τρόπο Χριστιανικό».</p><br><p>«Θα γίνει ότι μου πρόσταξες, πατέρα».</p><br><p>«Κι αν ζει, να του πεις ότι του απαγορεύω – ακούς; Του απαγορεύω να χρησιμοποιήσει τα όπλα του ενάντια στους Αρπίντες όσο κι εκείνοι πολεμούν τον εχθρό», συνέχισε ο πατέρας.</p><br><p>«Αυτό μου το απαγορεύεις κι εμένα, πατέρα;»</p><br><p>«Ναι γιε μου. Όσο κινδυνεύει η χώρα πρέπει να βάλουμε όλοι στην άκρη διαφωνίες και μίση, όσο βαθιά και παλιά κι αν είναι πρέπει να τα πνίξουμε. Καταραμένοι όσοι πράττουν το αντίθετο».</p><br><p>Ο άνδρας τότε σηκώθηκε, φίλησε τις τρεις γυναίκες στο μέτωπο, ευλόγησε τον Αντόνιο και αργά βγήκε από την κουζίνα. Μισή ώρα αργότερα κοιμόταν τον ύπνο ενός δίκαιου ανθρώπου.</p><br><p>Δεν είχε προλάβει καλά καλά να βγει από το δωμάτιο ο Πέδρο Ιτουριόζ και οι γυναίκες περιτριγύρισαν τον Αντόνιο.</p><br><p>«Ο πατέρας σου, σου είπε κάποια μυστικά που εμένα δεν μου επιτρέπεται να γνωρίζω», του είπε η μητέρα με ιερή εγκαρτέρηση. «Να τον υπακούσεις αγόρι μου, αδιαμαρτύρητα. Ο πατέρας σου έχει τη θέση του Θεού σε αυτόν τον κόσμο».</p><br><p>«Έτσι με έχεις μάθει μητέρα», της απάντησε το αγόρι και τη γλυκοφίλησε.</p><br><p>«Έτσι είναι Αντόνιο, αλλά μετά τον πατέρα αναλαμβάνει η μητέρα να συμβουλεύσει τα παιδιά της. Κάθισε κι άκουσέ με».</p><br><p>Τα τρία παιδιά κάθισαν και&nbsp;η μητέρα βρέθηκε ανάμεσα στις δυο κόρες της. Στη μία φαινόταν ξεκάθαρα η αγωνία στο πρόσωπό της ενώ η άλλη την κοιτούσε με μια ήρεμη αγάπη. Ο Αντόνιο γονάτισε μπροστά στην Καταλίνα και κάρφωσε τα μαύρα του μάτια στα δικά της. Η γυναίκα του Ιτουριόζ έπαιξε ανέμελα με τις μπούκλες του γιού της:</p><br><p>«Αντόνιο», του είπε, «ο αδερφός σου πολεμάει στο μέτωπο και ξέρεις πόσο ζωηρός είναι. Αν ζει ακόμη, να του πεις να κάνει το καθήκον του γενναία. Ταυτόχρονα όμως να μην κάνει ανοησίες και κουτοθαρραλέα ριψοκινδυνέψει τη ζωή του».</p><br><p>«Θα του το πω», απάντησε ο νεαρός Αντόνιο.</p><br><p>«Πες του», συνέχισε η Καταλίνα, «να ξεχάσει τα προσωπικά μας και να θυμάται μόνο πως είναι από το Γκουιπούζκο και ότι μόνος του εχθρός είναι ο εχθρός της χώρας».</p><br><p>«Αδερφέ μου, μην ξεχάσεις αυτές τις σοφές συμβουλές», είπε διακόπτοντας η ταραγμένη κόρη.</p><br><p>«Και τι ξέρεις εσύ από αυτά Ινέζ;» της είπε υπεροπτικά ο Αντόνιο.</p><br><p>«Είναι αλήθεια», απάντησε κοκκινίζοντας το κορίτσι, «ότι δεν καταλαβαίνω πολλά γι αυτά τα πράγματα, αλλά είμαι σίγουρη ότι πίσω από τις συμβουλές αυτές βρίσκεται απέραντη σοφία».</p><br><p>«Μητέρα, μόλις μου έδωσες την ίδια συμβουλή με τον πατέρα».</p><br><p>«Δόξα Σοι!» είπε η Καταλίνα. «Τώρα το μόνο που μένει σα συμβουλή είναι να μη μένεις πολύ σε ένα μέρος κατά τη διάρκεια του ταξιδιού σου μέχρι τον αδερφό σου. Σου δίνω την ευχή μου κι ο Θεός να σας έχει και τους δυο καλά! Ελάτε κόρες μου, πάμε να ξαπλώσουμε».</p><br><p>Σηκώθηκαν όλοι και βγήκαν από την κουζίνα. Η μόνη προστασία αυτού του σπιτικού ήταν οι νόμοι της χώρας μα ο φρουρός της ήταν ένας σκύλος μαστίφ ξαπλωμένος μπροστά από τη φωτιά.</p><br><p>Η Μάγισσα του Ζαλντίν</p><br><p>Το ρολόι σήμανε μεσάνυχτα όταν άνοιξε η πόρτα του σπιτιού και στην κουζίνα μπήκε μια ηλικιωμένη γυναίκα. Το σκυλί τέντωσε το κεφάλι του, γρύλισε απειλητικά, πλησίασε την επισκέπτρια και γύρισε πάλι στη θέση του τεμπέλικα να συνεχίσει τον ύπνο του. Η γυναίκα ζωντάνεψε τη φωτιά ρίχνοντάς της μερικά ξερά κλαδιά και με τη φωνή της έκανε το κάλεσμα της κουκουβάγιας μα τόσο τέλεια που θα έλεγε κανείς ότι ήταν στ’ αλήθεια μια κουκουβάγια στο σπίτι. Δειλά βήματα ακούστηκαν να κατεβαίνουν από τον πάνω όροφο τη σκάλα. Ήταν η Ντομίνικα, η μικρότερη κόρη του Πέδρο Ιτουριόζ, που σταμάτησε σαστισμένη μα και αποφασισμένη σαν είδε τη γυναίκα στο σπίτι.</p><br><p>«Πλησίασε Ντομίνικα, έλα και κάτσε κοντά μου», είπε η γυναίκα.</p><br><p>Η κόρη υπάκουα πλησίασε κι έκατσε στο ξύλινο παγκάκι, δίπλα στη συνομιλήτριά της. Το σκυλί σηκώθηκε και έφτασε μέχρι τα πόδια της Ντομίνικα όπου και έβαλε το κεφάλι του παιχνιδιάρικα ανάμεσα στα γόνατά της. Τι παράξενη σκηνή αυτή, με τις τρεις φιγούρες να βγαίνουν σαν ανάγλυφα από τους μαυρισμένους τοίχους. Θα‘ λεγε κανείς πως ήταν κάτι βγαλμένο από μαγική τελετουργία. Τα ζαρωμένα φρύδια της γριάς γυναίκας, τα στρογγυλά ανήσυχα μάτια της, τα κόκκινα μαλλιά της και η μακριά της μύτη έρχονταν σε πλήρη αντίθεση με τα ροδοκόκκινα μάγουλα, τα εκφραστικά μαύρα μάτια, τη λεπτοκαμωμένη μέση και το όλο χάρη χαμόγελο της νεαρής Ντομίνικα. Και η ατμόσφαιρα βάρυνε μόλις η γριά γυναίκα πλησίασε αυτό το πρόσωπό της κοντά στης Ντομίνικα με το σκυλί να παρακολουθεί κάθε κίνηση της μάγισσας με το διεισδυτικό του βλέμμα:</p><br><p>«Εσύ με κάλεσες Ντομίνικα;» ρώτησε η γυναίκα χαμηλόφωνα. «Εδώ είμαι λοιπόν, τι θέλεις από εμένα;»</p><br><p>«Ήθελα να μάθω», είπε το κορίτσι με τρεμάμενη φωνή, «ποιοι είναι οι ηττημένοι στο μέτωπο.»</p><br><p>«Αυτό είναι όλο;», ρώτησε η μάγισσα εξετάζοντας τα χαρακτηριστικά του προσώπου της Ντομίνικα με προσοχή.</p><br><p>«Ναι, τίποτα άλλο», αποκρίθηκε η κόρη κατεβάζοντας το βλέμμα.</p><br><p>«Πολύ καλά. Άνοιξε αυτό εκεί το παράθυρο που βλέπει κατά το στρατώνα.»</p><br><p>«Ανοικτό είναι τώρα», είπε, ανοίγοντάς το διάπλατα.</p><br><p>«Κοίτα τον ουρανό.»</p><br><p>«Κοιτάω τώρα.»</p><br><p>«Τι βλέπεις κατά τη Δύση;»</p><br><p>«Βλέπω ένα γκρίζο σύννεφο.»</p><br><p>«Τι μορφή έχει πάρει;»</p><br><p>«Σα να είναι ο σκελετός ενός γιγάντιου αλόγου.»</p><br><p>«Τι άλλο παρατηρείς;»</p><br><p>«Βλέπω το σύννεφο να χωρίζεται στα δύο.»</p><br><p>«Και ποια μεριά είναι η μεγαλύτερη;»</p><br><p>«Η μεριά με το κεφάλι».</p><br><p>«Οι Ναβαρέζοι και οι Γάλλοι ηττήθηκαν!» είπε η μάγισσα.</p><br><p>Η Ντομίνικα γέλασε δυνατά όλο χαρά και, πλησιάζοντας τη μάγισσα, τη ρώτησε: «Είσαι σίγουρη για ό,τι μου είπες;»</p><br><p>«Όσο σίγουρη είσαι ότι με έχεις μπροστά σου αυτή τη στιγμή. Θέλεις να μάθεις κι άλλα;»</p><br><p>«Θα ήθελα να μάθω τι απόγινε ο αδερφός μου», απάντησε το κορίτσι.</p><br><p>«Θα σου ικανοποιήσω την περιέργεια. Έλα κοντά στη χύτρα.»</p><br><p>Η Ντομίνικα αμέσως έκανε ό,τι της είπε.</p><br><p>«Βάλε τη στη φωτιά και βγες έξω στο χωράφι να μου φέρεις τις ρίζες του αρετολούλουδου».</p><br><p>Η κόρη, με το σκυλί ξοπίσω της, βγήκε και τράβηξε κατά τα χωράφια. Τότε, με φιδίσια πονηριά, η μάγισσα έβγαλε από την τσέπη της ένα δερμάτινο πουγκί κι από μέσα από αυτό ένα μάτσο πανιά. Ξεδιπλώνοντάς τα ένα-ένα πολύ προσεκτικά, έβγαλε τελικά το τέλεια διατηρημένο παιδικό χέρι, τυλιγμένο με σγουρά ξανθά μαλλάκια. Από την άλλη τσέπη της έβγαλε ένα μπουκάλι από το οποίο έσταξε λίγο από το βαθύ κόκκινο υγρό του στη χύτρα που τώρα πια είχε ζεσταθεί από τη φωτιά, και βάλθηκε να περιμένει τη Ντομίνικα να γυρίσει.</p><br><p>Δεν περίμενε και πολύ. Η κόρη γύρισε κρατώντας ένα μάτσο ρίζες, μα όταν πήγε να πλησιάσει τη μάγισσα ο σκύλος έπιασε να την τραβάει από το φόρεμα στην αντίθετη κατεύθυνση.</p><br><p>«Ήσυχα Μουρ, ήσυχα», είπε στο σκυλί. «Σα να σου παραρέσει να μένεις ξύπνιος βραδιάτικα!» και έδωσε στη γυναίκα τις ρίζες.</p><br><p>«Τις μάζεψες κάτω από μέρος σκιερό;» τη ρώτησε η μάγισσα καθώς έπαιρνε τις ρίζες από το κορίτσι.</p><br><p>«Μάλιστα, κάτω από τη σκιά μιας καρυδιάς».</p><br><p>«Πολύ καλά. Τώρα κάτσε στο παγκάκι και μη βγάλεις το βλέμμα σου από τη χύτρα».</p><br><p>Η μάγισσα καθάρισε τις ρίζες και τις έριξε στη χύτρα που τώρα πια έβραζε για τα καλά. Σε μια στιγμή μια γαλάζια φλόγα αναδύθηκε από τη χύτρα φωτίζοντας με το παράξενο φως της όλο το δωμάτιο.</p><br><p>«Τι βλέπεις;» ρώτησε η μάγισσα.</p><br><p>«Βλέπω τον αδερφό μου μέσα στα αίματα να κοιμάται ήσυχος. Βλέπω πολλούς νεκρούς στο πεδίο μάχης. Αχ αλίμονο!» φώναξε ξαφνικά.</p><br><p>«Τι άλλο βλέπεις;»</p><br><p>«Βλέπω τον Χουάν ντε Αρπίντες επίσης να κοιμάται εκεί κοντά. Βλέπω πολλές φωτιές εδώ κι εκεί. Βλέπω φρουρούς».</p><br><p>«Κοίτα προς το μέρος του αδερφού σου, τι κάνει;»</p><br><p>«Ω Ουρανοί!» φώναξε η Ντομίνικα κι έγινε άσπρη σαν πανί.</p><br><p>«Τι συμβαίνει;» ρώτησε η μάγισσα.</p><br><p>«Ο αδερφός μου σηκώνεται, βγάζει το σπαθί από τη θήκη του και προσεκτικά πλησιάζει τον Χουάν ντε Αρπίντες».</p><br><p>«Ο αδερφός σου και ο Αρπίντες πρέπει να μονομαχήσουν και να κυλιστεί αίμα», είπε η μάγισσα με ένα θλιμμένο τόνο στη φωνή της. «Τι άλλο βλέπεις;»</p><br><p>«Τίποτα άλλο», είπε τρεμάμενη η Ντομίνικα.</p><br><p>«Γύρνα προς τον τοίχο», συνέχισε η μάγισσα, «και πολύ προσεκτικά παρατήρησε τις μορφές που θα εμφανιστούν στον τοίχο».</p><br><p>Η Ντομίνικα υπάκουσε και γύρισε, αλλά βγάζοντας μια κραυγή οδύνης, κάλυψε τα μάτια της με τα χέρια της.</p><br><p>«Μου είναι αδύνατο να κοιτάξω», είπε το κορίτσι, πολύ ταραγμένο.</p><br><p>«Βγάλε τα χέρια από τα μάτια σου και πες μου τι βλέπεις. Δεν έχω χρόνο για τα μυξοκλάματά σου».</p><br><p>«Βλέπω τον Χουάν ντε Αρπιντές και μια γυναίκα να τον βαστάει στα χέρια της».</p><br><p>«Την ξέρεις αυτή τη γυναίκα;»</p><br><p>«Το πρόσωπό της είναι γυρισμένο από την άλλη».</p><br><p>«Δες προσεκτικά τον Αρπιντές, πώς είναι το χρώμα του;»</p><br><p>«Είναι χλωμός, πολύ χλωμός».</p><br><p>«Ικανοποιήθηκες τώρα;» ρώτησε η μάγισσα κι ένα χαιρέκακο χαμόγελο σχηματίστηκε στο πρόσωπό της.</p><br><p>«Καημένη μου αδερφή!» είπε η Ντομίνικα κλαίγοντας. </p><br><p>«Ο αδερφός σου έχυσε το αίμα τού αγαπημένου της Ινέζ. Θέλεις να μάθεις κι άλλα για αυτή τους την αγάπη;»</p><br><p>Το σκυλί ούρλιαξε και σηκώνοντας τα μπροστινά του πόδια στηρίχθηκε πάνω στη Ντομίνικα και της έγλειψε το πρόσωπο.</p><br><p>«Σε καλό σου!» είπε χαμηλόφωνα η Ντομίνικα.</p><br><p>«Αποφάσισε γρήγορα, έχω κι αλλού να πάω κι έχω αργήσει δύο ώρες ήδη!»</p><br><p>Το κορίτσι δίστασε και ο σκύλος συνέχισε να της γλύφει το πρόσωπο κοιτάζοντας έντονα και καχύποπτα τη μάγισσα.</p><br><p>«Μπαα, δεν είσαι εσύ για τέτοια!», είπε απότομα η μάγισσα κι άρχισε να μαζεύει τα πράγματά της για να αναχωρήσει.</p><br><p>«Περίμενε! Κάτσε ένα λεπτό!» παρακάλεσε η Ντομίνικα, τραβώντας τη γυναίκα από το φουστάνι της.</p><br><p>«Δεν μπορώ να μείνω άλλο σε αυτό το σπίτι», είπε η μάγισσα λοξοκοιτώντας το σκυλί.</p><br><p>«Πολύ καλά, αποφάσισα», είπε η κόρη.</p><br><p>Το σκυλί έβγαλε έναν απογοητευμένο λυγμό, κατέβηκε από το κορίτσι και πήγε κι έκατσε σε μια γωνιά του δωματίου.</p><br><p>«Πάρε αυτό το δερμάτινο πουγκί, τώρα που επιτέλους αποφάσισες, και κοίτα ξανά τη γαλάζια φλόγα».</p><br><p>«Εντάξει», είπε η Ντομίνικα και πήρε το πουγκί προσπαθώντας όσο μπορούσε να μη φοβάται.</p><br><p>«άνοιξε το πουγκί και ένα-ένα ρίξε στη φωτιά όλα τα περιεχόμενά του».</p><br><p>Έτσι κι έκανε η Ντομίνικα. Όμως μόλις έβγαλε το ακρωτηριασμένο μέλος και το κοίταξε στο χέρι της έτσι τυλιγμένο με τα μαλλιά, την κυρίεψε τέτοιος τρόμος που τα πέταξε όλα, ακόμη και το πουγκί μέσα στη χύτρα που έβραζε πάνω στη φωτιά.</p><br><p>Το σπίτι αμέσως σείστηκε&nbsp;σαν από έκρηξη και όσο και να ήθελε το κορίτσι να ξεφύγει από εκεί, δεν μπορούσε. Τα γόνατά της λύγισαν και έπεσε στο έδαφος βγάζοντας μια διαπεραστική στριγκλιά. Τότε είδε τη Μάγισσα του Ζαλντίν να μεταμορφώνεται σε τερατώδη νυχτερίδα και να φεύγει από το παράθυρο.</p><br><p>Η φωτιά σιγά σιγά έσβησε και το σπίτι βυθίστηκε στο σκοτάδι.</p><br><p>Η Παραδοχή</p><br><p>Το ξημέρωμα ο Αντόνιο ντύθηκε βιαστικά κι ετοιμάστηκε να αναχωρήσει για το ταξίδι του. Στην είσοδο του σπιτιού τον περίμενε η Ινέζ που ανέπνεε κάπως αγχωμένα των πρωινό αέρα.</p><br><p>«Καλημέρα Ινέζ», της είπε και τη φίλησε στο μέτωπο. «Γιατί σηκώθηκες τόσο νωρίς;»</p><br><p>«Ήθελα να σε δω πριν φύγεις».</p><br><p>«Ευχαριστώ Ινέζ μου, ξέρω ότι μ’ αγαπάς πολύ. Η Ντομίνικα δεν είναι μαζί σου;»</p><br><p>«Θα κοιμάται ακόμη. Άκου όμως Αντονιο, ήρθα μόνη γιατί θέλω να σου μιλήσω ιδιαιτέρως. Είσαι μικρότερός μου, το ξέρω, όμως οι συμβουλές από άνδρες της ηλικίας σου έχουν άλλο βάρος απ΄ ότι των γυναικών της δικής μου».</p><br><p>Ο Αντόνιο την κοίταξε και τότε μόνο πρόσεξε πόσο χλωμή ήταν.</p><br><p>«Δεν αισθάνεσαι καλά αδερφή μου;» τη ρώτησε με ενδιαφέρον.</p><br><p>«Ναι Αντόνιο, είμαι άρρωστη σωματικά αλλά πολύ περισσότερο ψυχικά».</p><br><p>«Καημένη Ινέζ! Πώς μπορώ να βοηθήσω; Πες μου και το ξέρεις πως θα κάνω ότι περνάει από το χέρι μου, σε νοιάζομαι τόσο πολύ».</p><br><p>Η Ινέζ σήκωσε τα μάτια και τα κάρφωσε στα δικά του, κοιτάζοντάς τον τόσο έντονα που κάτι μέσα του πόνεσε.</p><br><p>«Αμφιβάλλεις για την αφοσίωσή μου;» τη ρώτησε. «Αυτό θα με πλήγωνε βαθύτατα».</p><br><p>«Κάθε άλλο αδερφέ μου», του απάντησε γλυκά, «θα σου εκμυστηρευτώ κάτι που ούτε ο Γκιλ μήτε ο πατέρας μας γνωρίζει».</p><br><p>«Αυτό θα με καθησυχάσει πολύ», της είπε ο Αντόνιο και την πλησίασε.</p><br><p>«Περνάει η ώρα καλέ μου και έχεις να διανύσεις πολύ δρόμο. Σε παρακαλώ να με ακούσεις και να είσαι επιεικής μαζί μου».</p><br><p>«Έλα Ινέζ, πες μου επιτέλους, σε ακούω».</p><br><p>Η Ινέζ πήρε το χέρι του Αντόνιο στο δικό της και του είπε το εξής:</p><br><p>«Σίγουρα γνωρίζεις το μίσος και την αντιζηλία που υπάρχει ανάμεσα στην οικογένειά μας και αυτήν των Αρπίντες. Αυτό το μίσος είναι η πηγή όλης μου της δυστυχίας».</p><br><p>«Μα γιατί;» τη ρώτησε ανήσυχος ο Αντόνιο.</p><br><p>«Για τον εξής λόγο αδερφέ μου: έχω γνωρίσει τον Χουάν ντε Αρπίντες και όταν τον πρωτοείδα έφυγα όσο πιο γρήγορα μπορούσα».</p><br><p>«Και πολύ καλά έκανες, αδερφή μου. Το κακό που έκανε ο πατέρας του στον πατέρα μας είναι ασυγχώρητο».</p><br><p>«Άφησέ με να τελειώσω. Από εκείνη την ημέρα με ακολουθούσε όπου και να πήγαινα. Και στην εκκλησία του Οϋαρζούν συνοδευόμενη από τη μητέρα μας να πήγαινα, αυτός ήταν εκεί, στην πόρτα του ναού. Κατά τη Λειτουργία γονάτιζε πολύ κοντά μας και όταν φεύγαμε τον έβρισκα στο προαύλιο. Στη διαδρομή για το σπίτι μας ακολουθούσε κρατώντας μικρή απόσταση».</p><br><p>«Χωρίς να σου πει λέξη;»</p><br><p>«Δεν τόλμησε ποτέ. Όταν κοίταζα από το παράθυρό μου, τον έβλεπα στο βάθος στους πρόποδες του βουνού με το τόξο του στον ώμο να κοιτάει κατά δω».</p><br><p>«Μήπως δολοπλοκούσε εναντίον μας;»</p><br><p>«Όχι!» είπε αμέσως η Ινέζ. «Ήρθε η άνοιξη και κάθε αυγή, όταν άνοιγα το παράθυρό μου έβρισκα ένα μπουκέτο αγριολούλουδα στο περβάζι μου. Στην αρχή τα πετούσα χάμω επιδεικτικά γιατί ήμουν σίγουρη πως κάπου κρυμμένος θα παραμόνευε και θα με έβλεπε. Κάποιες μέρες όμως τον συναντούσα είτε στο δάσος είτε κοντά στην πηγή και, βλέποντας πόσο θλιμμένα ήταν τα μάτια του, δεν μπορούσα παρά να τον λυπηθώ».</p><br><p>Ο Αντόνιο πήρε το χέρι του από τις χούφτες της αδερφής του και παρέμεινε σκεπτικός.</p><br><p>«Άκουσέ με αδερφέ μου, για το Θεό! Ο δισταγμός και ο σεβασμός που έδειξε προς εμένα μου κέντρισαν το ενδιαφέρον. Άρχισα να τον φέρνω στο νου μου όλο και πιο συχνά και, όσο και να προσπάθησα να απωθήσω την εικόνα του από το μυαλό μου, δεν τα κατάφερα... Συνέβη ένα δειλινό καθώς γυρνούσα από το κοιμητήριο που είχα πάει να βάλω λουλούδια στον τάφο της Ξαδέρφης Λουθία, που τόσο αγαπούσαμε όλοι. Άρχισε να πέφτει βαρύ χιόνι και ο δρόμος έγινε γρήγορα αδιάβατος. Πλησιάζοντας με δυσκολία το σταυροδρόμι κοντά στην πηγή, είδα μια σκοτεινή φιγούρα να στέκεται στη μέση του δρόμου. Τα μάτια της έβγαζαν φωτιές μέσα στη θύελλα και είχε καρφώσει το βλέμμα της επάνω μου. Πάγωσα τόσο από τον φόβο μου που δεν μπορούσα ούτε να φωνάξω για βοήθεια. Τότε η φιγούρα έβγαλε ένα τρομακτικό αλύχτισμα και όρμησε κατά πάνω μου».</p><br><p>«Μήπως ήταν ο Χουάν;», φώναξε το αγόρι κάνοντας μερικά νευρικά βήματα μπρος-πίσω. «Τον άτιμο!»</p><br><p>«Όχι αδερφέ μου, δεν ήταν αυτός. Ήταν ο λύκος, αυτός που έχει τρομοκρατήσει όλη την περιοχή---»</p><br><p>«---Αυτός που βρέθηκε σκοτωμένος κοντά στην πηγή; Αχ αδερφούλα μου!» είπε ο Αντόνιο και της ξαναέπιασε το χέρι.</p><br><p>«Θα πέθαινα στα σίγουρα», συνέχισε και μια ανατριχίλα διαπέρασε το σώμα της. «Όταν το ζώο είχε φτάσει τόσο κοντά που έβλεπα τα δόντια του και άκουγα την αναπνοή του, μάζεψα όλες μου τις δυνάμεις και φώναξα όσο πιο δυνατά μπορούσα. Ακριβώς πριν με κατασπαράξει, ένας άνθρωπος ξεπρόβαλλε από την άκρη του δρόμου και αστραπιαία στάθηκε ανάμεσα σε μένα και το κτήνος δεχόμενος έτσι την επίθεση που προοριζόταν για εμένα. Άρχισαν να παλεύουν με μανία, αλλά αυτό που το έκανε ακόμη πιο φοβερό ήταν ότι ούτε ο λύκος ούτε ο άνδρας έκαναν τον παραμικρό θόρυβο. Το θέαμα ήταν τόσο βίαιο κι όμως απόλυτα αθόρυβο. Το τι πέρασα τότε είναι απερίγραπτο. Πίστευα με όλο μου το είναι πως ο σωτήρας μου ήταν ο Γκιλ».</p><br><p>Κατά τη διάρκεια της εξιστόρησης αυτής ο Αντόνιο κατά καιρούς έσφιγγε λίγο παραπάνω τα χέρια της Ινέζ.</p><br><p>«Συνέχισαν να παλεύουν για τουλάχιστον δέκα λεπτά», συνέχισε η κόρη. «Στο τέλος ο λύκος σωριάστηκε στο έδαφος νεκρός, πνιγμένος από τη σιδερένια λαβή του σωτήρα μου. Τότε με πλησίασε και προς μεγάλη μου έκπληξη είδα πως ήταν ο Χουάν ντε Αρπίντες---»</p><br><p>«---Ο Χουάν ντε Αρπίντες!» φώναξε γεμάτος έκπληξη ο Αντόνιο.</p><br><p>«Ναι αδερφέ μου, του χρωστάω τη ζωή μου. Μου ζήτησε να του επιτρέψω να με συνοδεύσει σπίτι και με έβαλε να του ορκιστώ πως δε θα πω σε κανέναν τίποτα για το τι είχε συμβεί. Μέχρι σήμερα λοιπόν, τον κράτησα τον όρκο μου».</p><br><p>«Και τον ξαναείδες από τότε;»</p><br><p>«Πολλές φορές αδερφέ μου. Γιατί από εκείνη τη στιγμή μού ήταν αδύνατο να μην τον αγαπήσω».</p><br><p>Με αυτά τα λόγια κοκκίνησε ολόκληρη και έκρυψε το πρόσωπό της στο στέρνο τού αδερφού της. Εκείνος συγκινήθηκε πολύ με αυτή την τόσο τρυφερή εμπιστοσύνη που του έδειξε η αδερφή του.</p><br><p>«Γνωρίζεις Ινέζ», είπε μετά από μια μικρή παύση, «γνωρίζεις αν σε αγαπάει κι αυτός;»</p><br><p>«Τα χείλη του ποτέ δε μου το έχουν πει, αλλά είναι ολοφάνερο στο βλέμμα του. Στεφάνια από λουλούδια με περιμένουν κάθε πρωί στο περβάζι μου και την παραμονή που θα έφευγε για να πάει να πολεμήσει για τη χώρα μας, αντί για το σύνηθισμένο στεφάνι βρήκα μόνο δυο λουλούδια. Ένα αμάραντο κι έναν πανσέ δεμένα μαζί».</p><br><p>«Η συμπεριφορά του είναι στ’ αλήθεια ευγενής», είπε ο νεαρός με σοβαρό ύφος. «Έλα λοιπόν αδερφή μου, σήκωσε αυτό το αγνό σαν πρώτα ανάστημά σου, έλα. Εγώ, ο αδερφός σου υπόσχομαι να σε υποστηρίξω και να σε προστατέψω από όλους κι από τα πάντα. Ακόμη κι αν ο πατέρας μας μέσα στο τυφλό του μίσος καταραστεί την αγάπη σας, ακόμη κι αν ο αδερφός μας κάνει το ίδιο, εγώ ο αδερφός σου που τώρα ξέρει τι έχει συμβεί δεν θα φοβηθώ να σε στηρίξω αδερφή μου. Σα μάθει ο πατέρας κι ο Γκιλ ό,τι ξέρω κι εγώ, είμαι σίγουρος πως θα σε ευλογήσουν ως την ειρηνοποιό ανάμεσα στις δυο οικογένειες. Θα σε ευλογήσουν Ινέζ, όπως σε ευλογώ κι εγώ τώρα».</p><br><p>Η Ινέζ ρίχτηκε στην αγκαλιά του αδερφού της που της γέμισε φιλιά το πρόσωπο.</p><br><p>«Τι καλά που έκανα και σ’ εμπιστεύτηκα αδερφέ μου!» είπε κλαίγοντας με δάκρυα χαράς.</p><br><p>«Ναι αδερφή μου, πολύ καλά έκανες. Δεν μπορώ να ξεχάσω πόσο αφοσιωμένη μου ήσουν όλα αυτά τα χρόνια και, αν και σε πολλά συμφωνώ με τον πατέρα μας και τον σέβομαι πολύ, η καρδιά μου λέει ότι σε αυτό το θέμα κάνει λάθος. Πήγαινε τώρα Ινέζ μου και να με περιμένεις να γυρίσω, ποιος ξέρει τι θα συμβεί;»</p><br><p>«Ας έχουμε πίστη στον Θεό αδερφέ μου».</p><br><p>«Ας γίνει, ας αφήσουμε τις τύχες μας στα χέρια του Θεού».</p><br><p>«Κι ας σε προσέχει στην άγια Του σοφία, αγαπημένε μου Αντόνιο».</p><br><p>Αγκαλιάστηκαν για άλλη μια φορά και ο νεαρός πήγε να κάνει όπως του είχε προστάξει ο πατέρας.</p><br><p>Η Μονομαχία</p><br><p>Δυτικά των λόφων, που σχηματίζεται μια κορυφογραμμή από τη Λεΐζα ως τις ακτές του ωκεανού, ένας έφιππος με πανοπλία από την κορυφή μέχρι τα νύχια πήγαινε καβάλα σε ένα ζωηρό άλογο. Από την κατάσταση της πανοπλίας του, το τσακισμένο του κράνος, το σκουριασμένο του θώρακα, τα ξεφτισμένα διάκοσμα στην κάπα του, θα έλεγε κανείς πως επέστρεφε από τρομερή μάχη. Πήγαινε μοναχός του, χωρίς υπηρέτη, χωρίς ασπίδα, σταματώντας που και που για να σιγουρευτεί ότι ήταν στο σωστό δρόμο. Με το χέρι του πάντα στη λαβή του σπαθιού του, γυρνούσε νευρικά να κοιτάξει προς την κατεύθυνση απ’ όπου ερχόταν ο παραμικρός ήχος και πάντα τράβαγε το τσεκούρι του όποτε βρισκόταν στο δρόμο του βοσκός ή οδοιπόρος. Άφησε στα δεξιά του την πόλη Γκοϊζουέτα και πήρε το μονοπάτι της Ουρουμέα προς το φρούριο Αρτικούζα, ένα ξακουστό οπλοστάσιο και εντυπωσιακό κτίσμα, καμάρι όλων όσων το είχαν και το διατηρούσαν. Δυστυχώς όμως, εκείνο τον καιρό τίποτα από αυτά δεν υπήρχε, η στενή πεδιάδα όπου κάποτε στεκόταν περήφανο το οπλοστάσιο ήταν πια από τα πιο άγρια μέρη όλης της περιοχής.</p><br><p>Όταν ο καβαλάρης έφτασε στην κορυφή ενός βουνού από αυτά που ήταν γύρω από την πεδιάδα, ο ήλιος φαινόταν πια σαν μια χρυσή γραμμή στον ορίζοντα με τη θάλασσα. Ο ιππότης κοντοστάθηκε για λίγο κι έπειτα κατηφόρισε προς τη σκοτεινή πλέον πεδιάδα. Φτάνοντας σε ένα βράχο ο οποίος περνούσε από τη μέση του ποταμιού που κατέληγε στην πεδιάδα, σταμάτησε, ξεπέζεψε και σωριάστηκε στο γρασίδι, αφήνοντας το άλογό του να βοσκήσει με την ησυχία του. Έμεινε εκεί λίγο κι όταν πια ξεκουράστηκε και πήγε να καβαλικέψει το άλογό του, εκείνο χλιμίντρισε δυνατά και στη συνέχεια ακούστηκε και απάντηση στο χλιμίντρισμα! Ο ιππότης καβάλησε αμέσως το άλογό του και πήρε στάση άμυνας, έτοιμος να ανταποκριθεί σε ενέδρα. Έστησε αυτί και όντως άκουσε οπλές στο έδαφος και μέταλλο από πανοπλία. Το σκοτάδι ήταν τόσο πυκνό όμως που, μόνο όταν οι δυο άντρες βρέθηκαν σε απόσταση αναπνοής μπόρεσαν να διακρίνουν ο ένας τον άλλο:</p><br><p>«Ποιος είναι εκεί;» ρώτησε ο πρώτος.</p><br><p>«Και ποιος είσαι εσύ που ρωτάς;», ρώτησε ο δεύτερος.</p><br><p>«Εγώ είμαι ιππότης» είπε ο πρώτος.</p><br><p>«Από το Γκουιπούζκο ή Ναβαρέζος;»</p><br><p>«Γκουιπούζκο», ήλθε η απάντηση.</p><br><p>«Ο Θεός μαζί σου, είμαστε φίλοι τότε».</p><br><p>Με αυτά τα λόγια πλησίασαν ακόμη περισσότερο και ρώτησαν: «Και προς τα που τραβάς;»</p><br><p>«Για το Οϋαρζούν».</p><br><p>«Από εκεί είσαι;»</p><br><p>«Από εκεί κοντά».</p><br><p>«Αν είναι έτσι τότε πρέπει να ξέρω και το όνομά σου, πώς σε λένε;»</p><br><p>«Χουάν ντε Αρπίντες».</p><br><p>«Κι εγώ είμαι ο Γκιλ ντε Ιτουριόζ», απάντησε ο δεύτερος.</p><br><p>Παύση. Ήταν πια ο ένας μπροστά στον άλλο, οι πρωτότοκοι δύο οικογενειών με ένα μίσος που κρατούσε πολλά χρόνια τώρα.</p><br><p>«Επιτέλους συναντιόμαστε σε ουδέτερο έδαφος», είπε ο Γκιλ στον ανταγωνιστή του. «Εδώ δεν μας δένει τα χέρια η αφοσίωση στην πατρίδα μα ούτε και μας αποτρέπει ο κοινός εχθρός από το να λύσουμε τις διαφορές μας μια και καλή».</p><br><p>«Σωστά μιλάς», αποκρίθηκε ο Αρπίντες θλιμμένα. «Δε βλέπω όμως το λόγο να τραβήξουμε τα σπαθιά μας, αφού εμείς μεταξύ μας δεν έχουμε καμία διαφωνία».</p><br><p>«Και γιατί όχι;» ρώτησε ο Γκιλ. «Ξεχνάς Χουάν ντε Αρπίντες πως ο πατέρας σου πρόσβαλλε τον δικό μου με το χειρότερο τρόπο ή μήπως νομίζεις πως οι απόγονοι δεν πρέπει να ζητούν εκδίκηση; Η πιο ευγενής κληρονομιά!»</p><br><p>«Άκουσέ με Γκιλ», παρακάλεσε ο Αρπίντες. «Δεν αρνούμαι ότι οι οικογένειές μας πάνε από προσβολή σε προσβολή από την ημέρα που ο πατέρας μου πισωγύρισε την υπόσχεση γάμου της αδερφής του πατέρα σου. Ξέρω όμως ότι πριν από αυτό τις οικογένειές μας τις έδενε μια γερή και μακροχρόνια φιλία. Πρέπει τώρα λοιπόν όλα τα καλά να διαγραφούν μόνο και μόνο με τη θύμηση της προσβολής ή χειρότερα εξαιτίας της ξεροκεφαλιάς των γονιών μας; Ας είμαστε συνετοί Γκιλ κι ας χτίσουμε πάλι την ειρήνη που οι μεγαλύτεροί μας γκρέμισαν. Ας βάλουμε στην άκρη τις διαφορές μας κι ας γίνουμε αδερφοί Γκιλ. Υπάρχουν μιλιούνια εχθροί να πολεμήσουμε για να σωθεί η χώρα, ας μην αποδυναμώσουμε τις δυνάμεις μας με εσωτερικές διαμάχες».</p><br><p>«Μα την πίστη μου, εσύ πρέπει να βγάλεις αμέσως την πανοπλία σου και να βάλεις ράσο», είπε ειρωνικά ο Γκιλ. «έτσι όπως μιλάς περισσότερο για παπάς μου κάνεις παρά για ιππότη με κότσια».</p><br><p>«Γκιλ! Δεν αξίζει να με προκαλείς έτσι. Γνωρίζεις πολύ καλά ότι δεν τα λέω όλα αυτά από φόβο να σε αντιμετωπίσω, αλλά από την επιθυμία μου εσύ κι εγώ να συνυπάρξουμε αρμονικά».</p><br><p>«Από μεριάς μου ούτε το επιθυμώ κι ούτε το περιφρονώ. Όταν γεννήθηκα, αυτές οι διαφωνίες ανάμεσα στους Αρπίντες και τους Ιτουριόζ υπήρχαν. Με αυτές μεγάλωσα, με αυτές και θα πεθάνω!»</p><br><p>«Πόσο λάθος κάνεις!» απάντησε ο Χουάν απογοητευμένος.</p><br><p>«Αυτό να μη σε απασχολεί εσένα», είπε απαξιωτικά ο Γκιλ. «Δεν σου πέφτει λόγος πώς σκέφτομαι εγώ και ούτε σου ζήτησα συμβουλή».</p><br><p>«Δεν σου προσέφερα συμβουλή. Κράτα το μίσος σου ζωντανό για όσο θες κι ας σε φωτίσει ο Θεός να είναι για λίγο. Αλλά ας χωρίσουμε σήμερα χωρίς να τραβήξουμε τα ξίφη μας από τις θήκες τους».</p><br><p>«Είσαι πολύ σοφός και διακριτικός Αρπίντες», είπε γελώντας ο Γκιλ. «Λες να μην είσαι μόνο διακριτικός μα και... δειλός;»</p><br><p>«Ούτε οκτώ μέρες δεν έχουν περάσει από τότε που είδες με τα μάτια σου ότι δεν είμαι», απάντησε με σφιγμένα από το θυμό δόντια.</p><br><p>«Αυτό είναι αλήθεια. Αλλά μη μου πεις τώρα ότι είναι το ίδιο να πολεμάς με κοινούς στρατιώτες και Γάλλους εισβολείς και να πολεμάς με το γιο του Πέδρο Ιτουριόζ».</p><br><p>«Δεν είναι αυτός ο λόγος που με αποτρέπει από το να πολεμήσω μαζί σου. Ξέρεις πολύ καλά πως δεν σε φοβάμαι».</p><br><p>«Τότε τι;»</p><br><p>«Φοβάμαι για το αποτέλεσμα αυτής της μονομαχίας. Ο Θεός να σε φυλάει Γκιλ, σου το δηλώνω οτι δεν θέλω να πολεμήσω μαζί σου».</p><br><p>Και λέγοντας αυτό, πίεσε τα πλευρά του αλόγου του και γύρισε να φύγει.</p><br><p>«Δεν θέλεις, ε;» φώναξε ο Ιτουριόζ με μανία. «Τότε θα σε υποχρεώσω εγώ!»</p><br><p>Και τρέχοντας προς το μέρος του Χουάν ντε Αρπιντές, του κατέβασε ένα πολύ δυνατό χτύπημα στο πρόσωπο με το ατσάλινο γάντι του.</p><br><p>Εκείνος σταμάτησε, κοίταξε τον Γκιλ στα μάτια, ξεπέζεψε και τράβηξε το σπαθί του. Ο Γκιλ ντε Ιτουριόζ έκανε το ίδιο κι ετοιμάστηκαν και οι δυο να μονομαχήσουν.</p><br><p>Δεν μπορούσε να υπάρχει χειρότερο σημείο για μονομαχία. Ίσιωμα δεν υπήρχε για πάνω από δυο συνεχόμενα μέτρα, σε τρεις πλευρές τους κόβανε το δρόμο πυκνά και μυτερά ρείκια και στην τέταρτη πλευρά γκρεμός. Η νύχτα ήταν σκοτεινή και έπεφτε ψιλόβροχο. Την πρώτη επίθεση την έκανε ο Γκιλ ντε Ιτουριόζ που κατέβασε το ξίφος του με δύναμη στον ώμο του Χουάν ντε Αρπίντες. Η μονομαχία είχε αρχίσει. Ο ήχος του μετάλλου που χτυπούσε στα βράχια και στο έδαφος αντιλαλούσε τριγύρω, αστραπές άστραφταν και φώτιζαν τις πανοπλίες των δυο μονομάχων και αποκάλυπταν την αποφασιστικότητα στα μάτια του Γκιλ ο οποίος επιθετικά πίεζε όλο και περισσότερο τον αντίπαλό του. Από την άλλη, στα μάτια του Χουάν υπήρχε μια βαθιά στενοχώρια και δεν έκανε καμία επίθεση, μόνο αμυνόταν. Και η μάχη συνεχίστηκε. Δεν ακουγόταν τίποτα άλλο παρά ο ήχος των μετάλλων, καμία φωνή, καμία λέξη δεν έσπασε αυτή την ησυχία. Αν περνούσε κανείς από κοντά χωρίς να βλέπει, θα μπορούσε να ορκιστεί ότι μονομαχούσαν πνεύματα του σκότους.</p><br><p>Ξάφνου, ακούστηκε σα να έπεσε κάτι πολύ βαρύ κι έπειτα ακούστηκε μια φωνή που είπε: «Σήκω όρθιος Γκιλ και ας τελειώσει εδώ αυτή η μονομαχία».</p><br><p>«Μα την πίστη μου όχι! Σκότωσέ με εδώ πεσμένος όπως είμαι».</p><br><p>«Δεν θα το κάνω αυτό. Ας σταματήσουμε εδώ κι ας πάρει ο καθένας το δρόμο του».</p><br><p>Και η ήχος των μετάλλων που χτυπούν το ένα το άλλο άρχισε ξανά, η μονομαχία συνεχίστηκε. Όχι για πολύ όμως αυτή τη φορά. Ακούστηκε ένας δυνατός γδούπος, έπειτα μια κραυγή πόνου και μετά ησυχία.</p><br><p>Ανάμεσα στις σκιές των δέντρων μπορούσε κανείς να διακρίνει μια σκοτεινή φιγούρα να κινείται γρήγορα και ακούστηκε ο ήχος αλόγου που έτρεχε όσο πιο γρήγορα μπορούσε.</p><br><p>Η Μαϊταγκάρι</p><br><p>Το σούρουπο της επόμενης μέρας βρήκε τον Χουάν ντε Αρπίντες να κάθεται στο πιο απομονωμένο και καλά κρυμμένο μέρος της πεδιάδας Αρτικούζα. Κοντά του, στη βάση ενός πελώριου βράχου έβοσκε το άλογό του. Πονούσε όλο του το κορμί και δεν μπορούσε καλά καλά να κουνηθεί. Άρχισε να φέρνει στο νου του τα γεγονότα της προηγούμενης μέρας και τη συνάντησή του με τον Γκιλ, τι είχαν πει, πώς πολεμήσανε και πώς έληξε η μάχη. Κοίταξε ψηλά το βράχο στου οποίου τη βάση είχε βρεθεί και συνειδητοποίησε πως στην κορυφή του έγινε η μονομαχία. Τότε τον κατέκλυσε ένα πανίσχυρο συναίσθημα κούρασης, εξάντλησης και πόνου, η πανοπλία του εξάλλου το έκανε πασιφανές. Είχε μώλωπες παντού, ο λαιμός του ήταν βαριά τραυματισμένος και κόντευε να λιποθυμήσει από την πείνα, είχε να φάει κοντά δυο μέρες. Ήταν μάλλον απίθανο να συναντήσει άλλον άνθρωπο εκεί που ήταν, τόσο μακριά από οποιοδήποτε οικισμό και μέσα σε τόσο πυκνή βλάστηση. Τα κλαδιά ήταν τόσο φορτωμένα με φύλλα και διακλαδίζονταν τόσο περίπλοκα που ίσα που περνούσε το φως του ήλιου. Μπορούσε να εκτιμήσει όμως τη φρεσκάδα που υπήρχε στην ατμόσφαιρα, μια φρεσκάδα που πήγαζε από τον ποταμό που κυλούσε εκεί κοντά. Τα δέντρα και όλα τα φυτά ήταν τόσο δροσερά και πράσινα, σίγουρα κάτω από άλλες συνθήκες μια βόλτα με φεγγαρόφωτο σ΄ εκείνα τα μέρη θα ήταν ιδανική μέσα σ΄ αυτή τη λαχταριστή ηρεμία. Οι λιμνούλες που σχηματίζονταν σε όλη την περιοχή είχαν στις όχθες τους κρινάκια κι αγριολούλουδα, θάμνους και περήφανο χορταράκι ακόμη και άγρια τριαντάφυλλα. Αν κανείς κοιταζόταν μέσα στα νερά αυτών των λιμνών νόμιζε ότι κοιταζόταν σε καθρέφτη που για κάδρο του είχε λουλούδια. Που και που ακουγόταν ο ήχος των φτερών αλκυονών να πεταρίζουν πάνω από τα νερά, ξεκινώντας τις πτήσεις τους. Τα αηδόνια τραγουδούσαν μελωδικά, τα περιστέρια κούρνιαζαν ευτυχισμένα στα κλαδιά και ένα-δυο ελάφια έπιναν νερό παρακάτω στο ρυάκι, τόσο ατάραχο μέρος ήταν αυτό.</p><br><p>Ο Χουάν ντε Αρπίντες κατάλαβε πως για άλλη μια φορά πλησίαζε η νύχτα και ήξερε ότι αν έμενε κι άλλη μια μέρα χωρίς τροφή δεν θα επιβίωνε. Κάλεσε το άλογό του, το οποίο ήρθε πρόθυμα και πιστά στο πλευρό του. Μετά από πολλές αποτυχημένες προσπάθειες να το καβαλήσει τελικά τα κατάφερε και με ένα τελευταίο σάλτο και βρυχηθμό πόνου ανέβηκε στη σέλα και ξαναπήρε τον δρόμο του. Σύντομα βρέθηκε στις όχθες μιας από τις πολλές λίμνες που υπήρχαν τριγύρω κοντά στη βάση του βράχου απ’ όπου είχε πέσει το προηγούμενο βράδυ. Στο κέντρο αυτής της λίμνης απλωνόταν μια λεπτή ομίχλη, αναρριχώμενα φυτά κρέμονταν από τον βράχο κι έπεφταν προς τη λίμνη σαν κουρτίνες και στις όχθες της φύτρωναν μακριά και κατακόκκινα βούρλα και μια κλαίουσα ιτιά που τη φυσούσε γλυκά το αεράκι. Ο καβαλάρης νόμισε για μια στιγμή πως είδε τα νερά να ταράσσονται. Έπειτα του φάνηκε πως τα αναρριχώμενα φυτά σα ν΄ άρχιζαν να χωρίζονται στη μέση και η κλαίουσα ιτιά σα ν΄ άρχιζε να κινεί από μόνη της τα κλαδιά της. Τότε άκουσε ξεκάθαρα μια γλυκιά μελωδία που φαινόταν να έρχεται ταυτόχρονα κι από μακριά αλλά κι από μέσα του και ξάφνου τα νερά της λίμνης χωρίστηκαν στα δυο. Μέσα από το στρώμα ομίχλης άρχισαν να ξεπροβάλλουν&nbsp;κοπέλες ασύγκριτης ομορφιάς. Στα μαλλιά τους φορούσαν στεφάνια από άγρια τριαντάφυλλα, στο κέντρο τους ένα αστέρι και τα σώματά τους τύλιγαν φορέματα από αραχνοΰφαντο λευκό.</p><br><p>Αιωρούμενες πάνω από το νερό έπιασαν η μια το χέρι της άλλης κι άρχισαν να τραγουδούν όλες μαζί ένα παράξενο σκοπό που αιχμαλώτισε εξολοκλήρου την προσοχή του καβαλάρη. Όλες τους ήταν χλωμές, τα μάτια τους μισόκλειστα με μακριές βλεφαρίδες και τα πλούσια μακριά τους μαλλιά έπεφταν ελεύθερα στους ώμους τους. Σιγά σιγά άρχισαν να πλησιάζουν τον ιππότη ο οποίος είχε τελείως βυθιστεί σε αυτό το αιθέριο όραμα και απλά κοιτούσε να τον περικυκλώνουν. Η μιά έπιασε τα γκέμια του αλόγου, που και αυτό φαινόταν μαγεμένο, η άλλη κράτησε καλά τη σέλα για να κατέβει ο αναβάτης και άλλες άρχισαν κομμάτι κομμάτι να του βγάζουν την πανοπλία. Κάποιες άλλες του πήραν τη βαριά του λόγχη και το τσεκούρι του και έτσι, αφοπλισμένος και μπερδεμένος βλέποντας τις κοπέλες να τον πλησιάζουν και να τον οδηγούν, αφέθηκε να τον πάνε κάτω από τα κλαδιά της κλαίουσας ιτιάς. Το δέντρο τότε απομάκρυνε τα κλαδιά του από το βράχο και αποκάλυψε την είσοδο μιας σπηλιάς, μιας σπηλιάς στρωμένης με ψιλή χρυσή άμμο, η σπηλιά-παλάτι της Μαϊταγκάρι των Πυρηναίων. Ακόμη και η πιο ποιητική Ανατολίτικη φαντασία δεν έφτανε σε λάμψη και εκθαμβωτική ομορφιά αυτό το μέρος που τώρα οι κοπέλες έσερναν τον ιππότη. Ο θολωτός τρούλος από πάνω του έλαμπε σα να ήταν από διαμάντι, οι σταλακτίτες που τον διακοσμούσαν έμοιαζαν με κρυστάλλινα ερπετά τυλιγμένα το ένα μέσα στο άλλο και όλα τυλιγμένα με λουλούδια, τόσο περίτεχνος ήταν. Φράχτες από κρινάκια, αμπέλια μπερδεμένα με κατακόκκινα άνθη δεντρολίβανου ήταν φυτεμένα εδώ κι εκεί και κάτω από ένα θόλο από κρυστάλλινο νερό βρισκόταν ο θρόνος-ανάκλιντρο από βρύα, απαλός σαν γούνα ερμίνας και βασιλικός όπως στα παλάτια των πιο πλούσιων ραγιάδων. Εκεί λοιπόν καθόταν η βασίλισσα αυτού του κόσμου. Μικρές κόκκινες παντοφλίτσες κάλυπταν τα πόδια της και χρυσοκέντητη γάζα κάλυπτε το πρόσωπό της. Όταν κατέφτασε ο ιππότης σε αυτό το καταφύγιο, εκείνη σηκώθηκε και έβγαλε το πέπλο της. Τα κατάμαυρα μάτια της κάρφωσαν τον Χουάν ντε Αρπίντες. Τα κοραλλένια της χείλη σχημάτισαν ένα χαμόγελο και με το αλαβάστρινο χέρι της έκανε νόημα στον ιππότη να πλησιάσει και να κάτσει δίπλα της. Ο Αρπίντες υπάκουσε και με μιας οι κοπέλες που τον συνόδευαν εξαφανίστηκαν.</p><br><p>«Χουάν ντε Αρπιντέ», είπε μελωδικά, «ήρθες εδώ σε ώρα απαγορευμένη. Μου τάραξες τον ύπνο και μου διέκοψες τις γιορτές, είσαι άξιος τιμωρίας».</p><br><p>«Κυρά μου!», απάντησε ο Αρπίντες μην μπορώντας ακόμα να πιστέψει την ομορφιά που θωρούσε μπροστά του, «Δεν ήξερα καν πως ήσουνα σε αυτά τα μέρη κι αν επιμένεις πως είμαι ένοχος γι αυτά που με κατηγορείς τότε πρέπει να ξέρεις πως φταίει το κακό το ριζικό μου».</p><br><p>«Γι αυτό κι εγώ σε συγχώρεσα», απάντησε η γητεύτρα, «αν δεν είχα επέμβει εγκαίρως τότε σίγουρα θα είχες πεθάνει».</p><br><p>«Μα πώς; Μήπως τότε ξέρεις---»</p><br><p>«---Ξέρω τα πάντα. Κρυμμένη στις σκιές είδα με τα μάτια μου τη χθεσινοβραδινή σας μονομαχία. Με συγκίνησε πολύ η στάση σου και στην κορύφωση της μάχης, αν δεν είχα προστάξει τα αόρατα χέρια να μπαίνουν μπροστά για να απαλύνουν τα χτυπήματα, το σώμα σου θα είχε γίνει χίλια κομμάτια».</p><br><p>«Και πώς να σε ευχαριστήσω Κυρά μου για αυτό το καλό;» φώναξε ο Αρπίντες σαστισμένος από την φωνή και την ομορφιά της Μαϊταγκάρι.</p><br><p>«Δεν μου χρωστάς τίποτα. Είναι απλό, σου έσωσα τη ζωή και τώρα αυτή η ζωή μου ανήκει».</p><br><p>«Κυρά!» είπε ο ιππότης καθώς τρόμος ζωγραφίστηκε στο πρόσωπό του.</p><br><p>«Μην διστάζεις καθόλου Χουάν. Μάλιστα, θα έπρεπε να με ευχαριστείς κι άλλο για αυτό το μεγαλύτερο αγαθό που σου δίνω, την αγάπη μου. Να με ευχαριστήσεις τόσο που να θυσιάσεις την αγάπη σου για την Ινέζ ντε Ιτουριόζ!»</p><br><p>Ο Χουάν ντε Αρπίντες έσκυψε το κεφάλι και δεν είπε κουβέντα. Η Μαϊταγκάρι έσπασε για ακόμη μια φορά τη σιωπή:</p><br><p>«Δεν απαντάς; Κι όμως πρέπει. Ένα πλάσμα σαν εσένα που έρχεται στο δικό μου κόσμο δεν μπορεί να φύγει ποτέ!» και με αυτό και μπροστά στα κατάπληκτα μάτια του ιππότη, το πνεύμα μεταμορφώθηκε μέχρι και την τελευταία λεπτομέρεια στην Ινέζ ντε Ιτουριόζ.</p><br><p>Ο Χουάν ντε Αρπίντες νόμισε πως ονειρευόταν. Δεν πονούσε πια, δεν αισθανόταν πείνα μόνο τρεφόταν από τα μάτια της Μαϊταγκάρι.</p><br><p>«Άκουσέ με», είπε εκείνη πλησιάζοντάς τον, «Θα είσαι ο πιο ευτυχισμένος από τους θνητούς. Θέλεις δόξα; Δεν έχεις παρά να το πεις και το στέμμα του κατακτητή θα βρεθεί μονομιάς στο κεφάλι σου. Θέλεις πλούτο; Δεν έχεις παρά να το ζητήσεις και όλα τα παλάτια του κόσμου θα είναι δικά σου, όλοι οι στρατοί έτοιμοι να πεθάνουν για εσένα, τα πιο ακριβά ρούχα θα σε ντύνουν κάθε μέρα και θα έχεις υπηρέτες πάντα στο πλευρό σου. Θέλεις αγάπη; Θα έχεις τη δική μου αιώνια, μια αγάπη που δεν συγκρίνεται με καμία άλλη».</p><br><p>«Ω Ινέζ, Ινέζ!» είπε μισο-αφηρημένος ο ιππότης.</p><br><p>Η Κυρά πήρε το χέρι του Χουάν στο δικό της και του φίλησε το μέτωπο. Αλλά τα χέρια της ήταν τόσο παγωμένα και το φιλί της δεν είχε καμια ζεστασιά.</p><br><p>Ένα συναίσθημα τρόμου και ταυτόχρονα ευχαρίστησης τον κυρίεψαν. Μπορούσε κι αισθανόταν την επιρροή που είχε η μαγεία γύρω του, τον ηρεμούσε, τον νανούριζε. Άρχισε να αισθάνεται πολύ κουρασμένος και σύντομα ένα πέπλο σηκώθηκε στα μάτια του. Ο βαθύς λήθαργος του έκλεισε τα μάτια τελείως και έπεσε απότομα στο ανάκλιντρο από βρύα, ο ύπνος τον είχε κατακτήσει.</p><br><p>Η Μαϊταγκάρι φώναξε τις κοπέλες της κι αυτές σκόρπισαν αρώματα στο κρεββάτι που κοιμόταν ο Χουάν. Δρόσισαν τον αέρα κουνώντας υφάσματα με κάθε τους κίνηση και στα χείλη του στάξανε κάποιες σταγόνες πορφυρού υγρού.</p><br><p>Το μυστηριώδες φως που μέχρι τότε φώτιζε εκθαμβωτικά τον χώρο άρχισε να χαμηλώνει. Η νεράιδα κοίταξε το πρόσωπο του κοιμισμένου ιππότη και την κυρίεψε ένα αίσθημα βαθιάς θλίψης. Το ίδιο και τις κοπέλες. Οι αέρινες μορφές τους άρχισαν να γίνονται όλο και πιο διαφανείς, περικυκλώθηκαν από ομίχλη και σύντομα εξαφανίστηκαν τελείως βυθίζοντας το χώρο στο απόλυτο σκοτάδι. Ο ήχος από περιπλανώμενους στρατιώτες και τα πρωινά τραγούδια των σπίνων αντηχούσαν στο δάσος. Οι ροδοκόκκινες ακτίνες του ήλιου απλώνονταν στα ύψη του βουνού Άυα.</p><br><p>Όταν ξύπνησε ο Χουάν ντε Αρπίντες, βρισκόταν ακόμη στο μαγεμένο δωμάτιο και για μαξιλάρι του είχε τα γόνατα της Μαϊταγκάρι. Εκείνη τον κοίταζε σα να ήθελε να πάρει το πρώτο βλέμμα του ξυπνήματος. Στο κέντρο του δωματίου βρισκόταν ένα μεγάλο τραπέζι γεμάτο λαχταριστά φαγητά.</p><br><p>Ο Οδοιπόρος</p><br><p>Ο Αντόνιο κατέφτασε στο στρατόπεδο. Κάποιοι στρατιώτες του είπαν πως ο Χουάν ντε Αρπίντες&nbsp;είχε εξαφανιστεί και πως ο αδερφός του Γκιλ ντε Ιτουριόζ, μόλις είδε τον Γαλλο-Ναβαρέζο στρατό να κατηφορίζει νομίζοντας πως δεν είχε γίνει αντιληπτός, είχε φύγει για το σπίτι του. Τα υπόλοιπα στρατεύματα επίσης έπαιρναν το δρόμο του γυρισμού. Όταν ο νεαρός γύρισε σπίτι, πίστευε ότι μέχρι τότε θα υπήρχαν νέα για τον αγαπημένο της αδερφής του και ήταν αποφασισμένος να υποστηρίξει την αγάπη της αδερφής του. Προς μεγάλη του έκπληξη όμως βρήκε μόνο τον Γκιλ, ο οποίος είχε πει σε όλους ότι ο Χουάν είχε πεθάνει στον πόλεμο.</p><br><p>Τα νέα αυτά που τόσο εύκολα ξεστομίστηκαν, λάβωσαν θανάσιμα την καρδιά της Ινέζ. Μια βαθιά θλίψη φώλιασε στην ψυχή της και ένας επίμονος πυρετός άρχισε να την ταλαιπωρεί. Μέρες ολόκληρες καθόταν στις ρίζες του δέντρου όπου είχε δει για πρώτη φορά τον αγαπημένο της και τα βράδια ξετρύπωνε από το σπίτι και γυρνούσε άσκοπα σε δάση και λαγκάδια. Το πρόσωπό της χλώμιασε, το φως των ματιών της σκοτείνιασε, η γεμάτη της φιγούρα σκελετώθηκε και από μια πανέμορφη κοπέλα έγινε μια σκιά που να τη φυσούσε κανείς θα διαλυόταν στον αέρα. Οι τρυφερές κουβέντες του πατέρα της και η διαρκής φροντίδα της μητέρας και της αδερφής της λίγα μπόρεσαν να κάνουν για να κλείσουν την πληγή στην καρδιά της που μάτωνε συνεχώς. Άκουγε υπομονετικά τον πατέρα της και του απαντούσε μόνο με ένα θλιμμένο χαμόγελο. Στις φροντίδες της μητέρας της με ποτάμι από δάκρυα.</p><br><p>Έτσι πέρασαν πολλοί μήνες μέχρι που ήρθε το φθινόπωρο. Τα φύλλα, σαν αποδημητικά πουλιά που φεύγουν για μακρινούς τόπους, σηκωνόντουσαν από το έδαφος και πετούσαν με τους βορειοδυτικούς ανέμους. Ο ουρανός είχε αρχίσει να καλύπτεται από τις πρώτες ομίχλες του χειμώνα, οι μέρες έγιναν αισθητά πιο μικρές και οι νύχτες διαρκούσαν περισσότερο. Η ασθένεια της Ινέζ συνεχιζόταν αμείλικτη ακόμα κι αν τα νυχτοπερπατήματά της είχαν σταματήσει.</p><br><p>Μια νύχτα όλη η οικογένεια ήταν μαζεμένη γύρω από τη φωτιά. Ο πατέρας, με το κεφάλι του ξεσκέπαστο ευλογούσε το φτωχικό τους γεύμα, ο Γκιλ ντε Ιτουριόζ καθόταν σε μια μεριά. Η Καταλίνα τύλιγε λινάρι, κοιτώντας πότε-πότε προς το μέρος της Ινέζ. Εκείνη ήταν καθιστή με μαξιλάρες για υποστήριξη, τα μάτια της μισόκλειστα, τα πλέον σχεδόν διαφανή της χέρια σταυρωμένα, μουρμουρίζοντας κάτι ακαταλαβίστικο και χαμογελώντας μελαγχολικά, ένα χαμόγελο που έφερνε δάκρυα σε όποιον το έβλεπε. Η Ντομίνικα έκλαιγε πνιχτά, κρύβοντας το πρόσωπό της στα χέρια της. Ο Αντόνιο χάρασσε με περίτεχνα σχέδια μια μαγκούρα για την ετοιμοθάνατη αδερφή του, κρατώντας το μαχαίρι με περισσή δύναμη, τόση που είχαν ασπρίσει τα κότσια του χεριού του. Η σιωπή ήταν πηχτή στο σπίτι των Ιτουριόζ. Έξω η θύελλα μαίνονταν, ώσπου χτύπησε η πόρτα.</p><br><p>«Πήγαινε να δεις ποιος είναι Αντόνιο», είπε η κεφαλή της οικογένειας.</p><br><p>«Ένας φτωχός ξένος που χάθηκε και ζητά καταφύγιο», είπε η φωνή πίσω από την πόρτα.</p><br><p>«Ο Θεός να φυλάει τους ταξιδευτές!» είπε ο Πέδρο Ιτουριόζ . «Κόπασε όποιος κι αν είσαι, οι πόρτες των Βάσκων είναι πάντα ανοιχτές για τους περιπλανώμενους».</p><br><p>Ο ξένος μπήκε στο σπίτι. Οι δυο νεαροί σηκώθηκαν και ο Αντόνιο τον πλησίασε να τον βοηθήσει. Η Καταλίνα άφησε το λινάρι της και τοποθέτησε ακόμη ένα πιάτο στο τραπέζι. Ο αφέντης έκανε νόημα στον ξένο να έρθει κοντά στη φωτιά, σε μια θέση που κανονικά είναι για τους γηραιότερους και σεβασμιότερους της οικογένειας και που δίνεται σε φιλοξενούμενους, όταν χρειαστεί.</p><br><p>Ο ξένος ήταν ντυμένος σαν προσκυνητής. Φαινόταν να είναι γύρω στα 50. Είχε πυκνό και λευκό μούσι, το δέρμα του ήταν σκούρο και τα μαλλιά του κατσαρά. Είχε μια αλλόκοτη έκφραση στο πρόσωπό του. Παρόλο που το σώμα του ήταν γεροδεμένο και στιβαρό, φαινόταν κουρασμένος, καταβεβλημένος. Η χοντρή του κάπα ήταν σκισμένη και ξεφτισμένη, στο κεφάλι φορούσε ένα καπέλο από τσόχα και στεκόταν με τη βοήθεια μιας μαγκούρας.</p><br><p>Ο προσκυνητής έκατσε στη θέση που του προσφέρθηκε και δείπνησε μαζί με την οικογένεια.</p><br><p>Σαν τελείωσε το γεύμα, ο Πέδρο Ιτουριόζ ζήτησε από τον ξένο να πει μια προσευχή για την οικογένεια, κάτι που ο ξένος έκανε με τρεμάμενη φωνή. Δεν είχε τελειώσει καλά καλά την προσευχή του και ένας βαθύτατος αναστεναγμός ακούστηκε από πίσω του. Όλοι γύρισαν να δουν. Η Ινέζ είχε σηκωθεί και ήταν τρομοκρατημένη. Τα μάτια της ήταν θαμπά και ορθάνοιχτα. Από τα χλωμά και ξεραμένα χείλη της βγήκαν κάποιοι ακατανόητοι ήχοι και τα χέρια της, τεντωμένα στα πλευρά της σα να θέλανε να φτάσουν κάτι αόρατο. Προς έκπληξη όλων, έμεινε έτσι για κάμποσα λεπτά, ύστερα έκανε μια ελαφριά κίνηση με το κεφάλι της και σωριάστηκε καθιστή, στην θέση που ήταν πριν.</p><br><p>«Ινέζ», είπε γλυκά η Ντομίνικα, «χρειάζεσαι κάτι;»</p><br><p>«Τίποτα αδερφή μου, δεν θέλω τίποτα. Είδα ένα ευχάριστο όνειρο που ποτέ δε θα πραγματοποιηθεί».</p><br><p>Και η νεαρή γυναίκα επέστρεψε στη νοσηρή της κατάσταση.</p><br><p>«Κόρη μου καημένη!» είπε χαμηλόφωνα η Καταλίνα.</p><br><p>«Αποχαιρέτησέ με μητέρα», αποκρίθηκε κοιτώντας την θλιμμένα η Ινέζ. «Η ζωή μου φεύγει σιγά σιγά και σύντομα θα βρεθώ στο πλευρό του καλού μου».</p><br><p>Η Καταλίνα πήρε τα χέρια της κόρης της στα δικά της κι άρχισε να τα φιλά με λυγμούς.</p><br><p>«Είναι άρρωστη η κόρη σου;» ρώτησε ο προσκυνητής τον Πέδρο.</p><br><p>«Η οργή του Θεού έχει πέσει σε αυτό το σπίτι», απάντησε εκείνος. «Ας τον δοξάσουμε κι ας υποκύψουμε στη θέλησή Του».</p><br><p>Η θεϊκή παραίτηση του πατέρα κλόνισε ολοφάνερα τον προσκυνητή που τα μάτια του γέμισαν δάκρυα.</p><br><p>«Και τι φταίει για την αρρώστια της;» ρώτησε ο προσκυνητής.</p><br><p>«Λένε ότι πεθαίνει από αγάπη».</p><br><p>«Κακόμοιρο παιδί!»</p><br><p>«Καλά το λες, κακόμοιρο παιδί», απάντησε ο γέρος άνδρας, «πριν από αυτό ήταν η χαρά μου, το καμάρι των γηρατειών μου!»</p><br><p>«Τη λησμόνησε ο αγαπημένος της λοιπόν;»</p><br><p>«Όχι, ο αγαπημένος της ήταν ένας γείτονάς μας, ένας αξιότιμος κι ευγενικός νέος».</p><br><p>«Και τι απέγινε;»</p><br><p>«Πέθανε», αποκρίθηκε ο αφέντης, σκύβοντας το κεφάλι. «Πέθανε πάνω που θα βάζαμε τέλος στις αντιζηλίες που χώριζαν τόσα χρόνια τις οικογένειές μας, πάνω που θα του αναγνώριζα τον τρόπο που είχε φερθεί στη θυγατέρα μου και θα τους έδινα την ευχή μου. Αλίμονο! Το μίσος είναι ένα καταραμένο πάθος! Το κουβαλούσα τόσο καιρό στην ψυχή μου που ο Θεός με τιμώρησε. Ευλογημένη η Θεία δίκη, μας διάλεξε να γίνουμε παράδειγμα στους άλλους».</p><br><p>«Μπορείς να μου πεις πώς πέθανε;» επέμεινε ο προσκυνητής.</p><br><p>«Πέθανε όπως θα ήθελα να πεθάνουν και τα δικά μου αγόρια, στο πεδίο της μάχης».</p><br><p>Ο προσκυνητής γύρισε αργά το κεφάλι και κοίταξε τον Γκιλ, που ήταν ολιγόλογος και ανήσυχος, ούτε που τόλμαγε να κοιτάξει την αδερφή του.</p><br><p>«Είπες πέθανε στο πεδίο μάχης;» ξαναρώτησε ύστερα από μερικές στιγμές σιωπής.</p><br><p>«Ναι, έτσι έγινε», είπε ο Πέδρο.</p><br><p>«Πολεμώντας τους εχθρούς του;»</p><br><p>«Ναι, πολεμώντας τους εχθρούς της χώρας του».</p><br><p>Για άλλη μια φορά ο προσκυνητής κοίταξε κατά τη μεριά του Γκιλ ντε Ιτουριόζ.</p><br><p>Ο Αντόνιο είχε πλησιάσει τον πατέρα του και άκουγε πολύ προσεκτικά το διάλογο ανάμεσα σε αυτόν και τον ξένο.</p><br><p>«Ποιος σου το είπε αυτό;» ξαναρώτησε ο προσκυνητής.</p><br><p>«Ο γιος μου, που τον είδε να πεθαίνει!»</p><br><p>«Ποιος από τους δυο, ο νεαρός που μας ακούει που μιλάμε ή ο Γκιλ που φαίνεται πολύ αφηρημένος;»</p><br><p>«Ο Γκιλ!» απάντησε ο γέρος άνδρας, έκπληκτος από την αδιάκριτη περιέργεια του επισκέπτη και αναρωτώμενος πώς ο ξένος ήξερε το όνομα του γιου του.</p><br><p>«Ο Γκιλ Ιτουριόζ αυτή τη φορά σας είπε ψέματα!» είπε με σθεναρή φωνή ο προσκυνητής.</p><br><p>«Ο Γκιλ Ιτουριόζ δεν λέει ποτέ ψέματα!» διαμαρτυρήθηκε ο πρωτότοκος της οικογένειας πηδώντας από τη θέση του και κουνώντας τη γροθιά του στον ξένο.</p><br><p>«Χτύπα ιππότη! Χτύπα με στο πρόσωπο, σε αυτό το ζαρωμένο πρόσωπο! Θα το κάνεις για δεύτερη φορά!» είπε ο προσκυνητής κάνοντας μια υπόκλιση.</p><br><p>Η γροθιά του νεαρού άδειασε στο πλάι του και, λουσμένος από αυτή την ευαγγελική ταπεινότητα, έκρυψε το πρόσωπό του στις χούφτες του.</p><br><p>«Ιππότη!» μάλωσε τον Γκιλ ο προσκυνητής, «σε κατηγορώ μπροστά στους γονείς σου για δολοφονία».</p><br><p>Μια ανατριχίλα διαπέρασε όσους παρευρίσκονταν και η Ινέζ ανασηκώθηκε και έβαλε όλη της την προσοχή στη σκηνή αυτή.</p><br><p>«Κακούργε λες ψέματα», είπε ο Γκιλ κλαίγοντας, «να ευχαριστείς την τύχη σου που είσαι κάτω από τη στέγη μας. Και να ευχαριστείς τα περασμένα σου χρόνια που δεν σηκώνω το ξίφος μου να στο περάσω στην καρδιά».</p><br><p>«Από πότε ξέχασαν οι γιοι μου», διέκοψε ο Πέδρο Ιτουριόζ, «το χρέος που μας προστάζουν οι άγραφοι νόμοι της φιλοξενίας; Γκιλ, κάτσε κάτω, σε κατηγορήσανε για φόνο. Σινιόρ», πρόσθεσε απευθυνόμενος προς τον προσκυνητή, «ξεστομίσατε πολύ βαριά κατηγορία, μπορείτε να το αποδείξετε;»</p><br><p>«Αυτή τη στιγμή αν το επιθυμείτε», απάντησε αμέσως ο ξένος.</p><br><p>«Αρχίστε λοιπόν πάραυτα», είπε ο αφέντης παίρνοντας ύφος και κορμοστασιά δικαστή που δεν επηρεάζεται από συγγένειες και δωροδοκίες.</p><br><p>«Απευθύνομαι σε σένα Γκιλ ντε Ιτουριόζ, ιππότη από το Γκουιπούζκο. Ποιον συνάντησες πριν από τέσσερις μήνες στην κοιλάδα του Αρτικούζα;» ρώτησε με στόμφο ο προσκυνητής.</p><br><p>Ο Γκιλ ξεροκατάπιε και κατατρομαγμένος κοίταξε τον ξένο.</p><br><p>«Τι είπατε με τον Χουάν ντε Αρπίντες; Μήπως δεν σου μίλησε για ειρήνη μεταξύ σας;»</p><br><p>«Ναι», απάντησε χαμηλόφωνα ο κατηγορούμενος.</p><br><p>«Μήπως δεν σου προσέφερε την ειλικρινή φιλία του;»</p><br><p>«Ακριβώς».</p><br><p>«Κι εσύ αντί να τη δεχτείς, τον πρόσβαλες, δεν είναι έτσι;»</p><br><p>«Αλήθεια είναι», αποκρίθηκε ο Γκιλ μουδιασμένα.</p><br><p>«Και σα να μην έφτανε αυτό, για να προστεθεί στην προσβολή, δεν είναι αλήθεια πως τον χτύπησες στο πρόσωπο με το ατσάλινο γάντι σου;»</p><br><p>Ο νεαρός έμεινε σιωπηλός.</p><br><p>«Απάντησέ μου Γκιλ ντε Τουριόζ», γρύλλισε ο προσκυνητής. «Όταν σήκωσες το όπλο σου κι επιτέθηκες, εσύ δεν ήσουν ο μόνος που κινήθηκες εχθρικά;&nbsp;Εκείνος δεν αμυνόταν μόνο, μπλοκάροντας τα χτυπήματά σου και απωθώντας σε χωρίς να σου κάνει ούτε γρατζουνιά;»</p><br><p>Ο Γκιλ και σε αυτή την ερώτηση παρέμεινε σιωπηλός. Ο πατέρας κοιτούσε το παιδί του όλο οργή. Ο Αντόνιο έτρεμε από την αγανάκτηση. Και οι γυναίκες είχαν μείνει άναυδες από την έκπληξη.</p><br><p>«Και τώρα απευθύνομαι σε εσένα αφέντη», συνέχισε ο ξένος. «Ο γιος σου παραπάτησε και έπεσε στο έδαφος και ενώ ο δίκαια προσβεβλημένος Χουάν ντε Αρπίντες μπορούσε να τον είχε σκοτώσει εκείνη τη στιγμή, αντιθέτως του έδωσε το χέρι και τον βοήθησε να σηκωθεί. Ξαναπρότεινε στον Γκιλ να κάνουνε ειρήνη μεταξύ τους κι αυτός του κατέβασε το όπλο του τραυματίζοντάς τον στο λαιμό και τον πέταξε στον γκρεμό. Πώς θα τον αντιμετωπίζεις από δω και μπρος;»</p><br><p>«Γκιλ!», φώναξε ο γέρος άνδρας απλώνοντας το δάκτυλό του προς την είσοδο του σπιτιού, «Φύγε από το σπίτι μου! Δεν είσαι πια γιος μου».</p><br><p>Ακούγοντας την κατάρα του πατέρα στον πρωτότοκο γιο του και φορτισμένη από της αποκαλύψεις του επισκέπτη, η Ινέζ έβγαλε μια κραυγή και λιποθύμησε. Η Καταλίνα και η Ντομίνικα είχαν μείνει ακόμη σαν στήλες άλατος.</p><br><p>Ο Γκιλ, υπάκουα έκανε να φύγει από το πατρικό του, όπως του είχε προστάξει ο πατέρας του, αλλά ο προσκυνητής τον τράβηξε κοντά του:</p><br><p>«Κοίτα την αδερφή σου πώς αργοσβήνει! Μετανόησε και ίσως να μπορέσεις ακόμη να διορθώσεις το κακό που έκανες!»</p><br><p>Ο προσκυνητής τότε πλησίασε την Ινέζ που, χάρη στις φροντίδες της μητέρας της είχε αρχίσει να συνέρχεται και της έπιασε το χέρι. Έπειτα γύρισε προς την οικογένεια και είπε: «Αν ζούσε σήμερα ο Χουάν ντε Αρπίντες, θα του δίνατε την ευχή σας να παντρευτεί την Ινέζ;»</p><br><p>Ο Αντόνιο πλησίασε γοργά τον ξένο και του έβγαλε το καπέλο. Μαζί με αυτό έπεσε και η γενειάδα και μπροστά τους στάθηκε αναγνωρίσιμος πια ο αγαπημένος της Ινέζ. Μια ανάσα έκπληξης και χαράς αντήχησε στο σπίτι των Ιτουριόζ. Η Ινέζ κοίταξε τον καλό της. Με ευλάβεια έβαλε τα χέρια της πάνω στα μάτια του και χωρίς να ακουστεί είπε μια προσευχή. Όταν τέλειωσε, τηρώντας την ίδια σιωπή, τύλιξε τα χέρια της γύρω του και τα μάτια της γέμισαν δάκρυα χαράς.</p><br><p>Αυτή η σιωπή ήταν στ’ αλήθεια μεγαλειώδης.</p><br><p><br></p><p>Ο Γκιλ έχασε εντελώς το χρώμα του, νόμισε πως αυτό που έβλεπε μπροστά του ήταν από τον άλλο κόσμο. Συνειδητοποιώντας την ατιμία του, δειλά πλησίασε τον Χουάν και με τρομερά φορτισμένη φωνή του είπε: «Αδερφέ μου, υπερασπίσου με κι εμένα στα μάτια του πατέρα μου».</p><br><p><br></p><br><p><br></p><p>Στο ξεκίνημα του επόμενου μήνα η Ινέζ ντε Τουριόζ παντρεύτηκε τον πρωτότοκο της οικογένειας Αρπίντες μέσα σε γιορτές και πανηγύρια.</p><br><p>ΕΠΙΛΟΓΟΣ</p><br><p>Δύο μέρες μετά το γάμο, γύρω στα μεσάνυχτα, ακούστηκαν πολλοί αναστεναγμοί στην κοιλάδα της Αρτικούζα. Κάτω από το φως του φεγγαριού, δίπλα στο ρυάκι μια ταλαιπωρημένη και κατακαημένη υπέργηρη γυναίκα ήταν περικυκλωμένη από σκιές. Σκιές και φαντάσματα που τη βασάνιζαν ανελέητα, ασταμάτητα με τη Μαϊταγκάρι των Πυρηναίων να παρακολουθεί. Το πρόσωπό της ήταν όλο οργή, τα μάτια της φλέγονταν, από το στόμα της έβγαιναν κολασμένες κραυγές. Δεν ήταν η απερίγραπτη ομορφιά που είχε μαγέψει τον Χουάν ντε Αρπίντες, είχε μια άλλη ομορφιά τώρα, αυτή του αγγέλου που κατεβαίνει να μάθει τι γίνεται χαμηλά στον κόσμο.</p><br><p>«Καταραμένη γυναίκα!» φώναξε, ανακρίνοντας τη γριά, «γι αυτό τα ήθελες τα φίλτρα, ε; Γι αυτό μου ζήτησες το χέρι το παιδικό; Αλίμονο σ’ εμένα που εμπιστεύτηκα τα δικά σου τα μαντζούνια κι όχι τη δύναμη τη δική μου!»</p><br><p>«Έλεος!» στρίγγλισε η μάγισσα του Ζαλντίν, αυτή ήταν η γριά γυναίκα που βασανιζόταν.</p><br><p>«Ναι, έλεος, αλήθεια», αποκρίθηκε η άλλη, «όταν το μόνο που θέλω είναι να σε διαμελίσω και να σκορπίσω τα κομμάτια σου στις τέσσερις γωνιές της γης! Θα σβήσεις, δίγλωσση οχιά, όπως έζησες!» και η μάγισσα του Ζαλντίν μην μπορώντας να αντέξει άλλη βαναυσότητα, ξεψύχησε. Το σώμα της έγινε κάρβουνο και ένας γιγάντιος αητός κατέβηκε από τον ουρανό και τη μάζεψε μέσα στα δυνατά του νύχια.</p><br><p>Η Μαϊταγκάρι μαζί με την άυλη συνοδεία της κατευθύνθηκε προς τη σπηλιά της απ’ όπου και δεν βγήκε για πολύ καιρό. Βγήκε άλλη μία φορά μόνο κάτω από τους ήχους του χτισίματος του φρουρίου της Αρτικούζα, με τα πελώρια σφυριά και τις φλόγες των καμινιών και τις σπίθες που έκαιγαν το χώμα και το τσουρουφλούσαν. Έφυγε λοιπόν από εκεί η Μαϊταγκάρι και πήγε πιο μακριά, τώρα μένει στην οροσειρά Αχουνιεμέντι.</p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></itunes:summary>
		</item>
		<item>
			<title>Ο Γιος του Ψαρά</title>
			<itunes:title>Ο Γιος του Ψαρά</itunes:title>
			<pubDate>Mon, 01 Mar 2021 08:15:41 GMT</pubDate>
			<itunes:duration>24:37</itunes:duration>
			<enclosure url="https://sphinx.acast.com/p/open/s/6013ebce985ab977d52addcc/e/60382801b397ee1e7e4228a9/media.mp3" length="23167312" type="audio/mpeg"/>
			<guid isPermaLink="false">60382801b397ee1e7e4228a9</guid>
			<itunes:explicit>false</itunes:explicit>
			<link>https://www.karakaxa.org/%CE%B5%CF%80%CE%B5%CE%B9%CF%83%CF%8C%CE%B4%CE%B9%CE%B1</link>
			<acast:episodeId>60382801b397ee1e7e4228a9</acast:episodeId>
			<acast:showId>6013ebce985ab977d52addcc</acast:showId>
			<acast:episodeUrl>mitos10</acast:episodeUrl>
			<acast:settings><![CDATA[FYjHyZbXWHZ7gmX8Pp1rmbKbhgrQiwYShz70Q9/ffXZMTtedvdcRQbP4eiLMjXzCKLPjEYLpGj+NMVKa+5C8pL4u/EOj1Vw4h5MMJYp0lCcFAe0fnxBJy/1ju4Qxy1fh8gO4DvlGA40yms2g0/hOkcrfHIopjTygHFqGwwOPKFIai4SuTvs86Lx3UYCyl6Zs+WO4fC9bB8/2bSJALEZpunHdJA38/ZCmkJMYOTmjFjpR5is/5joGtitjG8FWfEVGrJKbpj/DouB6nlOfkxLQM1Aj2Uoy9akJH19dixI1xlHJIB+Lw/aptt2QyjCk1z8z]]></acast:settings>
			<itunes:subtitle>Μίτος</itunes:subtitle>
			<itunes:episodeType>full</itunes:episodeType>
			<itunes:episode>10</itunes:episode>
			<itunes:image href="https://assets.pippa.io/shows/6013ebce985ab977d52addcc/1614292939631-a4d6d2c6b9d5404c8df16e987bccca01.jpeg"/>
			<description><![CDATA[<p>Από τη Σλοβενία, να σου πάλι το πράσινο πλάσμα που ζητά τον πρωτότοκο. Αλλά ο γιος του ψαρά είναι πολύ ικανός και φροντίζει για την ευτυχία του.</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Δεν περιέχει ευαίσθητο υλικό</p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>Ηχητικά εφέ: freesound.org</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ</p><br><p>Ο Γιος Του Ψαρά</p><br><p>Μια φορά κι έναν καιρό, στις όχθες του Δούναβη, ζούσε ένας άρχοντας που είχε στη δούλεψή του έναν ψαρά, να του πιάνει ποταμίσια ψάρια. Ετοίμαζε ένα μεγάλο τραπέζι και ζήτησε από τον ψαρά να του πιάσει τριακόσια κιλά ψάρια σε τρεις ημέρες. </p><br><p>Την πρώτη μέρα, ο ψαράς σηκώθηκε νωρίς να πάει για ψάρεμα. Μα δεν μπόρεσε να πιάσει ούτε ένα ψάρι. Τη δεύτερη μέρα, πάλι σηκώθηκε νωρίς για την ψαριά του. Όλη μέρα έριχνε τα δίχτυα του, αλλά πάλι δεν έπιασε ούτε ένα. Ξημέρωσε και η τρίτη μέρα. Ο ψαράς πάλευε όλο το πρωί μέχρι και το μεσημέρι, αλλά πάλι ούτε λέπι. Το απόγευμα, απογοητευμένος και βαρύς, βάλθηκε να κάνει κουπί για το σπίτι του, χαμένος στις σκέψεις του. Αντίθετα στο ρεύμα, τον πλησίασε μια ριγωτή βάρκα. Στη βάρκα καθόταν ένας κύριος ντυμένος στα πράσινα. Ρώτησε τον ψαρά: «Γιατί, καλέ μου άνθρωπε, έχεις τέτοιο ύφος;» και ο ψαράς του απάντησε: «Πώς θες να είμαι, ο άρχοντας μου ζήτησε να του πιάσω τριακόσια κιλά ψάρια σε τρεις μέρες. Σήμερα είναι η τελευταία μέρα και δεν έχω πιάσει ούτε ένα ψαράκι!». Ο κύριος χαμογέλασε και του είπε: «Αν μου τάξεις αυτό που δεν ξέρεις ακόμη ότι κατέχεις, σου υπόσχομαι ότι σήμερα θα πιάσεις όσα ψάρια χρειάζεσαι». Ο ψαράς σκέφτηκε, ότι αυτό που δεν ξέρει ακόμη ότι έχει δεν θα του λείψει κιόλας,ενώ ο κύριος στη βάρκα πρόσθεσε: «Και θα περιμένω είκοσι χρόνια. Σε είκοσι χρόνια θα τηρήσεις τη συμφωνία». Ο ψαράς συμφώνησε αμέσως. Τα δίχτυα του από κει κι έπειτα όλο γέμιζαν ψάρια, όσες φορές να τά ‘ριχνε και να τα μάζευε, ήταν γεμάτα ψάρια. Ο παράξενος κύριος της βάρκας τότε του πρότεινε: «Στείλε γρήγορα να έρθει άμαξα με τέσσερα άλογα!». Ήρθε η άμαξα με τα τέσσερα άλογα, τη γέμισαν με τη μια ψαριά, μετά με την άλλη, μέχρι που δεν χώραγε άλλα ψάρια κι ο ψαράς κίνησε για να γυρίσει στο αρχοντικό. Πριν προλάβει να φύγει ο ψαράς, τον τράβηξε κοντά ο κύριος με τα πράσινα και τον ρώτησε: «Ξέρεις τι μου έταξες ψαρά;» και ο ψαράς του απάντησε: «Δεν ξέρω αφέντη μου, παρά μόνο ότι σου έταξα αυτό που δεν γνωρίζω ακόμη ότι έχω, ό,τι και να είναι αυτό». Ο κύριος τότε χαμογέλασε σαρδόνια και είπε στον ψαρά: «Αυτό που δεν ξέρεις, είναι πως η γυναίκα σου θα γεννήσει έναν γιο και αυτόν ακριβώς το γιο μου έταξες. Μόλις περάσουν είκοσι χρόνια, φέρ’ τον μου εδώ». Χωρίς άλλη κουβέντα, ο ψαράς οδήγησε την άμαξα με τα άλογα πίσω στο σπίτι. Από τη μια ήταν χαρούμενος αλλά από την άλλη όχι και τόσο. Φέρνοντας τα ψάρια μπροστά στον άρχοντα, εκείνος του φώναξε: «Μα πόσο αδαής είσαι; Εμένα μου είπαν ότι δυο μέρες δεν είχες πιάσει τίποτα και τώρα μου φέρνεις τόσα ψάρια, να μην ξέρω πού να τα βάλω;». Ο ψαράς ζήτησε συγγνώμη από τον άρχοντα και του εξιστόρησε τι είχε συμβεί: «Ας με συγχωρήσει ο Θεός για την κακή μου αυτή πράξη, που του έταξα τον γιο μου», είπε με σκυμμένο κεφάλι. Ο άρχοντας τότε του είπε καλοσυνάτα: «Έλα τώρα ψαρά, μην σκας, είκοσι χρόνια είναι πολύς καιρός, ποιος ξέρει τι μπορεί να έχει συμβεί μέχρι τότε».</p><br><p>Και πέρασε ο καιρός. Η γυναίκα του ψαρά γέννησε ένα αγοράκι. Μεγάλωσε κι έγινε όμορφος και δυνατός. Όταν έφτασε στην κατάλληλη ηλικία τον έστειλαν και στο σχολείο όπου τα πήγαινε τόσο καλά, ώστε στα δεκαέξι του μόλις χρόνια του πρότειναν να χειροτονηθεί ιερέας. Μα οι γονείς του είπαν: «Όχι ιερέας, αυτό είναι αδύνατο, είναι δοσμένος αλλού. Καλύτερα να συνεχίσει άλλα τέσσερα χρόνια στο μαύρο σχολείο». </p><br><p>Μόλις τελείωσε και τις σπουδές του στο μαύρο σχολείο, ξαναγύρισε στις όχθες του Δούναβη, με όλο του το μέλλον μπροστά. Είπε τότε στον πατέρα του:</p><p>- Πατέρα, ήρθε η ώρα να με πας.</p><p>- Να σε πάω πού γιε μου;</p><p>- Εκεί που με έταξες.</p><p>- Ποιος σε έταξε για πού και σε ποιον;</p><p>- Πώς; Ξέχασες σε ποιον με έταξες είκοσι χρόνια πριν; Έλα, ήρθε η ώρα να πάμε στα νερά, που πριν τόσα χρόνια είχες πιάσει όλα αυτά τα ψάρια.</p><p>Ο ψαράς τότε έπεσε σε βαθιά στενοχώρια. Βλέποντάς το αυτό ο γιος του, του είπε: «Μην φοβάσαι πατέρα. Μόνο πάρε γρήγορα ένα πανωφόρι και ακολούθησέ με. Πρέπει όμως να κάνεις ό,τι σου πω και να είσαι σίγουρος, ούτε εσύ ούτε εγώ θα πάθουμε τίποτα». Στον δρόμο καθώς πήγαιναν, είπε στον πατέρα του: «Σαν θα φτάσουμε στην όχθη, η ριγωτή βάρκα θα έρθει ανάποδα στο ρεύμα, όπως και τόσα χρόνια πριν. Μέσα της θα βρίσκεται αυτός στον οποίο με έταξες. Θα φέρει τη βάρκα του στα ρηχά για να με πάρει μαζί του και όταν θα έχω βάλει το ένα μου πόδι στη βάρκα και το άλλο θα βρίσκεται στη στεριά εσύ τότε πρέπει να πεις – ‘Γιε μου, σε παραδίδω στον Πατέρα, τον Υιό και το Άγιο Πνεύμα. Να είναι και οι τρεις πάντα μαζί σου’. Μόλις το πεις αυτό, τότε κι εγώ θα πηδήξω στη βάρκα». </p><br><p>Όλα συνέβησαν ακριβώς όπως τα είχε πει ο νεαρός. Η ριγωτή βάρκα έφτασε κόντρα στο ρεύμα και μέσα της καθόταν ο κύριος ντυμένος στα πράσινα. Σαν έφερε τη βάρκα στα ρηχά, ο νεαρός έβαλε το ένα του πόδι στη βάρκα και κράτησε το άλλο στη στεριά. Τότε ο ψαράς τον παράδωσε στον Πατέρα, τον Υιό και το Άγιο Πνεύμα και ο γιος του μπήκε ολοκληρωτικά στη βάρκα και ο κύριος στα πράσινα την έσπρωξε να απομακρυνθεί από την όχθη. Τότε ξάφνου βυθίστηκαν, η βάρκα με τον παράξενο κύριο και τον γιο του ψαρά. Πανικοβλημένος ο ψαράς αναφώνησε: «Χριστέ και Παναγία μου! Ο γιος μου πήγε στην κόλαση!» και γύρισε σπίτι του, με πολύ βαριά βήματα και έναν πόνο στην ψυχή.</p><br><p>Ο γιος του πέρασε μέσα από το νερό μέχρι την πόλη Περντονκόρτεν, μια πόλη μαγεμένη. Περπατούσε και περπατούσε γύρω στην πόλη αλλά δεν είδε ποτέ κανέναν. Άρχισε να πεινάει, αλλά δεν βρήκε πουθενά τίποτα να φάει. Σκέφτηκε, ότι ίσως θα μπορούσε να πάει να πιάσει ψάρια. Πήγε μέχρι το νερό και όντως έπιασε κάμποσα, τα καθάρισε, τα μαγείρεψε και χόρτασε. Στη συνέχεια, έκατσε κάτω από τη σκιά ενός δέντρου, όπου κι αποκοιμήθηκε. Στον ύπνο του είδε, πως του προτάξανε να πάει να περάσει τη νύχτα σε ένα αρχοντικό κάστρο, να κάτσει στο κεντρικό τραπέζι, να ανάψει δυο κεριά, ένα αριστερά κι ένα δεξιά του και να περιμένει. Έτσι έκανε και στον ξύπνιο του την επόμενη μέρα. Περίμενε, ώσπου το ρολόι σήμανε μεσάνυχτα και η κεντρική πόρτα της σάλας άνοιξε διάπλατα. Ένα θεόρατο φίδι γλίστρησε μέσα στην αίθουσα. Σύρθηκε, μέχρι που σταμάτησε αντίκρυ στο γιο του ψαρά και του είπε: «Φίλησέ με». Εκείνος το καταράστηκε και του είπε: «Φύγε από μπροστά μου, Σατανά! Δεν έχεις καμία δύναμη πάνω μου!». Το φίδι γλίστρησε όπως ήρθε και βγήκε από την αίθουσα. </p><br><p>Και ήρθε η αυγή. Ο νεαρός περπάτησε και ξαναπερπάτησε γύρω στην πόλη. Κάποια στιγμή είδε τρεις άμαξες, έτοιμες με τα άλογα σελωμένα, αλλά πουθενά κανείς. Το απόγευμα, ξαναπήγε στο νερό να πιάσει κανένα ψάρι. Σαν έφαγε και χόρτασε, πήγε κι έκατσε στον ίσκιο κι αποκοιμήθηκε. Στο όνειρό του είδε τι θα είχε συμβεί, αν είχε φιλήσει το φίδι. Ξύπνησε και σκέφτηκε: “Απόψε το βράδυ θα πάω πίσω στη σάλα και αυτή τη φορά θα το φιλήσω, αν ξαναέρθει”. Πήγε λοιπόν στο κάστρο, έκατσε στο τραπέζι και άναψε τα δυο κεριά. Σαν το ρολόι σήμανε μεσάνυχτα, η πόρτα άνοιξε διάπλατα και μέσα στο δωμάτιο γλίστρησε ένα πολύ μεγαλύτερο φίδι, με δυο κεφάλια. Σταμάτησε ακριβώς μπροστά του και τον παρακάλεσε: “Φίλησε με”. Φόβος κατέκλυσε τον γιο του ψαρά με την ασκήμια που έβλεπε μπροστά του και για άλλη μια φορά το καταράστηκε: “ Φύγε από μπροστά μου, Σατανά! Δεν έχεις καμία δύναμη πάνω μου!” και το φίδι έφυγε.</p><br><p>Το επόμενο πρωί με την αυγή, ο νέος σηκώθηκε, τράβηξε κατά το νερό, έπιασε ψάρια και έφαγε μέχρι που χόρτασε. Αποκοιμισμένος κάτω από τον ίσκιο ενός δέντρου, ονειρεύτηκε: “Κι όμως, θα είχες πράξει σωστά αν είχες φιλήσει το φίδι”. Ξύπνησε μεμιάς και σκέφτηκε πως αυτό το βράδυ θα φιλούσε σίγουρα το φίδι, όσο απαίσιο και να ήταν. Με το σούρουπο, πήγε στο κάστρο, στη σάλα, έκατσε στο τραπέζι με τα κεριά και περίμενε να σημάνει μεσάνυχτα. Η πόρτα άνοιξε και ένα φίδι με τρία κεφάλια και πολύ μεγαλύτερο από το τελευταίο σύρθηκε και στάθηκε μπροστά του: “Φίλησε με”, του είπε εκλιπαρώντας. Εκείνος έκλεισε τα μάτια και το φίλησε. Μονομιάς το φίδι μεταμορφώθηκε σε μια σωστή καλλονή, ήταν η μαγεμένη κόρη του άρχοντα του κάστρου. Μετά το φιλί, όλο το κάστρο και όλη η πόλη ξανάνιωσε, είχαν λυθεί τα μάγια! Τρέχοντας κατέφτασαν στη σάλα οι γονείς της κοπέλας και καλωσόρισαν τον νέο με μεγάλη τους χαρά. Ο πατέρας του είπε: “Φίλε, σου παραδίδω τα πλούτη και την κόρη μου, αν τη θέλεις” και ο γιος του ψαρά απάντησε: “Ας περιμένουμε λίγο να γνωριστούμε με τη δεσποσύνη και βλέπουμε”. Ετοιμάστηκε ένα πλουσιοπάροχο δείπνο προς τιμήν του νεαρού και μετά από αυτό, ο νεαρός και η κόρη έκατσαν και συζήτησαν μέχρι αργά. Το πρωί, σηκώθηκαν και πήγαν περίπατο στην πόλη. Όπου και να πήγαιναν, ο κόσμος έβγαινε από τα σπίτια του και τον ευχαριστούσε που τους είχε σώσει. </p><br><p>Ο γιος του ψαρά ήταν πράγματι ικανοποιημένος. Μόνο ένα πράγμα τον στενοχωρούσε: “Κοιτά τι πλουσιοπάροχα που ζω και με τι καλή τύχη, και ο δόλιος πατέρας μου νομίζει ότι με έχει καταπιεί για πάντα η άβυσσος. Αν μπορούσα να ξαναπάω στον πατέρα μου στις όχθες του Δούναβη και να του πω ότι είμαι καλά, τότε μόνο θα ήμουν στ’ αλήθεια ευτυχισμένος”. Τότε τον πλησίασε η κόρη του άρχοντα του κάστρου: </p><p>Έχω κάτι να σε βοηθήσει να γυρίσεις πίσω στον πατέρα σου, αλλά πρέπει να υποσχεθείς ότι θα επιστρέψεις.</p><p>Το ξέρεις κυρά μου πως θα επιστρέψω. Ό,τι χρειάζομαι για μια ευτυχισμένη ζωή το έχω εδώ, της απάντησε.</p><p>Συμφώνησαν πως, αν δεν γυρνούσε αμέσως πίσω, η κόρη θα τον περίμενε για επτά χρόνια. Έδωσε στον νέο ένα δαχτυλίδι και του είπε: “Ορίστε αυτό το δαχτυλίδι. Αν κοιτάξεις μέσα του και σκεφτείς τον πατέρα σου στις όχθες του Δούναβη, τότε θα βρεθείς δίπλα του στη στιγμή. Σαν θελήσεις να γυρίσει κοντά μου, θα κοιτάξεις μέσα στο δαχτυλίδι, θα με σκεφτείς και θα είσαι αμέσως δίπλα μου. Μόνο πρόσεχε, να μην το δει κανένας άλλος και να μην το χάσεις, γιατί, αν το χάσεις, μπορεί και να μην ξαναγυρίσεις ποτέ”. Ο νέος πήρε το δαχτυλίδι και το κοίταξε καλά, σκέφτηκε πόσο πολύ ήθελε να δει τον πατέρα του και τον Δούναβη και μεμιάς βρέθηκε δίπλα στον γερο-πατέρα του.</p><br><p>Ο πατέρας και η μητέρα του νεαρού χάρηκαν πάρα πολύ, που ο γιος τους ήταν σώος και αβλαβής και που είχε γυρίσει κοντά τους. Του έκαναν ατέλειωτες ερωτήσεις. Εκείνος τους αφηγήθηκε πώς έπεσε στο νερό και βρέθηκε στην μαγεμένη πολιτεία και τι συνέβη μετά. Οι δικοί του ενθουσιάστηκαν με την καλή τύχη του γιου τους. Ειδικά η μητέρα του, σχεδόν χόρευε από τη χαρά της! Στη συνέχεια, ο πατέρας έφερε τον γιο του μπροστά στον άρχοντα για τον οποίο ακόμη πήγαινε και ψάρευε. Κι εκεί όλοι καταχάρηκαν σαν τον είδαν. Ειδικά ο άρχοντας, που είχε δυο κόρες, σαν τον είδε του είπε: “Μείνε μαζί μας παλικάρι μου. Θα σου δώσω ένα κομμάτι της περιουσίας μου και μια κόρη μου για γυναίκα, όποια σου αρέσει”. Ο γιος του ψαρά τότε σκέφτηκε: “Με περιμένει ολόκληρο βασίλειο και μια καλλονή καλύτερη από αυτές. Αλλά τι μπορεί να βλάψει να μείνω μια-δυο μέρες ακόμα; εφτά χρόνια δεν περνάνε και τόσο γρήγορα…”.</p><br><p>Μια μέρα λοιπόν, ο νέος είχε βγει για περίπατο με τις δυο κόρες του άρχοντα και ο ανόητος τους έδειξε το δαχτυλίδι και τους εξήγησε πού το βρήκε και τι έκανε. Αυτές αμέσως σκέφτηκαν: “Τι καλά! Αν του το πάρουμε, τότε σίγουρα θα θέλει να μείνει μαζί μας για πάντα!”. Περπάτησαν λίγο ακόμα και μια από τις κόρες είπε: “Ας πάμε να ξαποστάσουμε εκεί, στη σκιά” και πήγαν οι τρεις τους και έκατσαν στο γρασίδι κάτω από ένα δέντρο. Δεν είχαν κάτσει και πολύ, μέχρι που μια από τις κόρες είπε:</p><p>Αχ! Κοίτα! Τι είναι αυτό στα μαλλιά σου;</p><p>Δε νομίζω ότι έχω κάτι…</p><p>Έχεις, έχεις, άσε με να δω.</p><p>Και έτσι όπως τάχα μου η κόρη άρχισε να του ψαχουλεύει το κεφάλι και να του χαϊδεύει απαλά τα μαλλιά, ο νεαρός αποκοιμήθηκε. Η άλλη η κόρη, σαν το είδε αυτό, έβαλε το χέρι στην τσέπη του και του πήρε το δαχτυλίδι. Μετά από λίγο, σαν ξύπνησε ο νέος, σηκώθηκαν και συνέχισαν τη βόλτα τους. Περπάτησαν και περπάτησαν και όταν ο γιος του ψαρά έβαλε το χέρι του στην τσέπη, το δαχτυλίδι δεν ήταν πουθενά: “Το δαχτυλίδι μου! Το έχασα! Τι θα κάνω τώρα;” Και τα κορίτσια του είπαν: “Ας γυρίσουμε πίσω εκεί που κάτσαμε για λίγο να το ψάξουμε, μπορεί και να το βρούμε”. Γύρισαν, μα όσο διεξοδικά και να έψαξαν, το δαχτυλίδι δεν το βρήκαν, αφού ήταν στην τσέπη μιας από τις κόρες του άρχοντα.</p><br><p>Μετά από αυτό το γεγονός, ο νέος έμεινε σε αυτό το σπίτι άλλα πέντε χρόνια. Σαν τελείωσε και ο πέμπτος χρόνος, ο γιος του ψαρά σκέφτηκε: “Αυτό δεν μπορεί να συνεχιστεί. Αν μείνω κι άλλο δεν θα γυρίσω ποτέ στην Περντονκόρτεν. Πρέπει να φύγω αμέσως κι ελπίζω να μου πάρει μόνο δύο χρόνια να φτάσω εκεί”. </p><br><p>Στο μακρύ του ταξίδι, κάποια στιγμή τον βρήκε το σκοτάδι. Περνούσε μέσα από πυκνή βλάστηση και δεν υπήρχε ψυχή τριγύρω. Μακριά όμως, σε έναν λόφο είδε ένα φως: “Εκεί πρέπει να φτάσω, θα υπάρχουν άνθρωποι εκεί”, σκέφτηκε. Μετά από προσπάθεια, έφτασε στο φως και στο σπίτι βρήκε μόνη της μια γυναίκα.Την ρώτησε αν θα μπορούσε να μείνει εκεί το βράδυ. Εκείνη του απάντησε: “Εγώ ευχαρίστως θα σε φιλοξενούσα, αλλά βλέπεις, μένω με τα τρία μου αδέρφια και είναι τρομεροί κλέφτες. Δεν θα σου το συνιστούσα να μείνεις εδώ, γιατί αν γυρίσουν και σε βρουν, τότε σίγουρα θα σε σκοτώσουν”. Ο νέος, όλο αυτοπεποίθηση, της είπε: “Μη σκοτίζεσαι για αυτό. Μόνο φέρε μου ένα καραφάκι κρασί και θα κάτσω σε αυτό το τραπέζι να τους περιμένω”. Είχε νυχτώσει για τα καλά όταν επέστρεψαν οι τρεις κλέφτες και βρήκαν τον νεαρό να έχει στρογγυλοκάτσει στο τραπέζι τους και να πίνει ανέμελα το κρασί τους. Θυμωμένοι, τον ρώτησαν:</p><p>Ποιος είσαι εσύ;</p><p>Δεν ξέρω ποιος είμαι. Μόνο πως είμαι ένας φτωχός νέος που τριγυρνάει άσκοπα στον κόσμο.</p><p>Ναι, μα από που κρατάει η σκούφια σου;</p><p>Ούτε αυτό το ξέρω. Γυρίζω από μέρος σε μέρος και πουθενά δεν είναι το σπίτι μου.</p><p>Βρε, πώς σε λένε; Πώς γράφεις το όνομα σου;</p><p>Μα ο νεαρός είχε φοιτήσει στο μαύρο σχολείο και ήξερε και τα ονόματα των τριών κλεφτών, μα και ότι είχαν χάσει τον έναν τους αδερφό. Έτσι, το μόνο που τους απάντησε ήταν το επίθετο τους και το όνομα του νεκρού τους αδελφού. Κι εκείνοι με ανοικτό το στόμα του είπαν:</p><p>Είσαι στ’ αλήθεια ο αδερφός μας, που χάσαμε πριν από τόσο καιρό;</p><p>Μα δεν βλέπετε ότι είμαι;</p><p>Και είσαι πρόθυμος να λάβεις κι εσύ μέρος στις δουλειές μας;</p><p>Αν η δουλειά σας είναι τίμια και μπορεί κανείς να βγάλει τα προς το ζην, δεν βλέπω γιατί όχι.</p><p>Από την τέχνη μας βγάζουμε το ψωμάκι μας εύκολα. Στο σπίτι δεν κάνουμε τίποτα, αλλά πάντα έχουμε άφθονο φαγητό και ποτό.</p><p>Και πόσα βγάλατε σήμερα δηλαδή;</p><p>Α, σήμερα βγάλαμε περισσότερα απ’ όσα έχουμε βγάλει ποτέ. Έχουμε αυτά τα παπούτσια, που όποιος τα φορέσει, διανύει διακόσια μίλα σε μισή ώρα. έχουμε αυτόν τον μανδύα, που σαν τον φορέσει κανείς γίνεται αόρατος. Έχουμε και αυτό το καπέλο. σαν το βάλει κάποιος στο κεφάλι του, ακόμα και τα πιο θεόρατα εμπόδια χάνονται από μπροστά του.</p><p>Μα, είναι αλήθεια όλα αυτά;</p><p>Βεβαίως και είναι.</p><p>Για να δούμε αν μου πάνε όλα αυτά τα ρούχα, τότε!</p><p>Και ο νεαρός φόρεσε τα παπούτσια, τον μανδύα και το καπέλο και έκανε ένα βήμα πίσω: “Μα τώρα στ’ αλήθεια δεν με βλέπετε;” ρώτησε και τα αδέρφια του είπαν: “Κανείς δεν μπορεί να σε δει”. Ο γιος του ψαρά τότε έκανε ένα άλμα, που σείστηκε το έδαφος! Τα αδέρφια προσπάθησαν να τον πιάσουν, αλλά έτσι αόρατος που ήταν, ο νεαρός τους ξέφυγε για τα καλά.</p><br><p>Πέταξε λοιπόν εκεί που ανατέλλει ο ήλιος, σκεπτόμενος: “Ο ήλιος δίνει το φως του σε όλον τον κόσμο. Σίγουρα αυτός θα ξέρει που είναι η Περντονκόρτεν”. Σαν έφτασε στο σπίτι του ήλιου, ρώτησε τον υπηρέτη του: “Είναι εδώ ο αφέντης ήλιος;” και ο υπηρέτης του απάντησε: “Απουσιάζει, έχει βγει να δώσει το φως του στη γη, θα επιστρέψει το σούρουπο. Πρέπει να τον περιμένετε, αν θέλετε να του μιλήσετε. Πρέπει επίσης να ξέρετε, πως σαν γυρίσει, θα φέρει μαζί του και τόση ζέστη που, αν δεν κρυφτείτε εγκαίρως, σίγουρα θα καείτε σαν το γουρούνι στη σούβλα”. Ο ταξιδιώτης σκέφτηκε για λίγο και είπε: “Θα πάω να μπω κάτω απ’ το χώμα. Σαν έρθει ο κύριος σου, έλα να με φωνάξεις”. Και με αυτό, πήγε και έσκαψε βαθιά και κρύφτηκε. Το σούρουπο, ο ήλιος επέστρεψε στο σπίτι του και ο υπηρέτης πήγε να φωνάξει τον επισκέπτη. Ο νεαρός βγήκε από την κρυψώνα του και πήγε να συναντήσει τον ήλιο:</p><p>Τι θες από εμένα ταξιδιώτη; τον ρώτησε ο ήλιος.</p><p>Αφέντη μου, εσύ που φωτίζεις μέρη μακρινά, σίγουρα θα ξέρεις πού είναι η Περντονκόρτεν. Αυτήν ψάχνω.</p><p>Δεν ξέρω πού είναι αυτή η πόλη. Πρέπει να είναι κρυμμένη μέσα σε χαράδρες και σπηλιές, εκεί που δεν πάω ποτέ. Η σελήνη όμως φωτίζει ακόμα και τα πιο σκοτεινά μέρη. Να πας να ρωτήσεις εκεί.</p><br><p>Και ο νεαρός πήγε. Με έναν πήδο, έφτασε αμέσως στο σπίτι της σελήνης, απ ‘όπου βγαίνει κάθε βράδυ. Αλλά ούτε αυτή βρισκόταν σπίτι. Ρώτησε την υπηρέτρια του: </p><p>Πού βρίσκεται η κυρά σου και δεν είναι σπίτι;</p><p>Πήγε να φωτίσει τη γη, αποκρίθηκε η υπηρέτρια.</p><p>Θα την περιμένω τότε.</p><p>Α, αυτό είναι επικίνδυνο, είπε ανήσυχα η υπηρέτρια. Σαν έρχεται πίσω από τη νυχτερινή της πτήση, φέρνει μαζί της τέτοιο ψύχος, που θα γίνετε παγοκολώνα στη στιγμή.</p><p>Τότε θα κρυφτώ στη στάχτη. Όταν η κυρά σου γυρίσει, έλα να με φωνάξεις.</p><p>Λίγο πριν την αυγή επέστρεψε και η σελήνη. Η υπηρέτρια, μόλις η κυρά της ήταν έτοιμη, πήγε στον επισκέπτη και τον ειδοποίησε για τον ερχομό της. Ο νεαρός τότε παρουσιάστηκε μπροστά της:</p><p>Τι θες από μένα νεαρέ; τον ρώτησε.</p><p>Τίποτα το δύσκολο για εσάς κυρά μου. Εσείς που ρίχνετε το φως σας και στα πιο σκοτεινά σημεία, σίγουρα θα ξέρετε πού είναι η πόλη Περντονκόρτεν. Αυτήν ψάχνω.</p><p>Δεν ξέρω πού είναι αυτή η πόλη. Πρέπει να βρίσκεται ανάμεσα σε βουνά που δεν επισκέπτομαι ποτέ. αν θες να τη βρεις, να πας εκεί όπου σηκώνεται ο άνεμος. Αυτός πετάει πάνω και μέσα σε αβύσσους, σίγουρα θα ξέρει να σου πει.</p><br><p>Και πάλι με ένα σάλτο, ο γιος του ψαρά είχε ήδη φτάσει στο σπίτι του ανέμου. Για καλή του τύχη, μόλις είχε γυρίσει. Τον ρώτησε:</p><p>Αφέντη μου, Άνεμε, μήπως ξέρεις τον δρόμο για την πόλη Περντονκόρτεν;</p><p>Μα φυσικά και ξέρω τον δρόμο. Θα είμαι εκεί μάλιστα αύριο κατά τις τρεις, η πριγκίπισσα παντρεύεται βλέπεις, και με φώναξαν&nbsp;να τους δροσίσω την ημέρα, να μην είναι πολύ ζεστά. Αλλά, εγώ περνάω από αβύσσους και βράχια και γρεμνά, δε νομίζω να μπορείς να με ακολουθήσεις.</p><p>Αφέντη μου, μη σε νοιάζει εσένα αυτό, κανένας βράχος δεν μπορεί να μου σταθεί εμπόδιο. Με αυτό το μαγικό καπέλο, όλα τα εμπόδια μπροστά μου ισοπεδώνονται.</p><p>Ας πάμε αύριο στην ώρα μας λοιπόν, είπε ευχάριστα ο άνεμος.</p><br><p>Λίγο πριν τις τρεις την επόμενη ημέρα ξεκίνησαν για την πόλη. Εκεί που πήγαιναν, μπροστά τους βρέθηκε ένας πελώριος βράχος, ο άνεμος χώθηκε σε μια τόση δα τρύπα και βγήκε από την άλλη. Ο γιος του ψαρά τότε, πέταξε το καπέλο του πάνω στον βράχο και μεμιάς αυτός άνοιξε στα δύο. Έτσι συνέχισαν, μπρος ο άνεμος και πίσω ο νεαρός.</p><br><p>Έφτασαν στην Περντονκόρτεν αρκετά νωρίς και ο άνεμος άφησε τον γιο, για να πάει να αρχίσει να φυσάει να δροσίσει την ημέρα. Ο γιος του ψαρά μπήκε στη εκκλησία και κάθησε να περιμένει την έναρξη του γάμου. Θα ‘ταν δε θα ‘ταν έντεκα, άρχισαν να καταφτάνουν οι πρώτοι καλεσμένοι, γύρω στους πενήντα, όλοι τους αξιοζήλευτα καλοντυμένοι. Άρχισε τότε ο ιερέας να ψέλνει τη Θεία Λειτουργία και μόλις τελείωσε, σειρά είχε η γαμήλια τελετή. Ο νεαρός φορούσε τον μανδύα και ήταν αόρατος, έτσι πλησίασε τον ιερέα και με μια κίνηση του έριξε όλα τα βιβλία κάτω. Ο ιερέας είπε τότε ταραγμένος: “Κάποιος από τους δυο σας πρέπει να έχει διαπράξει μεγάλη αμαρτία, δεν είστε άξιοι να ευλογηθείτε σε αυτό το μυστήριο”. Τότε η νύφη άρχισε να εξηγεί πως πριν πολύ καιρό, τους είχε σώσει κάποιος και πως αυτή είχε δώσει τον λόγο της να τον περιμένει να γυρίσει για επτά χρόνια: “Και πόσος καιρός έχει περάσει από τότε;” Η κοπέλα χαμήλωσε το βλέμμα και είπε:</p><p>Πεντέμισι χρόνια…</p><p>Τότε θα πρέπει να περιμένετε άλλον ενάμιση χρόνο κι αν ακόμη δεν έχει επιστρέψει ο νεαρός, τότε μόνο θα μπορέσετε να παντρευτείτε. Μα για πες μου, εσύ στ’ αλήθεια ποιον θες, αυτόν ή τον άλλον;</p><p>Για να είμαι ειλικρινής, τον άλλον, αλλά ξέρω ότι δεν πρόκειται να γυρίσει ποτέ.</p><br><p>Ο νεαρός ακούγοντας αυτά τα λόγια, χάρηκε ιδιαίτερα. Ακολούθησε την πομπή που βγήκε από την εκκλησία, πάντα με τον μανδύα του, πάντα αόρατος. Ο πατέρας της νύφης ντράπηκε να στείλει όλους τους καλεσμένους στα σπίτια τους έτσι, γι’ αυτό τους κέρασε όλους κρασί. Καθώς έπιναν και συζητούσαν, ο νεαρός κινούνταν ανάμεσά τους, χωρίς κανείς να καταλάβει τίποτα. Σαν οι καλεσμένοι γύρισαν όλοι σπίτια τους και στο παλάτι είχαν μείνει πια μόνο η οικογένεια του αφέντη και το προσωπικό, ο γιος του ψαρά έβγαλε τον μανδύα του και τον κρέμασε σε καλόγερο. ένας ένας όσοι τον συνάντησαν, τον αναγνώρισαν και μόλις τον αντίκρυσε και η κόρη του κάστρου έτρεξε και τον αγκάλιασε όλο αγάπη: “Και να σκεφτεί κανείς πως παραλίγο να παντρευτώ κάποιον άλλον σήμερα. ο Θεός με φύλαξε!”.</p><br><p>Έγιναν λοιπόν καινούριες ετοιμασίες για τον γάμο. Πήγαν στην εκκλησία, όπου έγινε μια όμορφη τελετή. Γύρισαν στο κάστρο και έστρωσαν γλέντι τρικούβερτο. Υπήρχε φαΐ, υπήρχε κρασί και σαν να μην έφτανε αυτό, έδωσαν και σε μένα. Μου έβαλαν και ήπια κρασί σε σουρωτήρι. Μου έβαλαν ψωμί σε ποτήρι κι άλλο ψωμί σε φτυάρι. Αυτά είδα κι εγώ και έφυγα από κει.</p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></description>
			<itunes:summary><![CDATA[<p>Από τη Σλοβενία, να σου πάλι το πράσινο πλάσμα που ζητά τον πρωτότοκο. Αλλά ο γιος του ψαρά είναι πολύ ικανός και φροντίζει για την ευτυχία του.</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Δεν περιέχει ευαίσθητο υλικό</p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>Ηχητικά εφέ: freesound.org</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ</p><br><p>Ο Γιος Του Ψαρά</p><br><p>Μια φορά κι έναν καιρό, στις όχθες του Δούναβη, ζούσε ένας άρχοντας που είχε στη δούλεψή του έναν ψαρά, να του πιάνει ποταμίσια ψάρια. Ετοίμαζε ένα μεγάλο τραπέζι και ζήτησε από τον ψαρά να του πιάσει τριακόσια κιλά ψάρια σε τρεις ημέρες. </p><br><p>Την πρώτη μέρα, ο ψαράς σηκώθηκε νωρίς να πάει για ψάρεμα. Μα δεν μπόρεσε να πιάσει ούτε ένα ψάρι. Τη δεύτερη μέρα, πάλι σηκώθηκε νωρίς για την ψαριά του. Όλη μέρα έριχνε τα δίχτυα του, αλλά πάλι δεν έπιασε ούτε ένα. Ξημέρωσε και η τρίτη μέρα. Ο ψαράς πάλευε όλο το πρωί μέχρι και το μεσημέρι, αλλά πάλι ούτε λέπι. Το απόγευμα, απογοητευμένος και βαρύς, βάλθηκε να κάνει κουπί για το σπίτι του, χαμένος στις σκέψεις του. Αντίθετα στο ρεύμα, τον πλησίασε μια ριγωτή βάρκα. Στη βάρκα καθόταν ένας κύριος ντυμένος στα πράσινα. Ρώτησε τον ψαρά: «Γιατί, καλέ μου άνθρωπε, έχεις τέτοιο ύφος;» και ο ψαράς του απάντησε: «Πώς θες να είμαι, ο άρχοντας μου ζήτησε να του πιάσω τριακόσια κιλά ψάρια σε τρεις μέρες. Σήμερα είναι η τελευταία μέρα και δεν έχω πιάσει ούτε ένα ψαράκι!». Ο κύριος χαμογέλασε και του είπε: «Αν μου τάξεις αυτό που δεν ξέρεις ακόμη ότι κατέχεις, σου υπόσχομαι ότι σήμερα θα πιάσεις όσα ψάρια χρειάζεσαι». Ο ψαράς σκέφτηκε, ότι αυτό που δεν ξέρει ακόμη ότι έχει δεν θα του λείψει κιόλας,ενώ ο κύριος στη βάρκα πρόσθεσε: «Και θα περιμένω είκοσι χρόνια. Σε είκοσι χρόνια θα τηρήσεις τη συμφωνία». Ο ψαράς συμφώνησε αμέσως. Τα δίχτυα του από κει κι έπειτα όλο γέμιζαν ψάρια, όσες φορές να τά ‘ριχνε και να τα μάζευε, ήταν γεμάτα ψάρια. Ο παράξενος κύριος της βάρκας τότε του πρότεινε: «Στείλε γρήγορα να έρθει άμαξα με τέσσερα άλογα!». Ήρθε η άμαξα με τα τέσσερα άλογα, τη γέμισαν με τη μια ψαριά, μετά με την άλλη, μέχρι που δεν χώραγε άλλα ψάρια κι ο ψαράς κίνησε για να γυρίσει στο αρχοντικό. Πριν προλάβει να φύγει ο ψαράς, τον τράβηξε κοντά ο κύριος με τα πράσινα και τον ρώτησε: «Ξέρεις τι μου έταξες ψαρά;» και ο ψαράς του απάντησε: «Δεν ξέρω αφέντη μου, παρά μόνο ότι σου έταξα αυτό που δεν γνωρίζω ακόμη ότι έχω, ό,τι και να είναι αυτό». Ο κύριος τότε χαμογέλασε σαρδόνια και είπε στον ψαρά: «Αυτό που δεν ξέρεις, είναι πως η γυναίκα σου θα γεννήσει έναν γιο και αυτόν ακριβώς το γιο μου έταξες. Μόλις περάσουν είκοσι χρόνια, φέρ’ τον μου εδώ». Χωρίς άλλη κουβέντα, ο ψαράς οδήγησε την άμαξα με τα άλογα πίσω στο σπίτι. Από τη μια ήταν χαρούμενος αλλά από την άλλη όχι και τόσο. Φέρνοντας τα ψάρια μπροστά στον άρχοντα, εκείνος του φώναξε: «Μα πόσο αδαής είσαι; Εμένα μου είπαν ότι δυο μέρες δεν είχες πιάσει τίποτα και τώρα μου φέρνεις τόσα ψάρια, να μην ξέρω πού να τα βάλω;». Ο ψαράς ζήτησε συγγνώμη από τον άρχοντα και του εξιστόρησε τι είχε συμβεί: «Ας με συγχωρήσει ο Θεός για την κακή μου αυτή πράξη, που του έταξα τον γιο μου», είπε με σκυμμένο κεφάλι. Ο άρχοντας τότε του είπε καλοσυνάτα: «Έλα τώρα ψαρά, μην σκας, είκοσι χρόνια είναι πολύς καιρός, ποιος ξέρει τι μπορεί να έχει συμβεί μέχρι τότε».</p><br><p>Και πέρασε ο καιρός. Η γυναίκα του ψαρά γέννησε ένα αγοράκι. Μεγάλωσε κι έγινε όμορφος και δυνατός. Όταν έφτασε στην κατάλληλη ηλικία τον έστειλαν και στο σχολείο όπου τα πήγαινε τόσο καλά, ώστε στα δεκαέξι του μόλις χρόνια του πρότειναν να χειροτονηθεί ιερέας. Μα οι γονείς του είπαν: «Όχι ιερέας, αυτό είναι αδύνατο, είναι δοσμένος αλλού. Καλύτερα να συνεχίσει άλλα τέσσερα χρόνια στο μαύρο σχολείο». </p><br><p>Μόλις τελείωσε και τις σπουδές του στο μαύρο σχολείο, ξαναγύρισε στις όχθες του Δούναβη, με όλο του το μέλλον μπροστά. Είπε τότε στον πατέρα του:</p><p>- Πατέρα, ήρθε η ώρα να με πας.</p><p>- Να σε πάω πού γιε μου;</p><p>- Εκεί που με έταξες.</p><p>- Ποιος σε έταξε για πού και σε ποιον;</p><p>- Πώς; Ξέχασες σε ποιον με έταξες είκοσι χρόνια πριν; Έλα, ήρθε η ώρα να πάμε στα νερά, που πριν τόσα χρόνια είχες πιάσει όλα αυτά τα ψάρια.</p><p>Ο ψαράς τότε έπεσε σε βαθιά στενοχώρια. Βλέποντάς το αυτό ο γιος του, του είπε: «Μην φοβάσαι πατέρα. Μόνο πάρε γρήγορα ένα πανωφόρι και ακολούθησέ με. Πρέπει όμως να κάνεις ό,τι σου πω και να είσαι σίγουρος, ούτε εσύ ούτε εγώ θα πάθουμε τίποτα». Στον δρόμο καθώς πήγαιναν, είπε στον πατέρα του: «Σαν θα φτάσουμε στην όχθη, η ριγωτή βάρκα θα έρθει ανάποδα στο ρεύμα, όπως και τόσα χρόνια πριν. Μέσα της θα βρίσκεται αυτός στον οποίο με έταξες. Θα φέρει τη βάρκα του στα ρηχά για να με πάρει μαζί του και όταν θα έχω βάλει το ένα μου πόδι στη βάρκα και το άλλο θα βρίσκεται στη στεριά εσύ τότε πρέπει να πεις – ‘Γιε μου, σε παραδίδω στον Πατέρα, τον Υιό και το Άγιο Πνεύμα. Να είναι και οι τρεις πάντα μαζί σου’. Μόλις το πεις αυτό, τότε κι εγώ θα πηδήξω στη βάρκα». </p><br><p>Όλα συνέβησαν ακριβώς όπως τα είχε πει ο νεαρός. Η ριγωτή βάρκα έφτασε κόντρα στο ρεύμα και μέσα της καθόταν ο κύριος ντυμένος στα πράσινα. Σαν έφερε τη βάρκα στα ρηχά, ο νεαρός έβαλε το ένα του πόδι στη βάρκα και κράτησε το άλλο στη στεριά. Τότε ο ψαράς τον παράδωσε στον Πατέρα, τον Υιό και το Άγιο Πνεύμα και ο γιος του μπήκε ολοκληρωτικά στη βάρκα και ο κύριος στα πράσινα την έσπρωξε να απομακρυνθεί από την όχθη. Τότε ξάφνου βυθίστηκαν, η βάρκα με τον παράξενο κύριο και τον γιο του ψαρά. Πανικοβλημένος ο ψαράς αναφώνησε: «Χριστέ και Παναγία μου! Ο γιος μου πήγε στην κόλαση!» και γύρισε σπίτι του, με πολύ βαριά βήματα και έναν πόνο στην ψυχή.</p><br><p>Ο γιος του πέρασε μέσα από το νερό μέχρι την πόλη Περντονκόρτεν, μια πόλη μαγεμένη. Περπατούσε και περπατούσε γύρω στην πόλη αλλά δεν είδε ποτέ κανέναν. Άρχισε να πεινάει, αλλά δεν βρήκε πουθενά τίποτα να φάει. Σκέφτηκε, ότι ίσως θα μπορούσε να πάει να πιάσει ψάρια. Πήγε μέχρι το νερό και όντως έπιασε κάμποσα, τα καθάρισε, τα μαγείρεψε και χόρτασε. Στη συνέχεια, έκατσε κάτω από τη σκιά ενός δέντρου, όπου κι αποκοιμήθηκε. Στον ύπνο του είδε, πως του προτάξανε να πάει να περάσει τη νύχτα σε ένα αρχοντικό κάστρο, να κάτσει στο κεντρικό τραπέζι, να ανάψει δυο κεριά, ένα αριστερά κι ένα δεξιά του και να περιμένει. Έτσι έκανε και στον ξύπνιο του την επόμενη μέρα. Περίμενε, ώσπου το ρολόι σήμανε μεσάνυχτα και η κεντρική πόρτα της σάλας άνοιξε διάπλατα. Ένα θεόρατο φίδι γλίστρησε μέσα στην αίθουσα. Σύρθηκε, μέχρι που σταμάτησε αντίκρυ στο γιο του ψαρά και του είπε: «Φίλησέ με». Εκείνος το καταράστηκε και του είπε: «Φύγε από μπροστά μου, Σατανά! Δεν έχεις καμία δύναμη πάνω μου!». Το φίδι γλίστρησε όπως ήρθε και βγήκε από την αίθουσα. </p><br><p>Και ήρθε η αυγή. Ο νεαρός περπάτησε και ξαναπερπάτησε γύρω στην πόλη. Κάποια στιγμή είδε τρεις άμαξες, έτοιμες με τα άλογα σελωμένα, αλλά πουθενά κανείς. Το απόγευμα, ξαναπήγε στο νερό να πιάσει κανένα ψάρι. Σαν έφαγε και χόρτασε, πήγε κι έκατσε στον ίσκιο κι αποκοιμήθηκε. Στο όνειρό του είδε τι θα είχε συμβεί, αν είχε φιλήσει το φίδι. Ξύπνησε και σκέφτηκε: “Απόψε το βράδυ θα πάω πίσω στη σάλα και αυτή τη φορά θα το φιλήσω, αν ξαναέρθει”. Πήγε λοιπόν στο κάστρο, έκατσε στο τραπέζι και άναψε τα δυο κεριά. Σαν το ρολόι σήμανε μεσάνυχτα, η πόρτα άνοιξε διάπλατα και μέσα στο δωμάτιο γλίστρησε ένα πολύ μεγαλύτερο φίδι, με δυο κεφάλια. Σταμάτησε ακριβώς μπροστά του και τον παρακάλεσε: “Φίλησε με”. Φόβος κατέκλυσε τον γιο του ψαρά με την ασκήμια που έβλεπε μπροστά του και για άλλη μια φορά το καταράστηκε: “ Φύγε από μπροστά μου, Σατανά! Δεν έχεις καμία δύναμη πάνω μου!” και το φίδι έφυγε.</p><br><p>Το επόμενο πρωί με την αυγή, ο νέος σηκώθηκε, τράβηξε κατά το νερό, έπιασε ψάρια και έφαγε μέχρι που χόρτασε. Αποκοιμισμένος κάτω από τον ίσκιο ενός δέντρου, ονειρεύτηκε: “Κι όμως, θα είχες πράξει σωστά αν είχες φιλήσει το φίδι”. Ξύπνησε μεμιάς και σκέφτηκε πως αυτό το βράδυ θα φιλούσε σίγουρα το φίδι, όσο απαίσιο και να ήταν. Με το σούρουπο, πήγε στο κάστρο, στη σάλα, έκατσε στο τραπέζι με τα κεριά και περίμενε να σημάνει μεσάνυχτα. Η πόρτα άνοιξε και ένα φίδι με τρία κεφάλια και πολύ μεγαλύτερο από το τελευταίο σύρθηκε και στάθηκε μπροστά του: “Φίλησε με”, του είπε εκλιπαρώντας. Εκείνος έκλεισε τα μάτια και το φίλησε. Μονομιάς το φίδι μεταμορφώθηκε σε μια σωστή καλλονή, ήταν η μαγεμένη κόρη του άρχοντα του κάστρου. Μετά το φιλί, όλο το κάστρο και όλη η πόλη ξανάνιωσε, είχαν λυθεί τα μάγια! Τρέχοντας κατέφτασαν στη σάλα οι γονείς της κοπέλας και καλωσόρισαν τον νέο με μεγάλη τους χαρά. Ο πατέρας του είπε: “Φίλε, σου παραδίδω τα πλούτη και την κόρη μου, αν τη θέλεις” και ο γιος του ψαρά απάντησε: “Ας περιμένουμε λίγο να γνωριστούμε με τη δεσποσύνη και βλέπουμε”. Ετοιμάστηκε ένα πλουσιοπάροχο δείπνο προς τιμήν του νεαρού και μετά από αυτό, ο νεαρός και η κόρη έκατσαν και συζήτησαν μέχρι αργά. Το πρωί, σηκώθηκαν και πήγαν περίπατο στην πόλη. Όπου και να πήγαιναν, ο κόσμος έβγαινε από τα σπίτια του και τον ευχαριστούσε που τους είχε σώσει. </p><br><p>Ο γιος του ψαρά ήταν πράγματι ικανοποιημένος. Μόνο ένα πράγμα τον στενοχωρούσε: “Κοιτά τι πλουσιοπάροχα που ζω και με τι καλή τύχη, και ο δόλιος πατέρας μου νομίζει ότι με έχει καταπιεί για πάντα η άβυσσος. Αν μπορούσα να ξαναπάω στον πατέρα μου στις όχθες του Δούναβη και να του πω ότι είμαι καλά, τότε μόνο θα ήμουν στ’ αλήθεια ευτυχισμένος”. Τότε τον πλησίασε η κόρη του άρχοντα του κάστρου: </p><p>Έχω κάτι να σε βοηθήσει να γυρίσεις πίσω στον πατέρα σου, αλλά πρέπει να υποσχεθείς ότι θα επιστρέψεις.</p><p>Το ξέρεις κυρά μου πως θα επιστρέψω. Ό,τι χρειάζομαι για μια ευτυχισμένη ζωή το έχω εδώ, της απάντησε.</p><p>Συμφώνησαν πως, αν δεν γυρνούσε αμέσως πίσω, η κόρη θα τον περίμενε για επτά χρόνια. Έδωσε στον νέο ένα δαχτυλίδι και του είπε: “Ορίστε αυτό το δαχτυλίδι. Αν κοιτάξεις μέσα του και σκεφτείς τον πατέρα σου στις όχθες του Δούναβη, τότε θα βρεθείς δίπλα του στη στιγμή. Σαν θελήσεις να γυρίσει κοντά μου, θα κοιτάξεις μέσα στο δαχτυλίδι, θα με σκεφτείς και θα είσαι αμέσως δίπλα μου. Μόνο πρόσεχε, να μην το δει κανένας άλλος και να μην το χάσεις, γιατί, αν το χάσεις, μπορεί και να μην ξαναγυρίσεις ποτέ”. Ο νέος πήρε το δαχτυλίδι και το κοίταξε καλά, σκέφτηκε πόσο πολύ ήθελε να δει τον πατέρα του και τον Δούναβη και μεμιάς βρέθηκε δίπλα στον γερο-πατέρα του.</p><br><p>Ο πατέρας και η μητέρα του νεαρού χάρηκαν πάρα πολύ, που ο γιος τους ήταν σώος και αβλαβής και που είχε γυρίσει κοντά τους. Του έκαναν ατέλειωτες ερωτήσεις. Εκείνος τους αφηγήθηκε πώς έπεσε στο νερό και βρέθηκε στην μαγεμένη πολιτεία και τι συνέβη μετά. Οι δικοί του ενθουσιάστηκαν με την καλή τύχη του γιου τους. Ειδικά η μητέρα του, σχεδόν χόρευε από τη χαρά της! Στη συνέχεια, ο πατέρας έφερε τον γιο του μπροστά στον άρχοντα για τον οποίο ακόμη πήγαινε και ψάρευε. Κι εκεί όλοι καταχάρηκαν σαν τον είδαν. Ειδικά ο άρχοντας, που είχε δυο κόρες, σαν τον είδε του είπε: “Μείνε μαζί μας παλικάρι μου. Θα σου δώσω ένα κομμάτι της περιουσίας μου και μια κόρη μου για γυναίκα, όποια σου αρέσει”. Ο γιος του ψαρά τότε σκέφτηκε: “Με περιμένει ολόκληρο βασίλειο και μια καλλονή καλύτερη από αυτές. Αλλά τι μπορεί να βλάψει να μείνω μια-δυο μέρες ακόμα; εφτά χρόνια δεν περνάνε και τόσο γρήγορα…”.</p><br><p>Μια μέρα λοιπόν, ο νέος είχε βγει για περίπατο με τις δυο κόρες του άρχοντα και ο ανόητος τους έδειξε το δαχτυλίδι και τους εξήγησε πού το βρήκε και τι έκανε. Αυτές αμέσως σκέφτηκαν: “Τι καλά! Αν του το πάρουμε, τότε σίγουρα θα θέλει να μείνει μαζί μας για πάντα!”. Περπάτησαν λίγο ακόμα και μια από τις κόρες είπε: “Ας πάμε να ξαποστάσουμε εκεί, στη σκιά” και πήγαν οι τρεις τους και έκατσαν στο γρασίδι κάτω από ένα δέντρο. Δεν είχαν κάτσει και πολύ, μέχρι που μια από τις κόρες είπε:</p><p>Αχ! Κοίτα! Τι είναι αυτό στα μαλλιά σου;</p><p>Δε νομίζω ότι έχω κάτι…</p><p>Έχεις, έχεις, άσε με να δω.</p><p>Και έτσι όπως τάχα μου η κόρη άρχισε να του ψαχουλεύει το κεφάλι και να του χαϊδεύει απαλά τα μαλλιά, ο νεαρός αποκοιμήθηκε. Η άλλη η κόρη, σαν το είδε αυτό, έβαλε το χέρι στην τσέπη του και του πήρε το δαχτυλίδι. Μετά από λίγο, σαν ξύπνησε ο νέος, σηκώθηκαν και συνέχισαν τη βόλτα τους. Περπάτησαν και περπάτησαν και όταν ο γιος του ψαρά έβαλε το χέρι του στην τσέπη, το δαχτυλίδι δεν ήταν πουθενά: “Το δαχτυλίδι μου! Το έχασα! Τι θα κάνω τώρα;” Και τα κορίτσια του είπαν: “Ας γυρίσουμε πίσω εκεί που κάτσαμε για λίγο να το ψάξουμε, μπορεί και να το βρούμε”. Γύρισαν, μα όσο διεξοδικά και να έψαξαν, το δαχτυλίδι δεν το βρήκαν, αφού ήταν στην τσέπη μιας από τις κόρες του άρχοντα.</p><br><p>Μετά από αυτό το γεγονός, ο νέος έμεινε σε αυτό το σπίτι άλλα πέντε χρόνια. Σαν τελείωσε και ο πέμπτος χρόνος, ο γιος του ψαρά σκέφτηκε: “Αυτό δεν μπορεί να συνεχιστεί. Αν μείνω κι άλλο δεν θα γυρίσω ποτέ στην Περντονκόρτεν. Πρέπει να φύγω αμέσως κι ελπίζω να μου πάρει μόνο δύο χρόνια να φτάσω εκεί”. </p><br><p>Στο μακρύ του ταξίδι, κάποια στιγμή τον βρήκε το σκοτάδι. Περνούσε μέσα από πυκνή βλάστηση και δεν υπήρχε ψυχή τριγύρω. Μακριά όμως, σε έναν λόφο είδε ένα φως: “Εκεί πρέπει να φτάσω, θα υπάρχουν άνθρωποι εκεί”, σκέφτηκε. Μετά από προσπάθεια, έφτασε στο φως και στο σπίτι βρήκε μόνη της μια γυναίκα.Την ρώτησε αν θα μπορούσε να μείνει εκεί το βράδυ. Εκείνη του απάντησε: “Εγώ ευχαρίστως θα σε φιλοξενούσα, αλλά βλέπεις, μένω με τα τρία μου αδέρφια και είναι τρομεροί κλέφτες. Δεν θα σου το συνιστούσα να μείνεις εδώ, γιατί αν γυρίσουν και σε βρουν, τότε σίγουρα θα σε σκοτώσουν”. Ο νέος, όλο αυτοπεποίθηση, της είπε: “Μη σκοτίζεσαι για αυτό. Μόνο φέρε μου ένα καραφάκι κρασί και θα κάτσω σε αυτό το τραπέζι να τους περιμένω”. Είχε νυχτώσει για τα καλά όταν επέστρεψαν οι τρεις κλέφτες και βρήκαν τον νεαρό να έχει στρογγυλοκάτσει στο τραπέζι τους και να πίνει ανέμελα το κρασί τους. Θυμωμένοι, τον ρώτησαν:</p><p>Ποιος είσαι εσύ;</p><p>Δεν ξέρω ποιος είμαι. Μόνο πως είμαι ένας φτωχός νέος που τριγυρνάει άσκοπα στον κόσμο.</p><p>Ναι, μα από που κρατάει η σκούφια σου;</p><p>Ούτε αυτό το ξέρω. Γυρίζω από μέρος σε μέρος και πουθενά δεν είναι το σπίτι μου.</p><p>Βρε, πώς σε λένε; Πώς γράφεις το όνομα σου;</p><p>Μα ο νεαρός είχε φοιτήσει στο μαύρο σχολείο και ήξερε και τα ονόματα των τριών κλεφτών, μα και ότι είχαν χάσει τον έναν τους αδερφό. Έτσι, το μόνο που τους απάντησε ήταν το επίθετο τους και το όνομα του νεκρού τους αδελφού. Κι εκείνοι με ανοικτό το στόμα του είπαν:</p><p>Είσαι στ’ αλήθεια ο αδερφός μας, που χάσαμε πριν από τόσο καιρό;</p><p>Μα δεν βλέπετε ότι είμαι;</p><p>Και είσαι πρόθυμος να λάβεις κι εσύ μέρος στις δουλειές μας;</p><p>Αν η δουλειά σας είναι τίμια και μπορεί κανείς να βγάλει τα προς το ζην, δεν βλέπω γιατί όχι.</p><p>Από την τέχνη μας βγάζουμε το ψωμάκι μας εύκολα. Στο σπίτι δεν κάνουμε τίποτα, αλλά πάντα έχουμε άφθονο φαγητό και ποτό.</p><p>Και πόσα βγάλατε σήμερα δηλαδή;</p><p>Α, σήμερα βγάλαμε περισσότερα απ’ όσα έχουμε βγάλει ποτέ. Έχουμε αυτά τα παπούτσια, που όποιος τα φορέσει, διανύει διακόσια μίλα σε μισή ώρα. έχουμε αυτόν τον μανδύα, που σαν τον φορέσει κανείς γίνεται αόρατος. Έχουμε και αυτό το καπέλο. σαν το βάλει κάποιος στο κεφάλι του, ακόμα και τα πιο θεόρατα εμπόδια χάνονται από μπροστά του.</p><p>Μα, είναι αλήθεια όλα αυτά;</p><p>Βεβαίως και είναι.</p><p>Για να δούμε αν μου πάνε όλα αυτά τα ρούχα, τότε!</p><p>Και ο νεαρός φόρεσε τα παπούτσια, τον μανδύα και το καπέλο και έκανε ένα βήμα πίσω: “Μα τώρα στ’ αλήθεια δεν με βλέπετε;” ρώτησε και τα αδέρφια του είπαν: “Κανείς δεν μπορεί να σε δει”. Ο γιος του ψαρά τότε έκανε ένα άλμα, που σείστηκε το έδαφος! Τα αδέρφια προσπάθησαν να τον πιάσουν, αλλά έτσι αόρατος που ήταν, ο νεαρός τους ξέφυγε για τα καλά.</p><br><p>Πέταξε λοιπόν εκεί που ανατέλλει ο ήλιος, σκεπτόμενος: “Ο ήλιος δίνει το φως του σε όλον τον κόσμο. Σίγουρα αυτός θα ξέρει που είναι η Περντονκόρτεν”. Σαν έφτασε στο σπίτι του ήλιου, ρώτησε τον υπηρέτη του: “Είναι εδώ ο αφέντης ήλιος;” και ο υπηρέτης του απάντησε: “Απουσιάζει, έχει βγει να δώσει το φως του στη γη, θα επιστρέψει το σούρουπο. Πρέπει να τον περιμένετε, αν θέλετε να του μιλήσετε. Πρέπει επίσης να ξέρετε, πως σαν γυρίσει, θα φέρει μαζί του και τόση ζέστη που, αν δεν κρυφτείτε εγκαίρως, σίγουρα θα καείτε σαν το γουρούνι στη σούβλα”. Ο ταξιδιώτης σκέφτηκε για λίγο και είπε: “Θα πάω να μπω κάτω απ’ το χώμα. Σαν έρθει ο κύριος σου, έλα να με φωνάξεις”. Και με αυτό, πήγε και έσκαψε βαθιά και κρύφτηκε. Το σούρουπο, ο ήλιος επέστρεψε στο σπίτι του και ο υπηρέτης πήγε να φωνάξει τον επισκέπτη. Ο νεαρός βγήκε από την κρυψώνα του και πήγε να συναντήσει τον ήλιο:</p><p>Τι θες από εμένα ταξιδιώτη; τον ρώτησε ο ήλιος.</p><p>Αφέντη μου, εσύ που φωτίζεις μέρη μακρινά, σίγουρα θα ξέρεις πού είναι η Περντονκόρτεν. Αυτήν ψάχνω.</p><p>Δεν ξέρω πού είναι αυτή η πόλη. Πρέπει να είναι κρυμμένη μέσα σε χαράδρες και σπηλιές, εκεί που δεν πάω ποτέ. Η σελήνη όμως φωτίζει ακόμα και τα πιο σκοτεινά μέρη. Να πας να ρωτήσεις εκεί.</p><br><p>Και ο νεαρός πήγε. Με έναν πήδο, έφτασε αμέσως στο σπίτι της σελήνης, απ ‘όπου βγαίνει κάθε βράδυ. Αλλά ούτε αυτή βρισκόταν σπίτι. Ρώτησε την υπηρέτρια του: </p><p>Πού βρίσκεται η κυρά σου και δεν είναι σπίτι;</p><p>Πήγε να φωτίσει τη γη, αποκρίθηκε η υπηρέτρια.</p><p>Θα την περιμένω τότε.</p><p>Α, αυτό είναι επικίνδυνο, είπε ανήσυχα η υπηρέτρια. Σαν έρχεται πίσω από τη νυχτερινή της πτήση, φέρνει μαζί της τέτοιο ψύχος, που θα γίνετε παγοκολώνα στη στιγμή.</p><p>Τότε θα κρυφτώ στη στάχτη. Όταν η κυρά σου γυρίσει, έλα να με φωνάξεις.</p><p>Λίγο πριν την αυγή επέστρεψε και η σελήνη. Η υπηρέτρια, μόλις η κυρά της ήταν έτοιμη, πήγε στον επισκέπτη και τον ειδοποίησε για τον ερχομό της. Ο νεαρός τότε παρουσιάστηκε μπροστά της:</p><p>Τι θες από μένα νεαρέ; τον ρώτησε.</p><p>Τίποτα το δύσκολο για εσάς κυρά μου. Εσείς που ρίχνετε το φως σας και στα πιο σκοτεινά σημεία, σίγουρα θα ξέρετε πού είναι η πόλη Περντονκόρτεν. Αυτήν ψάχνω.</p><p>Δεν ξέρω πού είναι αυτή η πόλη. Πρέπει να βρίσκεται ανάμεσα σε βουνά που δεν επισκέπτομαι ποτέ. αν θες να τη βρεις, να πας εκεί όπου σηκώνεται ο άνεμος. Αυτός πετάει πάνω και μέσα σε αβύσσους, σίγουρα θα ξέρει να σου πει.</p><br><p>Και πάλι με ένα σάλτο, ο γιος του ψαρά είχε ήδη φτάσει στο σπίτι του ανέμου. Για καλή του τύχη, μόλις είχε γυρίσει. Τον ρώτησε:</p><p>Αφέντη μου, Άνεμε, μήπως ξέρεις τον δρόμο για την πόλη Περντονκόρτεν;</p><p>Μα φυσικά και ξέρω τον δρόμο. Θα είμαι εκεί μάλιστα αύριο κατά τις τρεις, η πριγκίπισσα παντρεύεται βλέπεις, και με φώναξαν&nbsp;να τους δροσίσω την ημέρα, να μην είναι πολύ ζεστά. Αλλά, εγώ περνάω από αβύσσους και βράχια και γρεμνά, δε νομίζω να μπορείς να με ακολουθήσεις.</p><p>Αφέντη μου, μη σε νοιάζει εσένα αυτό, κανένας βράχος δεν μπορεί να μου σταθεί εμπόδιο. Με αυτό το μαγικό καπέλο, όλα τα εμπόδια μπροστά μου ισοπεδώνονται.</p><p>Ας πάμε αύριο στην ώρα μας λοιπόν, είπε ευχάριστα ο άνεμος.</p><br><p>Λίγο πριν τις τρεις την επόμενη ημέρα ξεκίνησαν για την πόλη. Εκεί που πήγαιναν, μπροστά τους βρέθηκε ένας πελώριος βράχος, ο άνεμος χώθηκε σε μια τόση δα τρύπα και βγήκε από την άλλη. Ο γιος του ψαρά τότε, πέταξε το καπέλο του πάνω στον βράχο και μεμιάς αυτός άνοιξε στα δύο. Έτσι συνέχισαν, μπρος ο άνεμος και πίσω ο νεαρός.</p><br><p>Έφτασαν στην Περντονκόρτεν αρκετά νωρίς και ο άνεμος άφησε τον γιο, για να πάει να αρχίσει να φυσάει να δροσίσει την ημέρα. Ο γιος του ψαρά μπήκε στη εκκλησία και κάθησε να περιμένει την έναρξη του γάμου. Θα ‘ταν δε θα ‘ταν έντεκα, άρχισαν να καταφτάνουν οι πρώτοι καλεσμένοι, γύρω στους πενήντα, όλοι τους αξιοζήλευτα καλοντυμένοι. Άρχισε τότε ο ιερέας να ψέλνει τη Θεία Λειτουργία και μόλις τελείωσε, σειρά είχε η γαμήλια τελετή. Ο νεαρός φορούσε τον μανδύα και ήταν αόρατος, έτσι πλησίασε τον ιερέα και με μια κίνηση του έριξε όλα τα βιβλία κάτω. Ο ιερέας είπε τότε ταραγμένος: “Κάποιος από τους δυο σας πρέπει να έχει διαπράξει μεγάλη αμαρτία, δεν είστε άξιοι να ευλογηθείτε σε αυτό το μυστήριο”. Τότε η νύφη άρχισε να εξηγεί πως πριν πολύ καιρό, τους είχε σώσει κάποιος και πως αυτή είχε δώσει τον λόγο της να τον περιμένει να γυρίσει για επτά χρόνια: “Και πόσος καιρός έχει περάσει από τότε;” Η κοπέλα χαμήλωσε το βλέμμα και είπε:</p><p>Πεντέμισι χρόνια…</p><p>Τότε θα πρέπει να περιμένετε άλλον ενάμιση χρόνο κι αν ακόμη δεν έχει επιστρέψει ο νεαρός, τότε μόνο θα μπορέσετε να παντρευτείτε. Μα για πες μου, εσύ στ’ αλήθεια ποιον θες, αυτόν ή τον άλλον;</p><p>Για να είμαι ειλικρινής, τον άλλον, αλλά ξέρω ότι δεν πρόκειται να γυρίσει ποτέ.</p><br><p>Ο νεαρός ακούγοντας αυτά τα λόγια, χάρηκε ιδιαίτερα. Ακολούθησε την πομπή που βγήκε από την εκκλησία, πάντα με τον μανδύα του, πάντα αόρατος. Ο πατέρας της νύφης ντράπηκε να στείλει όλους τους καλεσμένους στα σπίτια τους έτσι, γι’ αυτό τους κέρασε όλους κρασί. Καθώς έπιναν και συζητούσαν, ο νεαρός κινούνταν ανάμεσά τους, χωρίς κανείς να καταλάβει τίποτα. Σαν οι καλεσμένοι γύρισαν όλοι σπίτια τους και στο παλάτι είχαν μείνει πια μόνο η οικογένεια του αφέντη και το προσωπικό, ο γιος του ψαρά έβγαλε τον μανδύα του και τον κρέμασε σε καλόγερο. ένας ένας όσοι τον συνάντησαν, τον αναγνώρισαν και μόλις τον αντίκρυσε και η κόρη του κάστρου έτρεξε και τον αγκάλιασε όλο αγάπη: “Και να σκεφτεί κανείς πως παραλίγο να παντρευτώ κάποιον άλλον σήμερα. ο Θεός με φύλαξε!”.</p><br><p>Έγιναν λοιπόν καινούριες ετοιμασίες για τον γάμο. Πήγαν στην εκκλησία, όπου έγινε μια όμορφη τελετή. Γύρισαν στο κάστρο και έστρωσαν γλέντι τρικούβερτο. Υπήρχε φαΐ, υπήρχε κρασί και σαν να μην έφτανε αυτό, έδωσαν και σε μένα. Μου έβαλαν και ήπια κρασί σε σουρωτήρι. Μου έβαλαν ψωμί σε ποτήρι κι άλλο ψωμί σε φτυάρι. Αυτά είδα κι εγώ και έφυγα από κει.</p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></itunes:summary>
		</item>
		<item>
			<title>Η Αδερφή του Ήλιου</title>
			<itunes:title>Η Αδερφή του Ήλιου</itunes:title>
			<pubDate>Fri, 26 Feb 2021 08:25:38 GMT</pubDate>
			<itunes:duration>31:15</itunes:duration>
			<enclosure url="https://sphinx.acast.com/p/open/s/6013ebce985ab977d52addcc/e/603807d9f0a5027d30612318/media.mp3" length="30849588" type="audio/mpeg"/>
			<guid isPermaLink="false">603807d9f0a5027d30612318</guid>
			<itunes:explicit>false</itunes:explicit>
			<link>https://www.karakaxa.org/%CE%B5%CF%80%CE%B5%CE%B9%CF%83%CF%8C%CE%B4%CE%B9%CE%B1</link>
			<acast:episodeId>603807d9f0a5027d30612318</acast:episodeId>
			<acast:showId>6013ebce985ab977d52addcc</acast:showId>
			<acast:episodeUrl>mitos09</acast:episodeUrl>
			<acast:settings><![CDATA[FYjHyZbXWHZ7gmX8Pp1rmbKbhgrQiwYShz70Q9/ffXZMTtedvdcRQbP4eiLMjXzCKLPjEYLpGj+NMVKa+5C8pL4u/EOj1Vw4h5MMJYp0lCcFAe0fnxBJy/1ju4Qxy1fh8gO4DvlGA40yms2g0/hOkcrfHIopjTygHFqGwwOPKFIai4SuTvs86Lx3UYCyl6Zs+WO4fC9bB8/2bSJALEZpunHdJA38/ZCmkJMYOTmjFjrI/QvR0mGUdBcdLvpHCL8oVY6VCLuOXOABbn3yk+u3nhO3SfhGXCumE4G2qHfHBoM3u4ZqlAJ47VtVxKrJTXjt]]></acast:settings>
			<itunes:subtitle>Μίτος</itunes:subtitle>
			<itunes:episodeType>full</itunes:episodeType>
			<itunes:episode>9</itunes:episode>
			<itunes:image href="https://assets.pippa.io/shows/6013ebce985ab977d52addcc/1614284719997-684e55b02a52e5597ada4823a0ea6211.jpeg"/>
			<description><![CDATA[<p>Από τον βόρειο, αυτόχθονα λαό Σαάμι, μια ιστορία με μπόλικο συμβολισμό, μια δυναμική γυναίκα και ένας ντροπαλός μα και τολμηρός νεαρός.</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Δεν περιέχει ευαίσθητο υλικό </p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>Ηχητικά εφέ: freesound.org</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ</p><br><p>Η Αδερφή του Ήλιου</p><br><p>Πριν πολύ πολύ καιρό, ζούσε ένας νεαρός πρίγκιπας. Ο καλύτερος του φίλος ήταν ο γιος του κηπουρού, που ζούσε κι αυτός στα περίχωρα του παλατιού. Ο πατέρας του, ο βασιλιάς, ήθελε ο γιός του να κάνει παρέα με παιδιά της δικής του τάξης, αλλά ο πρίγκιπας δεν ήθελε ούτε να το ακούσει. Τι θα μπορούσε να τους πει άλλωστε, ήταν κακότροπος και κακομαθημένος και πάντα γινόταν το δικό του, ενώ ο γιος του κηπουρού ήταν ήρεμο παιδί και καλοσυνάτο, ήταν της μοίρας του όμως, να υποφέρει τις δυστροπίες του πρίγκιπα στο παλάτι ολημερίς κι οληνυκτίς.</p><br><p>Το αγαπημένο παιχνίδι των νεαρών ήταν η τοξοβολία. Ο βασιλιάς τους είχε δώσει δυο πανομοιότυπα τόξα και τα παιδιά διαγωνίζονταν ποιος μπορούσε να ρίξει τα βέλη του ψηλότερα. Αυτό ήταν πολύ επικίνδυνο και οι αυλικοί και οι δάσκαλοι αναρωτιόνταν πώς δεν είχε βγάλει ακόμα ο ένας το μάτι του αλλουνού, αλλά κάπως τα είχαν καταφέρει και δεν είχαν ούτε γρατζουνιά πάνω τους.</p><br><p>Ένα πρωινό, μόλις ο πρίγκιπας τελείωσε τα μαθήματα του, πήγε να φωνάξει τον φίλο του να παίξουν. Βγήκαν και οι δυο στον κήπο, εκεί που έπαιζαν συνήθως, πήγαν στο μικρό καλυβάκι όπου φύλαγαν τα τόξα και τα βέλη τους και άρχισαν πάλι το παιχνίδι, να δουν ποιος θα ρίξει πιο ψηλά. Έριξαν τα βέλη τους στον αέρα και, καθώς κατέβηκαν και έπεσαν στο έδαφος, ένα από αυτά είχε κολλημένο πάνω του ένα χρυσό φτερό. Και τότε, τέθηκε το ερώτημα ποιανού ήταν το τυχερό βέλος, μιας και τα δύο ήταν πανομοιότυπα, όσο καλά και να τα εξέταζε κανείς, δεν θα έβρισκε καμία διαφορά. Ο Πρίγκιπας άρχισε αμέσως να καυχιέται πως το βέλος ήταν δικό του, ενώ ο γιος του κηπουρού επέμενε πως ήταν σίγουρος ότι ήταν το δικό του και πράγματι έτσι ήταν. Αλλά αφού δεν μπορούσαν να συμφωνήσουν, είπαν να τους λύσει τη διαφορά ο ίδιος ο βασιλιάς.</p><br><p>Σαν άκουσε ο βασιλιάς την ιστορία των αγοριών, αποφάσισε αμέσως πως το βέλος με το φτερό ήταν του γιου του. Αλλά ο γιος του κηπουρού διαμαρτυρήθηκε έντονα και αρνήθηκε την ήττα. Μάλιστα διαμαρτυρήθηκε τόσο έντονα, που η υπομονή του βασιλιά στέρεψε και θυμωμένος σηκώθηκε από τον θρόνο του και είπε: “Πολύ καλά λοιπόν, αν είσαι τόσο σίγουρος πως το φτερό είναι δικό σου, δικό σου είναι. Αλλά τότε να πας να βρεις το χρυσό πουλί, που του λείπει ένα φτερό από την ουρά. Αν αποτύχεις να το βρεις, θα αποκεφαλιστείς!”. Το αγόρι μάζεψε όλο του το θάρρος και παρέμεινε σιωπηλό, όσο ο βασιλιάς του έλεγε αυτά τα λόγια. Δεν είχε ιδέα πώς να βρει αυτό το χρυσό πουλί μα, κι αν το έβρισκε πώς θα το έπιανε; Δεν είχε όμως παρά να υπακούσει στις προσταγές του βασιλιά και έκρινε πως όσο πιο σύντομα έφευγε από το βασίλειο, τόσο το καλύτερο. Πήγε αμέσως στο σπίτι του και ετοίμασε το σακίδιο για το ταξίδι του, ελπίζοντας πως ίσως από τύχη θα έβρισκε πού να πάει και τι να κάνει.</p><br><p>Αφού περπάτησε αρκετές ώρες, στον δρόμο του συνάντησε μια αλεπού και μάλιστα αρκετά φιλική. Το αγόρι χάρηκε πολύ που βρήκε κάποιον να μιλήσει και έκατσε δίπλα της για κουβεντούλα:</p><p>Πού πας παλικαράκι; ρώτησε η αλεπού.</p><p>Πρέπει να βρω ένα χρυσό πουλί που του λείπει ένα φτερό από την ουρά. Αλλά δεν ξέρω ούτε πού να το βρω, μα ούτε και πώς να το πιάσω, αποκρίθηκε ο νεαρός.</p><p>Α! Ξέρω εγώ που είναι, είπε καλοσυνάτα η αλεπού. Πέρα, στην ανατολή, κατά εκεί δηλαδή, ζει μια πανέμορφη δεσποσύνη που την λένε&nbsp;Αδερφή του Ήλιου. Αυτή έχει στην αυλή της τρεις χρυσές κλώσσες. Ίσως το φτερό να είναι μιας από αυτές.</p><br><p>Το αγόρι χάρηκε πάρα πολύ με αυτήν την πληροφορία και περπάτησε μαζί με την αλεπού για την υπόλοιπη μέρα, η αλεπού μπροστά και αυτός πίσω. Σαν έφτασε το σούρουπο, στρώσανε χάμω να κοιμηθούν και το αγόρι έβαλε το σακίδιο για μαξιλάρι κάτω από τα κεφάλια τους. Ξαφνικά, γύρω στα μεσάνυχτα, η αλεπού έβγαλε έναν χαμηλό ήχο σαν κλάμα, και πλησίασε το αγόρι: “Ξάδερφε”, είπε ψιθυρίζοντας πολύ χαμηλά, “έρχεται κάποιος να μας πάρει το σακίδιο. Να, κοίτα εκεί!” και το αγόρι κοίταξε και όντως μέσα στους θάμνους είδε έναν άντρα. “Μπα, δεν νομίζω να μας ληστέψει”, είπε ο νεαρός και σαν ο άντρας βγήκε από την κρυψώνα&nbsp;και τους πλησίασε, το αγόρι άρχισε να του εξιστορεί τα πάντα. Ο άντρας έκατσε κοντά τους, ακούγοντας την ιστορία του γιου του κηπουρού και ενδιαφέρθηκε πολύ, τόσο πολύ που ζήτησε να τους συνοδεύσει κι αν μπορεί να τους βοηθήσει στην αποστολή τους. Έτσι κι έγινε. Σαν ανέτειλε ο ήλιος βάδισαν και οι τρεις τους προς την ανατολή, η αλεπού μπροστά και ο άντρας με το αγόρι ξοπίσω. </p><br><p>Μετά από κάμποσες ώρες ταξιδιού, έφτασαν επιτέλους στο κάστρο της Αδερφής του Ήλιου, η οποία φυλούσε τις κλώσσες μαζί με τους πιο πολύτιμους θησαυρούς της. Φτάνοντας στην πύλη, οι τρεις ταξιδιώτες κοντοστάθηκαν και άρχισαν να συζητούν για το ποιος θα έμπαινε να γνωρίσει την κυρά του κάστρου:</p><p>Νομίζω πως εγώ πρέπει να μπω κρυφά στο κάστρο και να κλέψω την κλώσσα που της λείπει το φτερό από την ουρά, είπε η αλεπού, αλλά το αγόρι διαφώνησε αμέσως.</p><p>Όχι, εξαιτίας μου είμαστε όλοι εδώ, το σωστό είναι να πάω εγώ, είπε.</p><p>Θα σου είναι πολύ δύσκολο εσένα να πιάσεις την κλώσσα, του απάντησε η αλεπού.</p><p>Ω, μη φοβάσαι, δεν θα μου συμβεί τίποτα κακό, την καθησύχασε ο γιος του κηπουρού.</p><p>Καλά, τότε πήγαινε, του είπε η αλεπού. Αλλά πρόσεξε να μην κάνεις κανένα λάθος. Κλέψε μόνο την κλώσσα που της λείπει φτερό από την ουρά και καμία άλλη.</p><p>Ο άντρας που τόση ώρα άκουγε, δεν επενέβη και άφησε το αγόρι να πάει μόνο του στο κάστρο. </p><br><p>Το αγόρι μπήκε στη αυλή του κάστρου και σύντομα είδε να περιφέρονται οι τρεις κλώσσες, χωρίς άλλη έγνοια παρά πού θα έβρισκαν το επόμενο σποράκι στο χώμα για να το καταβροχθίσουν. Όλες πέρασαν μπροστά από το αγόρι, χωρίς να φοβούνται καθόλου και το αγόρι παρατήρησε, πως της τελευταίας κλώσσας της έλειπε ένα φτερό από την ουρά. Με το που το είδε αυτό ο νεαρός όρμησε κατά πάνω της, την άρπαξε από το λαιμό να μην μπορεί να φύγει και την σήκωσε ψηλά. Έπειτα, την έβαλε να κάτσει άνετα κάτω από το μπράτσο του και τράβηξε προς την πύλη του κάστρου. Για κακή του τύχη όμως, εκεί που είχε σχεδόν βγει από το κάστρο, γύρισε και κοίταξε πίσω και μέσα από μια ανοικτή πόρτα είδε όλα τα μεγαλεία που βρίσκονταν μέσα: “Βιάζομαι; Δεν βιάζομαι”, μουρμούρισε στον εαυτό του ο νεαρός, “γιατί να μην κοιτάξω κι εγώ, μιας που έφτασα ως εδώ”, και γύρισε προς το κάστρο ξεχνώντας εντελώς την κλώσσα, η οποία του έφυγε από το μπράτσο και πήγε να βρει τις αδερφές της.</p><br><p>Τόσο μαγεύτηκε το αγόρι από αυτά που είδε μέσα στο κάστρο, που δεν πρόσεξε καν ότι του ξέφυγε η κλώσσα. Είχε ολότελα λησμονήσει και την ύπαρξη της, σαν είδε την Αδερφή του Ήλιου ξαπλωμένη να κοιμάται μπροστά στα μάτια του. Έκατσε κάμποση ώρα και απλά την κοιτούσε και κάποια στιγμή&nbsp;συνήλθε, μουρμούρισε πως δεν είχε καμία δουλειά εκεί κι άρχισε να βαδίζει ξανά προς την πύλη του κάστρου. Εύκολα ξανάπιασε την κλώσσα και έφτασε πάλι μέχρι την πύλη. Πριν κάνει όμως το βήμα να βγει από το κάστρο, άρχισε να σκέφτεται: “Και γιατί να μην κοιτάξω λίγο παραπάνω την Αδερφή του Ήλιου; Κοιμάται, δεν θα καταλάβει τίποτα”. Και για δεύτερη φορά γύρισε πάλι προς το κάστρο, χαλάρωσε τα μπράτσα του και η κλώσσα του ξέφυγε. Μπήκε αυτή τη φορά μέσα στο δωμάτιο και κοίταξε την Αδερφή του Ήλιου μέχρι που χρειάστηκε να βγει έξω να πάρει αέρα. Θυμήθηκε τι έπρεπε να κάνει, έπιασε πάλι την κλώσσα, έκανε να φύγει και θα τα είχε καταφέρει αν δεν είχε αρχίσει να σκέφτεται: “Γιατί δεν την φίλησα; Πότε θα μου δωθεί ξανά η ευκαιρία να φιλήσω κάποια τόσο όμορφη; Θα το κάνω τώρα!”, είπε αποφασισμένα κι έτρεξε να μπει πάλι στο δωμάτιο που ήταν ξαπλωμένη η καλλονή, ενώ η κλώσσα πάλι του ξέφυγε. Της έδωσε ένα φιλί στο μέτωπο και βγήκε πάλι έξω στην αυλή, αλλά τώρα η κλώσσα δεν του καθόταν με τίποτα να την πιάσει. Σαν να μην έφτανε αυτό, οι αδερφές της άρχισαν να κακαρίζουν τόσο δυνατά που ξύπνησαν την Αδερφή του Ήλιου. Εκείνη πήδησε από το κρεββάτι της και πήγε μπροστά στο νεαρό: “Δεν θα αποκτήσεις την κλώσσα μου, μέχρι να μου φέρεις την αδερφή μου, που την έκλεψε ένας γίγαντας και την πήγε στο κάστρο του, μέρες μακριά”.</p><br><p>Αργά και θλιμμένα, ο νεαρός βγήκε από το κάστρο και είπε στους συντρόφους του, που τον περίμεναν απέξω, τι είχε κάνει - πώς είχε καταφέρει να πιάσει την κλώσσα τρεις φορές και τις τρεις φορές την άφησε να του φύγει: “Το ήξερα ότι δεν θα ήταν τόσο εύκολο”, είπε η αλεπού κουνώντας το κεφάλι, “αλλά ας μην καθυστερούμε άλλο. Ας ξεκινήσουμε αμέσως να βρούμε τη χαμένη αδερφή. Για καλή μας τύχη, ξέρω το δρόμο”.</p><br><p>Περπάτησαν για πολλές μέρες μέχρι που τελείως ξαφνικά, η αλεπού που πήγαινε μπροστά, σταμάτησε: “Το κάστρο του γίγαντα είναι κοντά”, είπε, “αλλά όταν φτάσουμε, εσείς οι δυο πρέπει να περιμένετε έξω όσο εγώ θα πάω να φέρω την πριγκίπισσα. Μόλις την φέρω έξω, πρέπει αμέσως οι δυο σας να την πιάσετε, να την κρατήσετε σφιχτά και να τρέξετε όσο πιο γρήγορα μπορείτε. Εντωμεταξύ, εγώ θα επιστρέψω στο κάστρο να καθυστερήσω τους γίγαντες - και είναι πολλοί - πριν καταλάβουν ότι η πριγκίπισσα απέδρασε”.</p><br><p>Λίγο αργότερα έφτασαν στο κάστρο και η αλεπού, που φάνηκε πως είχε ξαναβρεθεί σε αυτά τα μέρη, γλύστρησε μέσα χωρίς δυσκολία. Στην κεντρική αίθουσα του κάστρου είχαν μαζευτεί αρκετοί γίγαντες κάθε ηλικίας και χόρευαν γύρω από την πριγκίπισσα. Σαν είδαν την αλεπού, είπαν όλο χαρά: “Ε, παλιόφιλε! Χρόνια και ζαμάνια! Έλα κι εσύ να χορέψεις μαζί μας!”. Η αλεπού πλησίασε, σηκώθηκε στα πισινά της πόδια και άρχισε να χορεύει με τους καλύτερους χορευταράδες. Μετά από λίγο όμως σταμάτησε και είπε: “Έμαθα έναν νέο χαριτωμένο χορό και θέλω να σας τον μάθω. Αλλά χορεύεται ανά δύο και, αν και η πριγκίπισσα το επιθυμεί, θα της τον&nbsp;μάθω τώρα κιόλας”. Οι γίγαντες ενθουσιάστηκαν και είπαν: “Να της τον μάθεις, να της τον μάθεις, πάντα μας αρέσουν τα καινούρια!” και έβαλαν την πριγκίπισσα ανάμεσα στα μπροστινά πόδια της αλεπούς. Η αλεπού τότε, με το ένα της πισινό πόδι, έριξε κάτω τη μοναδική συστάδα από φώτα, που φώτιζε όλο το δωμάτιο και με αστραπιαία ταχύτητα, φυγάδευσε την πριγκίπισσα μέχρι την πύλη του κάστρου των γιγάντων. Οι σύντροφοί του έπιασαν αμέσως την πριγκίπισσα και την κράτησαν σφιχτά όπως τους είχε συμβουλέψει η αλεπού, η οποία και γύρισε γρήγορα πίσω στην αίθουσα με τους γίγαντες. Όλοι τους προσπαθούσαν να ανάψουν φωτιά για να φωτίσουν τον χώρο, μέχρι που κάποιος φώναξε:</p><p>Ε! Πού είναι η πριγκίπισσα;</p><p>Εδώ, στα μπράτσα μου, απάντησε η αλεπού. Μη φοβάστε, είναι ασφαλής.</p><p>Και περίμενε ώσπου οι σύντροφοι της να έχουν απομακρυνθεί αρκετά, τουλάχιστον τρία με τέσσερα βουνά. Τότε έτρεξε προς την πόρτα και φεύγοντας είπε στους γίγαντες: “Η δεσποσύνη είναι εδώ, ελάτε να την πιάσετε αν μπορείτε!”.</p><p>Οι γίγαντες συνειδητοποίησαν τότε, ότι το έπαθλο τους απέδρασε και πήραν στο κατόπι την αλεπού όσο πιο γρήγορα μπορούσαν. Νόμιζαν πως η αλεπού είχε την πριγκίπισσα στην πλάτη της. Η αλεπού βέβαια, παραήταν έξυπνη και δεν πήρε τον ίδιο δρόμο που είχαν πάρει οι σύντροφοι της, μόνο έμπαινε και έβγαινε από δάσος σε δάσος, ώσπου και αυτή η ίδια κουράστηκε τόσο πολύ που ξάπλωσε να κοιμηθεί κάτω από ένα δέντρο. Τόση ήταν η κούραση της, που δεν άκουσε τους γίγαντες να πλησιάζουν και μόνο όταν το χέρι ενός ήταν έτοιμο να τη γραπώσει από την ουρά, άνοιξε τα μάτια της. Πήδηξε ψηλά κι άρχισε πάλι να τρέχει και να τρέχει, όλο το βράδυ έτρεχε. Μα σαν οι πρώτες ακτίνες του ήλιου άρχισαν να φαίνονται στον ορίζοντα, σταμάτησε και περίμενε τους γίγαντες να την πλησιάσουν. Σαν τους είδε, γύρισε προς το μέρος τους και είπε ήρεμα: “Κοιτάξτε, να η Αδερφή του Ήλιου!”. Οι γίγαντες γύρισαν να κοιτάξουν και ευθύς έγιναν όλοι πέτρα. Τότε η αλεπού έκανε μια βαθιά υπόκλιση σε κάθε έναν και πήγε να βρει τους φίλους της.</p><br><p>Σύντομα τους έφτασε και οι τέσσερις τους ταξίδεψαν αρκετά μερόνυχτα, μέχρι που έφτασαν στο κάστρο της Αδερφής του Ήλιου. Τι χαρά και ευτυχία που πλημμύρισε ολόκληρο το κάστρο, σαν είδαν όλοι την πριγκίπισσα που νόμιζαν για νεκρή! Συγχάρηκαν εγκάρδια και τον νεαρό, που πέρασε τόσα πολλά για να τη σώσει. Η Αδερφή του Ήλιου του έδωσε αμέσως την κλώσσα που του είχε τάξει και του είπε ότι σε μερικά χρόνια, όταν θα ήταν λίγο μεγαλύτερος, θα ερχόταν να τον βρει για να γίνει γυναίκα του. Ο νεαρός δεν μπορούσε να πιστέψει στ’ αυτιά του και στην καλή του τύχη, που θα είχε για γυναίκα του την πιο όμορφη κοπέλα του κόσμου. Αυτή μάλιστα, που με το λαμπερό αστέρι στο μέτωπο της έδιωχνε και το πιο πυκνό σκοτάδι.</p><br><p>Έτσι ο νεαρός και οι φίλοι του πήραν το δρόμο του γυρισμού, ενώ σε όλη τη διαδρομή εκείνος ονειρευόταν τη μέρα που θα ερχόταν να τον βρει η καλή του. Ένας ένας όμως οι συνταξιδιώτες του, τον άφησαν στα σημεία όπου είχαν πρωτοσυναντηθεί και έτσι ο γιος του κηπουρού έφτασε μόνος του στην πατρίδα του και την πύλη του παλατιού. Με την κλώσσα στην αγκαλιά του, παρουσιάστηκε μπροστά στον βασιλιά και του εξιστόρησε όλες τις περιπέτειες του. Του είπε επίσης και πως θα ερχόταν να τον βρει σε μερικά χρόνια η ομορφότερη κοπέλα του κόσμου για να γίνει γυναίκα του, μια κοπέλα που το λαμπερό αστέρι στο μέτωπο της έδιωχνε κάθε σκοτάδι μακριά. Ο βασιλιάς άκουσε προσεκτικά την ιστορία του νεαρού και όταν αυτός τελείωσε του είπε: “Αν δω ότι λες ψέματα, θα σε ρίξω μέσα σε ένα βαρέλι όλο πίσσα”. Αλλά το αγόρι νευριασμένο απάντησε: “Όλα είναι πέρα για πέρα αλήθεια”, και έδωσε μάλιστα ακριβή μέρα και ώρα που θα ερχόταν η πριγκίπισσα να τον παντρευτεί.</p><br><p>Σαν πλησίαζε όμως εκείνη η μέρα και η νύφη του ήταν άφαντη, ο γιος του κηπουρού ανησυχούσε όλο και περισσότερο, ειδικά αφού έμαθε ότι ετοιμαζόταν ένα βαρέλι με γράσο και ειδικές ράγες για να σταθεί και να ανάψουν φωτιά από κάτω του. Κάθε μέρα, όλη μέρα, το αγόρι στεκόταν στο παράθυρο και κοιτούσε έξω τη θάλασσα από την οποία θα κατέφτανε η νύφη του. Μα δεν υπήρχε στον ορίζοντα ούτε λευκό πανί ούτε σημαδούρα. Και μια μέρα εκεί που καθόταν και κοίταζε από το παράθυρο, ήρθαν οι στρατιώτες και τον πήραν και τον έφεραν εκεί που έβραζε το βαρέλι με την πίσσα. Ο νεαρός&nbsp;άρχισε να τρέμει ξέροντας πως δεν υπήρχε σωτηρία. Μόνο έκλεισε τα μάτια του να μη βλέπει. Τον διέταξαν να ανέβει τα σκαλοπάτια μέχρι το βαρέλι που κόχλαζε, αλλά ξαφνικά, κατέφτασαν οι άνδρες της φρουράς, φωνάζοντας πως πλησίαζε στο βασίλειο ένα καράβι με λευκά πανιά. Κανείς δεν ήξερε τι καράβι ήταν κι από πού ερχόταν και ο βασιλιάς είπε πως θα περίμενε να φτάσει πρώτα το καράβι και μετά θα έβραζε τον γιο του κηπουρού, χρόνος υπήρχε γι’ αυτό.</p><br><p>Το καράβι άραξε στο λιμάνι και μια φήμη άρχισε να μεταφέρεται από στόμα σε στόμα, ότι η Αδερφή του Ήλιου είχε έρθει να παντρευτεί τον γιο του κηπουρού. Σαν κατέβηκε από το καράβι στη στεριά, ζήτησε να την οδηγήσουν στο καλυβάκι που της είχε περιγράψει ο αγαπημένος της, όπου περίμενε να τον βρει:</p><p>Δεν με γνώρισες; ρώτησε η Αδερφή του Ήλιου τον αγαπημένο της που είχε παραλύσει από το φόβο.</p><p>Όχι, όχι, δεν σε ξέρω, της απάντησε ο νεαρός, χωρίς καν να σηκώσει τα μάτια του να την κοιτάξει.</p><p>Φίλησε με, είπε η κοπέλα και ο νεαρός το έκανε, αλλά πάλι δεν σήκωσε τα μάτια του να την κοιτάξει.</p><p>Ούτε τώρα με γνωρίζεις; τον ρώτησε.</p><p>Όχι, δεν σε ξέρω, δεν σε ξέρω,&nbsp;είπε ο νεαρός με τον τρόπο ενός ανθρώπου που ήταν στα όρια της τρέλας.</p><p>Εκείνη τη στιγμή η Αδερφή του Ήλιου φοβήθηκε στ’ αλήθεια και, ξεκινώντας από την αρχή, είπε στον νεαρό την ιστορία του πώς γνωρίστηκαν και πως ταξίδεψε τόσο μακρυά για να γίνει γυναίκα του.&nbsp;Μόλις τελείωσε την εξιστόρηση της, κατέφτασε και ο βασιλιάς που ήρθε να δει αν ότ,ι του είχε πει το αγόρι ήταν αλήθεια. Δεν είχε προλάβει όμως να ανοίξει καλά καλά την πόρτα της καλύβας και τυφλώθηκε από το φως που διαχέονταν παντού μέσα. Θυμήθηκε τότε, ότι η πριγκίπισσα νύφη είχε ένα αστέρι στο μέτωπο της. Έκανε μερικά βήματα πίσω σαν μεθυσμένος και μια πρωτόγνωρη περιέργεια τον κυρίευσε. Μπήκε στο καλυβάκι και αμέσως έπεσε μπροστά στα πόδια της Αδερφής του Ήλιου, παρακαλώντας την να ξεχάσει ολότελα το φτωχό παιδί και να κάτσει στον θρόνο, στο πλευρό του. Εκείνη όμως γέλασε και τον διαβεβαίωσε πως ο δικός της θρόνος ήταν καλύτερος, πως ήταν ελεύθερη να κάνει ό,τι ευχαριστούσε την ψυχή της και ότι μόνο τον νεαρό θα έπαιρνε για άντρα της, που κιόλας δεν θα τον είχε γνωρίσει αν δεν τον είχε στείλει εκεί ο ίδιος ο βασιλιάς: “Θα τον παντρευτώ αύριο κιόλας”, είπε κοφτά και πρόσταξε να ξεκινήσουν οι ετοιμασίες αμέσως.</p><br><p>Την ημέρα του γάμου λοιπόν, ο πατέρας του νεαρού ενημέρωσε τη λαμπερή πριγκίπισσα, πως ήταν νόμος αυτής της χώρας, στους γάμους να παρευρίσκεται πάντα ο βασιλιάς και πως ήλπιζε πως δεν θα καθυστερούσε πολύ ακόμα. Πέρασε μία ώρα, πέρασαν δύο ώρες και όλοι οι καλεσμένοι περίμεναν και κοιτούσαν τριγύρω, ώσπου ακούστηκε από μακριά ο ήχος τρομπετών και μια μεγαλόπρεπη πομπή φάνηκε στον δρόμο. Πάνω σε έναν βελούδινο θρόνο καθόταν ο βασιλιάς που, ρίχνοντας μια ματιά στην ομήγυρη, είπε: “Δεν προτίθεμαι να σταματήσω αυτόν τον γάμο. Αλλά για να αποδείξει ο νεαρός πως είναι πραγματικά άξιος μιας τέτοιας νύφης, τον καλώ να ολοκληρώσει τρεις άθλους. Ο πρώτος άθλος είναι σε μία μέρα να κόψει όλα τα δέντρα ενός ολάκερου δάσους!”. Ο νεαρός ξαφνιάστηκε με αυτά τα λόγια του βασιλιά. Ποτέ ξανά στη ζωή του δεν είχε ξανακόψει δέντρο και δεν ήξερε από πού να ξεκινήσει. Και πόσο μάλλον να κόψει ένα ολόκληρο δάσος! Μα η πριγκίπισσα που κοιτώντας τον κατάλαβε ακριβώς τι σκεφτόταν, του ψυθίρισε στ’ αυτί: “Μη φοβάσαι καλέ μου. Στο καράβι μου θα βρεις ένα τσεκούρι. Πάρ’ το και πήγαινε στο δάσος. Μόλις κόψεις το πρώτο δέντρο, απλά πες “Ας πέσει έτσι όλο το δάσος” και μεμιάς όλα τα δέντρα θα σωριαστούν χάμω. Πάρε τρία ροκανίδια από το πρώτο δέντρο που έκοψες και βάλ’ τα στην τσέπη σου”.</p><br><p>Και ο νεαρός έκανε ακριβώς ό,τι του είχε πει η πριγκίπισσα, και σύντομα γύρισε πίσω με τα τρία ροκανίδια στο παλτό του.</p><br><p>Το επόμενο πρωί, η πριγκίπισσα το καλοσκέφτηκε και ανακοίνωσε πως μιας και εκείνη δεν ανήκε στο βασίλειο και δεν ήταν υπήκοος του βασιλιά, δεν ήταν υποχρεωμένη να υπακούει στους νόμους του. Θα παντρευόταν λοιπόν εκείνη τη μέρα κιόλας! Τότε ο μελλοντικός της πεθερός της είπε πως, μπορεί για εκείνη όντως να ίσχυε αυτό, αλλά για τον γιό του τα πράγματα ήταν διαφορετικά και αν παράκουγε τους νόμους της πατρίδας του, τότε θα αποκεφαλιζόταν. Ήλπιζε όμως, ότι λαμβάνοντας υπόψη τη χθεσινή επιτυχία του γιου του, ο βασιλιάς θα ήταν πιο επιεικής αυτή την φορά. Έτσι, το ζευγάρι βάλθηκε να περιμένει υπομονετικά την άφιξη του βασιλιά.</p><br><p>Πράγματι, δεν άργησε πολύ, αλλά κατάλαβαν αμέσως από την έκφραση στο πρόσωπο του, πως δεν είχε καλές προθέσεις: “Αυτός ο γάμος δεν πρόκειται να γίνει”, είπε επιτακτικά ο βασιλιάς, “αν ο νεαρός δεν ξαναριζώσει όλα τα δέντρα που έκοψε εχθές!”. Αυτό φάνηκε στον νεαρό ακόμη πιο δύσκολο από το χτεσινό και θλιμμένος στράφηκε στην Αδερφή του Ήλιου: “Όλα είναι καλά”, το ψυθίρισε εκείνη ενθαρρυντικά, “πάρε αυτό το νερό και βρέξε τα πεσμένα δέντρα και πες&nbsp;‘Ας σηκωθεί τώρα ολόκληρο το δάσος’ και σε μια στιγμή όλα τα δέντρα θα σηκωθούν”.</p><br><p>Και ο νεαρός έκανε ό,τι του είπε η πριγκίπισσα και το δάσος πήρε την αρχική του μορφή. </p><br><p>Τώρα η πριγκίπισσα ήταν σίγουρη πως, δεν υπήρχε λόγος να καθυστερήσουν άλλο το γάμο, και πρόσταξε να ξεκινήσουν οι ετοιμασίες για να είναι όλα έτοιμα την επόμενη. Μα ξανά, επενέβη ο κηπουρός και της είπε πως χωρίς τη συγκατάθεση του βασιλιά, γάμος δεν θα γινόταν. Για τρίτη φορά λοιπόν, περίμεναν όλοι τον βασιλιά και για τρίτη φορά δήλωσε πως δεν θα επέτρεπε να γίνει αυτός ο γάμος αν ο νεαρός δεν σκότωνε πρώτα το τρομερό ερπετό που είχε τη φωλιά του κοντά στο ποτάμι, πίσω από το κάστρο. Αν και όλοι στο βασίλειο γνώριζαν για την ύπαρξη αυτού του φοβερού ερπετού, κανείς δεν το είχε δει ποτέ. Κάποιες φορές όμως, όταν κανένα παιδάκι απομακρυνόταν, γινόταν άφαντο και οι υπόλοιπες μητέρες φοβέριζαν τα παιδιά τους και τους απαγόρευαν να πάνε κοντά στο ποτάμι, που στις όχθες του είχε τα πιο ζουμερά φρούτα και τα ομορφότερα λουλούδια. Και έτσι ο γιος του κηπουρού άρχισε να τρέμει από φόβο για το τι τον περίμενε: “Και σε αυτό θα επιτύχεις”, του ψυθίρισε η Αδερφή του Ήλιου πιάνοντας του τρυφερά το χέρι. “Στο καράβι μου έχω ένα μαγικό σπαθί, που μπορεί να κόψει τα πάντα. Πήγαινε στο ποτάμι,&nbsp;λύσε μια βαρκούλα που είναι δεμένη εκεί και ρίξε τα ροκανίδια μέσα στο νερό. Μόλις το ερπετό σηκώσει το ανάστημα του, εσύ κόψε τα τρία του κεφάλια με το σπαθί. Κόψε και τις τρεις γλώσσες του και το επόμενο πρωί πήγαινε στην κουζίνα του παλατιού. Αν σε δει ο βασιλιάς, τότε πες ‘Σου προσφέρω αυτά τα τρία δώρα ως αντάλλαγμα για της υπηρεσίες που σου προσέφερα!’ και πέτα τις γλώσσες πάνω του. Μετά τρέξε προς το καράβι μου με όση δύναμη έχουν τα πόδια σου και θυμήσου να μην γυρίσεις να κοιτάξεις πίσω”.</p><br><p>Ο νεαρός έκανε ό,τι του είχε πει η πριγκίπισσα. Έλυσε τη βαρκούλα, προχώρησε για λίγο στο ποτάμι και έριξε τα ροκανίδια. Τότε, το τρομερό ερπετό βγήκε στη επιφάνεια με έναν δυνατό συριγμό. Ο νεαρός είχε ήδη έτοιμο το ξίφος και την επόμενη στιγμή τα τρία κεφάλια του ερπετού επέπλεαν στην επιφάνεια του ποταμού. Έκανε κουπί να τα φτάσει, τους έκοψε τις γλώσσες και έδεσε τη βάρκα πάλι στην όχθη όπου την είχε βρει. Το επόμενο πρωί , πήγε τις γλώσσες στη βασιλική κουζίνα και σαν μπήκε και ο βασιλιάς όπως συνήθιζε για να δει τι του ετοίμαζαν, ο γιος του κηπουρού πέταξε τις γλώσσες καταπάνω του λέγοντας: “Ορίστε το δώρο σου σε αντάλλαγμα για τις υπηρεσίες μου!”. Γύρισε αμέσως στην πόρτα απ’ όπου είχε μπει και δεν σταμάτησε να τρέχει. Για κακή του τύχη όμως, έχασε τον δρόμο του και άρχισε να τρέχει σε κύκλους, μην ξέροντας προς τα που να πάει. Συγχησμένος, άρχισε να κοιτάει προς όλες τις κατευθύνσεις και προς μεγάλη του έκπληξη, η πόλη και το παλάτι είχαν εξαφανιστεί! Τότε γύρισε το βλέμμα του από την άλλη και κάπου στο βάθος μπόρεσε να διακρίνει το καράβι της Αδερφής του Ήλιου, με τα πανιά του ανοιγμένα, να σαλπάρει μακριά.</p><br><p>Βλέποντας αυτό το θέαμα, ο νεαρός κόντεψε να τρελαθεί και όλη την υπόλοιπη μέρα τριγυρνούσε άσκοπα, μην ξέροντας τι να κάνει και πού να πάει, ώσπου είδε καπνό να βγαίνει από μια αχυρένια καλύβα λίγο παραπέρα. Έφτασε στην πόρτα και φώναξε: “Ω μητέρα, άσε με να μπω, δείξε έλεος!” Η γριά γυναίκα που έμενε εκεί, τον προσκάλεσε να περάσει μέσα και ο νεαρός με το που μπήκε στην καλύβα, την ρώτησε με αγωνία: “Ω μητέρα, καλή μητέρα, τι μπορείς να μου πεις για την Αδερφή του Ήλιου;”. Μα η γριά γυναίκα κούνησε αρνητικά το κεφάλι: “Δεν ξέρω τίποτα για αυτήν νεαρέ μου”. Ο γιος του κηπουρού έκανε να φύγει, μα η γυναίκα τον πρόλαβε και, του έδωσε ένα γράμμα και τον παρακάλεσε να το παραδώσει στην αμέσως μεγαλύτερη αδερφή της, λέγοντας του: “Και αν κουραστείς στον δρόμο, βγάλε το γράμμα από τον φάκελο και τρίψ’ το ανάμεσα στα χέρια σου”. Ο νεαρός σάστισε, δεν μπορούσε να καταλάβει πώς αυτό θα του ήταν χρήσιμο. Δεν απάντησε όμως και πήρε τον δρόμο του, μην ξέροντας κατά πού τραβούσε. Μετά από πολλές ώρες πεζοπορίας, αισθάνθηκε τρομερή κούραση και θυμήθηκε τι του είχε πει η γριά γυναίκα. Έβγαλε το γράμμα από τον φάκελο και τον έτριψε ανάμεσα στα χέρια του. Προς έκπληξη του, όλη του η κούραση χάθηκε μεμιάς και συνέχισε το ταξίδι του, μέχρι που συνάντησε άλλη μια αχυρένια καλύβα: “Σε παρακαλώ άσε με να μπω, καλή μητέρα”, φώναξε. “Έχω ένα γράμμα από την αδερφή σου” και αμέσως πρόσθεσε, “αλλά πες μου, τι ξέρεις για την Αδερφή του Ήλιου;”. Η γυναίκα από μέσα από την καλύβα του είπε: “Δεν ξέρω τίποτα γι’ αυτήν” και ο νεαρός γύρισε να φύγει. Τότε όμως η γριά άνοιξε την πόρτα, τον σταμάτησε και πήρε το γράμμα από τα χέρια του. Δίνοντας του τότε ένα άλλο γράμμα, του είπε: “Πήγαινε σε παρακαλώ αυτό το γράμμα στη μεγαλύτερη αδερφή μου. Κι αν κουραστείς στον δρόμο βγάλ’ το από τον φάκελο και τρίψ’ το στα χέρια σου”.</p><br><p>Ο νεαρός έβαλε το γράμμα στην τσέπη του και περπάτησε πέρα από λιβάδια και λόφους ώσπου συνάντησε κι άλλο αχυρένιο καλυβάκι, πανομοιότυπο με τα άλλα δύο: “Άνοιξε μου να μπω, καλή μητέρα”. Η πόρτα άνοιξε και αφού μπήκε&nbsp;στο καλυβάκι, ο νεαρός ρώτησε όλο αγωνία τη γυναίκα: “Έχω ένα γράμμα από την αδερφή σου, αλλά εσύ ξέρεις τίποτα για την Αδερφή του Ήλιου;”. Και η γυναίκα του απάντησε: “Ναι, κάτι ξέρω. Ζει στο κάστρο στην Μπάνκα. Ο πατέρας της πριν μερικές μέρες έχασε μια σημαντική μάχη, γιατί του έκλεψες το μαγικό σπαθί του και η Αδερφή του Ήλιου αργοπεθαίνει από τη στενοχώρια της. Μα σαν τη συναντήσεις, τρύπησε της την παλάμη με αυτήν εδώ την καρφίτσα και πιες το αίμα που θα βγει. Τότε μόνο θα ηρεμήσει και θα σε αναγνωρίσει πάλι. Πρόσεχε όμως! Τρομερά πράγματα θα σου συμβούν μέχρι να φτάσεις στο κάστρο στην Μπάνκα!”.</p><br><p>Ο νεαρός ευχαρίστησε τη γριά γυναίκα, κλαίγοντας από χαρά με τα νέα που είχε ακούσει και συνέχισε το ταξίδι του. Σύντομα όμως, συνάντησε δυο αδέρφια στην άκρη του δρόμου, που διαφωνούσαν για ένα κομμάτι ύφασμα:</p><p>Καλοί μου άνθρωποι, γιατί μαλώνετε; τους ρώτησε. Αυτό το ύφασμα δεν φαίνεται να έχει μεγάλη αξία…</p><p>Ναι, μοιάζει με κουρέλι, του είπαν, αλλά μας το άφησε ο πατέρας μας και αν φασκιωθεί κανείς με αυτό γίνεται αόρατος και το θέλουμε ο καθένας μας για τον εαυτό του.</p><p>Δώστε μου το να το δω μια στιγμή και μπορώ να αποφασίσω εγώ για το ποιος θα το πάρει, είπε ο γιος του κηπουρού.</p><p>Στους αδελφούς άρεσε αυτή η ιδέα, μιας και δεν μπορούσαν να βρουν λύση μόνοι τους και του έδωσαν το μαγικό ύφασμα. Μα σαν ο νεαρός το τύλιξε απάνω του, εξαφανίστηκε σαν να μην ήταν εκεί ποτέ.</p><br><p>Συνέχισε το ταξίδι του, μέχρι που συνάντησε στον δρόμο του άλλους δυο&nbsp;άνδρες που μάλωναν για ένα τραπεζομάντηλο:</p><p>Μα τι τρέχει; ρώτησε ο νεαρός σταματώντας κοντά τους.</p><p>αν απλώσει κανείς αυτό το τραπεζομάντηλο, του απάντησαν, αμέσως γεμίζει με λαχταριστά φαγητά και το θέλουμε ο καθένας μας για τον εαυτό του.</p><p>Δώστε μου το τραπεζομάντηλο να το δοκιμάσω και θα αποφασίσω εγώ για το ποιος θα το πάρει. </p><p>Οι δυο άντρες, έχοντας κουραστεί να διαφωνούν χωρίς αποτέλεσμα, συμφώνησαν και έδωσαν στο αγόρι το τραπεζομάντηλο. Εκείνος φόρεσε το ύφασμα που τον έκανε αόρατο και εξαφανίστηκε μαζί με το τραπεζομάντηλο. </p><br><p>Λίγο παραπέρα, στην άκρη του δρόμου, ο νεαρός είδε πάλι δυο άντρες που αυτή τη φορά είχαν πιάσει ο καθένας τους από μια άκρη ενός ραβδιού και πότε φαινόταν ότι θα το κέρδιζε ο ένας, πότε ο άλλος:</p><p>Γιατί μαλώνετε έτσι; Τυχαία να κόψετε ένα δέντρο, θα βρείτε καμιά ντουζίνα ραβδιά σαν κι αυτό, τους είπε ο νεαρός.</p><p>Έτσι νομίζεις, του είπε ο ένας. Ένα χτύπημα από τη μια άκρη αυτού του ραβδίου μπορεί να σκοτώσει άνθρωπο, ενώ ένα άγγιγμα από την άλλη μπορεί να τον ξαναζωντανέψει. Δεν βρίσκεις εύκολα τέτοιο ραβδί!</p><p>Έχεις δίκιο σε αυτό, είπε ο νεαρός. Δώστο μου να το δω και θα σας πω εγώ, ποιος πρέπει να το πάρει.</p><p>Και οι άντρες το θεώρησαν καλή ιδέα και του έδωσαν το ραβδί. “Είναι πολύ μυστήριο”, είπε ο νεαρός, “ποια άκρη είναι όμως αυτή που σε ξαναφέρνει πίσω στη ζωή;”&nbsp;Και μόλις οι άνδρες του έδειξαν τη σωστή άκρη, ο νεαρός καλύφθηκε με το ύφασμα που τον έκανε αόρατο κι εξαφανίστηκε.</p><br><p>Κοντά στο τέλος της διαδρομής τους, ο νεαρός συνάντησε ακόμη δυο άντρες, που αυτή τη φορά μάλωναν για ένα ζευγάρι παπούτσια:</p><p>Καλέ, τι μαλώνετε για αυτά τα παλιοπάπουτσα; τους ρώτησε. Με αυτά δεν μπορείς να κάνεις ούτε δυο βήματα, χωρίς να διαλυθούν!</p><p>Ναι, φαίνονται αρκετά παλιά, του απάντησαν οι άνδρες. Μα όποιος τα φορέσει και ευχηθεί να βρεθεί σε κάποιο μέρος, φτάνει αμέσως εκεί, χωρίς να χρειαστεί να περπατήσει.</p><p>Πολύ έξυπνο, είπε ο νεαρός. Αφήστε με να τα δοκιμάσω και θα σας πω εγώ, ποιος από εσάς πρέπει να τα πάρει. </p><p>Οι άνδρες δέχτηκαν, του έδωσαν τα παπούτσια, μα σαν τα φόρεσε, ο γιος του κηπουρού είπε: “Θέλω να βρεθώ στον κάστρο στην Μπάνκα!” και πριν το καταλάβει, είχε ήδη φτάσει. Εκεί βρήκε και την Αδερφή του Ήλιου που ήταν ετοιμοθάνατη από τη στενοχώρια. Γονάτισε στο πλευρό της, έπιασε την καρφίτσα και της τρύπησε την παλάμη να τρέξει αίμα. Όπως του είχε πει η γυναίκα, άρχισε να το πίνει και αμέσως η πριγκίπισσα ξαναβρήκε το χρώμα της και τον αγκάλιασε όλο αγάπη. Του είπε τότε, τι της είχε συμβεί από την ώρα που σάλπαρε να φύγει: “Μα το χειρότερο απ ‘όλα ήταν που έχασε ο πατέρας μου τη μάχη, μιας κι εσύ είχες εξαφανιστεί με το σπαθί του. Από όλον τον στρατό του ένας μόνο άντρας του έμεινε”. Και τότε ο νεαρός της είπε: “Δείξε μου πού είναι το πεδίο της μάχης”. Η πριγκίπισσα τον οδήγησε σε έναν ταλαιπωρημένο λόφο, όπου όλοι οι νεκροί στρατιώτες κείτονταν εκεί που είχαν πέσει, περιμένοντας να θαφτούν. Ο γιος του κηπουρού τότε τους άγγιξε όλους, έναν έναν με το ραβδί μέχρι που όλοι στάθηκαν μπροστά του. Απ’ άκρη σ’’ άκρη στο βασίλειο, η χαρά ήταν μεγάλη. </p><p>Και αυτή τη φορά έγινε και ο γάμος. Ο νεαρός και η Αδερφή του Ήλιου έζησαν ευτυχισμένοι, μέχρι το τέλος της ζωής τους.</p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></description>
			<itunes:summary><![CDATA[<p>Από τον βόρειο, αυτόχθονα λαό Σαάμι, μια ιστορία με μπόλικο συμβολισμό, μια δυναμική γυναίκα και ένας ντροπαλός μα και τολμηρός νεαρός.</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Δεν περιέχει ευαίσθητο υλικό </p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>Ηχητικά εφέ: freesound.org</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ</p><br><p>Η Αδερφή του Ήλιου</p><br><p>Πριν πολύ πολύ καιρό, ζούσε ένας νεαρός πρίγκιπας. Ο καλύτερος του φίλος ήταν ο γιος του κηπουρού, που ζούσε κι αυτός στα περίχωρα του παλατιού. Ο πατέρας του, ο βασιλιάς, ήθελε ο γιός του να κάνει παρέα με παιδιά της δικής του τάξης, αλλά ο πρίγκιπας δεν ήθελε ούτε να το ακούσει. Τι θα μπορούσε να τους πει άλλωστε, ήταν κακότροπος και κακομαθημένος και πάντα γινόταν το δικό του, ενώ ο γιος του κηπουρού ήταν ήρεμο παιδί και καλοσυνάτο, ήταν της μοίρας του όμως, να υποφέρει τις δυστροπίες του πρίγκιπα στο παλάτι ολημερίς κι οληνυκτίς.</p><br><p>Το αγαπημένο παιχνίδι των νεαρών ήταν η τοξοβολία. Ο βασιλιάς τους είχε δώσει δυο πανομοιότυπα τόξα και τα παιδιά διαγωνίζονταν ποιος μπορούσε να ρίξει τα βέλη του ψηλότερα. Αυτό ήταν πολύ επικίνδυνο και οι αυλικοί και οι δάσκαλοι αναρωτιόνταν πώς δεν είχε βγάλει ακόμα ο ένας το μάτι του αλλουνού, αλλά κάπως τα είχαν καταφέρει και δεν είχαν ούτε γρατζουνιά πάνω τους.</p><br><p>Ένα πρωινό, μόλις ο πρίγκιπας τελείωσε τα μαθήματα του, πήγε να φωνάξει τον φίλο του να παίξουν. Βγήκαν και οι δυο στον κήπο, εκεί που έπαιζαν συνήθως, πήγαν στο μικρό καλυβάκι όπου φύλαγαν τα τόξα και τα βέλη τους και άρχισαν πάλι το παιχνίδι, να δουν ποιος θα ρίξει πιο ψηλά. Έριξαν τα βέλη τους στον αέρα και, καθώς κατέβηκαν και έπεσαν στο έδαφος, ένα από αυτά είχε κολλημένο πάνω του ένα χρυσό φτερό. Και τότε, τέθηκε το ερώτημα ποιανού ήταν το τυχερό βέλος, μιας και τα δύο ήταν πανομοιότυπα, όσο καλά και να τα εξέταζε κανείς, δεν θα έβρισκε καμία διαφορά. Ο Πρίγκιπας άρχισε αμέσως να καυχιέται πως το βέλος ήταν δικό του, ενώ ο γιος του κηπουρού επέμενε πως ήταν σίγουρος ότι ήταν το δικό του και πράγματι έτσι ήταν. Αλλά αφού δεν μπορούσαν να συμφωνήσουν, είπαν να τους λύσει τη διαφορά ο ίδιος ο βασιλιάς.</p><br><p>Σαν άκουσε ο βασιλιάς την ιστορία των αγοριών, αποφάσισε αμέσως πως το βέλος με το φτερό ήταν του γιου του. Αλλά ο γιος του κηπουρού διαμαρτυρήθηκε έντονα και αρνήθηκε την ήττα. Μάλιστα διαμαρτυρήθηκε τόσο έντονα, που η υπομονή του βασιλιά στέρεψε και θυμωμένος σηκώθηκε από τον θρόνο του και είπε: “Πολύ καλά λοιπόν, αν είσαι τόσο σίγουρος πως το φτερό είναι δικό σου, δικό σου είναι. Αλλά τότε να πας να βρεις το χρυσό πουλί, που του λείπει ένα φτερό από την ουρά. Αν αποτύχεις να το βρεις, θα αποκεφαλιστείς!”. Το αγόρι μάζεψε όλο του το θάρρος και παρέμεινε σιωπηλό, όσο ο βασιλιάς του έλεγε αυτά τα λόγια. Δεν είχε ιδέα πώς να βρει αυτό το χρυσό πουλί μα, κι αν το έβρισκε πώς θα το έπιανε; Δεν είχε όμως παρά να υπακούσει στις προσταγές του βασιλιά και έκρινε πως όσο πιο σύντομα έφευγε από το βασίλειο, τόσο το καλύτερο. Πήγε αμέσως στο σπίτι του και ετοίμασε το σακίδιο για το ταξίδι του, ελπίζοντας πως ίσως από τύχη θα έβρισκε πού να πάει και τι να κάνει.</p><br><p>Αφού περπάτησε αρκετές ώρες, στον δρόμο του συνάντησε μια αλεπού και μάλιστα αρκετά φιλική. Το αγόρι χάρηκε πολύ που βρήκε κάποιον να μιλήσει και έκατσε δίπλα της για κουβεντούλα:</p><p>Πού πας παλικαράκι; ρώτησε η αλεπού.</p><p>Πρέπει να βρω ένα χρυσό πουλί που του λείπει ένα φτερό από την ουρά. Αλλά δεν ξέρω ούτε πού να το βρω, μα ούτε και πώς να το πιάσω, αποκρίθηκε ο νεαρός.</p><p>Α! Ξέρω εγώ που είναι, είπε καλοσυνάτα η αλεπού. Πέρα, στην ανατολή, κατά εκεί δηλαδή, ζει μια πανέμορφη δεσποσύνη που την λένε&nbsp;Αδερφή του Ήλιου. Αυτή έχει στην αυλή της τρεις χρυσές κλώσσες. Ίσως το φτερό να είναι μιας από αυτές.</p><br><p>Το αγόρι χάρηκε πάρα πολύ με αυτήν την πληροφορία και περπάτησε μαζί με την αλεπού για την υπόλοιπη μέρα, η αλεπού μπροστά και αυτός πίσω. Σαν έφτασε το σούρουπο, στρώσανε χάμω να κοιμηθούν και το αγόρι έβαλε το σακίδιο για μαξιλάρι κάτω από τα κεφάλια τους. Ξαφνικά, γύρω στα μεσάνυχτα, η αλεπού έβγαλε έναν χαμηλό ήχο σαν κλάμα, και πλησίασε το αγόρι: “Ξάδερφε”, είπε ψιθυρίζοντας πολύ χαμηλά, “έρχεται κάποιος να μας πάρει το σακίδιο. Να, κοίτα εκεί!” και το αγόρι κοίταξε και όντως μέσα στους θάμνους είδε έναν άντρα. “Μπα, δεν νομίζω να μας ληστέψει”, είπε ο νεαρός και σαν ο άντρας βγήκε από την κρυψώνα&nbsp;και τους πλησίασε, το αγόρι άρχισε να του εξιστορεί τα πάντα. Ο άντρας έκατσε κοντά τους, ακούγοντας την ιστορία του γιου του κηπουρού και ενδιαφέρθηκε πολύ, τόσο πολύ που ζήτησε να τους συνοδεύσει κι αν μπορεί να τους βοηθήσει στην αποστολή τους. Έτσι κι έγινε. Σαν ανέτειλε ο ήλιος βάδισαν και οι τρεις τους προς την ανατολή, η αλεπού μπροστά και ο άντρας με το αγόρι ξοπίσω. </p><br><p>Μετά από κάμποσες ώρες ταξιδιού, έφτασαν επιτέλους στο κάστρο της Αδερφής του Ήλιου, η οποία φυλούσε τις κλώσσες μαζί με τους πιο πολύτιμους θησαυρούς της. Φτάνοντας στην πύλη, οι τρεις ταξιδιώτες κοντοστάθηκαν και άρχισαν να συζητούν για το ποιος θα έμπαινε να γνωρίσει την κυρά του κάστρου:</p><p>Νομίζω πως εγώ πρέπει να μπω κρυφά στο κάστρο και να κλέψω την κλώσσα που της λείπει το φτερό από την ουρά, είπε η αλεπού, αλλά το αγόρι διαφώνησε αμέσως.</p><p>Όχι, εξαιτίας μου είμαστε όλοι εδώ, το σωστό είναι να πάω εγώ, είπε.</p><p>Θα σου είναι πολύ δύσκολο εσένα να πιάσεις την κλώσσα, του απάντησε η αλεπού.</p><p>Ω, μη φοβάσαι, δεν θα μου συμβεί τίποτα κακό, την καθησύχασε ο γιος του κηπουρού.</p><p>Καλά, τότε πήγαινε, του είπε η αλεπού. Αλλά πρόσεξε να μην κάνεις κανένα λάθος. Κλέψε μόνο την κλώσσα που της λείπει φτερό από την ουρά και καμία άλλη.</p><p>Ο άντρας που τόση ώρα άκουγε, δεν επενέβη και άφησε το αγόρι να πάει μόνο του στο κάστρο. </p><br><p>Το αγόρι μπήκε στη αυλή του κάστρου και σύντομα είδε να περιφέρονται οι τρεις κλώσσες, χωρίς άλλη έγνοια παρά πού θα έβρισκαν το επόμενο σποράκι στο χώμα για να το καταβροχθίσουν. Όλες πέρασαν μπροστά από το αγόρι, χωρίς να φοβούνται καθόλου και το αγόρι παρατήρησε, πως της τελευταίας κλώσσας της έλειπε ένα φτερό από την ουρά. Με το που το είδε αυτό ο νεαρός όρμησε κατά πάνω της, την άρπαξε από το λαιμό να μην μπορεί να φύγει και την σήκωσε ψηλά. Έπειτα, την έβαλε να κάτσει άνετα κάτω από το μπράτσο του και τράβηξε προς την πύλη του κάστρου. Για κακή του τύχη όμως, εκεί που είχε σχεδόν βγει από το κάστρο, γύρισε και κοίταξε πίσω και μέσα από μια ανοικτή πόρτα είδε όλα τα μεγαλεία που βρίσκονταν μέσα: “Βιάζομαι; Δεν βιάζομαι”, μουρμούρισε στον εαυτό του ο νεαρός, “γιατί να μην κοιτάξω κι εγώ, μιας που έφτασα ως εδώ”, και γύρισε προς το κάστρο ξεχνώντας εντελώς την κλώσσα, η οποία του έφυγε από το μπράτσο και πήγε να βρει τις αδερφές της.</p><br><p>Τόσο μαγεύτηκε το αγόρι από αυτά που είδε μέσα στο κάστρο, που δεν πρόσεξε καν ότι του ξέφυγε η κλώσσα. Είχε ολότελα λησμονήσει και την ύπαρξη της, σαν είδε την Αδερφή του Ήλιου ξαπλωμένη να κοιμάται μπροστά στα μάτια του. Έκατσε κάμποση ώρα και απλά την κοιτούσε και κάποια στιγμή&nbsp;συνήλθε, μουρμούρισε πως δεν είχε καμία δουλειά εκεί κι άρχισε να βαδίζει ξανά προς την πύλη του κάστρου. Εύκολα ξανάπιασε την κλώσσα και έφτασε πάλι μέχρι την πύλη. Πριν κάνει όμως το βήμα να βγει από το κάστρο, άρχισε να σκέφτεται: “Και γιατί να μην κοιτάξω λίγο παραπάνω την Αδερφή του Ήλιου; Κοιμάται, δεν θα καταλάβει τίποτα”. Και για δεύτερη φορά γύρισε πάλι προς το κάστρο, χαλάρωσε τα μπράτσα του και η κλώσσα του ξέφυγε. Μπήκε αυτή τη φορά μέσα στο δωμάτιο και κοίταξε την Αδερφή του Ήλιου μέχρι που χρειάστηκε να βγει έξω να πάρει αέρα. Θυμήθηκε τι έπρεπε να κάνει, έπιασε πάλι την κλώσσα, έκανε να φύγει και θα τα είχε καταφέρει αν δεν είχε αρχίσει να σκέφτεται: “Γιατί δεν την φίλησα; Πότε θα μου δωθεί ξανά η ευκαιρία να φιλήσω κάποια τόσο όμορφη; Θα το κάνω τώρα!”, είπε αποφασισμένα κι έτρεξε να μπει πάλι στο δωμάτιο που ήταν ξαπλωμένη η καλλονή, ενώ η κλώσσα πάλι του ξέφυγε. Της έδωσε ένα φιλί στο μέτωπο και βγήκε πάλι έξω στην αυλή, αλλά τώρα η κλώσσα δεν του καθόταν με τίποτα να την πιάσει. Σαν να μην έφτανε αυτό, οι αδερφές της άρχισαν να κακαρίζουν τόσο δυνατά που ξύπνησαν την Αδερφή του Ήλιου. Εκείνη πήδησε από το κρεββάτι της και πήγε μπροστά στο νεαρό: “Δεν θα αποκτήσεις την κλώσσα μου, μέχρι να μου φέρεις την αδερφή μου, που την έκλεψε ένας γίγαντας και την πήγε στο κάστρο του, μέρες μακριά”.</p><br><p>Αργά και θλιμμένα, ο νεαρός βγήκε από το κάστρο και είπε στους συντρόφους του, που τον περίμεναν απέξω, τι είχε κάνει - πώς είχε καταφέρει να πιάσει την κλώσσα τρεις φορές και τις τρεις φορές την άφησε να του φύγει: “Το ήξερα ότι δεν θα ήταν τόσο εύκολο”, είπε η αλεπού κουνώντας το κεφάλι, “αλλά ας μην καθυστερούμε άλλο. Ας ξεκινήσουμε αμέσως να βρούμε τη χαμένη αδερφή. Για καλή μας τύχη, ξέρω το δρόμο”.</p><br><p>Περπάτησαν για πολλές μέρες μέχρι που τελείως ξαφνικά, η αλεπού που πήγαινε μπροστά, σταμάτησε: “Το κάστρο του γίγαντα είναι κοντά”, είπε, “αλλά όταν φτάσουμε, εσείς οι δυο πρέπει να περιμένετε έξω όσο εγώ θα πάω να φέρω την πριγκίπισσα. Μόλις την φέρω έξω, πρέπει αμέσως οι δυο σας να την πιάσετε, να την κρατήσετε σφιχτά και να τρέξετε όσο πιο γρήγορα μπορείτε. Εντωμεταξύ, εγώ θα επιστρέψω στο κάστρο να καθυστερήσω τους γίγαντες - και είναι πολλοί - πριν καταλάβουν ότι η πριγκίπισσα απέδρασε”.</p><br><p>Λίγο αργότερα έφτασαν στο κάστρο και η αλεπού, που φάνηκε πως είχε ξαναβρεθεί σε αυτά τα μέρη, γλύστρησε μέσα χωρίς δυσκολία. Στην κεντρική αίθουσα του κάστρου είχαν μαζευτεί αρκετοί γίγαντες κάθε ηλικίας και χόρευαν γύρω από την πριγκίπισσα. Σαν είδαν την αλεπού, είπαν όλο χαρά: “Ε, παλιόφιλε! Χρόνια και ζαμάνια! Έλα κι εσύ να χορέψεις μαζί μας!”. Η αλεπού πλησίασε, σηκώθηκε στα πισινά της πόδια και άρχισε να χορεύει με τους καλύτερους χορευταράδες. Μετά από λίγο όμως σταμάτησε και είπε: “Έμαθα έναν νέο χαριτωμένο χορό και θέλω να σας τον μάθω. Αλλά χορεύεται ανά δύο και, αν και η πριγκίπισσα το επιθυμεί, θα της τον&nbsp;μάθω τώρα κιόλας”. Οι γίγαντες ενθουσιάστηκαν και είπαν: “Να της τον μάθεις, να της τον μάθεις, πάντα μας αρέσουν τα καινούρια!” και έβαλαν την πριγκίπισσα ανάμεσα στα μπροστινά πόδια της αλεπούς. Η αλεπού τότε, με το ένα της πισινό πόδι, έριξε κάτω τη μοναδική συστάδα από φώτα, που φώτιζε όλο το δωμάτιο και με αστραπιαία ταχύτητα, φυγάδευσε την πριγκίπισσα μέχρι την πύλη του κάστρου των γιγάντων. Οι σύντροφοί του έπιασαν αμέσως την πριγκίπισσα και την κράτησαν σφιχτά όπως τους είχε συμβουλέψει η αλεπού, η οποία και γύρισε γρήγορα πίσω στην αίθουσα με τους γίγαντες. Όλοι τους προσπαθούσαν να ανάψουν φωτιά για να φωτίσουν τον χώρο, μέχρι που κάποιος φώναξε:</p><p>Ε! Πού είναι η πριγκίπισσα;</p><p>Εδώ, στα μπράτσα μου, απάντησε η αλεπού. Μη φοβάστε, είναι ασφαλής.</p><p>Και περίμενε ώσπου οι σύντροφοι της να έχουν απομακρυνθεί αρκετά, τουλάχιστον τρία με τέσσερα βουνά. Τότε έτρεξε προς την πόρτα και φεύγοντας είπε στους γίγαντες: “Η δεσποσύνη είναι εδώ, ελάτε να την πιάσετε αν μπορείτε!”.</p><p>Οι γίγαντες συνειδητοποίησαν τότε, ότι το έπαθλο τους απέδρασε και πήραν στο κατόπι την αλεπού όσο πιο γρήγορα μπορούσαν. Νόμιζαν πως η αλεπού είχε την πριγκίπισσα στην πλάτη της. Η αλεπού βέβαια, παραήταν έξυπνη και δεν πήρε τον ίδιο δρόμο που είχαν πάρει οι σύντροφοι της, μόνο έμπαινε και έβγαινε από δάσος σε δάσος, ώσπου και αυτή η ίδια κουράστηκε τόσο πολύ που ξάπλωσε να κοιμηθεί κάτω από ένα δέντρο. Τόση ήταν η κούραση της, που δεν άκουσε τους γίγαντες να πλησιάζουν και μόνο όταν το χέρι ενός ήταν έτοιμο να τη γραπώσει από την ουρά, άνοιξε τα μάτια της. Πήδηξε ψηλά κι άρχισε πάλι να τρέχει και να τρέχει, όλο το βράδυ έτρεχε. Μα σαν οι πρώτες ακτίνες του ήλιου άρχισαν να φαίνονται στον ορίζοντα, σταμάτησε και περίμενε τους γίγαντες να την πλησιάσουν. Σαν τους είδε, γύρισε προς το μέρος τους και είπε ήρεμα: “Κοιτάξτε, να η Αδερφή του Ήλιου!”. Οι γίγαντες γύρισαν να κοιτάξουν και ευθύς έγιναν όλοι πέτρα. Τότε η αλεπού έκανε μια βαθιά υπόκλιση σε κάθε έναν και πήγε να βρει τους φίλους της.</p><br><p>Σύντομα τους έφτασε και οι τέσσερις τους ταξίδεψαν αρκετά μερόνυχτα, μέχρι που έφτασαν στο κάστρο της Αδερφής του Ήλιου. Τι χαρά και ευτυχία που πλημμύρισε ολόκληρο το κάστρο, σαν είδαν όλοι την πριγκίπισσα που νόμιζαν για νεκρή! Συγχάρηκαν εγκάρδια και τον νεαρό, που πέρασε τόσα πολλά για να τη σώσει. Η Αδερφή του Ήλιου του έδωσε αμέσως την κλώσσα που του είχε τάξει και του είπε ότι σε μερικά χρόνια, όταν θα ήταν λίγο μεγαλύτερος, θα ερχόταν να τον βρει για να γίνει γυναίκα του. Ο νεαρός δεν μπορούσε να πιστέψει στ’ αυτιά του και στην καλή του τύχη, που θα είχε για γυναίκα του την πιο όμορφη κοπέλα του κόσμου. Αυτή μάλιστα, που με το λαμπερό αστέρι στο μέτωπο της έδιωχνε και το πιο πυκνό σκοτάδι.</p><br><p>Έτσι ο νεαρός και οι φίλοι του πήραν το δρόμο του γυρισμού, ενώ σε όλη τη διαδρομή εκείνος ονειρευόταν τη μέρα που θα ερχόταν να τον βρει η καλή του. Ένας ένας όμως οι συνταξιδιώτες του, τον άφησαν στα σημεία όπου είχαν πρωτοσυναντηθεί και έτσι ο γιος του κηπουρού έφτασε μόνος του στην πατρίδα του και την πύλη του παλατιού. Με την κλώσσα στην αγκαλιά του, παρουσιάστηκε μπροστά στον βασιλιά και του εξιστόρησε όλες τις περιπέτειες του. Του είπε επίσης και πως θα ερχόταν να τον βρει σε μερικά χρόνια η ομορφότερη κοπέλα του κόσμου για να γίνει γυναίκα του, μια κοπέλα που το λαμπερό αστέρι στο μέτωπο της έδιωχνε κάθε σκοτάδι μακριά. Ο βασιλιάς άκουσε προσεκτικά την ιστορία του νεαρού και όταν αυτός τελείωσε του είπε: “Αν δω ότι λες ψέματα, θα σε ρίξω μέσα σε ένα βαρέλι όλο πίσσα”. Αλλά το αγόρι νευριασμένο απάντησε: “Όλα είναι πέρα για πέρα αλήθεια”, και έδωσε μάλιστα ακριβή μέρα και ώρα που θα ερχόταν η πριγκίπισσα να τον παντρευτεί.</p><br><p>Σαν πλησίαζε όμως εκείνη η μέρα και η νύφη του ήταν άφαντη, ο γιος του κηπουρού ανησυχούσε όλο και περισσότερο, ειδικά αφού έμαθε ότι ετοιμαζόταν ένα βαρέλι με γράσο και ειδικές ράγες για να σταθεί και να ανάψουν φωτιά από κάτω του. Κάθε μέρα, όλη μέρα, το αγόρι στεκόταν στο παράθυρο και κοιτούσε έξω τη θάλασσα από την οποία θα κατέφτανε η νύφη του. Μα δεν υπήρχε στον ορίζοντα ούτε λευκό πανί ούτε σημαδούρα. Και μια μέρα εκεί που καθόταν και κοίταζε από το παράθυρο, ήρθαν οι στρατιώτες και τον πήραν και τον έφεραν εκεί που έβραζε το βαρέλι με την πίσσα. Ο νεαρός&nbsp;άρχισε να τρέμει ξέροντας πως δεν υπήρχε σωτηρία. Μόνο έκλεισε τα μάτια του να μη βλέπει. Τον διέταξαν να ανέβει τα σκαλοπάτια μέχρι το βαρέλι που κόχλαζε, αλλά ξαφνικά, κατέφτασαν οι άνδρες της φρουράς, φωνάζοντας πως πλησίαζε στο βασίλειο ένα καράβι με λευκά πανιά. Κανείς δεν ήξερε τι καράβι ήταν κι από πού ερχόταν και ο βασιλιάς είπε πως θα περίμενε να φτάσει πρώτα το καράβι και μετά θα έβραζε τον γιο του κηπουρού, χρόνος υπήρχε γι’ αυτό.</p><br><p>Το καράβι άραξε στο λιμάνι και μια φήμη άρχισε να μεταφέρεται από στόμα σε στόμα, ότι η Αδερφή του Ήλιου είχε έρθει να παντρευτεί τον γιο του κηπουρού. Σαν κατέβηκε από το καράβι στη στεριά, ζήτησε να την οδηγήσουν στο καλυβάκι που της είχε περιγράψει ο αγαπημένος της, όπου περίμενε να τον βρει:</p><p>Δεν με γνώρισες; ρώτησε η Αδερφή του Ήλιου τον αγαπημένο της που είχε παραλύσει από το φόβο.</p><p>Όχι, όχι, δεν σε ξέρω, της απάντησε ο νεαρός, χωρίς καν να σηκώσει τα μάτια του να την κοιτάξει.</p><p>Φίλησε με, είπε η κοπέλα και ο νεαρός το έκανε, αλλά πάλι δεν σήκωσε τα μάτια του να την κοιτάξει.</p><p>Ούτε τώρα με γνωρίζεις; τον ρώτησε.</p><p>Όχι, δεν σε ξέρω, δεν σε ξέρω,&nbsp;είπε ο νεαρός με τον τρόπο ενός ανθρώπου που ήταν στα όρια της τρέλας.</p><p>Εκείνη τη στιγμή η Αδερφή του Ήλιου φοβήθηκε στ’ αλήθεια και, ξεκινώντας από την αρχή, είπε στον νεαρό την ιστορία του πώς γνωρίστηκαν και πως ταξίδεψε τόσο μακρυά για να γίνει γυναίκα του.&nbsp;Μόλις τελείωσε την εξιστόρηση της, κατέφτασε και ο βασιλιάς που ήρθε να δει αν ότ,ι του είχε πει το αγόρι ήταν αλήθεια. Δεν είχε προλάβει όμως να ανοίξει καλά καλά την πόρτα της καλύβας και τυφλώθηκε από το φως που διαχέονταν παντού μέσα. Θυμήθηκε τότε, ότι η πριγκίπισσα νύφη είχε ένα αστέρι στο μέτωπο της. Έκανε μερικά βήματα πίσω σαν μεθυσμένος και μια πρωτόγνωρη περιέργεια τον κυρίευσε. Μπήκε στο καλυβάκι και αμέσως έπεσε μπροστά στα πόδια της Αδερφής του Ήλιου, παρακαλώντας την να ξεχάσει ολότελα το φτωχό παιδί και να κάτσει στον θρόνο, στο πλευρό του. Εκείνη όμως γέλασε και τον διαβεβαίωσε πως ο δικός της θρόνος ήταν καλύτερος, πως ήταν ελεύθερη να κάνει ό,τι ευχαριστούσε την ψυχή της και ότι μόνο τον νεαρό θα έπαιρνε για άντρα της, που κιόλας δεν θα τον είχε γνωρίσει αν δεν τον είχε στείλει εκεί ο ίδιος ο βασιλιάς: “Θα τον παντρευτώ αύριο κιόλας”, είπε κοφτά και πρόσταξε να ξεκινήσουν οι ετοιμασίες αμέσως.</p><br><p>Την ημέρα του γάμου λοιπόν, ο πατέρας του νεαρού ενημέρωσε τη λαμπερή πριγκίπισσα, πως ήταν νόμος αυτής της χώρας, στους γάμους να παρευρίσκεται πάντα ο βασιλιάς και πως ήλπιζε πως δεν θα καθυστερούσε πολύ ακόμα. Πέρασε μία ώρα, πέρασαν δύο ώρες και όλοι οι καλεσμένοι περίμεναν και κοιτούσαν τριγύρω, ώσπου ακούστηκε από μακριά ο ήχος τρομπετών και μια μεγαλόπρεπη πομπή φάνηκε στον δρόμο. Πάνω σε έναν βελούδινο θρόνο καθόταν ο βασιλιάς που, ρίχνοντας μια ματιά στην ομήγυρη, είπε: “Δεν προτίθεμαι να σταματήσω αυτόν τον γάμο. Αλλά για να αποδείξει ο νεαρός πως είναι πραγματικά άξιος μιας τέτοιας νύφης, τον καλώ να ολοκληρώσει τρεις άθλους. Ο πρώτος άθλος είναι σε μία μέρα να κόψει όλα τα δέντρα ενός ολάκερου δάσους!”. Ο νεαρός ξαφνιάστηκε με αυτά τα λόγια του βασιλιά. Ποτέ ξανά στη ζωή του δεν είχε ξανακόψει δέντρο και δεν ήξερε από πού να ξεκινήσει. Και πόσο μάλλον να κόψει ένα ολόκληρο δάσος! Μα η πριγκίπισσα που κοιτώντας τον κατάλαβε ακριβώς τι σκεφτόταν, του ψυθίρισε στ’ αυτί: “Μη φοβάσαι καλέ μου. Στο καράβι μου θα βρεις ένα τσεκούρι. Πάρ’ το και πήγαινε στο δάσος. Μόλις κόψεις το πρώτο δέντρο, απλά πες “Ας πέσει έτσι όλο το δάσος” και μεμιάς όλα τα δέντρα θα σωριαστούν χάμω. Πάρε τρία ροκανίδια από το πρώτο δέντρο που έκοψες και βάλ’ τα στην τσέπη σου”.</p><br><p>Και ο νεαρός έκανε ακριβώς ό,τι του είχε πει η πριγκίπισσα, και σύντομα γύρισε πίσω με τα τρία ροκανίδια στο παλτό του.</p><br><p>Το επόμενο πρωί, η πριγκίπισσα το καλοσκέφτηκε και ανακοίνωσε πως μιας και εκείνη δεν ανήκε στο βασίλειο και δεν ήταν υπήκοος του βασιλιά, δεν ήταν υποχρεωμένη να υπακούει στους νόμους του. Θα παντρευόταν λοιπόν εκείνη τη μέρα κιόλας! Τότε ο μελλοντικός της πεθερός της είπε πως, μπορεί για εκείνη όντως να ίσχυε αυτό, αλλά για τον γιό του τα πράγματα ήταν διαφορετικά και αν παράκουγε τους νόμους της πατρίδας του, τότε θα αποκεφαλιζόταν. Ήλπιζε όμως, ότι λαμβάνοντας υπόψη τη χθεσινή επιτυχία του γιου του, ο βασιλιάς θα ήταν πιο επιεικής αυτή την φορά. Έτσι, το ζευγάρι βάλθηκε να περιμένει υπομονετικά την άφιξη του βασιλιά.</p><br><p>Πράγματι, δεν άργησε πολύ, αλλά κατάλαβαν αμέσως από την έκφραση στο πρόσωπο του, πως δεν είχε καλές προθέσεις: “Αυτός ο γάμος δεν πρόκειται να γίνει”, είπε επιτακτικά ο βασιλιάς, “αν ο νεαρός δεν ξαναριζώσει όλα τα δέντρα που έκοψε εχθές!”. Αυτό φάνηκε στον νεαρό ακόμη πιο δύσκολο από το χτεσινό και θλιμμένος στράφηκε στην Αδερφή του Ήλιου: “Όλα είναι καλά”, το ψυθίρισε εκείνη ενθαρρυντικά, “πάρε αυτό το νερό και βρέξε τα πεσμένα δέντρα και πες&nbsp;‘Ας σηκωθεί τώρα ολόκληρο το δάσος’ και σε μια στιγμή όλα τα δέντρα θα σηκωθούν”.</p><br><p>Και ο νεαρός έκανε ό,τι του είπε η πριγκίπισσα και το δάσος πήρε την αρχική του μορφή. </p><br><p>Τώρα η πριγκίπισσα ήταν σίγουρη πως, δεν υπήρχε λόγος να καθυστερήσουν άλλο το γάμο, και πρόσταξε να ξεκινήσουν οι ετοιμασίες για να είναι όλα έτοιμα την επόμενη. Μα ξανά, επενέβη ο κηπουρός και της είπε πως χωρίς τη συγκατάθεση του βασιλιά, γάμος δεν θα γινόταν. Για τρίτη φορά λοιπόν, περίμεναν όλοι τον βασιλιά και για τρίτη φορά δήλωσε πως δεν θα επέτρεπε να γίνει αυτός ο γάμος αν ο νεαρός δεν σκότωνε πρώτα το τρομερό ερπετό που είχε τη φωλιά του κοντά στο ποτάμι, πίσω από το κάστρο. Αν και όλοι στο βασίλειο γνώριζαν για την ύπαρξη αυτού του φοβερού ερπετού, κανείς δεν το είχε δει ποτέ. Κάποιες φορές όμως, όταν κανένα παιδάκι απομακρυνόταν, γινόταν άφαντο και οι υπόλοιπες μητέρες φοβέριζαν τα παιδιά τους και τους απαγόρευαν να πάνε κοντά στο ποτάμι, που στις όχθες του είχε τα πιο ζουμερά φρούτα και τα ομορφότερα λουλούδια. Και έτσι ο γιος του κηπουρού άρχισε να τρέμει από φόβο για το τι τον περίμενε: “Και σε αυτό θα επιτύχεις”, του ψυθίρισε η Αδερφή του Ήλιου πιάνοντας του τρυφερά το χέρι. “Στο καράβι μου έχω ένα μαγικό σπαθί, που μπορεί να κόψει τα πάντα. Πήγαινε στο ποτάμι,&nbsp;λύσε μια βαρκούλα που είναι δεμένη εκεί και ρίξε τα ροκανίδια μέσα στο νερό. Μόλις το ερπετό σηκώσει το ανάστημα του, εσύ κόψε τα τρία του κεφάλια με το σπαθί. Κόψε και τις τρεις γλώσσες του και το επόμενο πρωί πήγαινε στην κουζίνα του παλατιού. Αν σε δει ο βασιλιάς, τότε πες ‘Σου προσφέρω αυτά τα τρία δώρα ως αντάλλαγμα για της υπηρεσίες που σου προσέφερα!’ και πέτα τις γλώσσες πάνω του. Μετά τρέξε προς το καράβι μου με όση δύναμη έχουν τα πόδια σου και θυμήσου να μην γυρίσεις να κοιτάξεις πίσω”.</p><br><p>Ο νεαρός έκανε ό,τι του είχε πει η πριγκίπισσα. Έλυσε τη βαρκούλα, προχώρησε για λίγο στο ποτάμι και έριξε τα ροκανίδια. Τότε, το τρομερό ερπετό βγήκε στη επιφάνεια με έναν δυνατό συριγμό. Ο νεαρός είχε ήδη έτοιμο το ξίφος και την επόμενη στιγμή τα τρία κεφάλια του ερπετού επέπλεαν στην επιφάνεια του ποταμού. Έκανε κουπί να τα φτάσει, τους έκοψε τις γλώσσες και έδεσε τη βάρκα πάλι στην όχθη όπου την είχε βρει. Το επόμενο πρωί , πήγε τις γλώσσες στη βασιλική κουζίνα και σαν μπήκε και ο βασιλιάς όπως συνήθιζε για να δει τι του ετοίμαζαν, ο γιος του κηπουρού πέταξε τις γλώσσες καταπάνω του λέγοντας: “Ορίστε το δώρο σου σε αντάλλαγμα για τις υπηρεσίες μου!”. Γύρισε αμέσως στην πόρτα απ’ όπου είχε μπει και δεν σταμάτησε να τρέχει. Για κακή του τύχη όμως, έχασε τον δρόμο του και άρχισε να τρέχει σε κύκλους, μην ξέροντας προς τα που να πάει. Συγχησμένος, άρχισε να κοιτάει προς όλες τις κατευθύνσεις και προς μεγάλη του έκπληξη, η πόλη και το παλάτι είχαν εξαφανιστεί! Τότε γύρισε το βλέμμα του από την άλλη και κάπου στο βάθος μπόρεσε να διακρίνει το καράβι της Αδερφής του Ήλιου, με τα πανιά του ανοιγμένα, να σαλπάρει μακριά.</p><br><p>Βλέποντας αυτό το θέαμα, ο νεαρός κόντεψε να τρελαθεί και όλη την υπόλοιπη μέρα τριγυρνούσε άσκοπα, μην ξέροντας τι να κάνει και πού να πάει, ώσπου είδε καπνό να βγαίνει από μια αχυρένια καλύβα λίγο παραπέρα. Έφτασε στην πόρτα και φώναξε: “Ω μητέρα, άσε με να μπω, δείξε έλεος!” Η γριά γυναίκα που έμενε εκεί, τον προσκάλεσε να περάσει μέσα και ο νεαρός με το που μπήκε στην καλύβα, την ρώτησε με αγωνία: “Ω μητέρα, καλή μητέρα, τι μπορείς να μου πεις για την Αδερφή του Ήλιου;”. Μα η γριά γυναίκα κούνησε αρνητικά το κεφάλι: “Δεν ξέρω τίποτα για αυτήν νεαρέ μου”. Ο γιος του κηπουρού έκανε να φύγει, μα η γυναίκα τον πρόλαβε και, του έδωσε ένα γράμμα και τον παρακάλεσε να το παραδώσει στην αμέσως μεγαλύτερη αδερφή της, λέγοντας του: “Και αν κουραστείς στον δρόμο, βγάλε το γράμμα από τον φάκελο και τρίψ’ το ανάμεσα στα χέρια σου”. Ο νεαρός σάστισε, δεν μπορούσε να καταλάβει πώς αυτό θα του ήταν χρήσιμο. Δεν απάντησε όμως και πήρε τον δρόμο του, μην ξέροντας κατά πού τραβούσε. Μετά από πολλές ώρες πεζοπορίας, αισθάνθηκε τρομερή κούραση και θυμήθηκε τι του είχε πει η γριά γυναίκα. Έβγαλε το γράμμα από τον φάκελο και τον έτριψε ανάμεσα στα χέρια του. Προς έκπληξη του, όλη του η κούραση χάθηκε μεμιάς και συνέχισε το ταξίδι του, μέχρι που συνάντησε άλλη μια αχυρένια καλύβα: “Σε παρακαλώ άσε με να μπω, καλή μητέρα”, φώναξε. “Έχω ένα γράμμα από την αδερφή σου” και αμέσως πρόσθεσε, “αλλά πες μου, τι ξέρεις για την Αδερφή του Ήλιου;”. Η γυναίκα από μέσα από την καλύβα του είπε: “Δεν ξέρω τίποτα γι’ αυτήν” και ο νεαρός γύρισε να φύγει. Τότε όμως η γριά άνοιξε την πόρτα, τον σταμάτησε και πήρε το γράμμα από τα χέρια του. Δίνοντας του τότε ένα άλλο γράμμα, του είπε: “Πήγαινε σε παρακαλώ αυτό το γράμμα στη μεγαλύτερη αδερφή μου. Κι αν κουραστείς στον δρόμο βγάλ’ το από τον φάκελο και τρίψ’ το στα χέρια σου”.</p><br><p>Ο νεαρός έβαλε το γράμμα στην τσέπη του και περπάτησε πέρα από λιβάδια και λόφους ώσπου συνάντησε κι άλλο αχυρένιο καλυβάκι, πανομοιότυπο με τα άλλα δύο: “Άνοιξε μου να μπω, καλή μητέρα”. Η πόρτα άνοιξε και αφού μπήκε&nbsp;στο καλυβάκι, ο νεαρός ρώτησε όλο αγωνία τη γυναίκα: “Έχω ένα γράμμα από την αδερφή σου, αλλά εσύ ξέρεις τίποτα για την Αδερφή του Ήλιου;”. Και η γυναίκα του απάντησε: “Ναι, κάτι ξέρω. Ζει στο κάστρο στην Μπάνκα. Ο πατέρας της πριν μερικές μέρες έχασε μια σημαντική μάχη, γιατί του έκλεψες το μαγικό σπαθί του και η Αδερφή του Ήλιου αργοπεθαίνει από τη στενοχώρια της. Μα σαν τη συναντήσεις, τρύπησε της την παλάμη με αυτήν εδώ την καρφίτσα και πιες το αίμα που θα βγει. Τότε μόνο θα ηρεμήσει και θα σε αναγνωρίσει πάλι. Πρόσεχε όμως! Τρομερά πράγματα θα σου συμβούν μέχρι να φτάσεις στο κάστρο στην Μπάνκα!”.</p><br><p>Ο νεαρός ευχαρίστησε τη γριά γυναίκα, κλαίγοντας από χαρά με τα νέα που είχε ακούσει και συνέχισε το ταξίδι του. Σύντομα όμως, συνάντησε δυο αδέρφια στην άκρη του δρόμου, που διαφωνούσαν για ένα κομμάτι ύφασμα:</p><p>Καλοί μου άνθρωποι, γιατί μαλώνετε; τους ρώτησε. Αυτό το ύφασμα δεν φαίνεται να έχει μεγάλη αξία…</p><p>Ναι, μοιάζει με κουρέλι, του είπαν, αλλά μας το άφησε ο πατέρας μας και αν φασκιωθεί κανείς με αυτό γίνεται αόρατος και το θέλουμε ο καθένας μας για τον εαυτό του.</p><p>Δώστε μου το να το δω μια στιγμή και μπορώ να αποφασίσω εγώ για το ποιος θα το πάρει, είπε ο γιος του κηπουρού.</p><p>Στους αδελφούς άρεσε αυτή η ιδέα, μιας και δεν μπορούσαν να βρουν λύση μόνοι τους και του έδωσαν το μαγικό ύφασμα. Μα σαν ο νεαρός το τύλιξε απάνω του, εξαφανίστηκε σαν να μην ήταν εκεί ποτέ.</p><br><p>Συνέχισε το ταξίδι του, μέχρι που συνάντησε στον δρόμο του άλλους δυο&nbsp;άνδρες που μάλωναν για ένα τραπεζομάντηλο:</p><p>Μα τι τρέχει; ρώτησε ο νεαρός σταματώντας κοντά τους.</p><p>αν απλώσει κανείς αυτό το τραπεζομάντηλο, του απάντησαν, αμέσως γεμίζει με λαχταριστά φαγητά και το θέλουμε ο καθένας μας για τον εαυτό του.</p><p>Δώστε μου το τραπεζομάντηλο να το δοκιμάσω και θα αποφασίσω εγώ για το ποιος θα το πάρει. </p><p>Οι δυο άντρες, έχοντας κουραστεί να διαφωνούν χωρίς αποτέλεσμα, συμφώνησαν και έδωσαν στο αγόρι το τραπεζομάντηλο. Εκείνος φόρεσε το ύφασμα που τον έκανε αόρατο και εξαφανίστηκε μαζί με το τραπεζομάντηλο. </p><br><p>Λίγο παραπέρα, στην άκρη του δρόμου, ο νεαρός είδε πάλι δυο άντρες που αυτή τη φορά είχαν πιάσει ο καθένας τους από μια άκρη ενός ραβδιού και πότε φαινόταν ότι θα το κέρδιζε ο ένας, πότε ο άλλος:</p><p>Γιατί μαλώνετε έτσι; Τυχαία να κόψετε ένα δέντρο, θα βρείτε καμιά ντουζίνα ραβδιά σαν κι αυτό, τους είπε ο νεαρός.</p><p>Έτσι νομίζεις, του είπε ο ένας. Ένα χτύπημα από τη μια άκρη αυτού του ραβδίου μπορεί να σκοτώσει άνθρωπο, ενώ ένα άγγιγμα από την άλλη μπορεί να τον ξαναζωντανέψει. Δεν βρίσκεις εύκολα τέτοιο ραβδί!</p><p>Έχεις δίκιο σε αυτό, είπε ο νεαρός. Δώστο μου να το δω και θα σας πω εγώ, ποιος πρέπει να το πάρει.</p><p>Και οι άντρες το θεώρησαν καλή ιδέα και του έδωσαν το ραβδί. “Είναι πολύ μυστήριο”, είπε ο νεαρός, “ποια άκρη είναι όμως αυτή που σε ξαναφέρνει πίσω στη ζωή;”&nbsp;Και μόλις οι άνδρες του έδειξαν τη σωστή άκρη, ο νεαρός καλύφθηκε με το ύφασμα που τον έκανε αόρατο κι εξαφανίστηκε.</p><br><p>Κοντά στο τέλος της διαδρομής τους, ο νεαρός συνάντησε ακόμη δυο άντρες, που αυτή τη φορά μάλωναν για ένα ζευγάρι παπούτσια:</p><p>Καλέ, τι μαλώνετε για αυτά τα παλιοπάπουτσα; τους ρώτησε. Με αυτά δεν μπορείς να κάνεις ούτε δυο βήματα, χωρίς να διαλυθούν!</p><p>Ναι, φαίνονται αρκετά παλιά, του απάντησαν οι άνδρες. Μα όποιος τα φορέσει και ευχηθεί να βρεθεί σε κάποιο μέρος, φτάνει αμέσως εκεί, χωρίς να χρειαστεί να περπατήσει.</p><p>Πολύ έξυπνο, είπε ο νεαρός. Αφήστε με να τα δοκιμάσω και θα σας πω εγώ, ποιος από εσάς πρέπει να τα πάρει. </p><p>Οι άνδρες δέχτηκαν, του έδωσαν τα παπούτσια, μα σαν τα φόρεσε, ο γιος του κηπουρού είπε: “Θέλω να βρεθώ στον κάστρο στην Μπάνκα!” και πριν το καταλάβει, είχε ήδη φτάσει. Εκεί βρήκε και την Αδερφή του Ήλιου που ήταν ετοιμοθάνατη από τη στενοχώρια. Γονάτισε στο πλευρό της, έπιασε την καρφίτσα και της τρύπησε την παλάμη να τρέξει αίμα. Όπως του είχε πει η γυναίκα, άρχισε να το πίνει και αμέσως η πριγκίπισσα ξαναβρήκε το χρώμα της και τον αγκάλιασε όλο αγάπη. Του είπε τότε, τι της είχε συμβεί από την ώρα που σάλπαρε να φύγει: “Μα το χειρότερο απ ‘όλα ήταν που έχασε ο πατέρας μου τη μάχη, μιας κι εσύ είχες εξαφανιστεί με το σπαθί του. Από όλον τον στρατό του ένας μόνο άντρας του έμεινε”. Και τότε ο νεαρός της είπε: “Δείξε μου πού είναι το πεδίο της μάχης”. Η πριγκίπισσα τον οδήγησε σε έναν ταλαιπωρημένο λόφο, όπου όλοι οι νεκροί στρατιώτες κείτονταν εκεί που είχαν πέσει, περιμένοντας να θαφτούν. Ο γιος του κηπουρού τότε τους άγγιξε όλους, έναν έναν με το ραβδί μέχρι που όλοι στάθηκαν μπροστά του. Απ’ άκρη σ’’ άκρη στο βασίλειο, η χαρά ήταν μεγάλη. </p><p>Και αυτή τη φορά έγινε και ο γάμος. Ο νεαρός και η Αδερφή του Ήλιου έζησαν ευτυχισμένοι, μέχρι το τέλος της ζωής τους.</p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></itunes:summary>
		</item>
		<item>
			<title>Η Κουτσή Αλεπού</title>
			<itunes:title>Η Κουτσή Αλεπού</itunes:title>
			<pubDate>Mon, 22 Feb 2021 08:15:48 GMT</pubDate>
			<itunes:duration>28:04</itunes:duration>
			<enclosure url="https://sphinx.acast.com/p/open/s/6013ebce985ab977d52addcc/e/6032b2a1b847d972faa72a9a/media.mp3" length="29376899" type="audio/mpeg"/>
			<guid isPermaLink="false">6032b2a1b847d972faa72a9a</guid>
			<itunes:explicit>false</itunes:explicit>
			<link>https://www.karakaxa.org/%CE%B5%CF%80%CE%B5%CE%B9%CF%83%CF%8C%CE%B4%CE%B9%CE%B1</link>
			<acast:episodeId>6032b2a1b847d972faa72a9a</acast:episodeId>
			<acast:showId>6013ebce985ab977d52addcc</acast:showId>
			<acast:episodeUrl>mitos08</acast:episodeUrl>
			<acast:settings><![CDATA[FYjHyZbXWHZ7gmX8Pp1rmbKbhgrQiwYShz70Q9/ffXZMTtedvdcRQbP4eiLMjXzCKLPjEYLpGj+NMVKa+5C8pL4u/EOj1Vw4h5MMJYp0lCcFAe0fnxBJy/1ju4Qxy1fh8gO4DvlGA40yms2g0/hOkcrfHIopjTygHFqGwwOPKFIai4SuTvs86Lx3UYCyl6Zs+WO4fC9bB8/2bSJALEZpunHdJA38/ZCmkJMYOTmjFjp55NufEFqKwa8iDKFo2RAnYd/cc87I+zrcXjhwkxLqOYXTYZh4cHt5mcHReQrsbtlBEvc9CLyxnLEhsxrv0RRy]]></acast:settings>
			<itunes:subtitle>Μίτος</itunes:subtitle>
			<itunes:episodeType>full</itunes:episodeType>
			<itunes:episode>8</itunes:episode>
			<itunes:image href="https://assets.pippa.io/shows/6013ebce985ab977d52addcc/1613935220059-4f2f06a15da9a38ef604a7fad7b6714e.jpeg"/>
			<description><![CDATA[<p>Από τη Σερβία, η πολυτάλαντη, έξυπνη και παμπόνηρη αλεπού, βοηθά τον κουτό γιο να φέρει εις πέρας την αποστολή του.</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Περιέχει κάποιες σκηνές βίας </p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>Ηχητικά εφέ: freesound.org</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ</p><br><p>Η Κουτσή Αλεπού</p><br><p>Ήταν κάποτε ένας άντρας που είχε τρεις γιούς - δυο έξυπνους και έναν πιο αργόστροφο. Αυτός ο άντρας είχε δυο περίεργα μάτια - το δεξί του μάτι πάντα χαμογελούσε, ενώ το αριστερό του μάτι πάντα έκλαιγε και έτρεχαν δάκρυα διαρκώς. Μια μέρα οι γιοί του αποφάσισαν να πάνε ένας ένας και να ρωτήσουν τον πατέρα τους, γιατί το δεξί του μάτι γελούσε ενώ το αριστερό έκλαιγε.</p><br><p>Έτσι, ο μεγαλύτερος γιός πήγε στον πατέρα του και του είπε: “Πατέρα, θα σε ρωτήσω κάτι και θέλω να μου απαντήσεις ειλικρινά: Γιατί το ένα σου μάτι πάντα γελάει και το άλλο κλαίει;”. Ο πατέρας δεν του απάντησε, παρά μόνο γέμισε οργή, σήκωσε ένα μαχαίρι, πλησίασε τον γιο του όλο μίσος ο οποίος έτρεξε γρήγορα έξω από το σπίτι, με αποτέλεσμα το μαχαίρι να καρφωθεί στην πόρτα. Οι άλλοι δυο γιοι, που περίμεναν έξω από το σπίτι όλο ανυπομονησία, μόλις είδαν τον μεγαλύτερο τους αδερφό να βγαίνει στο κατώφλι, τον ρώτησαν αμέσως τι είχε απαντήσει ο πατέρας τους. Εκείνος όμως το μόνο που τους είπε, ήταν: “Αν δεν έχετε ίχνος σοφίας μέσα σας, πηγαίνετε και ρωτήστε τον, να σας πει ο ίδιος”.</p><br><p>Ο μεσαίος γιός αποφάσισε να πάει ο ίδιος να ρωτήσει τον πατέρα για τα μάτια του: “Πατέρα, απάντησε μου ειλικρινά σε αυτό που θα σε ρωτήσω: Γιατί το δεξί σου μάτι πάντα γελά και το αριστερό πάντα κλαίει;” Ο πατέρας δεν απάντησε ούτε στον μεσαίο γιο, παρά μόνο εξοργισμένος σήκωσε το μαχαίρι και του όρμησε απειλητικά, καρφώνοντας το μαχαίρι στην πόρτα και τελικά, βγήκε από το σπίτι ξεφυσώντας. Όταν ο μεσαίος γιος βγήκε από το σπίτι να συναντήσει τα αδέρφια του, αυτά τον ρώτησαν: “Πες μας αδερφέ, που καλή τύχη και ευημερία να ‘χεις, τι σου απάντησε ο πατέρας μας;” Και αυτός μόνο τους απάντησε: “Αν δεν έχετε ούτε λίγη σοφία μέσα σας, πηγαίνετε κι ακούστε τι θα σας πει”. Λέγοντας το αυτό απευθύνθηκε μόνο στον μικρότερο γιο, για να πάει κι αυτός να ρωτήσει τον πατέρα τους.</p><br><p>Πήγε και ο μικρότερος, ο πιο αργόστροφος γιος από τους τρεις στον πατέρα και τον ρώτησε: “Πατέρα, οι δυο μεγαλύτεροι αδερφοί μου δεν μου λένε τι τους είπες όταν σε ρώτησαν. Πες μου εμένα γιατί το δεξί σου μάτι πάντα γελάει και το αριστερό σου πάντα κλαίει;” Και ο πατέρας αμέσως αγρίεψε τόσο που σήκωσε το μαχαίρι και πήγε να του επιτεθεί. Μα εκείνος εκεί που στεκόταν εκεί και στάθηκε, δεν έκανε βήμα και δεν φάνηκε καθόλου φοβισμένος. Βλέποντας το αυτό ο πατέρας του, είπε: “Εσύ είσαι πραγματικός γιός μου, να το ξέρεις. Οι άλλοι δύο είναι δειλοί. Ο λόγος που το δεξί μου μάτι πάντα γελάει είναι, γιατί είμαι ευτυχισμένος και τυχερός που έχω παιδιά που με υπακούν και με βοηθούν σε όλα. Το αριστερό μου μάτι πάντα κλαίει γιατί: είχα κάποτε ένα αμπέλι στον κήπο μου, που γέμιζε έναν κουβά κρασί κάθε ώρα. Εικοσιτέσσερις κουβάδες κρασί την ημέρα! Αλλά κάποιος μου έκλεψε το αμπέλι και δεν ξέρω ποιος, μα ούτε πού είναι και πώς να το βρω. Γι’ αυτό κλαίει το αριστερό μου μάτι και θα κλαίει έτσι μέχρι να πεθάνω, εκτός κι αν το βρω.” Όταν βγήκε έξω ο μικρότερος γιος, τα αδέρφια του τον ρώτησαν τι του είχε πει ο πατέρας τους κι αυτός τους τα είπε όλα με το νι και με το σίγμα.</p><br><p>Αμέσως, τα αδέρφια ετοίμασαν ένα αποχαιρετιστήριο φαγοπότι για τον πατέρα&nbsp;&nbsp;και τους γείτονες και ξεκίνησαν το ταξίδι τους να βρουν το χαμένο αμπέλι. Στο ταξίδι, βρήκαν στον δρόμο τους ένα σταυροδρόμι με τρία παρακλάδια. Τα δύο μεγαλύτερα κι εξυπνότερα αδέρφια συζήτησαν μεταξύ τους και ανακοίνωσαν στον μικρότερο, χαζούλη αδερφό τους: “Έλα αδερφέ μου, ας διαλέξει ο καθένας από έναν δρόμο κι ας πάει ο καθένας μας μόνος του να βρει την τύχη του.” Και ο μικρότερος γιος αποκρίθηκε: “Εντάξει αδέρφια μου, διαλέξτε εσείς όποιον δρόμο θέλετε και εγώ θα πάρω αυτόν που απομένει”. Οι δυο μεγαλύτεροι διάλεξαν δυο δρόμους που αρχικά χωρίζονταν, αλλά σύντομα ξανασυναντιόντουσαν και έτσι, αφού ξεκίνησαν και βρέθηκαν μετά από λίγο να&nbsp;ταξιδεύουν και πάλι μαζί, είπαν: “Δόξα τω Θεώ που ξεφορτωθήκαμε αυτόν τον βλάκα!” Και έκατσαν στην άκρη του δρόμου να κολατσίσουν. Δεν είχαν κάτσει καλά καλά, τους πλησίασε μια αλεπού που περπατούσε με τρία μόνο πόδια. άρχισε να παρακαλά τα αδέρφια να μοιραστούν λίγο από το φαγητό τους μαζί της, αλλά εκείνα μόλις την είδαν είπαν: “Α! Μια αλεπού, ας την σκοτώσουμε!” και σήκωσαν τα ρόπαλά τους και την πήραν στο κατόπι. Η αλεπού κουτσαίνοντας προσπάθησε να τους ξεφύγει και ίσα που τα κατάφερε. Στο μεταξύ όμως, εκεί που είχαν στήσει το κολατσιό τους τα αδέρφια, πέρασαν κάτι τσοπανόσκυλα και έφαγαν μέχρι και το τελευταίο τους ψίχουλο. Έτσι, όταν τα αδέρφια γύρισαν πίσω χωρίς την αλεπού, δεν βρήκαν τίποτα, παρά μόνο το βίος τους ρημαγμένο.</p><br><p>Ο τρίτος γιος, ο κουτός, πήρε τον δρόμο που του είχαν αφήσει τα αδέρφια του και πορεύτηκε μέχρι που άρχισε να πεινάει. Στην άκρη του δρόμου είδε μια αχλαδιά και πήγε κι έκατσε κάτω από τον ίσκιο της, να φάει το ψωμάκι και το χοιρινό του, με την ησυχία του. Δεν είχε προλάβει καλά καλά να κάτσει, και να σου η ίδια κουτσή αλεπού, που μόλις είχε ξεφύγει από τα αδέρφια του. Τον πλησίασε κουτσαίνοντας στα τρία της πόδια και τον παρακάλεσε να μοιραστεί το φαγητό του μαζί της. Εκείνος τη λυπήθηκε έτσι κουτσή που ήταν και της είπε: “Έλα αλεπού μου, ξέρω πως πεινάς και ξέρω πόσο δύσκολο πρέπει να είναι για σένα να βρεις φαγητό με τα τρία σου ποδαράκια”. Και ο μικρότερος γιος μοιράστηκε το φαγητό του στη μέση με την αλεπού, όσο έφαγε ο ίδιος, τόσο έδωσε και σε εκείνη. Όταν και οι δυο τους τελείωσαν το φαγητό και στυλώθηκαν λιγάκι, η αλεπού ρώτησε: “Πες μου τώρα αληθινά αδερφέ μου, για πού το έβαλες;”. Ο κουτός αδερφός της είπε: “Έτσι κι έτσι, αλεπού μου: Έχω έναν πατέρα και δυο αδέλφια. Το ένα μάτι του πατέρα μας πάντα γελά, γιατί τον κάνουμε περήφανο. Το άλλο όλο κλαίει, γιατί κάποτε είχε ένα αμπέλι που του έκανε έναν κουβά κρασί την ώρα και του τό ‘κλεψαν. Εγώ λοιπόν θα γυρίσω όλον το κόσμο και θα ρωτάω όποιον βρίσκω στον δρόμο μου, αν ξέρει κάτι για αυτό το αμπέλι, για να το βρω και να το επιστρέψω στον πατέρα μου, ώστε να μην κλαίει πια το μάτι του”.</p><br><p>Είπε τότε η αλεπού: “Εγώ ξέρω πού είναι αυτό το αμπέλι. Ακολούθα με”. Ακολούθησε λοιπόν ο μικρότερος γιος την αλεπού, μέχρι που έφτασαν σε έναν μεγάλο κήπο. Γύρισε και του είπε η αλεπού: “Εκεί είναι το αμπέλι που ζητάς. Αλλά δεν θα είναι εύκολο να το πάρεις πίσω. Άκου τώρα προσεκτικά, τι θα σου πω. Στον κήπο, πριν φτάσεις στο αμπέλι θα περάσεις από δώδεκα φυλάκια και δώδεκα φρουρούς. Αν δεις τους φρουρούς να σε κοιτούν, τότε πέρνα ελεύθερα, γιατί αυτοί κοιμούνται με τα μάτια τους ανοικτά. Αλλά αν τους δεις με τα μάτια τους κλειστά, μην περάσεις, γιατί τότε είναι που είναι ξύπνιοι. Μόλις φτάσεις στο αμπέλι, στη βάση του θα δεις δυο φτυάρια - ένα χρυσό και ένα ξύλινο. Να μην πάρεις επουδενί το χρυσό, γιατί αυτό θα αρχίσει να κουδουνίζει και θα ξυπνήσει τους φρουρούς. Αν σε πιάσουν οι φρουροί, τότε ποιος σε σώζει! Να πάρεις το ξύλινο φτυάρι και να ξεριζώσεις προσεκτικά το αμπέλι, και τότε μπορείς να επιστρέψεις, μόνο όταν οι φρουροί έχουν τα μάτια τους ανοικτά. Τότε σίγουρα, θα έχεις το αμπέλι στα χέρια σου! Θα είμαι εδώ, στην είσοδο και θα σε περιμένω. ”</p><br><p>Μπήκε λοιπόν ο μικρότερος γιος στον κήπο και έφτασε στο πρώτο φυλάκιο με τον πρώτο φρουρό, ο οποίος τον κοιτούσε κατάματα. Το φάνηκε του γιου, πως θα μπορούσε να τον λιώσει με αυτό το βλέμμα του. Πέρασε όμως προσεκτικά τον πρώτο φρουρό και μετά τον δεύτερο και τον τρίτο και όλους τους φρουρούς και τα φυλάκια στη σειρά, μέχρι που διέσχισε όλον τον κήπο και έφτασε στο αμπέλι. Το αμπέλι ήταν όντως αυτό που έβγαζε έναν κουβά κρασί την ώρα. Κουράστηκε όμως να σκάβει με το ξύλινο φτυάρι και έπιασε να σκάψει με το χρυσό. Σαν έκανε την πρώτη σκαψιά, το χρυσό φτυάρι κουδούνισε τόσο δυνατά που ξύπνησε τον πιο κοντινό φρουρό, εκείνος έπιασε αμέσως τον κουτό γιο και τον πήγε κατευθείαν στον αφέντη του.</p><br><p>Ο αφέντης κοίταξε καλά καλά τον γιο και τον ρώτησε: “Πώς τόλμησες να περάσεις από όλους τους φρουρούς μου, να φτάσεις μέχρι το αμπέλι μου και να δοκιμάσεις να το κλέψεις;” Και ο μικρότερος γιος αποκρίθηκε: “Δεν είναι δικό σου το αμπέλι, είναι του πατέρα μου. Το αριστερό του μάτι κλαίει και θα κλαίει μέχρι να πεθάνει, αν δεν του γυρίσω πίσω το αμπέλι του. Κι αυτό θα κάνω, θα του το πάω πίσω. Αν δεν μου το δώσεις, εγώ θα επιστρέψω και θα δοκιμάσω για δεύτερη φορά να σου το πάρω και θα τα καταφέρω.” Ο αφέντης είπε τότε: “Δεν μπορώ να σου δώσω τα αμπέλι. Εκτός όμως κι αν μου φέρεις τη χρυσή μηλιά που ανθίζει και κάνει χρυσά μήλα κάθε εικοσιτέσσερις ώρες. Τότε θα σου δώσω το αμπέλι.”</p><br><p>Ο γιος πήγε πίσω στην αλεπού: “Λοιπόν, πώς πήγε;”, τον ρώτησε εκείνη. “Τι πως πήγε, δεν πήγε. Τους πέρασα όλους τους φρουρούς και έφτασα στο αμπέλι. Αλλά κουράστηκα να σκάβω με το ξύλινο φτυάρι και έπιασα το χρυσό. Αυτό κουδούνισε και ξύπνησε τον φρουρό. Ο φρουρός με έπιασε και με πήγε στον αφέντη του. Ο αφέντης είπε, οτι θα μου δώσει το αμπέλι αν του πάω τη χρυσή μηλιά που ανθίζει και κάνει χρυσά μήλα, όλα σε μια μέρα”. Και η αλεπού είπε απογοητευμένη: “Γιατί δεν έκανες όπως σου είπα; Θα είχες ξεμπερδέψει τώρα και θα είχες πάει το αμπέλι στον πατέρα σου”. Ο γιος έσκυψε το κεφάλι του ντροπιασμένος: “Βλέπω τώρα το λάθος μου. Να είσαι σίγουρη, δεν θα ξανασυμβεί”. “Καλά, καλά. Πάμε τώρα να πάρουμε τη χρυσή μηλιά”, είπε η αλεπού και οδήγησε τον μικρότερο για στο δρόμο για τη χρυσή μηλιά. </p><br><p>Αυτή τη φορά έφτασαν μπροστά σε ένα κήπο, πολύ ομορφότερο από τον προηγούμενο και η αλεπού έδωσε στον γιο παρόμοιες οδηγίες, για να περάσει από τους φρουρούς και τα φυλάκια: “...και μόλις τους περάσεις όλους θα φτάσεις στον κήπο με τη χρυσή μηλιά. Δίπλα της θα δεις δυο κοντάρια, ένα ξύλινο κι ένα χρυσό. Μην πιάσεις το χρυσό για να τινάξεις τη μηλιά, πιάσε το ξύλινο. Αν πιάσεις το χρυσό, με το που θα αγγίξεις τη μηλιά αυτό θα σφυρίξει τόσο δυνατά που θα ξυπνήσει τους φρουρούς και θα έχεις πρόβλημα. Πάρε το ξύλινο και μόλις τελειώσεις, έλα αμέσως πίσω σε εμένα. Αν με παρακούσεις και αυτή τη φορά, δεν θα σε ξαναβοηθήσω”. Ο κουτός γιος, που άκουσε πολύ προσεκτικά τις οδηγίες της αλεπούς, είπε: “Θα κάνω όπως μου είπες αλεπού, θέλω να πάρω το δέντρο, για να πάρω το αμπέλι. Ανυπομονώ να γυρίσω πίσω στον πατέρα μου”. Και με αυτό, μπήκε στον κήπο. Πέρασε με επιτυχία τους δώδεκα φρουρούς και τα δώδεκα φυλάκια και έφτασε τη χρυσή μηλιά. Από τον ενθουσιασμό του όμως που είχε φτάσει τη μηλιά και που το αμπέλι θα γινόταν σύντομα δικό του, ο κουτός γιος ξεχάστηκε και έπιασε το χρυσό κοντάρι να τινάξει τη μηλιά. Ακουμπώντας το πρώτο χρυσό κλαδί, το κοντάρι σφύριξε τόσο δυνατά, που ξύπνησε τους φρουρούς. Ο πιο κοντινός φρουρός, γράπωσε τον γιο και τον πήγε στον αφέντη του.</p><br><p>Ο αφέντης ρώτησε αυστηρά τον κουτό γιο: “Πώς τόλμησες και πως τα κατάφερες εσύ να περάσεις από όλους τους φρουρούς μου, να φτάσεις μέχρι τη χρυσή μηλιά μου και να την τινάξεις;” και ο γιος απάντησε: “Έτσι κι έτσι - το αριστερό μάτι του πατέρα μου όλο κλαίει, από τότε που έκλεψαν το αμπέλι, που του έκανε έναν κουβά κρασί κάθε ώρα. Το αμπέλι είναι τώρα στον κήπο του αφέντη που μου είπε, ότι για να το πάρω πίσω πρέπει να του πάω τη χρυσή μηλιά που σε μια μέρα ανθίζει και κάνει τα μήλα τα χρυσά. Έτσι κι εγώ ήρθα να τινάξω τη χρυσή μηλιά, να την πάρω και να την πάω στον άλλον αφέντη, να πάρω το αμπέλι και να το πάω στον πατέρα μου, ώστε να σταματήσει να κλαίει. Αν δεν μου δώσεις τη χρυσή μηλιά, εγώ θα γυρίσω να στην κλέψω πάλι.” Και ακούγοντάς τα αυτά ο αφέντης της χρυσής μηλιάς, σκέφτηκε λίγο και είπε στον γιο: “Καλώς, καλώς. Πήγαινε να μου φέρεις το χρυσό άλογο που σε μια μέρα πετάει γύρω τον κόσμο και θα σου δώσω τη χρυσή μηλιά. Τότε θα μπορέσεις να την ανταλλάξεις με το αμπέλι, θα το πας στον πατέρα σου και θα σταματήσει να κλαίει το αριστερό του μάτι”.</p><br><p>Βγήκε από τον κήπο ο κουτός γιος και εκεί τον περίμενε η αλεπού: “Λοιπόν, τι έγινε, πώς πήγε;” τον ρώτησε ανυπόμονα. “Καθόλου καλά”, της απάντησε ο γιος. “Τα χρυσά μήλα ήταν τόσο όμορφα που σε μια στιγμή ξέχασα τι μου είχες πει και σήκωσα το χρυσό κοντάρι, να τινάξω τη μηλιά. Τότε, το κοντάρι σφύριξε πολύ δυνατά και με έπιασε ο φρουρός και με πήγε μπροστά στον αφέντη του. Αυτός μου είπε να του πάω το χρυσό άλογο που πετάει γύρω τον κόσμο σε μια μέρα και τότε θα μου δώσει τη μηλιά, να την αλλάξω με το αμπέλι, να το πάω στον πατέρα μου, να μην κλαίει πια”. Η αλεπού πάλι τον μάλωσε: “Γιατί με παράκουσες; Βλέπεις τώρα τι έκανες; Θα ήσουν ήδη με τον πατέρα σου και όλα θα είχαν τελειώσει. Τώρα βασανίζεις κι εμένα και τον εαυτό σου”. Ο γιος τότε ντροπιασμένος είπε όλο παράπονο στην αλεπού: “Συγχώρεσε με αλεπού μου. Βρες μου το χρυσό άλογο και εγώ θα σε υπακούω για πάντα!”.</p><br><p>Η αλεπού τότε τον οδήγησε σε ένα αχανές και φρικτό δάσος. Προχωρώντας μέσα στο δάσος, βρέθηκαν μπροστά στην αυλή μιας φάρμας. Όπως και με το αμπέλι και τη μηλιά, και εδώ υπήρχαν δώδεκα φυλάκια με δώδεκα φρουρούς που φυλούσαν το χρυσό άλογο. Είπε τότε στον γιο η αλεπού: “Όπως έκανες και πριν, έτσι και εδώ θα περάσεις από τους φρουρούς με τον ίδιο τρόπο. Μόλις τους περάσεις, θα φτάσεις σε έναν στάβλο και μέσα θα δεις το χρυσό άλογο. Δίπλα του θα είναι δύο χαλινάρια - ένα χρυσό και ένα από σκοινί. Μην πας να του φορέσεις το χρυσό χαλινάρι γιατί τότε το άλογο θα χλιμηντρίσει τόσο δυνατά, που θα ξυπνήσει τον φρουρό. Τότε θα σε πιάσει ο φρουρός και ποια θα είναι η μοίρα σου μετά; Να μην σε δω μπροστά μου χωρίς το χρυσό άλογο!” και ο γιος την καθησύχασε: “Εντάξει αλεπού μου, δεν θα έρθω με άδεια χέρια” και μπήκε στη φάρμα. </p><br><p>Πέρασε όλους τους φρουρούς, όταν τα μάτια τους ήταν ανοικτά και έφτασε στον στάβλο, όπου και είδε το άλογο. Τι όμορφο που ήταν! Ολόχρυσο άλογο με ολόχρυσα φτερά, σαν να είχε κατέβει από τους ουρανούς, τόσο θεϊκά όμορφο ήταν! Κοίταξε γύρω και είδε και μια χρυσή σέλα, χρυσά γκέμια και χρυσά πέταλα και δίπλα το σκοινένιο χαλινάρι. Σκέφτηκε και σκέφτηκε και αποφάσισε: “Δεν μου πάει να του φορέσω αυτό το κακάσχημο πράγμα, είναι απαίσιο. Χίλιες φορές να το χάσω τελείως το άλογο παρά να το ντροπιάσω έτσι, τόσο όμορφο που είναι…” και πήρε το χρυσό χαλινάρι, το φόρεσε στο χρυσό άλογο και τον καβάλησε. Αυτό όμως χλιμήντρησε τόσο δυνατά που ξύπνησε τον φρουρό, εκείνος, έπιασε τον κουτό γιο και τον πήγε μπροστά στον αφέντη του.</p><br><p>Ο αφέντης του χρυσού αλόγου είπε στον γιο: “Με ποιο σκεπτικό ήρθες ως εδώ, πέρασες τους φρουρούς μου και πήγες να κλέψεις το άλογο μου;” Και ο γιος απάντησε: “Η ανάγκη αφέντη μου. Ο πατέρας μου έχει ένα μάτι, που όλο κλαίει και θα κλαίει, μέχρι να του επιστραφεί το πολύτιμο αμπέλι του. Αυτό το αμπέλι του έκανε εικοσιτέσσερις κουβάδες κρασί σε μια μέρα και του τό ‘κλεψαν. Το βρήκα εγώ όμως και θα μπορέσω να το πάω στον πατέρα μου, αν το ανταλλάξω με τη χρυσή μηλιά. Για να πάρω τη χρυσή μηλιά όμως, πρέπει να την ανταλλάξω με το χρυσό άλογο. Γι’ αυτό ήρθα για το άλογο, για να το πάρω, να το δώσω και να πάρω τη μηλιά, για να δώσω αυτή μετά, για να πάρω το αμπέλι, να το πάω στον πατέρα μου, για να μην κλαίει πια.” Ο αφέντης του αλόγου άκουσε τι είχε να του πει ο γιος και στο τέλος είπε: “Πολύ καλά. Αφού είναι έτσι λοιπόν, θα σου δώσω το χρυσό μου άλογο αν εσύ μου βρεις και μου φέρεις την χρυσή κόρη στην κούνια της, που το πρόσωπο της δεν έχει δει μήτε ο ήλιος μήτε το φεγγάρι, που δεν την έχει αγγίξει η σκληρότητα του κόσμου”. Ο μικρότερος γιος σκέφτηκε για λίγο και είπε: </p><p>Αφέντη μου, για να σου φέρω τη χρυσή κόρη θα χρειαστώ το χρυσό άλογο, αλλιώς πώς θα την βρω και θα στην φέρω; Δεν νομίζεις πως το χρυσό άλογο είναι το πιο σωστό μέσο για την εύρεσή της;</p><p>Και ποιός μου λέει εμένα ότι θα επιστρέψεις; ρώτησε ο αφέντης.</p><p>Σου ορκίζομαι αφέντη μου, στα μάτια του πατέρα μου, ότι θα επιστρέψω είτε για να σου επιστρέψω το άλογο αν δεν βρω την κόρη, είτε για να σου την παραδώσω και να πάρω το άλογο σε αντάλλαγμα.</p><p>Ο αφέντης συμφώνησε και έδωσε το χρυσό άλογο στον κουτό γιο. Του φόρεσε το χρυσό χαλινάρι και καβάλα βγήκε από τη φάρμα, εκεί που ανυπόμονα τον περίμενε η αλεπού:</p><p>Το πήρες το άλογο βλέπω!</p><p>Το πήρα, αλλά υπό τον όρο να φέρω στον αφέντη του τη χρυσή κόρη στην κούνια της, που το πρόσωπο της δεν έχει δει μήτε ο ήλιος μήτε το φεγγάρι, που η σκληρότητα του κόσμου δεν τη άγγιξε ποτέ. Έλα λοιπόν, φίλη μου αλεπού, εσύ που ξέρεις από ανάγκη, πες μου αν ξέρεις πού μπορώ να βρω αυτό το πλάσμα, είπε ο γιος στην αλεπού.</p><p>Ξέρω πολύ καλά, πού είναι η κόρη αυτή. Ακολούθα με!</p><br><p>Πήγαιναν και πήγαιναν κάμποσο μέχρι που έφτασαν μπροστά σε μια σπηλιά. Είπε τότε η αλεπού: “Εκεί μέσα είναι το μωρό στη χρυσή του κούνια. Θα μπεις μέσα στη σπηλιά και θα κατέβεις βαθιά μέσα στη γη. Για άλλη μια φορά, θα συναντήσεις δώδεκα φυλάκια με τους φρουρούς τους και θα τους περάσεις, με τα μάτια τους να είναι ανοικτά κι όχι κλειστά. Έπειτα, θα φτάσεις σε ένα δωμάτιο. Εκεί μέσα είναι η κόρη στην κούνια της και δίπλα, ένα πελώριο στοιχειό. Αυτό θα λέει “Όχι! Όχι! Όχι!” αλλά εσύ μην φοβηθείς, δεν μπορεί να σου κάνει τίποτα. Το έχει βάλει εκεί η κακιά μητέρα της μικρής, για να μην πλησιάσει κανείς την κόρη της και την ελευθερώσει. Μα το κοριτσάκι θέλει να ελευθερωθεί και να γλυτώσει από την κακία της μητέρας της. Αφού πάρεις την κόρη, στον γυρισμό θυμήσου να κλείσεις όλες τις πόρτες πίσω σου μία μία, για να μην μπορέσει κανένας φρουρός να σε κυνηγήσει”. Έτσι κι έκανε ο γιος. Πέρασε από όλους τους φρουρούς, έφτασε στο τελευταίο δωμάτιο και στην κόρη, που λυκνιζόταν στην κούνια της. Δίπλα της, το τεράστιο στοιχειό φώναζε “Όχι! Όχι! Όχι!”, αλλά ο γιος το αγνόησε και πήρε την κούνια στα χέρια του. Καβάλησε το άλογο του και έβαλε και την κούνια στη σέλα, βγαίνοντας έκλεισε την κάθε πόρτα πίσω του, πέταξε έξω από τη σπηλιά και προσγειώθηκε μπροστά στην αλεπού, που τον περίμενε με ανυπομονησία.</p><br><p>Βλέποντας τον η αλεπού, είπε: “Δεν είναι κρίμα να δώσεις μια τόσο όμορφη κόρη για το χρυσό άλογο; Αλίμονο όμως, ορκίστηκες στα μάτια του πατέρα σου. Για να δούμε, μήπως μπορώ εγώ να περάσω για τη χρυσή κόρη;” και η αλεπού άρχισε να στριφογυρνά και να χοροπηδά μέχρι που μεταμορφώθηκε σε κόρη, τόσο όμοια με την αληθινή, που μόνο τα αλεπουδίσια μάτια της έκαναν τη διαφορά. Ο γιος την έβαλε στην κούνια και άφησε την αληθινή κόρη, παρέα με το άλογο κάτω από ένα δέντρο. Πήγε στον αφέντη του αλόγου, του παρέδωσε την κόρη-αλεπού μέσα στη χρυσή κούνια και αυτός με τη σειρά του, του έδωσε το άλογο, όπως είχαν συμφωνήσει. Επέστρεψε τότε στο άλογο και την κόρη.</p><br><p>Στο μεταξύ, ο αφέντης του χρυσού αλόγου, περήφανος για το καινούριο του απόκτημα, ετοίμασε ένα γλέντι για να παρουσιάσει το αντάλλαγμα για το άλογο του. Ένας ένας οι καλεσμένοι του πέρασαν δίπλα από την κούνια και κοίταξαν την κόρη, μέχρι που κάποιος είπε: “Όλα καλά κι ωραία, η κόρη είναι όμορφη πολύ, αλλά τα μάτια της είναι αλεπουδίσια, δεν είναι;” και μόλις το ξεστόμισε αυτό, η κουτσή αλεπού γρήγορα πήρε την αρχική μορφή της, ξεπήδησε από την κούνια κι έτρεξε μακριά. Ο άρχοντας και οι καλεσμένοι του εξοργίστηκαν με αυτή την εξέλιξη και αμέσως όλοι συμφώνησαν να θανατωθεί αυτός, που είχε μιλήσει έτσι για τα μάτια της κόρης.</p><br><p>Η αλεπού έφτασε τον κουτό γιο και οι τρεις τους πια πήραν τον δρόμο για τον αφέντη της χρυσής μιλιάς. Σαν έφτασαν όμως έξω από τον κήπο, είπε η αλεπού στον γιο: </p><p>Τώρα που έχεις σιγουρέψει τη χρυσή κόρη, κρίμα δεν είναι να χάσεις το χρυσό άλογο, μιας και τα δυο τους ταιριάζουν τόσο πολύ; Πες αλήθεια, δεν θα σε θλίψει να αποχωριστείς το χρυσό άλογο;</p><p>Ναι, θα με στενοχωρήσει. Αλλά τι να κάνω, που θέλω να σταματήσει να κλαίει ο πατέρας μου.</p><p>Περίμενε. Για να δούμε, αν μπορώ να πάρω εγώ τη θέση του χρυσού αλόγου.</p><p>Και με αυτό, η αλεπού στριφογύρισε, χοροπήδησε και μεταμορφώθηκε στο χρυσό άλογο. Σε όλα ήταν ίδια, εκτός από την ουρά του αλόγου, που ήταν ίδια με αλεπούς. “Πήγαινέ με στον αφέντη τώρα. Σαν θα σου δώσουν τη χρυσή μηλιά, να φύγεις κι εγώ θα έρθω στο πλευρό σου την κατάλληλη στιγμή”, είπε στον γιο η αλεπού.</p><br><p>Πήρε ο γιος την αλεπού-άλογο και την παρέδωσε στον αφέντη της χρυσής μηλιάς. Εκείνος, τηρώντας τη συμφωνία τους, έδωσε στον μικρότερο γιο τη χρυσή μηλιά κι εκείνος αποχώρησε. Ο αφέντης, χαρούμενος και περήφανος με την ανταλλαγή αυτή, οργάνωσε μια μεγάλη γιορτή, όπου και προσκάλεσε όλους τους άρχοντες να καμαρώσουν το χρυσό του άλογο. Όλοι κατέφτασαν και το θαύμαζαν κυκλώνοντας το, μέχρι που κάποιος είπε: “Είναι όντως ανέλπιστα όμορφο, μόνο αυτή την ουρά αλεπούς να μην είχε…” και αμέσως η αλεπού μεταμορφώθηκε και έτρεξε μακριά. Οι καλεσμένοι και ο άρχοντας θύμωσαν όλοι τόσο πολύ με αυτό το σχόλιο για την ουρά του αλόγου, που θανάτωσαν άμεσα τον άρχοντα που το είχε πει. Η αλεπού, έφτασε τον γιο, την κόρη, το χρυσό άλογο και τη χρυσή μηλιά και όλοι τους πήραν το δρόμο για το αμπέλι.</p><br><p>Στο δρόμο που πήγαιναν, η αλεπού είπε στον γιο: </p><p>Είδες; Τώρα έχεις και τη χρυσή μηλιά. Αλλά να σε ρωτήσω, αφού η κόρη ταιριάζει με το χρυσό άλογο, και το χρυσό άλογο δεν ταιριάζει με τη χρυσή μηλιά; Δεν θα στενοχωρηθείς να δώσεις τη χρυσή μηλιά;</p><p>Ναι, αλεπού μου. Αλλά είναι ο μόνος τρόπος για να πάρω το αμπέλι και να σταματήσει να κλαίει ο πατέρας μου. Και θα θυσίαζα ότι έχω και δεν έχω, για να του απαλύνω τον πόνο, αποκρίθηκε ο γιος.</p><p>Στάσου λίγο τότε. Για να δω, θα μπορέσω να γίνω εγώ η χρυσή μηλιά;</p><p>Και η αλεπού άρχισε πάλι το στριφογύρισμα και το χοροπηδητό, έως ότου μεταμορφώθηκε σε χρυσή μηλιά. Και σε όλα της ήταν ίδια, εκτός από έναν καρπό που, αντί για μήλο, ήταν το κεφάλι της αλεπούς. Η αλεπού είπε τότε στον γιο, να την πάρει όπως ήταν και να την ανταλλάξει με το αμπέλι και ότι αυτή θα ερχόταν να τον βρει την κατάλληλη στιγμή. Και όλα πήγαν ομαλά για άλλη μια φορά, η ανταλλαγή έγινε και ο γιός έφυγε από τον αφέντη του αμπελιού, έχοντας πια αποκτήσει το πολυπόθητο αμπέλι του, ενώ στον άρχοντα άφησε την αλεπού-μηλιά.</p><br><p>Ο άρχοντας, θέλοντας να δείξει σε όλους τους ευγενείς τη χρυσή του μηλιά, τους κάλεσε σε γιορτή και όλοι μαζεύτηκαν να θαυμάσουν το δέντρο. Ένας όμως πιο προσεκτικός ευγενής, κοίταξε λίγο καλύτερα και αναφώνησε: “Όλα καλά κι ωραία, το δέντρο είναι όντως πανέμορφο! Γιατί όμως εκείνος εκεί ο καρπός μοιάζει περισσότερο με κεφάλι αλεπούς παρά για μήλο;”. Μόλις τελείωσε την πρόταση του, το δέντρο μεταμορφώθηκε αμέσως σε αλεπού και έτρεξε μακριά. Όρμισαν όλοι τότε στον κήπο, να σκοτώσουν τον ευγενή για την προσβολή που είχε ξεστομίσει.</p><br><p>Η αλεπού κατέφτασε τον γιο, για να τον αποχαιρετήσει, λέγοντας του πως οι δρόμοι τους θα χώριζαν εκεί. Ο γιος την ευχαρίστησε για όλη της τη βοήθεια και πήρε τον δρόμο για το σπίτι του. Πήγαινε και πήγαινε, ώσπου έφτασε στο σταυροδρόμι, που είχε δει για τελευταία φορά τα αδέρφια του. Είδε πλήθος μαζεμένο και, πλησιάζοντας να δει κι αυτός τι συνέβαινε, είδε τους δυο&nbsp;αδερφούς περικυκλωμένους από έναν όχλο θυμωμένο, καταδικασμένους σε θάνατο. Είπε τότε στην κόρη, πως αυτά ήταν τα αδέρφια του και ότι θα ήθελε να μπορούσε να πληρώσει όσο όσο για τη σωτηρία τους. Η κόρη τότε έβγαλε μέσα από το φορεματάκι της κάποια πετράδια αμύθητης αξίας και τα έδωσε στον μικρότερο γιο. Εκείνος πήγε και πλήρωσε για την ελευθερία των αδερφών του, οι οποίοι στην αναζήτησή τους για το αμπέλι είχαν διαπράξει πολλά και φρικτά εγκλήματα. Τα αδέρφια ζήλεψαν πολύ τον μικρότερο αδερφό τους, αλλά δέχτηκαν την πληρωμή και γύρισαν όλοι μαζί σπίτι. </p><br><p>Φτάνοντας, ο μικρότερος γιος φύτεψε αμέσως το αμπέλι κι αυτό άρχισε να βγάζει κρασί. Το αριστερό μάτι του πατέρα του σταμάτησε να κλαίει κι άρχισε κι αυτό να γελάει σαν το δεξί. Μαζί, η χρυσή μηλιά άρχισε να ανθίζει, το χρυσό άλογο να χλιμηντρίζει και η κόρη να τραγουδά. Όλα ήταν όμορφα κι αγαπημένα στο σπίτι πια.</p><br><p>Λίγο καιρό μετά, ο πατέρας θέλησε να καλλιεργήσει σιτάρι και έστειλε τους γιούς του, να του φέρουν την καλύτερη ποικιλία να φυτέψει. Στον δρόμο τους, συνάντησαν ένα πηγάδι και οι δυο μεγαλύτεροι αδερφοί είπαν στον μικρότερο,&nbsp;να πάει να τους φέρει νερό να πιουν. Ο μικρότερος γιος έσκυψε να γεμίσει τα παγούρια τους, αλλά αυτοί με μια κίνηση τον έσπρωξαν, εκείνος έπεσε μέσα στο πηγάδι και πνίγηκε. Μεμιάς, το αμπέλι σταμάτησε να βγάζει κρασί, το μάτι του πατέρα άρχισε πάλι να κλαίει, η χρυσή μηλιά ξεράθηκε, το άλογο σιώπησε και η κόρη έγινε σκυθρωπή, δεν υπήρχε πια καμιά χαρά στην οικογένεια. </p><br><p>Να σου τότε από το πουθενά εμφανίστηκε η κουτσή αλεπού με τα τρία πόδια. Κατέβηκε κάτω στο πηγάδι και προσεκτικά σήκωσε τον θετό της αδελφό στην πλάτη και τον έβγαλε έξω. στη συνέχεια τον ξάπλωσε στο γρασίδι και πηδώντας στο στήθος του, κατάφερε να βγάλει από μέσα του όλο το νερό που είχε πιει. Σαν πήρε ξανά πνοή ο γιος, η αλεπού μεταμορφώθηκε σε νεαρή κοπέλα και είπε στον μικρότερο γιο: “Η μητέρα μου κάποτε με είχε καταραστεί νεαρέ μου, γιατί τόλμησα να λυπηθώ και να σώσω από σίγουρο θάνατο, κάποιον που εκείνη μισούσε. Με μεταμόρφωσε λοιπόν σε κουτσή αλεπού και θα μπορούσα να σωθώ, μόνο αν έσωζα κάποιον από σίγουρο θάνατο, που μου είχε κάνει καλό. Και να λοιπόν που σε έσωσα, αδερφέ μου. Αντίο, και να είσαι ευτυχισμένος”.</p><br><p>Ο κουτός γιος γύρισε πίσω στον πατέρα του και το αμπέλι έβγαλε πάλι κρασί, η χρυσή μηλιά άνθισε, το χρυσό άλογο χλιμήντρισε, η κόρη άρχισε να τραγουδά και το αριστερό μάτι του πατέρα άρχισε πάλι να γελά. Ο γιος διηγήθηκε τότε τι του είχαν κάνει τα αδέρφια του και ο πατέρας τους έδιωξε μακριά και τους είπε να μην ξαναγυρίσουν ποτέ πίσω. Έπειτα, υιοθέτησε την κόρη και οι τρεις τους έζησαν το υπόλοιπο της ζωής τους, σαν την πιο ευτυχισμένη οικογένεια που έχει ποτέ υπάρξει.</p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></description>
			<itunes:summary><![CDATA[<p>Από τη Σερβία, η πολυτάλαντη, έξυπνη και παμπόνηρη αλεπού, βοηθά τον κουτό γιο να φέρει εις πέρας την αποστολή του.</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Περιέχει κάποιες σκηνές βίας </p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>Ηχητικά εφέ: freesound.org</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ</p><br><p>Η Κουτσή Αλεπού</p><br><p>Ήταν κάποτε ένας άντρας που είχε τρεις γιούς - δυο έξυπνους και έναν πιο αργόστροφο. Αυτός ο άντρας είχε δυο περίεργα μάτια - το δεξί του μάτι πάντα χαμογελούσε, ενώ το αριστερό του μάτι πάντα έκλαιγε και έτρεχαν δάκρυα διαρκώς. Μια μέρα οι γιοί του αποφάσισαν να πάνε ένας ένας και να ρωτήσουν τον πατέρα τους, γιατί το δεξί του μάτι γελούσε ενώ το αριστερό έκλαιγε.</p><br><p>Έτσι, ο μεγαλύτερος γιός πήγε στον πατέρα του και του είπε: “Πατέρα, θα σε ρωτήσω κάτι και θέλω να μου απαντήσεις ειλικρινά: Γιατί το ένα σου μάτι πάντα γελάει και το άλλο κλαίει;”. Ο πατέρας δεν του απάντησε, παρά μόνο γέμισε οργή, σήκωσε ένα μαχαίρι, πλησίασε τον γιο του όλο μίσος ο οποίος έτρεξε γρήγορα έξω από το σπίτι, με αποτέλεσμα το μαχαίρι να καρφωθεί στην πόρτα. Οι άλλοι δυο γιοι, που περίμεναν έξω από το σπίτι όλο ανυπομονησία, μόλις είδαν τον μεγαλύτερο τους αδερφό να βγαίνει στο κατώφλι, τον ρώτησαν αμέσως τι είχε απαντήσει ο πατέρας τους. Εκείνος όμως το μόνο που τους είπε, ήταν: “Αν δεν έχετε ίχνος σοφίας μέσα σας, πηγαίνετε και ρωτήστε τον, να σας πει ο ίδιος”.</p><br><p>Ο μεσαίος γιός αποφάσισε να πάει ο ίδιος να ρωτήσει τον πατέρα για τα μάτια του: “Πατέρα, απάντησε μου ειλικρινά σε αυτό που θα σε ρωτήσω: Γιατί το δεξί σου μάτι πάντα γελά και το αριστερό πάντα κλαίει;” Ο πατέρας δεν απάντησε ούτε στον μεσαίο γιο, παρά μόνο εξοργισμένος σήκωσε το μαχαίρι και του όρμησε απειλητικά, καρφώνοντας το μαχαίρι στην πόρτα και τελικά, βγήκε από το σπίτι ξεφυσώντας. Όταν ο μεσαίος γιος βγήκε από το σπίτι να συναντήσει τα αδέρφια του, αυτά τον ρώτησαν: “Πες μας αδερφέ, που καλή τύχη και ευημερία να ‘χεις, τι σου απάντησε ο πατέρας μας;” Και αυτός μόνο τους απάντησε: “Αν δεν έχετε ούτε λίγη σοφία μέσα σας, πηγαίνετε κι ακούστε τι θα σας πει”. Λέγοντας το αυτό απευθύνθηκε μόνο στον μικρότερο γιο, για να πάει κι αυτός να ρωτήσει τον πατέρα τους.</p><br><p>Πήγε και ο μικρότερος, ο πιο αργόστροφος γιος από τους τρεις στον πατέρα και τον ρώτησε: “Πατέρα, οι δυο μεγαλύτεροι αδερφοί μου δεν μου λένε τι τους είπες όταν σε ρώτησαν. Πες μου εμένα γιατί το δεξί σου μάτι πάντα γελάει και το αριστερό σου πάντα κλαίει;” Και ο πατέρας αμέσως αγρίεψε τόσο που σήκωσε το μαχαίρι και πήγε να του επιτεθεί. Μα εκείνος εκεί που στεκόταν εκεί και στάθηκε, δεν έκανε βήμα και δεν φάνηκε καθόλου φοβισμένος. Βλέποντας το αυτό ο πατέρας του, είπε: “Εσύ είσαι πραγματικός γιός μου, να το ξέρεις. Οι άλλοι δύο είναι δειλοί. Ο λόγος που το δεξί μου μάτι πάντα γελάει είναι, γιατί είμαι ευτυχισμένος και τυχερός που έχω παιδιά που με υπακούν και με βοηθούν σε όλα. Το αριστερό μου μάτι πάντα κλαίει γιατί: είχα κάποτε ένα αμπέλι στον κήπο μου, που γέμιζε έναν κουβά κρασί κάθε ώρα. Εικοσιτέσσερις κουβάδες κρασί την ημέρα! Αλλά κάποιος μου έκλεψε το αμπέλι και δεν ξέρω ποιος, μα ούτε πού είναι και πώς να το βρω. Γι’ αυτό κλαίει το αριστερό μου μάτι και θα κλαίει έτσι μέχρι να πεθάνω, εκτός κι αν το βρω.” Όταν βγήκε έξω ο μικρότερος γιος, τα αδέρφια του τον ρώτησαν τι του είχε πει ο πατέρας τους κι αυτός τους τα είπε όλα με το νι και με το σίγμα.</p><br><p>Αμέσως, τα αδέρφια ετοίμασαν ένα αποχαιρετιστήριο φαγοπότι για τον πατέρα&nbsp;&nbsp;και τους γείτονες και ξεκίνησαν το ταξίδι τους να βρουν το χαμένο αμπέλι. Στο ταξίδι, βρήκαν στον δρόμο τους ένα σταυροδρόμι με τρία παρακλάδια. Τα δύο μεγαλύτερα κι εξυπνότερα αδέρφια συζήτησαν μεταξύ τους και ανακοίνωσαν στον μικρότερο, χαζούλη αδερφό τους: “Έλα αδερφέ μου, ας διαλέξει ο καθένας από έναν δρόμο κι ας πάει ο καθένας μας μόνος του να βρει την τύχη του.” Και ο μικρότερος γιος αποκρίθηκε: “Εντάξει αδέρφια μου, διαλέξτε εσείς όποιον δρόμο θέλετε και εγώ θα πάρω αυτόν που απομένει”. Οι δυο μεγαλύτεροι διάλεξαν δυο δρόμους που αρχικά χωρίζονταν, αλλά σύντομα ξανασυναντιόντουσαν και έτσι, αφού ξεκίνησαν και βρέθηκαν μετά από λίγο να&nbsp;ταξιδεύουν και πάλι μαζί, είπαν: “Δόξα τω Θεώ που ξεφορτωθήκαμε αυτόν τον βλάκα!” Και έκατσαν στην άκρη του δρόμου να κολατσίσουν. Δεν είχαν κάτσει καλά καλά, τους πλησίασε μια αλεπού που περπατούσε με τρία μόνο πόδια. άρχισε να παρακαλά τα αδέρφια να μοιραστούν λίγο από το φαγητό τους μαζί της, αλλά εκείνα μόλις την είδαν είπαν: “Α! Μια αλεπού, ας την σκοτώσουμε!” και σήκωσαν τα ρόπαλά τους και την πήραν στο κατόπι. Η αλεπού κουτσαίνοντας προσπάθησε να τους ξεφύγει και ίσα που τα κατάφερε. Στο μεταξύ όμως, εκεί που είχαν στήσει το κολατσιό τους τα αδέρφια, πέρασαν κάτι τσοπανόσκυλα και έφαγαν μέχρι και το τελευταίο τους ψίχουλο. Έτσι, όταν τα αδέρφια γύρισαν πίσω χωρίς την αλεπού, δεν βρήκαν τίποτα, παρά μόνο το βίος τους ρημαγμένο.</p><br><p>Ο τρίτος γιος, ο κουτός, πήρε τον δρόμο που του είχαν αφήσει τα αδέρφια του και πορεύτηκε μέχρι που άρχισε να πεινάει. Στην άκρη του δρόμου είδε μια αχλαδιά και πήγε κι έκατσε κάτω από τον ίσκιο της, να φάει το ψωμάκι και το χοιρινό του, με την ησυχία του. Δεν είχε προλάβει καλά καλά να κάτσει, και να σου η ίδια κουτσή αλεπού, που μόλις είχε ξεφύγει από τα αδέρφια του. Τον πλησίασε κουτσαίνοντας στα τρία της πόδια και τον παρακάλεσε να μοιραστεί το φαγητό του μαζί της. Εκείνος τη λυπήθηκε έτσι κουτσή που ήταν και της είπε: “Έλα αλεπού μου, ξέρω πως πεινάς και ξέρω πόσο δύσκολο πρέπει να είναι για σένα να βρεις φαγητό με τα τρία σου ποδαράκια”. Και ο μικρότερος γιος μοιράστηκε το φαγητό του στη μέση με την αλεπού, όσο έφαγε ο ίδιος, τόσο έδωσε και σε εκείνη. Όταν και οι δυο τους τελείωσαν το φαγητό και στυλώθηκαν λιγάκι, η αλεπού ρώτησε: “Πες μου τώρα αληθινά αδερφέ μου, για πού το έβαλες;”. Ο κουτός αδερφός της είπε: “Έτσι κι έτσι, αλεπού μου: Έχω έναν πατέρα και δυο αδέλφια. Το ένα μάτι του πατέρα μας πάντα γελά, γιατί τον κάνουμε περήφανο. Το άλλο όλο κλαίει, γιατί κάποτε είχε ένα αμπέλι που του έκανε έναν κουβά κρασί την ώρα και του τό ‘κλεψαν. Εγώ λοιπόν θα γυρίσω όλον το κόσμο και θα ρωτάω όποιον βρίσκω στον δρόμο μου, αν ξέρει κάτι για αυτό το αμπέλι, για να το βρω και να το επιστρέψω στον πατέρα μου, ώστε να μην κλαίει πια το μάτι του”.</p><br><p>Είπε τότε η αλεπού: “Εγώ ξέρω πού είναι αυτό το αμπέλι. Ακολούθα με”. Ακολούθησε λοιπόν ο μικρότερος γιος την αλεπού, μέχρι που έφτασαν σε έναν μεγάλο κήπο. Γύρισε και του είπε η αλεπού: “Εκεί είναι το αμπέλι που ζητάς. Αλλά δεν θα είναι εύκολο να το πάρεις πίσω. Άκου τώρα προσεκτικά, τι θα σου πω. Στον κήπο, πριν φτάσεις στο αμπέλι θα περάσεις από δώδεκα φυλάκια και δώδεκα φρουρούς. Αν δεις τους φρουρούς να σε κοιτούν, τότε πέρνα ελεύθερα, γιατί αυτοί κοιμούνται με τα μάτια τους ανοικτά. Αλλά αν τους δεις με τα μάτια τους κλειστά, μην περάσεις, γιατί τότε είναι που είναι ξύπνιοι. Μόλις φτάσεις στο αμπέλι, στη βάση του θα δεις δυο φτυάρια - ένα χρυσό και ένα ξύλινο. Να μην πάρεις επουδενί το χρυσό, γιατί αυτό θα αρχίσει να κουδουνίζει και θα ξυπνήσει τους φρουρούς. Αν σε πιάσουν οι φρουροί, τότε ποιος σε σώζει! Να πάρεις το ξύλινο φτυάρι και να ξεριζώσεις προσεκτικά το αμπέλι, και τότε μπορείς να επιστρέψεις, μόνο όταν οι φρουροί έχουν τα μάτια τους ανοικτά. Τότε σίγουρα, θα έχεις το αμπέλι στα χέρια σου! Θα είμαι εδώ, στην είσοδο και θα σε περιμένω. ”</p><br><p>Μπήκε λοιπόν ο μικρότερος γιος στον κήπο και έφτασε στο πρώτο φυλάκιο με τον πρώτο φρουρό, ο οποίος τον κοιτούσε κατάματα. Το φάνηκε του γιου, πως θα μπορούσε να τον λιώσει με αυτό το βλέμμα του. Πέρασε όμως προσεκτικά τον πρώτο φρουρό και μετά τον δεύτερο και τον τρίτο και όλους τους φρουρούς και τα φυλάκια στη σειρά, μέχρι που διέσχισε όλον τον κήπο και έφτασε στο αμπέλι. Το αμπέλι ήταν όντως αυτό που έβγαζε έναν κουβά κρασί την ώρα. Κουράστηκε όμως να σκάβει με το ξύλινο φτυάρι και έπιασε να σκάψει με το χρυσό. Σαν έκανε την πρώτη σκαψιά, το χρυσό φτυάρι κουδούνισε τόσο δυνατά που ξύπνησε τον πιο κοντινό φρουρό, εκείνος έπιασε αμέσως τον κουτό γιο και τον πήγε κατευθείαν στον αφέντη του.</p><br><p>Ο αφέντης κοίταξε καλά καλά τον γιο και τον ρώτησε: “Πώς τόλμησες να περάσεις από όλους τους φρουρούς μου, να φτάσεις μέχρι το αμπέλι μου και να δοκιμάσεις να το κλέψεις;” Και ο μικρότερος γιος αποκρίθηκε: “Δεν είναι δικό σου το αμπέλι, είναι του πατέρα μου. Το αριστερό του μάτι κλαίει και θα κλαίει μέχρι να πεθάνει, αν δεν του γυρίσω πίσω το αμπέλι του. Κι αυτό θα κάνω, θα του το πάω πίσω. Αν δεν μου το δώσεις, εγώ θα επιστρέψω και θα δοκιμάσω για δεύτερη φορά να σου το πάρω και θα τα καταφέρω.” Ο αφέντης είπε τότε: “Δεν μπορώ να σου δώσω τα αμπέλι. Εκτός όμως κι αν μου φέρεις τη χρυσή μηλιά που ανθίζει και κάνει χρυσά μήλα κάθε εικοσιτέσσερις ώρες. Τότε θα σου δώσω το αμπέλι.”</p><br><p>Ο γιος πήγε πίσω στην αλεπού: “Λοιπόν, πώς πήγε;”, τον ρώτησε εκείνη. “Τι πως πήγε, δεν πήγε. Τους πέρασα όλους τους φρουρούς και έφτασα στο αμπέλι. Αλλά κουράστηκα να σκάβω με το ξύλινο φτυάρι και έπιασα το χρυσό. Αυτό κουδούνισε και ξύπνησε τον φρουρό. Ο φρουρός με έπιασε και με πήγε στον αφέντη του. Ο αφέντης είπε, οτι θα μου δώσει το αμπέλι αν του πάω τη χρυσή μηλιά που ανθίζει και κάνει χρυσά μήλα, όλα σε μια μέρα”. Και η αλεπού είπε απογοητευμένη: “Γιατί δεν έκανες όπως σου είπα; Θα είχες ξεμπερδέψει τώρα και θα είχες πάει το αμπέλι στον πατέρα σου”. Ο γιος έσκυψε το κεφάλι του ντροπιασμένος: “Βλέπω τώρα το λάθος μου. Να είσαι σίγουρη, δεν θα ξανασυμβεί”. “Καλά, καλά. Πάμε τώρα να πάρουμε τη χρυσή μηλιά”, είπε η αλεπού και οδήγησε τον μικρότερο για στο δρόμο για τη χρυσή μηλιά. </p><br><p>Αυτή τη φορά έφτασαν μπροστά σε ένα κήπο, πολύ ομορφότερο από τον προηγούμενο και η αλεπού έδωσε στον γιο παρόμοιες οδηγίες, για να περάσει από τους φρουρούς και τα φυλάκια: “...και μόλις τους περάσεις όλους θα φτάσεις στον κήπο με τη χρυσή μηλιά. Δίπλα της θα δεις δυο κοντάρια, ένα ξύλινο κι ένα χρυσό. Μην πιάσεις το χρυσό για να τινάξεις τη μηλιά, πιάσε το ξύλινο. Αν πιάσεις το χρυσό, με το που θα αγγίξεις τη μηλιά αυτό θα σφυρίξει τόσο δυνατά που θα ξυπνήσει τους φρουρούς και θα έχεις πρόβλημα. Πάρε το ξύλινο και μόλις τελειώσεις, έλα αμέσως πίσω σε εμένα. Αν με παρακούσεις και αυτή τη φορά, δεν θα σε ξαναβοηθήσω”. Ο κουτός γιος, που άκουσε πολύ προσεκτικά τις οδηγίες της αλεπούς, είπε: “Θα κάνω όπως μου είπες αλεπού, θέλω να πάρω το δέντρο, για να πάρω το αμπέλι. Ανυπομονώ να γυρίσω πίσω στον πατέρα μου”. Και με αυτό, μπήκε στον κήπο. Πέρασε με επιτυχία τους δώδεκα φρουρούς και τα δώδεκα φυλάκια και έφτασε τη χρυσή μηλιά. Από τον ενθουσιασμό του όμως που είχε φτάσει τη μηλιά και που το αμπέλι θα γινόταν σύντομα δικό του, ο κουτός γιος ξεχάστηκε και έπιασε το χρυσό κοντάρι να τινάξει τη μηλιά. Ακουμπώντας το πρώτο χρυσό κλαδί, το κοντάρι σφύριξε τόσο δυνατά, που ξύπνησε τους φρουρούς. Ο πιο κοντινός φρουρός, γράπωσε τον γιο και τον πήγε στον αφέντη του.</p><br><p>Ο αφέντης ρώτησε αυστηρά τον κουτό γιο: “Πώς τόλμησες και πως τα κατάφερες εσύ να περάσεις από όλους τους φρουρούς μου, να φτάσεις μέχρι τη χρυσή μηλιά μου και να την τινάξεις;” και ο γιος απάντησε: “Έτσι κι έτσι - το αριστερό μάτι του πατέρα μου όλο κλαίει, από τότε που έκλεψαν το αμπέλι, που του έκανε έναν κουβά κρασί κάθε ώρα. Το αμπέλι είναι τώρα στον κήπο του αφέντη που μου είπε, ότι για να το πάρω πίσω πρέπει να του πάω τη χρυσή μηλιά που σε μια μέρα ανθίζει και κάνει τα μήλα τα χρυσά. Έτσι κι εγώ ήρθα να τινάξω τη χρυσή μηλιά, να την πάρω και να την πάω στον άλλον αφέντη, να πάρω το αμπέλι και να το πάω στον πατέρα μου, ώστε να σταματήσει να κλαίει. Αν δεν μου δώσεις τη χρυσή μηλιά, εγώ θα γυρίσω να στην κλέψω πάλι.” Και ακούγοντάς τα αυτά ο αφέντης της χρυσής μηλιάς, σκέφτηκε λίγο και είπε στον γιο: “Καλώς, καλώς. Πήγαινε να μου φέρεις το χρυσό άλογο που σε μια μέρα πετάει γύρω τον κόσμο και θα σου δώσω τη χρυσή μηλιά. Τότε θα μπορέσεις να την ανταλλάξεις με το αμπέλι, θα το πας στον πατέρα σου και θα σταματήσει να κλαίει το αριστερό του μάτι”.</p><br><p>Βγήκε από τον κήπο ο κουτός γιος και εκεί τον περίμενε η αλεπού: “Λοιπόν, τι έγινε, πώς πήγε;” τον ρώτησε ανυπόμονα. “Καθόλου καλά”, της απάντησε ο γιος. “Τα χρυσά μήλα ήταν τόσο όμορφα που σε μια στιγμή ξέχασα τι μου είχες πει και σήκωσα το χρυσό κοντάρι, να τινάξω τη μηλιά. Τότε, το κοντάρι σφύριξε πολύ δυνατά και με έπιασε ο φρουρός και με πήγε μπροστά στον αφέντη του. Αυτός μου είπε να του πάω το χρυσό άλογο που πετάει γύρω τον κόσμο σε μια μέρα και τότε θα μου δώσει τη μηλιά, να την αλλάξω με το αμπέλι, να το πάω στον πατέρα μου, να μην κλαίει πια”. Η αλεπού πάλι τον μάλωσε: “Γιατί με παράκουσες; Βλέπεις τώρα τι έκανες; Θα ήσουν ήδη με τον πατέρα σου και όλα θα είχαν τελειώσει. Τώρα βασανίζεις κι εμένα και τον εαυτό σου”. Ο γιος τότε ντροπιασμένος είπε όλο παράπονο στην αλεπού: “Συγχώρεσε με αλεπού μου. Βρες μου το χρυσό άλογο και εγώ θα σε υπακούω για πάντα!”.</p><br><p>Η αλεπού τότε τον οδήγησε σε ένα αχανές και φρικτό δάσος. Προχωρώντας μέσα στο δάσος, βρέθηκαν μπροστά στην αυλή μιας φάρμας. Όπως και με το αμπέλι και τη μηλιά, και εδώ υπήρχαν δώδεκα φυλάκια με δώδεκα φρουρούς που φυλούσαν το χρυσό άλογο. Είπε τότε στον γιο η αλεπού: “Όπως έκανες και πριν, έτσι και εδώ θα περάσεις από τους φρουρούς με τον ίδιο τρόπο. Μόλις τους περάσεις, θα φτάσεις σε έναν στάβλο και μέσα θα δεις το χρυσό άλογο. Δίπλα του θα είναι δύο χαλινάρια - ένα χρυσό και ένα από σκοινί. Μην πας να του φορέσεις το χρυσό χαλινάρι γιατί τότε το άλογο θα χλιμηντρίσει τόσο δυνατά, που θα ξυπνήσει τον φρουρό. Τότε θα σε πιάσει ο φρουρός και ποια θα είναι η μοίρα σου μετά; Να μην σε δω μπροστά μου χωρίς το χρυσό άλογο!” και ο γιος την καθησύχασε: “Εντάξει αλεπού μου, δεν θα έρθω με άδεια χέρια” και μπήκε στη φάρμα. </p><br><p>Πέρασε όλους τους φρουρούς, όταν τα μάτια τους ήταν ανοικτά και έφτασε στον στάβλο, όπου και είδε το άλογο. Τι όμορφο που ήταν! Ολόχρυσο άλογο με ολόχρυσα φτερά, σαν να είχε κατέβει από τους ουρανούς, τόσο θεϊκά όμορφο ήταν! Κοίταξε γύρω και είδε και μια χρυσή σέλα, χρυσά γκέμια και χρυσά πέταλα και δίπλα το σκοινένιο χαλινάρι. Σκέφτηκε και σκέφτηκε και αποφάσισε: “Δεν μου πάει να του φορέσω αυτό το κακάσχημο πράγμα, είναι απαίσιο. Χίλιες φορές να το χάσω τελείως το άλογο παρά να το ντροπιάσω έτσι, τόσο όμορφο που είναι…” και πήρε το χρυσό χαλινάρι, το φόρεσε στο χρυσό άλογο και τον καβάλησε. Αυτό όμως χλιμήντρησε τόσο δυνατά που ξύπνησε τον φρουρό, εκείνος, έπιασε τον κουτό γιο και τον πήγε μπροστά στον αφέντη του.</p><br><p>Ο αφέντης του χρυσού αλόγου είπε στον γιο: “Με ποιο σκεπτικό ήρθες ως εδώ, πέρασες τους φρουρούς μου και πήγες να κλέψεις το άλογο μου;” Και ο γιος απάντησε: “Η ανάγκη αφέντη μου. Ο πατέρας μου έχει ένα μάτι, που όλο κλαίει και θα κλαίει, μέχρι να του επιστραφεί το πολύτιμο αμπέλι του. Αυτό το αμπέλι του έκανε εικοσιτέσσερις κουβάδες κρασί σε μια μέρα και του τό ‘κλεψαν. Το βρήκα εγώ όμως και θα μπορέσω να το πάω στον πατέρα μου, αν το ανταλλάξω με τη χρυσή μηλιά. Για να πάρω τη χρυσή μηλιά όμως, πρέπει να την ανταλλάξω με το χρυσό άλογο. Γι’ αυτό ήρθα για το άλογο, για να το πάρω, να το δώσω και να πάρω τη μηλιά, για να δώσω αυτή μετά, για να πάρω το αμπέλι, να το πάω στον πατέρα μου, για να μην κλαίει πια.” Ο αφέντης του αλόγου άκουσε τι είχε να του πει ο γιος και στο τέλος είπε: “Πολύ καλά. Αφού είναι έτσι λοιπόν, θα σου δώσω το χρυσό μου άλογο αν εσύ μου βρεις και μου φέρεις την χρυσή κόρη στην κούνια της, που το πρόσωπο της δεν έχει δει μήτε ο ήλιος μήτε το φεγγάρι, που δεν την έχει αγγίξει η σκληρότητα του κόσμου”. Ο μικρότερος γιος σκέφτηκε για λίγο και είπε: </p><p>Αφέντη μου, για να σου φέρω τη χρυσή κόρη θα χρειαστώ το χρυσό άλογο, αλλιώς πώς θα την βρω και θα στην φέρω; Δεν νομίζεις πως το χρυσό άλογο είναι το πιο σωστό μέσο για την εύρεσή της;</p><p>Και ποιός μου λέει εμένα ότι θα επιστρέψεις; ρώτησε ο αφέντης.</p><p>Σου ορκίζομαι αφέντη μου, στα μάτια του πατέρα μου, ότι θα επιστρέψω είτε για να σου επιστρέψω το άλογο αν δεν βρω την κόρη, είτε για να σου την παραδώσω και να πάρω το άλογο σε αντάλλαγμα.</p><p>Ο αφέντης συμφώνησε και έδωσε το χρυσό άλογο στον κουτό γιο. Του φόρεσε το χρυσό χαλινάρι και καβάλα βγήκε από τη φάρμα, εκεί που ανυπόμονα τον περίμενε η αλεπού:</p><p>Το πήρες το άλογο βλέπω!</p><p>Το πήρα, αλλά υπό τον όρο να φέρω στον αφέντη του τη χρυσή κόρη στην κούνια της, που το πρόσωπο της δεν έχει δει μήτε ο ήλιος μήτε το φεγγάρι, που η σκληρότητα του κόσμου δεν τη άγγιξε ποτέ. Έλα λοιπόν, φίλη μου αλεπού, εσύ που ξέρεις από ανάγκη, πες μου αν ξέρεις πού μπορώ να βρω αυτό το πλάσμα, είπε ο γιος στην αλεπού.</p><p>Ξέρω πολύ καλά, πού είναι η κόρη αυτή. Ακολούθα με!</p><br><p>Πήγαιναν και πήγαιναν κάμποσο μέχρι που έφτασαν μπροστά σε μια σπηλιά. Είπε τότε η αλεπού: “Εκεί μέσα είναι το μωρό στη χρυσή του κούνια. Θα μπεις μέσα στη σπηλιά και θα κατέβεις βαθιά μέσα στη γη. Για άλλη μια φορά, θα συναντήσεις δώδεκα φυλάκια με τους φρουρούς τους και θα τους περάσεις, με τα μάτια τους να είναι ανοικτά κι όχι κλειστά. Έπειτα, θα φτάσεις σε ένα δωμάτιο. Εκεί μέσα είναι η κόρη στην κούνια της και δίπλα, ένα πελώριο στοιχειό. Αυτό θα λέει “Όχι! Όχι! Όχι!” αλλά εσύ μην φοβηθείς, δεν μπορεί να σου κάνει τίποτα. Το έχει βάλει εκεί η κακιά μητέρα της μικρής, για να μην πλησιάσει κανείς την κόρη της και την ελευθερώσει. Μα το κοριτσάκι θέλει να ελευθερωθεί και να γλυτώσει από την κακία της μητέρας της. Αφού πάρεις την κόρη, στον γυρισμό θυμήσου να κλείσεις όλες τις πόρτες πίσω σου μία μία, για να μην μπορέσει κανένας φρουρός να σε κυνηγήσει”. Έτσι κι έκανε ο γιος. Πέρασε από όλους τους φρουρούς, έφτασε στο τελευταίο δωμάτιο και στην κόρη, που λυκνιζόταν στην κούνια της. Δίπλα της, το τεράστιο στοιχειό φώναζε “Όχι! Όχι! Όχι!”, αλλά ο γιος το αγνόησε και πήρε την κούνια στα χέρια του. Καβάλησε το άλογο του και έβαλε και την κούνια στη σέλα, βγαίνοντας έκλεισε την κάθε πόρτα πίσω του, πέταξε έξω από τη σπηλιά και προσγειώθηκε μπροστά στην αλεπού, που τον περίμενε με ανυπομονησία.</p><br><p>Βλέποντας τον η αλεπού, είπε: “Δεν είναι κρίμα να δώσεις μια τόσο όμορφη κόρη για το χρυσό άλογο; Αλίμονο όμως, ορκίστηκες στα μάτια του πατέρα σου. Για να δούμε, μήπως μπορώ εγώ να περάσω για τη χρυσή κόρη;” και η αλεπού άρχισε να στριφογυρνά και να χοροπηδά μέχρι που μεταμορφώθηκε σε κόρη, τόσο όμοια με την αληθινή, που μόνο τα αλεπουδίσια μάτια της έκαναν τη διαφορά. Ο γιος την έβαλε στην κούνια και άφησε την αληθινή κόρη, παρέα με το άλογο κάτω από ένα δέντρο. Πήγε στον αφέντη του αλόγου, του παρέδωσε την κόρη-αλεπού μέσα στη χρυσή κούνια και αυτός με τη σειρά του, του έδωσε το άλογο, όπως είχαν συμφωνήσει. Επέστρεψε τότε στο άλογο και την κόρη.</p><br><p>Στο μεταξύ, ο αφέντης του χρυσού αλόγου, περήφανος για το καινούριο του απόκτημα, ετοίμασε ένα γλέντι για να παρουσιάσει το αντάλλαγμα για το άλογο του. Ένας ένας οι καλεσμένοι του πέρασαν δίπλα από την κούνια και κοίταξαν την κόρη, μέχρι που κάποιος είπε: “Όλα καλά κι ωραία, η κόρη είναι όμορφη πολύ, αλλά τα μάτια της είναι αλεπουδίσια, δεν είναι;” και μόλις το ξεστόμισε αυτό, η κουτσή αλεπού γρήγορα πήρε την αρχική μορφή της, ξεπήδησε από την κούνια κι έτρεξε μακριά. Ο άρχοντας και οι καλεσμένοι του εξοργίστηκαν με αυτή την εξέλιξη και αμέσως όλοι συμφώνησαν να θανατωθεί αυτός, που είχε μιλήσει έτσι για τα μάτια της κόρης.</p><br><p>Η αλεπού έφτασε τον κουτό γιο και οι τρεις τους πια πήραν τον δρόμο για τον αφέντη της χρυσής μιλιάς. Σαν έφτασαν όμως έξω από τον κήπο, είπε η αλεπού στον γιο: </p><p>Τώρα που έχεις σιγουρέψει τη χρυσή κόρη, κρίμα δεν είναι να χάσεις το χρυσό άλογο, μιας και τα δυο τους ταιριάζουν τόσο πολύ; Πες αλήθεια, δεν θα σε θλίψει να αποχωριστείς το χρυσό άλογο;</p><p>Ναι, θα με στενοχωρήσει. Αλλά τι να κάνω, που θέλω να σταματήσει να κλαίει ο πατέρας μου.</p><p>Περίμενε. Για να δούμε, αν μπορώ να πάρω εγώ τη θέση του χρυσού αλόγου.</p><p>Και με αυτό, η αλεπού στριφογύρισε, χοροπήδησε και μεταμορφώθηκε στο χρυσό άλογο. Σε όλα ήταν ίδια, εκτός από την ουρά του αλόγου, που ήταν ίδια με αλεπούς. “Πήγαινέ με στον αφέντη τώρα. Σαν θα σου δώσουν τη χρυσή μηλιά, να φύγεις κι εγώ θα έρθω στο πλευρό σου την κατάλληλη στιγμή”, είπε στον γιο η αλεπού.</p><br><p>Πήρε ο γιος την αλεπού-άλογο και την παρέδωσε στον αφέντη της χρυσής μηλιάς. Εκείνος, τηρώντας τη συμφωνία τους, έδωσε στον μικρότερο γιο τη χρυσή μηλιά κι εκείνος αποχώρησε. Ο αφέντης, χαρούμενος και περήφανος με την ανταλλαγή αυτή, οργάνωσε μια μεγάλη γιορτή, όπου και προσκάλεσε όλους τους άρχοντες να καμαρώσουν το χρυσό του άλογο. Όλοι κατέφτασαν και το θαύμαζαν κυκλώνοντας το, μέχρι που κάποιος είπε: “Είναι όντως ανέλπιστα όμορφο, μόνο αυτή την ουρά αλεπούς να μην είχε…” και αμέσως η αλεπού μεταμορφώθηκε και έτρεξε μακριά. Οι καλεσμένοι και ο άρχοντας θύμωσαν όλοι τόσο πολύ με αυτό το σχόλιο για την ουρά του αλόγου, που θανάτωσαν άμεσα τον άρχοντα που το είχε πει. Η αλεπού, έφτασε τον γιο, την κόρη, το χρυσό άλογο και τη χρυσή μηλιά και όλοι τους πήραν το δρόμο για το αμπέλι.</p><br><p>Στο δρόμο που πήγαιναν, η αλεπού είπε στον γιο: </p><p>Είδες; Τώρα έχεις και τη χρυσή μηλιά. Αλλά να σε ρωτήσω, αφού η κόρη ταιριάζει με το χρυσό άλογο, και το χρυσό άλογο δεν ταιριάζει με τη χρυσή μηλιά; Δεν θα στενοχωρηθείς να δώσεις τη χρυσή μηλιά;</p><p>Ναι, αλεπού μου. Αλλά είναι ο μόνος τρόπος για να πάρω το αμπέλι και να σταματήσει να κλαίει ο πατέρας μου. Και θα θυσίαζα ότι έχω και δεν έχω, για να του απαλύνω τον πόνο, αποκρίθηκε ο γιος.</p><p>Στάσου λίγο τότε. Για να δω, θα μπορέσω να γίνω εγώ η χρυσή μηλιά;</p><p>Και η αλεπού άρχισε πάλι το στριφογύρισμα και το χοροπηδητό, έως ότου μεταμορφώθηκε σε χρυσή μηλιά. Και σε όλα της ήταν ίδια, εκτός από έναν καρπό που, αντί για μήλο, ήταν το κεφάλι της αλεπούς. Η αλεπού είπε τότε στον γιο, να την πάρει όπως ήταν και να την ανταλλάξει με το αμπέλι και ότι αυτή θα ερχόταν να τον βρει την κατάλληλη στιγμή. Και όλα πήγαν ομαλά για άλλη μια φορά, η ανταλλαγή έγινε και ο γιός έφυγε από τον αφέντη του αμπελιού, έχοντας πια αποκτήσει το πολυπόθητο αμπέλι του, ενώ στον άρχοντα άφησε την αλεπού-μηλιά.</p><br><p>Ο άρχοντας, θέλοντας να δείξει σε όλους τους ευγενείς τη χρυσή του μηλιά, τους κάλεσε σε γιορτή και όλοι μαζεύτηκαν να θαυμάσουν το δέντρο. Ένας όμως πιο προσεκτικός ευγενής, κοίταξε λίγο καλύτερα και αναφώνησε: “Όλα καλά κι ωραία, το δέντρο είναι όντως πανέμορφο! Γιατί όμως εκείνος εκεί ο καρπός μοιάζει περισσότερο με κεφάλι αλεπούς παρά για μήλο;”. Μόλις τελείωσε την πρόταση του, το δέντρο μεταμορφώθηκε αμέσως σε αλεπού και έτρεξε μακριά. Όρμισαν όλοι τότε στον κήπο, να σκοτώσουν τον ευγενή για την προσβολή που είχε ξεστομίσει.</p><br><p>Η αλεπού κατέφτασε τον γιο, για να τον αποχαιρετήσει, λέγοντας του πως οι δρόμοι τους θα χώριζαν εκεί. Ο γιος την ευχαρίστησε για όλη της τη βοήθεια και πήρε τον δρόμο για το σπίτι του. Πήγαινε και πήγαινε, ώσπου έφτασε στο σταυροδρόμι, που είχε δει για τελευταία φορά τα αδέρφια του. Είδε πλήθος μαζεμένο και, πλησιάζοντας να δει κι αυτός τι συνέβαινε, είδε τους δυο&nbsp;αδερφούς περικυκλωμένους από έναν όχλο θυμωμένο, καταδικασμένους σε θάνατο. Είπε τότε στην κόρη, πως αυτά ήταν τα αδέρφια του και ότι θα ήθελε να μπορούσε να πληρώσει όσο όσο για τη σωτηρία τους. Η κόρη τότε έβγαλε μέσα από το φορεματάκι της κάποια πετράδια αμύθητης αξίας και τα έδωσε στον μικρότερο γιο. Εκείνος πήγε και πλήρωσε για την ελευθερία των αδερφών του, οι οποίοι στην αναζήτησή τους για το αμπέλι είχαν διαπράξει πολλά και φρικτά εγκλήματα. Τα αδέρφια ζήλεψαν πολύ τον μικρότερο αδερφό τους, αλλά δέχτηκαν την πληρωμή και γύρισαν όλοι μαζί σπίτι. </p><br><p>Φτάνοντας, ο μικρότερος γιος φύτεψε αμέσως το αμπέλι κι αυτό άρχισε να βγάζει κρασί. Το αριστερό μάτι του πατέρα του σταμάτησε να κλαίει κι άρχισε κι αυτό να γελάει σαν το δεξί. Μαζί, η χρυσή μηλιά άρχισε να ανθίζει, το χρυσό άλογο να χλιμηντρίζει και η κόρη να τραγουδά. Όλα ήταν όμορφα κι αγαπημένα στο σπίτι πια.</p><br><p>Λίγο καιρό μετά, ο πατέρας θέλησε να καλλιεργήσει σιτάρι και έστειλε τους γιούς του, να του φέρουν την καλύτερη ποικιλία να φυτέψει. Στον δρόμο τους, συνάντησαν ένα πηγάδι και οι δυο μεγαλύτεροι αδερφοί είπαν στον μικρότερο,&nbsp;να πάει να τους φέρει νερό να πιουν. Ο μικρότερος γιος έσκυψε να γεμίσει τα παγούρια τους, αλλά αυτοί με μια κίνηση τον έσπρωξαν, εκείνος έπεσε μέσα στο πηγάδι και πνίγηκε. Μεμιάς, το αμπέλι σταμάτησε να βγάζει κρασί, το μάτι του πατέρα άρχισε πάλι να κλαίει, η χρυσή μηλιά ξεράθηκε, το άλογο σιώπησε και η κόρη έγινε σκυθρωπή, δεν υπήρχε πια καμιά χαρά στην οικογένεια. </p><br><p>Να σου τότε από το πουθενά εμφανίστηκε η κουτσή αλεπού με τα τρία πόδια. Κατέβηκε κάτω στο πηγάδι και προσεκτικά σήκωσε τον θετό της αδελφό στην πλάτη και τον έβγαλε έξω. στη συνέχεια τον ξάπλωσε στο γρασίδι και πηδώντας στο στήθος του, κατάφερε να βγάλει από μέσα του όλο το νερό που είχε πιει. Σαν πήρε ξανά πνοή ο γιος, η αλεπού μεταμορφώθηκε σε νεαρή κοπέλα και είπε στον μικρότερο γιο: “Η μητέρα μου κάποτε με είχε καταραστεί νεαρέ μου, γιατί τόλμησα να λυπηθώ και να σώσω από σίγουρο θάνατο, κάποιον που εκείνη μισούσε. Με μεταμόρφωσε λοιπόν σε κουτσή αλεπού και θα μπορούσα να σωθώ, μόνο αν έσωζα κάποιον από σίγουρο θάνατο, που μου είχε κάνει καλό. Και να λοιπόν που σε έσωσα, αδερφέ μου. Αντίο, και να είσαι ευτυχισμένος”.</p><br><p>Ο κουτός γιος γύρισε πίσω στον πατέρα του και το αμπέλι έβγαλε πάλι κρασί, η χρυσή μηλιά άνθισε, το χρυσό άλογο χλιμήντρισε, η κόρη άρχισε να τραγουδά και το αριστερό μάτι του πατέρα άρχισε πάλι να γελά. Ο γιος διηγήθηκε τότε τι του είχαν κάνει τα αδέρφια του και ο πατέρας τους έδιωξε μακριά και τους είπε να μην ξαναγυρίσουν ποτέ πίσω. Έπειτα, υιοθέτησε την κόρη και οι τρεις τους έζησαν το υπόλοιπο της ζωής τους, σαν την πιο ευτυχισμένη οικογένεια που έχει ποτέ υπάρξει.</p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></itunes:summary>
		</item>
		<item>
			<title>Τα Τέσσερα Αδέρφια</title>
			<itunes:title>Τα Τέσσερα Αδέρφια</itunes:title>
			<pubDate>Fri, 19 Feb 2021 08:30:14 GMT</pubDate>
			<itunes:duration>11:30</itunes:duration>
			<enclosure url="https://sphinx.acast.com/p/open/s/6013ebce985ab977d52addcc/e/602e8ab822136a22899aa361/media.mp3" length="11228274" type="audio/mpeg"/>
			<guid isPermaLink="false">602e8ab822136a22899aa361</guid>
			<itunes:explicit>false</itunes:explicit>
			<link>https://www.karakaxa.org/%CE%B5%CF%80%CE%B5%CE%B9%CF%83%CF%8C%CE%B4%CE%B9%CE%B1</link>
			<acast:episodeId>602e8ab822136a22899aa361</acast:episodeId>
			<acast:showId>6013ebce985ab977d52addcc</acast:showId>
			<acast:episodeUrl>mitos07</acast:episodeUrl>
			<acast:settings><![CDATA[FYjHyZbXWHZ7gmX8Pp1rmbKbhgrQiwYShz70Q9/ffXZMTtedvdcRQbP4eiLMjXzCKLPjEYLpGj+NMVKa+5C8pL4u/EOj1Vw4h5MMJYp0lCcFAe0fnxBJy/1ju4Qxy1fh8gO4DvlGA40yms2g0/hOkcrfHIopjTygHFqGwwOPKFIai4SuTvs86Lx3UYCyl6Zs+WO4fC9bB8/2bSJALEZpunHdJA38/ZCmkJMYOTmjFjpXtg1aKp9h7XiNkNuSU2k3eVvFTYdSlm2FvGFzb3iNrqybwqenkLMLSgn1tXdgCTF2aUatd8yeZLb4iYR7+U6O]]></acast:settings>
			<itunes:subtitle>Μίτος</itunes:subtitle>
			<itunes:episodeType>full</itunes:episodeType>
			<itunes:episode>7</itunes:episode>
			<itunes:image href="https://assets.pippa.io/shows/6013ebce985ab977d52addcc/1613662759282-bf99663c1d98bc2a6bcf9ba5641a81a5.jpeg"/>
			<description><![CDATA[<p>Η Μοραβία, τώρα στα ανατολικά της Τσεχίας είχε και έχει κι αυτή τη λαϊκή της παράδοση. Τα τέσσερα αδέρφια γύρισαν τον κόσμο και εκπλήρωσαν το πεπρωμένο τους.</p><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Περιέχει βία ενάντια σε ζώα </p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>Ηχητικά εφέ: freesound.org</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ</p><br><p>Τα Τέσσερα Αδέρφια</p><br><p>Ήταν μια φορά ένας κυνηγός που είχε τέσσερεις γιους, που ήθελαν να γνωρίσουν τον κόσμο. Όταν έγιναν όλοι τους δεκαέξι χρονών είπαν στον πατέρα τους: «Θα πάμε να ταξιδέψουμε στον κόσμο πατέρα. Δώσε μας χρήματα για το ταξίδι». Ο πατέρας έδωσε στον καθένα 100 χρυσά φλουριά κι ένα άλογο. Καβάλησαν τα άλογα και ξεκίνησαν το ταξίδι τους.</p><br><p>Στην κορυφή ενός βουνού βρέθηκαν μπροστά σε ένα σταυροδρόμι με τέσσερις κατευθύνσεις και στη μέση μια οξιά. Εκεί σταμάτησαν και ο μεγαλύτερος είπε στους υπόλοιπους: «Αδέρφια μου, ας χωριστούμε εδώ κι ας πάρει ο καθένας από ένα διαφορετικό δρόμο προς αναζήτηση της τύχης του. Ας βυθίσουμε ο καθένας το μαχαίρι μας σε αυτή την οξιά κι ας ορκιστούμε σε ένα χρόνο και μια μέρα να ξαναβρεθούμε εδώ. Τα μαχαίρια αυτά θα είναι οιωνοί. Αν κάποιο από αυτά τα μαχαίρια σκουριάσει θα σημαίνει, ότι αυτός στον οποίο ανήκει θα έχει πεθάνει. Αν δεν έχει σκουριάσει, θα είναι ζωντανός».</p><br><p>Ο κάθε αδελφός πήρε και διαφορετικό μονοπάτι και όταν συνάντησαν πόλεις ή χωριά εγκαταστάθηκαν και μάθανε κι από μια τέχνη. Ο μεγαλύτερος έγινε μπαλωματής, ο δεύτερος κλέφτης, ο τρίτος αστρολόγος και ο μικρότερος κυνηγός. Μόλις πέρασε ο χρόνος και μια μέρα, πήγαν όλοι για τη συνάντησή τους στην οξιά. Ο μεγαλύτερος έφτασε πρώτος και τράβηξε το μαχαίρι του από το δέντρο. Προς μεγάλη του χαρά είδε ότι κανένα από τα άλλα μαχαίρια δεν είχε σκουριάσει, που σήμαινε ότι όλα του τ’ αδέλφια ζούσαν και ήταν καλά. Πήρε τον δρόμο για το πατρικό του και, όταν έφτασε τον προϋπάντησε ο πατέρας του:</p><p>- Καλώς ήλθες γιε μου. Τι τέχνη έμαθες εκεί στον κόσμο;</p><p>- Πατέρα, δεν θα σε γεμίσω παραμύθια, είμαι μπαλωματής.</p><p>- Πολύ χρήσιμο επάγγελμα διάλεξες...</p><p>- Αλλά πατέρα δεν είμαι μπαλωματής σαν όλους τους άλλους. Αν μου φέρουν κάτι για επισκευή, αρκεί να πω “να διορθωθεί” και αμέσως αυτό φτιάχνεται.</p><p>Ο πατέρας πήγε με δυσπιστία και έφερε ένα πανωφόρι, που είχε φαγωθεί στους αγκώνες. Ο γιος του το πήρε στα χέρια του και είπε «Ας διορθωθεί» κι ευθύς το πανωφόρι έγινε σαν καινούριο! Ο πατέρας πήρε το πανωφόρι και δεν είπε τίποτα άλλο.</p><br><p>Την επόμενη μέρα έφτασε στην οξιά και ο δεύτερος γιος του κυνηγού. Έβγαλε το μαχαίρι του από το δέντρο και κοίταξε τα άλλα δύο που ήταν ακόμη εκεί, παρατηρώντας ότι το τελευταίο έλειπε: «Δόξα Σοι! Ο μεγάλος αδερφός έχει ήδη γυρίσει στον πατέρα μας και οι άλλοι δύο ζουν και είναι καλά», σκέφτηκε και συνέχισε το δρόμο για το πατρικό του. Σαν έφτασε, ο πατέρας του τον καλωσόρισε και του είπε:</p><p>- Γιε μου, εσύ τι τέχνη έμαθες;</p><p>- Πατέρα, δεν έχει νόημα να σου λέω ιστορίες, είμαι κλέφτης!</p><p>- Πολύ επικερδή τέχνη διάλεξες, ντροπή σου!</p><p>- Μα πατέρα, δεν είμαι κλέφτης σαν όλους τους άλλους. Αν σκεφτώ κάτι, όπου και να βρίσκεται, εμφανίζεται μπροστά μου μονομιάς.</p><p>Τότε, από μπροστά τους πέρασε γρήγορα ένας λαγός και καθώς απομακρυνόταν, ο πατέρας ζήτησε με δυσπιστία στον γιο του, να του φέρει τον λαγό. Εκείνος είπε «ο λαγός από εκεί να έρθει εδώ» και μπροστά στα πόδια τους εμφανίστηκε ο λαγός. Ο πατέρας σήκωσε το λαγό και μπήκε στο σπίτι, χωρίς να πει τίποτα άλλο. </p><br><p>Την τρίτη μέρα έφτασε στην οξιά και ο τρίτος γιος. Τράβηξε το μαχαίρι του και είδε πως το μοναδικό που απέμενε καρφωμένο στο δέντρο δεν είχε ίχνος σκουριάς: «Κύριε δόξα Σοι, ο μικρότερος ζει και είναι καλά και οι άλλοι δυο αδελφοί μου είναι ήδη στο σπίτι του πατέρα», σκέφτηκε και αναχώρησε κι αυτός να συναντήσει τα αδέρφια και τον πατέρα του. Σαν έφτασε στο πατρικό του, ο πατέρας του τον καλωσόρισε και τον ρώτησε τι τέχνη είχε μάθει τον καιρό που έλειπε:</p><p>- Πατέρα, δεν θα σε ζαλίσω με ιστορίες, είμαι αστρολόγος.</p><p>- Πολύ χρήσιμη τέχνη διάλεξες...</p><p>- Πατέρα μου, δεν είμαι αστρολόγος σαν όλους τους άλλους. Σαν κοιτώ&nbsp;στον ουρανό, μπορώ και βλέπω ολάκερο τον κόσμο ταυτόχρονα. </p><br><p>Την τέταρτη μέρα, πλησίασε την οξιά και ο μικρότερος αδερφός και βλέποντας πως δεν είχε μείνει μαχαίρι καρφωμένο πάνω στο δέντρο, χαρούμενος είπε στον εαυτό του: «Μιας και όλα μου τα αδέρφια είναι ζωντανά και ήδη με τον πατέρα, ας βιαστώ κι εγώ να τους βρω». Και τράβηξε τον δρόμο για το πατρικό του, όλο χαρά. Όταν έφτασε, ο πατέρας του τον ρώτησε:</p><p>- Εσύ τι τέχνη έμαθες, εκεί που ήσουν;</p><p>- Την τέχνη του κυνηγού, πατέρα.</p><p>- Άρα δεν ντράπηκες να ακολουθήσεις τα βήματά μου. Είσαι καλός γιος.</p><p>- Μα πατέρα, δεν είμαι κυνηγός σαν εσένα, ούτε σαν όλους τους άλλους. Αν υπάρχει κάποιο εξαιρετικό και δυσεύρετο θήραμα τότε εγώ λέω “ας θηρευτεί” και μεμιάς το ζώο πεθαίνει.</p><p>Ο πατέρας κοίταξε έξω από το παράθυρο και είδε έναν λαγό να τρέχει έξω στα χωράφια, αρκετά μακριά: «Γρήγορα, πιάσ’ τον!» είπε στο μικρότερο και μόλις αυτός είπε τα λόγια, ο λαγός σωριάστηκε νεκρός. «Δε βλέπω όμως αν έχει πεθάνει», είπε ο πατέρας που προσπαθούσε να δει μέσα από το παράθυρο. Ο τρίτος γιος τότε κοίταξε τον ουρανό και είπε «ναι πατέρα, τον βλέπω, έχει πεθάνει». «Και πώς θα πάμε μέχρι εκεί να τον φέρουμε;» ρώτησε ο πατέρας και ο γιος που είχε μάθει την τέχνη του κλέφτη είπε «ας εμφανιστεί» και ο λαγός βρέθηκε μπροστά τους. Φαινόταν όμως, πως είχε περάσει μέσα από αγκαθωτούς θάμνους, ήταν κατασκισμένος: «Και πως θα τον μαγειρέψουμε έτσι σκισμένος που είναι;» ρώτησε ο πατέρας. Ο μεγαλύτερος γιος είπε τότε «ας διορθωθεί» και μεμιάς διορθώθηκε. Βλέποντάς τα αυτά ο πατέρας είπε και τους τέσσερις γιους του «Με τις τέχνες που μάθατε, δεν θα πεινάσετε ποτέ».</p><br><p>Για κάμποσο καιρό έμειναν όλοι μαζί και δεν τους έλειπε ποτέ τίποτα. Μια μέρα, ο βασιλιάς έβγαλε ανακοίνωση σε όλο το βασίλειο, πως η κόρη του είχε χαθεί και πως θα αντάμειβε πλουσιοπάροχα όποιον την έφερνε πίσω. Τα αδέρφια το συζήτησαν μεταξύ τους και συμφώνησαν να πάνε αυτοί να βρουν την πριγκίπισσα. Παρόλο που ο πατέρας δεν τους έδωσε την ευχή του να φύγουν, εκείνοι ξεκίνησαν το ταξίδι τους. Στη διαδρομή προς το παλάτι, διέδιδαν πως αυτοί ήταν οι μοναδικοί που μπορούσαν να σώσουν την πριγκίπισσα και όταν αυτό έφτασε στ’ αυτιά του βασιλιά, έστειλε αμέσως τη βασιλική του άμαξα να τους φέρει μπροστά του. Μόλις παρουσιάστηκαν στο παλάτι, ο βασιλιάς τους είπε, πως όποιος έβρισκε την κόρη του, θα έπαιρνε ως αμοιβή το βασίλειο και το χέρι της: «Πείτε μου, σας παρακαλώ, πού βρίσκεται η κόρη μου!», παρακάλεσε ο βασιλιάς. Τότε ο αδερφός αστρολόγος του είπε, πως θα μπορούσε να τη δει μόνο μόλις νύχτωνε. Περίμεναν λοιπόν και μόλις νύχτωσε, βγήκαν έξω και οι τέσσερίς τους και ο αστρολόγος σήκωσε το βλέμμα του προς τον ουρανό. Είπε στους υπόλοιπους πως την πριγκίπισσα την είχε αιχμάλωτη ένας τρομερός δράκος, την είχε αρπάξει όταν εκείνη είχε βγει να κάνει τον περίπατό της και την κρατούσε σε ένα νησί πέρα κι από την Ερυθρά Θάλασσα. Ήταν υποχρεωμένη να τον κοιμίζει για δύο ώρες καθημερινά και όταν επιτέλους αποκοιμιόταν, ο δράκος είχε πάντα το κεφάλι του στα γόνατά της. </p><br><p>Σαν ξημέρωσε, τα αδέρφια πήραν την άμαξα του βασιλιά και πήγαν μέχρι την Ερυθρά Θάλασσα. Από εκεί πήραν μια βάρκα και έκαναν κουπί, μέχρι το νησί που ο δράκος φυλούσε την πριγκίπισσα. Όταν έφτασαν στη στεριά, είδαν την πριγκίπισσα να περπατάει στην ακροθαλασσιά και, παρόλο που ο δράκος δεν ήταν εκεί εκείνη τη στιγμή, αυτή τους προειδοποίησε ότι βρίσκονταν σε μεγάλο κίνδυνο μιας και θα ερχόταν από λεπτό σε λεπτό. Τα αδέρφια ανέβηκαν πάλι στη βάρκα και την έσπρωξαν στη θάλασσα. Τότε ο αδερφός που ήταν κλέφτης είπε «η πριγκίπισσα εκεί να έρθει εδώ» και μεμιάς στη βάρκα εμφανίστηκε η πριγκίπισσα. Εκείνη άρχισε να κλαίει και να λέει πως μόνο ο θάνατος τους περίμενε γιατί ο δράκος μπορούσε να ελέγξει τα νερά και να τους πνίξει όλους. Τα αδέρφια έκαναν και έκαναν κουπί με μανία, μα ο δράκος θυμωμένος εμφανίστηκε πάνω από τα κεφάλια τους βρυχώντας και ξεφυσώντας. Ο αστρολόγος είπε στον κυνηγό: «Αδερφέ μου, σκότωσέ τον!» και ο κυνηγός είπε «ας θηρευτεί», ο δράκος έπεσε νεκρός κάθετα πάνω στη βάρκα τσακίζοντάς την έτσι, που έκανε μια μεγάλη τρύπα που έμπαζε νερά. Όλοι μαζί έριξαν τον δράκο στη θάλασσα και ο κυνηγός είπε στον μπαλωματή: «αδερφέ μου γρήγορα! Φτιάξε τη βάρκα να μην πνιγούμε!». Ο μπαλωματής είπε «ας διορθωθεί» και η βάρκα σταμάτησε αμέσως να γεμίζει νερό. Ασφαλείς πια, έφτασαν στην ακτή με την πριγκίπισσα, ανέβηκαν στην άμαξα και κατευθύνθηκαν προς το παλάτι. Στο δρόμο όμως άρχισαν να μαλώνουν για το ποιος θα παντρευόταν την πριγκίπισσα και θα έπαιρνε το βασίλειο. Ο αστρολόγος είπε, πως χωρίς αυτόν δεν θα ήξεραν καν πού βρισκόταν η πριγκίπισσα, ο κλέφτης είπε, πως χωρίς αυτόν&nbsp;δεν θα έβαζαν ποτέ την πριγκίπισσα στη βάρκα, ο κυνηγός είπε, πως αν δεν είχε σκοτώσει αυτός τον δράκο, δεν θα είχαν ξεφύγει ποτέ και τέλος ο μπαλωματής είπε, πως η πριγκίπισσα και το βασίλειο ήταν σαφώς δικά του, μιας και αν δεν είχε επισκευάσει τη βάρκα, θα είχαν χαθεί όλοι τους. </p><br><p>Έφτασαν στο παλάτι και όταν εμφανίστηκαν μπροστά στον βασιλιά, του ζήτησαν να αποφασίσει ο ίδιος, ποιος θα έπαιρνε το χέρι της κόρης του και το βασίλειο. Ο βασιλιάς συλλογίστηκε για μια στιγμή και μετά είπε: «Αδέρφια και σωτήρες της κόρης μου, θα σας φερθώ δίκαια. Είναι αλήθεια πως όλοι βοηθήσατε στη διάσωσή της, μα δεν γίνεται όλοι να την παντρευτείτε. Υποσχέθηκα πως όποιος βρει την κόρη μου, μπορεί να την παντρευτεί και να πάρει το βασίλειό μου, άρα αυτός θα πρέπει να είναι ο αστρολόγος, μιας και αυτός την βρήκε. Αλλά, μόνος του δε θα την έσωζε και γι’ αυτό, για να μοιραστεί δίκαια η αμοιβή, θα χωρίσω το βασίλειό μου σε μικρότερα βασίλεια και θα πάρετε ο καθένας από ένα, να το κυβερνάτε σαν βασιλιάδες κι εσείς». Αυτή η μοιρασιά άρεσε στα αδέρφια και τη βρήκαν δίκαιη. Μόλις ο αστρολόγος παντρεύτηκε την πριγκίπισσα, κάλεσε να έρθει ο πατέρας του στο παλάτι, ο οποίος καταχάρηκε σαν είδε ότι όλοι του οι γιοι είχαν γίνει βασιλιάδες. Την άνοιξη έμενε με τον μπαλωματή, το καλοκαίρι με τον κλέφτη, το φθινόπωρο με τον κυνηγό και το χειμώνα με τον αστρολόγο. Κι έτσι πέρασε το υπόλοιπο της ζωής του.</p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></description>
			<itunes:summary><![CDATA[<p>Η Μοραβία, τώρα στα ανατολικά της Τσεχίας είχε και έχει κι αυτή τη λαϊκή της παράδοση. Τα τέσσερα αδέρφια γύρισαν τον κόσμο και εκπλήρωσαν το πεπρωμένο τους.</p><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Περιέχει βία ενάντια σε ζώα </p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>Ηχητικά εφέ: freesound.org</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ</p><br><p>Τα Τέσσερα Αδέρφια</p><br><p>Ήταν μια φορά ένας κυνηγός που είχε τέσσερεις γιους, που ήθελαν να γνωρίσουν τον κόσμο. Όταν έγιναν όλοι τους δεκαέξι χρονών είπαν στον πατέρα τους: «Θα πάμε να ταξιδέψουμε στον κόσμο πατέρα. Δώσε μας χρήματα για το ταξίδι». Ο πατέρας έδωσε στον καθένα 100 χρυσά φλουριά κι ένα άλογο. Καβάλησαν τα άλογα και ξεκίνησαν το ταξίδι τους.</p><br><p>Στην κορυφή ενός βουνού βρέθηκαν μπροστά σε ένα σταυροδρόμι με τέσσερις κατευθύνσεις και στη μέση μια οξιά. Εκεί σταμάτησαν και ο μεγαλύτερος είπε στους υπόλοιπους: «Αδέρφια μου, ας χωριστούμε εδώ κι ας πάρει ο καθένας από ένα διαφορετικό δρόμο προς αναζήτηση της τύχης του. Ας βυθίσουμε ο καθένας το μαχαίρι μας σε αυτή την οξιά κι ας ορκιστούμε σε ένα χρόνο και μια μέρα να ξαναβρεθούμε εδώ. Τα μαχαίρια αυτά θα είναι οιωνοί. Αν κάποιο από αυτά τα μαχαίρια σκουριάσει θα σημαίνει, ότι αυτός στον οποίο ανήκει θα έχει πεθάνει. Αν δεν έχει σκουριάσει, θα είναι ζωντανός».</p><br><p>Ο κάθε αδελφός πήρε και διαφορετικό μονοπάτι και όταν συνάντησαν πόλεις ή χωριά εγκαταστάθηκαν και μάθανε κι από μια τέχνη. Ο μεγαλύτερος έγινε μπαλωματής, ο δεύτερος κλέφτης, ο τρίτος αστρολόγος και ο μικρότερος κυνηγός. Μόλις πέρασε ο χρόνος και μια μέρα, πήγαν όλοι για τη συνάντησή τους στην οξιά. Ο μεγαλύτερος έφτασε πρώτος και τράβηξε το μαχαίρι του από το δέντρο. Προς μεγάλη του χαρά είδε ότι κανένα από τα άλλα μαχαίρια δεν είχε σκουριάσει, που σήμαινε ότι όλα του τ’ αδέλφια ζούσαν και ήταν καλά. Πήρε τον δρόμο για το πατρικό του και, όταν έφτασε τον προϋπάντησε ο πατέρας του:</p><p>- Καλώς ήλθες γιε μου. Τι τέχνη έμαθες εκεί στον κόσμο;</p><p>- Πατέρα, δεν θα σε γεμίσω παραμύθια, είμαι μπαλωματής.</p><p>- Πολύ χρήσιμο επάγγελμα διάλεξες...</p><p>- Αλλά πατέρα δεν είμαι μπαλωματής σαν όλους τους άλλους. Αν μου φέρουν κάτι για επισκευή, αρκεί να πω “να διορθωθεί” και αμέσως αυτό φτιάχνεται.</p><p>Ο πατέρας πήγε με δυσπιστία και έφερε ένα πανωφόρι, που είχε φαγωθεί στους αγκώνες. Ο γιος του το πήρε στα χέρια του και είπε «Ας διορθωθεί» κι ευθύς το πανωφόρι έγινε σαν καινούριο! Ο πατέρας πήρε το πανωφόρι και δεν είπε τίποτα άλλο.</p><br><p>Την επόμενη μέρα έφτασε στην οξιά και ο δεύτερος γιος του κυνηγού. Έβγαλε το μαχαίρι του από το δέντρο και κοίταξε τα άλλα δύο που ήταν ακόμη εκεί, παρατηρώντας ότι το τελευταίο έλειπε: «Δόξα Σοι! Ο μεγάλος αδερφός έχει ήδη γυρίσει στον πατέρα μας και οι άλλοι δύο ζουν και είναι καλά», σκέφτηκε και συνέχισε το δρόμο για το πατρικό του. Σαν έφτασε, ο πατέρας του τον καλωσόρισε και του είπε:</p><p>- Γιε μου, εσύ τι τέχνη έμαθες;</p><p>- Πατέρα, δεν έχει νόημα να σου λέω ιστορίες, είμαι κλέφτης!</p><p>- Πολύ επικερδή τέχνη διάλεξες, ντροπή σου!</p><p>- Μα πατέρα, δεν είμαι κλέφτης σαν όλους τους άλλους. Αν σκεφτώ κάτι, όπου και να βρίσκεται, εμφανίζεται μπροστά μου μονομιάς.</p><p>Τότε, από μπροστά τους πέρασε γρήγορα ένας λαγός και καθώς απομακρυνόταν, ο πατέρας ζήτησε με δυσπιστία στον γιο του, να του φέρει τον λαγό. Εκείνος είπε «ο λαγός από εκεί να έρθει εδώ» και μπροστά στα πόδια τους εμφανίστηκε ο λαγός. Ο πατέρας σήκωσε το λαγό και μπήκε στο σπίτι, χωρίς να πει τίποτα άλλο. </p><br><p>Την τρίτη μέρα έφτασε στην οξιά και ο τρίτος γιος. Τράβηξε το μαχαίρι του και είδε πως το μοναδικό που απέμενε καρφωμένο στο δέντρο δεν είχε ίχνος σκουριάς: «Κύριε δόξα Σοι, ο μικρότερος ζει και είναι καλά και οι άλλοι δυο αδελφοί μου είναι ήδη στο σπίτι του πατέρα», σκέφτηκε και αναχώρησε κι αυτός να συναντήσει τα αδέρφια και τον πατέρα του. Σαν έφτασε στο πατρικό του, ο πατέρας του τον καλωσόρισε και τον ρώτησε τι τέχνη είχε μάθει τον καιρό που έλειπε:</p><p>- Πατέρα, δεν θα σε ζαλίσω με ιστορίες, είμαι αστρολόγος.</p><p>- Πολύ χρήσιμη τέχνη διάλεξες...</p><p>- Πατέρα μου, δεν είμαι αστρολόγος σαν όλους τους άλλους. Σαν κοιτώ&nbsp;στον ουρανό, μπορώ και βλέπω ολάκερο τον κόσμο ταυτόχρονα. </p><br><p>Την τέταρτη μέρα, πλησίασε την οξιά και ο μικρότερος αδερφός και βλέποντας πως δεν είχε μείνει μαχαίρι καρφωμένο πάνω στο δέντρο, χαρούμενος είπε στον εαυτό του: «Μιας και όλα μου τα αδέρφια είναι ζωντανά και ήδη με τον πατέρα, ας βιαστώ κι εγώ να τους βρω». Και τράβηξε τον δρόμο για το πατρικό του, όλο χαρά. Όταν έφτασε, ο πατέρας του τον ρώτησε:</p><p>- Εσύ τι τέχνη έμαθες, εκεί που ήσουν;</p><p>- Την τέχνη του κυνηγού, πατέρα.</p><p>- Άρα δεν ντράπηκες να ακολουθήσεις τα βήματά μου. Είσαι καλός γιος.</p><p>- Μα πατέρα, δεν είμαι κυνηγός σαν εσένα, ούτε σαν όλους τους άλλους. Αν υπάρχει κάποιο εξαιρετικό και δυσεύρετο θήραμα τότε εγώ λέω “ας θηρευτεί” και μεμιάς το ζώο πεθαίνει.</p><p>Ο πατέρας κοίταξε έξω από το παράθυρο και είδε έναν λαγό να τρέχει έξω στα χωράφια, αρκετά μακριά: «Γρήγορα, πιάσ’ τον!» είπε στο μικρότερο και μόλις αυτός είπε τα λόγια, ο λαγός σωριάστηκε νεκρός. «Δε βλέπω όμως αν έχει πεθάνει», είπε ο πατέρας που προσπαθούσε να δει μέσα από το παράθυρο. Ο τρίτος γιος τότε κοίταξε τον ουρανό και είπε «ναι πατέρα, τον βλέπω, έχει πεθάνει». «Και πώς θα πάμε μέχρι εκεί να τον φέρουμε;» ρώτησε ο πατέρας και ο γιος που είχε μάθει την τέχνη του κλέφτη είπε «ας εμφανιστεί» και ο λαγός βρέθηκε μπροστά τους. Φαινόταν όμως, πως είχε περάσει μέσα από αγκαθωτούς θάμνους, ήταν κατασκισμένος: «Και πως θα τον μαγειρέψουμε έτσι σκισμένος που είναι;» ρώτησε ο πατέρας. Ο μεγαλύτερος γιος είπε τότε «ας διορθωθεί» και μεμιάς διορθώθηκε. Βλέποντάς τα αυτά ο πατέρας είπε και τους τέσσερις γιους του «Με τις τέχνες που μάθατε, δεν θα πεινάσετε ποτέ».</p><br><p>Για κάμποσο καιρό έμειναν όλοι μαζί και δεν τους έλειπε ποτέ τίποτα. Μια μέρα, ο βασιλιάς έβγαλε ανακοίνωση σε όλο το βασίλειο, πως η κόρη του είχε χαθεί και πως θα αντάμειβε πλουσιοπάροχα όποιον την έφερνε πίσω. Τα αδέρφια το συζήτησαν μεταξύ τους και συμφώνησαν να πάνε αυτοί να βρουν την πριγκίπισσα. Παρόλο που ο πατέρας δεν τους έδωσε την ευχή του να φύγουν, εκείνοι ξεκίνησαν το ταξίδι τους. Στη διαδρομή προς το παλάτι, διέδιδαν πως αυτοί ήταν οι μοναδικοί που μπορούσαν να σώσουν την πριγκίπισσα και όταν αυτό έφτασε στ’ αυτιά του βασιλιά, έστειλε αμέσως τη βασιλική του άμαξα να τους φέρει μπροστά του. Μόλις παρουσιάστηκαν στο παλάτι, ο βασιλιάς τους είπε, πως όποιος έβρισκε την κόρη του, θα έπαιρνε ως αμοιβή το βασίλειο και το χέρι της: «Πείτε μου, σας παρακαλώ, πού βρίσκεται η κόρη μου!», παρακάλεσε ο βασιλιάς. Τότε ο αδερφός αστρολόγος του είπε, πως θα μπορούσε να τη δει μόνο μόλις νύχτωνε. Περίμεναν λοιπόν και μόλις νύχτωσε, βγήκαν έξω και οι τέσσερίς τους και ο αστρολόγος σήκωσε το βλέμμα του προς τον ουρανό. Είπε στους υπόλοιπους πως την πριγκίπισσα την είχε αιχμάλωτη ένας τρομερός δράκος, την είχε αρπάξει όταν εκείνη είχε βγει να κάνει τον περίπατό της και την κρατούσε σε ένα νησί πέρα κι από την Ερυθρά Θάλασσα. Ήταν υποχρεωμένη να τον κοιμίζει για δύο ώρες καθημερινά και όταν επιτέλους αποκοιμιόταν, ο δράκος είχε πάντα το κεφάλι του στα γόνατά της. </p><br><p>Σαν ξημέρωσε, τα αδέρφια πήραν την άμαξα του βασιλιά και πήγαν μέχρι την Ερυθρά Θάλασσα. Από εκεί πήραν μια βάρκα και έκαναν κουπί, μέχρι το νησί που ο δράκος φυλούσε την πριγκίπισσα. Όταν έφτασαν στη στεριά, είδαν την πριγκίπισσα να περπατάει στην ακροθαλασσιά και, παρόλο που ο δράκος δεν ήταν εκεί εκείνη τη στιγμή, αυτή τους προειδοποίησε ότι βρίσκονταν σε μεγάλο κίνδυνο μιας και θα ερχόταν από λεπτό σε λεπτό. Τα αδέρφια ανέβηκαν πάλι στη βάρκα και την έσπρωξαν στη θάλασσα. Τότε ο αδερφός που ήταν κλέφτης είπε «η πριγκίπισσα εκεί να έρθει εδώ» και μεμιάς στη βάρκα εμφανίστηκε η πριγκίπισσα. Εκείνη άρχισε να κλαίει και να λέει πως μόνο ο θάνατος τους περίμενε γιατί ο δράκος μπορούσε να ελέγξει τα νερά και να τους πνίξει όλους. Τα αδέρφια έκαναν και έκαναν κουπί με μανία, μα ο δράκος θυμωμένος εμφανίστηκε πάνω από τα κεφάλια τους βρυχώντας και ξεφυσώντας. Ο αστρολόγος είπε στον κυνηγό: «Αδερφέ μου, σκότωσέ τον!» και ο κυνηγός είπε «ας θηρευτεί», ο δράκος έπεσε νεκρός κάθετα πάνω στη βάρκα τσακίζοντάς την έτσι, που έκανε μια μεγάλη τρύπα που έμπαζε νερά. Όλοι μαζί έριξαν τον δράκο στη θάλασσα και ο κυνηγός είπε στον μπαλωματή: «αδερφέ μου γρήγορα! Φτιάξε τη βάρκα να μην πνιγούμε!». Ο μπαλωματής είπε «ας διορθωθεί» και η βάρκα σταμάτησε αμέσως να γεμίζει νερό. Ασφαλείς πια, έφτασαν στην ακτή με την πριγκίπισσα, ανέβηκαν στην άμαξα και κατευθύνθηκαν προς το παλάτι. Στο δρόμο όμως άρχισαν να μαλώνουν για το ποιος θα παντρευόταν την πριγκίπισσα και θα έπαιρνε το βασίλειο. Ο αστρολόγος είπε, πως χωρίς αυτόν δεν θα ήξεραν καν πού βρισκόταν η πριγκίπισσα, ο κλέφτης είπε, πως χωρίς αυτόν&nbsp;δεν θα έβαζαν ποτέ την πριγκίπισσα στη βάρκα, ο κυνηγός είπε, πως αν δεν είχε σκοτώσει αυτός τον δράκο, δεν θα είχαν ξεφύγει ποτέ και τέλος ο μπαλωματής είπε, πως η πριγκίπισσα και το βασίλειο ήταν σαφώς δικά του, μιας και αν δεν είχε επισκευάσει τη βάρκα, θα είχαν χαθεί όλοι τους. </p><br><p>Έφτασαν στο παλάτι και όταν εμφανίστηκαν μπροστά στον βασιλιά, του ζήτησαν να αποφασίσει ο ίδιος, ποιος θα έπαιρνε το χέρι της κόρης του και το βασίλειο. Ο βασιλιάς συλλογίστηκε για μια στιγμή και μετά είπε: «Αδέρφια και σωτήρες της κόρης μου, θα σας φερθώ δίκαια. Είναι αλήθεια πως όλοι βοηθήσατε στη διάσωσή της, μα δεν γίνεται όλοι να την παντρευτείτε. Υποσχέθηκα πως όποιος βρει την κόρη μου, μπορεί να την παντρευτεί και να πάρει το βασίλειό μου, άρα αυτός θα πρέπει να είναι ο αστρολόγος, μιας και αυτός την βρήκε. Αλλά, μόνος του δε θα την έσωζε και γι’ αυτό, για να μοιραστεί δίκαια η αμοιβή, θα χωρίσω το βασίλειό μου σε μικρότερα βασίλεια και θα πάρετε ο καθένας από ένα, να το κυβερνάτε σαν βασιλιάδες κι εσείς». Αυτή η μοιρασιά άρεσε στα αδέρφια και τη βρήκαν δίκαιη. Μόλις ο αστρολόγος παντρεύτηκε την πριγκίπισσα, κάλεσε να έρθει ο πατέρας του στο παλάτι, ο οποίος καταχάρηκε σαν είδε ότι όλοι του οι γιοι είχαν γίνει βασιλιάδες. Την άνοιξη έμενε με τον μπαλωματή, το καλοκαίρι με τον κλέφτη, το φθινόπωρο με τον κυνηγό και το χειμώνα με τον αστρολόγο. Κι έτσι πέρασε το υπόλοιπο της ζωής του.</p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></itunes:summary>
		</item>
		<item>
			<title>Οι Κόρες του Βοτανοσυλλέκτη</title>
			<itunes:title>Οι Κόρες του Βοτανοσυλλέκτη</itunes:title>
			<pubDate>Mon, 15 Feb 2021 15:44:08 GMT</pubDate>
			<itunes:duration>20:07</itunes:duration>
			<enclosure url="https://sphinx.acast.com/p/open/s/6013ebce985ab977d52addcc/e/602a96c850370e45c6885009/media.mp3" length="19264057" type="audio/mpeg"/>
			<guid isPermaLink="false">602a96c850370e45c6885009</guid>
			<itunes:explicit>false</itunes:explicit>
			<link>https://www.karakaxa.org/%CE%B5%CF%80%CE%B5%CE%B9%CF%83%CF%8C%CE%B4%CE%B9%CE%B1</link>
			<acast:episodeId>602a96c850370e45c6885009</acast:episodeId>
			<acast:showId>6013ebce985ab977d52addcc</acast:showId>
			<acast:episodeUrl>mitos06</acast:episodeUrl>
			<acast:settings><![CDATA[FYjHyZbXWHZ7gmX8Pp1rmbKbhgrQiwYShz70Q9/ffXZMTtedvdcRQbP4eiLMjXzCKLPjEYLpGj+NMVKa+5C8pL4u/EOj1Vw4h5MMJYp0lCcFAe0fnxBJy/1ju4Qxy1fh8gO4DvlGA40yms2g0/hOkcrfHIopjTygHFqGwwOPKFIai4SuTvs86Lx3UYCyl6Zs+WO4fC9bB8/2bSJALEZpunHdJA38/ZCmkJMYOTmjFjokmzoJ86fmiI2ixQUSetGT5wGJFjSe2Kpxzn93XILVWUgKBO/3O3DYkeZUFFeg/62RkjgI2MiDsZca1i4QU+iF]]></acast:settings>
			<itunes:subtitle>Μίτος</itunes:subtitle>
			<itunes:episodeType>full</itunes:episodeType>
			<itunes:episode>6</itunes:episode>
			<itunes:image href="https://assets.pippa.io/shows/6013ebce985ab977d52addcc/1613403830737-01dd12fa374cf14cabd035669483ff5f.jpeg"/>
			<description><![CDATA[<p>Οι Κόρες του Βοτανοσυλλέκτη έιναι ένα λαϊκό παραμύθι από την Ιταλία, από τη Σικελία συγκεκριμένα. Τα χαμένα βασιλόπουλα παλεύουν να ξαναβρούν τη θέση που τους ανήκει.</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Περιέχει κάποιες σκηνές βίας, βία ενάντια σε παιδιά</p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>Ηχητικά εφέ: freesound.org</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ</p><br><p>Οι Κόρες του Βοτανοσυλλέκτη</p><br><p>Ήταν μια φορά ένας βοτανοσυλλέκτης που είχε τρεις κόρες, που έβγαζαν το ψωμί τους γνέθοντας. Μια μέρα ο δύστυχος ο πατέρας τους πέθανε και τις άφησε κατάμονες. Στο βασίλειο που έμεναν, ο βασιλιάς συνήθιζε να κατεβαίνει στα σοκάκια τις νύχτες και να κρυφακούει έξω από τις πόρτες των υπηκόων του, για να μάθει τι γνώμη είχαν γι αυτόν. Μια νύχτα λοιπόν, ο βασιλιάς έτυχε να στήσει αυτί έξω από το σπίτι των τριών θυγατέρων του βοτανοσυλλέκτη. Τις άκουσε να διαφωνούν για κάτι: </p><br><p>Η μεγαλύτερη είπε: «Αν ήμουν εγώ η γυναίκα του βασιλικού υπηρέτη, θα έδινα σε ολόκληρη την αυλή να πιει νερό από ένα και μόνο ποτήρι και θα περίσσευε κιόλας». </p><br><p>Η μεσαία κόρη είπε: «Αν ήμουν εγώ η γυναίκα του βασιλικού ράφτη, θα έντυνα ολόκληρη την αυλή με ένα μόνο ρετάλι και θα περίσσευε κιόλας».</p><br><p>Η μικρότερη κόρη είπε: «Αν ήμουν εγώ η γυναίκα του βασιλιά, θα του έκανα τρία παιδιά, δυο γιούς με μήλα στα χέρια και μια κόρη με ένα αστέρι στο μέτωπο».</p><br><p>Ο βασιλιάς επέστρεψε στο παλάτι του και την επόμενη μέρα έστειλε να του φέρουν τις κόρες στην αίθουσα του θρόνου. «Μη φοβάστε», τους είπε, «μόνο πείτε πάλι αυτά, που λέγατε χθες το βράδυ στο σπίτι σας». </p><br><p>Η μεγαλύτερη είπε στον βασιλιά ό,τι είχε πει το προηγούμενο βράδυ και ο βασιλιάς πρόσταξε να του φέρουν ένα ποτήρι νερό. Της ζήτησε να κάνει αυτό που είχε πει και η κόρη σήκωσε το ποτήρι, πήγε σε έναν έναν τους αυλικούς και έδωσε σε όλους να πιούν. Όταν τελείωσε, το ποτήρι είχε ακόμη λίγο νερό. </p><br><p>«Μπράβο!» ενθουσιάστηκε ο βασιλιάς. «Αυτός θα γίνει ο σύζυγός σου», και της παρουσίασε τον προσωπικό του υπηρέτη. «Σειρά σου τώρα», είπε ο βασιλιάς στη μεσαία κόρη και πρόσταξε να φέρουν ένα ρετάλι και ψαλίδι. </p><br><p>Το νεαρό κορίτσι έπιασε αμέσως δουλειά και έκοψε όντως κουστούμια για&nbsp;καθένα από τους αυλικούς του παλατιού, και της έμεινε και ύφασμα στο τέλος. «Μπράβο!» εντυπωσιάστηκε ο βασιλιάς και έφερε αμέσως τον βασιλικό ράφτη για να την παντρευτεί. «Και τελευταία εσύ», είπε και έδειξε τη μικρότερη κόρη. «Εσύ τι είπες χθες το βράδυ στο σπίτι σου;» </p><br><p>«Εγώ Μεγαλειότατε είπα ότι αν ήμουν η γυναίκα του βασιλιά θα του έκανα τρία παιδιά, δυο γιούς με μήλα στα χέρια και μια κόρη με ένα αστέρι στο μέτωπο».</p><br><p>Κι ο βασιλιάς της αποκρίθηκε: «Αν αυτό αληθεύει θα γίνεις βασίλισσα, αλλιώς θα εκτελεστείς», και την παντρεύτηκε αμέσως.</p><br><p>Δεν πέρασε και πολύς καιρός και οι δυο μεγαλύτερες αδερφές άρχισαν κιόλας να ζηλεύουν τη μικρότερη: «Ακούς εκεί να γίνει αυτή βασίλισσα κι εμείς υπηρέτριές της!» έλεγαν κι όλο και φούντωνε το μίσος μέσα τους. Λίγους μήνες πριν γεννηθεί το πρώτο παιδί της βασίλισσας, ο βασιλιάς κήρυξε πόλεμο σε ένα γειτονικό βασίλειο και έπρεπε να φύγει να πολεμήσει. Μην ξέροντας όμως πότε θα γυρνούσε, άφησε εντολή πως αν τα παιδιά που θα έκανε η βασίλισσα ήταν δυο γιοι με μήλα στα χέρια και μια κόρη με ένα αστέρι στο μέτωπο, τότε όλοι θα έπρεπε να της φέρονται σαν βασίλισσά τους και να την υπακούσουν σε κάθε της διαταγή. Αν όμως δεν γινόταν έτσι, τότε θα έπρεπε να τον ειδοποιήσουν κι εκείνος θα τους έλεγε τι να κάνουν. Και με αυτό αναχώρησε για τον πόλεμο.</p><br><p>Όταν γέννησε η βασίλισσα, όντως έκανε τρία παιδιά όπως είχε υποσχεθεί, μα οι ζηλιάρες αδερφές της δωροδόκησαν τη μαμή κι εκείνη&nbsp;αντικατέστησε τα τρία μωρά με τρία κουτάβια. Έστειλαν επιστολή στον&nbsp;βασιλιά με τα νέα κι αυτός απάντησε πως θα την φρόντιζαν για άλλες δυο εβδομάδες, αλλά μετά θα την έστελναν στα κάτεργα.</p><br><p>Εντωμεταξύ, η μαμή είχε πάρει τα τρία μωρά σκεπτόμενη, πως αν τα παρατούσε έξω, θα τα έτρωγαν τα σκυλιά, κι έτσι τα άφησε σε μια γωνιά σε ένα σοκάκι. Έτυχε όμως από εκεί να περάσουν τρεις νεράιδες που μόλις είδαν τα μωρά είπαν: «Ω κοίτα τί όμορφα που είναι!» Μάλιστα η μία συνέχισε: «Τι δώρο να τους κάνουμε άραγε;» και της απάντησε η άλλη: «Εγώ θα τους δώσω ένα ελάφι να τα αναθρέψει». Τότε είπε η πρώτη: «Κι εγώ ένα πουγκί που δεν θα αδειάζει ποτέ» και ολοκλήρωσε και η τρίτη: « Κι εγώ θα τους δώσω ένα δαχτυλίδι που θα αλλάζει χρώμα, όταν ένα τους πάθει κάτι κακό».</p><br><p>Έτσι κι έγινε. Το ελάφι ανάθρεψε τα μωρά μέχρι που μεγάλωσαν. Τότε, η νεράιδα που τους είχε κάνει αυτό το δώρο, εμφανίστηκε μπροστά τους και τους είπε: «Τώρα που μεγαλώσατε δεν έχετε λόγο να μένετε εδώ». </p><br><p>«Πολύ καλά», είπε ένα από τα αγόρια, «θα πάμε τότε στην πόλη και θα πιάσουμε μαζί ένα σπίτι».</p><br><p>«Να προσέξετε», είπε με τη σειρά του το ελάφι, «να πιάσετε ένα σπίτι απέναντι από το βασιλικό παλάτι». </p><br><p>Πήγανε λοιπόν τα αδέρφια στην πόλη, πιάσανε κι ένα σπίτι και το επιπλώσανε σα να ήταν από μόνο του ένα μικρότερο παλάτι. Όταν όμως τυχαία τα είδαν οι θείες τους, τα αναγνώρισαν αμέσως. «Είναι ζωντανά!» είπαν γεμάτες φρίκη. Δεν έκαναν λάθος, τα δυο αγόρια είχαν όντως μήλα στα χέρια και το κορίτσι ένα αστέρι στο μέτωπο. Φώναξαν τη μαμή και την ανέκριναν: «Μαμή, τι σημαίνουν όλα αυτά; Είναι τα ανίψια μας ζωντανά;» Η μαμή, σαστισμένη, κοίταξε έξω από το παράθυρο κι έτσι&nbsp;είδε τα δυο αγόρια να περπατούν ανέμελα στον δρόμο. Τότε κατάστρωσε ένα σχέδιο και πήγε τάχα μου επισκέπτρια στο σπίτι, όσο η αδερφή ήταν μοναχή της. Πέρασε μέσα και είπε: «Καλησπέρα νεαρή μου, πώς είσαι; Είσαι στ’ αλήθεια ευτυχισμένη; Βλέπω, δεν σου λείπει τίποτα, αλλά πιστεύω ότι για να γίνεις πραγματικά ευτυχισμένη, αυτό που σου χρειάζεται είναι το Νερό που Χορεύει. Αν τα αδέρφια σου σε αγαπούν πραγματικά, θα το βρουν και θα σου το φέρουν!», είπε η μαμή κοντοστέκοντας για λίγο κι έπειτα αποχώρησε.</p><br><p>Όταν επέστρεψε ένα από τα αγόρια, του είπε η αδερφή του: «Αδερφέ μου, αν με αγαπάς στ’ αλήθεια θα πας να μου φέρεις το Νερό που Χορεύει». Εκείνος συμφώνησε και το επόμενο πρωί σέλωσε ένα φίνο άλογο και έφυγε. </p><br><p>Στον δρόμο του συνάντησε έναν ερημίτη, ο οποίος τον ρώτησε: «Προς τα πού τραβάς παλικάρι μου;»</p><br><p>«Πάω να βρω το Νερό που Χορεύει», αποκρίθηκε ο νεαρός.</p><br><p>«Τότε σίγουρα πας να βρεις τον θάνατό σου, γιε μου. Αλλά συνέχισε, αφού το επιθυμείς, σε αυτόν τον δρόμο, μέχρι να βρεις έναν ερημίτη γηραιότερο κι από μένα».</p><br><p>Συνέχισε λοιπόν τον δρόμο του, μέχρι που συνάντησε τον άλλον ερημίτη που και αυτός του έδωσε τις ίδιες οδηγίες με τον προηγούμενο. Στο τέλος συνάντησε και τον τρίτο ερημίτη, πολύ πιο ηλικιωμένο κι απ’ τους προηγούμενους, με μια μακριά άσπρη γενειάδα που του έφτανε ως τις πατούσες. Και ο ερημίτης είπε: «Πρέπει να σκαρφαλώσεις τούτο εκεί πέρα το βουνό. Στην κορυφή του θα βρεις ένα πλάτωμα κι ένα σπίτι με μια όμορφη πύλη. Την πύλη την φυλάνε τέσσερις γίγαντες που βαστάνε ξίφη. Άκου τώρα προσεκτικά, γιατί αν κάνεις το παραμικρό λάθος, η ζωή σου θα τελειώσει εκεί. Αν οι γίγαντες έχουν τα μάτια τους κλειστά, μην προχωρήσεις. Αν τα έχουν ανοικτά, τότε συνέχισε. Ύστερα θα συναντήσεις μια πόρτα. Αν την βρεις ανοικτή, μην την διαβείς. Αν είναι κλειστή, τότε σπρώξ’ τήν και πέρνα. Τέλος, θα βρεις τέσσερα λιοντάρια. Αν τα μάτια τους είναι κλειστά, μην προχωρήσεις, αν όμως είναι ανοικτά πέρνα και εκεί θα βρεις το Νερό που Χορεύει». </p><br><p>Ο νεαρός ευχαρίστησε το γέρο ερημίτη και βιάστηκε να ολοκληρώσει την αποστολή του.</p><br><p>Στο μεταξύ η αδερφή του κοιτούσε συνεχώς το δαχτυλίδι να δει αν άλλαξε χρώμα, αλλά παρέμενε ίδιο κι έτσι δεν ανησυχούσε.</p><br><p>Μετά από μέρες ανάβασης, ο νεαρός έφτασε επιτέλους στην κορυφή του βουνού και είδε το παλάτι με τους τέσσερις γίγαντες να το φρουρούν. Είχαν τα μάτια τους κλειστά και η πύλη ήταν ανοιχτή. «Όχι τώρα, πρέπει να περιμένω», είπε από μέσα του το αγόρι. Όταν οι γίγαντες άνοιξαν τα μάτια τους και η πόρτα έκλεισε, τότε μόνο πέρασε σπρώχνοντας και την πόρτα κι αφού περίμενε να ανοίξουν τα μάτια τους και τα λιοντάρια, προχώρησε μέχρι το τέλος. Εκεί βρήκε το Νερό που Χορεύει. Γέμισε τα μπουκάλια του και ακολούθησε με επιτυχία τις οδηγίες του ερημίτη, για να γυρίσει πίσω.</p><br><p>Οι θείες εντωμεταξύ χαίρονταν ιδιαίτερα, μιας κι ο ανιψιός τους είχε μέρες να φανεί. Αλλά εκείνος τελικά επέστρεψε θριαμβευτής και αγκάλιασε όλο αγάπη την αδερφή του. Έφτιαξαν αμέσως δυο χρυσές λεκάνες, άδειασαν το μαγικό νερό κι αυτό άρχισε να πηδάει από τη μία στην άλλη. Όταν οι θείες το είδαν αυτό, είπαν: «Μα πώς τα κατάφερε;» και φώναξαν ξανά τη μαμή. Η μαμή πάλι περίμενε να μείνει μόνη της η κοπέλα και την επισκέφτηκε: «Είδες τι ωραίο είναι το Νερό που Χορεύει; Αλλά ξέρεις τι χρειάζεσαι στ’ αλήθεια τώρα; Το Μήλο που Τραγουδάει», είπε κι έφυγε. Όταν ο αδερφός που της έφερε το μαγικό νερό γύρισε σπίτι, η αδερφή του είπε: «Αν μ’ αγαπάς όπως λες, τότε να μου φέρεις το Μήλο που Τραγουδάει». «Αμέσως, αδερφή μου», της αποκρίθηκε αυτός.</p><br><p>Το επόμενο πρωί καβάλησε το άλογό του και πήρε τον δρόμο για να βρει το Μήλο. Μετά από κάμποση ώρα, συνάντησε τον πρώτο ερημίτη. Εκείνος τον ρώτησε: «Για πού το έβαλες αυτή τη φορά, παλικάρι μου;» Όταν του απάντησε ο νεαρός, ο ερημίτης αποκρίθηκε: «Αυτή η δοκιμασία είναι ιδιαίτερα δύσκολη, αλλά άκου πώς θα τα καταφέρεις: Σκαρφάλωσε πάλι το βουνό και πρόσεχε τους γίγαντες, την πύλη και τα λιοντάρια. Πιο πέρα,&nbsp;θα συναντήσεις μια μικρότερη πύλη και μπροστά της ένα ψαλίδι. Αν το ψαλίδι είναι ανοικτό τότε μπες, αν όχι, μην το ριψοκινδυνέψεις.»</p><br><p>Έτσι κι έκανε ο νεαρός, ανέβηκε το βουνό, βρήκε το παλάτι, έκανε ό,τι είχε κάνει και την προηγούμενη φορά κι όλα πήγαν καλά. Έφτασε και στη μικρότερη πύλη, είδε το ψαλίδι ανοικτό και πέρασε. Στην αίθουσα που βρήκε, στεκόταν ένα μοναχικό δέντρο με ένα μήλο στην κορυφή του. Σκαρφάλωσε το δέντρο κι έκανε να κόψει το μήλο, μα τα κλαδιά κινούνταν πότε απ’ τη μία και πότε απ’ την άλλη. Περίμενε για λίγο, μέχρις ότου το δέντρο να μείνει τελείως ακίνητο και με μια γρήγορη κίνηση, έκοψε το μήλο. Επέστρεψε με ασφάλεια στο παλάτι με τους γίγαντες, κατέβηκε το βουνό, ανέβηκε στο άλογό του και πήρε τον δρόμο του γυρισμού. Καθ’ όλη τη διάρκεια που κρατούσε το μήλο στο χέρι, εκείνο έβγαζε έναν υπόκωφο ήχο.</p><br><p>Αυτή τη φορά οι θείες ήταν σίγουρες ότι το σχέδιο είχε πετύχει, τόσο έκανε να γυρίσει ο ανιψιός τους πίσω. Αλλά τελικά γύρισε και ήταν λες και το σπίτι έπεσε να τις πλακώσει. Έφεραν πάλι τη μαμή κι εκείνη ξαναεπισκέφτηκε το κορίτσι και της είπε: «Δεν είχα δίκιο; Και το Νερό που Χορεύει και το Μήλο που Τραγουδάει είναι εξαιρετικά. Τώρα το μόνο που σου μένει είναι να βρεις το Πουλί που Μιλάει και δεν θα χρειαστείς τίποτε άλλο στη ζωή σου για να γίνεις ευτυχισμένη». «Πολύ καλά», είπε το κορίτσι, «θα δούμε αν θα μπορέσει να μου το φέρει ο αδερφός μου».</p><br><p>Όταν γύρισε απ’ έξω ο αδερφός της, η κοπέλα του ζήτησε να της φέρει το Πουλί που Μιλάει και αυτός υποσχέθηκε να της το φέρει. Πέζεψε το άλογό του και στον δρόμο της αναζήτησης, συνάντησε τον πρώτο ερημίτη που τον έστειλε στον δεύτερο, που τον έστειλε στον τρίτο τον γηραιότερο, ο οποίος και του είπε: «Σκαρφάλωσε το βουνό και μπες στο παλάτι με το γνωστό τρόπο. Εκεί θα δεις πολλά αγάλματα. Συνέχισε και θα βρεις μπροστά σου έναν κήπο, στη μέση του οποίου βρίσκεται ένα σιντριβάνι, όπου κάθεται το Πουλί που Μιλάει. Αν σου πει το οτιδήποτε, μην&nbsp;απαντήσεις. Βγάλε ένα φτερό από τις φτερούγες του, βούτα το σε μια γυάλα που θα βρεις εκεί γύρω και χρίσε ένα ένα, όλα τα αγάλματα. Κράτα τα μάτια σου ανοιχτά και όλα θα πάνε καλά».</p><br><p>Ο νεαρός ήξερε τον δρόμο απ’ έξω κι ανακατωτά πια και σύντομα μπήκε&nbsp;μέσα στο παλάτι. Βρήκε τον κήπο, το σιντριβάνι και το πουλί που, μόλις τον είδε του φώναξε: «Τι συμβαίνει ευγενές μου παιδί; Ήρθες για μένα; Έχασες όμως, οι θείες σου σε έστειλαν εδώ για να πεθάνεις. Έστειλαν και τη μητέρα σου στα κάτεργα». «Η μητέρα μου είναι στα κάτεργα;» είπε ο νεαρός και πριν προλάβει καλά καλά να τελειώσει την πρότασή του, μεταμορφώθηκε κι αυτός σε πέτρα.</p><br><p>Όταν η αδερφή κοίταξε το δαχτυλίδι είδε ότι το χρώμα του είχε αλλάξει σε βαθύ γαλάζιο. «Αχ!» φώναξε και έστειλε αμέσως τον άλλο της αδερφό να βρει τον πρώτο. Και σε αυτόν συνέβησαν όλα όσα είχαν συμβεί και στον πρώτο: συνάντησε τους τρεις ερημίτες, του έδωσαν τις οδηγίες τους και σύντομα βρέθηκε και αυτός στο παλάτι με τον κήπο, τα αγάλματα, το σιντριβάνι και το Πουλί που Μιλάει.</p><br><p>Πίσω στο βασίλειο, οι θείες βλέποντας ότι τώρα έλειπαν και τα δυο αγόρια, ήταν πολύ ευχαριστημένες. Ενώ η αδερφή, κοιτάζοντας το δαχτυλίδι της, είδε πως είχε γίνει πάλι διαφανές.</p><br><p>Σαν το Πουλί που Μιλάει είδε τον νεαρό να πλησιάζει στον κήπο, του είπε: «Τι συνέβη στον αδερφό σου; Το ήξερες ότι η μητέρα σου είναι στα κάτεργα;» «Αλίμονο, η μητέρα μας είναι στα κάτεργα!» είπε ο νεαρός και μεταμορφώθηκε κι αυτός ευθύς αμέσως σε άγαλμα.</p><br><p>Η αδερφή είδε ότι αυτή τη φορά το δαχτυλίδι έγινε μαύρο. Το κακόμοιρο το κορίτσι, μην έχοντας άλλη επιλογή, ετοιμάστηκε και πήγε να βρει τ’&nbsp;αδέρφια της.</p><br><p>Όπως και τα αγόρια, συνάντησε κι αυτή τους τρεις ερημίτες. Ο τρίτος μάλιστα πρόσθεσε αυτή τη φορά: «Προσοχή, αν απαντήσεις στο Πουλί που Μιλάει, θα χάσεις τη ζωή σου». Ξεκίνησε κι αυτή, ακολουθώντας κατά γράμμα τις οδηγίες του γέρου ερημίτη και με ασφάλεια έφτασε στον κήπο μέσα στο παλάτι. Όταν την είδε το πουλί της φώναξε: «Α, ήρθες κι εσύ; Θα σε βρει κι εσένα η ίδια μοίρα που βρήκε τα αδέρφια σου, τους βλέπεις εκεί; Ένας, δύο, σύντομα θα γίνετε τρεις. Ο πατέρας σου είναι στον πόλεμο, η μητέρα σου στα κάτεργα και οι θείες σου το γιορτάζουν». Η κοπέλα δεν είπε τίποτα και το πουλί συνέχισε το τραγούδι του. Όταν τελείωσε με ό,τι είχε να πει, κατέβηκε από το σιντριβάνι και το κορίτσι το ‘πιασε, του έβγαλε ένα φτερό από τη φτερούγα και το βούτηξε στη γυάλα. Πήγε στα αγάλματα των αδερφών της πρώτα και τα έχρισε, ξαναφέρνοντάς τους έτσι στη ζωή. Το ίδιο έκανε και με τα υπόλοιπα&nbsp;αγάλματα, με τους γίγαντες και τα λιοντάρια ως ότου όλοι ξαναζωντάνεψαν. Έτσι τα τρία αδέρφια μαζί με τους ευγενείς, τους ιππότες, τους πρίγκηπες και τους βαρόνους, όλοι πήραν τον δρόμο της επιστροφής, ξαλαφρωμένοι. Καθώς ξεμάκραιναν, το παλάτι εξαφανίστηκε, το ίδιο και η πύλη, το ίδιο και οι ερημίτες, αφού στην πραγματικότητα ήταν οι τρεις νεράιδες, οι φίλες των παιδιών.</p><br><p>Την επόμενη της επιστροφής τους στην πόλη, τα τρία αδέρφια φώναξαν έναν χρυσοχόο και τον έβαλαν να τους φτιάξει μια χρυσή αλυσίδα. Τη μια άκρη την έβαλαν στο ένα πόδι του Πουλιού που Μιλάει και την άλλη σε μια ράβδο που του έφτιαξαν για να στέκεται κι έτσι δεν μπορούσε να τους φύγει. Όταν οι θείες κοίταξαν από το παράθυρό τους κατά το σπίτι των ανιψιών τους, είδαν το Νερό που Χορεύει, το Μήλο που Τραγουδάει και το Πουλί που Μιλάει και είπαν: «Πωπω, τώρα τον βρήκαμε τον μπελά μας!»</p><br><p>Το πουλί είπε στα αδέρφια να χτίσουν ένα μεγαλύτερο σπίτι, ένα παλάτι με περισσότερους υπηρέτες, μάγειρους και αυλικούς απ’ ότι το παλάτι του ίδιου του βασιλιά και να παραγγείλουν να τους φτιάξουν μια άμαξα πιο πολυτελή κι απ’ αυτή του βασιλιά, με είκοσι τέσσερις ακόλουθους. Έτσι κι έγινε και όταν οι θείες είδαν το αποτέλεσμα, κόντεψαν να σκάσουν από τη ζήλεια τους.</p><br><p>Επιτέλους ο βασιλιάς επέστρεψε από τον πόλεμο και οι υπήκοοί του έσπευσαν να τον ενημερώσουν για τα νεότερα του βασιλείου, χωρίς να αναφερθούν καθόλου στη γυναίκα και στα παιδιά του. Μια μέρα, ο βασιλιάς κοιτάζοντας έξω από το παράθυρο, είδε απέναντι ένα μικρότερο παλάτι διακοσμημένο στην εντέλεια με τα πιο καλόγουστα αντικείμενα. «Μα ποιος κατοικεί εκεί;» ρώτησε, αλλά κανείς δεν ήξερε να του απαντήσει. Ξανακοίταξε και τότε είδε να βγαίνουν απ’ αυτό το παλατάκι δυο αγόρια κι ένα κορίτσι, τα αγόρια με μήλα στα χέρια και το κορίτσι με ένα άστρο στο μέτωπο. «Σε καλό μου! Αν δεν ήξερα ότι η γυναίκα μου είχε γεννήσει κουτάβια, θα ορκιζόμουν πως αυτά είναι τα παιδιά μου», είπε έκπληκτος ο βασιλιάς. Μια άλλη μέρα, στεκόταν πάλι στο παράθυρό και χάζευε το Νερό που Χορεύει, το Μήλο που Τραγουδάει, και το Πουλί που Μιλάει. Όταν το Μήλο τελείωσε το τραγούδι του, τότε το Πουλί είπε: «Πώς σας φάνηκε Μεγαλειότατε;» Ο βασιλιάς δεν πίστευε στ’ αυτιά του, αλλά απάντησε: «Πώς να μου φανεί; Ήταν εξαίρετο!» «Α, μα υπάρχει κάτι ακόμα πιο εξαίρετο», είπε το Πουλί, «απλά περιμένετε». Το Πουλί είπε στην αφέντρα του, να φωνάξει τα αδέρφια της και τους είπε: «Ορίστε ο βασιλιάς, τι θα λέγατε να τον προσκαλούσαμε σε γεύμα σε δύο ημέρες;» «Αχ ναι, ναι, πολύ καλή ιδέα», είπαν και οι τρεις τους. Έστειλαν λοιπόν στον βασιλιά επίσημη πρόσκληση, την οποία και δέχτηκε και σαν έφτασε στο παλάτι τους και κοίταξε και τους τρεις καλά καλά, ο βασιλιάς σκέφτηκε: «Μα δεν μπορεί, πρέπει να είναι τα παιδιά μου».</p><br><p>Η χλιδή και τα πλούτη στο παλάτι των παιδιών εντυπωσίασε τον βασιλιά. Στο τραπέζι καθώς έτρωγαν, ο βασιλιάς είπε: «Πουλί, όλοι συζητάμε, μόνο εσύ παραμένεις σιωπηλό». «Μεγαλειότατε, δεν αισθάνομαι και πολύ καλά απόψε βλέπετε. Σε δύο μέρες από τώρα όμως που θα έρθουμε να δειπνήσουμε στο παλάτι σας, θα μπορώ κι εγώ να μιλήσω όπως κάνετε όλοι απόψε». Δυο μέρες μετά, το Πουλί συμβούλεψε τα τρία αδέρφια να φορέσουν ότι πιο όμορφο είχαν. Έτσι, τα παιδιά ντύθηκαν βασιλικά και μαζί με το Πουλί, πήγαν στο παλάτι του βασιλιά. Ο βασιλιάς ξενάγησε και τους τρεις στο παλάτι και τους συμπεριφέρθηκε με μεγάλο σεβασμό, η ατμόσφαιρα είχε κάτι το γιορτινό. Οι θείες έτρεμαν από τον φόβο τους. Όταν ήρθε η ώρα του δείπνου και όλοι έκατσαν γύρω από το τραπέζι, ο βασιλιάς είπε : «Εμπρός λοιπόν Πουλί, είπες ότι απόψε θα μιλούσες, δεν έχει τίποτα να πεις λοιπόν;» Τότε το πουλί άρχισε να εξιστορεί με κάθε&nbsp;λεπτομέρεια ό,τι είχε συμβεί από τη στιγμή που ο βασιλιάς είχε στήσει αυτί έξω από την πόρτα των θυγατέρων του βοτανοσυλλέκτη μέχρι και που έστειλε τη μικρότερη, τη γυναίκα του στα κάτεργα, και είπε καταλήγοντας: «Αυτά είναι τα παιδιά σου, Μεγαλειότατε, και η αδικημένη σου γυναίκα είναι στο κατώφλι του θανάτου από τις κακουχίες». Όταν τα άκουσε αυτά ο βασιλιάς, αγκάλιασε αμέσως τα τρία του παιδιά και έσπευσε να βρει τη γυναίκα του και να την φέρει πίσω σώα. Την βρήκε σε άθλια κατάσταση, ήταν σκελετωμένη κι ετοιμοθάνατη, γονάτισε μπροστά της και της ζήτησε συγχώρεση για αυτήν την αδικία. Στη συνέχεια, πρόσταξε να του φέρουν τις αδερφές της γυναίκας του και τη μαμή και όταν γονάτισαν και οι τρεις μπροστά του, είπε στο Πουλί: «Εσύ που μου άνοιξες τα μάτια, τι τιμωρία θα τους έβαζες;» Και το Πουλί είπε, να ρίξουν τη μαμή από το ψηλότερο παράθυρο και τις αδερφές να τις ρίξουν σε χύτρα με βραστό λάδι. Έτσι κι έγινε. Από τότε, ο βασιλιάς δεν αποχωρίστηκε ποτέ ξανά τη βασίλισσά του και εκείνοι και τα παιδιά τους&nbsp;έζησαν όλοι μαζί ειρηνικά.</p><p><br></p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></description>
			<itunes:summary><![CDATA[<p>Οι Κόρες του Βοτανοσυλλέκτη έιναι ένα λαϊκό παραμύθι από την Ιταλία, από τη Σικελία συγκεκριμένα. Τα χαμένα βασιλόπουλα παλεύουν να ξαναβρούν τη θέση που τους ανήκει.</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Περιέχει κάποιες σκηνές βίας, βία ενάντια σε παιδιά</p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>Ηχητικά εφέ: freesound.org</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ</p><br><p>Οι Κόρες του Βοτανοσυλλέκτη</p><br><p>Ήταν μια φορά ένας βοτανοσυλλέκτης που είχε τρεις κόρες, που έβγαζαν το ψωμί τους γνέθοντας. Μια μέρα ο δύστυχος ο πατέρας τους πέθανε και τις άφησε κατάμονες. Στο βασίλειο που έμεναν, ο βασιλιάς συνήθιζε να κατεβαίνει στα σοκάκια τις νύχτες και να κρυφακούει έξω από τις πόρτες των υπηκόων του, για να μάθει τι γνώμη είχαν γι αυτόν. Μια νύχτα λοιπόν, ο βασιλιάς έτυχε να στήσει αυτί έξω από το σπίτι των τριών θυγατέρων του βοτανοσυλλέκτη. Τις άκουσε να διαφωνούν για κάτι: </p><br><p>Η μεγαλύτερη είπε: «Αν ήμουν εγώ η γυναίκα του βασιλικού υπηρέτη, θα έδινα σε ολόκληρη την αυλή να πιει νερό από ένα και μόνο ποτήρι και θα περίσσευε κιόλας». </p><br><p>Η μεσαία κόρη είπε: «Αν ήμουν εγώ η γυναίκα του βασιλικού ράφτη, θα έντυνα ολόκληρη την αυλή με ένα μόνο ρετάλι και θα περίσσευε κιόλας».</p><br><p>Η μικρότερη κόρη είπε: «Αν ήμουν εγώ η γυναίκα του βασιλιά, θα του έκανα τρία παιδιά, δυο γιούς με μήλα στα χέρια και μια κόρη με ένα αστέρι στο μέτωπο».</p><br><p>Ο βασιλιάς επέστρεψε στο παλάτι του και την επόμενη μέρα έστειλε να του φέρουν τις κόρες στην αίθουσα του θρόνου. «Μη φοβάστε», τους είπε, «μόνο πείτε πάλι αυτά, που λέγατε χθες το βράδυ στο σπίτι σας». </p><br><p>Η μεγαλύτερη είπε στον βασιλιά ό,τι είχε πει το προηγούμενο βράδυ και ο βασιλιάς πρόσταξε να του φέρουν ένα ποτήρι νερό. Της ζήτησε να κάνει αυτό που είχε πει και η κόρη σήκωσε το ποτήρι, πήγε σε έναν έναν τους αυλικούς και έδωσε σε όλους να πιούν. Όταν τελείωσε, το ποτήρι είχε ακόμη λίγο νερό. </p><br><p>«Μπράβο!» ενθουσιάστηκε ο βασιλιάς. «Αυτός θα γίνει ο σύζυγός σου», και της παρουσίασε τον προσωπικό του υπηρέτη. «Σειρά σου τώρα», είπε ο βασιλιάς στη μεσαία κόρη και πρόσταξε να φέρουν ένα ρετάλι και ψαλίδι. </p><br><p>Το νεαρό κορίτσι έπιασε αμέσως δουλειά και έκοψε όντως κουστούμια για&nbsp;καθένα από τους αυλικούς του παλατιού, και της έμεινε και ύφασμα στο τέλος. «Μπράβο!» εντυπωσιάστηκε ο βασιλιάς και έφερε αμέσως τον βασιλικό ράφτη για να την παντρευτεί. «Και τελευταία εσύ», είπε και έδειξε τη μικρότερη κόρη. «Εσύ τι είπες χθες το βράδυ στο σπίτι σου;» </p><br><p>«Εγώ Μεγαλειότατε είπα ότι αν ήμουν η γυναίκα του βασιλιά θα του έκανα τρία παιδιά, δυο γιούς με μήλα στα χέρια και μια κόρη με ένα αστέρι στο μέτωπο».</p><br><p>Κι ο βασιλιάς της αποκρίθηκε: «Αν αυτό αληθεύει θα γίνεις βασίλισσα, αλλιώς θα εκτελεστείς», και την παντρεύτηκε αμέσως.</p><br><p>Δεν πέρασε και πολύς καιρός και οι δυο μεγαλύτερες αδερφές άρχισαν κιόλας να ζηλεύουν τη μικρότερη: «Ακούς εκεί να γίνει αυτή βασίλισσα κι εμείς υπηρέτριές της!» έλεγαν κι όλο και φούντωνε το μίσος μέσα τους. Λίγους μήνες πριν γεννηθεί το πρώτο παιδί της βασίλισσας, ο βασιλιάς κήρυξε πόλεμο σε ένα γειτονικό βασίλειο και έπρεπε να φύγει να πολεμήσει. Μην ξέροντας όμως πότε θα γυρνούσε, άφησε εντολή πως αν τα παιδιά που θα έκανε η βασίλισσα ήταν δυο γιοι με μήλα στα χέρια και μια κόρη με ένα αστέρι στο μέτωπο, τότε όλοι θα έπρεπε να της φέρονται σαν βασίλισσά τους και να την υπακούσουν σε κάθε της διαταγή. Αν όμως δεν γινόταν έτσι, τότε θα έπρεπε να τον ειδοποιήσουν κι εκείνος θα τους έλεγε τι να κάνουν. Και με αυτό αναχώρησε για τον πόλεμο.</p><br><p>Όταν γέννησε η βασίλισσα, όντως έκανε τρία παιδιά όπως είχε υποσχεθεί, μα οι ζηλιάρες αδερφές της δωροδόκησαν τη μαμή κι εκείνη&nbsp;αντικατέστησε τα τρία μωρά με τρία κουτάβια. Έστειλαν επιστολή στον&nbsp;βασιλιά με τα νέα κι αυτός απάντησε πως θα την φρόντιζαν για άλλες δυο εβδομάδες, αλλά μετά θα την έστελναν στα κάτεργα.</p><br><p>Εντωμεταξύ, η μαμή είχε πάρει τα τρία μωρά σκεπτόμενη, πως αν τα παρατούσε έξω, θα τα έτρωγαν τα σκυλιά, κι έτσι τα άφησε σε μια γωνιά σε ένα σοκάκι. Έτυχε όμως από εκεί να περάσουν τρεις νεράιδες που μόλις είδαν τα μωρά είπαν: «Ω κοίτα τί όμορφα που είναι!» Μάλιστα η μία συνέχισε: «Τι δώρο να τους κάνουμε άραγε;» και της απάντησε η άλλη: «Εγώ θα τους δώσω ένα ελάφι να τα αναθρέψει». Τότε είπε η πρώτη: «Κι εγώ ένα πουγκί που δεν θα αδειάζει ποτέ» και ολοκλήρωσε και η τρίτη: « Κι εγώ θα τους δώσω ένα δαχτυλίδι που θα αλλάζει χρώμα, όταν ένα τους πάθει κάτι κακό».</p><br><p>Έτσι κι έγινε. Το ελάφι ανάθρεψε τα μωρά μέχρι που μεγάλωσαν. Τότε, η νεράιδα που τους είχε κάνει αυτό το δώρο, εμφανίστηκε μπροστά τους και τους είπε: «Τώρα που μεγαλώσατε δεν έχετε λόγο να μένετε εδώ». </p><br><p>«Πολύ καλά», είπε ένα από τα αγόρια, «θα πάμε τότε στην πόλη και θα πιάσουμε μαζί ένα σπίτι».</p><br><p>«Να προσέξετε», είπε με τη σειρά του το ελάφι, «να πιάσετε ένα σπίτι απέναντι από το βασιλικό παλάτι». </p><br><p>Πήγανε λοιπόν τα αδέρφια στην πόλη, πιάσανε κι ένα σπίτι και το επιπλώσανε σα να ήταν από μόνο του ένα μικρότερο παλάτι. Όταν όμως τυχαία τα είδαν οι θείες τους, τα αναγνώρισαν αμέσως. «Είναι ζωντανά!» είπαν γεμάτες φρίκη. Δεν έκαναν λάθος, τα δυο αγόρια είχαν όντως μήλα στα χέρια και το κορίτσι ένα αστέρι στο μέτωπο. Φώναξαν τη μαμή και την ανέκριναν: «Μαμή, τι σημαίνουν όλα αυτά; Είναι τα ανίψια μας ζωντανά;» Η μαμή, σαστισμένη, κοίταξε έξω από το παράθυρο κι έτσι&nbsp;είδε τα δυο αγόρια να περπατούν ανέμελα στον δρόμο. Τότε κατάστρωσε ένα σχέδιο και πήγε τάχα μου επισκέπτρια στο σπίτι, όσο η αδερφή ήταν μοναχή της. Πέρασε μέσα και είπε: «Καλησπέρα νεαρή μου, πώς είσαι; Είσαι στ’ αλήθεια ευτυχισμένη; Βλέπω, δεν σου λείπει τίποτα, αλλά πιστεύω ότι για να γίνεις πραγματικά ευτυχισμένη, αυτό που σου χρειάζεται είναι το Νερό που Χορεύει. Αν τα αδέρφια σου σε αγαπούν πραγματικά, θα το βρουν και θα σου το φέρουν!», είπε η μαμή κοντοστέκοντας για λίγο κι έπειτα αποχώρησε.</p><br><p>Όταν επέστρεψε ένα από τα αγόρια, του είπε η αδερφή του: «Αδερφέ μου, αν με αγαπάς στ’ αλήθεια θα πας να μου φέρεις το Νερό που Χορεύει». Εκείνος συμφώνησε και το επόμενο πρωί σέλωσε ένα φίνο άλογο και έφυγε. </p><br><p>Στον δρόμο του συνάντησε έναν ερημίτη, ο οποίος τον ρώτησε: «Προς τα πού τραβάς παλικάρι μου;»</p><br><p>«Πάω να βρω το Νερό που Χορεύει», αποκρίθηκε ο νεαρός.</p><br><p>«Τότε σίγουρα πας να βρεις τον θάνατό σου, γιε μου. Αλλά συνέχισε, αφού το επιθυμείς, σε αυτόν τον δρόμο, μέχρι να βρεις έναν ερημίτη γηραιότερο κι από μένα».</p><br><p>Συνέχισε λοιπόν τον δρόμο του, μέχρι που συνάντησε τον άλλον ερημίτη που και αυτός του έδωσε τις ίδιες οδηγίες με τον προηγούμενο. Στο τέλος συνάντησε και τον τρίτο ερημίτη, πολύ πιο ηλικιωμένο κι απ’ τους προηγούμενους, με μια μακριά άσπρη γενειάδα που του έφτανε ως τις πατούσες. Και ο ερημίτης είπε: «Πρέπει να σκαρφαλώσεις τούτο εκεί πέρα το βουνό. Στην κορυφή του θα βρεις ένα πλάτωμα κι ένα σπίτι με μια όμορφη πύλη. Την πύλη την φυλάνε τέσσερις γίγαντες που βαστάνε ξίφη. Άκου τώρα προσεκτικά, γιατί αν κάνεις το παραμικρό λάθος, η ζωή σου θα τελειώσει εκεί. Αν οι γίγαντες έχουν τα μάτια τους κλειστά, μην προχωρήσεις. Αν τα έχουν ανοικτά, τότε συνέχισε. Ύστερα θα συναντήσεις μια πόρτα. Αν την βρεις ανοικτή, μην την διαβείς. Αν είναι κλειστή, τότε σπρώξ’ τήν και πέρνα. Τέλος, θα βρεις τέσσερα λιοντάρια. Αν τα μάτια τους είναι κλειστά, μην προχωρήσεις, αν όμως είναι ανοικτά πέρνα και εκεί θα βρεις το Νερό που Χορεύει». </p><br><p>Ο νεαρός ευχαρίστησε το γέρο ερημίτη και βιάστηκε να ολοκληρώσει την αποστολή του.</p><br><p>Στο μεταξύ η αδερφή του κοιτούσε συνεχώς το δαχτυλίδι να δει αν άλλαξε χρώμα, αλλά παρέμενε ίδιο κι έτσι δεν ανησυχούσε.</p><br><p>Μετά από μέρες ανάβασης, ο νεαρός έφτασε επιτέλους στην κορυφή του βουνού και είδε το παλάτι με τους τέσσερις γίγαντες να το φρουρούν. Είχαν τα μάτια τους κλειστά και η πύλη ήταν ανοιχτή. «Όχι τώρα, πρέπει να περιμένω», είπε από μέσα του το αγόρι. Όταν οι γίγαντες άνοιξαν τα μάτια τους και η πόρτα έκλεισε, τότε μόνο πέρασε σπρώχνοντας και την πόρτα κι αφού περίμενε να ανοίξουν τα μάτια τους και τα λιοντάρια, προχώρησε μέχρι το τέλος. Εκεί βρήκε το Νερό που Χορεύει. Γέμισε τα μπουκάλια του και ακολούθησε με επιτυχία τις οδηγίες του ερημίτη, για να γυρίσει πίσω.</p><br><p>Οι θείες εντωμεταξύ χαίρονταν ιδιαίτερα, μιας κι ο ανιψιός τους είχε μέρες να φανεί. Αλλά εκείνος τελικά επέστρεψε θριαμβευτής και αγκάλιασε όλο αγάπη την αδερφή του. Έφτιαξαν αμέσως δυο χρυσές λεκάνες, άδειασαν το μαγικό νερό κι αυτό άρχισε να πηδάει από τη μία στην άλλη. Όταν οι θείες το είδαν αυτό, είπαν: «Μα πώς τα κατάφερε;» και φώναξαν ξανά τη μαμή. Η μαμή πάλι περίμενε να μείνει μόνη της η κοπέλα και την επισκέφτηκε: «Είδες τι ωραίο είναι το Νερό που Χορεύει; Αλλά ξέρεις τι χρειάζεσαι στ’ αλήθεια τώρα; Το Μήλο που Τραγουδάει», είπε κι έφυγε. Όταν ο αδερφός που της έφερε το μαγικό νερό γύρισε σπίτι, η αδερφή του είπε: «Αν μ’ αγαπάς όπως λες, τότε να μου φέρεις το Μήλο που Τραγουδάει». «Αμέσως, αδερφή μου», της αποκρίθηκε αυτός.</p><br><p>Το επόμενο πρωί καβάλησε το άλογό του και πήρε τον δρόμο για να βρει το Μήλο. Μετά από κάμποση ώρα, συνάντησε τον πρώτο ερημίτη. Εκείνος τον ρώτησε: «Για πού το έβαλες αυτή τη φορά, παλικάρι μου;» Όταν του απάντησε ο νεαρός, ο ερημίτης αποκρίθηκε: «Αυτή η δοκιμασία είναι ιδιαίτερα δύσκολη, αλλά άκου πώς θα τα καταφέρεις: Σκαρφάλωσε πάλι το βουνό και πρόσεχε τους γίγαντες, την πύλη και τα λιοντάρια. Πιο πέρα,&nbsp;θα συναντήσεις μια μικρότερη πύλη και μπροστά της ένα ψαλίδι. Αν το ψαλίδι είναι ανοικτό τότε μπες, αν όχι, μην το ριψοκινδυνέψεις.»</p><br><p>Έτσι κι έκανε ο νεαρός, ανέβηκε το βουνό, βρήκε το παλάτι, έκανε ό,τι είχε κάνει και την προηγούμενη φορά κι όλα πήγαν καλά. Έφτασε και στη μικρότερη πύλη, είδε το ψαλίδι ανοικτό και πέρασε. Στην αίθουσα που βρήκε, στεκόταν ένα μοναχικό δέντρο με ένα μήλο στην κορυφή του. Σκαρφάλωσε το δέντρο κι έκανε να κόψει το μήλο, μα τα κλαδιά κινούνταν πότε απ’ τη μία και πότε απ’ την άλλη. Περίμενε για λίγο, μέχρις ότου το δέντρο να μείνει τελείως ακίνητο και με μια γρήγορη κίνηση, έκοψε το μήλο. Επέστρεψε με ασφάλεια στο παλάτι με τους γίγαντες, κατέβηκε το βουνό, ανέβηκε στο άλογό του και πήρε τον δρόμο του γυρισμού. Καθ’ όλη τη διάρκεια που κρατούσε το μήλο στο χέρι, εκείνο έβγαζε έναν υπόκωφο ήχο.</p><br><p>Αυτή τη φορά οι θείες ήταν σίγουρες ότι το σχέδιο είχε πετύχει, τόσο έκανε να γυρίσει ο ανιψιός τους πίσω. Αλλά τελικά γύρισε και ήταν λες και το σπίτι έπεσε να τις πλακώσει. Έφεραν πάλι τη μαμή κι εκείνη ξαναεπισκέφτηκε το κορίτσι και της είπε: «Δεν είχα δίκιο; Και το Νερό που Χορεύει και το Μήλο που Τραγουδάει είναι εξαιρετικά. Τώρα το μόνο που σου μένει είναι να βρεις το Πουλί που Μιλάει και δεν θα χρειαστείς τίποτε άλλο στη ζωή σου για να γίνεις ευτυχισμένη». «Πολύ καλά», είπε το κορίτσι, «θα δούμε αν θα μπορέσει να μου το φέρει ο αδερφός μου».</p><br><p>Όταν γύρισε απ’ έξω ο αδερφός της, η κοπέλα του ζήτησε να της φέρει το Πουλί που Μιλάει και αυτός υποσχέθηκε να της το φέρει. Πέζεψε το άλογό του και στον δρόμο της αναζήτησης, συνάντησε τον πρώτο ερημίτη που τον έστειλε στον δεύτερο, που τον έστειλε στον τρίτο τον γηραιότερο, ο οποίος και του είπε: «Σκαρφάλωσε το βουνό και μπες στο παλάτι με το γνωστό τρόπο. Εκεί θα δεις πολλά αγάλματα. Συνέχισε και θα βρεις μπροστά σου έναν κήπο, στη μέση του οποίου βρίσκεται ένα σιντριβάνι, όπου κάθεται το Πουλί που Μιλάει. Αν σου πει το οτιδήποτε, μην&nbsp;απαντήσεις. Βγάλε ένα φτερό από τις φτερούγες του, βούτα το σε μια γυάλα που θα βρεις εκεί γύρω και χρίσε ένα ένα, όλα τα αγάλματα. Κράτα τα μάτια σου ανοιχτά και όλα θα πάνε καλά».</p><br><p>Ο νεαρός ήξερε τον δρόμο απ’ έξω κι ανακατωτά πια και σύντομα μπήκε&nbsp;μέσα στο παλάτι. Βρήκε τον κήπο, το σιντριβάνι και το πουλί που, μόλις τον είδε του φώναξε: «Τι συμβαίνει ευγενές μου παιδί; Ήρθες για μένα; Έχασες όμως, οι θείες σου σε έστειλαν εδώ για να πεθάνεις. Έστειλαν και τη μητέρα σου στα κάτεργα». «Η μητέρα μου είναι στα κάτεργα;» είπε ο νεαρός και πριν προλάβει καλά καλά να τελειώσει την πρότασή του, μεταμορφώθηκε κι αυτός σε πέτρα.</p><br><p>Όταν η αδερφή κοίταξε το δαχτυλίδι είδε ότι το χρώμα του είχε αλλάξει σε βαθύ γαλάζιο. «Αχ!» φώναξε και έστειλε αμέσως τον άλλο της αδερφό να βρει τον πρώτο. Και σε αυτόν συνέβησαν όλα όσα είχαν συμβεί και στον πρώτο: συνάντησε τους τρεις ερημίτες, του έδωσαν τις οδηγίες τους και σύντομα βρέθηκε και αυτός στο παλάτι με τον κήπο, τα αγάλματα, το σιντριβάνι και το Πουλί που Μιλάει.</p><br><p>Πίσω στο βασίλειο, οι θείες βλέποντας ότι τώρα έλειπαν και τα δυο αγόρια, ήταν πολύ ευχαριστημένες. Ενώ η αδερφή, κοιτάζοντας το δαχτυλίδι της, είδε πως είχε γίνει πάλι διαφανές.</p><br><p>Σαν το Πουλί που Μιλάει είδε τον νεαρό να πλησιάζει στον κήπο, του είπε: «Τι συνέβη στον αδερφό σου; Το ήξερες ότι η μητέρα σου είναι στα κάτεργα;» «Αλίμονο, η μητέρα μας είναι στα κάτεργα!» είπε ο νεαρός και μεταμορφώθηκε κι αυτός ευθύς αμέσως σε άγαλμα.</p><br><p>Η αδερφή είδε ότι αυτή τη φορά το δαχτυλίδι έγινε μαύρο. Το κακόμοιρο το κορίτσι, μην έχοντας άλλη επιλογή, ετοιμάστηκε και πήγε να βρει τ’&nbsp;αδέρφια της.</p><br><p>Όπως και τα αγόρια, συνάντησε κι αυτή τους τρεις ερημίτες. Ο τρίτος μάλιστα πρόσθεσε αυτή τη φορά: «Προσοχή, αν απαντήσεις στο Πουλί που Μιλάει, θα χάσεις τη ζωή σου». Ξεκίνησε κι αυτή, ακολουθώντας κατά γράμμα τις οδηγίες του γέρου ερημίτη και με ασφάλεια έφτασε στον κήπο μέσα στο παλάτι. Όταν την είδε το πουλί της φώναξε: «Α, ήρθες κι εσύ; Θα σε βρει κι εσένα η ίδια μοίρα που βρήκε τα αδέρφια σου, τους βλέπεις εκεί; Ένας, δύο, σύντομα θα γίνετε τρεις. Ο πατέρας σου είναι στον πόλεμο, η μητέρα σου στα κάτεργα και οι θείες σου το γιορτάζουν». Η κοπέλα δεν είπε τίποτα και το πουλί συνέχισε το τραγούδι του. Όταν τελείωσε με ό,τι είχε να πει, κατέβηκε από το σιντριβάνι και το κορίτσι το ‘πιασε, του έβγαλε ένα φτερό από τη φτερούγα και το βούτηξε στη γυάλα. Πήγε στα αγάλματα των αδερφών της πρώτα και τα έχρισε, ξαναφέρνοντάς τους έτσι στη ζωή. Το ίδιο έκανε και με τα υπόλοιπα&nbsp;αγάλματα, με τους γίγαντες και τα λιοντάρια ως ότου όλοι ξαναζωντάνεψαν. Έτσι τα τρία αδέρφια μαζί με τους ευγενείς, τους ιππότες, τους πρίγκηπες και τους βαρόνους, όλοι πήραν τον δρόμο της επιστροφής, ξαλαφρωμένοι. Καθώς ξεμάκραιναν, το παλάτι εξαφανίστηκε, το ίδιο και η πύλη, το ίδιο και οι ερημίτες, αφού στην πραγματικότητα ήταν οι τρεις νεράιδες, οι φίλες των παιδιών.</p><br><p>Την επόμενη της επιστροφής τους στην πόλη, τα τρία αδέρφια φώναξαν έναν χρυσοχόο και τον έβαλαν να τους φτιάξει μια χρυσή αλυσίδα. Τη μια άκρη την έβαλαν στο ένα πόδι του Πουλιού που Μιλάει και την άλλη σε μια ράβδο που του έφτιαξαν για να στέκεται κι έτσι δεν μπορούσε να τους φύγει. Όταν οι θείες κοίταξαν από το παράθυρό τους κατά το σπίτι των ανιψιών τους, είδαν το Νερό που Χορεύει, το Μήλο που Τραγουδάει και το Πουλί που Μιλάει και είπαν: «Πωπω, τώρα τον βρήκαμε τον μπελά μας!»</p><br><p>Το πουλί είπε στα αδέρφια να χτίσουν ένα μεγαλύτερο σπίτι, ένα παλάτι με περισσότερους υπηρέτες, μάγειρους και αυλικούς απ’ ότι το παλάτι του ίδιου του βασιλιά και να παραγγείλουν να τους φτιάξουν μια άμαξα πιο πολυτελή κι απ’ αυτή του βασιλιά, με είκοσι τέσσερις ακόλουθους. Έτσι κι έγινε και όταν οι θείες είδαν το αποτέλεσμα, κόντεψαν να σκάσουν από τη ζήλεια τους.</p><br><p>Επιτέλους ο βασιλιάς επέστρεψε από τον πόλεμο και οι υπήκοοί του έσπευσαν να τον ενημερώσουν για τα νεότερα του βασιλείου, χωρίς να αναφερθούν καθόλου στη γυναίκα και στα παιδιά του. Μια μέρα, ο βασιλιάς κοιτάζοντας έξω από το παράθυρο, είδε απέναντι ένα μικρότερο παλάτι διακοσμημένο στην εντέλεια με τα πιο καλόγουστα αντικείμενα. «Μα ποιος κατοικεί εκεί;» ρώτησε, αλλά κανείς δεν ήξερε να του απαντήσει. Ξανακοίταξε και τότε είδε να βγαίνουν απ’ αυτό το παλατάκι δυο αγόρια κι ένα κορίτσι, τα αγόρια με μήλα στα χέρια και το κορίτσι με ένα άστρο στο μέτωπο. «Σε καλό μου! Αν δεν ήξερα ότι η γυναίκα μου είχε γεννήσει κουτάβια, θα ορκιζόμουν πως αυτά είναι τα παιδιά μου», είπε έκπληκτος ο βασιλιάς. Μια άλλη μέρα, στεκόταν πάλι στο παράθυρό και χάζευε το Νερό που Χορεύει, το Μήλο που Τραγουδάει, και το Πουλί που Μιλάει. Όταν το Μήλο τελείωσε το τραγούδι του, τότε το Πουλί είπε: «Πώς σας φάνηκε Μεγαλειότατε;» Ο βασιλιάς δεν πίστευε στ’ αυτιά του, αλλά απάντησε: «Πώς να μου φανεί; Ήταν εξαίρετο!» «Α, μα υπάρχει κάτι ακόμα πιο εξαίρετο», είπε το Πουλί, «απλά περιμένετε». Το Πουλί είπε στην αφέντρα του, να φωνάξει τα αδέρφια της και τους είπε: «Ορίστε ο βασιλιάς, τι θα λέγατε να τον προσκαλούσαμε σε γεύμα σε δύο ημέρες;» «Αχ ναι, ναι, πολύ καλή ιδέα», είπαν και οι τρεις τους. Έστειλαν λοιπόν στον βασιλιά επίσημη πρόσκληση, την οποία και δέχτηκε και σαν έφτασε στο παλάτι τους και κοίταξε και τους τρεις καλά καλά, ο βασιλιάς σκέφτηκε: «Μα δεν μπορεί, πρέπει να είναι τα παιδιά μου».</p><br><p>Η χλιδή και τα πλούτη στο παλάτι των παιδιών εντυπωσίασε τον βασιλιά. Στο τραπέζι καθώς έτρωγαν, ο βασιλιάς είπε: «Πουλί, όλοι συζητάμε, μόνο εσύ παραμένεις σιωπηλό». «Μεγαλειότατε, δεν αισθάνομαι και πολύ καλά απόψε βλέπετε. Σε δύο μέρες από τώρα όμως που θα έρθουμε να δειπνήσουμε στο παλάτι σας, θα μπορώ κι εγώ να μιλήσω όπως κάνετε όλοι απόψε». Δυο μέρες μετά, το Πουλί συμβούλεψε τα τρία αδέρφια να φορέσουν ότι πιο όμορφο είχαν. Έτσι, τα παιδιά ντύθηκαν βασιλικά και μαζί με το Πουλί, πήγαν στο παλάτι του βασιλιά. Ο βασιλιάς ξενάγησε και τους τρεις στο παλάτι και τους συμπεριφέρθηκε με μεγάλο σεβασμό, η ατμόσφαιρα είχε κάτι το γιορτινό. Οι θείες έτρεμαν από τον φόβο τους. Όταν ήρθε η ώρα του δείπνου και όλοι έκατσαν γύρω από το τραπέζι, ο βασιλιάς είπε : «Εμπρός λοιπόν Πουλί, είπες ότι απόψε θα μιλούσες, δεν έχει τίποτα να πεις λοιπόν;» Τότε το πουλί άρχισε να εξιστορεί με κάθε&nbsp;λεπτομέρεια ό,τι είχε συμβεί από τη στιγμή που ο βασιλιάς είχε στήσει αυτί έξω από την πόρτα των θυγατέρων του βοτανοσυλλέκτη μέχρι και που έστειλε τη μικρότερη, τη γυναίκα του στα κάτεργα, και είπε καταλήγοντας: «Αυτά είναι τα παιδιά σου, Μεγαλειότατε, και η αδικημένη σου γυναίκα είναι στο κατώφλι του θανάτου από τις κακουχίες». Όταν τα άκουσε αυτά ο βασιλιάς, αγκάλιασε αμέσως τα τρία του παιδιά και έσπευσε να βρει τη γυναίκα του και να την φέρει πίσω σώα. Την βρήκε σε άθλια κατάσταση, ήταν σκελετωμένη κι ετοιμοθάνατη, γονάτισε μπροστά της και της ζήτησε συγχώρεση για αυτήν την αδικία. Στη συνέχεια, πρόσταξε να του φέρουν τις αδερφές της γυναίκας του και τη μαμή και όταν γονάτισαν και οι τρεις μπροστά του, είπε στο Πουλί: «Εσύ που μου άνοιξες τα μάτια, τι τιμωρία θα τους έβαζες;» Και το Πουλί είπε, να ρίξουν τη μαμή από το ψηλότερο παράθυρο και τις αδερφές να τις ρίξουν σε χύτρα με βραστό λάδι. Έτσι κι έγινε. Από τότε, ο βασιλιάς δεν αποχωρίστηκε ποτέ ξανά τη βασίλισσά του και εκείνοι και τα παιδιά τους&nbsp;έζησαν όλοι μαζί ειρηνικά.</p><p><br></p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></itunes:summary>
		</item>
		<item>
			<title>Ο Μακρύς, ο Πλατύς και ο Αετομάτης</title>
			<itunes:title>Ο Μακρύς, ο Πλατύς και ο Αετομάτης</itunes:title>
			<pubDate>Fri, 12 Feb 2021 08:00:38 GMT</pubDate>
			<itunes:duration>24:35</itunes:duration>
			<enclosure url="https://sphinx.acast.com/p/open/s/6013ebce985ab977d52addcc/e/60227b1cab141d6693fa94b0/media.mp3" length="23298201" type="audio/mpeg"/>
			<guid isPermaLink="false">60227b1cab141d6693fa94b0</guid>
			<itunes:explicit>false</itunes:explicit>
			<link>https://www.karakaxa.org/%CE%B5%CF%80%CE%B5%CE%B9%CF%83%CF%8C%CE%B4%CE%B9%CE%B1</link>
			<acast:episodeId>60227b1cab141d6693fa94b0</acast:episodeId>
			<acast:showId>6013ebce985ab977d52addcc</acast:showId>
			<acast:episodeUrl>mitos05</acast:episodeUrl>
			<acast:settings><![CDATA[FYjHyZbXWHZ7gmX8Pp1rmbKbhgrQiwYShz70Q9/ffXZMTtedvdcRQbP4eiLMjXzCKLPjEYLpGj+NMVKa+5C8pL4u/EOj1Vw4h5MMJYp0lCcFAe0fnxBJy/1ju4Qxy1fh8gO4DvlGA40yms2g0/hOkcrfHIopjTygHFqGwwOPKFIai4SuTvs86Lx3UYCyl6Zs+WO4fC9bB8/2bSJALEZpunHdJA38/ZCmkJMYOTmjFjqOQiNtwZi1ht7z/+ElEctaw6/Lk5hZWK0yGx0JD75mYov+3N0OPz8GzC3pDiW+XUj3uDyG6k9Khi0wbJ/IBj3i]]></acast:settings>
			<itunes:subtitle>Μίτος</itunes:subtitle>
			<itunes:episodeType>full</itunes:episodeType>
			<itunes:episode>5</itunes:episode>
			<itunes:image href="https://assets.pippa.io/shows/6013ebce985ab977d52addcc/1612872172061-d99a3cc31a1549eb60276419bbe05a7e.jpeg"/>
			<description><![CDATA[<p>Από τη Βοημία και όχι μόνο, ο Μακρύς, ο Πλατύς και ο Αετομάτης προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στον νεαρό πρίγκιπα που παλεύει να σώσει την αγαπημένη του!</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Δεν περιέχει ευαίσθητο υλικό </p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>Ηχητικά εφέ: freesound.org</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ</p><br><p>Ο Μακρύς, ο Πλατύς και ο Αετομάτης</p><br><p>Ήταν κάποτε ένας βασιλιάς, μεγάλος πια σε ηλικία που είχε ένα μοναχογιό. Μια μέρα κάλεσε τον γιο του μπροστά του και του είπε: «Αγαπημένο μου παιδί, γνωρίζεις ότι οι παλιοί καρποί πέφτουν για να κάνουν χώρο στους νεότερους. Το μάτια μου έχουν ήδη γεράσει και σύντομα δε θα ξαναδούν το φως του ήλιου. Αλλά πριν πάω στην τελευταία μου κατοικία, θα ήθελα να δω τη γυναίκα που θα παντρευτείς, τη μέλλουσα θυγατέρα μου. Παντρέψου, γιέ μου!». </p><br><p>«Θα το ήθελα πολύ πατέρα μου, μα δεν έχω νύφη και ούτε ξέρω και καμία», απάντησε ο πρίγκηπας.</p><br><p>Ο βασιλιάς έβαλε το χέρι στην τσέπη του, έβγαλε ένα χρυσό κλειδί και το έδειξε στον γιο του λέγοντας: «Ανέβα στον πύργο, κοίτα καλά τριγύρω και πες μου ποια σου αρέσει». </p><br><p>Ο πρίγκηπας έσπευσε να κάνει όπως του είχε προστάξει ο πατέρας του. Κανείς ποτέ στην ανθρώπινη ιστορία δεν είχε ανέβει σε αυτόν τον πύργο μα ούτε και ήξερε τι υπήρχε εκεί μέσα. Σαν έφτασε στο τελευταίο σκαλοπάτι είδε στο ταβάνι μια μικρή σιδερένια καταπακτή. Ήταν κλειδωμένη. Ο πρίγκηπας χρησιμοποίησε το χρυσό κλειδί, την άνοιξε και σκαρφάλωσε μέσα στο άνοιγμα. Βρέθηκε στη μέση ενός κυκλικού δωματίου. Το ταβάνι είχε το βαθύ μπλε μιας έναστρης νύχτας με ασημένια αστεράκια να λαμπυρίζουν. Το πάτωμα ήταν καλυμμένο με ένα πράσινο μεταξωτό χαλί και οι τοίχοι είχαν δώδεκα ψηλά παράθυρα. Τα κουφώματά τους ήταν χρυσά και στα κρυστάλλινα τζάμια τους βρίσκονταν ζωγραφισμένες με τα χρώματα του ουράνιου τόξου δώδεκα καλλονές, στεφανωμένες με βασιλικά στέμματα, όλες ντυμένες διαφορετικά, η μια πιο όμορφη από την άλλη. Καθώς το βλέμμα του πρίγκηπα κοιτούσε τις κοπέλες προσεκτικά, του φάνηκε πως άρχισαν να κινούνται, σα να γύρισαν ανεπαίσθητα προς το μέρος του, τον κοίταξαν και του χαμογέλασαν, σα να ήταν όντως ζωντανές. </p><br><p>Ένα όμως από τα δώδεκα παράθυρα ήταν καλυμμένο με ένα λευκό σεντόνι και ο πρίγκηπας το πλησίασε και τράβηξε το κάλυμμα να δει τι κρυβόταν από πίσω. Εκεί ήταν μια κοπέλα με κατάλευκο φόρεμα και ασημένια αστραφτερή ζώνη, με μαργαριταρένιο στέμμα και, παρόλο που ήταν στα σίγουρα η ομορφότερη όλων, ήταν θλιμμένη και χλωμή, τόσο χλωμή που σα να σηκώθηκε μόλις από το νεκρικό της κρεββάτι. Ο πρίγκηπας κοντοστάθηκε για λίγο μπροστά σε αυτό το όραμα, σαν να είχε ανακαλύψει κάτι σημαντικό και όσο περισσότερο κοίταζε, τόσο η καρδιά του γέμιζε στενοχώρια, μέχρι που είπε: «Αυτή θα πάρω και καμία άλλη». Λέγοντας αυτό, η χλωμή καλλονή υποκλίθηκε, κοκκίνησε σαν τριαντάφυλλο, ενώ οι υπόλοιπες κοπέλες εξαφανίστηκαν μεμιάς.</p><br><p>Ο πρίγκηπας επέστρεψε στην αίθουσα του θρόνου όπου και είπε στον πατέρα του τί είχε συμβεί και ποια κοπέλα είχε διαλέξει. Το πρόσωπο του βασιλιά αμέσως σκοτείνιασε, σκέφτηκε για λίγο και είπε στον γιο του: «Γιε μου, δεν έκανες καλά που σήκωσες το κάλυμμα εκείνου του παραθύρου και τα λόγια που ξεστόμισες σε έβαλαν σε τρομερό κίνδυνο. Αυτή η κοπέλα είναι αιχμάλωτη ενός πανίσχυρου μάγου και είναι φυλακισμένη μέσα σε ένα σιδερένιο κάστρο. Από όσους έχουν τολμήσει να την ελευθερώσουν, κανείς δεν έχει γυρίσει πίσω. Μα τώρα πια είναι αργά, ο λόγος ο δοσμένος είναι νόμος. Πήγαινε! Δοκίμασε κι εσύ και σου εύχομαι να γυρίσεις πίσω σώος και αβλαβής».</p><br><p>Ο πρίγκηπας άφησε τον πατέρα του, καβάλησε το άλογό του και πήρε το δρόμο προς αναζήτηση της μέλλουσας γυναίκας του. Στον δρόμο του συνάντησε ένα δάσος, που όσο το διέσχιζε τόσο πυκνότερο γινόταν, ώσπου έχασε τον δρόμο του τελείως. Καθώς περιπλανιόταν αποπροσανατολισμένος μέσα από σκοτεινά κλαδιά και ατμοσφαιρικά έλη, άκουσε μια φωνή πίσω του: «Έι εσύ, σταμάτα!». Ο πρίγκηπας κοίταξε τριγύρω και είδε στο βάθος έναν ψηλό άντρα να έρχεται προς το μέρος του με ταχύτητα: «Περίμενε και άσε με να έρθω μαζί σου. Σου υπόσχομαι ότι αν με πάρεις στην υπηρεσία σου, δεν θα το μετανιώσεις!», είπε ο ξένος. «Ποιος είσαι και τι ακριβώς μπορείς να κάνεις;» ρώτησε ο πρίγκηπας. «Με λένε Μακρύ και μπορώ να ψηλώσω. Να, βλέπεις εκείνη εκεί τη φωλιά πάνω στο κυπαρίσσι; Θα σου τη φέρω, χωρίς να χρειαστεί να το σκαρφαλώσω».</p><br><p>Ο Μακρύς τότε άρχισε να τεντώνεται και να τεντώνεται και να τεντώνεται, ωσότου έγινε τόσο ψηλός όσο το κυπαρίσσι. Πλησίασε τη φωλιά, την κατέβασε προσεκτικά, έγινε πάλι κανονικός στο ύψος και την έδωσε στον πρίγκηπα. «Είσαι όντως εντυπωσιακός, αλλά τι να μου χρησιμεύσει μια φωλιά όταν δεν μπορείς καν να με βγάλεις από αυτό το δάσος;»</p><br><p>«Αυτό; Αυτό είναι το μόνο εύκολο!», είπε ο Μακρύς και άρχισε πάλι να τεντώνεται και να τεντώνεται ώσπου έγινε τρεις φορές ψηλότερος από το ψηλότερο δέντρο του δάσους, κοίταξε γύρω του και είπε: «Μου φαίνεται ότι ο πιο σύντομος δρόμος για να φύγουμε από το δάσος είναι από εκεί» και λέγοντας αυτό ξαναμίκρυνε, έπιασε το άλογο του πρίγκηπα από το χαλινάρι και μέχρι ο πρίγκηπας να πάρει δυο ανάσες, είχαν βγει κιόλας από το δάσος. Μπροστά τους βρισκόταν μια πεδιάδα, και πέρα το ψηλό τείχος μιας πόλης, ενώ πέρα κι απ’ αυτήν βουνά με πυκνά δάση.</p><br><p>«Εκεί κάτω αφέντη μου βρίσκεται ο πολύ καλός μου φίλος», είπε ξάφνου ο Μακρύς και έδειξε κατά την πεδιάδα, «να τον κάνεις κι αυτόν υπηρέτη σου, πιστεύω ότι θα σε υπηρετήσει πιστά και θα σου φανεί χρήσιμος». </p><br><p>«Φώναξέ τον να εμφανιστεί μπροστά μου, να δω τι μπορεί να κάνει κι αυτός», είπε ο πρίγκηπας.</p><br><p>«Είναι πολύ μακριά για να μας ακούσει από εδώ», απάντησε ο Μακρύς, «και θα του πάρει πολύ καιρό να μας φτάσει ακόμη κι αν μας άκουγε, έχει βλέπεις πολύ βαρύ φορτίο να κουβαλήσει. Θα πάω να τον βρω εγώ, θα είναι πιο εύκολα έτσι». Και ο Μακρύς άρχισε πάλι το τέντωμα, αυτή τη φορά τόσο πολύ, που χάθηκε μέσα στα σύννεφα, έκανε ένα, δύο, τρία βήματα, πήρε το φίλο του από τον αγκώνα και τον παρουσίασε στον πρίγκηπα. Ο καινούριος της παρέας ήταν κοντούλης και μυώδης και η κοιλιά του έμοιαζε μεγάλη σαν βαρέλι: «Ποιος είσαι εσύ;» τον ρώτησε ο πρίγκηπας, «και τι μπορείς να κάνεις;». Ο δυνατός άνθρωπος του απάντησε: «Με λένε Πλατύ, αφέντη μου, και μπορώ να πλαταίνω». Ο πρίγκηπας τότε είπε: «Για κάνε μου μια επίδειξη». Και καθώς ο Πλατύς άρχισε να πλαταίνει, φώναξε: «Γρήγορα πρίγκηπά μου, γύρνα πίσω στο δάσος!».</p><br><p>Ο πρίγκηπας δεν κατάλαβε καλά καλά γιατί έπρεπε να φύγει τόσο βιαστικά. Μόλις όμως είδε τον Μακρύ να μπαίνει κι αυτός όλο φούρια πίσω στο δάσος, τότε σπιρούνιασε το άλογό του και κάλπασε ξοπίσω του. Ευτυχώς δηλαδή, γιατί ο Πλατύς απλώθηκε τόσο πολύ που θα τον είχε συνθλίψει, ήταν λες και εμφανίστηκε ένα βουνό από το πουθενά. Ο Πλατύς σταμάτησε να απλώνεται και ξαναγύρισε στο αρχικό του μέγεθος, σηκώνοντας τέτοιο αέρα, που τα δέντρα λύγισαν. «Πολύ καλό κόλπο!» είπε ο πρίγκηπας, «δεν είναι εύκολο να βρει κανείς άνθρωπο με τις δικιές σου ικανότητες. Έλα κι εσύ μαζί μας».</p><br><p>Οι τρεις τους συνέχισαν το ταξίδι τους. Καθώς πλησίασαν κάτι ψηλά βράχια, είδαν έναν άντρα, που γύρω από τα μάτια του είχε τυλιγμένο έναν επίδεσμο . «Αφέντη μου, αυτός είναι ο τρίτος της παρέας μας», είπε ο Μακρύς, «πρέπει να τον πάρεις κι αυτόν στην υπηρεσία σου. Είμαι σίγουρος ότι θα αξίζει το καθημερινό του γεύμα”. </p><br><p>«Και ποιος είσαι εσύ;» ρώτησε ο πρίγκηπας, «και γιατί τα μάτια σου είναι δεμένα με αυτό το πανί; Δεν βλέπεις πού πηγαίνεις.»</p><br><p>«Κάθε άλλο αφέντη μου! Φοράω το πανί γύρω από τα μάτια μου γιατί παραβλέπω καλά. Με το πανί βλέπω, όπως βλέπετε όλοι εσείς οι υπόλοιποι. Αν το βγάλω και κοιτάξω γύρω μου, βλέπω τα πάντα κι αν κοιτάξω κάτι έντονα, τότε αυτό αρπάζει φωτιά. Κι αν είναι κάτι που δεν πιάνει φωτιά, τότε σπάει σε χιλιάδες κομματάκια. Το όνομά μου είναι Αετομάτης». Με αυτά τα λόγια γύρισε προς τη μεριά ενός βράχου, έβγαλε το πανί από τα μάτια του και κοίταξε τον βράχο με το έντονο, πυρωμένο βλέμμα του. Ο βράχος άρχισε να τρίζει, να τρέμει και να σπάει, κομμάτια άρχισαν να φεύγουν δεξιά κι αριστερά και πολύ σύντομα είχε γίνει όλος άμμος και μάλιστα ζεστή. Είχε μια λάμψη σαν από φωτιά που ακόμη καίει κι όταν ο Αετομάτης πήγε κι έφερε λίγη άμμο στον πρίγκηπα, εκείνος είδε πως ήταν ατόφιο χρυσάφι!</p><br><p>«Χέιχο! Είσαι σίγουρα ανεκτίμητος!», είπε ο πρίγκηπας, «ποιος δεν θα ήθελε να σε έχει στη συντροφιά του; Θα σε πάρω στην υπηρεσία μου! Μιας και βλέπεις τόσο καλά, μπορείς να μου πεις πόσο ακόμη έχουμε μέχρι να φτάσουμε στο σιδερένιο κάστρο και τι συμβαίνει εκεί τώρα;»</p><br><p>«Αν πήγαινες καβάλα μόνος σου πρίγκηπα, δε θα έφτανες ούτε σε ένα χρόνο από τώρα. Αλλά με τη βοήθειά μας θα είσαι εκεί προτού καν σερβιριστεί το δείπνο».</p><br><p>«Και η μέλλουσα γυναίκα μου τι κάνει;»</p><br><p>«Κλεισμένη πίσω από σίδερα βαριά</p><p>Σε πύργο ψηλό</p><p>Με παράπονο πικρό</p><p>Ένας μάγος την φυλάει καλά»</p><br><p>Και ο πρίγκηπας φώναξε: «Όποιος έχει καλοσύνη στην ψυχή του, ας με βοηθήσει να την ελευθερώσουμε!» και όλοι βάλθηκαν να τον βοηθήσουν. Τον οδήγησαν ανάμεσα από τα βράχια και διέσχισαν το πέρασμα που δημιούργησε ο Αετομάτης με το βλέμμα του και συνέχισαν, μέσα από άλλους βράχους, διασχίζοντας ψηλά βουνά και πυκνά δάση και όποτε η παρέα έβρισκε εμπόδιο στον δρόμο της, οι τρεις θαυμαστοί υπηρέτες έβρισκαν τρόπο να το ξεπεράσουν. Πλησιάζοντας τη Δύση, τα βουνά δεν ήταν πια τόσο ψηλά, τα δάση δεν ήταν τόσο πυκνά και τα ψηλά βράχια δεν ήταν πια, παρά μεγάλες πέτρες ανάμεσα στη χαμηλή βλάστηση. Με τις τελευταίες ακτίνες του ήλιου, ο πρίγκηπας είδε σε μικρή απόσταση τον ψηλό σιδερένιο πύργο. Σπιρούνιασε το άλογό του και μόλις η τελευταία ακτίνα του ήλιου κρύφτηκε πίσω από τον ορίζοντα, εκείνος και οι τρεις υπηρέτες του πέρασαν τη γέφυρα και μπήκαν από τη βαριά σιδερένια πύλη που έκλεισε πίσω τους ερμητικά. Ήταν κι αυτοί πια παγιδευμένοι στο σιδερένιο κάστρο.</p><br><p>Κοιτάζοντας τριγύρω τους είδαν, πως το εσωτερικό προαύλιο του κάστρου ήταν ήσυχο. Ο πρίγκηπας πλησίασε τους στάβλους για να αφήσει το άλογο και βρήκε έτοιμο σανό, νερό και μια θέση να κοιμηθεί το πιστό του άτι. Προχωρώντας πιο βαθιά στο κάστρο είδε πως όπως και στον&nbsp;στάβλο στους κήπους, στη μεγάλη αίθουσα και στα δωμάτια, παντού στέκονταν καλοντυμένοι άνθρωποι, ευγενείς και υπηρέτες, όλοι ακίνητοι – είχαν μεταμορφωθεί σε πέτρινα αγάλματα. Περνώντας έτσι από δωμάτιο σε δωμάτιο, η παρέα κατέληξε στην τραπεζαρία. Φωτισμένη με εντυπωσιακούς πολυελαίους, στο κέντρο της ήταν στρωμένο ένα μεγάλο τραπέζι για τέσσερις, με τα πιο λαχταριστά φαγητά που είχαν όλοι ματαδεί. Μα εκείνοι είπαν να περιμένουν, σε περίπτωση που ερχόταν κάποιος. Περίμεναν και περίμεναν, μα κανείς δεν ήρθε και, κουρασμένοι και πεινασμένοι από το μακρύ τους ταξίδι όπως ήταν, έκατσαν στο τραπέζι κι έφαγαν ό,τι τραβούσε η όρεξή τους. </p><br><p>Μόλις τελείωσαν το γεύμα τους, είπαν να ψάξουν να βρουν κάπου να ξαποστάσουν. Ακριβώς εκείνη τη στιγμή η πόρτα της τραπεζαρίας άνοιξε διάπλατα και μέσα μπήκε ο μάγος του κάστρου. Ήταν γέρος, με σκυμμένη&nbsp;πλάτη, ήταν φαλακρός με μια μακριά γενειάδα ως το πάτωμα, φορούσε μια μακριά μαύρη ρόμπα και στη μέση του είχε τρεις σιδερένιους κρίκους αντί ζώνης. Μαζί του έσερνε μια πανέμορφη κοπέλα ντυμένη στα λευκά. Στη μέση της είχε έναν ασημένιο κρίκο και στο κεφάλι φορούσε μια μαργαριταρένια κορώνα αλλά φαινόταν τόσο θλιμμένη και χλωμή, σαν να είχε μόλις σηκωθεί από τον τάφο της. Ο πρίγκηπας την αναγνώρισε αμέσως και έσπευσε να την πλησιάσει, μα πριν προλάβει να αρθρώσει λέξη, τον πρόλαβε ο μάγος: «Ξέρω γιατί έχεις έρθει εδώ, θέλεις να πάρεις την πριγκίπισσα μακριά μου. Ας είναι λοιπόν! Πάρ’ την και μην τη χάσεις από τα μάτια σου για τα επόμενα τρία βράδια. Αν τη χάσεις, εσύ και οι υπηρέτες σου θα γίνετε όλοι αγάλματα, όπως και τόσοι άλλοι πριν από εσάς» και λέγοντας αυτά, έκανε νόημα στην πριγκίπισσα, η οποία πήγε υπάκουα και έκατσε σε μια πολυθρόνα, ενώ ο μάγος εξαφανίστηκε.</p><br><p>Ο πρίγκηπας όντως δεν μπορούσε να πάρει το βλέμμα του από την πριγκίπισσα, τόση ήταν η ομορφιά της. Άρχισε να της μιλάει και να τη ρωτάει διάφορα πράγματα, εκείνη όμως παρέμενε σιωπηλή κι ούτε φωνή ούτε χαμόγελο έβγαινε από τα χείλη της. Τα μάτια της δεν κοιτούσαν κανέναν, έτσι που έμοιαζε κι εκείνη σαν ένα από τα αγάλματα. Ο πρίγκηπας έκατσε στο πλάι της και, αποφασισμένος να μην την αφήσει ούτε ένα λεπτό, πρόσταξε στους υπηρέτες του: ο Μακρύς τεντώθηκε και τεντώθηκε, ώσπου περικύκλωσε όλο το δωμάτιο, ο Πλατύς στάθηκε δίπλα στη πόρτα και απλώθηκε κι απλώθηκε ώσπου την σφράγισε και ο Αετομάτης πήγε κι ανέβηκε σε μια κολώνα στο κέντρο του δωματίου και φιλούσε τσίλιες. Μετά από λίγο όμως, ένας ένας αισθάνθηκαν τα μάτια τους να βαραίνουν και ένας ένας όλοι τους κοιμήθηκαν τόσο ήρεμα και τόσο βαθιά, σαν ο μάγος να τους είχε βάλει στο πιο άνετο κρεββάτι. </p><br><p>Το πρωί λίγο πριν ξημερώσει, ο πρίγκηπας ξύπνησε πρώτος και συνειδητοποίησε – και εκεί η καρδιά του πόνεσε βαθιά – πως η πριγκίπισσα είχε εξαφανιστεί! Σήκωσε αμέσως τους υπηρέτες του και τους ζήτησε να τον βοηθήσουν: «Μη σε νοιάζει αφέντη», είπε ο Αετομάτης και πήγε στο περβάζι του παραθύρου ψάχνοντας έξω. «Να τη, την βλέπω. Γύρω στα 100 χιλιόμετρα από εδώ είναι ένα δάσος και στο κέντρο του μια γέρικη βελανιδιά και στην κορυφή της βελανιδιάς ένα μοναχικό βελανίδι – αυτή είναι το βελανίδι». Ο Μακρύς τότε σήκωσε τον Αετομάτη στους ώμους του, τεντώθηκε και τεντώθηκε και με τις οδηγίες του Αετομάτη διάνυσε τα χιλιόμετρα δέκα-δέκα!</p><br><p>Όση ώρα παίρνει να περπατήσει κανείς γύρω από ένα μικρό καλυβάκι, τόσο γρήγορα πήγαν και ήρθαν και ο Μακρύς παρέδωσε το βελανίδι στον πρίγκηπα. «Αφέντη, άσ’ το να πέσει στο πάτωμα», και ο πρίγκηπας άφησε το βελανίδι από το χέρι του και μεμιάς εμφανίστηκε δίπλα του η πριγκίπισσα. Με τις πρώτες ακτίνες του ήλιου τώρα να ζεσταίνουν όλο το δωμάτιο, η πόρτα άνοιξε βίαια και όρμησε μέσα ο μάγος με ένα χαιρέκακο χαμόγελο στα χείλη. Βλέποντας όμως την πριγκίπισσα εκεί, η έκφρασή του άλλαξε και συνοφρυώθηκε, γρύλλισε και κρρράκ! ένας από τους σιδερένιους κρίκους στη μέση του έπεσε στο πάτωμα. Έπειτα, πήρε την πριγκίπισσα απότομα από το χέρι και την οδήγησε έξω από το δωμάτιο.</p><br><p>&nbsp;Για την υπόλοιπη μέρα ο πρίγκηπας δεν είχε κάτι καλύτερο να κάνει από το να γυρίζει τριγύρω στο κάστρο και να θαυμάζει όλα τα εκλεκτά&nbsp;πράγματα που ήταν εκεί. Η αίσθηση όμως, πως όλη η ζωή του κάστρου σταμάτησε σε μια στιγμή, ήταν πολύ έντονη. Σε μια αίθουσα είδε έναν&nbsp;νεαρό πρίγκιπα που κρατούσε με τα δυο του χέρια ένα ξίφος έτοιμος να επιτεθεί, κάτι που δεν έγινε ποτέ, μιας και μεταμορφώθηκε σε άγαλμα πριν προλάβει. Σε μιαν άλλη, βρισκόταν ένας ιππότης που σαν να έτρεχε να ξεφύγει από κάτι, το πρόσωπό του γεμάτο τρόμο, ενώ το σώμα του είχε παγώσει σε στάση που έχει κάποιος όταν μόλις έχει σκοντάψει και είναι έτοιμος να πέσει κάτω. Δίπλα στο τζάκι, ο πρίγκηπας είδε έναν υπηρέτη, που κρατούσε ένα κομμάτι ψημένο κρέας και το πλησίαζε στο στόμα του, έτοιμος να το φάει, μια κίνηση που δεν ολοκληρώθηκε, παρά έμεινε εκεί παγωμένη. Και πολλούς άλλους είδε ο πρίγκηπας, ο καθένας τους παγωμένος, όπου και να βρισκόταν, ό,τι και να έκανε, τη στιγμή που ο μάγος είπε «Να γίνουν όλοι πέτρα». Είδε και άλογα μαρμαρωμένα, δέντρα χωρίς φύλλα, λιβάδια χωρίς καλλιέργειες, ποταμάκια που δεν κυλούσαν, κανένα πουλί δεν κελαηδούσε, κανένα λουλούδι δεν άνθιζε, κανένα ψαράκι δεν κολυμπούσε, όλη η ζωή μέσα και γύρω από το κάστρο είχε παύσει.</p><br><p>Πρωινό, μεσημεριανό και βραδινό πάντα ήταν στρωμένα για τους τέσσερις καλεσμένους του Πύργου, τα φαγητά κατέφταναν από μόνα τους και τα ποτά ξαναγέμιζαν από το πουθενά. Μόλις ο πρίγκιπας και οι υπηρέτες του τελείωσαν το γεύμα τους, οι πόρτες της τραπεζαρίας άνοιξαν διάπλατα και για άλλη μια φορά ο μάγος εμφανίστηκε, σέρνοντας από το χέρι και την πριγκίπισσα. Αυτήν τη φορά όλοι τους προσπάθησαν ακόμη πιο σκληρά να μην αποκοιμηθούν, αλλά ξανά όλες τους οι προσπάθειες απέβησαν μάταιες. Και όταν, πριν χαράξει η αυγή, ο πρίγκιπας ξύπνησε και είδε πως η πριγκίπισσα είχε πάλι εξαφανιστεί, ταρακούνησε και ξύπνησε τον Αετομάτη: «Ε! Αετομάτη, ξύπνα και σήκω! Βλέπεις πουθενά την πριγκίπισσά μου;» Εκείνος έτριψε τα φλεγόμενα μάτια του, κοίταξε έξω από το παράθυρο και είπε: «Να τη, την βλέπω. Σε 200 χιλιόμετρα είναι ένα βουνό και μέσα στο βουνό ένας μεγάλος βράχος και μέσα στον βράχο ένα πολύτιμο πετράδι – αυτή είναι το πετράδι. Αν με πάει μέχρι εκεί ο Μακρύς, θα την σώσω».</p><br><p>Ξανά ο Μακρύς ανέβασε τον Αετομάτη στους ώμους του, τεντώθηκε και τεντώθηκε και άρχισε να διανύει την απόσταση είκοσι-είκοσι χιλιόμετρα στο κάθε του βήμα! Ο Αετομάτης κάρφωσε το βλέμμα του στο βουνό και αυτό σείστηκε, μια χαράδρα σχηματίστηκε ακριβώς στη μέση του και μεμιάς το βουνό και ο βράχος έγιναν χίλιες μικρές πέτρες, αποκαλύπτοντας στο κέντρο το πολύτιμο, λαμπερό πετράδι. Το πήραν και το έδωσαν στον πρίγκηπα, εκείνος το άφησε να πέσει στο έδαφος και για άλλη μια φορά εμφανίστηκε δίπλα του η πριγκίπισσα. Όταν είδε αργότερα ο μάγος πως η πριγκίπισσα ήταν πάλι εκεί, το πρόσωπό του κοκκίνησε από θυμό και κρρρρρακ! άλλος ένας σιδερένιος κρίκος έπεσε από τη μέση του. Μουρμούρησε κάτι θυμωμένα, άρπαξε την πριγκίπισσα και αποχώρησαν.</p><br><p>Η μέρα επαναλήφθηκε ακριβώς όπως η προηγούμενη και μετά το δείπνο, αφού ο μάγος έφερε την πριγκίπισσα στην τραπεζαρία, κοίταξε τον πρίγκιπα πονηρά στα μάτια και με περιφρόνηση του είπε: «Θα δούμε ποιος είναι το ταίρι ποιανού, αν θα είσαι εσύ ο νικητής ή εγώ» και με αυτό αποχώρησε. Ο πρίγκιπας και οι μαγικοί του υπηρέτες έβαλαν τα δυνατά τους και δοκίμασαν τα πάντα για να μην κοιμηθούν, ακόμη και όρθιοι στάθηκαν όλο το βράδυ για να μην τους πάρει ο ύπνος, αλλά αλίμονο, τα μάγια ήταν πολύ δυνατά και πάλι ένας ένας σωριάστηκαν σε βαθύ ύπνο&nbsp;και η πριγκίπισσα εξαφανίστηκε.</p><br><p>Ο πρίγκηπας ξύπνησε πάλι πρώτος, δεν βρήκε την πριγκίπισσα στο δωμάτιο και πανικοβλημένος ξύπνησε και τον Αετομάτη: «Ξύπνα, ξύπνα Αετομάτη! Κοίτα έξω και πες μου πού είναι η πριγκίπισσα!» Ο Αετομάτης πήγε στο παράθυρο και κοίταξε έξω για αρκετή ώρα αυτή τη φορά. «Ω αφέντη, αυτή τη φορά είναι μακριά, πολύ μακριά! 300 χιλιόμετρα μακριά είναι μια μαύρη θάλασσα και στη μέση της θάλασσας στον βυθό ένα κοχύλι και μέσα στο κοχύλι είναι ένα χρυσό δαχτυλίδι – αυτή είναι το δαχτυλίδι. Αλλά μην απελπίζεσαι, υπάρχει τρόπος να τη σώσουμε. Αυτή τη φορά ο Μακρύς θα πρέπει να πάρει και τον Πλατύ μαζί, θα τον χρειαστούμε». Ο Μακρύς έβαλε τον Αετομάτη στον ένα ώμο και τον Πλατύ στον άλλο, τεντώθηκε και τεντώθηκε και με κάθε του βήμα άφηνε πίσω του τριάντα-τριάντα χιλιόμετρα. Όταν έφτασαν στη μαύρη θάλασσα, ο Αετομάτης έδειξε στον Μακρύ πού βρισκόταν το κοχύλι μα όσο και να τεντωνόταν ο Μακρύς δεν μπορούσε να το φτάσει. «Ε, σύντροφοί μου! Δώστε μου λίγο χρόνο και θα σας βοηθήσω εγώ», είπε ο Πλατύς και άπλωσε την κοιλιά του όσο πιο πολύ μπορούσε. Ύστερα, πήγε και στάθηκε στην ακτή και άρχισε να πίνει τη θάλασσα. Σύντομα μετά, η στάθμη του νερού είχε κατέβει αρκετά, κι έτσι ο Μακρύς έφτασε τον πάτο με ευκολία και πήρε το κοχύλι. Έβγαλε και το δαχτυλίδι, ξαναπήρε τους φίλους του στους ώμους και πήραν όλοι τον δρόμο του γυρισμού. Μα δεν είχε κάνει και πολλά βήματα όταν ένιωσε το βάρος του Πλατύ με όλη τη θάλασσα στην κοιλιά του να τον βαραίνει, με αποτέλεσμα να καθυστερούν. Τον κατέβασε από τον ώμο του στη μέση μιας πεδιάδας και με έναν δυνατό ήχο σαν μπαλόνι που ξεφουσκώνει γρήγορα, ο Πλατύς άδειασε όλη την κοιλιά του επί τόπου. Στην πεδιάδα σχηματίστηκε μια τόσο βαθιά και πλατιά λίμνη που μέχρι κι ο Μακρύς δυσκολεύτηκε να βγει από εκεί μέσα!</p><br><p>Στο μεταξύ, ο πρίγκηπας αγωνιούσε πίσω στον Πύργο μιας και οι πρώτες ακτίνες του ήλιου άρχισαν να εμφανίζονται στον ορίζοντα. Και οι υπηρέτες του πουθενά. Όσο πιο πολύ φωτιζόταν ο κόσμος, τόσο περισσότερο τον κυρίευε ο φόβος και ιδρώτας άρχισε να στάζει από το μέτωπό του. Μόλις ξεπρόβαλλε η πρώτη λαμπερή γραμμή του ήλιου μεγαλειώδης και πεντακάθαρη στον ορίζοντα, η πόρτα άνοιξε και μέσα στο δωμάτιο μπήκε ο μάγος. Κοίταξε γύρω γύρω στο δωμάτιο και μη βλέποντας την πριγκίπισσα άρχισε να γελάει με ένα καταχθόνιο γέλιο. Και τότε ακριβώς, το παράθυρο τινάχτηκε προς τα μέσα και στο πάτωμα έπεσε το χρυσό δαχτυλίδι. Και να σου και η πριγκίπισσα στο κέντρο του δωματίου. Ο Αετομάτης έχοντας πάντα το νου του στον Πύργο επιστρέφοντας, είχε δει τι γινόταν και το είπε στον Μακρύ ο οποίος κάνοντας ένα απότομο βήμα μπροστά, έριξε το δαχτυλίδι μέσα απ’ το παράθυρο του Πύργου. Ο μάγος έβγαλε ένα βρυχηθμό τόσο δυνατό, που όλο το κάστρο άρχισε να σείεται ολόκληρο και κρρρρακ! ο τρίτος και τελευταίος κρίκος έπεσε από τη μέση του μάγου. Ευθύς μεταμορφώθηκε σε κοράκι και, πανικοβλημένος πέταξε έξω από το παράθυρο.</p><br><p>&nbsp;Μόνο τότε μπόρεσε η πριγκίπισσα να μιλήσει, ευχαρίστησε τον πρίγκηπα με όλη της την καρδιά που την έσωσε και κοκκίνησε σαν τριαντάφυλλο. Ήχοι ζωής άρχισαν να γεμίζουν τον Πύργο – ο πρίγκηπας που ετοιμαζόταν να επιτεθεί, τελείωσε τώρα την κίνησή του κόβοντας τον αέρα στα δυο, κι έβαλε το ξίφος του στη θήκη του. Ο ιππότης που είχε σκοντάψει, έπεσε κι έφαγε τα μούτρα του, αλλά σηκώθηκε πάλι γρήγορα και ψηλάφισε τη μύτη του να σιγουρευτεί ότι δεν είχε σπάσει και ο υπηρέτης έφαγε το κομμάτι κρέας του. Έτσι όλοι συνέχισαν τις ζωές τους από εκεί που είχαν σταματήσει. Ακόμη και τα άλογα χλιμίντριζαν τώρα, τα δέντρα πρασίνισαν μονομιάς, τα λιβάδια γέμισαν στάχυα και λουλούδια, ψηλά στον ουρανό έκραζε ένα γεράκι και μικρά ψαράκια πηδούσαν κατά μήκος του ποταμιού. Επιτέλους υπήρχε πάλι ζωή και χαρά στο βασίλειο.</p><br><p>Όλοι οι ευγενείς περικύκλωσαν τον πρίγκιπα και τον ευχαρίστησαν για τη σωτηρία τους. Μα εκείνος χωρίς να διστάσει είπε: «Δε χρειάζεται να με ευχαριστείτε για τίποτα, αν δεν ήταν οι τρεις μου υπηρέτες ο Μακρύς, ο Πλατύς και ο Αετομάτης εδώ, κι εγώ θα είχα την ίδια μοίρα με εσάς», και αμέσως πήρε τον δρόμο του γυρισμού για το βασίλειο του πατέρα του, με την πριγκίπισσα και τους υπηρέτες του.</p><br><p>Ο βασιλιάς βλέποντας το γιο του να επιστρέφει και μάλιστα με τέτοια παρέα, τον υποδέχτηκε με δάκρυα χαράς στα μάτια. Τις επόμενες μέρες οργανώθηκε ένας μεγαλόπρεπος γάμος που κράτησε τρεις εβδομάδες. Όλοι οι υπήκοοι του γειτονικού βασιλείου με το κάστρο ήταν καλεσμένοι. Μετά τους εορτασμούς ο Μακρύς, ο Πλατύς και ο Αετομάτης ανακοίνωσαν πως θα έφευγαν για άλλους τόπους, όπου θα μπορούσαν να βρουν δουλειά. Ο βασιλιάς προσπάθησε να τους πείσει να μείνουν, υποσχόμενος πως από δω και μπρος, ποτέ δεν θα τους έλειπε τίποτα και δεν θα χρειαζόταν να εργασθούν ξανά για το υπόλοιπο της ζωής τους. Μα αυτό το σχέδιο δεν έπεισε την παρέα των τριών που ήθελαν να δουν και να κάνουν πολλά ακόμα και έφυγαν και πράγματι, ακόμη και σήμερα βοηθούν εδώ κι εκεί με τις ξεχωριστές τους ικανότητες.</p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></description>
			<itunes:summary><![CDATA[<p>Από τη Βοημία και όχι μόνο, ο Μακρύς, ο Πλατύς και ο Αετομάτης προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στον νεαρό πρίγκιπα που παλεύει να σώσει την αγαπημένη του!</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Δεν περιέχει ευαίσθητο υλικό </p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>Ηχητικά εφέ: freesound.org</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ</p><br><p>Ο Μακρύς, ο Πλατύς και ο Αετομάτης</p><br><p>Ήταν κάποτε ένας βασιλιάς, μεγάλος πια σε ηλικία που είχε ένα μοναχογιό. Μια μέρα κάλεσε τον γιο του μπροστά του και του είπε: «Αγαπημένο μου παιδί, γνωρίζεις ότι οι παλιοί καρποί πέφτουν για να κάνουν χώρο στους νεότερους. Το μάτια μου έχουν ήδη γεράσει και σύντομα δε θα ξαναδούν το φως του ήλιου. Αλλά πριν πάω στην τελευταία μου κατοικία, θα ήθελα να δω τη γυναίκα που θα παντρευτείς, τη μέλλουσα θυγατέρα μου. Παντρέψου, γιέ μου!». </p><br><p>«Θα το ήθελα πολύ πατέρα μου, μα δεν έχω νύφη και ούτε ξέρω και καμία», απάντησε ο πρίγκηπας.</p><br><p>Ο βασιλιάς έβαλε το χέρι στην τσέπη του, έβγαλε ένα χρυσό κλειδί και το έδειξε στον γιο του λέγοντας: «Ανέβα στον πύργο, κοίτα καλά τριγύρω και πες μου ποια σου αρέσει». </p><br><p>Ο πρίγκηπας έσπευσε να κάνει όπως του είχε προστάξει ο πατέρας του. Κανείς ποτέ στην ανθρώπινη ιστορία δεν είχε ανέβει σε αυτόν τον πύργο μα ούτε και ήξερε τι υπήρχε εκεί μέσα. Σαν έφτασε στο τελευταίο σκαλοπάτι είδε στο ταβάνι μια μικρή σιδερένια καταπακτή. Ήταν κλειδωμένη. Ο πρίγκηπας χρησιμοποίησε το χρυσό κλειδί, την άνοιξε και σκαρφάλωσε μέσα στο άνοιγμα. Βρέθηκε στη μέση ενός κυκλικού δωματίου. Το ταβάνι είχε το βαθύ μπλε μιας έναστρης νύχτας με ασημένια αστεράκια να λαμπυρίζουν. Το πάτωμα ήταν καλυμμένο με ένα πράσινο μεταξωτό χαλί και οι τοίχοι είχαν δώδεκα ψηλά παράθυρα. Τα κουφώματά τους ήταν χρυσά και στα κρυστάλλινα τζάμια τους βρίσκονταν ζωγραφισμένες με τα χρώματα του ουράνιου τόξου δώδεκα καλλονές, στεφανωμένες με βασιλικά στέμματα, όλες ντυμένες διαφορετικά, η μια πιο όμορφη από την άλλη. Καθώς το βλέμμα του πρίγκηπα κοιτούσε τις κοπέλες προσεκτικά, του φάνηκε πως άρχισαν να κινούνται, σα να γύρισαν ανεπαίσθητα προς το μέρος του, τον κοίταξαν και του χαμογέλασαν, σα να ήταν όντως ζωντανές. </p><br><p>Ένα όμως από τα δώδεκα παράθυρα ήταν καλυμμένο με ένα λευκό σεντόνι και ο πρίγκηπας το πλησίασε και τράβηξε το κάλυμμα να δει τι κρυβόταν από πίσω. Εκεί ήταν μια κοπέλα με κατάλευκο φόρεμα και ασημένια αστραφτερή ζώνη, με μαργαριταρένιο στέμμα και, παρόλο που ήταν στα σίγουρα η ομορφότερη όλων, ήταν θλιμμένη και χλωμή, τόσο χλωμή που σα να σηκώθηκε μόλις από το νεκρικό της κρεββάτι. Ο πρίγκηπας κοντοστάθηκε για λίγο μπροστά σε αυτό το όραμα, σαν να είχε ανακαλύψει κάτι σημαντικό και όσο περισσότερο κοίταζε, τόσο η καρδιά του γέμιζε στενοχώρια, μέχρι που είπε: «Αυτή θα πάρω και καμία άλλη». Λέγοντας αυτό, η χλωμή καλλονή υποκλίθηκε, κοκκίνησε σαν τριαντάφυλλο, ενώ οι υπόλοιπες κοπέλες εξαφανίστηκαν μεμιάς.</p><br><p>Ο πρίγκηπας επέστρεψε στην αίθουσα του θρόνου όπου και είπε στον πατέρα του τί είχε συμβεί και ποια κοπέλα είχε διαλέξει. Το πρόσωπο του βασιλιά αμέσως σκοτείνιασε, σκέφτηκε για λίγο και είπε στον γιο του: «Γιε μου, δεν έκανες καλά που σήκωσες το κάλυμμα εκείνου του παραθύρου και τα λόγια που ξεστόμισες σε έβαλαν σε τρομερό κίνδυνο. Αυτή η κοπέλα είναι αιχμάλωτη ενός πανίσχυρου μάγου και είναι φυλακισμένη μέσα σε ένα σιδερένιο κάστρο. Από όσους έχουν τολμήσει να την ελευθερώσουν, κανείς δεν έχει γυρίσει πίσω. Μα τώρα πια είναι αργά, ο λόγος ο δοσμένος είναι νόμος. Πήγαινε! Δοκίμασε κι εσύ και σου εύχομαι να γυρίσεις πίσω σώος και αβλαβής».</p><br><p>Ο πρίγκηπας άφησε τον πατέρα του, καβάλησε το άλογό του και πήρε το δρόμο προς αναζήτηση της μέλλουσας γυναίκας του. Στον δρόμο του συνάντησε ένα δάσος, που όσο το διέσχιζε τόσο πυκνότερο γινόταν, ώσπου έχασε τον δρόμο του τελείως. Καθώς περιπλανιόταν αποπροσανατολισμένος μέσα από σκοτεινά κλαδιά και ατμοσφαιρικά έλη, άκουσε μια φωνή πίσω του: «Έι εσύ, σταμάτα!». Ο πρίγκηπας κοίταξε τριγύρω και είδε στο βάθος έναν ψηλό άντρα να έρχεται προς το μέρος του με ταχύτητα: «Περίμενε και άσε με να έρθω μαζί σου. Σου υπόσχομαι ότι αν με πάρεις στην υπηρεσία σου, δεν θα το μετανιώσεις!», είπε ο ξένος. «Ποιος είσαι και τι ακριβώς μπορείς να κάνεις;» ρώτησε ο πρίγκηπας. «Με λένε Μακρύ και μπορώ να ψηλώσω. Να, βλέπεις εκείνη εκεί τη φωλιά πάνω στο κυπαρίσσι; Θα σου τη φέρω, χωρίς να χρειαστεί να το σκαρφαλώσω».</p><br><p>Ο Μακρύς τότε άρχισε να τεντώνεται και να τεντώνεται και να τεντώνεται, ωσότου έγινε τόσο ψηλός όσο το κυπαρίσσι. Πλησίασε τη φωλιά, την κατέβασε προσεκτικά, έγινε πάλι κανονικός στο ύψος και την έδωσε στον πρίγκηπα. «Είσαι όντως εντυπωσιακός, αλλά τι να μου χρησιμεύσει μια φωλιά όταν δεν μπορείς καν να με βγάλεις από αυτό το δάσος;»</p><br><p>«Αυτό; Αυτό είναι το μόνο εύκολο!», είπε ο Μακρύς και άρχισε πάλι να τεντώνεται και να τεντώνεται ώσπου έγινε τρεις φορές ψηλότερος από το ψηλότερο δέντρο του δάσους, κοίταξε γύρω του και είπε: «Μου φαίνεται ότι ο πιο σύντομος δρόμος για να φύγουμε από το δάσος είναι από εκεί» και λέγοντας αυτό ξαναμίκρυνε, έπιασε το άλογο του πρίγκηπα από το χαλινάρι και μέχρι ο πρίγκηπας να πάρει δυο ανάσες, είχαν βγει κιόλας από το δάσος. Μπροστά τους βρισκόταν μια πεδιάδα, και πέρα το ψηλό τείχος μιας πόλης, ενώ πέρα κι απ’ αυτήν βουνά με πυκνά δάση.</p><br><p>«Εκεί κάτω αφέντη μου βρίσκεται ο πολύ καλός μου φίλος», είπε ξάφνου ο Μακρύς και έδειξε κατά την πεδιάδα, «να τον κάνεις κι αυτόν υπηρέτη σου, πιστεύω ότι θα σε υπηρετήσει πιστά και θα σου φανεί χρήσιμος». </p><br><p>«Φώναξέ τον να εμφανιστεί μπροστά μου, να δω τι μπορεί να κάνει κι αυτός», είπε ο πρίγκηπας.</p><br><p>«Είναι πολύ μακριά για να μας ακούσει από εδώ», απάντησε ο Μακρύς, «και θα του πάρει πολύ καιρό να μας φτάσει ακόμη κι αν μας άκουγε, έχει βλέπεις πολύ βαρύ φορτίο να κουβαλήσει. Θα πάω να τον βρω εγώ, θα είναι πιο εύκολα έτσι». Και ο Μακρύς άρχισε πάλι το τέντωμα, αυτή τη φορά τόσο πολύ, που χάθηκε μέσα στα σύννεφα, έκανε ένα, δύο, τρία βήματα, πήρε το φίλο του από τον αγκώνα και τον παρουσίασε στον πρίγκηπα. Ο καινούριος της παρέας ήταν κοντούλης και μυώδης και η κοιλιά του έμοιαζε μεγάλη σαν βαρέλι: «Ποιος είσαι εσύ;» τον ρώτησε ο πρίγκηπας, «και τι μπορείς να κάνεις;». Ο δυνατός άνθρωπος του απάντησε: «Με λένε Πλατύ, αφέντη μου, και μπορώ να πλαταίνω». Ο πρίγκηπας τότε είπε: «Για κάνε μου μια επίδειξη». Και καθώς ο Πλατύς άρχισε να πλαταίνει, φώναξε: «Γρήγορα πρίγκηπά μου, γύρνα πίσω στο δάσος!».</p><br><p>Ο πρίγκηπας δεν κατάλαβε καλά καλά γιατί έπρεπε να φύγει τόσο βιαστικά. Μόλις όμως είδε τον Μακρύ να μπαίνει κι αυτός όλο φούρια πίσω στο δάσος, τότε σπιρούνιασε το άλογό του και κάλπασε ξοπίσω του. Ευτυχώς δηλαδή, γιατί ο Πλατύς απλώθηκε τόσο πολύ που θα τον είχε συνθλίψει, ήταν λες και εμφανίστηκε ένα βουνό από το πουθενά. Ο Πλατύς σταμάτησε να απλώνεται και ξαναγύρισε στο αρχικό του μέγεθος, σηκώνοντας τέτοιο αέρα, που τα δέντρα λύγισαν. «Πολύ καλό κόλπο!» είπε ο πρίγκηπας, «δεν είναι εύκολο να βρει κανείς άνθρωπο με τις δικιές σου ικανότητες. Έλα κι εσύ μαζί μας».</p><br><p>Οι τρεις τους συνέχισαν το ταξίδι τους. Καθώς πλησίασαν κάτι ψηλά βράχια, είδαν έναν άντρα, που γύρω από τα μάτια του είχε τυλιγμένο έναν επίδεσμο . «Αφέντη μου, αυτός είναι ο τρίτος της παρέας μας», είπε ο Μακρύς, «πρέπει να τον πάρεις κι αυτόν στην υπηρεσία σου. Είμαι σίγουρος ότι θα αξίζει το καθημερινό του γεύμα”. </p><br><p>«Και ποιος είσαι εσύ;» ρώτησε ο πρίγκηπας, «και γιατί τα μάτια σου είναι δεμένα με αυτό το πανί; Δεν βλέπεις πού πηγαίνεις.»</p><br><p>«Κάθε άλλο αφέντη μου! Φοράω το πανί γύρω από τα μάτια μου γιατί παραβλέπω καλά. Με το πανί βλέπω, όπως βλέπετε όλοι εσείς οι υπόλοιποι. Αν το βγάλω και κοιτάξω γύρω μου, βλέπω τα πάντα κι αν κοιτάξω κάτι έντονα, τότε αυτό αρπάζει φωτιά. Κι αν είναι κάτι που δεν πιάνει φωτιά, τότε σπάει σε χιλιάδες κομματάκια. Το όνομά μου είναι Αετομάτης». Με αυτά τα λόγια γύρισε προς τη μεριά ενός βράχου, έβγαλε το πανί από τα μάτια του και κοίταξε τον βράχο με το έντονο, πυρωμένο βλέμμα του. Ο βράχος άρχισε να τρίζει, να τρέμει και να σπάει, κομμάτια άρχισαν να φεύγουν δεξιά κι αριστερά και πολύ σύντομα είχε γίνει όλος άμμος και μάλιστα ζεστή. Είχε μια λάμψη σαν από φωτιά που ακόμη καίει κι όταν ο Αετομάτης πήγε κι έφερε λίγη άμμο στον πρίγκηπα, εκείνος είδε πως ήταν ατόφιο χρυσάφι!</p><br><p>«Χέιχο! Είσαι σίγουρα ανεκτίμητος!», είπε ο πρίγκηπας, «ποιος δεν θα ήθελε να σε έχει στη συντροφιά του; Θα σε πάρω στην υπηρεσία μου! Μιας και βλέπεις τόσο καλά, μπορείς να μου πεις πόσο ακόμη έχουμε μέχρι να φτάσουμε στο σιδερένιο κάστρο και τι συμβαίνει εκεί τώρα;»</p><br><p>«Αν πήγαινες καβάλα μόνος σου πρίγκηπα, δε θα έφτανες ούτε σε ένα χρόνο από τώρα. Αλλά με τη βοήθειά μας θα είσαι εκεί προτού καν σερβιριστεί το δείπνο».</p><br><p>«Και η μέλλουσα γυναίκα μου τι κάνει;»</p><br><p>«Κλεισμένη πίσω από σίδερα βαριά</p><p>Σε πύργο ψηλό</p><p>Με παράπονο πικρό</p><p>Ένας μάγος την φυλάει καλά»</p><br><p>Και ο πρίγκηπας φώναξε: «Όποιος έχει καλοσύνη στην ψυχή του, ας με βοηθήσει να την ελευθερώσουμε!» και όλοι βάλθηκαν να τον βοηθήσουν. Τον οδήγησαν ανάμεσα από τα βράχια και διέσχισαν το πέρασμα που δημιούργησε ο Αετομάτης με το βλέμμα του και συνέχισαν, μέσα από άλλους βράχους, διασχίζοντας ψηλά βουνά και πυκνά δάση και όποτε η παρέα έβρισκε εμπόδιο στον δρόμο της, οι τρεις θαυμαστοί υπηρέτες έβρισκαν τρόπο να το ξεπεράσουν. Πλησιάζοντας τη Δύση, τα βουνά δεν ήταν πια τόσο ψηλά, τα δάση δεν ήταν τόσο πυκνά και τα ψηλά βράχια δεν ήταν πια, παρά μεγάλες πέτρες ανάμεσα στη χαμηλή βλάστηση. Με τις τελευταίες ακτίνες του ήλιου, ο πρίγκηπας είδε σε μικρή απόσταση τον ψηλό σιδερένιο πύργο. Σπιρούνιασε το άλογό του και μόλις η τελευταία ακτίνα του ήλιου κρύφτηκε πίσω από τον ορίζοντα, εκείνος και οι τρεις υπηρέτες του πέρασαν τη γέφυρα και μπήκαν από τη βαριά σιδερένια πύλη που έκλεισε πίσω τους ερμητικά. Ήταν κι αυτοί πια παγιδευμένοι στο σιδερένιο κάστρο.</p><br><p>Κοιτάζοντας τριγύρω τους είδαν, πως το εσωτερικό προαύλιο του κάστρου ήταν ήσυχο. Ο πρίγκηπας πλησίασε τους στάβλους για να αφήσει το άλογο και βρήκε έτοιμο σανό, νερό και μια θέση να κοιμηθεί το πιστό του άτι. Προχωρώντας πιο βαθιά στο κάστρο είδε πως όπως και στον&nbsp;στάβλο στους κήπους, στη μεγάλη αίθουσα και στα δωμάτια, παντού στέκονταν καλοντυμένοι άνθρωποι, ευγενείς και υπηρέτες, όλοι ακίνητοι – είχαν μεταμορφωθεί σε πέτρινα αγάλματα. Περνώντας έτσι από δωμάτιο σε δωμάτιο, η παρέα κατέληξε στην τραπεζαρία. Φωτισμένη με εντυπωσιακούς πολυελαίους, στο κέντρο της ήταν στρωμένο ένα μεγάλο τραπέζι για τέσσερις, με τα πιο λαχταριστά φαγητά που είχαν όλοι ματαδεί. Μα εκείνοι είπαν να περιμένουν, σε περίπτωση που ερχόταν κάποιος. Περίμεναν και περίμεναν, μα κανείς δεν ήρθε και, κουρασμένοι και πεινασμένοι από το μακρύ τους ταξίδι όπως ήταν, έκατσαν στο τραπέζι κι έφαγαν ό,τι τραβούσε η όρεξή τους. </p><br><p>Μόλις τελείωσαν το γεύμα τους, είπαν να ψάξουν να βρουν κάπου να ξαποστάσουν. Ακριβώς εκείνη τη στιγμή η πόρτα της τραπεζαρίας άνοιξε διάπλατα και μέσα μπήκε ο μάγος του κάστρου. Ήταν γέρος, με σκυμμένη&nbsp;πλάτη, ήταν φαλακρός με μια μακριά γενειάδα ως το πάτωμα, φορούσε μια μακριά μαύρη ρόμπα και στη μέση του είχε τρεις σιδερένιους κρίκους αντί ζώνης. Μαζί του έσερνε μια πανέμορφη κοπέλα ντυμένη στα λευκά. Στη μέση της είχε έναν ασημένιο κρίκο και στο κεφάλι φορούσε μια μαργαριταρένια κορώνα αλλά φαινόταν τόσο θλιμμένη και χλωμή, σαν να είχε μόλις σηκωθεί από τον τάφο της. Ο πρίγκηπας την αναγνώρισε αμέσως και έσπευσε να την πλησιάσει, μα πριν προλάβει να αρθρώσει λέξη, τον πρόλαβε ο μάγος: «Ξέρω γιατί έχεις έρθει εδώ, θέλεις να πάρεις την πριγκίπισσα μακριά μου. Ας είναι λοιπόν! Πάρ’ την και μην τη χάσεις από τα μάτια σου για τα επόμενα τρία βράδια. Αν τη χάσεις, εσύ και οι υπηρέτες σου θα γίνετε όλοι αγάλματα, όπως και τόσοι άλλοι πριν από εσάς» και λέγοντας αυτά, έκανε νόημα στην πριγκίπισσα, η οποία πήγε υπάκουα και έκατσε σε μια πολυθρόνα, ενώ ο μάγος εξαφανίστηκε.</p><br><p>Ο πρίγκηπας όντως δεν μπορούσε να πάρει το βλέμμα του από την πριγκίπισσα, τόση ήταν η ομορφιά της. Άρχισε να της μιλάει και να τη ρωτάει διάφορα πράγματα, εκείνη όμως παρέμενε σιωπηλή κι ούτε φωνή ούτε χαμόγελο έβγαινε από τα χείλη της. Τα μάτια της δεν κοιτούσαν κανέναν, έτσι που έμοιαζε κι εκείνη σαν ένα από τα αγάλματα. Ο πρίγκηπας έκατσε στο πλάι της και, αποφασισμένος να μην την αφήσει ούτε ένα λεπτό, πρόσταξε στους υπηρέτες του: ο Μακρύς τεντώθηκε και τεντώθηκε, ώσπου περικύκλωσε όλο το δωμάτιο, ο Πλατύς στάθηκε δίπλα στη πόρτα και απλώθηκε κι απλώθηκε ώσπου την σφράγισε και ο Αετομάτης πήγε κι ανέβηκε σε μια κολώνα στο κέντρο του δωματίου και φιλούσε τσίλιες. Μετά από λίγο όμως, ένας ένας αισθάνθηκαν τα μάτια τους να βαραίνουν και ένας ένας όλοι τους κοιμήθηκαν τόσο ήρεμα και τόσο βαθιά, σαν ο μάγος να τους είχε βάλει στο πιο άνετο κρεββάτι. </p><br><p>Το πρωί λίγο πριν ξημερώσει, ο πρίγκηπας ξύπνησε πρώτος και συνειδητοποίησε – και εκεί η καρδιά του πόνεσε βαθιά – πως η πριγκίπισσα είχε εξαφανιστεί! Σήκωσε αμέσως τους υπηρέτες του και τους ζήτησε να τον βοηθήσουν: «Μη σε νοιάζει αφέντη», είπε ο Αετομάτης και πήγε στο περβάζι του παραθύρου ψάχνοντας έξω. «Να τη, την βλέπω. Γύρω στα 100 χιλιόμετρα από εδώ είναι ένα δάσος και στο κέντρο του μια γέρικη βελανιδιά και στην κορυφή της βελανιδιάς ένα μοναχικό βελανίδι – αυτή είναι το βελανίδι». Ο Μακρύς τότε σήκωσε τον Αετομάτη στους ώμους του, τεντώθηκε και τεντώθηκε και με τις οδηγίες του Αετομάτη διάνυσε τα χιλιόμετρα δέκα-δέκα!</p><br><p>Όση ώρα παίρνει να περπατήσει κανείς γύρω από ένα μικρό καλυβάκι, τόσο γρήγορα πήγαν και ήρθαν και ο Μακρύς παρέδωσε το βελανίδι στον πρίγκηπα. «Αφέντη, άσ’ το να πέσει στο πάτωμα», και ο πρίγκηπας άφησε το βελανίδι από το χέρι του και μεμιάς εμφανίστηκε δίπλα του η πριγκίπισσα. Με τις πρώτες ακτίνες του ήλιου τώρα να ζεσταίνουν όλο το δωμάτιο, η πόρτα άνοιξε βίαια και όρμησε μέσα ο μάγος με ένα χαιρέκακο χαμόγελο στα χείλη. Βλέποντας όμως την πριγκίπισσα εκεί, η έκφρασή του άλλαξε και συνοφρυώθηκε, γρύλλισε και κρρράκ! ένας από τους σιδερένιους κρίκους στη μέση του έπεσε στο πάτωμα. Έπειτα, πήρε την πριγκίπισσα απότομα από το χέρι και την οδήγησε έξω από το δωμάτιο.</p><br><p>&nbsp;Για την υπόλοιπη μέρα ο πρίγκηπας δεν είχε κάτι καλύτερο να κάνει από το να γυρίζει τριγύρω στο κάστρο και να θαυμάζει όλα τα εκλεκτά&nbsp;πράγματα που ήταν εκεί. Η αίσθηση όμως, πως όλη η ζωή του κάστρου σταμάτησε σε μια στιγμή, ήταν πολύ έντονη. Σε μια αίθουσα είδε έναν&nbsp;νεαρό πρίγκιπα που κρατούσε με τα δυο του χέρια ένα ξίφος έτοιμος να επιτεθεί, κάτι που δεν έγινε ποτέ, μιας και μεταμορφώθηκε σε άγαλμα πριν προλάβει. Σε μιαν άλλη, βρισκόταν ένας ιππότης που σαν να έτρεχε να ξεφύγει από κάτι, το πρόσωπό του γεμάτο τρόμο, ενώ το σώμα του είχε παγώσει σε στάση που έχει κάποιος όταν μόλις έχει σκοντάψει και είναι έτοιμος να πέσει κάτω. Δίπλα στο τζάκι, ο πρίγκηπας είδε έναν υπηρέτη, που κρατούσε ένα κομμάτι ψημένο κρέας και το πλησίαζε στο στόμα του, έτοιμος να το φάει, μια κίνηση που δεν ολοκληρώθηκε, παρά έμεινε εκεί παγωμένη. Και πολλούς άλλους είδε ο πρίγκηπας, ο καθένας τους παγωμένος, όπου και να βρισκόταν, ό,τι και να έκανε, τη στιγμή που ο μάγος είπε «Να γίνουν όλοι πέτρα». Είδε και άλογα μαρμαρωμένα, δέντρα χωρίς φύλλα, λιβάδια χωρίς καλλιέργειες, ποταμάκια που δεν κυλούσαν, κανένα πουλί δεν κελαηδούσε, κανένα λουλούδι δεν άνθιζε, κανένα ψαράκι δεν κολυμπούσε, όλη η ζωή μέσα και γύρω από το κάστρο είχε παύσει.</p><br><p>Πρωινό, μεσημεριανό και βραδινό πάντα ήταν στρωμένα για τους τέσσερις καλεσμένους του Πύργου, τα φαγητά κατέφταναν από μόνα τους και τα ποτά ξαναγέμιζαν από το πουθενά. Μόλις ο πρίγκιπας και οι υπηρέτες του τελείωσαν το γεύμα τους, οι πόρτες της τραπεζαρίας άνοιξαν διάπλατα και για άλλη μια φορά ο μάγος εμφανίστηκε, σέρνοντας από το χέρι και την πριγκίπισσα. Αυτήν τη φορά όλοι τους προσπάθησαν ακόμη πιο σκληρά να μην αποκοιμηθούν, αλλά ξανά όλες τους οι προσπάθειες απέβησαν μάταιες. Και όταν, πριν χαράξει η αυγή, ο πρίγκιπας ξύπνησε και είδε πως η πριγκίπισσα είχε πάλι εξαφανιστεί, ταρακούνησε και ξύπνησε τον Αετομάτη: «Ε! Αετομάτη, ξύπνα και σήκω! Βλέπεις πουθενά την πριγκίπισσά μου;» Εκείνος έτριψε τα φλεγόμενα μάτια του, κοίταξε έξω από το παράθυρο και είπε: «Να τη, την βλέπω. Σε 200 χιλιόμετρα είναι ένα βουνό και μέσα στο βουνό ένας μεγάλος βράχος και μέσα στον βράχο ένα πολύτιμο πετράδι – αυτή είναι το πετράδι. Αν με πάει μέχρι εκεί ο Μακρύς, θα την σώσω».</p><br><p>Ξανά ο Μακρύς ανέβασε τον Αετομάτη στους ώμους του, τεντώθηκε και τεντώθηκε και άρχισε να διανύει την απόσταση είκοσι-είκοσι χιλιόμετρα στο κάθε του βήμα! Ο Αετομάτης κάρφωσε το βλέμμα του στο βουνό και αυτό σείστηκε, μια χαράδρα σχηματίστηκε ακριβώς στη μέση του και μεμιάς το βουνό και ο βράχος έγιναν χίλιες μικρές πέτρες, αποκαλύπτοντας στο κέντρο το πολύτιμο, λαμπερό πετράδι. Το πήραν και το έδωσαν στον πρίγκηπα, εκείνος το άφησε να πέσει στο έδαφος και για άλλη μια φορά εμφανίστηκε δίπλα του η πριγκίπισσα. Όταν είδε αργότερα ο μάγος πως η πριγκίπισσα ήταν πάλι εκεί, το πρόσωπό του κοκκίνησε από θυμό και κρρρρρακ! άλλος ένας σιδερένιος κρίκος έπεσε από τη μέση του. Μουρμούρησε κάτι θυμωμένα, άρπαξε την πριγκίπισσα και αποχώρησαν.</p><br><p>Η μέρα επαναλήφθηκε ακριβώς όπως η προηγούμενη και μετά το δείπνο, αφού ο μάγος έφερε την πριγκίπισσα στην τραπεζαρία, κοίταξε τον πρίγκιπα πονηρά στα μάτια και με περιφρόνηση του είπε: «Θα δούμε ποιος είναι το ταίρι ποιανού, αν θα είσαι εσύ ο νικητής ή εγώ» και με αυτό αποχώρησε. Ο πρίγκιπας και οι μαγικοί του υπηρέτες έβαλαν τα δυνατά τους και δοκίμασαν τα πάντα για να μην κοιμηθούν, ακόμη και όρθιοι στάθηκαν όλο το βράδυ για να μην τους πάρει ο ύπνος, αλλά αλίμονο, τα μάγια ήταν πολύ δυνατά και πάλι ένας ένας σωριάστηκαν σε βαθύ ύπνο&nbsp;και η πριγκίπισσα εξαφανίστηκε.</p><br><p>Ο πρίγκηπας ξύπνησε πάλι πρώτος, δεν βρήκε την πριγκίπισσα στο δωμάτιο και πανικοβλημένος ξύπνησε και τον Αετομάτη: «Ξύπνα, ξύπνα Αετομάτη! Κοίτα έξω και πες μου πού είναι η πριγκίπισσα!» Ο Αετομάτης πήγε στο παράθυρο και κοίταξε έξω για αρκετή ώρα αυτή τη φορά. «Ω αφέντη, αυτή τη φορά είναι μακριά, πολύ μακριά! 300 χιλιόμετρα μακριά είναι μια μαύρη θάλασσα και στη μέση της θάλασσας στον βυθό ένα κοχύλι και μέσα στο κοχύλι είναι ένα χρυσό δαχτυλίδι – αυτή είναι το δαχτυλίδι. Αλλά μην απελπίζεσαι, υπάρχει τρόπος να τη σώσουμε. Αυτή τη φορά ο Μακρύς θα πρέπει να πάρει και τον Πλατύ μαζί, θα τον χρειαστούμε». Ο Μακρύς έβαλε τον Αετομάτη στον ένα ώμο και τον Πλατύ στον άλλο, τεντώθηκε και τεντώθηκε και με κάθε του βήμα άφηνε πίσω του τριάντα-τριάντα χιλιόμετρα. Όταν έφτασαν στη μαύρη θάλασσα, ο Αετομάτης έδειξε στον Μακρύ πού βρισκόταν το κοχύλι μα όσο και να τεντωνόταν ο Μακρύς δεν μπορούσε να το φτάσει. «Ε, σύντροφοί μου! Δώστε μου λίγο χρόνο και θα σας βοηθήσω εγώ», είπε ο Πλατύς και άπλωσε την κοιλιά του όσο πιο πολύ μπορούσε. Ύστερα, πήγε και στάθηκε στην ακτή και άρχισε να πίνει τη θάλασσα. Σύντομα μετά, η στάθμη του νερού είχε κατέβει αρκετά, κι έτσι ο Μακρύς έφτασε τον πάτο με ευκολία και πήρε το κοχύλι. Έβγαλε και το δαχτυλίδι, ξαναπήρε τους φίλους του στους ώμους και πήραν όλοι τον δρόμο του γυρισμού. Μα δεν είχε κάνει και πολλά βήματα όταν ένιωσε το βάρος του Πλατύ με όλη τη θάλασσα στην κοιλιά του να τον βαραίνει, με αποτέλεσμα να καθυστερούν. Τον κατέβασε από τον ώμο του στη μέση μιας πεδιάδας και με έναν δυνατό ήχο σαν μπαλόνι που ξεφουσκώνει γρήγορα, ο Πλατύς άδειασε όλη την κοιλιά του επί τόπου. Στην πεδιάδα σχηματίστηκε μια τόσο βαθιά και πλατιά λίμνη που μέχρι κι ο Μακρύς δυσκολεύτηκε να βγει από εκεί μέσα!</p><br><p>Στο μεταξύ, ο πρίγκηπας αγωνιούσε πίσω στον Πύργο μιας και οι πρώτες ακτίνες του ήλιου άρχισαν να εμφανίζονται στον ορίζοντα. Και οι υπηρέτες του πουθενά. Όσο πιο πολύ φωτιζόταν ο κόσμος, τόσο περισσότερο τον κυρίευε ο φόβος και ιδρώτας άρχισε να στάζει από το μέτωπό του. Μόλις ξεπρόβαλλε η πρώτη λαμπερή γραμμή του ήλιου μεγαλειώδης και πεντακάθαρη στον ορίζοντα, η πόρτα άνοιξε και μέσα στο δωμάτιο μπήκε ο μάγος. Κοίταξε γύρω γύρω στο δωμάτιο και μη βλέποντας την πριγκίπισσα άρχισε να γελάει με ένα καταχθόνιο γέλιο. Και τότε ακριβώς, το παράθυρο τινάχτηκε προς τα μέσα και στο πάτωμα έπεσε το χρυσό δαχτυλίδι. Και να σου και η πριγκίπισσα στο κέντρο του δωματίου. Ο Αετομάτης έχοντας πάντα το νου του στον Πύργο επιστρέφοντας, είχε δει τι γινόταν και το είπε στον Μακρύ ο οποίος κάνοντας ένα απότομο βήμα μπροστά, έριξε το δαχτυλίδι μέσα απ’ το παράθυρο του Πύργου. Ο μάγος έβγαλε ένα βρυχηθμό τόσο δυνατό, που όλο το κάστρο άρχισε να σείεται ολόκληρο και κρρρρακ! ο τρίτος και τελευταίος κρίκος έπεσε από τη μέση του μάγου. Ευθύς μεταμορφώθηκε σε κοράκι και, πανικοβλημένος πέταξε έξω από το παράθυρο.</p><br><p>&nbsp;Μόνο τότε μπόρεσε η πριγκίπισσα να μιλήσει, ευχαρίστησε τον πρίγκηπα με όλη της την καρδιά που την έσωσε και κοκκίνησε σαν τριαντάφυλλο. Ήχοι ζωής άρχισαν να γεμίζουν τον Πύργο – ο πρίγκηπας που ετοιμαζόταν να επιτεθεί, τελείωσε τώρα την κίνησή του κόβοντας τον αέρα στα δυο, κι έβαλε το ξίφος του στη θήκη του. Ο ιππότης που είχε σκοντάψει, έπεσε κι έφαγε τα μούτρα του, αλλά σηκώθηκε πάλι γρήγορα και ψηλάφισε τη μύτη του να σιγουρευτεί ότι δεν είχε σπάσει και ο υπηρέτης έφαγε το κομμάτι κρέας του. Έτσι όλοι συνέχισαν τις ζωές τους από εκεί που είχαν σταματήσει. Ακόμη και τα άλογα χλιμίντριζαν τώρα, τα δέντρα πρασίνισαν μονομιάς, τα λιβάδια γέμισαν στάχυα και λουλούδια, ψηλά στον ουρανό έκραζε ένα γεράκι και μικρά ψαράκια πηδούσαν κατά μήκος του ποταμιού. Επιτέλους υπήρχε πάλι ζωή και χαρά στο βασίλειο.</p><br><p>Όλοι οι ευγενείς περικύκλωσαν τον πρίγκιπα και τον ευχαρίστησαν για τη σωτηρία τους. Μα εκείνος χωρίς να διστάσει είπε: «Δε χρειάζεται να με ευχαριστείτε για τίποτα, αν δεν ήταν οι τρεις μου υπηρέτες ο Μακρύς, ο Πλατύς και ο Αετομάτης εδώ, κι εγώ θα είχα την ίδια μοίρα με εσάς», και αμέσως πήρε τον δρόμο του γυρισμού για το βασίλειο του πατέρα του, με την πριγκίπισσα και τους υπηρέτες του.</p><br><p>Ο βασιλιάς βλέποντας το γιο του να επιστρέφει και μάλιστα με τέτοια παρέα, τον υποδέχτηκε με δάκρυα χαράς στα μάτια. Τις επόμενες μέρες οργανώθηκε ένας μεγαλόπρεπος γάμος που κράτησε τρεις εβδομάδες. Όλοι οι υπήκοοι του γειτονικού βασιλείου με το κάστρο ήταν καλεσμένοι. Μετά τους εορτασμούς ο Μακρύς, ο Πλατύς και ο Αετομάτης ανακοίνωσαν πως θα έφευγαν για άλλους τόπους, όπου θα μπορούσαν να βρουν δουλειά. Ο βασιλιάς προσπάθησε να τους πείσει να μείνουν, υποσχόμενος πως από δω και μπρος, ποτέ δεν θα τους έλειπε τίποτα και δεν θα χρειαζόταν να εργασθούν ξανά για το υπόλοιπο της ζωής τους. Μα αυτό το σχέδιο δεν έπεισε την παρέα των τριών που ήθελαν να δουν και να κάνουν πολλά ακόμα και έφυγαν και πράγματι, ακόμη και σήμερα βοηθούν εδώ κι εκεί με τις ξεχωριστές τους ικανότητες.</p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></itunes:summary>
		</item>
		<item>
			<title>Τα Χρυσά Μήλα και τα Εννιά Παγώνια</title>
			<itunes:title>Τα Χρυσά Μήλα και τα Εννιά Παγώνια</itunes:title>
			<pubDate>Mon, 08 Feb 2021 08:54:47 GMT</pubDate>
			<itunes:duration>28:32</itunes:duration>
			<enclosure url="https://sphinx.acast.com/p/open/s/6013ebce985ab977d52addcc/e/601fad64e4b7571c3576e4d3/media.mp3" length="27307765" type="audio/mpeg"/>
			<guid isPermaLink="false">601fad64e4b7571c3576e4d3</guid>
			<itunes:explicit>false</itunes:explicit>
			<link>https://www.karakaxa.org/%CE%B5%CF%80%CE%B5%CE%B9%CF%83%CF%8C%CE%B4%CE%B9%CE%B1-1</link>
			<acast:episodeId>601fad64e4b7571c3576e4d3</acast:episodeId>
			<acast:showId>6013ebce985ab977d52addcc</acast:showId>
			<acast:episodeUrl>mitos04</acast:episodeUrl>
			<acast:settings><![CDATA[FYjHyZbXWHZ7gmX8Pp1rmbKbhgrQiwYShz70Q9/ffXZMTtedvdcRQbP4eiLMjXzCKLPjEYLpGj+NMVKa+5C8pL4u/EOj1Vw4h5MMJYp0lCcFAe0fnxBJy/1ju4Qxy1fh8gO4DvlGA40yms2g0/hOkcrfHIopjTygHFqGwwOPKFIai4SuTvs86Lx3UYCyl6Zs+WO4fC9bB8/2bSJALEZpunHdJA38/ZCmkJMYOTmjFjpHSli8kZJhxh2X3rLAZFvh7iudElnweubyZXCRDIhwNuKfGar3bsLsLwbmnn3HX41YMXauN7dkgBPdHJLuC6Y/]]></acast:settings>
			<itunes:subtitle>Μίτος</itunes:subtitle>
			<itunes:episodeType>full</itunes:episodeType>
			<itunes:episode>4</itunes:episode>
			<itunes:image href="https://assets.pippa.io/shows/6013ebce985ab977d52addcc/1612688192360-bcbef33a047538b75077580a05538e54.jpeg"/>
			<description><![CDATA[<p>Τα Χρυσά Μήλα και τα Εννιά Παγώνια είναι ένα λαϊκό παραμύθι από τη Βουλγαρία με επιρροές από τις γύρω χώρες... και από την Ελλάδα βέβαια!</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Περιέχει κάποιες σκηνές βίας </p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>Ηχητικά εφέ: freesound.org</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ</p><br><p>Τα Χρυσά Μήλα και τα Εννιά Παγώνια</p><br><p>Κάποτε ήταν ένας βασιλιάς που είχε τρεις γιους. Στο κέντρο του βασιλικού κήπου στεκόταν μια χρυσή μηλιά που κάθε βράδυ άνθιζε και έβγαζε χρυσά μήλα. Μια μέρα όμως, κάποιος άρχισε να κλέβει τα χρυσά μήλα και ο βασιλιάς αδυνατούσε πλήρως να ανακαλύψει τον κλέφτη.</p><br><p>Μια μέρα που συζητούσε με τους γιους του, είπε: «Θέλω να μάθω τι γίνεται με τα χρυσά μας μήλα», και ο μεγαλύτερος γιος του απάντησε: «Θα μάθω εγώ πατέρα τι συμβαίνει στη μηλιά, θα πάω τη νύχτα και θα πιάσω τον κλέφτη». Σαν νύχτωσε ο μεγαλύτερος γιος βγήκε από την κάμαρά του και ξάπλωσε κάτω από τη χρυσή μηλιά. Όντως είδε τη μηλιά να ανθίζει και μετά να παράγει τους χρυσούς της καρπούς. Αλλά το γλυκό νυχτερινό αεράκι και η κούραση της ημέρας τον κατέλαβαν και αποκοιμήθηκε. Όταν ξύπνησε την αυγή κοίταξε πάνω και τι να δει! Τα μήλα είχαν εξαφανιστεί! Σηκώθηκε βιαστικά και πήγε και είπε στον πατέρα του ακριβώς τι είχε συμβεί. Ο μεσαίος γιος είπε τότε: «Απόψε θα πάω εγώ να δω ποιος κλέβει τα μήλα μας, πατέρα», μα κι αυτός δεν άντεξε κι αποκοιμήθηκε. Πάνω που τα άνθη μεταμορφώνονταν σε καρπούς, τον πήρε ο ύπνος. Ξύπνησε συγχυσμένος κι αυτός την αυγή, αλλά ήταν αργά, τα μήλα είχαν κάνει φτερά. Γύρισε κι αυτός στον πατέρα του δίχως απαντήσεις και τώρα ήταν η σειρά του μικρότερου γιου. </p><br><p>Σαν ήρθε το βράδυ, πήγε κι αυτός κάτω από τη μηλιά, τοποθέτησε ένα άνετο ντιβάνι και κοιμήθηκε. Γύρω στα μεσάνυχτα, όταν τα μήλα άρχισαν να σχηματίζονται από τα άνθη, ο μικρότερος γιος ξύπνησε. Η λάμψη τους φώτιζε όλο το μέρος. Τότε, από ψηλά κατέφτασαν εννιά χρυσά παγώνια, τα οκτώ κάθησαν πάνω στη μηλιά και το ένατο δίπλα στο πριγκιπόπουλο. Μόλις τα πόδια του άγγιξαν τη γη μεταμορφώθηκε σε πανέμορφη κοπέλα που έλαμπε σαν τον ήλιο. Κι ενόσω τα υπόλοιπα οκτώ παγώνια έκοβαν τα μήλα, η κοπέλα και το πριγκιπόπουλο έκαναν παρέα μέχρι την αυγή. Σαν βγήκε ο ήλιος, τον ευχαρίστησε για τα μήλα και καθώς έκανε να φύγει, εκείνος την παρακάλεσε να του αφήσει ένα. Εκείνη του άφησε δύο – ένα για εκείνον κι ένα για τον πατέρα του, μεταμορφώθηκε σε παγώνι και πέταξε ψηλά, μαζί με τα υπόλοιπα οκτώ παγώνια. Έπειτα, ο πρίγκιπας πήγε στον πατέρα του και του έδωσε το χρυσό μήλο, ο οποίος με τη σειρά του ενθουσιάστηκε τόσο πολύ, που δεν ήξερε πώς να ευχαριστήσει τον γιο του. Το ίδιο βράδυ, ο μικρότερος πρίγκηπας ξαναπήγε στη χρυσή μηλιά και έκανε ό,τι είχε κάνει και το προηγούμενο κι έτσι, το επόμενο πρωί έφερε ένα μήλο στον πατέρα του.</p><br><p>Αυτό συνεχίστηκε για κάμποσες μέρες και τα μεγαλύτερα αδέρφια του πρίγκιπα είχαν αρχίσει να ζηλεύουν, μιας και αυτός πέτυχε, εκεί που αυτοί είχαν αποτύχει. Είχαν προσπαθήσει ξανά να μείνουν ξύπνιοι για να δουν τι συνέβαινε στο δέντρο τη νύχτα, αλλά κάθε φορά τους έπαιρνε ο ύπνος και είχαν θυμώσει πολύ που δεν μπορούσαν να βρουν τρόπο να πάρουν κι αυτοί την ευχή του πατέρα τους. Έτσι, πήγαν στη μάγισσα του βασιλείου, που τους υποσχέθηκε να μάθει πώς κατάφερνε να μείνει ξύπνιος ο μικρότερος. Καθώς λοιπόν πλησίαζε το βράδυ και ο μικρότερος πρίγκιπας ετοιμαζόταν να πάει στη μηλιά, η μάγισσα πήγε πριν από αυτόν και κρύφτηκε κάτω από το ντιβάνι του. Ο πρίγκιπας έφτασε μετά από λίγο και, αγνοώντας την ύπαρξη της μάγισσας, κοιμήθηκε όπως κάθε άλλη φορά. Κοντά στα μεσάνυχτα, όταν ξύπνησε ο πρίγκιπας, έφτασαν και τα εννιά παγώνια, οκτώ προσγειώθηκαν στο δέντρο και το ένατο δίπλα στον πρίγκιπα, άλλαξε μορφή ως συνήθως και οι δυο τους άρχισαν να συζητούν. Καθώς λοιπόν οι δυο τους μιλούσαν, η μάγισσα ξεμύτησε από την κρυψώνα της και έκοψε μια τούφα από τα χρυσά μαλλιά της κοπέλας. Εκείνη το κατάλαβε αμέσως και αναπήδησε ταραγμένη, μεταμορφώθηκε γρήγορα και μαζί με τα υπόλοιπα παγώνια πέταξε προς τη σκοτεινή νύχτα. Ο πρίγκιπας βλέποντας τι είχε συμβεί σηκώθηκε από το ντιβάνι και φώναξε: «Τι σημαίνει αυτό;» και κοιτώντας τριγύρω του και κάτω, ανακάλυψε τη μάγισσα, την τράβηξε βίαια από το ντιβάνι, την ακινητοποίησε και μόλις ξημέρωσε για τα καλά, διέταξε την εκτέλεσή της: την έδεσε σε δύο άλογα και τα άφησε να τρέξουν προς αντίθετες κατευθύνσεις μέχρι να την σχίσουν στα δυο. </p><br><p>Τα παγώνια δεν ξαναγύρισαν ποτέ στη χρυσή μηλιά και ο πρίγκιπας έπεσε σε βαριά κατάθλιψη, έκλαιγε ολημερίς κι ολονυχτίς. Αποφάσισε να γυρίσει γη και ουρανό μέχρι να τα ξαναβρεί και πήγε να το ανακοινώσει στον πατέρα του. Εκείνος προσπάθησε να τον μεταπείσει: «Μείνε γιε μου, θα σου βρω την ομορφότερη καλλονή στο βασίλειο να γίνει γυναίκα σου!», αλλά εκείνος δεν ήθελε ούτε να το ακούσει κι ετοιμάστηκε να φύγει για το μακρύ του ταξίδι. Πήρε μαζί του κι έναν υπηρέτη και ξεκίνησε. </p><br><p>Ταξίδεψε πολύ και μακριά, ώσπου έφτασε σε μια μεγάλη λίμνη, στη μέση της οποίας στεκόταν ένα μεγαλόπρεπο παλάτι. Εκεί, ζούσαν μια γριά αυτοκράτειρα με τη μοναχοκόρη της. Όταν ο πρίγκιπας παρουσιάστηκε μπροστά στην αυτοκράτειρα, τη ρώτησε αν ήξερε για τα περιπλανώμενα χρυσά παγώνια&nbsp;και αυτή του αποκρίθηκε πως ναι, εννιά χρυσά παγώνια έρχονταν καθημερινά και πλένονταν στη λίμνη της. Έπειτα, η αυτοκράτειρα προσπάθησε να τον αποτρέψει από το να συναντήσει τα παγώνια, λέγοντάς του: «Μην σε απασχολούν, ευγενή μου νεαρέ, αυτά τα παλιο-παγώνια. Έχω μια πανέμορφη κόρη και όσα πλούτη μπορείς να θελήσεις στη ζωή σου, σου τα προσφέρω όλα». Μόλις όμως ο πρίγκιπας έμαθε για τα παγώνια, σταμάτησε πλέον να ακούει την αυτοκράτειρα και πρόσταξε τον υπηρέτη του να ετοιμάσει τα άλογα, για να πάνε στη λίμνη το επόμενο πρωί. Καθώς ετοίμαζε τα άλογα για αναχώρηση, η αυτοκράτειρα πλησίασε τον υπηρέτη και του έδωσε ένα πουγκί γεμάτο χρυσάφι και μια μικρή σφυρίχτρα: «Μόλις φτάσουν τα παγώνια, πήγαινε&nbsp;πίσω από τον αφέντη σου και σφύριξε κοντά στο αυτί του με αυτήν εδώ τη σφυρίχτρα. Εκείνος θα αποκοιμηθεί αμέσως και δεν θα τα δει». Ο άτιμος υπηρέτης υπάκουσε, πήρε τη σφυρίχτρα και τα χρήματα και, όταν ήρθε η ώρα, έκανε ό,τι του είπε. </p><br><p>Όταν έφτασαν στο σημείο όπου πλένονταν τα παγώνια, υπολόγισε, σύμφωνα με τις οδηγίες της αυτοκράτειρας, πότε θα έφταναν κι αυτά και την κατάλληλη στιγμή σφύριξε, και ο πρίγκιπας έπεσε σε τόσο βαθύ λήθαργο σαν θάνατο. Μια στιγμή μετά προσγειώθηκαν και τα παγώνια – οκτώ κολύμπησαν στη λίμνη και το ένατο πέταξε πάνω απ’ τ’ άλογο του πρίγκιπα: «Ξύπνα πουλί μου, ξύπνα αρνί μου, ξύπνα αητέ μου!», αλλά ο πρίγκιπας δεν μπορούσε να ακούσει τίποτα, τόσο βαθιά που κοιμόταν. Τα παγώνια τέλειωσαν το μπάνιο τους, πέταξαν μακριά και, μόλις ο πρίγκιπας ξύπνησε, ρώτησε αμέσως τον υπηρέτη του: «Τι έγινε, ήρθαν;» κι εκείνος αποκρίθηκε, «ναι αφέντη μου, ήρθαν» και του εξιστόρησε πως τα οκτώ μπήκαν στη λίμνη και το ένατο προσπάθησε μάταια να τον ξυπνήσει. Σαν άκουσε τι είχε γίνει, ο πρίγκιπας κόντεψε να πεθάνει από τη&nbsp;θλίψη. </p><br><p>Το επόμενο πρωί, ο πρίγκιπας και ο υπηρέτης του ξαναπήγαν στη λίμνη να βρουν τα παγώνια και ξανά ο υπηρέτης, αφού υπολόγισε πόση ώρα θα έκαναν να φτάσουν τα παγώνια, σφύριξε κοντά στο αυτί του πρίγκιπα κι εκείνος αποκοιμήθηκε κατευθείαν. Τότε ήρθαν και τα παγώνια, οκτώ στη λίμνη κι ένα δίπλα στον κοιμώμενο πρίγκιπα: «Ξύπνα πουλί μου, ξύπνα αρνί μου, ξύπνα αητέ μου!», μα ο πρίγκιπας ούτε που κουνήθηκε. Σαν τελείωσαν το μπάνιο τους και ήταν έτοιμα να φύγουν, το παγώνι που μάταια προσπαθούσε να ξυπνήσει τον πρίγκιπα, στράφηκε προς τον υπηρέτη και του είπε: «Πες στον αφέντη σου όταν ξυπνήσει, ότι θα έχει άλλη μια ευκαιρία να μας δει: αύριο και μετά από αυτό, ποτέ ξανά». Και λέγοντας αυτά πέταξε, με τα άλλα οκτώ παγώνια ξοπίσω του. Λίγο αργότερα, ξύπνησε και ο πρίγκιπας και ρώτησε: «Τι έγινε, ήρθαν;» και ο υπηρέτης του είπε «Ναι, ήρθαν αφέντη μου, οκτώ πήγαν στη λίμνη και το ένατο προσπάθησε να σε ξυπνήσει. Φεύγοντας μου είπε μάλιστα, πως θα μπορέσεις να τα δεις αύριο για τελευταία φορά, αλλιώς ποτέ ξανά». Ο πρίγκιπας ακούγοντας αυτά τα λόγια, δεν ήξερε τι να κάνει τον πόνο που ένιωθε μέσα του.&nbsp;</p><br><p>Την τρίτη μέρα, ο πρίγκιπας ξαναπήγε στην όχθη της λίμνης αλλά αυτή τη φορά έμεινε συνεχώς σε κίνηση καβάλα στο άλογό του, για να είναι σίγουρος πως δεν θα τον έπαιρνε ο ύπνος. Αλλά ο πανούργος υπηρέτης του, γνωρίζοντας ακριβώς πότε θα έφταναν τα παγώνια, πήγε κοντά στον αφέντη του καβάλα και αυτός, και την κατάλληλη στιγμή σφύριξε τη σφυρίχτρα και ο πρίγκιπας κοιμήθηκε πάνω στο άλογό του. Τα παγώνια ήρθαν για το μπάνιο τους, οκτώ πήγαν κατευθείαν μέσα στα νερά της λίμνης και το ένατο δίπλα στον πρίγκιπα: ««Ξύπνα πουλί μου, ξύπνα αρνί μου, ξύπνα αητέ μου!», μα κοιμόταν τόσο βαθιά που δεν άκουσε τίποτα. Πριν φύγουν τα παγώνια, το ένατο πλησίασε τον υπηρέτη και του είπε: «Όταν ξυπνήσει ο αφέντης σου, να του πεις πως αν θέλει να με ξαναδεί, τότε πρέπει να κυλήσει τον κάτω πάσσαλο στον πάνω». Και με αυτό το παγώνι ως οδηγό, πέταξαν όλα μακρυά. Την επόμενη στιγμή, ο πρίγκιπας&nbsp;ξύπνησε και ρώτησε: «Τι έγινε, ήρθαν;» και ο υπηρέτης του είπε: «Ήρθαν, και το ένατο που προσπάθησε να σε ξυπνήσει μου είπε, ότι αν θες να το ξαναδείς, τότε να κυλήσεις τον πάνω πάσσαλο στον κάτω». Ακούγοντάς το αυτό, ο πρίγκιπας τράβηξε το σπαθί του και έκοψε το κεφάλι του υπηρέτη του, συνεχίζοντας το ταξίδι του μοναχός.</p><br><p>Ταξίδεψε πολύ και μακριά, το δείλι έφτασε και τον βρήκε σε ένα φτωχικό καλυβάκι ενός ερημίτη, που τον προσκάλεσε να ξαποστάσει εκεί το βράδυ. Στην κουβέντα τους απάνω, ρώτησε ο πρίγκιπας: «Παππού, έχεις ακούσει ποτέ σου για εννιά χρυσά παγώνια;» και ο ερημίτης του απάντησε χαμογελώντας: «Ναι παιδί μου, και καλά που ρώτησες. Δεν είναι μακριά από εδώ, μισή μέρα δρόμος». Το επόμενο πρωί καθώς ετοιμαζόταν ο πρίγκιπας να φύγει, τον έπιασε ο ερημίτης και του έδωσε τις εξής οδηγίες: «Να πας δεξιά κι εκεί θα βρεις μια μεγάλη πύλη. Μόλις τη διαβείς, ξαναπήγαινε δεξιά και τότε θα βρεις μπροστά σου την πόλη τους και μέσα στην πόλη, το παλάτι τους». Ο πρίγκιπας ακολούθησε τις οδηγίες του ερημίτη και όντως συνάντησε την πύλη. Την πέρασε, έτριψε δεξιά και με μεγάλη του χαρά μετά από λίγο είδε την πόλη. Μόλις την διέσχισε, ρώτησε πού βρισκόταν το παλάτι των εννιά χρυσών παγωνιών και ένας περαστικός του έδειξε. Φτάνοντας στην είσοδο του παλατιού, τον σταμάτησε ένας φρουρός και τον ρώτησε ποιος ήταν και τι ήθελε. Ο πρίγκιπας του αφηγήθηκε όλη την ιστορία και του είπε από πού ερχόταν και ποιος ήταν. Ο φρουρός πήγε να το ανακοινώσει στην αυτοκράτειρα, η οποία μόλις άκουσε τα νέα έτρεξε στην πύλη και στάθηκε μπροστά στον πρίγκιπα με τη μορφή της κοπέλας, τον πήρε από το χέρι και τον οδήγησε μέσα στο παλάτι. Την επόμενη μέρα παντρεύτηκαν με χαρές και γλέντια.</p><br><p>Μερικές μέρες μετά τον γάμο τους, η αυτοκράτειρα έπρεπε να πάει ένα ταξίδι, αφήνοντας τον πρίγκιπα μόνο του στο νέο του βασίλειο. Αναχωρώντας, του έδωσε δώδεκα κλειδιά και του είπε: «Μπορείς να ανοίξεις όλα τα κελάρια, αλλά μη χρησιμοποιήσεις το δωδέκατο κλειδί» κι έφυγε. Όταν ο πρίγκιπας βρέθηκε μόνος του μέσα στο παλάτι άρχισε να αναρωτιέται: «Άραγε τι να σημαίνει αυτό; Να ανοίξω δηλαδή και τα έντεκα κελάρια αλλά όχι το δωδέκατο; Τι μπορεί να υπάρχει εκεί μέσα;» Κι αμέσως άρχισε να ανοίγει το ένα κελάρι μετά το άλλο. Έφτασε και στο δωδέκατο και αρχικά σκέφτηκε να μην το ανοίξει. Αλλά μην έχοντας τι να κάνει, η σκέψη τριγυρνούσε στο μυαλό του: «Και γιατί να μου πει να μην ανοίξω αυτό το κελάρι;» Και το άνοιξε. Και το μόνο που βρήκε στο κελάρι ήταν ένα βαρέλι στη μέση, σφραγισμένο με σιδερένια δαχτυλίδια. Μια φωνή τότε αντήχησε μέσα απ’ το βαρέλι, που τον εκλιπαρούσε: «Σε παρακαλώ αδερφέ μου, διψώ. Φέρε μου μια κούπα νερό να πιω». Ο πρίγκιπας πήγε και έφερε μια κούπα νερό την οποία και έχυσε στο πώμα του βαρελιού. Μια από τις σιδερένιες ασφάλειες έσκασε με εκκωφαντικό θόρυβο και η φωνή είπε ευθύς αμέσως: «Διψώ ακόμη αδερφέ μου, φέρε μου άλλη μια κούπα νερό» και ο πρίγκηπας έφερε άλλη μια κούπα νερό και τη έχυσε πάνω στο πώμα. Άλλο ένα σιδερένιο δαχτυλίδι εκτινάχτηκε με δύναμη και για άλλη μια φορά η φωνή τον παρακάλεσε να φέρει άλλη μια κούπα νερό. Ο πρίγκηπας έφερε την τρίτη κούπα την οποία και έχυσε πάνω στο πώμα του βαρελιού και με αυτή του την κίνηση, έσπασε και το τρίτο σιδερένιο δαχτυλίδι και το βαρέλι έπεσε χάμω, ανοικτό πια. Και τότε, ένας τρομακτικός δράκος πήδησε από μέσα και με φοβερή&nbsp;ταχύτητα πέταξε έξω από τα κελάρια, έξω από το παλάτι, πέρα από την πόλη, ώσπου βρήκε την αυτοκράτειρα καθοδόν, τη σήκωσε και την πήρε μαζί του.</p><br><p>Οι ακόλουθοί της, επέστρεψαν στο παλάτι και ενημέρωσαν τον πρίγκιπα για τα συμβάντα. Κι αυτός ορκίστηκε ότι δεν θα σταματούσε μέχρι να την βρει και να την φέρει πίσω σώα.</p><br><p>Ταξίδεψε πολύ και μακριά, μέχρι που βρέθηκε σε ένα βαλτοτόπι και κοιτάζοντας πιο προσεκτικά, είδε ένα ψαράκι που προσπαθούσε να πηδήξει στο νερό, αλλά δεν τα κατάφερνε. Το ψαράκι μόλις είδε τον πρίγκιπα, του είπε: «Σε παρακαλώ αδερφέ μου, αν θέλεις να κάνεις μια καλή πράξη, ρίξε με πίσω στο νερό και θα δεις, θα σου φανώ χρήσιμο κι εγώ μια μέρα. Να, βγάλε ένα από τα λέπια μου και όταν με χρειαστείς, τρίψε το στα δάχτυλά σου και θα βρεθώ αμέσως στο πλευρό σου». Ο πρίγκιπας πράγματι πήρε ένα λέπι, το φύλαξε σε ένα μαντήλι και έριξε το ψαράκι στο νερό. Δεν πήγε και πολύ μακρυά, όταν μπροστά του είδε μια αλεπού πιασμένη σε παγίδα. Όταν τον είδε η αλεπού, του μίλησε και του είπε: «Σε παρακαλώ αδερφέ μου, βγάλε με την παγίδα και θα δεις, θα σου φανώ χρήσιμη μια μέρα. Να, βγάλε μια τρίχα από το τρίχωμά μου κι αν ποτέ με χρειαστείς τρίψε την στα δάχτυλά σου και θα βρεθώ αμέσως στο πλευρό σου». Ο πρίγκιπας ελευθέρωσε την αλεπού, πήρε μια τρίχα από το τρίχωμά της και συνέχισε τον δρόμο του. Μετά από λίγο μπροστά του είδε ένα κοράκι, πιασμένο κι αυτό σε παγίδα όπως και η αλεπού. Μόλις το κοράκι είδε τον πρίγκιπα του είπε: «Σε παρακαλώ, γίνε αδερφός μου, ταξιδιώτη, ελευθέρωσέ με και θα δεις, θα σου φανώ χρήσιμο μια μέρα. Να, πάρε ένα φτερό μου κι αν ποτέ με χρειαστείς, απλά τρίψ’ το στα δάχτυλά σου και θα βρεθώ αμέσως στο πλευρό σου». Ο πρίγκιπας πήρε ένα φτερό από το κοράκι, το ελευθέρωσε και συνέχισε την αναζήτησή του.</p><br><p>Καθώς προχωρούσε στο μονοπάτι, συνάντησε έναν άνδρα και τον ρώτησε: «Καλέ μου άνθρωπε, μήπως ξέρεις πού είναι το παλάτι του άρχοντα δράκου;» Ο άνδρας του έδειξε το δρόμο για το παλάτι και του είπε μάλιστα πότε ο δράκος θα ήταν εκεί, ώστε να πράξει ανάλογα. Ο πρίγκιπας τον ευχαρίστησε, του είπε αντίο και ακολουθώντας τις οδηγίες του εξυπηρετικού άντρα, έφτασε μπροστά στο παλάτι του δράκου. </p><br><p>Σίγουρος ότι ο δράκος έλειπε, ο πρίγκιπας μπήκε στο παλάτι και βρήκε την αγαπημένη του νεαρή αυτοκράτειρα. Αγκαλιάστηκαν και άρχισαν αμέσως να σχεδιάζουν την απόδρασή τους. Συμφώνησαν αρχικά να σελώσουν δυο άλογα και τα καλπάσουν όσο το δυνατόν πιο μακρυά απ’ το παλάτι. Κι έτσι κι έκαναν, πήραν δυο άλογα και άρχισαν να τρέχουν όσο πιο γρήγορα μπορούσαν. Ο δράκος επέστρεψε κάποια στιγμή, έψαξε τριγύρω στο παλάτι του, μα η αυτοκράτειρα δεν ήταν πουθενά: «Και τι κάνουμε τώρα;» ρώτησε ο δράκος το άλογό του, «μήπως να φάμε και να πιούμε ή να πάμε να τους κυνηγήσουμε;». Και το άλογο του απάντησε: «Μη σκοτίζεσαι και πολύ, φάε και πιες τώρα». Και μόνο όταν ο δράκος είχε χορτάσει και είχε ξεδιψάσει, ανέβηκε στο άλογό του και πήρε τον πρίγκιπα και την αυτοκράτειρα στο κατόπι. Σύντομα είχε προφτάσει τους φυγάδες και με μεγάλη ευκολία άρπαξε την αυτοκράτειρα, ενώ γύρισε και είπε στον πρίγκιπα: «Εσύ μπορείς να φύγεις ζωντανός, σε συγχωρώ, κι αυτό μόνο επειδή μου έδωσες να πιώ νερό, τότε που ήμουν στο βαρέλι. Τη δεύτερη φορά που θα προσπαθήσεις να κάνεις το ίδιο, δεν θα είμαι τόσο επιεικής». Ο πρίγκιπας έμεινε σαστισμένος για λίγη ώρα και σιγά σιγά πήρε το δρόμο του γυρισμού αλλά, μην μπορώντας να έχει τη συνείδησή του καθαρή, γύρισε το άλογο του και ξαναπήγε στο παλάτι του δράκου. </p><br><p>Ο δράκος πάλι έλειπε και όταν ο πρίγκιπας βρήκε την αυτοκράτειρα μέσα στο παλάτι, εκείνη έκλαιγε γοερά. Άρχισαν πάλι να σχεδιάζουν την απόδρασή τους και αυτή τη φορά ο πρίγκιπας της είπε: «Σαν γυρίσει ο άρχοντας δράκος, ρώτα τον πού βρήκε αυτό το άλογο και μετά έλα να μου το πεις να βρω κι εγώ ένα, είναι η μόνη μας ελπίδα να καταφέρουμε να ξεφύγουμε» και έφυγε από το παλάτι να πάει να κρυφτεί. Ο δράκος επέστρεψε στο παλάτι και η αυτοκράτειρα άρχισε να τον καλοπιάνει και να τον κανακεύει και να του κάνει όλα τα χατίρια. Εκεί που τον γέμιζε με κολακείες του είπε: «Πω πω, τι ωραίο άλογο που έχεις! Μα που το αγόρασες, αχ, πες μου, θα σκάσω!» και ο δράκος της απάντησε: «Από εκεί που τον αγόρασα κανείς δεν μπορεί να αγοράσει. Σε ένα λόφο μένει μια γριά γυναίκα που εκτρέφει δώδεκα άλογα, το ένα καλύτερο απ’ τ’ άλλο. Ένα από τα άλογα ήταν μόνο του σε μια γωνιά και φαινόταν αδύνατο. Αλλά για μένα ήταν το καλύτερο όλων αλλά κι αδερφός μου, γιατί μπορούσε να πετάει στους ουρανούς. Όποιος θέλει να αποκτήσει ένα άλογο από αυτά, θα πρέπει να υπηρετήσει τη γυναίκα για τρεις μέρες. Συγκεκριμένα, όποιος φυλάξει επιτυχώς για τρεις μέρες μια φοράδα που έχει με ένα πουλαράκι, η γριά γυναίκα θα του δώσει όποιο άλογο θελήσει. Αν όμως αποτύχει, τότε θα πεθάνει».</p><br><p>Την επόμενη μέρα μόλις ξεμύτησε ο άρχοντας δράκος, ο πρίγκιπας τρύπωσε στο παλάτι και η αυτοκράτειρα του είπε ό,τι της είχε πει ο δράκος. Χωρίς να χάσει χρόνο, ο πρίγκιπας ξεκίνησε το ταξίδι του να πάει να βρει τη γριά γυναίκα. Ταξίδεψε πολύ και μακριά. Αλλά τελικά βρήκε το λόφο που έμενε η γυναίκα αυτή. Άφησε το άλογο του έξω, κοντά στους στάβλους και μπήκε στο σπίτι της: «Καλή σου μέρα κυρά μου!» κι εκείνη απάντησε «Ο Θεός να σου δίνει ευημερία, γιέ μου. Τι σε φέρνει κατά δω;»</p><br><p>«Επιθυμώ να σου προσφέρω τις υπηρεσίες μου», της απάντησε ο πρίγκιπας.</p><br><p>«Πολύ καλά νεαρέ. Έχω μια φοράδα και ένα πουλάρι. Αν μπορέσεις να την προσέξεις για τρεις μέρες και τρεις νύχτες, είναι δικό σου, όποιο από τα δώδεκά μου άλογα θελήσεις. Αν όμως αποτύχεις, θα σου πάρω το κεφάλι».</p><br><p>Η γυναίκα οδήγησε τον πρίγκιπα στην αυλή. Εκεί, ο πρίγκιπας είδε το ένα κοντάρι μετά το άλλο να έχει καρφωμένο πάνω του κι από ένα κεφάλι. Στο τέλος της σειράς ήταν ένα κοντάρι, που δεν είχε κεφάλι μπηγμένο απάνω του και φώναζε: «Γριά! Θέλω κεφάλι! Δώσε μου κεφάλι!». Δείχνοντάς του την αυλή, η γριά γύρισε προς το νεαρό και του είπε: «Αυτό έπαθαν όλοι αυτοί που απέτυχαν να φροντίσουν τη φοράδα μου και το πουλάρι της. Αυτή τη μοίρα θα έχεις κι εσύ αν...», μα ο πρίγκιπας δεν ανησύχησε και πολύ με τις φοβέρες της γυναίκας και για την υπόλοιπη μέρα γύριζε τον τόπο καβάλα στη φοράδα με το πουλαράκι να ακολουθεί.</p><br><p>Έτσι πέρασε η μέρα και, κοντά στα μεσάνυχτα, ο πρίγκιπας άρχισε να νυστάζει και αποκοιμήθηκε στον στάβλο δίπλα στη φοράδα, με τα μπράτσα του να την αγκαλιάζουν. Όταν ξύπνησε την αυγή, είδε προς έκπληξή του πως, αντί να αγκαλιάζουν τα μπράτσα του τη φοράδα, αγκάλιαζαν ένα κούτσουρο, ενώ το χαλινάρι της κείτονταν στο έδαφος. Ζαλισμένος από τρόμο, ο πρίγκιπας άρχισε να ψάχνει παντού. Πήρε τα δάση και εκεί που πήγαινε, έπεσε πάνω σε ένα ρυάκι και τότε θυμήθηκε τι του είχε πει το ψαράκι. Έβγαλε το μαντήλι που είχε φυλάξει το λέπι, το έβγαλε και το έτριψε στα δάχτυλά του. Και να σου το ψαράκι, έβγαλε το κεφαλάκι του από την επιφάνεια του νερού: «Τι συμβαίνει αδερφέ μου;» ρώτησε το ψαράκι. </p><br><p>«Η φοράδα της γριάς γυναίκας μου ξέφυγε και δεν ξέρω που να τη βρω», είπε με τρεμάμενη φωνή ο πρίγκιπας.</p><br><p>«Εδώ είναι, μαζί μας. Μεταμορφώθηκε σε μεγάλο ψάρι και το πουλάρι της το μεταμόρφωσε σε ένα μικρό. Εσύ τώρα πρέπει να τινάξεις τα νερά με το χαλινάρι της και να πεις ΠΟΥΚ ΠΟΥΚ ΠΟΥΚ! ΦΟΡΑΔΑ ΤΗΣ ΓΡΙΑΣ!» είπε το ψαράκι και χάθηκε μέσα στο νερό.</p><br><p>Ο πρίγκιπας βούτηξε το χαλινάρι μέσα στο νερό και πλατσουρίζοντας φώναξε «ΠΟΥΚ ΠΟΥΚ ΠΟΥΚ! ΦΟΡΑΔΑ ΤΗΣ ΓΡΙΑΣ!» και αμέσως εμφανίστηκε δίπλα του η φοράδα με το πουλάρι. Της πέρασε το χαλινάρι και την πήγε μέχρι τους στάβλους της γριάς γυναίκας με το πουλάρι να ακολουθεί. Σαν είδε η γριά τον πρίγκιπα να φέρνει πίσω τη φοράδα της, του έφτιαξε το βραδινό του και πήγε να βάλει τη φοράδα μέσα στο στάβλο: «Στα ψάρια βρήκες να κρυφτείς άχρηστη;», τη μάλωσε. «Πού να φανταστώ ότι τα ψάρια είναι φίλοι του και ότι θα με αποκάλυπταν;» απάντησε με παράπονο η φοράδα. «Να πας στις αλεπούδες την επόμενη φορά», της είπε και την άφησε.</p><br><p>Τη δεύτερη μέρα ο πρίγκιπας την πέρασε καβάλα στη φοράδα με το πουλάρι να ακολουθεί. Πέρασαν λαγκάδια, πήδηξαν βράχια τρέξανε σε κάμπους και το βράδυ, εξουθενωμένος, ο πρίγκιπας κοιμήθηκε καβάλα στη φοράδα.</p><br><p>Το πρωί που ξύπνησε, δεν ήταν πια πάνω στη φοράδα μα πάνω σε ένα μεγάλο κούτσουρο, με το χαλινάρι της στο χέρι. Ξεκίνησε αμέσως να την ψάχνει και καθώς περπατούσε θυμήθηκε τι είχε ακούσει να λέει στη φοράδα της η γριά γυναίκα, το προηγούμενο βράδυ. Έβγαλε από την τσέπη του την τρίχα από το τρίχωμα της αλεπούς, την έτριψε στα δάχτυλά του και η αλεπού που είχε σώσει, εμφανίστηκε μπροστά του: «Τι συμβαίνει αδερφέ μου;», τον ρώτησε.</p><br><p>«Πάλι το έσκασε η φοράδα της γριάς γυναίκας!», απάντησε ο πρίγκιπας εμφανώς ταραγμένος.</p><br><p>«Εδώ είναι, μαζί μας. Μεταμορφώθηκε η ίδια σε αλεπού και το πουλάρι της σε κουτάβι. Εσύ τώρα μένει να σκάψεις το χώμα με το χαλινάρι της και να πεις ΠΟΥΚ ΠΟΥΚ ΠΟΥΚ! ΦΟΡΑΔΑ ΤΗΣ ΓΡΙΑΣ!», του είπε φιλικά η αλεπού και εξαφανίστηκε. Και ο πρίγκιπας έκανε όπως του είπε, και να σου μπροστά του η φοράδα και το πουλάρι. Της έβαλε το χαλινάρι, την καβαλίκεψε και την οδήγησε πίσω στης γριάς.</p><br><p>Όταν φτάσανε έξω από τους στάβλους, η γριά γυναίκα έβαλε στο νεαρό να φάει βραδινό και οδηγώντας τη φοράδα μέσα στο στάβλο της είπε: «Καλά, κι εσύ δεν μπορούσες να κρυφτείς καλύτερα ανάμεσα στις αλεπούδες;» «Μα πού να ‘ξερα ότι οι αλεπούδες ήταν φίλες του κι ότι θα με αποκάλυπταν;» είπε απογοητευμένη η φοράδα. «Την τελευταία μέρα να πας στα κοράκια», της είπε επιτακτικά η γυναίκα, την έβαλε στο στάβλο και γύρισε στο σπίτι.</p><br><p>Την τελευταία μέρα, ο πρίγκιπας γύρισε τους γύρω τόπους καβάλα στη φοράδα με το πουλαράκι να καλπάζει ξοπίσω. Μετά από μια κουραστική μέρα ο πρίγκιπας πάλι αποκοιμήθηκε πάνω στη φοράδα και το πρωί που ξύπνησε, βρισκόταν πάλι πάνω σε ένα κούτσουρο με το χαλινάρι στο χέρι. Θυμήθηκε τι είχε πει το προηγούμενο βράδυ η γυναίκα στη φοράδα της για τα κοράκια, βρήκε το φτερό που του είχε δώσει το κοράκι που είχε σώσει και το έτριψε στα δάχτυλά του. Στον ώμο του ευθύς προσγειώθηκε το γνώριμο κοράκι: «Η φοράδα της γυναίκας μου ξέφυγε και δεν ξέρω που να ψάξω», είπε ανήσυχος ο πρίγκιπας.</p><br><p>«Εδώ είναι, μαζί μας. Εκείνη μεταμορφώθηκε σε κορακίνα και το πουλάρι της σε μικρό κορακάκι. Εσύ τώρα πέταξε το χαλινάρι ψηλά στον αέρα και πες ΠΟΥΚ ΠΟΥΚ ΠΟΥΚ! ΦΟΡΑΔΑ ΤΗΣ ΓΡΙΑΣ!», και με αυτό, το κοράκι πέταξε ψηλά και χάθηκε από το πλευρό του πρίγκιπα. Έτσι κι έκανε ο πρίγκιπας, όπως τον συμβούλεψε το κοράκι, και να σου μπροστά στα μάτια του μεταμορφώθηκε ένα κοράκι σε φοράδα και ένα μικρότερο κοράκι σε πουλάρι. Της έβαλε τα χαλινάρια, την καβαλίκεψε και γύρισαν όλοι στο σπίτι της γριάς. </p><br><p>Η γριά του έφερε βραδινό και θυμωμένη πολύ αυτήν τη φορά είπε στη φοράδα της καθώς την πήγαινε στον στάβλο: «Ανίκανη φοράδα, ούτε στα κοράκια δεν κατάφερες να κρυφτείς!» και η φοράδα της είπε με σκυμμένο το κεφάλι: «Μα πού να ήξερα ότι τα κοράκια ήταν φίλοι του και ότι θα με αποκάλυπταν;»</p><br><p>Όταν γύρισε σπίτι η γριά γυναίκα, ο πρίγκιπας σηκώθηκε όρθιος και της είπε: «Λοιπόν κυρά, νομίζω σε υπηρέτησα τίμια και σωστά. Περιμένω να τηρήσεις κι εσύ τη συμφωνία μας». Κι εκείνη με καλοσύνη του απάντησε: «Γιε μου, η συμφωνία είναι συμφωνία. Έξω είναι λοιπόν τα δώδεκα άλογα, δικό σου, όποιο σου αρέσει». Με μια ματιά ο πρίγκιπας ήξερε αμέσως ποιο ήθελε: «Και γιατί να χαραμίσω το χρόνο μου να διαλέγω; Αυτό εκεί θέλω στη γωνία, δεν υπάρχει καλύτερο για μένα». Μόλις η γυναίκα είδε για ποιο άλογο μιλούσε ο πρίγκιπας προσπάθησε να του αλλάξει γνώμη: «Τι το θες αυτό; Είναι πετσί και κόκκαλο, τα άλλα είναι πολύ καλύτερα». Μα ο πρίγκιπας ήταν ανένδοτος: «Εσύ δεν μου είπες να διαλέξω όποιο θέλω; Η συμφωνία είναι συμφωνία». Η γυναίκα μουρμούρησε και καταράστηκε, δυσανασχέτησε και γκρίνιαξε, αλλά τελικά ενέδωσε και του έδωσε το άλογο που ήθελε. «Αντίο κυρά!», είπε εύθυμα ο πρίγκιπας καθώς ανέβηκε στο άλογό του. «Αντίο παλικάρι μου!» του απάντησε η γυναίκα. </p><br><p>Ο πρίγκιπας κατέβηκε αργά μέχρι το πιο κοντινό ρυάκι και έπλυνε το άλογο, που άρχισε να λάμπει σαν χρυσάφι. Το ξανακαβαλίκεψε, του πίεσε τα πλευρά κι εκείνο άρχισε να πετάει, να πετάει σαν πουλί και πριν καλά καλά το καταλάβει, ο πρίγκιπας είχε φτάσει στο παλάτι του άρχοντα δράκου. Ο δράκος έλειπε, βρήκε γρήγορα την αυτοκράτειρα και τη συμβούλεψε να ετοιμαστεί για μάχη. Ανέβηκαν και οι δυο στην πλάτη του αλόγου και πέταξαν προς το παλάτι τους. </p><br><p>Τότε γύρισε και ο δράκος, αλλά όσο και να έψαχνε, η αυτοκράτειρα δεν ήταν πουθενά. Τότε ο δράκος γύρισε στο άλογό του και το ρώτησε: «Να φάμε και να πιούμε ή να πάμε να τους πιάσουμε;» Και το άλογο απάντησε: «Τι κι αν φάμε κι αν δεν φάμε, τι κι αν πιούμε και δεν πιούμε, τι κι αν τους κυνηγήσουμε, δεν θα τους πιάσουμε». Ακούγοντάς το αυτό ο δράκος ανέβηκε στο άλογο και άρχισε να κυνηγά το ζευγάρι. Όταν είδαν ότι ο δράκος ήταν στο κατόπι τους, και οι δυο πανικοβλημένοι παρακάλεσαν το άλογο να κάνει πιο γρήγορα, αλλά αυτό ατάραχο τους απάντησε: «Μην ταράζεστε, δε χρειάζεται να βιαστούμε καθόλου».</p><br><p>Έτρεχε κι έτρεχε ξοπίσω τους ο δράκος με το άλογο, που φώναζε στο άλλο τ’ άλογο που κυνηγούσε: «Σιγά αδερφέ μου, σιγά! Θα μου βγει η ανάσα να σε κυνηγάω!» και το άλογο μπροστά, του απάντησε σχεδόν κοροϊδευτικά: «Εμ, και ποιος σου είπε να κουβαλάς αυτό το τελώνιο στην πλάτη σου. Καμπούριασε την πλάτη σου και τίναξέ τον από πάνω σου να πέσει κι έλα μαζί μου». Και τότε, το άλογο του δράκου, με δυο απότομες κινήσεις πέταξε τον δράκο από την πλάτη του κι αυτός έπεσε και γκρεμοτσακίστηκε σε κάτι βράχια. Το άλογό του έφτασε τον πρίγκιπα και την αυτοκράτειρα, άφησε την αυτοκράτειρα να το καβαλικέψει και οι τέσσερίς τους γύρισαν στο παλάτι, όπου και έζησαν δίκαιοι και ευτυχισμένοι,&nbsp;μέχρι το τέλος της ζωής τους.</p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></description>
			<itunes:summary><![CDATA[<p>Τα Χρυσά Μήλα και τα Εννιά Παγώνια είναι ένα λαϊκό παραμύθι από τη Βουλγαρία με επιρροές από τις γύρω χώρες... και από την Ελλάδα βέβαια!</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Περιέχει κάποιες σκηνές βίας </p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>Ηχητικά εφέ: freesound.org</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ</p><br><p>Τα Χρυσά Μήλα και τα Εννιά Παγώνια</p><br><p>Κάποτε ήταν ένας βασιλιάς που είχε τρεις γιους. Στο κέντρο του βασιλικού κήπου στεκόταν μια χρυσή μηλιά που κάθε βράδυ άνθιζε και έβγαζε χρυσά μήλα. Μια μέρα όμως, κάποιος άρχισε να κλέβει τα χρυσά μήλα και ο βασιλιάς αδυνατούσε πλήρως να ανακαλύψει τον κλέφτη.</p><br><p>Μια μέρα που συζητούσε με τους γιους του, είπε: «Θέλω να μάθω τι γίνεται με τα χρυσά μας μήλα», και ο μεγαλύτερος γιος του απάντησε: «Θα μάθω εγώ πατέρα τι συμβαίνει στη μηλιά, θα πάω τη νύχτα και θα πιάσω τον κλέφτη». Σαν νύχτωσε ο μεγαλύτερος γιος βγήκε από την κάμαρά του και ξάπλωσε κάτω από τη χρυσή μηλιά. Όντως είδε τη μηλιά να ανθίζει και μετά να παράγει τους χρυσούς της καρπούς. Αλλά το γλυκό νυχτερινό αεράκι και η κούραση της ημέρας τον κατέλαβαν και αποκοιμήθηκε. Όταν ξύπνησε την αυγή κοίταξε πάνω και τι να δει! Τα μήλα είχαν εξαφανιστεί! Σηκώθηκε βιαστικά και πήγε και είπε στον πατέρα του ακριβώς τι είχε συμβεί. Ο μεσαίος γιος είπε τότε: «Απόψε θα πάω εγώ να δω ποιος κλέβει τα μήλα μας, πατέρα», μα κι αυτός δεν άντεξε κι αποκοιμήθηκε. Πάνω που τα άνθη μεταμορφώνονταν σε καρπούς, τον πήρε ο ύπνος. Ξύπνησε συγχυσμένος κι αυτός την αυγή, αλλά ήταν αργά, τα μήλα είχαν κάνει φτερά. Γύρισε κι αυτός στον πατέρα του δίχως απαντήσεις και τώρα ήταν η σειρά του μικρότερου γιου. </p><br><p>Σαν ήρθε το βράδυ, πήγε κι αυτός κάτω από τη μηλιά, τοποθέτησε ένα άνετο ντιβάνι και κοιμήθηκε. Γύρω στα μεσάνυχτα, όταν τα μήλα άρχισαν να σχηματίζονται από τα άνθη, ο μικρότερος γιος ξύπνησε. Η λάμψη τους φώτιζε όλο το μέρος. Τότε, από ψηλά κατέφτασαν εννιά χρυσά παγώνια, τα οκτώ κάθησαν πάνω στη μηλιά και το ένατο δίπλα στο πριγκιπόπουλο. Μόλις τα πόδια του άγγιξαν τη γη μεταμορφώθηκε σε πανέμορφη κοπέλα που έλαμπε σαν τον ήλιο. Κι ενόσω τα υπόλοιπα οκτώ παγώνια έκοβαν τα μήλα, η κοπέλα και το πριγκιπόπουλο έκαναν παρέα μέχρι την αυγή. Σαν βγήκε ο ήλιος, τον ευχαρίστησε για τα μήλα και καθώς έκανε να φύγει, εκείνος την παρακάλεσε να του αφήσει ένα. Εκείνη του άφησε δύο – ένα για εκείνον κι ένα για τον πατέρα του, μεταμορφώθηκε σε παγώνι και πέταξε ψηλά, μαζί με τα υπόλοιπα οκτώ παγώνια. Έπειτα, ο πρίγκιπας πήγε στον πατέρα του και του έδωσε το χρυσό μήλο, ο οποίος με τη σειρά του ενθουσιάστηκε τόσο πολύ, που δεν ήξερε πώς να ευχαριστήσει τον γιο του. Το ίδιο βράδυ, ο μικρότερος πρίγκηπας ξαναπήγε στη χρυσή μηλιά και έκανε ό,τι είχε κάνει και το προηγούμενο κι έτσι, το επόμενο πρωί έφερε ένα μήλο στον πατέρα του.</p><br><p>Αυτό συνεχίστηκε για κάμποσες μέρες και τα μεγαλύτερα αδέρφια του πρίγκιπα είχαν αρχίσει να ζηλεύουν, μιας και αυτός πέτυχε, εκεί που αυτοί είχαν αποτύχει. Είχαν προσπαθήσει ξανά να μείνουν ξύπνιοι για να δουν τι συνέβαινε στο δέντρο τη νύχτα, αλλά κάθε φορά τους έπαιρνε ο ύπνος και είχαν θυμώσει πολύ που δεν μπορούσαν να βρουν τρόπο να πάρουν κι αυτοί την ευχή του πατέρα τους. Έτσι, πήγαν στη μάγισσα του βασιλείου, που τους υποσχέθηκε να μάθει πώς κατάφερνε να μείνει ξύπνιος ο μικρότερος. Καθώς λοιπόν πλησίαζε το βράδυ και ο μικρότερος πρίγκιπας ετοιμαζόταν να πάει στη μηλιά, η μάγισσα πήγε πριν από αυτόν και κρύφτηκε κάτω από το ντιβάνι του. Ο πρίγκιπας έφτασε μετά από λίγο και, αγνοώντας την ύπαρξη της μάγισσας, κοιμήθηκε όπως κάθε άλλη φορά. Κοντά στα μεσάνυχτα, όταν ξύπνησε ο πρίγκιπας, έφτασαν και τα εννιά παγώνια, οκτώ προσγειώθηκαν στο δέντρο και το ένατο δίπλα στον πρίγκιπα, άλλαξε μορφή ως συνήθως και οι δυο τους άρχισαν να συζητούν. Καθώς λοιπόν οι δυο τους μιλούσαν, η μάγισσα ξεμύτησε από την κρυψώνα της και έκοψε μια τούφα από τα χρυσά μαλλιά της κοπέλας. Εκείνη το κατάλαβε αμέσως και αναπήδησε ταραγμένη, μεταμορφώθηκε γρήγορα και μαζί με τα υπόλοιπα παγώνια πέταξε προς τη σκοτεινή νύχτα. Ο πρίγκιπας βλέποντας τι είχε συμβεί σηκώθηκε από το ντιβάνι και φώναξε: «Τι σημαίνει αυτό;» και κοιτώντας τριγύρω του και κάτω, ανακάλυψε τη μάγισσα, την τράβηξε βίαια από το ντιβάνι, την ακινητοποίησε και μόλις ξημέρωσε για τα καλά, διέταξε την εκτέλεσή της: την έδεσε σε δύο άλογα και τα άφησε να τρέξουν προς αντίθετες κατευθύνσεις μέχρι να την σχίσουν στα δυο. </p><br><p>Τα παγώνια δεν ξαναγύρισαν ποτέ στη χρυσή μηλιά και ο πρίγκιπας έπεσε σε βαριά κατάθλιψη, έκλαιγε ολημερίς κι ολονυχτίς. Αποφάσισε να γυρίσει γη και ουρανό μέχρι να τα ξαναβρεί και πήγε να το ανακοινώσει στον πατέρα του. Εκείνος προσπάθησε να τον μεταπείσει: «Μείνε γιε μου, θα σου βρω την ομορφότερη καλλονή στο βασίλειο να γίνει γυναίκα σου!», αλλά εκείνος δεν ήθελε ούτε να το ακούσει κι ετοιμάστηκε να φύγει για το μακρύ του ταξίδι. Πήρε μαζί του κι έναν υπηρέτη και ξεκίνησε. </p><br><p>Ταξίδεψε πολύ και μακριά, ώσπου έφτασε σε μια μεγάλη λίμνη, στη μέση της οποίας στεκόταν ένα μεγαλόπρεπο παλάτι. Εκεί, ζούσαν μια γριά αυτοκράτειρα με τη μοναχοκόρη της. Όταν ο πρίγκιπας παρουσιάστηκε μπροστά στην αυτοκράτειρα, τη ρώτησε αν ήξερε για τα περιπλανώμενα χρυσά παγώνια&nbsp;και αυτή του αποκρίθηκε πως ναι, εννιά χρυσά παγώνια έρχονταν καθημερινά και πλένονταν στη λίμνη της. Έπειτα, η αυτοκράτειρα προσπάθησε να τον αποτρέψει από το να συναντήσει τα παγώνια, λέγοντάς του: «Μην σε απασχολούν, ευγενή μου νεαρέ, αυτά τα παλιο-παγώνια. Έχω μια πανέμορφη κόρη και όσα πλούτη μπορείς να θελήσεις στη ζωή σου, σου τα προσφέρω όλα». Μόλις όμως ο πρίγκιπας έμαθε για τα παγώνια, σταμάτησε πλέον να ακούει την αυτοκράτειρα και πρόσταξε τον υπηρέτη του να ετοιμάσει τα άλογα, για να πάνε στη λίμνη το επόμενο πρωί. Καθώς ετοίμαζε τα άλογα για αναχώρηση, η αυτοκράτειρα πλησίασε τον υπηρέτη και του έδωσε ένα πουγκί γεμάτο χρυσάφι και μια μικρή σφυρίχτρα: «Μόλις φτάσουν τα παγώνια, πήγαινε&nbsp;πίσω από τον αφέντη σου και σφύριξε κοντά στο αυτί του με αυτήν εδώ τη σφυρίχτρα. Εκείνος θα αποκοιμηθεί αμέσως και δεν θα τα δει». Ο άτιμος υπηρέτης υπάκουσε, πήρε τη σφυρίχτρα και τα χρήματα και, όταν ήρθε η ώρα, έκανε ό,τι του είπε. </p><br><p>Όταν έφτασαν στο σημείο όπου πλένονταν τα παγώνια, υπολόγισε, σύμφωνα με τις οδηγίες της αυτοκράτειρας, πότε θα έφταναν κι αυτά και την κατάλληλη στιγμή σφύριξε, και ο πρίγκιπας έπεσε σε τόσο βαθύ λήθαργο σαν θάνατο. Μια στιγμή μετά προσγειώθηκαν και τα παγώνια – οκτώ κολύμπησαν στη λίμνη και το ένατο πέταξε πάνω απ’ τ’ άλογο του πρίγκιπα: «Ξύπνα πουλί μου, ξύπνα αρνί μου, ξύπνα αητέ μου!», αλλά ο πρίγκιπας δεν μπορούσε να ακούσει τίποτα, τόσο βαθιά που κοιμόταν. Τα παγώνια τέλειωσαν το μπάνιο τους, πέταξαν μακριά και, μόλις ο πρίγκιπας ξύπνησε, ρώτησε αμέσως τον υπηρέτη του: «Τι έγινε, ήρθαν;» κι εκείνος αποκρίθηκε, «ναι αφέντη μου, ήρθαν» και του εξιστόρησε πως τα οκτώ μπήκαν στη λίμνη και το ένατο προσπάθησε μάταια να τον ξυπνήσει. Σαν άκουσε τι είχε γίνει, ο πρίγκιπας κόντεψε να πεθάνει από τη&nbsp;θλίψη. </p><br><p>Το επόμενο πρωί, ο πρίγκιπας και ο υπηρέτης του ξαναπήγαν στη λίμνη να βρουν τα παγώνια και ξανά ο υπηρέτης, αφού υπολόγισε πόση ώρα θα έκαναν να φτάσουν τα παγώνια, σφύριξε κοντά στο αυτί του πρίγκιπα κι εκείνος αποκοιμήθηκε κατευθείαν. Τότε ήρθαν και τα παγώνια, οκτώ στη λίμνη κι ένα δίπλα στον κοιμώμενο πρίγκιπα: «Ξύπνα πουλί μου, ξύπνα αρνί μου, ξύπνα αητέ μου!», μα ο πρίγκιπας ούτε που κουνήθηκε. Σαν τελείωσαν το μπάνιο τους και ήταν έτοιμα να φύγουν, το παγώνι που μάταια προσπαθούσε να ξυπνήσει τον πρίγκιπα, στράφηκε προς τον υπηρέτη και του είπε: «Πες στον αφέντη σου όταν ξυπνήσει, ότι θα έχει άλλη μια ευκαιρία να μας δει: αύριο και μετά από αυτό, ποτέ ξανά». Και λέγοντας αυτά πέταξε, με τα άλλα οκτώ παγώνια ξοπίσω του. Λίγο αργότερα, ξύπνησε και ο πρίγκιπας και ρώτησε: «Τι έγινε, ήρθαν;» και ο υπηρέτης του είπε «Ναι, ήρθαν αφέντη μου, οκτώ πήγαν στη λίμνη και το ένατο προσπάθησε να σε ξυπνήσει. Φεύγοντας μου είπε μάλιστα, πως θα μπορέσεις να τα δεις αύριο για τελευταία φορά, αλλιώς ποτέ ξανά». Ο πρίγκιπας ακούγοντας αυτά τα λόγια, δεν ήξερε τι να κάνει τον πόνο που ένιωθε μέσα του.&nbsp;</p><br><p>Την τρίτη μέρα, ο πρίγκιπας ξαναπήγε στην όχθη της λίμνης αλλά αυτή τη φορά έμεινε συνεχώς σε κίνηση καβάλα στο άλογό του, για να είναι σίγουρος πως δεν θα τον έπαιρνε ο ύπνος. Αλλά ο πανούργος υπηρέτης του, γνωρίζοντας ακριβώς πότε θα έφταναν τα παγώνια, πήγε κοντά στον αφέντη του καβάλα και αυτός, και την κατάλληλη στιγμή σφύριξε τη σφυρίχτρα και ο πρίγκιπας κοιμήθηκε πάνω στο άλογό του. Τα παγώνια ήρθαν για το μπάνιο τους, οκτώ πήγαν κατευθείαν μέσα στα νερά της λίμνης και το ένατο δίπλα στον πρίγκιπα: ««Ξύπνα πουλί μου, ξύπνα αρνί μου, ξύπνα αητέ μου!», μα κοιμόταν τόσο βαθιά που δεν άκουσε τίποτα. Πριν φύγουν τα παγώνια, το ένατο πλησίασε τον υπηρέτη και του είπε: «Όταν ξυπνήσει ο αφέντης σου, να του πεις πως αν θέλει να με ξαναδεί, τότε πρέπει να κυλήσει τον κάτω πάσσαλο στον πάνω». Και με αυτό το παγώνι ως οδηγό, πέταξαν όλα μακρυά. Την επόμενη στιγμή, ο πρίγκιπας&nbsp;ξύπνησε και ρώτησε: «Τι έγινε, ήρθαν;» και ο υπηρέτης του είπε: «Ήρθαν, και το ένατο που προσπάθησε να σε ξυπνήσει μου είπε, ότι αν θες να το ξαναδείς, τότε να κυλήσεις τον πάνω πάσσαλο στον κάτω». Ακούγοντάς το αυτό, ο πρίγκιπας τράβηξε το σπαθί του και έκοψε το κεφάλι του υπηρέτη του, συνεχίζοντας το ταξίδι του μοναχός.</p><br><p>Ταξίδεψε πολύ και μακριά, το δείλι έφτασε και τον βρήκε σε ένα φτωχικό καλυβάκι ενός ερημίτη, που τον προσκάλεσε να ξαποστάσει εκεί το βράδυ. Στην κουβέντα τους απάνω, ρώτησε ο πρίγκιπας: «Παππού, έχεις ακούσει ποτέ σου για εννιά χρυσά παγώνια;» και ο ερημίτης του απάντησε χαμογελώντας: «Ναι παιδί μου, και καλά που ρώτησες. Δεν είναι μακριά από εδώ, μισή μέρα δρόμος». Το επόμενο πρωί καθώς ετοιμαζόταν ο πρίγκιπας να φύγει, τον έπιασε ο ερημίτης και του έδωσε τις εξής οδηγίες: «Να πας δεξιά κι εκεί θα βρεις μια μεγάλη πύλη. Μόλις τη διαβείς, ξαναπήγαινε δεξιά και τότε θα βρεις μπροστά σου την πόλη τους και μέσα στην πόλη, το παλάτι τους». Ο πρίγκιπας ακολούθησε τις οδηγίες του ερημίτη και όντως συνάντησε την πύλη. Την πέρασε, έτριψε δεξιά και με μεγάλη του χαρά μετά από λίγο είδε την πόλη. Μόλις την διέσχισε, ρώτησε πού βρισκόταν το παλάτι των εννιά χρυσών παγωνιών και ένας περαστικός του έδειξε. Φτάνοντας στην είσοδο του παλατιού, τον σταμάτησε ένας φρουρός και τον ρώτησε ποιος ήταν και τι ήθελε. Ο πρίγκιπας του αφηγήθηκε όλη την ιστορία και του είπε από πού ερχόταν και ποιος ήταν. Ο φρουρός πήγε να το ανακοινώσει στην αυτοκράτειρα, η οποία μόλις άκουσε τα νέα έτρεξε στην πύλη και στάθηκε μπροστά στον πρίγκιπα με τη μορφή της κοπέλας, τον πήρε από το χέρι και τον οδήγησε μέσα στο παλάτι. Την επόμενη μέρα παντρεύτηκαν με χαρές και γλέντια.</p><br><p>Μερικές μέρες μετά τον γάμο τους, η αυτοκράτειρα έπρεπε να πάει ένα ταξίδι, αφήνοντας τον πρίγκιπα μόνο του στο νέο του βασίλειο. Αναχωρώντας, του έδωσε δώδεκα κλειδιά και του είπε: «Μπορείς να ανοίξεις όλα τα κελάρια, αλλά μη χρησιμοποιήσεις το δωδέκατο κλειδί» κι έφυγε. Όταν ο πρίγκιπας βρέθηκε μόνος του μέσα στο παλάτι άρχισε να αναρωτιέται: «Άραγε τι να σημαίνει αυτό; Να ανοίξω δηλαδή και τα έντεκα κελάρια αλλά όχι το δωδέκατο; Τι μπορεί να υπάρχει εκεί μέσα;» Κι αμέσως άρχισε να ανοίγει το ένα κελάρι μετά το άλλο. Έφτασε και στο δωδέκατο και αρχικά σκέφτηκε να μην το ανοίξει. Αλλά μην έχοντας τι να κάνει, η σκέψη τριγυρνούσε στο μυαλό του: «Και γιατί να μου πει να μην ανοίξω αυτό το κελάρι;» Και το άνοιξε. Και το μόνο που βρήκε στο κελάρι ήταν ένα βαρέλι στη μέση, σφραγισμένο με σιδερένια δαχτυλίδια. Μια φωνή τότε αντήχησε μέσα απ’ το βαρέλι, που τον εκλιπαρούσε: «Σε παρακαλώ αδερφέ μου, διψώ. Φέρε μου μια κούπα νερό να πιω». Ο πρίγκιπας πήγε και έφερε μια κούπα νερό την οποία και έχυσε στο πώμα του βαρελιού. Μια από τις σιδερένιες ασφάλειες έσκασε με εκκωφαντικό θόρυβο και η φωνή είπε ευθύς αμέσως: «Διψώ ακόμη αδερφέ μου, φέρε μου άλλη μια κούπα νερό» και ο πρίγκηπας έφερε άλλη μια κούπα νερό και τη έχυσε πάνω στο πώμα. Άλλο ένα σιδερένιο δαχτυλίδι εκτινάχτηκε με δύναμη και για άλλη μια φορά η φωνή τον παρακάλεσε να φέρει άλλη μια κούπα νερό. Ο πρίγκηπας έφερε την τρίτη κούπα την οποία και έχυσε πάνω στο πώμα του βαρελιού και με αυτή του την κίνηση, έσπασε και το τρίτο σιδερένιο δαχτυλίδι και το βαρέλι έπεσε χάμω, ανοικτό πια. Και τότε, ένας τρομακτικός δράκος πήδησε από μέσα και με φοβερή&nbsp;ταχύτητα πέταξε έξω από τα κελάρια, έξω από το παλάτι, πέρα από την πόλη, ώσπου βρήκε την αυτοκράτειρα καθοδόν, τη σήκωσε και την πήρε μαζί του.</p><br><p>Οι ακόλουθοί της, επέστρεψαν στο παλάτι και ενημέρωσαν τον πρίγκιπα για τα συμβάντα. Κι αυτός ορκίστηκε ότι δεν θα σταματούσε μέχρι να την βρει και να την φέρει πίσω σώα.</p><br><p>Ταξίδεψε πολύ και μακριά, μέχρι που βρέθηκε σε ένα βαλτοτόπι και κοιτάζοντας πιο προσεκτικά, είδε ένα ψαράκι που προσπαθούσε να πηδήξει στο νερό, αλλά δεν τα κατάφερνε. Το ψαράκι μόλις είδε τον πρίγκιπα, του είπε: «Σε παρακαλώ αδερφέ μου, αν θέλεις να κάνεις μια καλή πράξη, ρίξε με πίσω στο νερό και θα δεις, θα σου φανώ χρήσιμο κι εγώ μια μέρα. Να, βγάλε ένα από τα λέπια μου και όταν με χρειαστείς, τρίψε το στα δάχτυλά σου και θα βρεθώ αμέσως στο πλευρό σου». Ο πρίγκιπας πράγματι πήρε ένα λέπι, το φύλαξε σε ένα μαντήλι και έριξε το ψαράκι στο νερό. Δεν πήγε και πολύ μακρυά, όταν μπροστά του είδε μια αλεπού πιασμένη σε παγίδα. Όταν τον είδε η αλεπού, του μίλησε και του είπε: «Σε παρακαλώ αδερφέ μου, βγάλε με την παγίδα και θα δεις, θα σου φανώ χρήσιμη μια μέρα. Να, βγάλε μια τρίχα από το τρίχωμά μου κι αν ποτέ με χρειαστείς τρίψε την στα δάχτυλά σου και θα βρεθώ αμέσως στο πλευρό σου». Ο πρίγκιπας ελευθέρωσε την αλεπού, πήρε μια τρίχα από το τρίχωμά της και συνέχισε τον δρόμο του. Μετά από λίγο μπροστά του είδε ένα κοράκι, πιασμένο κι αυτό σε παγίδα όπως και η αλεπού. Μόλις το κοράκι είδε τον πρίγκιπα του είπε: «Σε παρακαλώ, γίνε αδερφός μου, ταξιδιώτη, ελευθέρωσέ με και θα δεις, θα σου φανώ χρήσιμο μια μέρα. Να, πάρε ένα φτερό μου κι αν ποτέ με χρειαστείς, απλά τρίψ’ το στα δάχτυλά σου και θα βρεθώ αμέσως στο πλευρό σου». Ο πρίγκιπας πήρε ένα φτερό από το κοράκι, το ελευθέρωσε και συνέχισε την αναζήτησή του.</p><br><p>Καθώς προχωρούσε στο μονοπάτι, συνάντησε έναν άνδρα και τον ρώτησε: «Καλέ μου άνθρωπε, μήπως ξέρεις πού είναι το παλάτι του άρχοντα δράκου;» Ο άνδρας του έδειξε το δρόμο για το παλάτι και του είπε μάλιστα πότε ο δράκος θα ήταν εκεί, ώστε να πράξει ανάλογα. Ο πρίγκιπας τον ευχαρίστησε, του είπε αντίο και ακολουθώντας τις οδηγίες του εξυπηρετικού άντρα, έφτασε μπροστά στο παλάτι του δράκου. </p><br><p>Σίγουρος ότι ο δράκος έλειπε, ο πρίγκιπας μπήκε στο παλάτι και βρήκε την αγαπημένη του νεαρή αυτοκράτειρα. Αγκαλιάστηκαν και άρχισαν αμέσως να σχεδιάζουν την απόδρασή τους. Συμφώνησαν αρχικά να σελώσουν δυο άλογα και τα καλπάσουν όσο το δυνατόν πιο μακρυά απ’ το παλάτι. Κι έτσι κι έκαναν, πήραν δυο άλογα και άρχισαν να τρέχουν όσο πιο γρήγορα μπορούσαν. Ο δράκος επέστρεψε κάποια στιγμή, έψαξε τριγύρω στο παλάτι του, μα η αυτοκράτειρα δεν ήταν πουθενά: «Και τι κάνουμε τώρα;» ρώτησε ο δράκος το άλογό του, «μήπως να φάμε και να πιούμε ή να πάμε να τους κυνηγήσουμε;». Και το άλογο του απάντησε: «Μη σκοτίζεσαι και πολύ, φάε και πιες τώρα». Και μόνο όταν ο δράκος είχε χορτάσει και είχε ξεδιψάσει, ανέβηκε στο άλογό του και πήρε τον πρίγκιπα και την αυτοκράτειρα στο κατόπι. Σύντομα είχε προφτάσει τους φυγάδες και με μεγάλη ευκολία άρπαξε την αυτοκράτειρα, ενώ γύρισε και είπε στον πρίγκιπα: «Εσύ μπορείς να φύγεις ζωντανός, σε συγχωρώ, κι αυτό μόνο επειδή μου έδωσες να πιώ νερό, τότε που ήμουν στο βαρέλι. Τη δεύτερη φορά που θα προσπαθήσεις να κάνεις το ίδιο, δεν θα είμαι τόσο επιεικής». Ο πρίγκιπας έμεινε σαστισμένος για λίγη ώρα και σιγά σιγά πήρε το δρόμο του γυρισμού αλλά, μην μπορώντας να έχει τη συνείδησή του καθαρή, γύρισε το άλογο του και ξαναπήγε στο παλάτι του δράκου. </p><br><p>Ο δράκος πάλι έλειπε και όταν ο πρίγκιπας βρήκε την αυτοκράτειρα μέσα στο παλάτι, εκείνη έκλαιγε γοερά. Άρχισαν πάλι να σχεδιάζουν την απόδρασή τους και αυτή τη φορά ο πρίγκιπας της είπε: «Σαν γυρίσει ο άρχοντας δράκος, ρώτα τον πού βρήκε αυτό το άλογο και μετά έλα να μου το πεις να βρω κι εγώ ένα, είναι η μόνη μας ελπίδα να καταφέρουμε να ξεφύγουμε» και έφυγε από το παλάτι να πάει να κρυφτεί. Ο δράκος επέστρεψε στο παλάτι και η αυτοκράτειρα άρχισε να τον καλοπιάνει και να τον κανακεύει και να του κάνει όλα τα χατίρια. Εκεί που τον γέμιζε με κολακείες του είπε: «Πω πω, τι ωραίο άλογο που έχεις! Μα που το αγόρασες, αχ, πες μου, θα σκάσω!» και ο δράκος της απάντησε: «Από εκεί που τον αγόρασα κανείς δεν μπορεί να αγοράσει. Σε ένα λόφο μένει μια γριά γυναίκα που εκτρέφει δώδεκα άλογα, το ένα καλύτερο απ’ τ’ άλλο. Ένα από τα άλογα ήταν μόνο του σε μια γωνιά και φαινόταν αδύνατο. Αλλά για μένα ήταν το καλύτερο όλων αλλά κι αδερφός μου, γιατί μπορούσε να πετάει στους ουρανούς. Όποιος θέλει να αποκτήσει ένα άλογο από αυτά, θα πρέπει να υπηρετήσει τη γυναίκα για τρεις μέρες. Συγκεκριμένα, όποιος φυλάξει επιτυχώς για τρεις μέρες μια φοράδα που έχει με ένα πουλαράκι, η γριά γυναίκα θα του δώσει όποιο άλογο θελήσει. Αν όμως αποτύχει, τότε θα πεθάνει».</p><br><p>Την επόμενη μέρα μόλις ξεμύτησε ο άρχοντας δράκος, ο πρίγκιπας τρύπωσε στο παλάτι και η αυτοκράτειρα του είπε ό,τι της είχε πει ο δράκος. Χωρίς να χάσει χρόνο, ο πρίγκιπας ξεκίνησε το ταξίδι του να πάει να βρει τη γριά γυναίκα. Ταξίδεψε πολύ και μακριά. Αλλά τελικά βρήκε το λόφο που έμενε η γυναίκα αυτή. Άφησε το άλογο του έξω, κοντά στους στάβλους και μπήκε στο σπίτι της: «Καλή σου μέρα κυρά μου!» κι εκείνη απάντησε «Ο Θεός να σου δίνει ευημερία, γιέ μου. Τι σε φέρνει κατά δω;»</p><br><p>«Επιθυμώ να σου προσφέρω τις υπηρεσίες μου», της απάντησε ο πρίγκιπας.</p><br><p>«Πολύ καλά νεαρέ. Έχω μια φοράδα και ένα πουλάρι. Αν μπορέσεις να την προσέξεις για τρεις μέρες και τρεις νύχτες, είναι δικό σου, όποιο από τα δώδεκά μου άλογα θελήσεις. Αν όμως αποτύχεις, θα σου πάρω το κεφάλι».</p><br><p>Η γυναίκα οδήγησε τον πρίγκιπα στην αυλή. Εκεί, ο πρίγκιπας είδε το ένα κοντάρι μετά το άλλο να έχει καρφωμένο πάνω του κι από ένα κεφάλι. Στο τέλος της σειράς ήταν ένα κοντάρι, που δεν είχε κεφάλι μπηγμένο απάνω του και φώναζε: «Γριά! Θέλω κεφάλι! Δώσε μου κεφάλι!». Δείχνοντάς του την αυλή, η γριά γύρισε προς το νεαρό και του είπε: «Αυτό έπαθαν όλοι αυτοί που απέτυχαν να φροντίσουν τη φοράδα μου και το πουλάρι της. Αυτή τη μοίρα θα έχεις κι εσύ αν...», μα ο πρίγκιπας δεν ανησύχησε και πολύ με τις φοβέρες της γυναίκας και για την υπόλοιπη μέρα γύριζε τον τόπο καβάλα στη φοράδα με το πουλαράκι να ακολουθεί.</p><br><p>Έτσι πέρασε η μέρα και, κοντά στα μεσάνυχτα, ο πρίγκιπας άρχισε να νυστάζει και αποκοιμήθηκε στον στάβλο δίπλα στη φοράδα, με τα μπράτσα του να την αγκαλιάζουν. Όταν ξύπνησε την αυγή, είδε προς έκπληξή του πως, αντί να αγκαλιάζουν τα μπράτσα του τη φοράδα, αγκάλιαζαν ένα κούτσουρο, ενώ το χαλινάρι της κείτονταν στο έδαφος. Ζαλισμένος από τρόμο, ο πρίγκιπας άρχισε να ψάχνει παντού. Πήρε τα δάση και εκεί που πήγαινε, έπεσε πάνω σε ένα ρυάκι και τότε θυμήθηκε τι του είχε πει το ψαράκι. Έβγαλε το μαντήλι που είχε φυλάξει το λέπι, το έβγαλε και το έτριψε στα δάχτυλά του. Και να σου το ψαράκι, έβγαλε το κεφαλάκι του από την επιφάνεια του νερού: «Τι συμβαίνει αδερφέ μου;» ρώτησε το ψαράκι. </p><br><p>«Η φοράδα της γριάς γυναίκας μου ξέφυγε και δεν ξέρω που να τη βρω», είπε με τρεμάμενη φωνή ο πρίγκιπας.</p><br><p>«Εδώ είναι, μαζί μας. Μεταμορφώθηκε σε μεγάλο ψάρι και το πουλάρι της το μεταμόρφωσε σε ένα μικρό. Εσύ τώρα πρέπει να τινάξεις τα νερά με το χαλινάρι της και να πεις ΠΟΥΚ ΠΟΥΚ ΠΟΥΚ! ΦΟΡΑΔΑ ΤΗΣ ΓΡΙΑΣ!» είπε το ψαράκι και χάθηκε μέσα στο νερό.</p><br><p>Ο πρίγκιπας βούτηξε το χαλινάρι μέσα στο νερό και πλατσουρίζοντας φώναξε «ΠΟΥΚ ΠΟΥΚ ΠΟΥΚ! ΦΟΡΑΔΑ ΤΗΣ ΓΡΙΑΣ!» και αμέσως εμφανίστηκε δίπλα του η φοράδα με το πουλάρι. Της πέρασε το χαλινάρι και την πήγε μέχρι τους στάβλους της γριάς γυναίκας με το πουλάρι να ακολουθεί. Σαν είδε η γριά τον πρίγκιπα να φέρνει πίσω τη φοράδα της, του έφτιαξε το βραδινό του και πήγε να βάλει τη φοράδα μέσα στο στάβλο: «Στα ψάρια βρήκες να κρυφτείς άχρηστη;», τη μάλωσε. «Πού να φανταστώ ότι τα ψάρια είναι φίλοι του και ότι θα με αποκάλυπταν;» απάντησε με παράπονο η φοράδα. «Να πας στις αλεπούδες την επόμενη φορά», της είπε και την άφησε.</p><br><p>Τη δεύτερη μέρα ο πρίγκιπας την πέρασε καβάλα στη φοράδα με το πουλάρι να ακολουθεί. Πέρασαν λαγκάδια, πήδηξαν βράχια τρέξανε σε κάμπους και το βράδυ, εξουθενωμένος, ο πρίγκιπας κοιμήθηκε καβάλα στη φοράδα.</p><br><p>Το πρωί που ξύπνησε, δεν ήταν πια πάνω στη φοράδα μα πάνω σε ένα μεγάλο κούτσουρο, με το χαλινάρι της στο χέρι. Ξεκίνησε αμέσως να την ψάχνει και καθώς περπατούσε θυμήθηκε τι είχε ακούσει να λέει στη φοράδα της η γριά γυναίκα, το προηγούμενο βράδυ. Έβγαλε από την τσέπη του την τρίχα από το τρίχωμα της αλεπούς, την έτριψε στα δάχτυλά του και η αλεπού που είχε σώσει, εμφανίστηκε μπροστά του: «Τι συμβαίνει αδερφέ μου;», τον ρώτησε.</p><br><p>«Πάλι το έσκασε η φοράδα της γριάς γυναίκας!», απάντησε ο πρίγκιπας εμφανώς ταραγμένος.</p><br><p>«Εδώ είναι, μαζί μας. Μεταμορφώθηκε η ίδια σε αλεπού και το πουλάρι της σε κουτάβι. Εσύ τώρα μένει να σκάψεις το χώμα με το χαλινάρι της και να πεις ΠΟΥΚ ΠΟΥΚ ΠΟΥΚ! ΦΟΡΑΔΑ ΤΗΣ ΓΡΙΑΣ!», του είπε φιλικά η αλεπού και εξαφανίστηκε. Και ο πρίγκιπας έκανε όπως του είπε, και να σου μπροστά του η φοράδα και το πουλάρι. Της έβαλε το χαλινάρι, την καβαλίκεψε και την οδήγησε πίσω στης γριάς.</p><br><p>Όταν φτάσανε έξω από τους στάβλους, η γριά γυναίκα έβαλε στο νεαρό να φάει βραδινό και οδηγώντας τη φοράδα μέσα στο στάβλο της είπε: «Καλά, κι εσύ δεν μπορούσες να κρυφτείς καλύτερα ανάμεσα στις αλεπούδες;» «Μα πού να ‘ξερα ότι οι αλεπούδες ήταν φίλες του κι ότι θα με αποκάλυπταν;» είπε απογοητευμένη η φοράδα. «Την τελευταία μέρα να πας στα κοράκια», της είπε επιτακτικά η γυναίκα, την έβαλε στο στάβλο και γύρισε στο σπίτι.</p><br><p>Την τελευταία μέρα, ο πρίγκιπας γύρισε τους γύρω τόπους καβάλα στη φοράδα με το πουλαράκι να καλπάζει ξοπίσω. Μετά από μια κουραστική μέρα ο πρίγκιπας πάλι αποκοιμήθηκε πάνω στη φοράδα και το πρωί που ξύπνησε, βρισκόταν πάλι πάνω σε ένα κούτσουρο με το χαλινάρι στο χέρι. Θυμήθηκε τι είχε πει το προηγούμενο βράδυ η γυναίκα στη φοράδα της για τα κοράκια, βρήκε το φτερό που του είχε δώσει το κοράκι που είχε σώσει και το έτριψε στα δάχτυλά του. Στον ώμο του ευθύς προσγειώθηκε το γνώριμο κοράκι: «Η φοράδα της γυναίκας μου ξέφυγε και δεν ξέρω που να ψάξω», είπε ανήσυχος ο πρίγκιπας.</p><br><p>«Εδώ είναι, μαζί μας. Εκείνη μεταμορφώθηκε σε κορακίνα και το πουλάρι της σε μικρό κορακάκι. Εσύ τώρα πέταξε το χαλινάρι ψηλά στον αέρα και πες ΠΟΥΚ ΠΟΥΚ ΠΟΥΚ! ΦΟΡΑΔΑ ΤΗΣ ΓΡΙΑΣ!», και με αυτό, το κοράκι πέταξε ψηλά και χάθηκε από το πλευρό του πρίγκιπα. Έτσι κι έκανε ο πρίγκιπας, όπως τον συμβούλεψε το κοράκι, και να σου μπροστά στα μάτια του μεταμορφώθηκε ένα κοράκι σε φοράδα και ένα μικρότερο κοράκι σε πουλάρι. Της έβαλε τα χαλινάρια, την καβαλίκεψε και γύρισαν όλοι στο σπίτι της γριάς. </p><br><p>Η γριά του έφερε βραδινό και θυμωμένη πολύ αυτήν τη φορά είπε στη φοράδα της καθώς την πήγαινε στον στάβλο: «Ανίκανη φοράδα, ούτε στα κοράκια δεν κατάφερες να κρυφτείς!» και η φοράδα της είπε με σκυμμένο το κεφάλι: «Μα πού να ήξερα ότι τα κοράκια ήταν φίλοι του και ότι θα με αποκάλυπταν;»</p><br><p>Όταν γύρισε σπίτι η γριά γυναίκα, ο πρίγκιπας σηκώθηκε όρθιος και της είπε: «Λοιπόν κυρά, νομίζω σε υπηρέτησα τίμια και σωστά. Περιμένω να τηρήσεις κι εσύ τη συμφωνία μας». Κι εκείνη με καλοσύνη του απάντησε: «Γιε μου, η συμφωνία είναι συμφωνία. Έξω είναι λοιπόν τα δώδεκα άλογα, δικό σου, όποιο σου αρέσει». Με μια ματιά ο πρίγκιπας ήξερε αμέσως ποιο ήθελε: «Και γιατί να χαραμίσω το χρόνο μου να διαλέγω; Αυτό εκεί θέλω στη γωνία, δεν υπάρχει καλύτερο για μένα». Μόλις η γυναίκα είδε για ποιο άλογο μιλούσε ο πρίγκιπας προσπάθησε να του αλλάξει γνώμη: «Τι το θες αυτό; Είναι πετσί και κόκκαλο, τα άλλα είναι πολύ καλύτερα». Μα ο πρίγκιπας ήταν ανένδοτος: «Εσύ δεν μου είπες να διαλέξω όποιο θέλω; Η συμφωνία είναι συμφωνία». Η γυναίκα μουρμούρησε και καταράστηκε, δυσανασχέτησε και γκρίνιαξε, αλλά τελικά ενέδωσε και του έδωσε το άλογο που ήθελε. «Αντίο κυρά!», είπε εύθυμα ο πρίγκιπας καθώς ανέβηκε στο άλογό του. «Αντίο παλικάρι μου!» του απάντησε η γυναίκα. </p><br><p>Ο πρίγκιπας κατέβηκε αργά μέχρι το πιο κοντινό ρυάκι και έπλυνε το άλογο, που άρχισε να λάμπει σαν χρυσάφι. Το ξανακαβαλίκεψε, του πίεσε τα πλευρά κι εκείνο άρχισε να πετάει, να πετάει σαν πουλί και πριν καλά καλά το καταλάβει, ο πρίγκιπας είχε φτάσει στο παλάτι του άρχοντα δράκου. Ο δράκος έλειπε, βρήκε γρήγορα την αυτοκράτειρα και τη συμβούλεψε να ετοιμαστεί για μάχη. Ανέβηκαν και οι δυο στην πλάτη του αλόγου και πέταξαν προς το παλάτι τους. </p><br><p>Τότε γύρισε και ο δράκος, αλλά όσο και να έψαχνε, η αυτοκράτειρα δεν ήταν πουθενά. Τότε ο δράκος γύρισε στο άλογό του και το ρώτησε: «Να φάμε και να πιούμε ή να πάμε να τους πιάσουμε;» Και το άλογο απάντησε: «Τι κι αν φάμε κι αν δεν φάμε, τι κι αν πιούμε και δεν πιούμε, τι κι αν τους κυνηγήσουμε, δεν θα τους πιάσουμε». Ακούγοντάς το αυτό ο δράκος ανέβηκε στο άλογο και άρχισε να κυνηγά το ζευγάρι. Όταν είδαν ότι ο δράκος ήταν στο κατόπι τους, και οι δυο πανικοβλημένοι παρακάλεσαν το άλογο να κάνει πιο γρήγορα, αλλά αυτό ατάραχο τους απάντησε: «Μην ταράζεστε, δε χρειάζεται να βιαστούμε καθόλου».</p><br><p>Έτρεχε κι έτρεχε ξοπίσω τους ο δράκος με το άλογο, που φώναζε στο άλλο τ’ άλογο που κυνηγούσε: «Σιγά αδερφέ μου, σιγά! Θα μου βγει η ανάσα να σε κυνηγάω!» και το άλογο μπροστά, του απάντησε σχεδόν κοροϊδευτικά: «Εμ, και ποιος σου είπε να κουβαλάς αυτό το τελώνιο στην πλάτη σου. Καμπούριασε την πλάτη σου και τίναξέ τον από πάνω σου να πέσει κι έλα μαζί μου». Και τότε, το άλογο του δράκου, με δυο απότομες κινήσεις πέταξε τον δράκο από την πλάτη του κι αυτός έπεσε και γκρεμοτσακίστηκε σε κάτι βράχια. Το άλογό του έφτασε τον πρίγκιπα και την αυτοκράτειρα, άφησε την αυτοκράτειρα να το καβαλικέψει και οι τέσσερίς τους γύρισαν στο παλάτι, όπου και έζησαν δίκαιοι και ευτυχισμένοι,&nbsp;μέχρι το τέλος της ζωής τους.</p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></itunes:summary>
		</item>
		<item>
			<title>Ο Μάρκο Κραλιέβιτς</title>
			<itunes:title>Ο Μάρκο Κραλιέβιτς</itunes:title>
			<pubDate>Fri, 05 Feb 2021 08:00:38 GMT</pubDate>
			<itunes:duration>26:14</itunes:duration>
			<enclosure url="https://sphinx.acast.com/p/open/s/6013ebce985ab977d52addcc/e/60179e4b1cb01c402e6bd406/media.mp3" length="25193487" type="audio/mpeg"/>
			<guid isPermaLink="false">60179e4b1cb01c402e6bd406</guid>
			<itunes:explicit>false</itunes:explicit>
			<link>https://www.karakaxa.org/%CE%B5%CF%80%CE%B5%CE%B9%CF%83%CF%8C%CE%B4%CE%B9%CE%B1</link>
			<acast:episodeId>60179e4b1cb01c402e6bd406</acast:episodeId>
			<acast:showId>6013ebce985ab977d52addcc</acast:showId>
			<acast:episodeUrl>mitos03</acast:episodeUrl>
			<acast:settings><![CDATA[FYjHyZbXWHZ7gmX8Pp1rmbKbhgrQiwYShz70Q9/ffXZMTtedvdcRQbP4eiLMjXzCKLPjEYLpGj+NMVKa+5C8pL4u/EOj1Vw4h5MMJYp0lCcFAe0fnxBJy/1ju4Qxy1fh8gO4DvlGA40yms2g0/hOkcrfHIopjTygHFqGwwOPKFIai4SuTvs86Lx3UYCyl6Zs+WO4fC9bB8/2bSJALEZpunHdJA38/ZCmkJMYOTmjFjqUAmh26NuxnReabjYIGVYyueZDlWDIjo/5XOppQmwISPcX1QdwvLVUNybF/f71m7Goxvfxdd1MRL8AnXQyAC3O]]></acast:settings>
			<itunes:subtitle>Μίτος</itunes:subtitle>
			<itunes:episodeType>full</itunes:episodeType>
			<itunes:episode>3</itunes:episode>
			<itunes:image href="https://assets.pippa.io/shows/6013ebce985ab977d52addcc/1612160017773-b375d80c0067447da64397b547d73a93.jpeg"/>
			<description><![CDATA[<p>Ένας από τους ήρωες της Κροατίας, ο Μάρκο Κραλιέβιτς βάλθηκε να νικήσει τους Τούρκους και να καταποντήσει όποιο εμπόδιο σταθεί στο δρόμο του με την υπεράνθρωπη δύναμή του!</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Περιέχει έντονες σκηνές βίας </p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>Ηχητικά εφέ: freesound.org</p><br><p>------------------------</p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ:</p><br><p>Ο ΜΑΡΚΟ ΚΡΑΛΙΕΒΙΤΣ</p><br><p>Ήταν μια φορά κι έναν καιρό μια γυναίκα που γέννησε τον Μάρκο Κραλιέβιτς. Τον ανάθρεψε αποφασισμένη να τον κάνει ήρωα. Μεγαλώνοντας ο Μάρκο, τάιζε γουρούνια και ήταν ασθενικό και&nbsp;μικροκαμωμένο παιδί, ενώ οι υπόλοιποι τον κακομεταχειρίζονταν και τον ανάγκαζαν να ταΐζει και τα δικά τους γουρούνια. Κάθε φορά που αντιστεκόταν ο Μάρκο αυτοί τον χτυπούσαν και τον έσερναν στο χώμα από τα μαλλιά, μέχρι να κάνει αυτό που ήθελαν. Εκείνος αποφάσισε να το σκάσει και πήρε τα βουνά. Καθώς περιπλανιόταν, σκεφτόταν: «Αν είχα μείνει τώρα, θα με χτυπούσαν ο ένας μετά τον άλλο, αλλά αν ξαναεμφανιστώ το βράδυ, θα τις φάω μόνο μια φορά». </p><br><p>Εκεί που περπατούσε είδε στον δρόμο του ένα μωρό. Ήταν όμορφο, ξαπλωμένο κάτω από τον ήλιο. Του έφτιαξε ένα σκιερό με κλαδιά και φύλλα και πήγε να κάτσει παραπέρα να ξαποστάσει. Τότε πέρασε από εκεί μια νεράιδα και μόλις είδε το μωρό κάτω από την σκιά, είπε: «Θεέ παντοδύναμε! Ποιος έκανε τέτοια καλοσύνη; Ας μου ζητήσει ό,τι θέλει και θα το ‘χει!». Ακούγοντάς το, ο Μάρκο πλησίασε και της είπε: «Κυρά, εγώ το έκανα».</p><br><p>«Εσύ μικρέ αδερφέ μου; Πες μου, τι θες να κάνω, για να σου ανταποδώσω το καλό που έκανες για το μωρό μου».</p><br><p>«Αλίμονο κυρά μου, αυτό που θα ήθελα, δεν μπορείς να μου το δώσεις».</p><br><p>«Μα τι είναι αυτό το φοβερό και τρομερό πράγμα, πες μου».</p><br><p>Αυτό που είχε στον νου του ο Μάρκο ήταν, ότι ήθελε να σταματήσουν πια να τον χτυπάνε και να τον κακομεταχειρίζονται οι άλλοι στο χοιροστάσιο. Και αυτό είπε στη νεράιδα, ότι ευχόταν να σταματήσουν τα χτυπήματα. Κι εκείνη του απάντησε: «Αφού αυτό θέλεις, τότε έλα και πιες από το στήθος μου». Κι αυτός υπάκουα πήγε και ήπιε. Όταν τελείωσε, του είπε η νεράιδα: «Τον βλέπεις εκείνον τον βράχο; Πήγαινε να δούμε αν μπορείς να τον σηκώσεις». Ο Μάρκο πήγε και προσπάθησε να το σηκώσει, αλλά μάταια, ζύγιζε ένα τόνο και βάλε: «Έλα να ξαναπιείς από το στήθος μου κι όταν τελειώσεις, ξαναδοκίμασε». Ο Μάρκο ξαναήπιε και όταν τελείωσε πήγε να σηκώσει τον βράχο. Αυτήν τη φορά κατάφερε να τον σηκώσει λιγάκι. Ξαναήπιε, ξαναπροσπάθησε και τον κύλησε κάμποσα μέτρα πιο πέρα. Ξαναπήγε να πιεί και όταν αυτή τη φορά σήκωσε τον&nbsp;βράχο, μπόρεσε να τον ρίξει μίλια μακριά! Η νεράιδα τον κάλεσε να πιεί από το στήθος της μια τελευταία φορά. Όταν ήπιε τόσο που έσκασε, εκείνη του είπε: «Πήγαινε τώρα και κανένας δε θα ξανασηκώσει χέρι επάνω σου, ούτε οι συγχωριανοί σου, ούτε κανείς». </p><br><p>Και ο Μάρκο χαρούμενος γύρισε στο χοιροστάσιο. Εκεί οι χωριανοί του φώναξαν: «Και πού γύριζες και μας ανάγκασες να σου φροντίζουμε εμείς τα γουρούνια σου;» και του όρμησαν μονομιάς να τον χτυπήσουν. Αυτός τους περίμενε. Μόλις τον πλησίασαν αρκετά, έπιασε δυο μαζί, τον έναν τον κατέβασε με δύναμη στο έδαφος και τον άλλο σχεδόν τον έλιωσε μέσα στη γροθιά του. Οι υπόλοιποι βλέποντάς το αυτό, έτρεξαν κατευθείαν στα σπίτια των δυο τραυματισμένων και τους μήνυσαν: «Ο Μάρκο χτύπησε άσχημα το γιό σου και τον τάδε και τον άλλον και τον παράλλον». Οι οικογένειες μαζεύτηκαν και πήγαν στη μάνα του Μάρκο: «Τι σόι παιδί μεγάλωσες; Έναν αλήτη που σκοτώνει τα δικά μας τα παιδιά;», της είπαν. Η μάνα του Μάρκο ήθελε να ανοίξει η γη να την καταπιεί από την ντροπή&nbsp;και τον μάλωσε σκληρά:</p><p>- Γιέ μου, τόσο καιρό δεν σε έχω δει να απλώνεις χέρι σε κανέναν. Γιατί μου το κάνεις τώρα αυτό, να μισεί εμένα όλο το χωριό για κάτι που εσύ&nbsp;έκανες; Φύγε να μη σε ξαναδώ στα μάτια μου, ντρέπομαι για σένα!</p><p>- Πολύ καλά λοιπόν, αφού έτσι θέλεις, θα φύγω να δω τον κόσμο.</p><p>- Και να μην ξαναγυρίσεις ποτέ, να μη σε ξαναδώ μπροστά μου!</p><p>- Πολύ καλά! Φεύγω αυτή τη στιγμή κιόλας.</p><br><p>Και ο Μάρκο έφυγε. Καθώς περιπλανιόταν, σκεφτόταν: «Τι θα κάνω; Έχω τη δύναμη ενός ήρωα, αλλά δεν ξέρω πώς να είμαι ήρωας». </p><br><p>Πήγε σε έναν σιδηρουργό, που είχε στη δούλεψή του άλλους εικοσιπέντε σιδηρουργούς και πεταλωτές:</p><p>- Ο Θεός μαζί σου σιδηρουργέ!</p><p>- Ο Θεός μαζί σου Μάρκο Κραλιέβιτς! Τι κάνεις από δω;</p><p>- Ήρθα να σου ζητήσω να μου φτιάξεις ένα ξίφος που να ζυγίζει ένα τόνο και βάλε. Αυτό το ξίφος πρέπει να είναι πιο δυνατό κι απ’ το αμόνι σου. Μόνο αν κόβει καλά θα σε πληρώσω, αλλιώς όχι, σύμφωνοι;</p><p>- Σύμφωνοι.</p><p>- Τότε φτιάξ’ το μου τώρα.</p><br><p>Κι άρχισαν και οι εικοσιπέντε βοηθοί να φτιάχνουν την παραγγελία του Μάρκο. </p><br><p>Όταν είχε πια ολοκληρωθεί, ήρθε και ο Μάρκο:</p><p>- Το έχεις έτοιμο το ξίφος σιδηρουργέ;</p><p>- Ναι, εδώ το έχω.</p><p>- Για να το δούμε λοιπόν.</p><p>&nbsp;Και ο Μάρκο κατέβασε το ξίφος καταπάνω στο αμόνι, μα αυτό που θρυμματίστηκε ήταν το ξίφος κι όχι το αμόνι.</p><p>- Αχ, φίλε μου σιδηρουργέ, δεν το έφτιαξες καλά και δεν θα σε πληρώσω.</p><br><p>Πήγε αλλού, σε άλλο σιδηρουργό:</p><p>- Ο Θεός μαζί σου σιδηρουργέ!</p><p>- Ο Θεός μαζί σου Μάρκο Κραλιέβιτς! Τι να σου φτιάξω;</p><p>- Θέλω να μου φτιάξεις ένα ξίφος που να ζυγίζει ένα τόνο και βάλε. Να είναι όμως πιο δυνατό κι απ’ το αμόνι σου γιατί τότε μόνο θα σε πληρώσω, αλλιώς δεν θα πάρεις τίποτα, σύμφωνοι;</p><p>- Σύμφωνοι.</p><p>- Ξεκίνα να το φτιάχνεις τότε.</p><p>Και ευθύς μαζεύτηκαν τριάντα σιδηρουργοί και πεταλωτές και δούλευαν και δούλευαν όλοι πάνω στο ξίφος, μέχρι που το σφυρηλάτησαν. Ήρθε κι ο Μάρκο:</p><p>- Έτοιμο το ξίφος σιδηρουργέ;</p><p>- Έτοιμο Μάρκο.</p><p>- Να δούμε τι μπορεί να κάνει.</p><p>Και έτσι ο Μάρκο σήκωσε το ξίφος και το κοπάνησε πάνω στο αμόνι, το οποίο χωρίστηκε στη μέση με ευκολία:</p><p>- Έκανες πολύ καλή δουλειά σιδηρουργέ. Και τώρα που είδα τι μπορείς να κάνεις, φτιάξε μου και μια θήκη για το ξίφος και ένα σιδερένιο ρόπαλο που να ζυγίζει κι αυτό ένα τόνο και βάλε και θα σου τα πληρώσω όλα μαζί. Αλλά πρέπει όταν πετάξω το ρόπαλο να μη σπάσει. Αν σπάσει, δε θα πάρεις τίποτα.</p><br><p>Και ο σιδηρουργός του έφτιαξε ένα σιδερένιο ρόπαλο, αλλά αυτή τη φορά δεν το έκανε καλά. Όταν ο Μάρκο το σήκωσε, το πέταξε στον αέρα και αυτό προσγειώθηκε πάνω του, σπάζοντας σε χίλια κομμάτια. Είπε ο Μάρκο:</p><p>-Το ξίφος το έφτιαξες καλά, αλλά το ρόπαλο όχι. Δώσε μου το χέρι σου να σε πληρώσω για το ξίφος.</p><p>Και όταν ο σιδηρουργός άπλωσε το χέρι του να πληρωθεί, ο Μάρκο Κραλιέβιτς του το ‘κοψε:</p><p>- Αυτή είναι η πληρωμή σου σιδηρουργέ, να μην μπορέσεις να φτιάξεις ποτέ τέτοιο ξίφος για κανέναν άλλον.</p><br><p>Ο Μάρκο ταξίδεψε λίγο ακόμη και βρήκε έναν τρίτο σιδηρουργό, με τριάντα οκτώ βοηθούς στη δούλεψή του:</p><p>- Ο Θεός μαζί σου σιδηρουργέ!</p><p>- Ο Θεός να σε προσέχει Μάρκο! Γιατί ήρθες σε μένα;</p><p>- Να μου φτιάξεις ένα σιδερένιο ρόπαλο που να ζυγίζει ένα τόνο και βάλε. Αλλά, εδώ είναι το θέμα, σαν θα το πετάξω ψηλά στον αέρα και πέσει κάτω, δεν πρέπει να σπάσει, αλλιώς δεν θα λάβεις πληρωμή, σύμφωνοι;</p><p>- Σύμφωνοι.</p><p>Και οι τριάντα οκτώ εργάτες άρχισαν να δουλεύουν πυρετωδώς να φτιάξουν το ρόπαλο. Όταν το τέλειωσαν, κατέφτασε κι ο Μάρκο:</p><p>- Έτοιμο το ρόπαλο; </p><p>- Έτοιμο, Μάρκο.</p><p>- Για να δούμε τι μπορεί να κάνει.</p><p>Πήρε ο Μάρκο το ρόπαλο και το τίναξε τόσο ψηλά, που έκανε τρεις μέρες και τρεις νύχτες να κατέβει. Όταν κατέβηκε όμως, ο Μάρκο το άφησε να τον χτυπήσει στην πλάτη κι αυτό τον έριξε κάτω, ματώνοντας τη μύτη και τα δόντια του. Αλλά παρέμεινε ατόφιο κι ο Μάρκο σηκώθηκε όρθιος και είπε στο σιδηρουργό:</p><p>- Έκανες καλή δουλειά σιδηρουργέ, άπλωσε το χέρι σου να σε πληρώσω.</p><p>Και μόλις ο σιδηρουργός άπλωσε το χέρι του να πληρωθεί, ο Μάρκο του το έκοψε:</p><p>- Αυτή είναι η πληρωμή σου σιδηρουργέ, να μην μπορέσεις να φτιάξεις ποτέ τέτοιο όπλο για κανέναν άλλον.</p><br><p>Ο Μάρκο γύρισε στη μητέρα του:</p><p>- Μάνα, από τη μια με βλέπεις σαν ήρωα, από την άλλη με απορρίπτεις. Αν δεν με θες μαζί σου, τότε θα ξαναφύγω να δω τον κόσμο.</p><p>- Γιατί ζεις έτσι; Γιατί δεν μπορείς να είσαι και να ζεις σαν όλους τους άλλους; Έχουμε βόδια, πήγαινε λοιπόν στα λιβάδια και όργωσε τις πεδιάδες και τα βοσκοτόπια, να βοηθήσεις και λίγο τη μάνα σου.</p><br><p>Κι ο Μάρκο υπάκουσε, πήρε τα βόδια και τράβηξε για τα λιβάδια. Εκεί που όργωνε όμως, χωρίς να το καταλάβει, μπήκε και χάλασε τους αυτοκρατορικούς δρόμους. Τα νέα μαθεύτηκαν, τα έμαθαν και οι Τούρκοι και ευθύς κατέφθασαν 300 εκεί που όργωνε ο Μάρκο, όλοι τους πολεμιστές, και του είπαν: «Γιατί Μάρκο χάλασες τους δρόμους της αυτοκρατορίας; Δεν σου έφταναν τα λιβάδια και τα βοσκοτόπια σου;» και του όρμησαν να τον σκοτώσουν. Ο Μάρκο δεν είχε μαζί του ούτε το σπαθί του ούτε το ρόπαλο, κι έτσι άρπαξε το άροτρο, το κατέβασε στους Τούρκους πολεμιστές κα σωριάστηκαν και οι 300 χάμω: «Πραγματικά ένας άξιος ήρωας», σκέφτηκε μόνος του και γύρισε και μάζεψε όλο το χρυσάφι από τους πολεμιστές, παράτησε το άροτρο και ελευθέρωσε τα βόδια: «Πηγαίνετε καλά μου βόδια να βοσκήσετε ελεύθερα στις πλαγιές και στα λιβάδια, ο Μάρκο δεν τα κατάφερε να οργώσει και ούτε θα το ξαναπροσπαθήσει!» και τραγουδώντας γύρισε στο σπίτι: «Ορίστε μάνα, τώρα έχεις όσο χρυσάφι θα χρειαστείς ποτέ σου, εγώ θα φύγω να δω τι άλλο έχει ο κόσμος εκεί έξω».</p><br><p>Πήρε το ξίφος και το ρόπαλό του και ταξίδεψε για λίγο, ώσπου έφτασε σε ένα χάνι όπου κάποιοι Τούρκοι έπιναν κρασί και κουβέντιαζαν:</p><p>- Θα θέλαμε πολύ να γνωρίσουμε το Μάρκο Κραλιέβιτς και να του μιλήσουμε. Έχουμε ακούσει τόσα γι αυτόν και τους ηρωισμούς του. Ο αδερφός του ο Άντρο που είναι κι αυτός εδώ στη Σταμπούλ, ήρωας είναι κι αυτός αλλά μαθαίνουμε ότι ο Μάρκο είναι ακόμα μεγαλύτερος ήρωας!</p><p>- Και σε ποιανού την υπηρεσία είναι ο Άντρο Κραλιέβιτς;</p><p>- Μα στην υπηρεσία του Πασά βέβαια. Θα περάσουν από εδώ σύντομα απ’ ότι μάθαμε.</p><p>- Πολύ καλά, θα τους περιμένω.</p><br><p>Μετά από λίγο έφτασαν στο χάνι ο Άντρο Κραλιέβιτς με τον Πασά. Του φώναξε ο Μάρκο:</p><p>- Ε! Μακραδέλφέ μου Άντρο Κραλιέβιτς!</p><p>- Να ‘σαι καλά για το κάλεσμα σου, ήρωα, μήπως είσαι ο Μάρκο Κραλιέβιτς;</p><p>- Αληθεύει, εγώ είμαι ο Μάρκο Κραλιέβιτς.</p><p>- Καλώς, ας πάμε τότε στο χάνι να πιούμε κρασί παρέα, να ενωθούμε κάτω από την ηρωική αγάπη και την ευνοϊκή τύχη. Ειδικά τώρα που δεν φοβόμαστε τον πόλεμο με κανέναν.</p><br><p>Και πήγανε. Κι εκεί που τα πίναν και τα λέγανε, λέει ο Μάρκο:</p><p>- Για χάρη μου, για μένα, πες μας ένα τραγούδι Άντρο!</p><p>- Αδερφέ μου, δεν μπορώ. Η νεράιδα των νεφών θα με σκοτώσει αν τολμήσω.</p><p>- Μη σε νοιάζει και εγώ είμαι εδώ.</p><br><p>Και ο Άντρο ξεκίνησε το τραγούδι του, μα έξω όλα τα κλαδιά από τα δέντρα άρχισαν να πέφτουν. Τότε ένα κλαδί χτύπησε τον Άντρο με ιλιγγιώδη ταχύτητα και τον έριξε χάμω. Ο Μάρκο κοιτώντας τριγύρω για να δει από πού ήρθε, είδε πάνω σε ένα σύννεφο τη νεράιδα των νεφών. Της πέταξε με όλη του τη δύναμη το ρόπαλό του κι εκείνη έπεσε από τον ουρανό στη γη. Άρχισε να τσιρίζει: «Άσε με να φύγω Μάρκο! Θα ξαναζωντανέψω τον Άντρο και θα σου δώσω κι ένα άλογο με φτερά να πετάς όποτε θες». Ο Μάρκο την ελευθέρωσε, εκείνη μάζεψε κάτι βοτάνια, τα έβαλε στο στόμα του Άντρο κι εκείνος ξαναζωντάνεψε. Ο Μάρκο τότε δέχτηκε το θαυμαστό άλογο που του έδωσε η νεράιδα κι αυτός και ο Άντρο ξαναπήγαν στο χάνι και συνέχισαν το φαγοπότι τους. </p><br><p>Τώρα όμως στο χάνι είχε μπει και μια κακιά παλιογυναίκα. Μόλις είδε τον Άντρο τον ερωτεύτηκε αμέσως, αλλά εκείνος σημασία δεν της έδινε. Εκείνη τότε έριξε στο κρασί του γλυκόμελο και όταν βγήκε έξω για λίγο ο Μάρκο, μέχρι να γυρίσει, ο Άντρο είχε δηλητηριαστεί. Αλλά ο Μάρκο που είχε καταλάβει τι είχε γίνει, ακινητοποίησε την παλιογυναίκα και τη διαπέρασε με το ξίφος του, λέγοντας: «Καλά να πάθεις άθλια, που σκότωσες τον αδερφό μου τον Άντρο».</p><br><p>Και συνέχισε το ταξίδι του μονάχος. Περιπλανήθηκε εδώ κι εκεί και δεν έχανε ευκαιρία να μονομαχήσει με όποιον ήρωα βρισκόταν στο δρόμο του, όπως κι έγινε και με το μαύρο Άραβα. </p><br><p>Ο Άραβας είχε χτίσει έναν όμορφο πύργο στην ακροθαλασσιά. Σαν τον τέλειωσε και είδε πόσο ψηλός κι ωραίος ήταν, είπε στον πύργο: «Όμορφο που σε έφτιαξα πύργε μου και ψηλό και γερό που σε έκανα. Αλλά δεν έχω ούτε μητέρα ούτε πατέρα, ούτε αδερφή ούτε αδερφό και ούτε την αγαπημένη στο πλευρό μου, για να χαρώ τα τείχη σου. Έχω όμως μιαν αγαπημένη, την κόρη του αυτοκράτορα Σολιμάν. Θα του γράψω γράμμα σε σελίδα από λευκό βιβλίο και θα του το στείλω με μαύρο Τατάρο. Αν δε μου τη δώσει, θα τον προκαλέσω σε μονομαχία». Και έγραψε το γράμμα του στον αυτοκράτορα και του το έστειλε με μαύρο Τατάρο.</p><br><p>Όταν ο Σολιμάν διάβασε το γράμμα του Άραβα, άρχισε να κλαίει γοερά και η αυτοκράτειρα Σολιμανίτζα τον πλησίασε ανήσυχη: «Γιατί κλαις έτσι αυτοκράτορα Σολιμάν; Κι άλλες φορές έχεις λάβει γράμματα αλλά ποτέ δεν έκανες έτσι. Τι σε βασανίζει τώρα;» Και της είπε πως ο μαύρος Άραβας ζητούσε το χέρι της κόρης του κι ότι αν δεν του το έδινε, θα τον προκαλούσε σε μονομαχία μέχρι θανάτου. Και πώς θα κατάφερνε να τον αντιμετωπίσει; Η αυτοκράτειρα τον συμβούλευσε να γράψει στη σελίδα του λευκού βιβλίου μια πρόσκληση στον Μάρκο Κραλιέβιτς και να του υποσχεθεί τρία σακιά χρυσάφι. Ο αυτοκράτορας το έγραψε και το έστειλε στο Μάρκο με μαύρο Τατάρο. Μόλις εκείνος το διάβασε, έβαλε τα γέλια: «Ναι, ευκολόπιστε αυτοκράτορα Σολιμάν, και τι να το κάνω εγώ το χρυσάφι σου αν ο Άραβας μου κόψει το κεφάλι;» και άφησε το γράμμα αναπάντητο. Ο Σολιμάν περίμενε ανυπόμονα, μέχρι που επέστρεψε ο Τατάρος αγγελιοφόρος του, αναφέροντάς του πως ο Μάρκο Κραλιέβιτς δεν είπε, ούτε ότι θα έρθει μα ούτε κι ότι δεν θα έρθει. Ο αυτοκράτορας τότε έπεσε σε βαθιά κατάθλιψη, μιας και δεν έβλεπε καμιά σωτηρία για την κόρη του. Ήρθε και δεύτερο γράμμα από τον Άραβα, στο οποίο απαιτούσε τη νύφη και υπενθύμιζε πως αν δεν την έπαιρνε σύντομα, τότε η μονομαχία έπρεπε να συμβεί και μάλιστα γρήγορα. Πάλι έκλαιγε ο αυτοκράτορας. Αυτήν τη φορά τον πλησίασε η μονάκριβή του κόρη και τον ρώτησε: «Γιατί κλαις πατέρα μου Σολιμάν; Κι άλλες φορές έχεις λάβει γράμματα αλλά ποτέ δεν έκανες έτσι», κι αυτός της απάντησε αναστατωμένος: </p><p>- Αγαπημένη μου κόρη! Είναι ο μαύρος Άραβας που μου γράφει ότι αν δεν του δώσω το χέρι σου, θα πρέπει να μονομαχήσω μαζί του μέχρι θανάτου. Πώς μπορώ να το κάνω, τόσο γέρος που είμαι;</p><p>- Ξέρεις πατέρα, υπάρχει ένας ήρωας, ο Μάρκο Κραλιέβιτς. Γράψε του και τάξε του εννιά σακιά χρυσάφι, αν πάει να μονομαχήσει στη θέση σου.</p><br><p>Ο αυτοκράτορας πάλι έγραψε στον Μάρκο και του έστειλε το γράμμα με τον Τατάρο. Εκείνος διαβάζοντας το γράμμα έβαλε πάλι τα γέλια: «Κακορίζικε αυτοκράτορα Σολιμάν, τι να το κάνω εγώ το χρυσάφι σου αν ο Άραβας μου κόψει το κεφάλι;» και δεν έστειλε απάντηση, ούτε θετική μα ούτε κι αρνητική.</p><p>Καταβεβλημένος ο αυτοκράτορας δεν ήξερε πια τι να κάνει. Σαν να μην έφτανε αυτή του η απελπισία, ήρθε και τρίτο γράμμα από τον μαύρο Άραβα που έλεγε ότι σύντομα θα κατέφθανε να πάρει την κόρη του για γυναίκα και ότι όλα τα ταβερνεία και οι αγορές έπρεπε να παραμείνουν κλειστά στο διάβα του, από&nbsp;φόβο για το πέρασμά του. Αυτή τη φορά ο αυτοκράτορας κρεβατώθηκε από τη στενοχώρια του και σταματημό δεν είχαν τα δάκρυά του. Πήγε τότε στο προσκέφαλό του η κόρη του και&nbsp;ρώτησε:</p><p>-Πατέρα μου, γιατί κλαις τόσο; Κι άλλες φορές έχεις λάβει γράμματα αλλά ποτέ δεν έκανες έτσι, τι σε βασανίζει;</p><p>- Θυγατέρα μου! Μου έγραψε πάλι ο Άραβας και μου είπε ότι καταφτάνει κι ότι αν δεν του δώσω το χέρι σου, θα μονομαχήσουμε μέχρι θανάτου. Πώς, μα πώς να τον αντιμετωπίσω, έτσι γέρος που είμαι;</p><p>- Γράψε πατέρα πάλι στον Μάρκο Κραλιέβιτς και αυτή τη φορά τάξε του δώδεκα σακιά χρυσάφι. Τάξε του όμως και ένα πουκάμισο από ατόφιο χρυσάφι, που ούτε έχει ραφτεί ούτε πλεχτεί ποτέ παρόμοιό του. Τάξε του και ένα ερπετό, που στο στόμα του θα κρατά ένα χρυσό πιάτο με ένα πετράδι, το οποίο βοηθά να βλέπεις στο σκοτάδι όπως και τη μέρα.</p><br><p>Τα έγραψε όλα αυτά ο Σολιμάν στο Μάρκο και όταν διάβασε το γράμμα που του έφερε ο Τατάρος είπε γελώντας: «Απελπισμένε Σολιμάν, τι να τα κάνω τόσα πλούτη αν ο Άραβας μου κόψει το κεφάλι;» και πάλι δεν απάντησε αν θα πήγαινε ή όχι. </p><br><p>Το τελευταίο γράμμα του μαύρου Άραβα έφτασε στα χέρια του αυτοκράτορα και έλεγε ότι είχε συγκεντρώσει τριακόσιους ήρωες με ασημένιες πανοπλίες, όλοι τους εκλεκτοί πολεμιστές.</p><br><p>Τότε όμως είπε ο Μάρκο: «Πιστό μου, θαυμαστό μου άτι, μαργαριτάρι μου! Τώρα περισσότερο από ποτέ πρέπει να μου είσαι πιστό και το πιο γενναίο από όλα, αλλιώς θα σου κόψω τα πόδια». Το άλογο του απάντησε ότι έπρέπε να το σελώσει και να αναχωρήσουν αμέσως γιατί ο μαύρος Άραβας πλησίαζε επικίνδυνα. Ο Μάρκο το άκουσε και σύντομα βρεθήκαν στην πόλη του αυτοκράτορα Σολιμάν.</p><br><p>Έχοντας εντοπίσει από που θα ερχόταν ο Άραβας με τους άνδρες του, πήγε και στάθηκε μπροστά στην ταβέρνα ενός νεαρού ταβερνιάρη και του χτύπησε την πόρτα:</p><p>- Άνοιξε και φέρε μου κρασί.</p><p>- Να με συγχωράει η χάρη σου αφέντη, αλλά αυτό δε θα το κάνω, έχουμε εντολή να παραμείνουμε κλειστά, επειδή θα περάσει από εδώ ο μαύρος Άραβας.</p><p>- Είπα φέρε μου κρασί, αλλιώς θα σου κόψω το κεφάλι από τη ρίζα.</p><br><p>Ο ταβερνιάρης είδε ότι μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα κι αποφάσισε να φέρει κρασί στον άνδρα που του χτύπαγε. Ο Μάρκο ήπιε το μισό και το άλλο μισό το έδωσε στο άλογό του. Την επόμενη φορά ο ταβερνιάρης έφερε δυο κούπες κρασί, μία για τον Μάρκο και μια για το άλογό του. Σαν τέλειωσε, ο Μάρκο μπήκε στον κήπο της ταβέρνας να βρει να πληρώσει τον ταβερνιάρη. Εκεί βρήκε μια νεαρή να κάθεται δίπλα στο ρυάκι και να κλαίει σιωπηλά: «Αχ ρυάκι, ποταμάκι μου, χίλιες φορές να πέσω στα νερά σου παρά να πάω καβάλα με τον μαύρο Άραβα!». Όταν ο Μάρκο συνειδητοποίησε πως ήταν η κόρη του αυτοκράτορα Σολιμάν της είπε: «Τι σε στενοχωρεί τόσο κοπέλα μου, που κλαις με τέτοιο δάκρυ;». Εκείνη απότομα του απάντησε:</p><p>- Φύγε απο δω τιποτένιε ήρωα! Τι με ρωτάς αφού δεν μπορείς να με βοηθήσεις σε τίποτα!</p><p>- Πες μου και πού ξέρεις, μπορεί και να μπορώ να σε βοηθήσω.</p><p>- Έρχεται ο μαύρος Άραβας να με πάρει μακριά από τη μητέρα και τον πατέρα μου. Είχα έναν ήρωα κατά νου, που ήταν ο μόνος που μπορούσε να με σώσει, αλλά αυτός αρνήθηκε. Το προσφέραμε δώδεκα σακιά χρυσάφι, ένα πουκάμισο που ούτε έχει ραφτεί ,ούτε πλεχτεί και είναι από ατόφιο χρυσάφι και ένα ερπετό που στο στόμα του κρατάει ένα χρυσό πιάτο και&nbsp;πάνω του ένα πετράδι που θα τον βοηθά να βλέπει στο σκοτάδι όπως και τη μέρα. Και πάλι αρνήθηκε και είναι άφαντος. Ο ήλιος και το φεγγάρι δεν το έχουν δει, η μητέρα του τον έχει πια ξεχάσει και κανένα πουλάκι δεν του έχει κελαηδήσει. </p><p>- Αρκετά τα λόγια τα πολλά. Πήγαινε στο παλάτι και πες τους ότι έφτασα. Εγώ είμαι ο Μάρκο. Και πρόσταξε να σε ντύσουν πλουσιοπάροχα και να σου δώσουν ό,τι έχει προστάξει ο Άραβας μα και ό,τι μπορεί να επιθυμήσει. </p><br><p>Η κόρη του Σολιμάν έτρεξε στο παλάτι και μετέφερε ό,τι της είχε πει ο Μάρκο.</p><br><p>Στο μεταξύ όμως, ενόσω ο Μάρκο συζητούσε με την κόρη, ο μαύρος Άραβας πέρασε από την ταβέρνα και την είδε ανοιχτή, μαζί με ένα άλογο δεμένο απ’ έξω: «Ποιος δεν τρέμει τον ερχομό μου; Θα του μάθω εγώ ποια είναι η τιμωρία για την ανυπακοή» και με αυτό πρόσταξε το δεμένο άλογο, μα το άλογο δεν κουνήθηκε καθόλου, σα να ήταν μαρμαρωμένο: «Πολύ καλά, θα συνεχίσω το δρόμο μου και ποιος ξέρει, ίσως να μου δώσουν την κόρη χωρίς καμιά αντίσταση». Κι έτσι κι έγινε, του παρέδωσαν την κόρη του Σολιμάν και ό,τι ζήτησε έγινε δικό του. </p><br><p>Στον γυρισμό, ξαναπέρασε από την ταβέρνα και είδε ότι το άλογο ήταν ακόμη εκεί δεμένο. Θύμωσε και ήταν έτοιμος να ζητήσει το λόγο από τον ταβερνιάρη, αλλά αντ’ αυτού φώναξε στο άλογο, το οποίο παρέμεινε ακίνητο, ούτε αυτί δεν κούνησε: «Πολύ καλά, τώρα που έχω αυτό που ήθελα και έχω πάρει ήδη τον δρόμο της επιστροφής, δεν θα αρχίσω τις&nbsp;φασαρίες,». Σαν προχώρησε ο Άραβας, ο Μάρκο βγήκε από τον κήπο και το άλογό του τον μάλωσε:</p><p>- Πού ήσουν τόση ώρα, ο Άραβας παραλίγο να με σκοτώσει!</p><p>-Μην φοβάσαι πολύτιμό μου άτι, εγώ σύντομα θα σκοτώσω αυτόν κι όχι αυτός εσένα.</p><br><p>Ήπιε άλλη μια κούπα κρασί και πήρε κι άλλη μία για το άλογό του. Ευθύς μετά ξεκίνησαν οι δυο τους στο κατόπι του μαύρου Άραβα. Αυτός είχε ήδη δώσει εντολή στους φρουρούς του να έχουν το νου τους, μπας και δουν καμιά σκοτεινή ομίχλη να ξετρυπώνει από πουθενά. Προς το παρόν κανείς δεν είχε παρατηρήσει τίποτα ύποπτο, μετά από λίγο όμως ένας τους είδε μια σκοτεινή ομίχλη να τους ακολουθεί: «Αφέντη μου, εκεί πίσω, να τη η ομίχ--» και πριν προλάβει να τελειώσει, από την ομίχλη ξεπήδησε ο Μάρκο, σφάζοντας την οπισθοφυλακή του Άραβα. Εκείνος του είπε:</p><p>- Μην είσαι χαζός Μάρκο, τι νομίζεις ότι κάνεις τώρα; Είσαι σοβαρός ή πας να μας διασκεδάσεις;</p><p>- Δεν κοροϊδεύω ούτε πάω να διασκεδάσω κανέναν, ειλικρινά και σοβαρά πράττω.</p><p>- Κάνε τότε ό,τι νομίζεις, ρίξε ό,τι έχεις και δεν έχεις.</p><p>- Δεν θα ρίξω τίποτα εγώ. Εσύ όμως ρίξε το ρόπαλό σου αν τολμάς.</p><p>Και λέγοντας αυτό ο Μάρκο, έκανε μια βουτιά από ψηλά καταπάνω στον Άραβα. Ο Άραβας πέταξε με δύναμη το ρόπαλο προς το κεφάλι του Μάρκο, μα το άλογο έκανε έναν ελιγμό και το απέφυγε. Τότε ήταν σειρά του Μάρκο να πετάξει το ρόπαλό του, που βρήκε το στόχο του και έριξε τον Άραβα καταγής.Τότε είπε το άλογο στον Μάρκο: «Έλα λοιπόν, κόψε το κεφάλι του Άραβα!» και κάνοντας μια στροφή, το άλογο όρμησε στον Άραβα, ο Μάρκο τράβηξε το σπαθί και περνώντας από πάνω του, έκοψε το κεφάλι του Άραβα με μια κίνηση. Το άλογο προσγειώθηκε κι απομακρύνθηκε, ο Μάρκο πήγε και σήκωσε το κομμένο κεφάλι και το προσέφερε στην κόρη του αυτοκράτορα: «Φίλα τον τώρα που είναι νεκρός, αφού δεν θα τον φιλούσες ποτέ όσο ζούσε». Κι έτσι γύρισαν στο παλάτι του αυτοκράτορα Σολιμάν, ο οποίος οργάνωσε μια μεγάλη γιορτή για αυτήν τη νίκη. Όλοι οι φίλοι και η οικογένεια του Μάρκο ήταν εκεί, ενώ του δόθηκαν κι αυτά που του είχαν υποσχεθεί.</p><br><p>Κάποτε, δοκίμασε την τύχη του και σε μια μάχη με τον Μούσα Ουρμπανούσα. Αυτός είχε τρεις καρδιές. Τρεις μέρες και τρεις νύχτες πάλευε μαζί του ο Μάρκο χωρίς σταματημό, με τέτοια μανία, που κόκκινος αφρός άρχισε να βγαίνει από το στόμα του Μάρκο, ενώ ο Μούσα φαινόταν σαν να μην πιεζόταν καθόλου. Φώναξε τότε ο Μάρκο Κραλιέβιτς: «Νεράιδα, ε νεράιδα, αδερφή μου!» κι εκείνη του απάντησε: «Δεν μπορώ να σε βοηθήσω, το μωρό κοιμάται στην αγκαλιά μου τώρα. Ακόμη όμως δεν έχεις ανακαλύψει το μυστικό σου όπλο;» Και ο Μάρκο γύρισε στον Μούσα και του είπε: «Κοίτα Μούσα Ουρμπανούσα αν ο ήλιος δύει ή ανατέλλει». Όπως γύρισε ο Μούσα να κοιτάξει τον ήλιο, βγάζει ο Μάρκο το μαχαίρι του, χτυπάει πισώπλατα τον Μούσα κι αρχίζει να τον μαχαιρώνει αλύπητα. Ο Μούσα έπεσε και πλάκωσε τον Μάρκο, ο οποίος με μεγάλη δυσκολία κατάφερε να απεγκλωβιστεί. Μόλις τα κατάφερε κι έτσι κατακρεουργημένος που ήταν ο Μούσα, ο Μάρκο αποφάσισε να βρει την πηγή της τόσο μεγάλης του δύναμης. Κοιτώντας στα σωθικά του, είδε ότι ο Μούσα είχε τρεις καρδιές – η μια χτυπούσε, η δεύτερη άρχιζε να χτυπά πολύ αργά και για την τρίτη δεν μπορούσε να καταλάβει τι ήταν αυτό που έβλεπε. Είδε ένα φίδι που κείτονταν και το οποίο είπε στον Μάρκο: «Ευτυχώς που δεν ήξερες τίποτα για εμένα, γιατί δεν θα έκανες ό,τι έκανες και όπως το έκανες. Έλα τώρα, άνοιξε το στόμα σου να μπω μέσα σου να γίνεις κι εσύ όσο δυνατός ήταν ο Μούσα». Ο Μάρκο όμως θύμωσε πολύ και έκοψε το φίδι σε κομμάτια λέγοντας: «Δε χρειάζομαι τέτοιο βρωμερό πλάσμα στα σωθικά μου, για να είμαι μέγας και τρανός».</p><br><p>Έζησε και ταξίδεψε πολύ ο Μάρκο Κραλιέβιτς. Έζησε μέχρι τα χρόνια των μηχανικών όπλων. Κάποτε, πλησίασε έναν βοσκό που πυροβολούσε κάτι πουλιά και τον ρώτησε:</p><p>- Μα τι είναι αυτό που κάνεις;</p><p>- Δε βλέπεις; Πυροβολάω τα πουλιά. Θα μπορούσα να πυροβολήσω κι εσένα, ξέρεις.</p><p>- Και πώς ακριβώς θα μπορούσες να με σκοτώσεις με αυτό το μαραφέτι; Ήρωες και ήρωες έχουν δοκιμάσει να με σκοτώσουν και δεν τα έχουν καταφέρει και θα το κάνεις εσύ με αυτό; Να, ρίξε μου εδώ να δω.</p><p>Είπε ο Μάρκο και έβαλε την παλάμη του μπροστά στην κάνη του όπλου του βοσκού. Εκείνος πυροβόλησε και η σφαίρα πέρασε μέσα από το χέρι του Μάρκο: «Ποιο το νόημα να ζω άλλο σε αυτόν τον κόσμο, τώρα που ο κάθε μπούφος μπορεί να με σκοτώσει; Τα παρατάω».</p><br><p>Πήγε κι έκατσε σε μια σπηλιά και μέχρι σήμερα είναι ακόμη εκεί. Όταν μια μέρα ένας εξερευνητής μ’ ένα σχοινί κι ένα μπαούλο, κατέβηκε την τρύπα της σπηλιάς αυτής, τον σταμάτησε η νεράιδα: «Χριστιανέ, τι ζητάς εσύ εδώ;» και ο εξερευνητής της είπε ποιος ήταν και γιατί είχε κατέβει ως εκεί. Ο Μάρκο όμως άκουσε τις φωνές τους από μακριά και ρώτησε τη νεράιδα ποιος είχε έρθει. Εκείνη του είπε πως είχε έρθει μια ψυχή από τον έξω κόσμο να εξερευνήσει τη σπηλιά του Μάρκο. Εκείνος της είπε, πως ήθελε πολύ να γνωρίσει τον άνθρωπο αυτό, να δει πόσο δυνατοί είχαν γίνει οι άνθρωποι μετά από τόσα χρόνια και πως ήθελε να του σφίξει το χέρι. Η νεράιδα αντ’ αυτού έδωσε στον Μάρκο πυρωμένο σίδερο κι ο Μάρκο το πήρε στο χέρι του και το ζούληξε τόσο πολύ που έσταξε νερό και είπε: «Θα ξαναγυρίσω στον κόσμο αν πουθενά δεν αναφερθεί το όνομά μου για τρεις μέρες». Γνώρισε τον άνθρωπο και του πρόσταξε να πει στους άρχοντες του κόσμου πως ήθελε να επιστρέψει, δίνοντάς του κι ένα γράμμα σφραγισμένο με το δικό του χέρι. Ο εξερευνητής μπήκε στο μπαούλο, τον τραβήξανε πάνω και έπειτα έδωσε το γράμμα στους άρχοντες. Μα αυτούς τους τρόμαξε πολύ ο ερχομός του Μάρκο κι έτσι δεν είπαν ποτέ σε κανέναν για τη σπηλιά. Τα χνάρια του αλόγου του όμως, μπορούμε να τα δούμε ακόμη και σήμερα παντού στον κόσμο.</p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></description>
			<itunes:summary><![CDATA[<p>Ένας από τους ήρωες της Κροατίας, ο Μάρκο Κραλιέβιτς βάλθηκε να νικήσει τους Τούρκους και να καταποντήσει όποιο εμπόδιο σταθεί στο δρόμο του με την υπεράνθρωπη δύναμή του!</p><br><p>-----------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Περιέχει έντονες σκηνές βίας </p><br><p>-----------------------</p><br><p>Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>Ηχητικά εφέ: freesound.org</p><br><p>------------------------</p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ:</p><br><p>Ο ΜΑΡΚΟ ΚΡΑΛΙΕΒΙΤΣ</p><br><p>Ήταν μια φορά κι έναν καιρό μια γυναίκα που γέννησε τον Μάρκο Κραλιέβιτς. Τον ανάθρεψε αποφασισμένη να τον κάνει ήρωα. Μεγαλώνοντας ο Μάρκο, τάιζε γουρούνια και ήταν ασθενικό και&nbsp;μικροκαμωμένο παιδί, ενώ οι υπόλοιποι τον κακομεταχειρίζονταν και τον ανάγκαζαν να ταΐζει και τα δικά τους γουρούνια. Κάθε φορά που αντιστεκόταν ο Μάρκο αυτοί τον χτυπούσαν και τον έσερναν στο χώμα από τα μαλλιά, μέχρι να κάνει αυτό που ήθελαν. Εκείνος αποφάσισε να το σκάσει και πήρε τα βουνά. Καθώς περιπλανιόταν, σκεφτόταν: «Αν είχα μείνει τώρα, θα με χτυπούσαν ο ένας μετά τον άλλο, αλλά αν ξαναεμφανιστώ το βράδυ, θα τις φάω μόνο μια φορά». </p><br><p>Εκεί που περπατούσε είδε στον δρόμο του ένα μωρό. Ήταν όμορφο, ξαπλωμένο κάτω από τον ήλιο. Του έφτιαξε ένα σκιερό με κλαδιά και φύλλα και πήγε να κάτσει παραπέρα να ξαποστάσει. Τότε πέρασε από εκεί μια νεράιδα και μόλις είδε το μωρό κάτω από την σκιά, είπε: «Θεέ παντοδύναμε! Ποιος έκανε τέτοια καλοσύνη; Ας μου ζητήσει ό,τι θέλει και θα το ‘χει!». Ακούγοντάς το, ο Μάρκο πλησίασε και της είπε: «Κυρά, εγώ το έκανα».</p><br><p>«Εσύ μικρέ αδερφέ μου; Πες μου, τι θες να κάνω, για να σου ανταποδώσω το καλό που έκανες για το μωρό μου».</p><br><p>«Αλίμονο κυρά μου, αυτό που θα ήθελα, δεν μπορείς να μου το δώσεις».</p><br><p>«Μα τι είναι αυτό το φοβερό και τρομερό πράγμα, πες μου».</p><br><p>Αυτό που είχε στον νου του ο Μάρκο ήταν, ότι ήθελε να σταματήσουν πια να τον χτυπάνε και να τον κακομεταχειρίζονται οι άλλοι στο χοιροστάσιο. Και αυτό είπε στη νεράιδα, ότι ευχόταν να σταματήσουν τα χτυπήματα. Κι εκείνη του απάντησε: «Αφού αυτό θέλεις, τότε έλα και πιες από το στήθος μου». Κι αυτός υπάκουα πήγε και ήπιε. Όταν τελείωσε, του είπε η νεράιδα: «Τον βλέπεις εκείνον τον βράχο; Πήγαινε να δούμε αν μπορείς να τον σηκώσεις». Ο Μάρκο πήγε και προσπάθησε να το σηκώσει, αλλά μάταια, ζύγιζε ένα τόνο και βάλε: «Έλα να ξαναπιείς από το στήθος μου κι όταν τελειώσεις, ξαναδοκίμασε». Ο Μάρκο ξαναήπιε και όταν τελείωσε πήγε να σηκώσει τον βράχο. Αυτήν τη φορά κατάφερε να τον σηκώσει λιγάκι. Ξαναήπιε, ξαναπροσπάθησε και τον κύλησε κάμποσα μέτρα πιο πέρα. Ξαναπήγε να πιεί και όταν αυτή τη φορά σήκωσε τον&nbsp;βράχο, μπόρεσε να τον ρίξει μίλια μακριά! Η νεράιδα τον κάλεσε να πιεί από το στήθος της μια τελευταία φορά. Όταν ήπιε τόσο που έσκασε, εκείνη του είπε: «Πήγαινε τώρα και κανένας δε θα ξανασηκώσει χέρι επάνω σου, ούτε οι συγχωριανοί σου, ούτε κανείς». </p><br><p>Και ο Μάρκο χαρούμενος γύρισε στο χοιροστάσιο. Εκεί οι χωριανοί του φώναξαν: «Και πού γύριζες και μας ανάγκασες να σου φροντίζουμε εμείς τα γουρούνια σου;» και του όρμησαν μονομιάς να τον χτυπήσουν. Αυτός τους περίμενε. Μόλις τον πλησίασαν αρκετά, έπιασε δυο μαζί, τον έναν τον κατέβασε με δύναμη στο έδαφος και τον άλλο σχεδόν τον έλιωσε μέσα στη γροθιά του. Οι υπόλοιποι βλέποντάς το αυτό, έτρεξαν κατευθείαν στα σπίτια των δυο τραυματισμένων και τους μήνυσαν: «Ο Μάρκο χτύπησε άσχημα το γιό σου και τον τάδε και τον άλλον και τον παράλλον». Οι οικογένειες μαζεύτηκαν και πήγαν στη μάνα του Μάρκο: «Τι σόι παιδί μεγάλωσες; Έναν αλήτη που σκοτώνει τα δικά μας τα παιδιά;», της είπαν. Η μάνα του Μάρκο ήθελε να ανοίξει η γη να την καταπιεί από την ντροπή&nbsp;και τον μάλωσε σκληρά:</p><p>- Γιέ μου, τόσο καιρό δεν σε έχω δει να απλώνεις χέρι σε κανέναν. Γιατί μου το κάνεις τώρα αυτό, να μισεί εμένα όλο το χωριό για κάτι που εσύ&nbsp;έκανες; Φύγε να μη σε ξαναδώ στα μάτια μου, ντρέπομαι για σένα!</p><p>- Πολύ καλά λοιπόν, αφού έτσι θέλεις, θα φύγω να δω τον κόσμο.</p><p>- Και να μην ξαναγυρίσεις ποτέ, να μη σε ξαναδώ μπροστά μου!</p><p>- Πολύ καλά! Φεύγω αυτή τη στιγμή κιόλας.</p><br><p>Και ο Μάρκο έφυγε. Καθώς περιπλανιόταν, σκεφτόταν: «Τι θα κάνω; Έχω τη δύναμη ενός ήρωα, αλλά δεν ξέρω πώς να είμαι ήρωας». </p><br><p>Πήγε σε έναν σιδηρουργό, που είχε στη δούλεψή του άλλους εικοσιπέντε σιδηρουργούς και πεταλωτές:</p><p>- Ο Θεός μαζί σου σιδηρουργέ!</p><p>- Ο Θεός μαζί σου Μάρκο Κραλιέβιτς! Τι κάνεις από δω;</p><p>- Ήρθα να σου ζητήσω να μου φτιάξεις ένα ξίφος που να ζυγίζει ένα τόνο και βάλε. Αυτό το ξίφος πρέπει να είναι πιο δυνατό κι απ’ το αμόνι σου. Μόνο αν κόβει καλά θα σε πληρώσω, αλλιώς όχι, σύμφωνοι;</p><p>- Σύμφωνοι.</p><p>- Τότε φτιάξ’ το μου τώρα.</p><br><p>Κι άρχισαν και οι εικοσιπέντε βοηθοί να φτιάχνουν την παραγγελία του Μάρκο. </p><br><p>Όταν είχε πια ολοκληρωθεί, ήρθε και ο Μάρκο:</p><p>- Το έχεις έτοιμο το ξίφος σιδηρουργέ;</p><p>- Ναι, εδώ το έχω.</p><p>- Για να το δούμε λοιπόν.</p><p>&nbsp;Και ο Μάρκο κατέβασε το ξίφος καταπάνω στο αμόνι, μα αυτό που θρυμματίστηκε ήταν το ξίφος κι όχι το αμόνι.</p><p>- Αχ, φίλε μου σιδηρουργέ, δεν το έφτιαξες καλά και δεν θα σε πληρώσω.</p><br><p>Πήγε αλλού, σε άλλο σιδηρουργό:</p><p>- Ο Θεός μαζί σου σιδηρουργέ!</p><p>- Ο Θεός μαζί σου Μάρκο Κραλιέβιτς! Τι να σου φτιάξω;</p><p>- Θέλω να μου φτιάξεις ένα ξίφος που να ζυγίζει ένα τόνο και βάλε. Να είναι όμως πιο δυνατό κι απ’ το αμόνι σου γιατί τότε μόνο θα σε πληρώσω, αλλιώς δεν θα πάρεις τίποτα, σύμφωνοι;</p><p>- Σύμφωνοι.</p><p>- Ξεκίνα να το φτιάχνεις τότε.</p><p>Και ευθύς μαζεύτηκαν τριάντα σιδηρουργοί και πεταλωτές και δούλευαν και δούλευαν όλοι πάνω στο ξίφος, μέχρι που το σφυρηλάτησαν. Ήρθε κι ο Μάρκο:</p><p>- Έτοιμο το ξίφος σιδηρουργέ;</p><p>- Έτοιμο Μάρκο.</p><p>- Να δούμε τι μπορεί να κάνει.</p><p>Και έτσι ο Μάρκο σήκωσε το ξίφος και το κοπάνησε πάνω στο αμόνι, το οποίο χωρίστηκε στη μέση με ευκολία:</p><p>- Έκανες πολύ καλή δουλειά σιδηρουργέ. Και τώρα που είδα τι μπορείς να κάνεις, φτιάξε μου και μια θήκη για το ξίφος και ένα σιδερένιο ρόπαλο που να ζυγίζει κι αυτό ένα τόνο και βάλε και θα σου τα πληρώσω όλα μαζί. Αλλά πρέπει όταν πετάξω το ρόπαλο να μη σπάσει. Αν σπάσει, δε θα πάρεις τίποτα.</p><br><p>Και ο σιδηρουργός του έφτιαξε ένα σιδερένιο ρόπαλο, αλλά αυτή τη φορά δεν το έκανε καλά. Όταν ο Μάρκο το σήκωσε, το πέταξε στον αέρα και αυτό προσγειώθηκε πάνω του, σπάζοντας σε χίλια κομμάτια. Είπε ο Μάρκο:</p><p>-Το ξίφος το έφτιαξες καλά, αλλά το ρόπαλο όχι. Δώσε μου το χέρι σου να σε πληρώσω για το ξίφος.</p><p>Και όταν ο σιδηρουργός άπλωσε το χέρι του να πληρωθεί, ο Μάρκο Κραλιέβιτς του το ‘κοψε:</p><p>- Αυτή είναι η πληρωμή σου σιδηρουργέ, να μην μπορέσεις να φτιάξεις ποτέ τέτοιο ξίφος για κανέναν άλλον.</p><br><p>Ο Μάρκο ταξίδεψε λίγο ακόμη και βρήκε έναν τρίτο σιδηρουργό, με τριάντα οκτώ βοηθούς στη δούλεψή του:</p><p>- Ο Θεός μαζί σου σιδηρουργέ!</p><p>- Ο Θεός να σε προσέχει Μάρκο! Γιατί ήρθες σε μένα;</p><p>- Να μου φτιάξεις ένα σιδερένιο ρόπαλο που να ζυγίζει ένα τόνο και βάλε. Αλλά, εδώ είναι το θέμα, σαν θα το πετάξω ψηλά στον αέρα και πέσει κάτω, δεν πρέπει να σπάσει, αλλιώς δεν θα λάβεις πληρωμή, σύμφωνοι;</p><p>- Σύμφωνοι.</p><p>Και οι τριάντα οκτώ εργάτες άρχισαν να δουλεύουν πυρετωδώς να φτιάξουν το ρόπαλο. Όταν το τέλειωσαν, κατέφτασε κι ο Μάρκο:</p><p>- Έτοιμο το ρόπαλο; </p><p>- Έτοιμο, Μάρκο.</p><p>- Για να δούμε τι μπορεί να κάνει.</p><p>Πήρε ο Μάρκο το ρόπαλο και το τίναξε τόσο ψηλά, που έκανε τρεις μέρες και τρεις νύχτες να κατέβει. Όταν κατέβηκε όμως, ο Μάρκο το άφησε να τον χτυπήσει στην πλάτη κι αυτό τον έριξε κάτω, ματώνοντας τη μύτη και τα δόντια του. Αλλά παρέμεινε ατόφιο κι ο Μάρκο σηκώθηκε όρθιος και είπε στο σιδηρουργό:</p><p>- Έκανες καλή δουλειά σιδηρουργέ, άπλωσε το χέρι σου να σε πληρώσω.</p><p>Και μόλις ο σιδηρουργός άπλωσε το χέρι του να πληρωθεί, ο Μάρκο του το έκοψε:</p><p>- Αυτή είναι η πληρωμή σου σιδηρουργέ, να μην μπορέσεις να φτιάξεις ποτέ τέτοιο όπλο για κανέναν άλλον.</p><br><p>Ο Μάρκο γύρισε στη μητέρα του:</p><p>- Μάνα, από τη μια με βλέπεις σαν ήρωα, από την άλλη με απορρίπτεις. Αν δεν με θες μαζί σου, τότε θα ξαναφύγω να δω τον κόσμο.</p><p>- Γιατί ζεις έτσι; Γιατί δεν μπορείς να είσαι και να ζεις σαν όλους τους άλλους; Έχουμε βόδια, πήγαινε λοιπόν στα λιβάδια και όργωσε τις πεδιάδες και τα βοσκοτόπια, να βοηθήσεις και λίγο τη μάνα σου.</p><br><p>Κι ο Μάρκο υπάκουσε, πήρε τα βόδια και τράβηξε για τα λιβάδια. Εκεί που όργωνε όμως, χωρίς να το καταλάβει, μπήκε και χάλασε τους αυτοκρατορικούς δρόμους. Τα νέα μαθεύτηκαν, τα έμαθαν και οι Τούρκοι και ευθύς κατέφθασαν 300 εκεί που όργωνε ο Μάρκο, όλοι τους πολεμιστές, και του είπαν: «Γιατί Μάρκο χάλασες τους δρόμους της αυτοκρατορίας; Δεν σου έφταναν τα λιβάδια και τα βοσκοτόπια σου;» και του όρμησαν να τον σκοτώσουν. Ο Μάρκο δεν είχε μαζί του ούτε το σπαθί του ούτε το ρόπαλο, κι έτσι άρπαξε το άροτρο, το κατέβασε στους Τούρκους πολεμιστές κα σωριάστηκαν και οι 300 χάμω: «Πραγματικά ένας άξιος ήρωας», σκέφτηκε μόνος του και γύρισε και μάζεψε όλο το χρυσάφι από τους πολεμιστές, παράτησε το άροτρο και ελευθέρωσε τα βόδια: «Πηγαίνετε καλά μου βόδια να βοσκήσετε ελεύθερα στις πλαγιές και στα λιβάδια, ο Μάρκο δεν τα κατάφερε να οργώσει και ούτε θα το ξαναπροσπαθήσει!» και τραγουδώντας γύρισε στο σπίτι: «Ορίστε μάνα, τώρα έχεις όσο χρυσάφι θα χρειαστείς ποτέ σου, εγώ θα φύγω να δω τι άλλο έχει ο κόσμος εκεί έξω».</p><br><p>Πήρε το ξίφος και το ρόπαλό του και ταξίδεψε για λίγο, ώσπου έφτασε σε ένα χάνι όπου κάποιοι Τούρκοι έπιναν κρασί και κουβέντιαζαν:</p><p>- Θα θέλαμε πολύ να γνωρίσουμε το Μάρκο Κραλιέβιτς και να του μιλήσουμε. Έχουμε ακούσει τόσα γι αυτόν και τους ηρωισμούς του. Ο αδερφός του ο Άντρο που είναι κι αυτός εδώ στη Σταμπούλ, ήρωας είναι κι αυτός αλλά μαθαίνουμε ότι ο Μάρκο είναι ακόμα μεγαλύτερος ήρωας!</p><p>- Και σε ποιανού την υπηρεσία είναι ο Άντρο Κραλιέβιτς;</p><p>- Μα στην υπηρεσία του Πασά βέβαια. Θα περάσουν από εδώ σύντομα απ’ ότι μάθαμε.</p><p>- Πολύ καλά, θα τους περιμένω.</p><br><p>Μετά από λίγο έφτασαν στο χάνι ο Άντρο Κραλιέβιτς με τον Πασά. Του φώναξε ο Μάρκο:</p><p>- Ε! Μακραδέλφέ μου Άντρο Κραλιέβιτς!</p><p>- Να ‘σαι καλά για το κάλεσμα σου, ήρωα, μήπως είσαι ο Μάρκο Κραλιέβιτς;</p><p>- Αληθεύει, εγώ είμαι ο Μάρκο Κραλιέβιτς.</p><p>- Καλώς, ας πάμε τότε στο χάνι να πιούμε κρασί παρέα, να ενωθούμε κάτω από την ηρωική αγάπη και την ευνοϊκή τύχη. Ειδικά τώρα που δεν φοβόμαστε τον πόλεμο με κανέναν.</p><br><p>Και πήγανε. Κι εκεί που τα πίναν και τα λέγανε, λέει ο Μάρκο:</p><p>- Για χάρη μου, για μένα, πες μας ένα τραγούδι Άντρο!</p><p>- Αδερφέ μου, δεν μπορώ. Η νεράιδα των νεφών θα με σκοτώσει αν τολμήσω.</p><p>- Μη σε νοιάζει και εγώ είμαι εδώ.</p><br><p>Και ο Άντρο ξεκίνησε το τραγούδι του, μα έξω όλα τα κλαδιά από τα δέντρα άρχισαν να πέφτουν. Τότε ένα κλαδί χτύπησε τον Άντρο με ιλιγγιώδη ταχύτητα και τον έριξε χάμω. Ο Μάρκο κοιτώντας τριγύρω για να δει από πού ήρθε, είδε πάνω σε ένα σύννεφο τη νεράιδα των νεφών. Της πέταξε με όλη του τη δύναμη το ρόπαλό του κι εκείνη έπεσε από τον ουρανό στη γη. Άρχισε να τσιρίζει: «Άσε με να φύγω Μάρκο! Θα ξαναζωντανέψω τον Άντρο και θα σου δώσω κι ένα άλογο με φτερά να πετάς όποτε θες». Ο Μάρκο την ελευθέρωσε, εκείνη μάζεψε κάτι βοτάνια, τα έβαλε στο στόμα του Άντρο κι εκείνος ξαναζωντάνεψε. Ο Μάρκο τότε δέχτηκε το θαυμαστό άλογο που του έδωσε η νεράιδα κι αυτός και ο Άντρο ξαναπήγαν στο χάνι και συνέχισαν το φαγοπότι τους. </p><br><p>Τώρα όμως στο χάνι είχε μπει και μια κακιά παλιογυναίκα. Μόλις είδε τον Άντρο τον ερωτεύτηκε αμέσως, αλλά εκείνος σημασία δεν της έδινε. Εκείνη τότε έριξε στο κρασί του γλυκόμελο και όταν βγήκε έξω για λίγο ο Μάρκο, μέχρι να γυρίσει, ο Άντρο είχε δηλητηριαστεί. Αλλά ο Μάρκο που είχε καταλάβει τι είχε γίνει, ακινητοποίησε την παλιογυναίκα και τη διαπέρασε με το ξίφος του, λέγοντας: «Καλά να πάθεις άθλια, που σκότωσες τον αδερφό μου τον Άντρο».</p><br><p>Και συνέχισε το ταξίδι του μονάχος. Περιπλανήθηκε εδώ κι εκεί και δεν έχανε ευκαιρία να μονομαχήσει με όποιον ήρωα βρισκόταν στο δρόμο του, όπως κι έγινε και με το μαύρο Άραβα. </p><br><p>Ο Άραβας είχε χτίσει έναν όμορφο πύργο στην ακροθαλασσιά. Σαν τον τέλειωσε και είδε πόσο ψηλός κι ωραίος ήταν, είπε στον πύργο: «Όμορφο που σε έφτιαξα πύργε μου και ψηλό και γερό που σε έκανα. Αλλά δεν έχω ούτε μητέρα ούτε πατέρα, ούτε αδερφή ούτε αδερφό και ούτε την αγαπημένη στο πλευρό μου, για να χαρώ τα τείχη σου. Έχω όμως μιαν αγαπημένη, την κόρη του αυτοκράτορα Σολιμάν. Θα του γράψω γράμμα σε σελίδα από λευκό βιβλίο και θα του το στείλω με μαύρο Τατάρο. Αν δε μου τη δώσει, θα τον προκαλέσω σε μονομαχία». Και έγραψε το γράμμα του στον αυτοκράτορα και του το έστειλε με μαύρο Τατάρο.</p><br><p>Όταν ο Σολιμάν διάβασε το γράμμα του Άραβα, άρχισε να κλαίει γοερά και η αυτοκράτειρα Σολιμανίτζα τον πλησίασε ανήσυχη: «Γιατί κλαις έτσι αυτοκράτορα Σολιμάν; Κι άλλες φορές έχεις λάβει γράμματα αλλά ποτέ δεν έκανες έτσι. Τι σε βασανίζει τώρα;» Και της είπε πως ο μαύρος Άραβας ζητούσε το χέρι της κόρης του κι ότι αν δεν του το έδινε, θα τον προκαλούσε σε μονομαχία μέχρι θανάτου. Και πώς θα κατάφερνε να τον αντιμετωπίσει; Η αυτοκράτειρα τον συμβούλευσε να γράψει στη σελίδα του λευκού βιβλίου μια πρόσκληση στον Μάρκο Κραλιέβιτς και να του υποσχεθεί τρία σακιά χρυσάφι. Ο αυτοκράτορας το έγραψε και το έστειλε στο Μάρκο με μαύρο Τατάρο. Μόλις εκείνος το διάβασε, έβαλε τα γέλια: «Ναι, ευκολόπιστε αυτοκράτορα Σολιμάν, και τι να το κάνω εγώ το χρυσάφι σου αν ο Άραβας μου κόψει το κεφάλι;» και άφησε το γράμμα αναπάντητο. Ο Σολιμάν περίμενε ανυπόμονα, μέχρι που επέστρεψε ο Τατάρος αγγελιοφόρος του, αναφέροντάς του πως ο Μάρκο Κραλιέβιτς δεν είπε, ούτε ότι θα έρθει μα ούτε κι ότι δεν θα έρθει. Ο αυτοκράτορας τότε έπεσε σε βαθιά κατάθλιψη, μιας και δεν έβλεπε καμιά σωτηρία για την κόρη του. Ήρθε και δεύτερο γράμμα από τον Άραβα, στο οποίο απαιτούσε τη νύφη και υπενθύμιζε πως αν δεν την έπαιρνε σύντομα, τότε η μονομαχία έπρεπε να συμβεί και μάλιστα γρήγορα. Πάλι έκλαιγε ο αυτοκράτορας. Αυτήν τη φορά τον πλησίασε η μονάκριβή του κόρη και τον ρώτησε: «Γιατί κλαις πατέρα μου Σολιμάν; Κι άλλες φορές έχεις λάβει γράμματα αλλά ποτέ δεν έκανες έτσι», κι αυτός της απάντησε αναστατωμένος: </p><p>- Αγαπημένη μου κόρη! Είναι ο μαύρος Άραβας που μου γράφει ότι αν δεν του δώσω το χέρι σου, θα πρέπει να μονομαχήσω μαζί του μέχρι θανάτου. Πώς μπορώ να το κάνω, τόσο γέρος που είμαι;</p><p>- Ξέρεις πατέρα, υπάρχει ένας ήρωας, ο Μάρκο Κραλιέβιτς. Γράψε του και τάξε του εννιά σακιά χρυσάφι, αν πάει να μονομαχήσει στη θέση σου.</p><br><p>Ο αυτοκράτορας πάλι έγραψε στον Μάρκο και του έστειλε το γράμμα με τον Τατάρο. Εκείνος διαβάζοντας το γράμμα έβαλε πάλι τα γέλια: «Κακορίζικε αυτοκράτορα Σολιμάν, τι να το κάνω εγώ το χρυσάφι σου αν ο Άραβας μου κόψει το κεφάλι;» και δεν έστειλε απάντηση, ούτε θετική μα ούτε κι αρνητική.</p><p>Καταβεβλημένος ο αυτοκράτορας δεν ήξερε πια τι να κάνει. Σαν να μην έφτανε αυτή του η απελπισία, ήρθε και τρίτο γράμμα από τον μαύρο Άραβα που έλεγε ότι σύντομα θα κατέφθανε να πάρει την κόρη του για γυναίκα και ότι όλα τα ταβερνεία και οι αγορές έπρεπε να παραμείνουν κλειστά στο διάβα του, από&nbsp;φόβο για το πέρασμά του. Αυτή τη φορά ο αυτοκράτορας κρεβατώθηκε από τη στενοχώρια του και σταματημό δεν είχαν τα δάκρυά του. Πήγε τότε στο προσκέφαλό του η κόρη του και&nbsp;ρώτησε:</p><p>-Πατέρα μου, γιατί κλαις τόσο; Κι άλλες φορές έχεις λάβει γράμματα αλλά ποτέ δεν έκανες έτσι, τι σε βασανίζει;</p><p>- Θυγατέρα μου! Μου έγραψε πάλι ο Άραβας και μου είπε ότι καταφτάνει κι ότι αν δεν του δώσω το χέρι σου, θα μονομαχήσουμε μέχρι θανάτου. Πώς, μα πώς να τον αντιμετωπίσω, έτσι γέρος που είμαι;</p><p>- Γράψε πατέρα πάλι στον Μάρκο Κραλιέβιτς και αυτή τη φορά τάξε του δώδεκα σακιά χρυσάφι. Τάξε του όμως και ένα πουκάμισο από ατόφιο χρυσάφι, που ούτε έχει ραφτεί ούτε πλεχτεί ποτέ παρόμοιό του. Τάξε του και ένα ερπετό, που στο στόμα του θα κρατά ένα χρυσό πιάτο με ένα πετράδι, το οποίο βοηθά να βλέπεις στο σκοτάδι όπως και τη μέρα.</p><br><p>Τα έγραψε όλα αυτά ο Σολιμάν στο Μάρκο και όταν διάβασε το γράμμα που του έφερε ο Τατάρος είπε γελώντας: «Απελπισμένε Σολιμάν, τι να τα κάνω τόσα πλούτη αν ο Άραβας μου κόψει το κεφάλι;» και πάλι δεν απάντησε αν θα πήγαινε ή όχι. </p><br><p>Το τελευταίο γράμμα του μαύρου Άραβα έφτασε στα χέρια του αυτοκράτορα και έλεγε ότι είχε συγκεντρώσει τριακόσιους ήρωες με ασημένιες πανοπλίες, όλοι τους εκλεκτοί πολεμιστές.</p><br><p>Τότε όμως είπε ο Μάρκο: «Πιστό μου, θαυμαστό μου άτι, μαργαριτάρι μου! Τώρα περισσότερο από ποτέ πρέπει να μου είσαι πιστό και το πιο γενναίο από όλα, αλλιώς θα σου κόψω τα πόδια». Το άλογο του απάντησε ότι έπρέπε να το σελώσει και να αναχωρήσουν αμέσως γιατί ο μαύρος Άραβας πλησίαζε επικίνδυνα. Ο Μάρκο το άκουσε και σύντομα βρεθήκαν στην πόλη του αυτοκράτορα Σολιμάν.</p><br><p>Έχοντας εντοπίσει από που θα ερχόταν ο Άραβας με τους άνδρες του, πήγε και στάθηκε μπροστά στην ταβέρνα ενός νεαρού ταβερνιάρη και του χτύπησε την πόρτα:</p><p>- Άνοιξε και φέρε μου κρασί.</p><p>- Να με συγχωράει η χάρη σου αφέντη, αλλά αυτό δε θα το κάνω, έχουμε εντολή να παραμείνουμε κλειστά, επειδή θα περάσει από εδώ ο μαύρος Άραβας.</p><p>- Είπα φέρε μου κρασί, αλλιώς θα σου κόψω το κεφάλι από τη ρίζα.</p><br><p>Ο ταβερνιάρης είδε ότι μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα κι αποφάσισε να φέρει κρασί στον άνδρα που του χτύπαγε. Ο Μάρκο ήπιε το μισό και το άλλο μισό το έδωσε στο άλογό του. Την επόμενη φορά ο ταβερνιάρης έφερε δυο κούπες κρασί, μία για τον Μάρκο και μια για το άλογό του. Σαν τέλειωσε, ο Μάρκο μπήκε στον κήπο της ταβέρνας να βρει να πληρώσει τον ταβερνιάρη. Εκεί βρήκε μια νεαρή να κάθεται δίπλα στο ρυάκι και να κλαίει σιωπηλά: «Αχ ρυάκι, ποταμάκι μου, χίλιες φορές να πέσω στα νερά σου παρά να πάω καβάλα με τον μαύρο Άραβα!». Όταν ο Μάρκο συνειδητοποίησε πως ήταν η κόρη του αυτοκράτορα Σολιμάν της είπε: «Τι σε στενοχωρεί τόσο κοπέλα μου, που κλαις με τέτοιο δάκρυ;». Εκείνη απότομα του απάντησε:</p><p>- Φύγε απο δω τιποτένιε ήρωα! Τι με ρωτάς αφού δεν μπορείς να με βοηθήσεις σε τίποτα!</p><p>- Πες μου και πού ξέρεις, μπορεί και να μπορώ να σε βοηθήσω.</p><p>- Έρχεται ο μαύρος Άραβας να με πάρει μακριά από τη μητέρα και τον πατέρα μου. Είχα έναν ήρωα κατά νου, που ήταν ο μόνος που μπορούσε να με σώσει, αλλά αυτός αρνήθηκε. Το προσφέραμε δώδεκα σακιά χρυσάφι, ένα πουκάμισο που ούτε έχει ραφτεί ,ούτε πλεχτεί και είναι από ατόφιο χρυσάφι και ένα ερπετό που στο στόμα του κρατάει ένα χρυσό πιάτο και&nbsp;πάνω του ένα πετράδι που θα τον βοηθά να βλέπει στο σκοτάδι όπως και τη μέρα. Και πάλι αρνήθηκε και είναι άφαντος. Ο ήλιος και το φεγγάρι δεν το έχουν δει, η μητέρα του τον έχει πια ξεχάσει και κανένα πουλάκι δεν του έχει κελαηδήσει. </p><p>- Αρκετά τα λόγια τα πολλά. Πήγαινε στο παλάτι και πες τους ότι έφτασα. Εγώ είμαι ο Μάρκο. Και πρόσταξε να σε ντύσουν πλουσιοπάροχα και να σου δώσουν ό,τι έχει προστάξει ο Άραβας μα και ό,τι μπορεί να επιθυμήσει. </p><br><p>Η κόρη του Σολιμάν έτρεξε στο παλάτι και μετέφερε ό,τι της είχε πει ο Μάρκο.</p><br><p>Στο μεταξύ όμως, ενόσω ο Μάρκο συζητούσε με την κόρη, ο μαύρος Άραβας πέρασε από την ταβέρνα και την είδε ανοιχτή, μαζί με ένα άλογο δεμένο απ’ έξω: «Ποιος δεν τρέμει τον ερχομό μου; Θα του μάθω εγώ ποια είναι η τιμωρία για την ανυπακοή» και με αυτό πρόσταξε το δεμένο άλογο, μα το άλογο δεν κουνήθηκε καθόλου, σα να ήταν μαρμαρωμένο: «Πολύ καλά, θα συνεχίσω το δρόμο μου και ποιος ξέρει, ίσως να μου δώσουν την κόρη χωρίς καμιά αντίσταση». Κι έτσι κι έγινε, του παρέδωσαν την κόρη του Σολιμάν και ό,τι ζήτησε έγινε δικό του. </p><br><p>Στον γυρισμό, ξαναπέρασε από την ταβέρνα και είδε ότι το άλογο ήταν ακόμη εκεί δεμένο. Θύμωσε και ήταν έτοιμος να ζητήσει το λόγο από τον ταβερνιάρη, αλλά αντ’ αυτού φώναξε στο άλογο, το οποίο παρέμεινε ακίνητο, ούτε αυτί δεν κούνησε: «Πολύ καλά, τώρα που έχω αυτό που ήθελα και έχω πάρει ήδη τον δρόμο της επιστροφής, δεν θα αρχίσω τις&nbsp;φασαρίες,». Σαν προχώρησε ο Άραβας, ο Μάρκο βγήκε από τον κήπο και το άλογό του τον μάλωσε:</p><p>- Πού ήσουν τόση ώρα, ο Άραβας παραλίγο να με σκοτώσει!</p><p>-Μην φοβάσαι πολύτιμό μου άτι, εγώ σύντομα θα σκοτώσω αυτόν κι όχι αυτός εσένα.</p><br><p>Ήπιε άλλη μια κούπα κρασί και πήρε κι άλλη μία για το άλογό του. Ευθύς μετά ξεκίνησαν οι δυο τους στο κατόπι του μαύρου Άραβα. Αυτός είχε ήδη δώσει εντολή στους φρουρούς του να έχουν το νου τους, μπας και δουν καμιά σκοτεινή ομίχλη να ξετρυπώνει από πουθενά. Προς το παρόν κανείς δεν είχε παρατηρήσει τίποτα ύποπτο, μετά από λίγο όμως ένας τους είδε μια σκοτεινή ομίχλη να τους ακολουθεί: «Αφέντη μου, εκεί πίσω, να τη η ομίχ--» και πριν προλάβει να τελειώσει, από την ομίχλη ξεπήδησε ο Μάρκο, σφάζοντας την οπισθοφυλακή του Άραβα. Εκείνος του είπε:</p><p>- Μην είσαι χαζός Μάρκο, τι νομίζεις ότι κάνεις τώρα; Είσαι σοβαρός ή πας να μας διασκεδάσεις;</p><p>- Δεν κοροϊδεύω ούτε πάω να διασκεδάσω κανέναν, ειλικρινά και σοβαρά πράττω.</p><p>- Κάνε τότε ό,τι νομίζεις, ρίξε ό,τι έχεις και δεν έχεις.</p><p>- Δεν θα ρίξω τίποτα εγώ. Εσύ όμως ρίξε το ρόπαλό σου αν τολμάς.</p><p>Και λέγοντας αυτό ο Μάρκο, έκανε μια βουτιά από ψηλά καταπάνω στον Άραβα. Ο Άραβας πέταξε με δύναμη το ρόπαλο προς το κεφάλι του Μάρκο, μα το άλογο έκανε έναν ελιγμό και το απέφυγε. Τότε ήταν σειρά του Μάρκο να πετάξει το ρόπαλό του, που βρήκε το στόχο του και έριξε τον Άραβα καταγής.Τότε είπε το άλογο στον Μάρκο: «Έλα λοιπόν, κόψε το κεφάλι του Άραβα!» και κάνοντας μια στροφή, το άλογο όρμησε στον Άραβα, ο Μάρκο τράβηξε το σπαθί και περνώντας από πάνω του, έκοψε το κεφάλι του Άραβα με μια κίνηση. Το άλογο προσγειώθηκε κι απομακρύνθηκε, ο Μάρκο πήγε και σήκωσε το κομμένο κεφάλι και το προσέφερε στην κόρη του αυτοκράτορα: «Φίλα τον τώρα που είναι νεκρός, αφού δεν θα τον φιλούσες ποτέ όσο ζούσε». Κι έτσι γύρισαν στο παλάτι του αυτοκράτορα Σολιμάν, ο οποίος οργάνωσε μια μεγάλη γιορτή για αυτήν τη νίκη. Όλοι οι φίλοι και η οικογένεια του Μάρκο ήταν εκεί, ενώ του δόθηκαν κι αυτά που του είχαν υποσχεθεί.</p><br><p>Κάποτε, δοκίμασε την τύχη του και σε μια μάχη με τον Μούσα Ουρμπανούσα. Αυτός είχε τρεις καρδιές. Τρεις μέρες και τρεις νύχτες πάλευε μαζί του ο Μάρκο χωρίς σταματημό, με τέτοια μανία, που κόκκινος αφρός άρχισε να βγαίνει από το στόμα του Μάρκο, ενώ ο Μούσα φαινόταν σαν να μην πιεζόταν καθόλου. Φώναξε τότε ο Μάρκο Κραλιέβιτς: «Νεράιδα, ε νεράιδα, αδερφή μου!» κι εκείνη του απάντησε: «Δεν μπορώ να σε βοηθήσω, το μωρό κοιμάται στην αγκαλιά μου τώρα. Ακόμη όμως δεν έχεις ανακαλύψει το μυστικό σου όπλο;» Και ο Μάρκο γύρισε στον Μούσα και του είπε: «Κοίτα Μούσα Ουρμπανούσα αν ο ήλιος δύει ή ανατέλλει». Όπως γύρισε ο Μούσα να κοιτάξει τον ήλιο, βγάζει ο Μάρκο το μαχαίρι του, χτυπάει πισώπλατα τον Μούσα κι αρχίζει να τον μαχαιρώνει αλύπητα. Ο Μούσα έπεσε και πλάκωσε τον Μάρκο, ο οποίος με μεγάλη δυσκολία κατάφερε να απεγκλωβιστεί. Μόλις τα κατάφερε κι έτσι κατακρεουργημένος που ήταν ο Μούσα, ο Μάρκο αποφάσισε να βρει την πηγή της τόσο μεγάλης του δύναμης. Κοιτώντας στα σωθικά του, είδε ότι ο Μούσα είχε τρεις καρδιές – η μια χτυπούσε, η δεύτερη άρχιζε να χτυπά πολύ αργά και για την τρίτη δεν μπορούσε να καταλάβει τι ήταν αυτό που έβλεπε. Είδε ένα φίδι που κείτονταν και το οποίο είπε στον Μάρκο: «Ευτυχώς που δεν ήξερες τίποτα για εμένα, γιατί δεν θα έκανες ό,τι έκανες και όπως το έκανες. Έλα τώρα, άνοιξε το στόμα σου να μπω μέσα σου να γίνεις κι εσύ όσο δυνατός ήταν ο Μούσα». Ο Μάρκο όμως θύμωσε πολύ και έκοψε το φίδι σε κομμάτια λέγοντας: «Δε χρειάζομαι τέτοιο βρωμερό πλάσμα στα σωθικά μου, για να είμαι μέγας και τρανός».</p><br><p>Έζησε και ταξίδεψε πολύ ο Μάρκο Κραλιέβιτς. Έζησε μέχρι τα χρόνια των μηχανικών όπλων. Κάποτε, πλησίασε έναν βοσκό που πυροβολούσε κάτι πουλιά και τον ρώτησε:</p><p>- Μα τι είναι αυτό που κάνεις;</p><p>- Δε βλέπεις; Πυροβολάω τα πουλιά. Θα μπορούσα να πυροβολήσω κι εσένα, ξέρεις.</p><p>- Και πώς ακριβώς θα μπορούσες να με σκοτώσεις με αυτό το μαραφέτι; Ήρωες και ήρωες έχουν δοκιμάσει να με σκοτώσουν και δεν τα έχουν καταφέρει και θα το κάνεις εσύ με αυτό; Να, ρίξε μου εδώ να δω.</p><p>Είπε ο Μάρκο και έβαλε την παλάμη του μπροστά στην κάνη του όπλου του βοσκού. Εκείνος πυροβόλησε και η σφαίρα πέρασε μέσα από το χέρι του Μάρκο: «Ποιο το νόημα να ζω άλλο σε αυτόν τον κόσμο, τώρα που ο κάθε μπούφος μπορεί να με σκοτώσει; Τα παρατάω».</p><br><p>Πήγε κι έκατσε σε μια σπηλιά και μέχρι σήμερα είναι ακόμη εκεί. Όταν μια μέρα ένας εξερευνητής μ’ ένα σχοινί κι ένα μπαούλο, κατέβηκε την τρύπα της σπηλιάς αυτής, τον σταμάτησε η νεράιδα: «Χριστιανέ, τι ζητάς εσύ εδώ;» και ο εξερευνητής της είπε ποιος ήταν και γιατί είχε κατέβει ως εκεί. Ο Μάρκο όμως άκουσε τις φωνές τους από μακριά και ρώτησε τη νεράιδα ποιος είχε έρθει. Εκείνη του είπε πως είχε έρθει μια ψυχή από τον έξω κόσμο να εξερευνήσει τη σπηλιά του Μάρκο. Εκείνος της είπε, πως ήθελε πολύ να γνωρίσει τον άνθρωπο αυτό, να δει πόσο δυνατοί είχαν γίνει οι άνθρωποι μετά από τόσα χρόνια και πως ήθελε να του σφίξει το χέρι. Η νεράιδα αντ’ αυτού έδωσε στον Μάρκο πυρωμένο σίδερο κι ο Μάρκο το πήρε στο χέρι του και το ζούληξε τόσο πολύ που έσταξε νερό και είπε: «Θα ξαναγυρίσω στον κόσμο αν πουθενά δεν αναφερθεί το όνομά μου για τρεις μέρες». Γνώρισε τον άνθρωπο και του πρόσταξε να πει στους άρχοντες του κόσμου πως ήθελε να επιστρέψει, δίνοντάς του κι ένα γράμμα σφραγισμένο με το δικό του χέρι. Ο εξερευνητής μπήκε στο μπαούλο, τον τραβήξανε πάνω και έπειτα έδωσε το γράμμα στους άρχοντες. Μα αυτούς τους τρόμαξε πολύ ο ερχομός του Μάρκο κι έτσι δεν είπαν ποτέ σε κανέναν για τη σπηλιά. Τα χνάρια του αλόγου του όμως, μπορούμε να τα δούμε ακόμη και σήμερα παντού στον κόσμο.</p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></itunes:summary>
		</item>
		<item>
			<title>Τα Τρία Λεμόνια</title>
			<itunes:title>Τα Τρία Λεμόνια</itunes:title>
			<pubDate>Mon, 01 Feb 2021 05:57:08 GMT</pubDate>
			<itunes:duration>24:08</itunes:duration>
			<enclosure url="https://sphinx.acast.com/p/open/s/6013ebce985ab977d52addcc/e/60179835858c4d144f38d807/media.mp3" length="23944070" type="audio/mpeg"/>
			<guid isPermaLink="false">60179835858c4d144f38d807</guid>
			<itunes:explicit>false</itunes:explicit>
			<link>https://www.karakaxa.org/%CE%B5%CF%80%CE%B5%CE%B9%CF%83%CF%8C%CE%B4%CE%B9%CE%B1</link>
			<acast:episodeId>60179835858c4d144f38d807</acast:episodeId>
			<acast:showId>6013ebce985ab977d52addcc</acast:showId>
			<acast:episodeUrl>mitos02</acast:episodeUrl>
			<acast:settings><![CDATA[FYjHyZbXWHZ7gmX8Pp1rmbKbhgrQiwYShz70Q9/ffXZMTtedvdcRQbP4eiLMjXzCKLPjEYLpGj+NMVKa+5C8pL4u/EOj1Vw4h5MMJYp0lCcFAe0fnxBJy/1ju4Qxy1fh8gO4DvlGA40yms2g0/hOkcrfHIopjTygHFqGwwOPKFIai4SuTvs86Lx3UYCyl6Zs+WO4fC9bB8/2bSJALEZpunHdJA38/ZCmkJMYOTmjFjoGksV84n2rZlnPpLe9Z1WxKvxLd9rcNoEKe6K0StmizO6zWMuEfeDnYAce+IC0aWzNa1PuLrY470XD1lpBu+jB]]></acast:settings>
			<itunes:subtitle>Μίτος</itunes:subtitle>
			<itunes:episodeType>full</itunes:episodeType>
			<itunes:episode>2</itunes:episode>
			<itunes:image href="https://assets.pippa.io/shows/6013ebce985ab977d52addcc/1612158518072-0143bea8989cf734d6d6b7497ce5544c.jpeg"/>
			<description><![CDATA[<p>Τα Τρία Λεμόνια μας έρχονται από την Ουγγαρία και είναι το κλασσικό παραμύθι επανάληψης με όλα τα μαγικά νούμερα, τον δράκο και την καλή σοφή γριά!</p><br><p>-------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Δεν περιέχει ευαίσθητο υλικό</p><br><p>--------------------</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>Ηχητικά εφέ: freesound.org</p><br><p>---------------------</p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ:</p><br><p>Τα Τρία Λεμόνια</p><br><p>Μια φορά και έναν καιρό ζούσε ένας βασιλιάς που είχε έναν μονάκριβο γιο. Μια μέρα κάλεσε τον γιο του και του είπε: «Γιε μου, τα μαλλιά μου είναι άσπρα. Σύντομα θα κλείσω τα μάτια μου για πάντα και θέλω πριν γίνει αυτό, να είμαι σίγουρος για την ευτυχία σου. Παντρέψου γιε μου, να σου δώσω την ευχή μου πριν πεθάνω». Ο πρίγκιπας δεν έδωσε απάντηση, μόνο χάθηκε στις σκέψεις του – ήθελε τόσο πολύ να εκπληρώσει την ευχή του πατέρα του, μα δεν είχε βρει καμμιά κοπέλα που να κάνει την καρδιά του να σκιρτήσει. </p><br><p>Μια φορά κι έναν καιρό, ο πρίγκιπας καθόταν και ρέμβαζε στον κήπο, σκεπτόμενος τι να κάνει, όταν ξάφνου τον πλησίασε μια γυναίκα, άγνωστο το από πού ήρθε.</p><br><p>«Πήγαινε στον γυάλινο λόφο, κόψε τρία λεμόνια και θα βρεις τη νύφη που θα κάνει την καρδιά σου να σκιρτήσει», του είπε κι όπως εμφανίστηκε, έτσι κι εξαφανίστηκε. Τα λόγια της γυναίκας χαράχτηκαν βαθιά στην ψυχή του νεαρού πρίγκιπα και αποφάσισε πως ό,τι κι αν συναντούσε στον δρόμο του, θα έβρισκε αυτόν το γυάλινο λόφο και θα έκοβε τα τρία λεμόνια. Ανακοίνωσε στον πατέρα του την απόφασή του και εκείνος του έδωσε άλογο, όπλα και πανοπλία, μαζί με την ευλογία του.</p><br><p>Πέρα από δάση και βουνά, πέρα απ’ τις ερήμους, ταξίδεψε ο πρίγκιπάς μας στην αναζήτησή του, για πολλές, πολλές μέρες. Μα για τον γυάλινο πύργο και τα τρία λεμόνια μήτε είδε, μήτε άκουσε κάτι. Μια μέρα, εξουθενωμένος από το ταξίδι, έκατσε να ξαποστάσει κάτω από τον ίσκιο μιας μοσχολεμονιάς. Καθώς έκανε να κάτσει, το σπαθί του μες τη θήκη χτύπησε μια πέτρα και έκανε έναν δυνατό θόρυβο. Μέσα από το φύλλωμα του δέντρου τότε, πέταξαν ψηλά καμιά δωδεκαριά κοράκια, που είχαν τρομάξει με τον απρόσμενο ήχο: «Χα, τώρα μόλις κατάλαβα ότι έχω καιρό να δω ζωντανό πλάσμα στον δρόμο μου», μονολόγησε ο πρίγκιπας, «θα ακολουθήσω τα κοράκια, ίσως αυτά με οδηγήσουν εκεί που θα βρω αυτό που ψάχνω».</p><br><p>Ακολούθησε τα κοράκια για τρεις μέρες και τρεις νύχτες μέχρι που, επιτέλους είδε στο βάθος ένα κάστρο: «Δόξα Σοι! Τώρα σίγουρα θα συναντήσω άλλους ανθρώπους!» φώναξε όλο χαρά και βιάστηκε να φτάσει.</p><br><p>Το κάστρο ήταν από μόλυβδο. Τα κοράκια σταμάτησαν το ταξίδι τους εκεί και πετούσαν τώρα σε κύκλους από πάνω του. Μπροστά στην είσοδο του κάστρου στεκόταν μια γριά γυναίκα, η Τζεζιμπάμπα, με το μακρύ, μολυβένιο της ραβδί: «Α, παλικάρι μου, από που έρχεσαι; Εδώ δεν υπάρχει ούτε πουλί ούτε σκαθάρι, πόσο μάλλον άνθρωποι», είπε η Τζεζιμπάμπα στον πρίγκιπα, «φύγε αν αγαπάς τη ζωή σου γιατί σαν έρθει ο γιος μου, θα σε φάει». Ο πρίγκιπας ικέτεψε: «Όχι, γριά μητέρα, όχι! Ήρθα μόνο για να πάρω τη συμβουλή σου, να μου πεις αν ξέρεις πού μπορώ να βρω τον γυάλινο λόφο με τα τρία λεμόνια». Η Τζεζιμπάμπα σκέφτηκε για λίγο και είπε στον πρίγκιπα: «Ούτε που έχω ξανακούσει γι αυτόν το λόφο που μου λες. Αλλά μείνε! Ο γιος μου σίγουρα θα μπορέσει να σου πει πού είναι. Θα πρέπει όμως να σε κρύψω. Να, μπες μέσα σ’ αυτήν την ντουλάπα μέχρι να σε φωνάξω».</p><br><p>Τα βουνά αντήχησαν, το κάστρο σείστηκε και η Τζεζιμπάμπα πρόλαβε και ειδοποίησε τον πρίγκιπα ότι αυτός ήταν ο γιος της που κατέφτανε: «Φο φο φο! Μυρίζω ανθρώπινη σάρκα, θα την κάνω μια χαψιά!» φώναξε ο γιος της Τζεζιμπάμπα μόλις έφτασε στο κατώφλι και άφησε να πέσει στο πάτωμα το μεγάλο του ρόπαλο, σείοντας πάλι ολόκληρο το κάστρο. Η Τζεζιμπάμπα του είπε παιχνιδιάρικα:</p><p>- Όχι κι έτσι γιέ μου, όχι κι έτσι! Έχει έρθει ένας όμορφος νέος και θέλει τη συμβουλή σου για κάτι.</p><p>- Άμα θέλει τη συμβουλή μου, τότε γιατί δεν είναι μπροστά μου;</p><p>- Θα παρουσιαστεί μπροστά σου μόνο αν υποσχεθείς ότι δεν θα τον πειράξεις.</p><p>- Καλά, καλά, δεν θα τον πειράξω, φέρε τον μπροστά μου.</p><br><p>Ο πρίγκιπας έτρεμε σαν το φύλλο μέσα στην ντουλάπα γιατί, κοιτώντας μέσα από μια χαραμάδα, είδε ότι ο γιος της Τζεζιμπάμπα ήταν ένας δράκος τόσο ψηλός, που ο πρίγκιπας δεν τον έφτανε ούτε στο γόνατο. Η Τζεζιμπάμπα φώναξε τον πρίγκιπα να βγει από την κρυψώνα του κι αυτός παρουσιάστηκε μπροστά στον δράκο: «Λοιπόν μυρμηγκάκι, γιατί φοβάσαι; Από πού έρχεσαι και τι θέλεις;», ρώτησε αυστηρά ο δράκος. «Τι θέλω;», απάντησε ο πρίγκιπας, «έχω ταξιδέψει πολύ καιρό σε αυτά τα βουνά και τις ερήμους και δεν έχω βρει αυτό που ψάχνω. Γι’ αυτό ήρθα σε σένα, να μου πεις αν ξέρεις πού μπορώ να βρω τον γυάλινο λόφο με τα τρία λεμόνια». Ο γιος της Τζεζιμπάμπα σήκωσε το φρύδι του, σκέφτηκε για λίγο και μετά με πιο καλοσυνάτο ύφος είπε στον πρίγκιπα: «Εδώ τριγύρω δεν υπάρχει τέτοιος λόφος και ούτε που ξέρω πού είναι. Να πας στον αδερφό μου που είναι στο ασημένιο κάστρο, αυτός μάλλον θα ξέρει να σου πει. Αλλά να μην πας νηστικός, μάνα! Φέρε τα ψωμάκια μου!». Η γριά Τζεζιμπάμπα έφερε στο τραπέζι ένα πιάτο γεμάτο αχνιστά ψωμάκια και ο τεράστιος γιος της έκατσε στο τραπέζι να φάει: «Έλα να φας κι εσύ!» είπε επιτακτικά στον πρίγκιπα. Ο πρίγκιπας σήκωσε ένα ψωμάκι και ξεκίνησε να το δαγκώνει, αλλά έσπασε δυο δόντια του – τα ψωμάκια ήταν από μολύβι: «Γιατί δεν τρως; Μήπως δεν σου αρέσουν;» ρώτησε ο δράκος τον πρίγκιπα. «Όχι κάθε άλλο, μυρίζουν υπέροχα, απλά έχω έρθει φαγωμένος», είπε δειλά ο πρίγκιπας. «Καλά μην τα φας τώρα, πάρε μαζί σου για το δρόμο». Και θέλοντας και μη, ο πρίγκιπας έβαλε μερικά μολυβένια ψωμάκια στις τσέπες του και συνέχισε το ταξίδι του.</p><br><p>Ταξίδεψε και ταξίδεψε για τρεις μέρες και τρεις νύχτες και όσο πιο μακριά πήγαινε, τόσο πιο πυκνό και σκοτεινό γινόταν το δάσος που διέσχιζε. Πίσω και μπροστά του δεν υπήρχε ίχνος ζωής και κουρασμένος πια, έκατσε να ξαποστάσει κάτω από ένα δέντρο. Το ξίφος του πάλι χτύπησε μια πέτρα καθώς πήγε να κάτσει, ενώ από το δέντρο τινάχτηκαν δυο ντουζίνες τρομαγμένα κοράκια: «Καλός οιωνός αυτό!» είπε ενθουσιασμένος ο πρίγκιπας, «θα τα ακολουθήσω και σίγουρα κάπου καλύτερα θα με πάνε».</p><br><p>Προχωρούσε και προχωρούσε όσο πιο γρήγορα μπορούσε, για να προλάβει τα κοράκια, ώσπου στο βάθος φάνηκε ένα λαμπερό κάστρο. Παρόλο που ήταν ακόμη μακριά, ο πρίγκιπας μπορούσε ήδη να διακρίνει ότι το κάστρο ήταν από ατόφιο ασήμι. Στην είσοδο του κάστρου στεκόταν μια γυναίκα μεγάλης ηλικίας με καμπούρα και με ασημένιο ραβδί στο χέρι, ήταν η Τζεζιμπάμπα:</p><p>- Α, παλικάρι μου, από πού έρχεσαι; Εδώ δεν υπάρχει ούτε πουλί ούτε σκαθάρι, πόσο μάλλον άνθρωποι. Φύγε αν αγαπάς τη ζωή σου, γιατί σαν έρθει ο γιος μου θα σε φάει. </p><p>- Όχι γριά μητέρα, δεν θα με φάει. Του φέρνω χαιρετισμούς από τον αδερφό του, τον δράκο του μολυβένιου κάστρου.</p><p>- Τότε, πέρασε να κάτσουμε στη σάλα γιε μου και πες μου τι ζητάς εδώ.</p><p>- Τι ζητάω μητέρα; Έχω ταξιδέψει από την άλλη μεριά της γης περνώντας βουνά, λαγκάδια και ερήμους, ψάχνοντας να βρω τον γυάλινο λόφο με τα τρία λεμόνια. Ήρθα να δω, αν μπορείς εσύ και ο γιος σου να με βοηθήσετε να τον βρω.</p><p>- Εγώ δεν ξέρω τίποτα για αυτόν τον λόφο που μου λες, αλλά μείνε! Σαν έρθει ο γιος μου, θα σε συμβουλεύσει. Μόνο πήγαινε και κρύψου κάτω από το κρεββάτι, μέχρι να σε φωνάξω.</p><br><p>Τα βουνά αντιλάλησαν με το βρυχηθμό, το κάστρο σείστηκε συθέμελα και ο πρίγκιπας κατάλαβε πως ερχόταν ο γιος της Τζεζιμπάμπα: «Φο φο φο! Μυρίζω ανθρώπινη σάρκα, θα την κάνω μια χαψιά!» φώναξε ο κακάσχημος δράκος σαν έφτασε το κατώφλι και το κάστρο σείστηκε ξανά μόλις άφησε το ασημένιο του ρόπαλο να πέσει:</p><p>- Όχι κι έτσι γιέ μου, όχι κι έτσι! Έχει έρθει ένας όμορφος νέος με χαιρετισμούς από τον αδερφό σου, τον δράκο του μολυβένιου κάστρου.</p><p>- Άμα πήγε στον αδερφό μου κι αυτός τον άφησε ήσυχο και δεν τον έφαγε, τότε δεν έχει να φοβάται τίποτα κι από μένα, φέρ’ τον μπροστά μου.</p><br><p>Ο Πρίγκιπας ξεπήδησε από κάτω απ’ το κρεββάτι και πλησίασε τον δράκο και φαινόταν λες και στεκόταν δίπλα στο πιο ψηλό κυπαρίσσι:</p><p>- Λοιπόν μυρμηγκάκι, ήσουν στου αδερφού μου;</p><p>- Ναι, ήμουν. Και να, έχω ακόμη μαζί μου τα ψωμάκια που μου έδωσε για κολατσιό.</p><p>- Σε πιστεύω. Τώρα πες μου τι θες.</p><p>- Τι θέλω; Ήρθα να σε ρωτήσω για τον γυάλινο λόφο με τα τρία λεμόνια.</p><p>- Χμ, το έχω ξανακούσει αυτό το μέρος, αλλά πού είναι ακριβώς, δεν ξέρω να σου πω. Ξέρεις όμως; Είμαι σίγουρος ότι ο αδερφός μου στο χρυσό κάστρο θα ξέρει πού είναι και θα σου πει. Αλλά δεν μπορώ να σε αφήσω να ταξιδέψεις με άδειο στομάχι. Έλα, κάτσε να κολατσίσουμε μαζί. Μάνα, τα ψωμάκια μου!</p><br><p>Η Τζεζιμπάμπα έφερε στο τραπέζι ένα μεγάλο ασημένιο πιάτο γεμάτο αχνιστά ψωμάκια: «Φάε!» φώναξε ο δράκος. Ο πρίγκιπας, βλέποντας πως τα ψωμάκια ήταν από ατόφιο ασήμι, είπε πως δεν πεινούσε και πως θα του ήταν πολύ πιο χρήσιμα για κολατσιό στον δρόμο του: «Πάρε όσα θες και δώσε χαιρετίσματα στον αδερφό και τη θεία μου όταν φτάσεις», είπε ο δράκος στον πρίγκιπα. Εκείνος γέμισε τις τσέπες του, ευχαρίστησε τον δράκο και την Τζεζιμπάμπα για τη φιλοξενία και πήρε τον δρόμο για το χρυσό κάστρο.</p><br><p>Τρεις μέρες αφού άφησε πίσω του το ασημένιο κάστρο, περιπλανώμενος μέσα από βουνά και πυκνά δάση, ακόμη δεν είχε βρει τίποτα. Κουρασμένος και μπερδεμένος, έκανε να κάτσει να ξαποστάσει. Το ξίφος του χτύπησε σ’ έναν βράχο και ξάφνου ένα σμήνος από κοράκια σηκώθηκε τρομαγμένο από τον οξύ ήχο και άρχισε να πετάει μακριά: «Δόξα Σοι!», είπε ανακουφισμένος ο πρίγκιπας, «αυτό σημαίνει ότι το χρυσό κάστρο πρέπει να είναι εδώ κοντά» και με αυτό καβάλησε αμέσως το άλογό του και πήρε στο κατόπι το σμήνος που απομακρυνόταν. Βγαίνοντας από το δάσος, είδε μπροστά του ένα πανέμορφο, καταπράσινο λιβάδι και στη μέση του ένα μεγαλόπρεπο ολόχρυσο κάστρο, τόσο λαμπερό σαν τον ήλιο. Μπροστά στις πύλες του κάστρου στεκόταν μια καμπουριασμένη Τζεζιμπάμπα, στηριζόμενη στο ολόχρυσο ραβδί της:</p><p>- Α, γιόκα μου, τι γυρεύεις εσύ εδώ; Εδώ δεν υπάρχει ούτε πουλί ούτε σκαθάρι, πόσο μάλλον άνθρωποι. Φύγε αν αγαπάς τη ζωή σου, γιατί σαν έρθει ο γιός μου θα σε φάει.</p><p>- Καλή μητέρα, δεν θα με φάει ο γιός σου. Του φέρνω χαιρετίσματα από τον αδερφό του, που ζει στο ασημένιο κάστρο.</p><p>- Αν είναι έτσι, τότε πέρασε στη σάλα, να μου πεις τι ψάχνεις και έφτασες ως εδώ.</p><p>- Τί ψάχνω; Ταξιδεύω μερόνυχτα τώρα από την άλλη άκρη της γης διασχίζοντας βουνά, λαγκάδια και ερήμους. Ψάχνω να βρω τον γυάλινο λόφο με τα τρία λεμόνια. Μου είπαν, να έρθω εδώ να ρωτήσω αν εσύ ή ο γιος σου ξέρετε πού είναι.</p><p>- Πού είναι αυτός ο λόφος που μου λες δεν ξέρω, αλλά μείνε! Σαν έρθει ο γιος μου, θα σου πει πού είναι και τι πρέπει να κάνεις. Μόνο πήγαινε και κρύψου κάτω από το τραπέζι μέχρι να σε φωνάξω.</p><br><p>Ο βρυχηθμός του δράκου αντήχησε στα βουνά και το κάστρο σείστηκε. Σύντομα στο κατώφλι πρόβαλλε και ο γιος της Τζεζιμπάμπα: «Φο φο φο! Μυρίζω ανθρώπινη σάρκα, θα την κάνω μια χαψιά!» φώναξε ο δράκος και το κάστρο σείστηκε ξανά, μόλις άφησε το χρυσό του ρόπαλο να πέσει. Η Τζεζιμπάμπα του είπε με ήπια φωνή:</p><p>- Ήρεμα γιόκα μου, ήρεμα. Έχουμε για επισκέπτη έναν όμορφο νεαρό που σου φέρνει χαιρετίσματα από τον αδερφό σου στο ασημένιο κάστρο. Αν υποσχεθείς να μην τον πειράξεις, τότε θα του πω να εμφανιστεί μπροστά σου.</p><p>- Αν δεν τον έφαγε ο αδερφός μου, τότε ούτε εγώ θα τον πειράξω. </p><br><p>Ο πρίγκιπας τότε εμφανίστηκε μπροστά στον δράκο και είδε ότι ήταν λες και στεκόταν δίπλα σε πανύψηλο πύργο. Αμέσως έβγαλε από τις τσέπες του τα ασημένια ψωμάκια και ο τεράστιος δράκος του είπε:</p><p>- Για πες μου μυρμηγκάκι, τι θέλεις; Αν μπορώ να σε συμβουλέψω, θα το κάνω, μη φοβάσαι.</p><p>- Έχω γυρίσει γη και ουρανό να βρω τον γυάλινο λόφο με τα τρία λεμόνια. Σε ικετεύω, πες μου πώς μπορώ να φτάσω εκεί και πώς μπορώ να πάρω αυτά τα τρία λεμόνια!</p><p>- Βλέπεις αυτό εκεί το μαύρο βουναλάκι; Αυτός είναι ο γυάλινος λόφος. Στην κορυφή του βρίσκεται μια λεμονιά και η λεμονιά είναι φορτωμένη με τρία λεμόνια τόσο μοσχομυριστά που μπορείς να τα μυρίσεις από χιλιόμετρα μακριά. Θα ανέβεις τον λόφο, θα γονατίσεις μπροστά στο δέντρο και θα υψώσεις τα χέρια σου. Αν είναι της μοίρας σου να πάρεις τα λεμόνια, τότε θα πέσουν στα χέρια σου από μόνα τους. Αν όχι, τότε μην τολμήσεις να τα βγάλεις με τη βία. Σαν θα γυρίζεις πίσω, αν πεινάσεις ή διψάσεις, κόψε ένα λεμόνι στα δύο και θα φας και θα πιείς με την καρδιά σου. Στο καλό και σου εύχομαι καλή τύχη. Αλλά περίμενε! Μην&nbsp;φύγεις με άδεια χέρια! Μάνα, φέρε το φαΐ μου!</p><br><p>Και η Τζεζιμπάμπα έφερε στο τραπέζι έναν χρυσό δίσκο γεμάτο με χρυσά, αχνιστά ψωμάκια: «Φάε!», είπε ο δράκος, «αλλιώς πάρε μαζί σου για τον δρόμο». Ο πρίγκιπας και να ήθελε να φάει δεν μπορούσε, αλλά για να μην κακοκαρδίσει το δράκο γέμισε τις τσέπες του, ευχαρίστησε τον δράκο του χρυσού κάστρου και τη μάνα του και συνέχισε το ταξίδι του. </p><br><p>Βιάστηκε να φτάσει στον λόφο, πηδώντας από πεδιάδα σε βουναλάκι κι από λαγκάδι σε βράχο και δεν σταμάτησε, μέχρι που έφτασε στους πρόποδες του γυάλινου λόφου. Κι εκεί σταμάτησε απότομα, έμεινε στήλη άλατος. Ο λόφος ήταν απότομος και τελείως λείος, δεν υπήρχε ούτε πετραδάκι ούτε ρωγμή να πιαστεί από κάπου. Όντως στην κορυφή του είδε το πανέμορφο δέντρο και τα τρία λεμόνια να κρέμονται, με μια μυρωδιά τόσο γλυκιά, που παραλίγο να λιποθυμήσει: «Θεέ μου βάλε το χέρι σου, ό,τι είναι να γίνει ας γίνει! Μιας και τα κατάφερα ως εδώ, δεν&nbsp;θα ησυχάσω αν δεν φτάσω ως το τέλος». Και με αυτό, ξεκίνησε την ανάβαση στον λόφο. Μα δεν είχε ανέβει και πολύ, το πόδι του γλίστρησε και δεν ήξερε που βρισκόταν και που πατούσε, μέχρι που βρέθηκε πάλι στη βάση του λόφου με ένα παφ! Εκνευρισμένος, άρχισε να βγάζει από τις τσέπες του όλα τα ψωμάκια, μιας και ήταν σίγουρος ότι αυτά τον βάραιναν και δεν μπορούσε να ανέβει. Μα σαν πέταξε ένα, αυτό σφηνώθηκε στην πλαγιά. Με δυσπιστία πέταξε και δεύτερο και τρίτο ψωμάκι και προς ευχάριστη έκπληξη, το καθένα σφηνώθηκε στη γυάλινη πλευρά του λόφου, τόσο όσο να του δίνει ασφαλές πάτημα για να σκαρφαλώνει. Ενθουσιασμένος ο πρίγκιπας, σφήνωσε πρώτα τα μολυβένια, μετά τα ασημένια και τέλος τα χρυσά ψωμάκια στον λόφο. Έτσι, με αυτά τα σκαλάκια που κατάφερε να σχηματίσει, ανέβηκε σιγά σιγά στην κορυφή του γυάλινου λόφου, όπου και γονάτισε με τα χέρια υψωμένα προς τα λεμόνια. Και να! Τα τρία λεμόνια έπεσαν από μόνα τους&nbsp;και προσγειώθηκαν στα χέρια του μεμιάς. Το δέντρο τότε εξαφανίστηκε και ο λόφος χάθηκε κάτω από τα γόνατα του πρίγκηπα, αφήνοντάς τον να πέσει στο κενό. </p><br><p>Μόλις συνήλθε, ο πρίγκιπας είδε πως γύρω του δεν υπήρχε τίποτα άλλο, παρά μια αχανής πεδιάδα. Ξεκίνησε, όλος ενθουσιασμό, το ταξίδι του γυρισμού. Δεν πεινούσε ούτε διψούσε, δεν έβλεπε και ούτε άκουγε τίποτα άλλο, παρά μόνο τη χαρά που τον κυρίευε. Την τρίτη μέρα όμως άρχισε να αισθάνεται ένα κενό στο στομάχι του και ξαφνικά να νιώθει πολύ αδύναμος. Πεινούσε τόσο που με χαρά θα έτρωγε ένα από αυτά τα μολυβένια ψωμάκια, αν τα είχε ακόμη μαζί του. Αλλά οι τσέπες του ήταν τώρα άδειες και τριγύρω του δεν υπήρχε ούτε φύλλο μα ούτε ζωντανό πλάσμα. Τότε όμως θυμήθηκε τι του είχε πει ο χρυσός δράκος κι έβγαλε ένα λεμόνι, το έκοψε στη μέση. Τι έκπληξη όμως! Μπροστά στα μάτια του ξεπήδησε μέσα από το κομμένο λεμόνι μια πανέμορφη κοπέλα που μόλις εμφανίστηκε, υποκλίθηκε κι άρχισε να λέει γρήγορα: «Μου έχεις βάλει να φάω; Μου έχεις βάλει να πιώ; Μου έχεις βγάλει όμορφα φορέματα να βάλω;». Ο πρίγκιπας της είπε τότε θλιβερά: «Αλίμονο πανέμορφο μαγικό πλάσμα, δεν έχω για σένα ούτε τροφή, ούτε ποτό μα ούτε φορέματα». Και η καλλονή χειροκρότησε τρεις φορές, υποκλίθηκε κι εξαφανίστηκε.</p><br><p>«Α! Τώρα ξέρω τί κάνουν αυτά τα λεμόνια. Την επόμενη φορά δεν θα τα κόψω τόσο απερίσκεπτα», σκέφτηκε ο πρίγκιπας και ρούφηξε το λεμόνι, ώσπου να μην πεινάει και να διψάει πια και συνέχισε το ταξίδι του.</p><br><p>Μετά από τρεις μέρες ταξιδιού όμως, η πείνα και η δίψα του επανήλθαν και μάλιστα τρεις φορές πιο έντονα: «Ας με λυπηθεί ο Θεός! Έχω ακόμη τόσο δρόμο να κάνω! Δεν αντέχω, θα κόψω κι άλλο ένα λεμόνι», είπε και πήρε το δεύτερο λεμόνι και το έκοψε στη μέση. Τότε μπροστά του εμφανίστηκε μια κοπέλα ακόμη πιο όμορφη από την προηγούμενη: «Μου έχεις βάλει να φάω; Μου έχεις βάλει να πιώ; Μου έχεις βγάλει όμορφα φορέματα να βάλω;» του είπε και ο πρίγκιπας της απάντησε σκύβοντας το κεφάλι: «Δεν έχω κάνει τίποτα από αυτά κυρά μου, τίποτα...». Η κοπέλα τότε χειροκρότησε τρεις φορές, υποκλίθηκε κι εξαφανίστηκε.</p><br><p>Έμεινε ο πρίγκιπας με ένα τελευταίο λεμόνι και κοιτάζοντάς το είπε: «Εσένα ορκίζομαι ότι δεν θα σε κόψω, παρά μόνο όταν φτάσω στο παλάτι του πατέρα μου» και με νέο πείσμα συνέχισε. Με το πείσμα αυτό και την επιμονή του, ούτε που κατάλαβε για πότε έφτασε μπροστά στα τείχη της πόλης του. Σαν τον είδε ο πατέρας του, άρχισε να κλαίει από τη χαρά του: «Καλωσήρθες γιόκα μου! Καλωσήρθες, καλωσήρθες!» και συγκινημένος αγκάλιασε το γιό του με όλη του τη δύναμη. Ο πρίγκιπας διηγήθηκε στον πατέρα του τις περιπέτειές του και εκείνος με τη σειρά του είπε, πως όλοι στο παλάτι προσεύχονταν και τον περίμεναν κάθε μέρα να γυρίσει σώος.</p><br><p>Την επόμενη μέρα οργανώθηκε μια μεγάλη γιορτή όπου λόρδοι και δούκισσες κατέφτασαν από τις τέσσερις γωνιές του βασιλείου. Ράφτηκαν τα πιο ακριβά ρούχα, ετοιμάστηκαν τα πιο πλουσιοπάροχα φαγητά και όλοι οι καλεσμένοι κάθισαν στο τραπέζι και περίμεναν να δουν τι θα γίνει. Ο πρίγκιπας παρουσίασε τότε μπροστά τους το τελευταίο λεμόνι, το έκοψε και από μέσα του ξεπήδησε μια κοπέλα τόσο όμορφη, που όμοιά της δεν είχε ξαναδεί κανείς: «Μου έχεις βάλει να φάω; Μου έχεις βάλει να πιώ; Μου έχεις βγάλει όμορφα φορέματα να βάλω;» είπε ευθύς και αυτή τη φορά ο πρίγκιπας της απάντησε «Ναι κυρά μου, όλα είναι έτοιμα και σε περιμένουν» και της έδειξε το τραπέζι και τα όμορφα φορέματα που είχαν ραφτεί για εκείνη. Όλοι θαύμασαν την ομορφιά της, ακόμη περισσότερο σαν φόρεσε τις εξαίσιες φορεσιές, κάθισε δίπλα στον πρίγκιπα και ακολούθησε ο εορτασμός του γάμου τους.</p><br><p>Τώρα που η τελευταία επιθυμία του βασιλιά είχε πραγματοποιηθεί, εκείνος έδωσε την ευλογία του στον γιο του, του παρέδωσε τον θρόνο και πέθανε ευτυχισμένος μετά από λίγο καιρό.</p><br><p>Δυστυχώς η ηρεμία στο βασίλειο του καινούριου βασιλιά δεν κράτησε πολύ, ένα διπλανό βασίλειο του κήρυξε τον πόλεμο. Μιας και τώρα έπρεπε&nbsp;να αφήσει την αγαπημένη του βασίλισσα, ο βασιλιάς ήθελε να σιγουρευτεί πως τίποτα κακό δεν θα της συνέβαινε, όσο εκείνος θα έλειπε. Της έφτιαξε έναν απόρθητο πύργο στην όχθη μιας λίμνης, έναν πύργο που κανείς δεν θα μπορούσε να μπει παρά μόνο αν εκείνη πετούσε κάτω ένα μεταξωτό σκοινί και το τραβούσε πάνω. </p><br><p>Κοντά στο παλάτι ζούσε μια γριά γυναίκα, η ίδια γυναίκα που είχε συμβουλέψει τότε τον πρίγκιπα για το γυάλινο λόφο με τα τρία λεμόνια. Είχε για βοηθό μια τσιγγάνα την οποία και έστελνε συχνά-πυκνά στη λίμνη για νερό. Η γυναίκα είχε μάθει για τον γάμο του πρίγκιπα και είχε θυμώσει πολύ που ούτε την είχε καλέσει στο γάμο του, μα ούτε την είχε ευχαριστήσει για τις συμβουλές της. Μια μέρα λοιπόν έστειλε τη βοηθό της στη λίμνη για νερό. Εκείνη πήγε και αφού είχε γεμίσει τον κουβά και γύρισε να φύγει, είδε στην αντανάκλαση στο νερό μια κοπέλα απαράμιλλης ομορφιάς. Νομίζοντας πως ήταν η ίδια άφησε τον κουβά να της πέσει από τα χέρια κι αυτός έγινε χίλια κομμάτια: «Δεν αξίζει», σκέφτηκε «μια κοπέλα με τέτοια ομορφιά να κουβαλάει νερό για μια μπαμπόγρια σαν αυτή!», αλλά με το που ξεστόμισε αυτά τα λόγια και κοίταξε ψηλά, κατάλαβε ότι στο νερό δεν είχε δει τον εαυτό της, μα την πανώρια νεαρή βασίλισσα. Ντροπιασμένη, μάζεψε τα κομμάτια του κουβά και γύρισε πίσω στη μάγισσα. Εκείνη, που ήξερε πολύ καλά τι είχε συμβεί, τη συνάντησε στα μισά του δρόμου με ένα καινούριο κουβά και βλέποντας την ταραχή στο πρόσωπο της βοηθού της, τη ρώτησε τι είχε συμβεί. Εκείνη της είπε όλη την ιστορία και η γριά γυναίκα απάντησε: «Σιγά, και τι έγινε; Να σου πω όμως τι θα γίνει. Πήγαινε πάλι στη λίμνη και πες στη βασίλισσα να σου ρίξει το μεταξωτό σκοινί, να ανέβεις να τη χτενίσεις και να την πλύνεις. Αν σε τραβήξει πάνω, εσύ θα τη φροντίσεις και μόλις αποκοιμηθεί, βάλ’ της αυτήν την καρφίτσα στα μαλλιά. Φόρεσε τα ρούχα της και κάτσε εσύ στον θρόνο σα βασίλισσα».</p><br><p>Δεν ήθελε και πολλή πειθώ η βοηθός, μόλις άκουσε το σχέδιο. Πήρε την καρφίτσα και τον κουβά και ξανατράβηξε κατά τη λίμνη. Εκεί που γέμιζε πάλι με νερό, κοίταξε τη βασίλισσα και αναφώνησε: «Μα πόσο όμορφη είσαι, πόσο όμορφη!» και άρχισε να την κολακεύει με το βλέμμα της, «αλλά θα γίνεις εκατό φορές πιο όμορφη αν με αφήσεις να σου χτενίσω τα μαλλιά και να σε πλύνω. Ο βασιλιάς σου θα χαρεί πολύ σα σε δει, με&nbsp;περιποιημένες και χτενισμένες, τις χρυσές σου μπούκλες». Και συνέχισε να κανακεύει και να κολακεύει τη βασίλισσα, μέχρι που εκείνη πείστηκε και έριξε το μεταξωτό σκοινί στην τσιγγάνα.</p><br><p>Η κακιά κοπέλα χτένισε και έπλυνε τη βασίλισσα και όπως την είχε συμβουλέψει η μάγισσα, σαν εκείνη κοιμήθηκε, της έβαλε την καρφίτσα στα μαλλιά. Εκείνη τη στιγμή ένα λευκό περιστέρι πέταξε πάνω από τον χρυσό θρόνο και από τη βασίλισσα δεν είχε μείνει τίποτα, παρά τα ρούχα της σωριασμένα στο ανάκλιντρο. Η βοηθός της μάγισσας τα φόρεσε αμέσως και έκατσε στη θέση που μέχρι πριν από λίγο καθόταν η αληθινή βασίλισσα και κοίταξε το είδωλό της στη λίμνη. Όμως το πανώριο είδωλο είχε εξαφανιστεί μιας και , όσα υπέροχα φορέματα και να έβαζε, η τσιγγάνα παρέμενε τσιγγάνα.</p><br><p>Ο νεαρός βασιλιάς επέστρεψε νικητής από τους πολέμους και είχε κάνει πια ειρήνη με όλους του τους γείτονες. Φτάνοντας στο βασίλειό του, πήγε κατευθείαν στη λίμνη να βρει τη βασίλισσά του. Το πρόσωπό του παραμορφώθηκε από τον τρόμο, σαν αντίκρυσε αντί για την όμορφη νύφη του, μια θλιβερή τσιγγάνα: «Αγαπημένη μου, πώς άλλαξες έτσι όσο έλειπα!» της είπε. «Ναι ακριβέ μου, έχω αλλάξει. Η απουσία σου και η αγωνία μου για την τύχη σου με έκαναν να αλλάξω έτσι» και έτρεξε να τον αγκαλιάσει αλλά ο νεαρός βασιλιάς τη σταμάτησε πριν προλάβει και έφυγε οργισμένος. </p><br><p>Από εκείνη την ημέρα κι έπειτα δεν έβρισκε ηρεμία, δεν μπορούσε να κοιμηθεί, δεν μπορούσε να φάει, δεν ήξερε αν ήταν μέρα ή νύχτα και τίποτα δεν μπορούσε να τον κάνει καλά. Θρηνούσε το χαμό της βασίλισσάς του και δεν έβρισκε πουθενά παρηγοριά.</p><br><p>Μια από εκείνες τις μαύρες του μέρες, περπατούσε άσκοπα στον κήπο κι ένα λευκό περιστέρι πέταξε κι έκατσε πάνω στο χέρι του. Κοίταξε θλιμμένα τον νεαρό βασιλιά μέσα στα ήδη βαθουλωμένα του μάτια: «Περιστεράκι μου, εσύ γιατί είσαι θλιμμένο; Μήπως έχασες κι εσύ το ταίρι σου όπως έχασα κι εγώ τη βασίλισσά μου;» του είπε ο βασιλιάς χαϊδεύοντάς του απαλά το κεφαλάκι και το φτέρωμα. Μα, εκεί που το χάιδευε, ένιωσε σαν κάτι να εξείχε και, κάνοντας πέρα τα πολλά του φτερά, βρήκε στο περιστεράκι καρφωμένη μια καρφίτσα. Πιστεύοντας ότι το περιστέρι θα πονούσε, σκέφτηκε να το βοηθήσει και αφαίρεσε προσεκτικά την καρφίτσα. Το περιστέρι μεταμορφώθηκε αμέσως στη βασίλισσά του και διηγήθηκε στον βασιλιά τι της είχε συμβεί, πως η κοπέλα στον πύργο την είχε ξεγελάσει και πως αυτή της είχε βάλει την καρφίτσα στα μαλλιά. Αμέσως ο βασιλιάς διέταξε να συλληφθεί και η μάγισσα και η βοηθός της και να ριχτούν στην πυρά χωρίς καμία καθυστέρηση. </p><br><p>Από εκείνη τη μέρα κι έπειτα, τίποτα δεν στάθηκε εμπόδιο στην ευτυχία του ζευγαριού, ούτε η ζήλια, ούτε η κακία των εχθρών τους. Ζήσανε και οι δυο ευτυχισμένοι, βασίλευσαν δίκαια και είμαι σίγουρη πως αν ζουν ακόμη, έτσι θα βασιλεύουν και σήμερα.</p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></description>
			<itunes:summary><![CDATA[<p>Τα Τρία Λεμόνια μας έρχονται από την Ουγγαρία και είναι το κλασσικό παραμύθι επανάληψης με όλα τα μαγικά νούμερα, τον δράκο και την καλή σοφή γριά!</p><br><p>-------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Δεν περιέχει ευαίσθητο υλικό</p><br><p>--------------------</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>Ηχητικά εφέ: freesound.org</p><br><p>---------------------</p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ:</p><br><p>Τα Τρία Λεμόνια</p><br><p>Μια φορά και έναν καιρό ζούσε ένας βασιλιάς που είχε έναν μονάκριβο γιο. Μια μέρα κάλεσε τον γιο του και του είπε: «Γιε μου, τα μαλλιά μου είναι άσπρα. Σύντομα θα κλείσω τα μάτια μου για πάντα και θέλω πριν γίνει αυτό, να είμαι σίγουρος για την ευτυχία σου. Παντρέψου γιε μου, να σου δώσω την ευχή μου πριν πεθάνω». Ο πρίγκιπας δεν έδωσε απάντηση, μόνο χάθηκε στις σκέψεις του – ήθελε τόσο πολύ να εκπληρώσει την ευχή του πατέρα του, μα δεν είχε βρει καμμιά κοπέλα που να κάνει την καρδιά του να σκιρτήσει. </p><br><p>Μια φορά κι έναν καιρό, ο πρίγκιπας καθόταν και ρέμβαζε στον κήπο, σκεπτόμενος τι να κάνει, όταν ξάφνου τον πλησίασε μια γυναίκα, άγνωστο το από πού ήρθε.</p><br><p>«Πήγαινε στον γυάλινο λόφο, κόψε τρία λεμόνια και θα βρεις τη νύφη που θα κάνει την καρδιά σου να σκιρτήσει», του είπε κι όπως εμφανίστηκε, έτσι κι εξαφανίστηκε. Τα λόγια της γυναίκας χαράχτηκαν βαθιά στην ψυχή του νεαρού πρίγκιπα και αποφάσισε πως ό,τι κι αν συναντούσε στον δρόμο του, θα έβρισκε αυτόν το γυάλινο λόφο και θα έκοβε τα τρία λεμόνια. Ανακοίνωσε στον πατέρα του την απόφασή του και εκείνος του έδωσε άλογο, όπλα και πανοπλία, μαζί με την ευλογία του.</p><br><p>Πέρα από δάση και βουνά, πέρα απ’ τις ερήμους, ταξίδεψε ο πρίγκιπάς μας στην αναζήτησή του, για πολλές, πολλές μέρες. Μα για τον γυάλινο πύργο και τα τρία λεμόνια μήτε είδε, μήτε άκουσε κάτι. Μια μέρα, εξουθενωμένος από το ταξίδι, έκατσε να ξαποστάσει κάτω από τον ίσκιο μιας μοσχολεμονιάς. Καθώς έκανε να κάτσει, το σπαθί του μες τη θήκη χτύπησε μια πέτρα και έκανε έναν δυνατό θόρυβο. Μέσα από το φύλλωμα του δέντρου τότε, πέταξαν ψηλά καμιά δωδεκαριά κοράκια, που είχαν τρομάξει με τον απρόσμενο ήχο: «Χα, τώρα μόλις κατάλαβα ότι έχω καιρό να δω ζωντανό πλάσμα στον δρόμο μου», μονολόγησε ο πρίγκιπας, «θα ακολουθήσω τα κοράκια, ίσως αυτά με οδηγήσουν εκεί που θα βρω αυτό που ψάχνω».</p><br><p>Ακολούθησε τα κοράκια για τρεις μέρες και τρεις νύχτες μέχρι που, επιτέλους είδε στο βάθος ένα κάστρο: «Δόξα Σοι! Τώρα σίγουρα θα συναντήσω άλλους ανθρώπους!» φώναξε όλο χαρά και βιάστηκε να φτάσει.</p><br><p>Το κάστρο ήταν από μόλυβδο. Τα κοράκια σταμάτησαν το ταξίδι τους εκεί και πετούσαν τώρα σε κύκλους από πάνω του. Μπροστά στην είσοδο του κάστρου στεκόταν μια γριά γυναίκα, η Τζεζιμπάμπα, με το μακρύ, μολυβένιο της ραβδί: «Α, παλικάρι μου, από που έρχεσαι; Εδώ δεν υπάρχει ούτε πουλί ούτε σκαθάρι, πόσο μάλλον άνθρωποι», είπε η Τζεζιμπάμπα στον πρίγκιπα, «φύγε αν αγαπάς τη ζωή σου γιατί σαν έρθει ο γιος μου, θα σε φάει». Ο πρίγκιπας ικέτεψε: «Όχι, γριά μητέρα, όχι! Ήρθα μόνο για να πάρω τη συμβουλή σου, να μου πεις αν ξέρεις πού μπορώ να βρω τον γυάλινο λόφο με τα τρία λεμόνια». Η Τζεζιμπάμπα σκέφτηκε για λίγο και είπε στον πρίγκιπα: «Ούτε που έχω ξανακούσει γι αυτόν το λόφο που μου λες. Αλλά μείνε! Ο γιος μου σίγουρα θα μπορέσει να σου πει πού είναι. Θα πρέπει όμως να σε κρύψω. Να, μπες μέσα σ’ αυτήν την ντουλάπα μέχρι να σε φωνάξω».</p><br><p>Τα βουνά αντήχησαν, το κάστρο σείστηκε και η Τζεζιμπάμπα πρόλαβε και ειδοποίησε τον πρίγκιπα ότι αυτός ήταν ο γιος της που κατέφτανε: «Φο φο φο! Μυρίζω ανθρώπινη σάρκα, θα την κάνω μια χαψιά!» φώναξε ο γιος της Τζεζιμπάμπα μόλις έφτασε στο κατώφλι και άφησε να πέσει στο πάτωμα το μεγάλο του ρόπαλο, σείοντας πάλι ολόκληρο το κάστρο. Η Τζεζιμπάμπα του είπε παιχνιδιάρικα:</p><p>- Όχι κι έτσι γιέ μου, όχι κι έτσι! Έχει έρθει ένας όμορφος νέος και θέλει τη συμβουλή σου για κάτι.</p><p>- Άμα θέλει τη συμβουλή μου, τότε γιατί δεν είναι μπροστά μου;</p><p>- Θα παρουσιαστεί μπροστά σου μόνο αν υποσχεθείς ότι δεν θα τον πειράξεις.</p><p>- Καλά, καλά, δεν θα τον πειράξω, φέρε τον μπροστά μου.</p><br><p>Ο πρίγκιπας έτρεμε σαν το φύλλο μέσα στην ντουλάπα γιατί, κοιτώντας μέσα από μια χαραμάδα, είδε ότι ο γιος της Τζεζιμπάμπα ήταν ένας δράκος τόσο ψηλός, που ο πρίγκιπας δεν τον έφτανε ούτε στο γόνατο. Η Τζεζιμπάμπα φώναξε τον πρίγκιπα να βγει από την κρυψώνα του κι αυτός παρουσιάστηκε μπροστά στον δράκο: «Λοιπόν μυρμηγκάκι, γιατί φοβάσαι; Από πού έρχεσαι και τι θέλεις;», ρώτησε αυστηρά ο δράκος. «Τι θέλω;», απάντησε ο πρίγκιπας, «έχω ταξιδέψει πολύ καιρό σε αυτά τα βουνά και τις ερήμους και δεν έχω βρει αυτό που ψάχνω. Γι’ αυτό ήρθα σε σένα, να μου πεις αν ξέρεις πού μπορώ να βρω τον γυάλινο λόφο με τα τρία λεμόνια». Ο γιος της Τζεζιμπάμπα σήκωσε το φρύδι του, σκέφτηκε για λίγο και μετά με πιο καλοσυνάτο ύφος είπε στον πρίγκιπα: «Εδώ τριγύρω δεν υπάρχει τέτοιος λόφος και ούτε που ξέρω πού είναι. Να πας στον αδερφό μου που είναι στο ασημένιο κάστρο, αυτός μάλλον θα ξέρει να σου πει. Αλλά να μην πας νηστικός, μάνα! Φέρε τα ψωμάκια μου!». Η γριά Τζεζιμπάμπα έφερε στο τραπέζι ένα πιάτο γεμάτο αχνιστά ψωμάκια και ο τεράστιος γιος της έκατσε στο τραπέζι να φάει: «Έλα να φας κι εσύ!» είπε επιτακτικά στον πρίγκιπα. Ο πρίγκιπας σήκωσε ένα ψωμάκι και ξεκίνησε να το δαγκώνει, αλλά έσπασε δυο δόντια του – τα ψωμάκια ήταν από μολύβι: «Γιατί δεν τρως; Μήπως δεν σου αρέσουν;» ρώτησε ο δράκος τον πρίγκιπα. «Όχι κάθε άλλο, μυρίζουν υπέροχα, απλά έχω έρθει φαγωμένος», είπε δειλά ο πρίγκιπας. «Καλά μην τα φας τώρα, πάρε μαζί σου για το δρόμο». Και θέλοντας και μη, ο πρίγκιπας έβαλε μερικά μολυβένια ψωμάκια στις τσέπες του και συνέχισε το ταξίδι του.</p><br><p>Ταξίδεψε και ταξίδεψε για τρεις μέρες και τρεις νύχτες και όσο πιο μακριά πήγαινε, τόσο πιο πυκνό και σκοτεινό γινόταν το δάσος που διέσχιζε. Πίσω και μπροστά του δεν υπήρχε ίχνος ζωής και κουρασμένος πια, έκατσε να ξαποστάσει κάτω από ένα δέντρο. Το ξίφος του πάλι χτύπησε μια πέτρα καθώς πήγε να κάτσει, ενώ από το δέντρο τινάχτηκαν δυο ντουζίνες τρομαγμένα κοράκια: «Καλός οιωνός αυτό!» είπε ενθουσιασμένος ο πρίγκιπας, «θα τα ακολουθήσω και σίγουρα κάπου καλύτερα θα με πάνε».</p><br><p>Προχωρούσε και προχωρούσε όσο πιο γρήγορα μπορούσε, για να προλάβει τα κοράκια, ώσπου στο βάθος φάνηκε ένα λαμπερό κάστρο. Παρόλο που ήταν ακόμη μακριά, ο πρίγκιπας μπορούσε ήδη να διακρίνει ότι το κάστρο ήταν από ατόφιο ασήμι. Στην είσοδο του κάστρου στεκόταν μια γυναίκα μεγάλης ηλικίας με καμπούρα και με ασημένιο ραβδί στο χέρι, ήταν η Τζεζιμπάμπα:</p><p>- Α, παλικάρι μου, από πού έρχεσαι; Εδώ δεν υπάρχει ούτε πουλί ούτε σκαθάρι, πόσο μάλλον άνθρωποι. Φύγε αν αγαπάς τη ζωή σου, γιατί σαν έρθει ο γιος μου θα σε φάει. </p><p>- Όχι γριά μητέρα, δεν θα με φάει. Του φέρνω χαιρετισμούς από τον αδερφό του, τον δράκο του μολυβένιου κάστρου.</p><p>- Τότε, πέρασε να κάτσουμε στη σάλα γιε μου και πες μου τι ζητάς εδώ.</p><p>- Τι ζητάω μητέρα; Έχω ταξιδέψει από την άλλη μεριά της γης περνώντας βουνά, λαγκάδια και ερήμους, ψάχνοντας να βρω τον γυάλινο λόφο με τα τρία λεμόνια. Ήρθα να δω, αν μπορείς εσύ και ο γιος σου να με βοηθήσετε να τον βρω.</p><p>- Εγώ δεν ξέρω τίποτα για αυτόν τον λόφο που μου λες, αλλά μείνε! Σαν έρθει ο γιος μου, θα σε συμβουλεύσει. Μόνο πήγαινε και κρύψου κάτω από το κρεββάτι, μέχρι να σε φωνάξω.</p><br><p>Τα βουνά αντιλάλησαν με το βρυχηθμό, το κάστρο σείστηκε συθέμελα και ο πρίγκιπας κατάλαβε πως ερχόταν ο γιος της Τζεζιμπάμπα: «Φο φο φο! Μυρίζω ανθρώπινη σάρκα, θα την κάνω μια χαψιά!» φώναξε ο κακάσχημος δράκος σαν έφτασε το κατώφλι και το κάστρο σείστηκε ξανά μόλις άφησε το ασημένιο του ρόπαλο να πέσει:</p><p>- Όχι κι έτσι γιέ μου, όχι κι έτσι! Έχει έρθει ένας όμορφος νέος με χαιρετισμούς από τον αδερφό σου, τον δράκο του μολυβένιου κάστρου.</p><p>- Άμα πήγε στον αδερφό μου κι αυτός τον άφησε ήσυχο και δεν τον έφαγε, τότε δεν έχει να φοβάται τίποτα κι από μένα, φέρ’ τον μπροστά μου.</p><br><p>Ο Πρίγκιπας ξεπήδησε από κάτω απ’ το κρεββάτι και πλησίασε τον δράκο και φαινόταν λες και στεκόταν δίπλα στο πιο ψηλό κυπαρίσσι:</p><p>- Λοιπόν μυρμηγκάκι, ήσουν στου αδερφού μου;</p><p>- Ναι, ήμουν. Και να, έχω ακόμη μαζί μου τα ψωμάκια που μου έδωσε για κολατσιό.</p><p>- Σε πιστεύω. Τώρα πες μου τι θες.</p><p>- Τι θέλω; Ήρθα να σε ρωτήσω για τον γυάλινο λόφο με τα τρία λεμόνια.</p><p>- Χμ, το έχω ξανακούσει αυτό το μέρος, αλλά πού είναι ακριβώς, δεν ξέρω να σου πω. Ξέρεις όμως; Είμαι σίγουρος ότι ο αδερφός μου στο χρυσό κάστρο θα ξέρει πού είναι και θα σου πει. Αλλά δεν μπορώ να σε αφήσω να ταξιδέψεις με άδειο στομάχι. Έλα, κάτσε να κολατσίσουμε μαζί. Μάνα, τα ψωμάκια μου!</p><br><p>Η Τζεζιμπάμπα έφερε στο τραπέζι ένα μεγάλο ασημένιο πιάτο γεμάτο αχνιστά ψωμάκια: «Φάε!» φώναξε ο δράκος. Ο πρίγκιπας, βλέποντας πως τα ψωμάκια ήταν από ατόφιο ασήμι, είπε πως δεν πεινούσε και πως θα του ήταν πολύ πιο χρήσιμα για κολατσιό στον δρόμο του: «Πάρε όσα θες και δώσε χαιρετίσματα στον αδερφό και τη θεία μου όταν φτάσεις», είπε ο δράκος στον πρίγκιπα. Εκείνος γέμισε τις τσέπες του, ευχαρίστησε τον δράκο και την Τζεζιμπάμπα για τη φιλοξενία και πήρε τον δρόμο για το χρυσό κάστρο.</p><br><p>Τρεις μέρες αφού άφησε πίσω του το ασημένιο κάστρο, περιπλανώμενος μέσα από βουνά και πυκνά δάση, ακόμη δεν είχε βρει τίποτα. Κουρασμένος και μπερδεμένος, έκανε να κάτσει να ξαποστάσει. Το ξίφος του χτύπησε σ’ έναν βράχο και ξάφνου ένα σμήνος από κοράκια σηκώθηκε τρομαγμένο από τον οξύ ήχο και άρχισε να πετάει μακριά: «Δόξα Σοι!», είπε ανακουφισμένος ο πρίγκιπας, «αυτό σημαίνει ότι το χρυσό κάστρο πρέπει να είναι εδώ κοντά» και με αυτό καβάλησε αμέσως το άλογό του και πήρε στο κατόπι το σμήνος που απομακρυνόταν. Βγαίνοντας από το δάσος, είδε μπροστά του ένα πανέμορφο, καταπράσινο λιβάδι και στη μέση του ένα μεγαλόπρεπο ολόχρυσο κάστρο, τόσο λαμπερό σαν τον ήλιο. Μπροστά στις πύλες του κάστρου στεκόταν μια καμπουριασμένη Τζεζιμπάμπα, στηριζόμενη στο ολόχρυσο ραβδί της:</p><p>- Α, γιόκα μου, τι γυρεύεις εσύ εδώ; Εδώ δεν υπάρχει ούτε πουλί ούτε σκαθάρι, πόσο μάλλον άνθρωποι. Φύγε αν αγαπάς τη ζωή σου, γιατί σαν έρθει ο γιός μου θα σε φάει.</p><p>- Καλή μητέρα, δεν θα με φάει ο γιός σου. Του φέρνω χαιρετίσματα από τον αδερφό του, που ζει στο ασημένιο κάστρο.</p><p>- Αν είναι έτσι, τότε πέρασε στη σάλα, να μου πεις τι ψάχνεις και έφτασες ως εδώ.</p><p>- Τί ψάχνω; Ταξιδεύω μερόνυχτα τώρα από την άλλη άκρη της γης διασχίζοντας βουνά, λαγκάδια και ερήμους. Ψάχνω να βρω τον γυάλινο λόφο με τα τρία λεμόνια. Μου είπαν, να έρθω εδώ να ρωτήσω αν εσύ ή ο γιος σου ξέρετε πού είναι.</p><p>- Πού είναι αυτός ο λόφος που μου λες δεν ξέρω, αλλά μείνε! Σαν έρθει ο γιος μου, θα σου πει πού είναι και τι πρέπει να κάνεις. Μόνο πήγαινε και κρύψου κάτω από το τραπέζι μέχρι να σε φωνάξω.</p><br><p>Ο βρυχηθμός του δράκου αντήχησε στα βουνά και το κάστρο σείστηκε. Σύντομα στο κατώφλι πρόβαλλε και ο γιος της Τζεζιμπάμπα: «Φο φο φο! Μυρίζω ανθρώπινη σάρκα, θα την κάνω μια χαψιά!» φώναξε ο δράκος και το κάστρο σείστηκε ξανά, μόλις άφησε το χρυσό του ρόπαλο να πέσει. Η Τζεζιμπάμπα του είπε με ήπια φωνή:</p><p>- Ήρεμα γιόκα μου, ήρεμα. Έχουμε για επισκέπτη έναν όμορφο νεαρό που σου φέρνει χαιρετίσματα από τον αδερφό σου στο ασημένιο κάστρο. Αν υποσχεθείς να μην τον πειράξεις, τότε θα του πω να εμφανιστεί μπροστά σου.</p><p>- Αν δεν τον έφαγε ο αδερφός μου, τότε ούτε εγώ θα τον πειράξω. </p><br><p>Ο πρίγκιπας τότε εμφανίστηκε μπροστά στον δράκο και είδε ότι ήταν λες και στεκόταν δίπλα σε πανύψηλο πύργο. Αμέσως έβγαλε από τις τσέπες του τα ασημένια ψωμάκια και ο τεράστιος δράκος του είπε:</p><p>- Για πες μου μυρμηγκάκι, τι θέλεις; Αν μπορώ να σε συμβουλέψω, θα το κάνω, μη φοβάσαι.</p><p>- Έχω γυρίσει γη και ουρανό να βρω τον γυάλινο λόφο με τα τρία λεμόνια. Σε ικετεύω, πες μου πώς μπορώ να φτάσω εκεί και πώς μπορώ να πάρω αυτά τα τρία λεμόνια!</p><p>- Βλέπεις αυτό εκεί το μαύρο βουναλάκι; Αυτός είναι ο γυάλινος λόφος. Στην κορυφή του βρίσκεται μια λεμονιά και η λεμονιά είναι φορτωμένη με τρία λεμόνια τόσο μοσχομυριστά που μπορείς να τα μυρίσεις από χιλιόμετρα μακριά. Θα ανέβεις τον λόφο, θα γονατίσεις μπροστά στο δέντρο και θα υψώσεις τα χέρια σου. Αν είναι της μοίρας σου να πάρεις τα λεμόνια, τότε θα πέσουν στα χέρια σου από μόνα τους. Αν όχι, τότε μην τολμήσεις να τα βγάλεις με τη βία. Σαν θα γυρίζεις πίσω, αν πεινάσεις ή διψάσεις, κόψε ένα λεμόνι στα δύο και θα φας και θα πιείς με την καρδιά σου. Στο καλό και σου εύχομαι καλή τύχη. Αλλά περίμενε! Μην&nbsp;φύγεις με άδεια χέρια! Μάνα, φέρε το φαΐ μου!</p><br><p>Και η Τζεζιμπάμπα έφερε στο τραπέζι έναν χρυσό δίσκο γεμάτο με χρυσά, αχνιστά ψωμάκια: «Φάε!», είπε ο δράκος, «αλλιώς πάρε μαζί σου για τον δρόμο». Ο πρίγκιπας και να ήθελε να φάει δεν μπορούσε, αλλά για να μην κακοκαρδίσει το δράκο γέμισε τις τσέπες του, ευχαρίστησε τον δράκο του χρυσού κάστρου και τη μάνα του και συνέχισε το ταξίδι του. </p><br><p>Βιάστηκε να φτάσει στον λόφο, πηδώντας από πεδιάδα σε βουναλάκι κι από λαγκάδι σε βράχο και δεν σταμάτησε, μέχρι που έφτασε στους πρόποδες του γυάλινου λόφου. Κι εκεί σταμάτησε απότομα, έμεινε στήλη άλατος. Ο λόφος ήταν απότομος και τελείως λείος, δεν υπήρχε ούτε πετραδάκι ούτε ρωγμή να πιαστεί από κάπου. Όντως στην κορυφή του είδε το πανέμορφο δέντρο και τα τρία λεμόνια να κρέμονται, με μια μυρωδιά τόσο γλυκιά, που παραλίγο να λιποθυμήσει: «Θεέ μου βάλε το χέρι σου, ό,τι είναι να γίνει ας γίνει! Μιας και τα κατάφερα ως εδώ, δεν&nbsp;θα ησυχάσω αν δεν φτάσω ως το τέλος». Και με αυτό, ξεκίνησε την ανάβαση στον λόφο. Μα δεν είχε ανέβει και πολύ, το πόδι του γλίστρησε και δεν ήξερε που βρισκόταν και που πατούσε, μέχρι που βρέθηκε πάλι στη βάση του λόφου με ένα παφ! Εκνευρισμένος, άρχισε να βγάζει από τις τσέπες του όλα τα ψωμάκια, μιας και ήταν σίγουρος ότι αυτά τον βάραιναν και δεν μπορούσε να ανέβει. Μα σαν πέταξε ένα, αυτό σφηνώθηκε στην πλαγιά. Με δυσπιστία πέταξε και δεύτερο και τρίτο ψωμάκι και προς ευχάριστη έκπληξη, το καθένα σφηνώθηκε στη γυάλινη πλευρά του λόφου, τόσο όσο να του δίνει ασφαλές πάτημα για να σκαρφαλώνει. Ενθουσιασμένος ο πρίγκιπας, σφήνωσε πρώτα τα μολυβένια, μετά τα ασημένια και τέλος τα χρυσά ψωμάκια στον λόφο. Έτσι, με αυτά τα σκαλάκια που κατάφερε να σχηματίσει, ανέβηκε σιγά σιγά στην κορυφή του γυάλινου λόφου, όπου και γονάτισε με τα χέρια υψωμένα προς τα λεμόνια. Και να! Τα τρία λεμόνια έπεσαν από μόνα τους&nbsp;και προσγειώθηκαν στα χέρια του μεμιάς. Το δέντρο τότε εξαφανίστηκε και ο λόφος χάθηκε κάτω από τα γόνατα του πρίγκηπα, αφήνοντάς τον να πέσει στο κενό. </p><br><p>Μόλις συνήλθε, ο πρίγκιπας είδε πως γύρω του δεν υπήρχε τίποτα άλλο, παρά μια αχανής πεδιάδα. Ξεκίνησε, όλος ενθουσιασμό, το ταξίδι του γυρισμού. Δεν πεινούσε ούτε διψούσε, δεν έβλεπε και ούτε άκουγε τίποτα άλλο, παρά μόνο τη χαρά που τον κυρίευε. Την τρίτη μέρα όμως άρχισε να αισθάνεται ένα κενό στο στομάχι του και ξαφνικά να νιώθει πολύ αδύναμος. Πεινούσε τόσο που με χαρά θα έτρωγε ένα από αυτά τα μολυβένια ψωμάκια, αν τα είχε ακόμη μαζί του. Αλλά οι τσέπες του ήταν τώρα άδειες και τριγύρω του δεν υπήρχε ούτε φύλλο μα ούτε ζωντανό πλάσμα. Τότε όμως θυμήθηκε τι του είχε πει ο χρυσός δράκος κι έβγαλε ένα λεμόνι, το έκοψε στη μέση. Τι έκπληξη όμως! Μπροστά στα μάτια του ξεπήδησε μέσα από το κομμένο λεμόνι μια πανέμορφη κοπέλα που μόλις εμφανίστηκε, υποκλίθηκε κι άρχισε να λέει γρήγορα: «Μου έχεις βάλει να φάω; Μου έχεις βάλει να πιώ; Μου έχεις βγάλει όμορφα φορέματα να βάλω;». Ο πρίγκιπας της είπε τότε θλιβερά: «Αλίμονο πανέμορφο μαγικό πλάσμα, δεν έχω για σένα ούτε τροφή, ούτε ποτό μα ούτε φορέματα». Και η καλλονή χειροκρότησε τρεις φορές, υποκλίθηκε κι εξαφανίστηκε.</p><br><p>«Α! Τώρα ξέρω τί κάνουν αυτά τα λεμόνια. Την επόμενη φορά δεν θα τα κόψω τόσο απερίσκεπτα», σκέφτηκε ο πρίγκιπας και ρούφηξε το λεμόνι, ώσπου να μην πεινάει και να διψάει πια και συνέχισε το ταξίδι του.</p><br><p>Μετά από τρεις μέρες ταξιδιού όμως, η πείνα και η δίψα του επανήλθαν και μάλιστα τρεις φορές πιο έντονα: «Ας με λυπηθεί ο Θεός! Έχω ακόμη τόσο δρόμο να κάνω! Δεν αντέχω, θα κόψω κι άλλο ένα λεμόνι», είπε και πήρε το δεύτερο λεμόνι και το έκοψε στη μέση. Τότε μπροστά του εμφανίστηκε μια κοπέλα ακόμη πιο όμορφη από την προηγούμενη: «Μου έχεις βάλει να φάω; Μου έχεις βάλει να πιώ; Μου έχεις βγάλει όμορφα φορέματα να βάλω;» του είπε και ο πρίγκιπας της απάντησε σκύβοντας το κεφάλι: «Δεν έχω κάνει τίποτα από αυτά κυρά μου, τίποτα...». Η κοπέλα τότε χειροκρότησε τρεις φορές, υποκλίθηκε κι εξαφανίστηκε.</p><br><p>Έμεινε ο πρίγκιπας με ένα τελευταίο λεμόνι και κοιτάζοντάς το είπε: «Εσένα ορκίζομαι ότι δεν θα σε κόψω, παρά μόνο όταν φτάσω στο παλάτι του πατέρα μου» και με νέο πείσμα συνέχισε. Με το πείσμα αυτό και την επιμονή του, ούτε που κατάλαβε για πότε έφτασε μπροστά στα τείχη της πόλης του. Σαν τον είδε ο πατέρας του, άρχισε να κλαίει από τη χαρά του: «Καλωσήρθες γιόκα μου! Καλωσήρθες, καλωσήρθες!» και συγκινημένος αγκάλιασε το γιό του με όλη του τη δύναμη. Ο πρίγκιπας διηγήθηκε στον πατέρα του τις περιπέτειές του και εκείνος με τη σειρά του είπε, πως όλοι στο παλάτι προσεύχονταν και τον περίμεναν κάθε μέρα να γυρίσει σώος.</p><br><p>Την επόμενη μέρα οργανώθηκε μια μεγάλη γιορτή όπου λόρδοι και δούκισσες κατέφτασαν από τις τέσσερις γωνιές του βασιλείου. Ράφτηκαν τα πιο ακριβά ρούχα, ετοιμάστηκαν τα πιο πλουσιοπάροχα φαγητά και όλοι οι καλεσμένοι κάθισαν στο τραπέζι και περίμεναν να δουν τι θα γίνει. Ο πρίγκιπας παρουσίασε τότε μπροστά τους το τελευταίο λεμόνι, το έκοψε και από μέσα του ξεπήδησε μια κοπέλα τόσο όμορφη, που όμοιά της δεν είχε ξαναδεί κανείς: «Μου έχεις βάλει να φάω; Μου έχεις βάλει να πιώ; Μου έχεις βγάλει όμορφα φορέματα να βάλω;» είπε ευθύς και αυτή τη φορά ο πρίγκιπας της απάντησε «Ναι κυρά μου, όλα είναι έτοιμα και σε περιμένουν» και της έδειξε το τραπέζι και τα όμορφα φορέματα που είχαν ραφτεί για εκείνη. Όλοι θαύμασαν την ομορφιά της, ακόμη περισσότερο σαν φόρεσε τις εξαίσιες φορεσιές, κάθισε δίπλα στον πρίγκιπα και ακολούθησε ο εορτασμός του γάμου τους.</p><br><p>Τώρα που η τελευταία επιθυμία του βασιλιά είχε πραγματοποιηθεί, εκείνος έδωσε την ευλογία του στον γιο του, του παρέδωσε τον θρόνο και πέθανε ευτυχισμένος μετά από λίγο καιρό.</p><br><p>Δυστυχώς η ηρεμία στο βασίλειο του καινούριου βασιλιά δεν κράτησε πολύ, ένα διπλανό βασίλειο του κήρυξε τον πόλεμο. Μιας και τώρα έπρεπε&nbsp;να αφήσει την αγαπημένη του βασίλισσα, ο βασιλιάς ήθελε να σιγουρευτεί πως τίποτα κακό δεν θα της συνέβαινε, όσο εκείνος θα έλειπε. Της έφτιαξε έναν απόρθητο πύργο στην όχθη μιας λίμνης, έναν πύργο που κανείς δεν θα μπορούσε να μπει παρά μόνο αν εκείνη πετούσε κάτω ένα μεταξωτό σκοινί και το τραβούσε πάνω. </p><br><p>Κοντά στο παλάτι ζούσε μια γριά γυναίκα, η ίδια γυναίκα που είχε συμβουλέψει τότε τον πρίγκιπα για το γυάλινο λόφο με τα τρία λεμόνια. Είχε για βοηθό μια τσιγγάνα την οποία και έστελνε συχνά-πυκνά στη λίμνη για νερό. Η γυναίκα είχε μάθει για τον γάμο του πρίγκιπα και είχε θυμώσει πολύ που ούτε την είχε καλέσει στο γάμο του, μα ούτε την είχε ευχαριστήσει για τις συμβουλές της. Μια μέρα λοιπόν έστειλε τη βοηθό της στη λίμνη για νερό. Εκείνη πήγε και αφού είχε γεμίσει τον κουβά και γύρισε να φύγει, είδε στην αντανάκλαση στο νερό μια κοπέλα απαράμιλλης ομορφιάς. Νομίζοντας πως ήταν η ίδια άφησε τον κουβά να της πέσει από τα χέρια κι αυτός έγινε χίλια κομμάτια: «Δεν αξίζει», σκέφτηκε «μια κοπέλα με τέτοια ομορφιά να κουβαλάει νερό για μια μπαμπόγρια σαν αυτή!», αλλά με το που ξεστόμισε αυτά τα λόγια και κοίταξε ψηλά, κατάλαβε ότι στο νερό δεν είχε δει τον εαυτό της, μα την πανώρια νεαρή βασίλισσα. Ντροπιασμένη, μάζεψε τα κομμάτια του κουβά και γύρισε πίσω στη μάγισσα. Εκείνη, που ήξερε πολύ καλά τι είχε συμβεί, τη συνάντησε στα μισά του δρόμου με ένα καινούριο κουβά και βλέποντας την ταραχή στο πρόσωπο της βοηθού της, τη ρώτησε τι είχε συμβεί. Εκείνη της είπε όλη την ιστορία και η γριά γυναίκα απάντησε: «Σιγά, και τι έγινε; Να σου πω όμως τι θα γίνει. Πήγαινε πάλι στη λίμνη και πες στη βασίλισσα να σου ρίξει το μεταξωτό σκοινί, να ανέβεις να τη χτενίσεις και να την πλύνεις. Αν σε τραβήξει πάνω, εσύ θα τη φροντίσεις και μόλις αποκοιμηθεί, βάλ’ της αυτήν την καρφίτσα στα μαλλιά. Φόρεσε τα ρούχα της και κάτσε εσύ στον θρόνο σα βασίλισσα».</p><br><p>Δεν ήθελε και πολλή πειθώ η βοηθός, μόλις άκουσε το σχέδιο. Πήρε την καρφίτσα και τον κουβά και ξανατράβηξε κατά τη λίμνη. Εκεί που γέμιζε πάλι με νερό, κοίταξε τη βασίλισσα και αναφώνησε: «Μα πόσο όμορφη είσαι, πόσο όμορφη!» και άρχισε να την κολακεύει με το βλέμμα της, «αλλά θα γίνεις εκατό φορές πιο όμορφη αν με αφήσεις να σου χτενίσω τα μαλλιά και να σε πλύνω. Ο βασιλιάς σου θα χαρεί πολύ σα σε δει, με&nbsp;περιποιημένες και χτενισμένες, τις χρυσές σου μπούκλες». Και συνέχισε να κανακεύει και να κολακεύει τη βασίλισσα, μέχρι που εκείνη πείστηκε και έριξε το μεταξωτό σκοινί στην τσιγγάνα.</p><br><p>Η κακιά κοπέλα χτένισε και έπλυνε τη βασίλισσα και όπως την είχε συμβουλέψει η μάγισσα, σαν εκείνη κοιμήθηκε, της έβαλε την καρφίτσα στα μαλλιά. Εκείνη τη στιγμή ένα λευκό περιστέρι πέταξε πάνω από τον χρυσό θρόνο και από τη βασίλισσα δεν είχε μείνει τίποτα, παρά τα ρούχα της σωριασμένα στο ανάκλιντρο. Η βοηθός της μάγισσας τα φόρεσε αμέσως και έκατσε στη θέση που μέχρι πριν από λίγο καθόταν η αληθινή βασίλισσα και κοίταξε το είδωλό της στη λίμνη. Όμως το πανώριο είδωλο είχε εξαφανιστεί μιας και , όσα υπέροχα φορέματα και να έβαζε, η τσιγγάνα παρέμενε τσιγγάνα.</p><br><p>Ο νεαρός βασιλιάς επέστρεψε νικητής από τους πολέμους και είχε κάνει πια ειρήνη με όλους του τους γείτονες. Φτάνοντας στο βασίλειό του, πήγε κατευθείαν στη λίμνη να βρει τη βασίλισσά του. Το πρόσωπό του παραμορφώθηκε από τον τρόμο, σαν αντίκρυσε αντί για την όμορφη νύφη του, μια θλιβερή τσιγγάνα: «Αγαπημένη μου, πώς άλλαξες έτσι όσο έλειπα!» της είπε. «Ναι ακριβέ μου, έχω αλλάξει. Η απουσία σου και η αγωνία μου για την τύχη σου με έκαναν να αλλάξω έτσι» και έτρεξε να τον αγκαλιάσει αλλά ο νεαρός βασιλιάς τη σταμάτησε πριν προλάβει και έφυγε οργισμένος. </p><br><p>Από εκείνη την ημέρα κι έπειτα δεν έβρισκε ηρεμία, δεν μπορούσε να κοιμηθεί, δεν μπορούσε να φάει, δεν ήξερε αν ήταν μέρα ή νύχτα και τίποτα δεν μπορούσε να τον κάνει καλά. Θρηνούσε το χαμό της βασίλισσάς του και δεν έβρισκε πουθενά παρηγοριά.</p><br><p>Μια από εκείνες τις μαύρες του μέρες, περπατούσε άσκοπα στον κήπο κι ένα λευκό περιστέρι πέταξε κι έκατσε πάνω στο χέρι του. Κοίταξε θλιμμένα τον νεαρό βασιλιά μέσα στα ήδη βαθουλωμένα του μάτια: «Περιστεράκι μου, εσύ γιατί είσαι θλιμμένο; Μήπως έχασες κι εσύ το ταίρι σου όπως έχασα κι εγώ τη βασίλισσά μου;» του είπε ο βασιλιάς χαϊδεύοντάς του απαλά το κεφαλάκι και το φτέρωμα. Μα, εκεί που το χάιδευε, ένιωσε σαν κάτι να εξείχε και, κάνοντας πέρα τα πολλά του φτερά, βρήκε στο περιστεράκι καρφωμένη μια καρφίτσα. Πιστεύοντας ότι το περιστέρι θα πονούσε, σκέφτηκε να το βοηθήσει και αφαίρεσε προσεκτικά την καρφίτσα. Το περιστέρι μεταμορφώθηκε αμέσως στη βασίλισσά του και διηγήθηκε στον βασιλιά τι της είχε συμβεί, πως η κοπέλα στον πύργο την είχε ξεγελάσει και πως αυτή της είχε βάλει την καρφίτσα στα μαλλιά. Αμέσως ο βασιλιάς διέταξε να συλληφθεί και η μάγισσα και η βοηθός της και να ριχτούν στην πυρά χωρίς καμία καθυστέρηση. </p><br><p>Από εκείνη τη μέρα κι έπειτα, τίποτα δεν στάθηκε εμπόδιο στην ευτυχία του ζευγαριού, ούτε η ζήλια, ούτε η κακία των εχθρών τους. Ζήσανε και οι δυο ευτυχισμένοι, βασίλευσαν δίκαια και είμαι σίγουρη πως αν ζουν ακόμη, έτσι θα βασιλεύουν και σήμερα.</p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></itunes:summary>
		</item>
		<item>
			<title>Ο Πρίγκιπας Απρόσμενος</title>
			<itunes:title>Ο Πρίγκιπας Απρόσμενος</itunes:title>
			<pubDate>Fri, 29 Jan 2021 11:28:19 GMT</pubDate>
			<itunes:duration>25:01</itunes:duration>
			<enclosure url="https://sphinx.acast.com/p/open/s/6013ebce985ab977d52addcc/e/6013ef5c36a6373093dbe7f6/media.mp3" length="23988627" type="audio/mpeg"/>
			<guid isPermaLink="false">6013ef5c36a6373093dbe7f6</guid>
			<itunes:explicit>false</itunes:explicit>
			<link>https://www.karakaxa.org/%CE%B5%CF%80%CE%B5%CE%B9%CF%83%CF%8C%CE%B4%CE%B9%CE%B1</link>
			<acast:episodeId>6013ef5c36a6373093dbe7f6</acast:episodeId>
			<acast:showId>6013ebce985ab977d52addcc</acast:showId>
			<acast:episodeUrl>mitos01</acast:episodeUrl>
			<acast:settings><![CDATA[FYjHyZbXWHZ7gmX8Pp1rmbKbhgrQiwYShz70Q9/ffXZMTtedvdcRQbP4eiLMjXzCKLPjEYLpGj+NMVKa+5C8pL4u/EOj1Vw4h5MMJYp0lCcFAe0fnxBJy/1ju4Qxy1fh8gO4DvlGA40yms2g0/hOkcrfHIopjTygHFqGwwOPKFIai4SuTvs86Lx3UYCyl6Zs+WO4fC9bB8/2bSJALEZpunHdJA38/ZCmkJMYOTmjFjopbqsr73+OUyoaWAwcsqXnWlN/32IFEVTUlMNvoGwgZ7CLz0K9HZZxW+l/nVxvuj47eLLHeKbQoUDFcKNPrq24]]></acast:settings>
			<itunes:subtitle>Μίτος</itunes:subtitle>
			<itunes:episodeType>full</itunes:episodeType>
			<itunes:episode>1</itunes:episode>
			<itunes:image href="https://assets.pippa.io/shows/6013ebce985ab977d52addcc/1611918527050-137cd9fba4044c39739436663390fc07.jpeg"/>
			<description><![CDATA[<p>Ο Πρίγκιπας Απρόσμενος είναι ένα λαϊκό παραμύθι από την Πολωνία, από τα μετα-Χριστιανικά χρόνια. Συναντάμε παραλλαγές του σε αρκετές γειτονικές περιοχές.</p><br><p>--------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Δεν περιέχει ευαίσθητο υλικό</p><br><p>--------------------</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>Ηχητικά εφέ: freesound.org</p><br><p>--------------------</p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ:</p><br><p>Ο Πρίγκιπας Απρόσμενος</p><br><p>Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας βασιλιάς και μια βασίλισσα που, αν και παντρεμένοι τρία χρόνια, δεν είχαν κάνει παιδιά, κάτι που τους στενοχωρούσε ιδιαίτερα. Μια μέρα ο βασιλιάς κλήθηκε να εποπτεύσει το βασίλειο και τους υπηκόους του. Θα άφηνε τη βασίλισσά του για οκτώ ολόκληρους μήνες.</p><br><p>Προς το τέλος του ένατου μήνα ο βασιλιάς επιτέλους θα επέστρεφε , έχοντας εκτελέσει επιμελώς το έργο του. Βρισκόταν πια έξω από τα περίχωρα της βασιλικής πρωτεύουσας, όταν συνάντησε μια ακατοίκητη κοιλάδα. Μες στην καρδιά του ζεστού καλοκαιριού δίψασε τόσο πολύ, που έστειλε τους υπηρέτες, να του φέρουν νερό να πιει. Οι υπηρέτες σκορπίστηκαν προς όλες τις κατευθύνσεις, αλλά δυο ώρες μετά, γύρισαν με άδεια χέρια, δεν είχαν καταφέρει να βρουν τίποτα.</p><br><p>Ο διψασμένος βασιλιάς αποφάσισε να ερευνήσει ο ίδιος την περιοχή , δεν μπορούσε να πιστέψει πως δεν υπήρχε ούτε ρυάκι, ούτε πηγή σε μια τόσο μεγάλη έκταση. Πήγαινε και πήγαινε ώσπου σε ένα πλάτωμα όπου πριν δεν υπήρχε νερό, του φάνηκε πως είδε ένα πηγάδι. Πλησιάζοντας παρατήρησε, το περιφραγμένο με ξύλο πηγάδι που φαινόταν καινούριο, γεμάτο με γάργαρο νερό&nbsp;και στο κέντρο ένα ασημένιο ποτηράκι να επιπλέει. Ο βασιλιάς ξεπέζεψε βιαστικά και όρμησε να πιάσει το ασημένιο ποτηράκι με το δεξί του χέρι. Μα το ποτηράκι σαν να ήταν ζωντανό και να τον είχε δει, κουνήθηκε από μόνο του προς την άλλη πλευρά του πηγαδιού και συνέχισε να επιπλέει. Ο βασιλιάς γονάτισε και ξαναπροσπάθησε να το πιάσει, αυτή τη φορά με τ’ αριστερό του χέρι, αλλά αυτό πάλι του ξέφυγε και πήγε από την άλλη, αναγκάζοντας τον βασιλιά να προσπαθήσει να το πιάσει και με τα δυο του&nbsp;χέρια. Κι εκεί που κόντευε να το στριμώξει, το ποτηράκι βούτηξε σαν ψάρι και ξαναβγήκε αλλού, πιο μακριά. «Να κρεμαστεί αμέσως!», σκέφτηκε ο βασιλιάς, «Αφού δεν μπορώ να πιω από το ποτήρι, θα τα καταφέρω χωρίς αυτό». Έσκυψε λοιπόν πάνω από το νερό που ήταν καθαρό σαν κρύσταλλο και κρύο σαν πάγος και άρχισε να πίνει με βουλιμία. Μέχρι κι η μακριά του γενειάδα βυθίστηκε στο νερό, έτσι όπως ήταν σκυμμένος. Όταν ξεδίψασε, ο βασιλιάς έκανε να σηκωθεί μα δεν μπορούσε, κάτι τον είχε πιάσει από τη γενειάδα του και δεν τον άφηνε. Τραβήχτηκε ξανά, χωρίς αποτέλεσμα. «Ποιος είναι εκεί; Άσε με σου λέω!»</p><br><p>Τότε ακούστηκε από το πηγάδι: «Εγώ είμαι ο Υπόγειος Βασιλιάς, ο Αθάνατος Μπόνι&nbsp;και δεν θα σε αφήσω, αν δεν μου τάξεις αυτό που εν αγνοία σου άφησες πίσω στο παλάτι και που δεν περιμένεις να βρεις σαν θα γυρίσεις».</p><br><p>Ο βασιλιάς κοίταξε στα βάθη του πηγαδιού και προς έκπληξή του είδε ένα κεφάλι, μεγάλο σαν βαρέλι με πράσινα μάτια και ένα στόμα από το ένα αυτί μέχρι τ’ άλλο. Του είχε πιάσει τη γενειάδα με χέρια σαν του κάβουρα και είχε ένα καταχθόνιο χαμόγελο στα χείλη. Ο βασιλιάς θεώρησε ότι αυτό που αγνοούσε ότι υπήρχε πριν φύγει και που δεν περίμενε να βρει όταν επέστρεφε, δεν θα μπορούσε να έχει μεγάλη αξία κι έτσι συμφώνησε: «Είναι δικό σου». Το πλάσμα έσκασε στα γέλια και εν ριπή οφθαλμού εξαφανίστηκε, μαζί με το πηγάδι, τον φράχτη και το ασημένιο ποτηράκι. Ο βασιλιάς, ελεύθερος πια, έμεινε κατάμονος πάνω σε έναν λοφίσκο χωρίς τίποτα τριγύρω του. Σηκώθηκε, έκανε τον σταυρό του και ξανανέβηκε στο άλογό του, κάλπασε μέχρι να βρει τους ακολούθους του και έβαλε μπρος για την πρωτεύουσα.</p><br><p>Σε μια-δυο εβδομάδες ο βασιλιάς έφτασε πια στην πόλη του. Ο κόσμος έβγαινε έξω να τον προϋπαντήσει και να τον συγχαρεί. Έφτασε στην είσοδο του παλατιού, πέρασε τη μεγάλη και βαριά πόρτα και άρχισε να περπατά στον διάδρομο που&nbsp;οδηγούσε στην αίθουσα του θρόνου. Εκεί, στο τέλος του διαδρόμου τον περίμενε η βασίλισσα. Κρατούσε κοντά στο στήθος της ένα μαξιλάρι και πάνω σ’ αυτό υπήρχε ένα μωρό. Το μωρό ήταν όμορφο σαν το φεγγάρι και κλοτσούσε χαριτωμένα τα υφάσματα που απαλά το τύλιγαν. Ο βασιλιάς έπειτα από τη λάμψη ευτυχίας που τον έλουσε, θυμήθηκε και με πόνο μονολόγησε: «Αυτό είναι που αγνοούσα ότι υπήρχε και που δεν περίμενα να βρω». Και άρχισε να κλαίει με δάκρυ πικρό. Η αυλή τον κοίταζε σαστισμένη αλλά κανείς δεν τόλμησε να ρωτήσει. Ο βασιλιάς πήρε τον γιο του στα χέρια του και χωρίς να πει κουβέντα, κοίταξε για αρκετή ώρα το αθώο του προσωπάκι. Ύστερα τον πήγε ο ίδιος στο παλάτι και τον έβαλε στην κούνια του. Από εκείνη τη μέρα, ο βασιλιάς αφοσιώθηκε στο λαό του και έχασε τη σπιρτάδα και την ευθυμία του, μιας και στο πίσω μέρος του μυαλού του υπήρχε&nbsp;πάντα η σκέψη, ότι μια μέρα θα ερχόταν ο Μπόνι να του πάρει το παιδί. Αυτό τον πονούσε βαθύτατα.</p><br><p>πέρασαν εβδομάδες, μήνες και χρόνια αλλά κανείς δεν ήρθε να του πάρει τον γιο. Ο πρίγκιπας, που τον ονόμασαν Απρόσμενο, μεγάλωσε και ωρίμασε, έγινε ένας σωστός νεαρός κύριος. Με το πέρασμα του χρόνου ηρέμησε κι ο βασιλιάς, ξαναβρήκε τον παλιό καλό εαυτό του&nbsp;και ξέχασε τα περασμένα γεγονότα, αλίμονο όμως, δεν ξεχνούν όλοι τόσο εύκολα.</p><br><p>Μια μέρα ο πρίγκιπας που είχε βγει για κυνήγι, ξεμάκρυνε από την παρέα του και κατέληξε μόνος σε μια άγρια ερημιά. Ξάφνου βρέθηκε μπροστά του ένας κακάσχημος γέρος με πράσινα μάτια και του είπε: «Πώς είστε πρίγκηπα Απρόσμενε; Σας περίμενα τόσον καιρό...». «Μα ποιος είσαι;» ρώτησε έκπληκτος ο πρίγκιπας. «Σύντομα θα&nbsp;μάθεις πολύ καλά, αλλά πριν, θέλω να πας στον πατέρα σου και να του δώσεις χαιρετίσματα από εμένα και να του πεις ότι θα χαρώ ιδιαιτέρως να τακτοποιήσουμε τους λογαριασμούς μας. Γιατί αν δεν ξεπληρώσει το χρέος του σ’ εμένα, θα το μετανιώσει πικρά!» Και με αυτά τα λόγια ο αποκρουστικός γέρος εξαφανίστηκε. Κατάπληκτος κι απορημένος ο πρίγκιπας γύρισε στο παλάτι και είπε στον πατέρα του τι είχε συμβεί. Ο βασιλιάς έγινε κάτασπρος σαν το πανί και αποκάλυψε το μυστικό του στον γιο του. «Μην κλαις πατέρα!» απάντησε ο πρίγκιπας, «δεν είναι δα και τόσο μεγάλη συμφορά. Είμαι σίγουρος πως θα καταφέρω τον Μπόνι να σπάσει τη συμφωνία σας, αυτή που με τέτοιο δόλο σε ανάγκασε να κάνεις. Αν σε ένα χρόνο δεν έχω επιστρέψει, αυτό θα σημαίνει ότι μάλλον δεν θα ξαναϊδωθούμε ποτέ».</p><br><p>Έτσι ο πρίγκιπας ετοιμάστηκε για το ταξίδι του, ο βασιλιάς του έδωσε μια ατσάλινη πανοπλία, ένα ξίφος και το καλύτερό του άλογο, ενώ η βασίλισσα του κρέμασε γύρω από τον λαιμό ένα σταυρό από καθαρό χρυσάφι. Αγκαλιάστηκαν, έκλαψαν κι ο πρίγκιπας αναχώρησε.</p><br><p>Ταξίδεψε μία μέρα, δύο μέρες, τρεις μέρες και στο τέλος της τέταρτης μέρας, όταν πια ο ήλιος έδυε, ο πρίγκιπας έφτασε στις ακτές μιας θάλασσας, σε ένα μικρό κολπίσκο. Κοίταξε γύρω του και είδε πάνω στην άμμο δώδεκα ολόλευκα φορέματα, αλλά κανένα σημείο ζωής, παρά μόνο δώδεκα χήνες που κολυμπούσαν στη θάλασσα. Περίεργος να μάθει τίνος ήταν τα ρούχα, ξεπέζεψε, άφησε τ’ άλογό του να βοσκήσει λίγο παραπέρα, πήρε ένα φόρεμα και&nbsp;κρύφτηκε πίσω από ένα θάμνο, περιμένοντας να δει τι θα γίνει. Δεν πέρασε πολλή ώρα και οι χήνες βγήκαν στην ακτή, οι έντεκα πλησίασαν τα ρούχα, έπεσαν επάνω τους κι αμέσως μεταμορφώθηκαν σε έντεκα πανέμορφες κοπέλες. Ντύθηκαν γρήγορα κι έτρεξαν προς τη στεριά. Η δωδέκατη χήνα, η τελευταία και η ομορφότερη απ’ όλες έμεινε πίσω και δεν βγήκε από το νερό, μόνο τέντωσε τον λαιμό της με λαχτάρα κοιτάζοντας δεξιά κι αριστερά. Βλέποντας τον πρίγκηπα που κρυβόταν είπε με ανθρώπινη φωνή: «Πρίγκηπα Απρόσμενε, δώσε μου το φόρεμά μου και θα σου είμαι ευγνώμων». Ο πρίγκιπας την σεβάστηκε, επέστρεψε το φόρεμα εκεί που το είχε βρει και ταπεινά γύρισε το βλέμμα του από την άλλη. Η χήνα βγήκε από το νερό, μεταμορφώθηκε σε κοπέλα και ντύθηκε στα γρήγορα. Στάθηκε μπροστά στον πρίγκηπα και κοκκινίζοντας, του έδωσε το χέρι της και του είπε με ευχάριστη φωνή: «Σε ευχαριστώ ευγενικέ πρίγκηπα που με άκουσες. Είμαι η μικρότερη από τις δώδεκα κόρες του Αθάνατου Μπόνι, του κυρίαρχου του κάτω βασιλείου. Ο πατέρας μου, πρίγκηπα, σε περιμένει εδώ και καιρό και είναι πολύ θυμωμένος. Αλλά μη φοβάσαι, μόνο άκου τι θα σου πω. Μόλις δεις τον Μπόνι πέσε στα γόνατα και, όσο κι αν φωνάξει και διαμαρτυρηθεί και απειλήσει, εσύ μην πτοηθείς και πλησίασέ τον με σθένος και σιγουριά. Τι θα συμβεί στη συνέχεια, θα πρέπει να το δεις μόνος σου, τώρα πρέπει να χωρίσουμε». Και η πριγκίπισσα χτύπησε το τακουνάκι της στο έδαφος, το έδαφος ευθύς χάθηκε κάτω από τα πόδια τους και κατέβηκαν και οι δυο προς το λαμπρό παλάτι του Υπόγειου Βασιλιά.</p><br><p>Ο πρίγκιπας γεμάτος&nbsp;αυτοπεποίθηση, μπήκε στην αίθουσα του θρόνου όπου καθόταν ο Μπόνι με ένα λαμπερό στέμμα στο κεφάλι. Τα μάτια του έλαμπαν σαν πράσινο γυαλί και τα χέρια του ήταν σαν τις δαγκάνες του κάβουρα. Με το που τον είδε ο πρίγκιπας έπεσε στα γόνατα και ο Μπόνι έβγαλε μια τόσο δυνατή κραυγή που σείστηκε όλο το υπόγειο βασίλειο. Αλλά ο πρίγκιπας αποφασισμένος, πλησίασε τον θρόνο μπουσουλώντας και όταν πια έφτασε πολύ κοντά, ο Μπόνι του είπε: «Είσαι πολύ τυχερός πρίγκηπα που κατάφερες να με κάνεις να χαμογελάσω. Είσαι ευπρόσδεκτος να παραμείνεις στο βασίλειο, μα για να γίνεις κανονικός πολίτης θα πρέπει να εκτελέσεις τρεις προσταγές μου. Είναι αργά όμως, ας ξεκινήσουμε αύριο. Το δωμάτιό σου είναι έτοιμο και σε περιμένει».</p><br><p>Ο πρίγκιπας κοιμήθηκε ανενόχλητος όλο το βράδυ και νωρίς το επόμενο πρωί, ο Μπόνι τον κάλεσε και του είπε: «Ας δούμε τώρα πρίγκηπα τι μπορείς να κάνεις. Μέχρι το επόμενο πρωί πρέπει να έχεις χτίσει ένα παλάτι από μάρμαρο. Τα παράθυρά του να είναι από κρύσταλλο, η οροφή από χρυσάφι και γύρω να έχει έναν πανέμορφο κήπο με παγκάκια και σιντριβάνια. Αν τα καταφέρεις, θα κερδίσεις την αγάπη μου. Αν όμως αποτύχεις, θα διατάξω να αποκεφαλιστείς». Ο πρίγκιπας άκουσε τις προσταγές υπομονετικά, υποκλίθηκε και επέστρεψε στο δωμάτιό του. Έκατσε στην άκρη του κρεβατιού γεμάτος απόγνωση, σκεπτόμενος πως πολύ σύντομα θα πέθαινε, αλλά ξάφνου έξω από το παράθυρο ακούστηκε το επίμονο βουητό μιας μέλισσας: «Άνοιξέ μου!» είπε, και ο πρίγκιπας άνοιξε το παράθυρο. Η μέλισσα πέταξε μέσα στο δωμάτιο και πριν καταλάβει καλά καλά ο πρίγκιπας τι είχε συμβεί, μπροστά του στεκόταν η νεότερη κόρη του βασιλιά Μπόνι. «Τι σε απασχολεί πρίγκηπα Απρόσμενε;» τον ρώτησε. «Αλίμονο! Σκέφτομαι πως ο πατέρας σου θέλει να μου πάρει τη ζωή», απάντησε ο νεαρός με πόνο στη φωνή του. «Μη φοβάσαι, ξάπλωσε και κοιμήσου ήσυχα κι αύριο το πρωί το παλάτι σου θα είναι έτοιμο».</p><br><p>Έτσι κι έγινε. Την αυγή ο πρίγκιπας βγήκε από το δωμάτιό του και μπροστά του βρισκόταν το πιο όμορφο παλάτι που είχε δει ποτέ του, μέχρι και ο βασιλιάς Μπόνι δεν πίστευε τα μάτια του, όταν το είδε! «Μάλιστα, τα κατάφερες αυτή τη φορά, αλλά άκου τώρα τη δεύτερη προσταγή μου: Αύριο το πρωί θα σου παρουσιάσω τις δώδεκα κόρες μου. Αν δεν καταφέρεις να μαντέψεις ποια είναι η μικρότερη, τότε θα σου πάρω το κεφάλι». Ο πρίγκιπας επέστρεψε στο δωμάτιό του και μονολόγησε: «Εγώ, να μην μπορώ να ξεχωρίσω τη μικρότερη κόρη του Μπόνι! Σιγά το δύσκολο» Και πετώντας στο δωμάτιο πάλι σαν μέλισσα, η μικρότερη πριγκίπισσα είπε «Εδώ είναι η δυσκολία. Μοιάζουμε όλες τόσο πολύ, που κι ο ίδιος μας ο πατέρας, μας ξεχωρίζει από τις φορεσιές μας».</p><br><p>«Και τι θα κάνω τώρα;» ρώτησε με αγωνία ο πρίγκιπας.</p><br><p>«Θα σου πω. Πάνω από το αριστερό μάτι της μικρής κόρης, θα δεις μια αγελάδα. Μόνο κοίτα καλά. Αντίο», είπε η πριγκίπισσα και έφυγε, όπως ήρθε.</p><br><p>Την επόμενη αυγή ο βασιλιάς Μπόνι έστειλε να του φέρουν τον πρίγκιπα Απρόσμενο. Οι δώδεκα πριγκίπισσες στέκονταν η μια δίπλα στην άλλη, ντυμένες ολόιδια, με το βλέμμα&nbsp;χαμηλωμένο. Ο πρίγκιπας εντυπωσιάστηκε με την ομοιότητά&nbsp;τους. Τις κοίταξε όλες, μια, δυο κι όμως δεν μπορούσε να εντοπίσει το σημάδι που έψαχνε. Την τρίτη όμως φορά που τις εξέτασε, παρατήρησε ότι μια κόρη είχε πάνω από το αριστερό της φρύδι ένα σημάδι που έμοιαζε με αγελάδα και τότε ενθουσιασμένος φώναξε: «Αυτή είναι η μικρότερη!»</p><br><p>«Μας πως στα κομμάτια το μάντεψες;», είπε ενοχλημένος ο Μπόνι. «Κάτι δεν μου αρέσει καθόλου, μάλλον κλέβεις. Πολύ καλά λοιπόν, θα σε αντιμετωπίσω αλλιώς πρίγκηπα. Θα παρουσιαστείς μπροστά μου σε τρεις ώρες, για να δούμε τις ικανότητές σου με εμένα παρών: Θα ανάψω ένα άχυρο και πριν αυτό σβήσει, εσύ θα πρέπει να φτιάξεις ένα ζευγάρι μπότες. Αν δεν τα καταφέρεις, θα πεθάνεις».</p><br><p>Αυτή τη φορά ο πρίγκπας βρισκόταν σε απόγνωση πριν καν μπει στο δωμάτιό του. Η μέλισσα ήταν ήδη εκεί και τον ρώτησε: «Γιατί τόσο σκεπτικός πρίγκιπά μου;»</p><br><p>«Πώς να μην είμαι σκεπτικός, όταν ο πατέρας σου θέλει να του φτιάξω ένα ζευγάρι μπότες; Δεν είμαι τσαγκάρης».</p><br><p>«Πώς να κάνεις αλλιώς;»</p><br><p>«Δεν θα καταφέρω να φτιάξω τις μπότες, αλλά δεν φοβάμαι τον θάνατο, ας γίνει ότι είναι να γίνει».</p><br><p>«Όχι πρίγκιπά μου, δεν θα πεθάνεις. Θα προσπαθήσω άλλη μια φορά να σε σώσω και είτε θα φύγουμε μαζί από εδώ, είτε θα πεθάνουμε κι οι δυό. Πρέπει να αποδράσουμε, δεν μας μένει άλλη λύση».</p><br><p>Τότε η πριγκίπισσα γυρνώντας προς το παράθυρο, το έφτυσε και το σάλιο της έγινε αμέσως πάγος. Τότε πήρε το χέρι του πρίγκιπα και τον οδήγησε έξω από το δωμάτιο, κλείδωσε την πόρτα πίσω τους και πέταξε το κλειδί όσο πιο μακριά μπορούσε. Με βήμα γοργό και πάντα χέρι-χέρι, ξεκίνησαν την ανάβασή τους προς τον πάνω κόσμο, ώσπου έφτασαν στην είσοδο από την οποία είχε κατέβει ο πρίγκιπας στο Υπόγειο Βασίλειο του Μπόνι. Εκεί είδαν την ίδια θάλασσα, την ίδια ακτή, τους ίδιους θάμνους και τα ίδια λιβάδια, μάλιστα σε αυτά τα λιβάδια έβοσκε και το άλογο του πρίγκιπα, το οποίο μόλις είδε τον αφέντη του, κάλπασε προς το μέρος του. Χωρίς δεύτερη σκέψη, ο πρίγκιπας ανέβασε την κόρη στο άλογο, κατόπιν ανέβηκε κι αυτός και κατευθύνθηκαν προς τον τόπο του πρίγκιπα, όσο πιο γρήγορα μπορούσαν.</p><br><p>Όταν ο πρίγκιπας δεν εμφανίστηκε μπροστά στον βασιλιά Μπόνι&nbsp;τη συμφωνημένη ώρα, εκείνος έστειλε τους αυλικούς του να τον φέρουν. Βρήκαν την πόρτα κλειδωμένη κι άρχισαν να χτυπούν δυνατά. Ο πάγος στο τζάμι τότε, με τη φωνή του πρίγκιπα είπε: «Εντός ολίγου!» Οι αυλικοί επέστρεψαν και είπαν στον βασιλιά τι είχε συμβεί. Περίμεναν και περίμεναν μα ο πρίγκιπας ήταν άφαντος. Ο Μπόνι τότε ξαναέστειλε τους αυλικούς να φέρουν τον πρίγκιπα, εκείνοι ξαναχτύπησαν την πόρτα και για άλλη μια φορά ακούστηκε μέσα από το δωμάτιο η φωνή του πρίγκιπα: «Εντός ολίγου!». Μεταφέροντας τα γεγονότα στον βασιλιά, εκείνος φώναξε θυμωμένος: «Μα τι σημαίνουν όλα αυτά, με κοροϊδεύει;»&nbsp;«Να πάτε αμέσως, να σπάσετε την πόρτα και να τον φέρετε μπροστά μου!». Οι αυλικοί βιάστηκαν και μετά από προσπάθεια έσπασαν την πόρτα και μπήκαν στο δωμάτιο. Όμως εκεί δεν βρήκαν κανέναν, αλλά το μόνο που άκουσαν ήταν ένα γέλιο που ερχόταν από τον πάγο στο τζάμι καθώς έλιωνε. Ο Μπόνι έβραζε τώρα από θυμό και διέταξε όλους τους πολεμιστές του, να τρέξουν στο κατόπι του πρίγκιπα και της πριγκίπισσας και να μη γυρίσουν με άδεια χέρια αλλιώς θα θανατώνονταν.</p><br><p>Στο μεταξύ ο πρίγκιπας Απρόσμενος και η πριγκίπισσα, απομακρύνονταν&nbsp;γρήγορα, όταν ξοπίσω τους άκουσαν έναν μακρινό ήχο. Ο πρίγκιπας σταμάτησε το άλογό του, ξεπέζεψε και έβαλε το αυτί του στο έδαφος: «Μας ακολουθούν» είπε ανήσυχα. «Τότε δεν πρέπει να χάνουμε καιρό» είπε η πριγκίπισσα και αμέσως&nbsp;μεταμορφώθηκε σε ποταμό και ο πρίγκιπας σε γέφυρα, το άλογο σε κοράκι και ο δρόμος που ακολουθούσαν, απέκτησε τρία παρακλάδια. Φτάνοντας στο σημείο οι διώκτες,&nbsp;έμειναν με το στόμα ανοικτό. Τα ίχνη που ακολουθούσαν,&nbsp;έφταναν ως τη γέφυρα και ξαφνικά χάνονταν, ενώ μπροστά τους είχαν να διαλέξουν ανάμεσα σε τρεις δρόμους. Έχοντας έρθει χωρίς προμήθειες, αποφάσισαν ότι δεν είχαν άλλη επιλογή από το να γυρίσουν πίσω: «Μια γέφυρα κι ένα ποτάμι! Μα δεν καταλάβατε ότι αυτοί τα έβαλαν εκεί; Πηγαίνετε γρήγορα και&nbsp;μη γυρίσετε αν δεν τους βρείτε!» βρυχήθηκε ο Μπόνι, μόλις του είπαν οι πολεμιστές τι είχε συμβεί. Έτσι, έκαναν μεταβολή και συνέχισαν την καταδίωξή τους.</p><br><p>«Πάλι τους ακούω να πλησιάζουν!» ψιθύρισε τρομαγμένα η πριγκίπισσα στον πρίγκηπα Απρόσμενο, ο οποίος για άλλη μια φορά κόλλησε το αυτί του στη γη και είπε: «Αυτήν τη φορά έρχονται γρήγορα, πρέπει να είναι κοντά». Μεμιάς ο πρίγκιπας, η πριγκίπισσα και το άλογο μεταμορφώθηκαν σε πυκνό δάσος με αμέτρητα μονοπάτια και δρόμους, με έναν από αυτούς να έχει ίχνη αλόγου. Φτάνοντας οι πολεμιστές, παρατήρησαν τα χνάρια και τα ακολούθησαν,&nbsp;μπαίνοντας όλο και πιο βαθιά στο πυκνό δάσος. Κάποια στιγμή είδαν μπροστά τους τους φυγάδες και επιτάχυναν το κυνηγητό τους, αλλά ξάφνου το δάσος εξαφανίστηκε και βρέθηκαν εκεί όπου είχαν ξεκινήσει. Επέστρεψαν για άλλη μια φορά στον βασιλιά με άδεια χέρια: «Φέρτε μου αμέσως το καλύτερό μου άλογο!» τσίριξε ο Μπόνι με μανία, «θα πάω να τους φέρω πίσω ο ίδιος, δεν θα μου ξεφύγουν!» και με αυτά ξεκίνησε να τους πιάσει.</p><br><p>Η πριγκίπισσα είπε πάλι στον πρίγκηπα Απρόσμενο: «Μας κυνηγούν πάλι και αυτή τη φορά είναι ο ίδιος ο βασιλιάς. Δώσε μου τον χρυσό σταυρό σου και είμαι σίγουρη πως στην πρώτη εκκλησία που θα συναντήσουμε θα σταματήσει και το ταξίδι του πατέρα μου». Ο πρίγκιπας έβγαλε το δώρο της μητέρας του και το έδωσε στην πριγκίπισσα. Εκείνη αμέσως μεταμορφώθηκε σε εκκλησία, ο ίδιος&nbsp;μεταμορφώθηκε σε ιερέα και το άλογο σε καμπαναριό. Δευτερόλεπτα μετά έφτασε ο Μπόνι στο σημείο: «Μοναχέ!» ο Μπόνι απευθύνθηκε στον ιερέα, «μήπως πέρασαν από εδώ δύο ταξιδιώτες πάνω σε άλογο;»</p><br><p>«Τώρα μόλις έφυγαν ο πρίγκιπας Απρόσμενος και η πριγκίπισσά του. Μπήκαν στην εκκλησία μου, έδωσαν τους όρκους τους, άναψαν ένα κερί για εσένα βασιλιά μου και μου μήνυσαν να σου δώσω την ευχή τους αν σε δω». Απογοητευμένος, ο Μπόνι επέστρεψε στο παλάτι του. Έτσι ο πρίγκιπας και η πριγκίπισσα πάνω στο άλογο, συνέχισαν το ταξίδι της επιστροφής στο βασίλειο του πρίγκιπα.</p><br><p>Στον δρόμο τους βρέθηκε μια μικρή, πανέμορφη πόλη και ο πρίγκιπας δεν μπορούσε να αντισταθεί στην επιθυμία του να τη διασχίσει: «Πρίγκιπά μου, μην περάσεις από αυτήν την πόλη, έχω ένα πολύ κακό προαίσθημα».</p><br><p>«Μα θα ρίξουμε μόνο μια γρήγορη ματιά, και μετά θα συνεχίσουμε το ταξίδι μας», απάντησε με ανυπομονησία ο πρίγκιπας.</p><br><p>«Δεν ανησυχώ τόσο για την είσοδό μας στην πόλη αυτή, όσο για το αν θα βγούμε ποτέ. Αλλά αφού θέλεις τόσο πολύ να τη δεις, πήγαινε κι εγώ θα μείνω εδώ μεταμορφωμένη σε λευκή πέτρα μέχρι να γυρίσεις. Πρόσεχε όμως αγαπημένε μου, ο βασιλιάς, η βασίλισσα και η κόρη τους&nbsp;θα βγουν να σε προϋπαντήσουν. Μαζί τους θα είναι και ένα γλυκό μικρό αγόρι. Μην το φιλήσεις, γιατί ευθύς αμέσως θα με ξεχάσεις. Κι εγώ δεν θα ξαναδώ τούτον τον κόσμο, θα πεθάνω από απόγνωση. Θα σε περιμένω εδώ, και αν σε τρεις μέρες δεν έχεις γυρίσει, θυμήσου πως θα χαθώ εξαιτίας σου».</p><br><p>Ο πρίγκιπας την καθησύχασε και μπήκε με το άλογό του στην πόλη, η κόρη του Μπόνι μεταμορφώθηκε σε πέτρα και περίμενε υπομονετικά στην άκρη του δρόμου.</p><br><p>Πέρασε η πρώτη μέρα, πέρασε η δεύτερη και όταν πέρασε κι η τρίτη μέρα ήταν ξεκάθαρο πια, πως ο πρίγκιπας δεν είχε δώσει σημασία στα λόγια της πριγκίπισσας. Κακόμοιρη πριγκίπισσα, είχε γίνει όπως είχε προφητέψει: ο βασιλιάς, η βασίλισσα και η κόρη τους, είχαν βγει να υποδεχθούν τον πρίγκιπα Απρόσμενος και είχαν μαζί τους κι ένα αγοράκι με την πιο γλυκιά και παιχνιδιάρικη φωνή, τα πιο χρυσά σγουρά μαλλάκια και μάτια λαμπερά σαν άστρα. Το αγοράκι έτρεξε κατευθείαν στην αγκαλιά του πρίγκιπα, κι αυτός σαγηνευμένος από την ομορφιά του, ξέχασε τα πάντα και το φίλησε γλυκά. Εκείνη τη στιγμή η μνήμη του σκοτείνιασε και ξέχασε ολότελα την κόρη του βασιλιά Μπόνι.</p><br><p>Περιμένοντας η πριγκίπισσα μεταμορφωμένη σε λευκή πέτρα μια μέρα, δυο μέρες, τρεις μέρες χωρίς να φανεί ο πρίγκιπάς της, μεταμορφώθηκε αυτή τη φορά σε άνθος καλαμποκιού που φύτρωσε ανάμεσα στα στάχυα, στο πλάι του δρόμου: «Εδώ θα μείνω, μέχρι να έρθει κάποιος, είτε να με κόψει είτε να με ποδοπατήσει», είπε η πριγκίπισσα με παράπονο, καθώς δροσερά δάκρυα έτρεχαν από τα γαλάζια της πέταλα. Σύντομα, ένας γέρος περιπατητής που περνούσε από εκεί, είδε το άνθος και, έκθαμβος από την ομορφιά του, το ξερίζωσε προσεκτικά, το πήρε μαζί του και το φύτεψε ευλαβικά σε μια γλάστρα. Και ω! τι θαύμα! Από τη μέρα που έφερε το λουλούδι στο σπίτι του, η καθημερινότητα του γέρου γέμισε με μαγεία. Δεν προλάβαινε να σηκωθεί το πρωί από τον ύπνο του και έβρισκε το σπιτικό του πεντακάθαρο, ούτε ίχνος σκόνης δεν υπήρχε πουθενά. Όταν γύριζε το απόγευμα, το γεύμα του τον περίμενε πάντα στρωμένο στο τραπέζι, το μόνο που είχε να κάνει ήταν να κάτσει και να φάει όσο τραβούσε η όρεξή του. Ο γέρος προσπαθούσε ξανά και ξανά να καταλάβει τι συνέβαινε και μη μπορώντας να βρει εξήγηση άρχισε να φοβάται. Έτσι, πήγε να βρει τη μάγισσα του χωριού: «Θα σου πω εγώ τι να κάνεις», του είπε η γριά μάγισσα, «να σηκωθείς το πρωί πριν να βγει ο ήλιος, πριν να κακαρίσουν τα πρώτα κοκόρια και κοίτα προσεχτικά για οποιαδήποτε κίνηση. Ό,τι δεις να κινείται έστω και λίγο, σκέπασέ το με μια πετσέτα. Το τι θα γίνει μετά, αυτό θα το δεις μόνο εσύ».</p><br><p>Ο γέρος δεν μπόρεσε να κοιμηθεί όλο το βράδυ από την αγωνία. Μόλις όμως ο ήλιος ίσα που άρχισε να φωτίζει το σπίτι, είδε με τα ίδια του τα μάτια το λουλούδι,&nbsp;να βγαίνει μόνο του από τη γλάστρα και να κινείται στο δωμάτιο. Ταυτόχρονα, όλα άρχισαν να τακτοποιούνται, η σκόνη έβγαινε έξω από μόνη της, η φωτιά θέριεψε&nbsp;στη σόμπα. Προσεκτικά, ο γέρος πήδηξε από το κρεβάτι του και γρήγορα σκέπασε&nbsp;με την πετσέτα το λουλούδι. Και να! Το λουλούδι άλλαξε κι έγινε μια πανέμορφη κοπέλα, η κόρη του βασιλιά Μπόνι: «Τι έκανες;» άρχισε να κλαίει η πριγκίπισσα, «γιατί με ξαναζωντάνεψες; Ο μονάκριβός μου, ο πρίγκιπας Απρόσμενος με λησμόνησε και δεν έχω πια λόγο να ζω».</p><br><p>«Ο αγαπημένος σου πριγκίπισσα, σκοπεύει να παντρευτεί σήμερα. Το γλέντι είναι έτοιμο και οι πρώτοι καλεσμένοι θα έχουν ήδη αρχίσει να καταφτάνουν».</p><br><p>Η πριγκίπισσα έκλαψε για κάμποσο με λυγμούς, μα σαν στέρεψε από δάκρυα, έριξε πάνω της κάτι μάλλινα κουρέλια και ντυμένη σαν χωριατοπούλα κατευθύνθηκε αποφασιστικά προς την πόλη. Στο πίσω μέρος του παλατιού, βρήκε την πόρτα της βασιλικής κουζίνας ανοικτή και βλέποντας τον αρχιμάγειρα, τον πλησίασε και του είπε: «Καλέ μου κύριε, κάντε μου μια χάρη, αφήστε με να ετοιμάσω εγώ τη γαμήλια τούρτα για τον πρίγκιπα Απρόσμενο». Απασχολημένος και αφηρημένος, ο αρχιμάγειρας ήταν έτοιμος να την διώξει με τις κλωτσιές από την κουζίνα του, μέχρι που γύρισε και κοίταξε την κοπέλα που μόλις του είχε μιλήσει: «Ω, ομορφότερη των ομορφότερων, κάνε ότι επιθυμείς κι εγώ ο ίδιος θα παραδώσω το γαμήλιο γλυκό στον πρίγκιπα!» της είπε με ευγένεια και γλύκα. Η τούρτα ετοιμάστηκε εγκαίρως και όλοι οι καλεσμένοι ήδη κάθονταν στις θέσεις τους. Ο αρχιμάγειρας έφερε την τεράστια τούρτα στο τραπέζι πάνω σε μια ασημένια πιατέλα. Πηγαίνοντας να κόψει το πρώτο κομμάτι ο πρίγκιπας, κάτι θαυμάσιο συνέβη: Μέσα από την τούρτα ξεπήδησαν δύο περιστέρια, ένα γκρίζο κι ένα λευκό. Το γκρίζο περιστέρι άρχισε να περπατάει γύρω γύρω στο τραπέζι και το λευκό να τον ακολουθεί, κελαηδώντας:</p><p>«Μείνε, μείνε περιστέρι</p><p>Θυμήσου το αληθινό σου ταίρι</p><p>Τον αγαπημένο μου ζητώ να φτάσω</p><p>Τον πρίγκιπα Απρόσμενο να πιάσω</p><p>Που πρόδωσε την κόρη του Μπόνι μέρα μεσημέρι»</p><br><p>Και τότε ο πρίγκιπας τα θυμήθηκε μεμιάς όλα, η θολή του μνήμη επανήλθε και πηδώντας στο τραπέζι, έτρεξε για την πόρτα, εκεί που τον περίμενε η πριγκίπισσά του, η κόρη του Μπόνι και τον πήρε απ’ το χέρι. Μαζί κατέβηκαν ως την έξοδο του παλατιού όπου και τους περίμενε ένα έτοιμο σελωμένο άλογο.</p><br><p>Χωρίς καθυστέρηση, ο πρίγκιπας Απρόσμενος και η πριγκίπισσα καβάλησαν το άλογο και χωρίς κανένα άλλο εμπόδιο έφτασαν επιτέλους στο βασίλειο του πρίγκιπα. Ο βασιλιάς και η βασίλισσα τους υποδέχτηκαν θερμά, και σύντομα οργάνωσαν τον πιο χαρμόσυνο και πλουσιοπάροχο γάμο στα χρονικά του βασιλείου.</p><br><p>-----------------------</p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></description>
			<itunes:summary><![CDATA[<p>Ο Πρίγκιπας Απρόσμενος είναι ένα λαϊκό παραμύθι από την Πολωνία, από τα μετα-Χριστιανικά χρόνια. Συναντάμε παραλλαγές του σε αρκετές γειτονικές περιοχές.</p><br><p>--------------------</p><br><p>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Δεν περιέχει ευαίσθητο υλικό</p><br><p>--------------------</p><br><p>Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com</p><br><p>Ηχητικά εφέ: freesound.org</p><br><p>--------------------</p><br><p>ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ:</p><br><p>Ο Πρίγκιπας Απρόσμενος</p><br><p>Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας βασιλιάς και μια βασίλισσα που, αν και παντρεμένοι τρία χρόνια, δεν είχαν κάνει παιδιά, κάτι που τους στενοχωρούσε ιδιαίτερα. Μια μέρα ο βασιλιάς κλήθηκε να εποπτεύσει το βασίλειο και τους υπηκόους του. Θα άφηνε τη βασίλισσά του για οκτώ ολόκληρους μήνες.</p><br><p>Προς το τέλος του ένατου μήνα ο βασιλιάς επιτέλους θα επέστρεφε , έχοντας εκτελέσει επιμελώς το έργο του. Βρισκόταν πια έξω από τα περίχωρα της βασιλικής πρωτεύουσας, όταν συνάντησε μια ακατοίκητη κοιλάδα. Μες στην καρδιά του ζεστού καλοκαιριού δίψασε τόσο πολύ, που έστειλε τους υπηρέτες, να του φέρουν νερό να πιει. Οι υπηρέτες σκορπίστηκαν προς όλες τις κατευθύνσεις, αλλά δυο ώρες μετά, γύρισαν με άδεια χέρια, δεν είχαν καταφέρει να βρουν τίποτα.</p><br><p>Ο διψασμένος βασιλιάς αποφάσισε να ερευνήσει ο ίδιος την περιοχή , δεν μπορούσε να πιστέψει πως δεν υπήρχε ούτε ρυάκι, ούτε πηγή σε μια τόσο μεγάλη έκταση. Πήγαινε και πήγαινε ώσπου σε ένα πλάτωμα όπου πριν δεν υπήρχε νερό, του φάνηκε πως είδε ένα πηγάδι. Πλησιάζοντας παρατήρησε, το περιφραγμένο με ξύλο πηγάδι που φαινόταν καινούριο, γεμάτο με γάργαρο νερό&nbsp;και στο κέντρο ένα ασημένιο ποτηράκι να επιπλέει. Ο βασιλιάς ξεπέζεψε βιαστικά και όρμησε να πιάσει το ασημένιο ποτηράκι με το δεξί του χέρι. Μα το ποτηράκι σαν να ήταν ζωντανό και να τον είχε δει, κουνήθηκε από μόνο του προς την άλλη πλευρά του πηγαδιού και συνέχισε να επιπλέει. Ο βασιλιάς γονάτισε και ξαναπροσπάθησε να το πιάσει, αυτή τη φορά με τ’ αριστερό του χέρι, αλλά αυτό πάλι του ξέφυγε και πήγε από την άλλη, αναγκάζοντας τον βασιλιά να προσπαθήσει να το πιάσει και με τα δυο του&nbsp;χέρια. Κι εκεί που κόντευε να το στριμώξει, το ποτηράκι βούτηξε σαν ψάρι και ξαναβγήκε αλλού, πιο μακριά. «Να κρεμαστεί αμέσως!», σκέφτηκε ο βασιλιάς, «Αφού δεν μπορώ να πιω από το ποτήρι, θα τα καταφέρω χωρίς αυτό». Έσκυψε λοιπόν πάνω από το νερό που ήταν καθαρό σαν κρύσταλλο και κρύο σαν πάγος και άρχισε να πίνει με βουλιμία. Μέχρι κι η μακριά του γενειάδα βυθίστηκε στο νερό, έτσι όπως ήταν σκυμμένος. Όταν ξεδίψασε, ο βασιλιάς έκανε να σηκωθεί μα δεν μπορούσε, κάτι τον είχε πιάσει από τη γενειάδα του και δεν τον άφηνε. Τραβήχτηκε ξανά, χωρίς αποτέλεσμα. «Ποιος είναι εκεί; Άσε με σου λέω!»</p><br><p>Τότε ακούστηκε από το πηγάδι: «Εγώ είμαι ο Υπόγειος Βασιλιάς, ο Αθάνατος Μπόνι&nbsp;και δεν θα σε αφήσω, αν δεν μου τάξεις αυτό που εν αγνοία σου άφησες πίσω στο παλάτι και που δεν περιμένεις να βρεις σαν θα γυρίσεις».</p><br><p>Ο βασιλιάς κοίταξε στα βάθη του πηγαδιού και προς έκπληξή του είδε ένα κεφάλι, μεγάλο σαν βαρέλι με πράσινα μάτια και ένα στόμα από το ένα αυτί μέχρι τ’ άλλο. Του είχε πιάσει τη γενειάδα με χέρια σαν του κάβουρα και είχε ένα καταχθόνιο χαμόγελο στα χείλη. Ο βασιλιάς θεώρησε ότι αυτό που αγνοούσε ότι υπήρχε πριν φύγει και που δεν περίμενε να βρει όταν επέστρεφε, δεν θα μπορούσε να έχει μεγάλη αξία κι έτσι συμφώνησε: «Είναι δικό σου». Το πλάσμα έσκασε στα γέλια και εν ριπή οφθαλμού εξαφανίστηκε, μαζί με το πηγάδι, τον φράχτη και το ασημένιο ποτηράκι. Ο βασιλιάς, ελεύθερος πια, έμεινε κατάμονος πάνω σε έναν λοφίσκο χωρίς τίποτα τριγύρω του. Σηκώθηκε, έκανε τον σταυρό του και ξανανέβηκε στο άλογό του, κάλπασε μέχρι να βρει τους ακολούθους του και έβαλε μπρος για την πρωτεύουσα.</p><br><p>Σε μια-δυο εβδομάδες ο βασιλιάς έφτασε πια στην πόλη του. Ο κόσμος έβγαινε έξω να τον προϋπαντήσει και να τον συγχαρεί. Έφτασε στην είσοδο του παλατιού, πέρασε τη μεγάλη και βαριά πόρτα και άρχισε να περπατά στον διάδρομο που&nbsp;οδηγούσε στην αίθουσα του θρόνου. Εκεί, στο τέλος του διαδρόμου τον περίμενε η βασίλισσα. Κρατούσε κοντά στο στήθος της ένα μαξιλάρι και πάνω σ’ αυτό υπήρχε ένα μωρό. Το μωρό ήταν όμορφο σαν το φεγγάρι και κλοτσούσε χαριτωμένα τα υφάσματα που απαλά το τύλιγαν. Ο βασιλιάς έπειτα από τη λάμψη ευτυχίας που τον έλουσε, θυμήθηκε και με πόνο μονολόγησε: «Αυτό είναι που αγνοούσα ότι υπήρχε και που δεν περίμενα να βρω». Και άρχισε να κλαίει με δάκρυ πικρό. Η αυλή τον κοίταζε σαστισμένη αλλά κανείς δεν τόλμησε να ρωτήσει. Ο βασιλιάς πήρε τον γιο του στα χέρια του και χωρίς να πει κουβέντα, κοίταξε για αρκετή ώρα το αθώο του προσωπάκι. Ύστερα τον πήγε ο ίδιος στο παλάτι και τον έβαλε στην κούνια του. Από εκείνη τη μέρα, ο βασιλιάς αφοσιώθηκε στο λαό του και έχασε τη σπιρτάδα και την ευθυμία του, μιας και στο πίσω μέρος του μυαλού του υπήρχε&nbsp;πάντα η σκέψη, ότι μια μέρα θα ερχόταν ο Μπόνι να του πάρει το παιδί. Αυτό τον πονούσε βαθύτατα.</p><br><p>πέρασαν εβδομάδες, μήνες και χρόνια αλλά κανείς δεν ήρθε να του πάρει τον γιο. Ο πρίγκιπας, που τον ονόμασαν Απρόσμενο, μεγάλωσε και ωρίμασε, έγινε ένας σωστός νεαρός κύριος. Με το πέρασμα του χρόνου ηρέμησε κι ο βασιλιάς, ξαναβρήκε τον παλιό καλό εαυτό του&nbsp;και ξέχασε τα περασμένα γεγονότα, αλίμονο όμως, δεν ξεχνούν όλοι τόσο εύκολα.</p><br><p>Μια μέρα ο πρίγκιπας που είχε βγει για κυνήγι, ξεμάκρυνε από την παρέα του και κατέληξε μόνος σε μια άγρια ερημιά. Ξάφνου βρέθηκε μπροστά του ένας κακάσχημος γέρος με πράσινα μάτια και του είπε: «Πώς είστε πρίγκηπα Απρόσμενε; Σας περίμενα τόσον καιρό...». «Μα ποιος είσαι;» ρώτησε έκπληκτος ο πρίγκιπας. «Σύντομα θα&nbsp;μάθεις πολύ καλά, αλλά πριν, θέλω να πας στον πατέρα σου και να του δώσεις χαιρετίσματα από εμένα και να του πεις ότι θα χαρώ ιδιαιτέρως να τακτοποιήσουμε τους λογαριασμούς μας. Γιατί αν δεν ξεπληρώσει το χρέος του σ’ εμένα, θα το μετανιώσει πικρά!» Και με αυτά τα λόγια ο αποκρουστικός γέρος εξαφανίστηκε. Κατάπληκτος κι απορημένος ο πρίγκιπας γύρισε στο παλάτι και είπε στον πατέρα του τι είχε συμβεί. Ο βασιλιάς έγινε κάτασπρος σαν το πανί και αποκάλυψε το μυστικό του στον γιο του. «Μην κλαις πατέρα!» απάντησε ο πρίγκιπας, «δεν είναι δα και τόσο μεγάλη συμφορά. Είμαι σίγουρος πως θα καταφέρω τον Μπόνι να σπάσει τη συμφωνία σας, αυτή που με τέτοιο δόλο σε ανάγκασε να κάνεις. Αν σε ένα χρόνο δεν έχω επιστρέψει, αυτό θα σημαίνει ότι μάλλον δεν θα ξαναϊδωθούμε ποτέ».</p><br><p>Έτσι ο πρίγκιπας ετοιμάστηκε για το ταξίδι του, ο βασιλιάς του έδωσε μια ατσάλινη πανοπλία, ένα ξίφος και το καλύτερό του άλογο, ενώ η βασίλισσα του κρέμασε γύρω από τον λαιμό ένα σταυρό από καθαρό χρυσάφι. Αγκαλιάστηκαν, έκλαψαν κι ο πρίγκιπας αναχώρησε.</p><br><p>Ταξίδεψε μία μέρα, δύο μέρες, τρεις μέρες και στο τέλος της τέταρτης μέρας, όταν πια ο ήλιος έδυε, ο πρίγκιπας έφτασε στις ακτές μιας θάλασσας, σε ένα μικρό κολπίσκο. Κοίταξε γύρω του και είδε πάνω στην άμμο δώδεκα ολόλευκα φορέματα, αλλά κανένα σημείο ζωής, παρά μόνο δώδεκα χήνες που κολυμπούσαν στη θάλασσα. Περίεργος να μάθει τίνος ήταν τα ρούχα, ξεπέζεψε, άφησε τ’ άλογό του να βοσκήσει λίγο παραπέρα, πήρε ένα φόρεμα και&nbsp;κρύφτηκε πίσω από ένα θάμνο, περιμένοντας να δει τι θα γίνει. Δεν πέρασε πολλή ώρα και οι χήνες βγήκαν στην ακτή, οι έντεκα πλησίασαν τα ρούχα, έπεσαν επάνω τους κι αμέσως μεταμορφώθηκαν σε έντεκα πανέμορφες κοπέλες. Ντύθηκαν γρήγορα κι έτρεξαν προς τη στεριά. Η δωδέκατη χήνα, η τελευταία και η ομορφότερη απ’ όλες έμεινε πίσω και δεν βγήκε από το νερό, μόνο τέντωσε τον λαιμό της με λαχτάρα κοιτάζοντας δεξιά κι αριστερά. Βλέποντας τον πρίγκηπα που κρυβόταν είπε με ανθρώπινη φωνή: «Πρίγκηπα Απρόσμενε, δώσε μου το φόρεμά μου και θα σου είμαι ευγνώμων». Ο πρίγκιπας την σεβάστηκε, επέστρεψε το φόρεμα εκεί που το είχε βρει και ταπεινά γύρισε το βλέμμα του από την άλλη. Η χήνα βγήκε από το νερό, μεταμορφώθηκε σε κοπέλα και ντύθηκε στα γρήγορα. Στάθηκε μπροστά στον πρίγκηπα και κοκκινίζοντας, του έδωσε το χέρι της και του είπε με ευχάριστη φωνή: «Σε ευχαριστώ ευγενικέ πρίγκηπα που με άκουσες. Είμαι η μικρότερη από τις δώδεκα κόρες του Αθάνατου Μπόνι, του κυρίαρχου του κάτω βασιλείου. Ο πατέρας μου, πρίγκηπα, σε περιμένει εδώ και καιρό και είναι πολύ θυμωμένος. Αλλά μη φοβάσαι, μόνο άκου τι θα σου πω. Μόλις δεις τον Μπόνι πέσε στα γόνατα και, όσο κι αν φωνάξει και διαμαρτυρηθεί και απειλήσει, εσύ μην πτοηθείς και πλησίασέ τον με σθένος και σιγουριά. Τι θα συμβεί στη συνέχεια, θα πρέπει να το δεις μόνος σου, τώρα πρέπει να χωρίσουμε». Και η πριγκίπισσα χτύπησε το τακουνάκι της στο έδαφος, το έδαφος ευθύς χάθηκε κάτω από τα πόδια τους και κατέβηκαν και οι δυο προς το λαμπρό παλάτι του Υπόγειου Βασιλιά.</p><br><p>Ο πρίγκιπας γεμάτος&nbsp;αυτοπεποίθηση, μπήκε στην αίθουσα του θρόνου όπου καθόταν ο Μπόνι με ένα λαμπερό στέμμα στο κεφάλι. Τα μάτια του έλαμπαν σαν πράσινο γυαλί και τα χέρια του ήταν σαν τις δαγκάνες του κάβουρα. Με το που τον είδε ο πρίγκιπας έπεσε στα γόνατα και ο Μπόνι έβγαλε μια τόσο δυνατή κραυγή που σείστηκε όλο το υπόγειο βασίλειο. Αλλά ο πρίγκιπας αποφασισμένος, πλησίασε τον θρόνο μπουσουλώντας και όταν πια έφτασε πολύ κοντά, ο Μπόνι του είπε: «Είσαι πολύ τυχερός πρίγκηπα που κατάφερες να με κάνεις να χαμογελάσω. Είσαι ευπρόσδεκτος να παραμείνεις στο βασίλειο, μα για να γίνεις κανονικός πολίτης θα πρέπει να εκτελέσεις τρεις προσταγές μου. Είναι αργά όμως, ας ξεκινήσουμε αύριο. Το δωμάτιό σου είναι έτοιμο και σε περιμένει».</p><br><p>Ο πρίγκιπας κοιμήθηκε ανενόχλητος όλο το βράδυ και νωρίς το επόμενο πρωί, ο Μπόνι τον κάλεσε και του είπε: «Ας δούμε τώρα πρίγκηπα τι μπορείς να κάνεις. Μέχρι το επόμενο πρωί πρέπει να έχεις χτίσει ένα παλάτι από μάρμαρο. Τα παράθυρά του να είναι από κρύσταλλο, η οροφή από χρυσάφι και γύρω να έχει έναν πανέμορφο κήπο με παγκάκια και σιντριβάνια. Αν τα καταφέρεις, θα κερδίσεις την αγάπη μου. Αν όμως αποτύχεις, θα διατάξω να αποκεφαλιστείς». Ο πρίγκιπας άκουσε τις προσταγές υπομονετικά, υποκλίθηκε και επέστρεψε στο δωμάτιό του. Έκατσε στην άκρη του κρεβατιού γεμάτος απόγνωση, σκεπτόμενος πως πολύ σύντομα θα πέθαινε, αλλά ξάφνου έξω από το παράθυρο ακούστηκε το επίμονο βουητό μιας μέλισσας: «Άνοιξέ μου!» είπε, και ο πρίγκιπας άνοιξε το παράθυρο. Η μέλισσα πέταξε μέσα στο δωμάτιο και πριν καταλάβει καλά καλά ο πρίγκιπας τι είχε συμβεί, μπροστά του στεκόταν η νεότερη κόρη του βασιλιά Μπόνι. «Τι σε απασχολεί πρίγκηπα Απρόσμενε;» τον ρώτησε. «Αλίμονο! Σκέφτομαι πως ο πατέρας σου θέλει να μου πάρει τη ζωή», απάντησε ο νεαρός με πόνο στη φωνή του. «Μη φοβάσαι, ξάπλωσε και κοιμήσου ήσυχα κι αύριο το πρωί το παλάτι σου θα είναι έτοιμο».</p><br><p>Έτσι κι έγινε. Την αυγή ο πρίγκιπας βγήκε από το δωμάτιό του και μπροστά του βρισκόταν το πιο όμορφο παλάτι που είχε δει ποτέ του, μέχρι και ο βασιλιάς Μπόνι δεν πίστευε τα μάτια του, όταν το είδε! «Μάλιστα, τα κατάφερες αυτή τη φορά, αλλά άκου τώρα τη δεύτερη προσταγή μου: Αύριο το πρωί θα σου παρουσιάσω τις δώδεκα κόρες μου. Αν δεν καταφέρεις να μαντέψεις ποια είναι η μικρότερη, τότε θα σου πάρω το κεφάλι». Ο πρίγκιπας επέστρεψε στο δωμάτιό του και μονολόγησε: «Εγώ, να μην μπορώ να ξεχωρίσω τη μικρότερη κόρη του Μπόνι! Σιγά το δύσκολο» Και πετώντας στο δωμάτιο πάλι σαν μέλισσα, η μικρότερη πριγκίπισσα είπε «Εδώ είναι η δυσκολία. Μοιάζουμε όλες τόσο πολύ, που κι ο ίδιος μας ο πατέρας, μας ξεχωρίζει από τις φορεσιές μας».</p><br><p>«Και τι θα κάνω τώρα;» ρώτησε με αγωνία ο πρίγκιπας.</p><br><p>«Θα σου πω. Πάνω από το αριστερό μάτι της μικρής κόρης, θα δεις μια αγελάδα. Μόνο κοίτα καλά. Αντίο», είπε η πριγκίπισσα και έφυγε, όπως ήρθε.</p><br><p>Την επόμενη αυγή ο βασιλιάς Μπόνι έστειλε να του φέρουν τον πρίγκιπα Απρόσμενο. Οι δώδεκα πριγκίπισσες στέκονταν η μια δίπλα στην άλλη, ντυμένες ολόιδια, με το βλέμμα&nbsp;χαμηλωμένο. Ο πρίγκιπας εντυπωσιάστηκε με την ομοιότητά&nbsp;τους. Τις κοίταξε όλες, μια, δυο κι όμως δεν μπορούσε να εντοπίσει το σημάδι που έψαχνε. Την τρίτη όμως φορά που τις εξέτασε, παρατήρησε ότι μια κόρη είχε πάνω από το αριστερό της φρύδι ένα σημάδι που έμοιαζε με αγελάδα και τότε ενθουσιασμένος φώναξε: «Αυτή είναι η μικρότερη!»</p><br><p>«Μας πως στα κομμάτια το μάντεψες;», είπε ενοχλημένος ο Μπόνι. «Κάτι δεν μου αρέσει καθόλου, μάλλον κλέβεις. Πολύ καλά λοιπόν, θα σε αντιμετωπίσω αλλιώς πρίγκηπα. Θα παρουσιαστείς μπροστά μου σε τρεις ώρες, για να δούμε τις ικανότητές σου με εμένα παρών: Θα ανάψω ένα άχυρο και πριν αυτό σβήσει, εσύ θα πρέπει να φτιάξεις ένα ζευγάρι μπότες. Αν δεν τα καταφέρεις, θα πεθάνεις».</p><br><p>Αυτή τη φορά ο πρίγκπας βρισκόταν σε απόγνωση πριν καν μπει στο δωμάτιό του. Η μέλισσα ήταν ήδη εκεί και τον ρώτησε: «Γιατί τόσο σκεπτικός πρίγκιπά μου;»</p><br><p>«Πώς να μην είμαι σκεπτικός, όταν ο πατέρας σου θέλει να του φτιάξω ένα ζευγάρι μπότες; Δεν είμαι τσαγκάρης».</p><br><p>«Πώς να κάνεις αλλιώς;»</p><br><p>«Δεν θα καταφέρω να φτιάξω τις μπότες, αλλά δεν φοβάμαι τον θάνατο, ας γίνει ότι είναι να γίνει».</p><br><p>«Όχι πρίγκιπά μου, δεν θα πεθάνεις. Θα προσπαθήσω άλλη μια φορά να σε σώσω και είτε θα φύγουμε μαζί από εδώ, είτε θα πεθάνουμε κι οι δυό. Πρέπει να αποδράσουμε, δεν μας μένει άλλη λύση».</p><br><p>Τότε η πριγκίπισσα γυρνώντας προς το παράθυρο, το έφτυσε και το σάλιο της έγινε αμέσως πάγος. Τότε πήρε το χέρι του πρίγκιπα και τον οδήγησε έξω από το δωμάτιο, κλείδωσε την πόρτα πίσω τους και πέταξε το κλειδί όσο πιο μακριά μπορούσε. Με βήμα γοργό και πάντα χέρι-χέρι, ξεκίνησαν την ανάβασή τους προς τον πάνω κόσμο, ώσπου έφτασαν στην είσοδο από την οποία είχε κατέβει ο πρίγκιπας στο Υπόγειο Βασίλειο του Μπόνι. Εκεί είδαν την ίδια θάλασσα, την ίδια ακτή, τους ίδιους θάμνους και τα ίδια λιβάδια, μάλιστα σε αυτά τα λιβάδια έβοσκε και το άλογο του πρίγκιπα, το οποίο μόλις είδε τον αφέντη του, κάλπασε προς το μέρος του. Χωρίς δεύτερη σκέψη, ο πρίγκιπας ανέβασε την κόρη στο άλογο, κατόπιν ανέβηκε κι αυτός και κατευθύνθηκαν προς τον τόπο του πρίγκιπα, όσο πιο γρήγορα μπορούσαν.</p><br><p>Όταν ο πρίγκιπας δεν εμφανίστηκε μπροστά στον βασιλιά Μπόνι&nbsp;τη συμφωνημένη ώρα, εκείνος έστειλε τους αυλικούς του να τον φέρουν. Βρήκαν την πόρτα κλειδωμένη κι άρχισαν να χτυπούν δυνατά. Ο πάγος στο τζάμι τότε, με τη φωνή του πρίγκιπα είπε: «Εντός ολίγου!» Οι αυλικοί επέστρεψαν και είπαν στον βασιλιά τι είχε συμβεί. Περίμεναν και περίμεναν μα ο πρίγκιπας ήταν άφαντος. Ο Μπόνι τότε ξαναέστειλε τους αυλικούς να φέρουν τον πρίγκιπα, εκείνοι ξαναχτύπησαν την πόρτα και για άλλη μια φορά ακούστηκε μέσα από το δωμάτιο η φωνή του πρίγκιπα: «Εντός ολίγου!». Μεταφέροντας τα γεγονότα στον βασιλιά, εκείνος φώναξε θυμωμένος: «Μα τι σημαίνουν όλα αυτά, με κοροϊδεύει;»&nbsp;«Να πάτε αμέσως, να σπάσετε την πόρτα και να τον φέρετε μπροστά μου!». Οι αυλικοί βιάστηκαν και μετά από προσπάθεια έσπασαν την πόρτα και μπήκαν στο δωμάτιο. Όμως εκεί δεν βρήκαν κανέναν, αλλά το μόνο που άκουσαν ήταν ένα γέλιο που ερχόταν από τον πάγο στο τζάμι καθώς έλιωνε. Ο Μπόνι έβραζε τώρα από θυμό και διέταξε όλους τους πολεμιστές του, να τρέξουν στο κατόπι του πρίγκιπα και της πριγκίπισσας και να μη γυρίσουν με άδεια χέρια αλλιώς θα θανατώνονταν.</p><br><p>Στο μεταξύ ο πρίγκιπας Απρόσμενος και η πριγκίπισσα, απομακρύνονταν&nbsp;γρήγορα, όταν ξοπίσω τους άκουσαν έναν μακρινό ήχο. Ο πρίγκιπας σταμάτησε το άλογό του, ξεπέζεψε και έβαλε το αυτί του στο έδαφος: «Μας ακολουθούν» είπε ανήσυχα. «Τότε δεν πρέπει να χάνουμε καιρό» είπε η πριγκίπισσα και αμέσως&nbsp;μεταμορφώθηκε σε ποταμό και ο πρίγκιπας σε γέφυρα, το άλογο σε κοράκι και ο δρόμος που ακολουθούσαν, απέκτησε τρία παρακλάδια. Φτάνοντας στο σημείο οι διώκτες,&nbsp;έμειναν με το στόμα ανοικτό. Τα ίχνη που ακολουθούσαν,&nbsp;έφταναν ως τη γέφυρα και ξαφνικά χάνονταν, ενώ μπροστά τους είχαν να διαλέξουν ανάμεσα σε τρεις δρόμους. Έχοντας έρθει χωρίς προμήθειες, αποφάσισαν ότι δεν είχαν άλλη επιλογή από το να γυρίσουν πίσω: «Μια γέφυρα κι ένα ποτάμι! Μα δεν καταλάβατε ότι αυτοί τα έβαλαν εκεί; Πηγαίνετε γρήγορα και&nbsp;μη γυρίσετε αν δεν τους βρείτε!» βρυχήθηκε ο Μπόνι, μόλις του είπαν οι πολεμιστές τι είχε συμβεί. Έτσι, έκαναν μεταβολή και συνέχισαν την καταδίωξή τους.</p><br><p>«Πάλι τους ακούω να πλησιάζουν!» ψιθύρισε τρομαγμένα η πριγκίπισσα στον πρίγκηπα Απρόσμενο, ο οποίος για άλλη μια φορά κόλλησε το αυτί του στη γη και είπε: «Αυτήν τη φορά έρχονται γρήγορα, πρέπει να είναι κοντά». Μεμιάς ο πρίγκιπας, η πριγκίπισσα και το άλογο μεταμορφώθηκαν σε πυκνό δάσος με αμέτρητα μονοπάτια και δρόμους, με έναν από αυτούς να έχει ίχνη αλόγου. Φτάνοντας οι πολεμιστές, παρατήρησαν τα χνάρια και τα ακολούθησαν,&nbsp;μπαίνοντας όλο και πιο βαθιά στο πυκνό δάσος. Κάποια στιγμή είδαν μπροστά τους τους φυγάδες και επιτάχυναν το κυνηγητό τους, αλλά ξάφνου το δάσος εξαφανίστηκε και βρέθηκαν εκεί όπου είχαν ξεκινήσει. Επέστρεψαν για άλλη μια φορά στον βασιλιά με άδεια χέρια: «Φέρτε μου αμέσως το καλύτερό μου άλογο!» τσίριξε ο Μπόνι με μανία, «θα πάω να τους φέρω πίσω ο ίδιος, δεν θα μου ξεφύγουν!» και με αυτά ξεκίνησε να τους πιάσει.</p><br><p>Η πριγκίπισσα είπε πάλι στον πρίγκηπα Απρόσμενο: «Μας κυνηγούν πάλι και αυτή τη φορά είναι ο ίδιος ο βασιλιάς. Δώσε μου τον χρυσό σταυρό σου και είμαι σίγουρη πως στην πρώτη εκκλησία που θα συναντήσουμε θα σταματήσει και το ταξίδι του πατέρα μου». Ο πρίγκιπας έβγαλε το δώρο της μητέρας του και το έδωσε στην πριγκίπισσα. Εκείνη αμέσως μεταμορφώθηκε σε εκκλησία, ο ίδιος&nbsp;μεταμορφώθηκε σε ιερέα και το άλογο σε καμπαναριό. Δευτερόλεπτα μετά έφτασε ο Μπόνι στο σημείο: «Μοναχέ!» ο Μπόνι απευθύνθηκε στον ιερέα, «μήπως πέρασαν από εδώ δύο ταξιδιώτες πάνω σε άλογο;»</p><br><p>«Τώρα μόλις έφυγαν ο πρίγκιπας Απρόσμενος και η πριγκίπισσά του. Μπήκαν στην εκκλησία μου, έδωσαν τους όρκους τους, άναψαν ένα κερί για εσένα βασιλιά μου και μου μήνυσαν να σου δώσω την ευχή τους αν σε δω». Απογοητευμένος, ο Μπόνι επέστρεψε στο παλάτι του. Έτσι ο πρίγκιπας και η πριγκίπισσα πάνω στο άλογο, συνέχισαν το ταξίδι της επιστροφής στο βασίλειο του πρίγκιπα.</p><br><p>Στον δρόμο τους βρέθηκε μια μικρή, πανέμορφη πόλη και ο πρίγκιπας δεν μπορούσε να αντισταθεί στην επιθυμία του να τη διασχίσει: «Πρίγκιπά μου, μην περάσεις από αυτήν την πόλη, έχω ένα πολύ κακό προαίσθημα».</p><br><p>«Μα θα ρίξουμε μόνο μια γρήγορη ματιά, και μετά θα συνεχίσουμε το ταξίδι μας», απάντησε με ανυπομονησία ο πρίγκιπας.</p><br><p>«Δεν ανησυχώ τόσο για την είσοδό μας στην πόλη αυτή, όσο για το αν θα βγούμε ποτέ. Αλλά αφού θέλεις τόσο πολύ να τη δεις, πήγαινε κι εγώ θα μείνω εδώ μεταμορφωμένη σε λευκή πέτρα μέχρι να γυρίσεις. Πρόσεχε όμως αγαπημένε μου, ο βασιλιάς, η βασίλισσα και η κόρη τους&nbsp;θα βγουν να σε προϋπαντήσουν. Μαζί τους θα είναι και ένα γλυκό μικρό αγόρι. Μην το φιλήσεις, γιατί ευθύς αμέσως θα με ξεχάσεις. Κι εγώ δεν θα ξαναδώ τούτον τον κόσμο, θα πεθάνω από απόγνωση. Θα σε περιμένω εδώ, και αν σε τρεις μέρες δεν έχεις γυρίσει, θυμήσου πως θα χαθώ εξαιτίας σου».</p><br><p>Ο πρίγκιπας την καθησύχασε και μπήκε με το άλογό του στην πόλη, η κόρη του Μπόνι μεταμορφώθηκε σε πέτρα και περίμενε υπομονετικά στην άκρη του δρόμου.</p><br><p>Πέρασε η πρώτη μέρα, πέρασε η δεύτερη και όταν πέρασε κι η τρίτη μέρα ήταν ξεκάθαρο πια, πως ο πρίγκιπας δεν είχε δώσει σημασία στα λόγια της πριγκίπισσας. Κακόμοιρη πριγκίπισσα, είχε γίνει όπως είχε προφητέψει: ο βασιλιάς, η βασίλισσα και η κόρη τους, είχαν βγει να υποδεχθούν τον πρίγκιπα Απρόσμενος και είχαν μαζί τους κι ένα αγοράκι με την πιο γλυκιά και παιχνιδιάρικη φωνή, τα πιο χρυσά σγουρά μαλλάκια και μάτια λαμπερά σαν άστρα. Το αγοράκι έτρεξε κατευθείαν στην αγκαλιά του πρίγκιπα, κι αυτός σαγηνευμένος από την ομορφιά του, ξέχασε τα πάντα και το φίλησε γλυκά. Εκείνη τη στιγμή η μνήμη του σκοτείνιασε και ξέχασε ολότελα την κόρη του βασιλιά Μπόνι.</p><br><p>Περιμένοντας η πριγκίπισσα μεταμορφωμένη σε λευκή πέτρα μια μέρα, δυο μέρες, τρεις μέρες χωρίς να φανεί ο πρίγκιπάς της, μεταμορφώθηκε αυτή τη φορά σε άνθος καλαμποκιού που φύτρωσε ανάμεσα στα στάχυα, στο πλάι του δρόμου: «Εδώ θα μείνω, μέχρι να έρθει κάποιος, είτε να με κόψει είτε να με ποδοπατήσει», είπε η πριγκίπισσα με παράπονο, καθώς δροσερά δάκρυα έτρεχαν από τα γαλάζια της πέταλα. Σύντομα, ένας γέρος περιπατητής που περνούσε από εκεί, είδε το άνθος και, έκθαμβος από την ομορφιά του, το ξερίζωσε προσεκτικά, το πήρε μαζί του και το φύτεψε ευλαβικά σε μια γλάστρα. Και ω! τι θαύμα! Από τη μέρα που έφερε το λουλούδι στο σπίτι του, η καθημερινότητα του γέρου γέμισε με μαγεία. Δεν προλάβαινε να σηκωθεί το πρωί από τον ύπνο του και έβρισκε το σπιτικό του πεντακάθαρο, ούτε ίχνος σκόνης δεν υπήρχε πουθενά. Όταν γύριζε το απόγευμα, το γεύμα του τον περίμενε πάντα στρωμένο στο τραπέζι, το μόνο που είχε να κάνει ήταν να κάτσει και να φάει όσο τραβούσε η όρεξή του. Ο γέρος προσπαθούσε ξανά και ξανά να καταλάβει τι συνέβαινε και μη μπορώντας να βρει εξήγηση άρχισε να φοβάται. Έτσι, πήγε να βρει τη μάγισσα του χωριού: «Θα σου πω εγώ τι να κάνεις», του είπε η γριά μάγισσα, «να σηκωθείς το πρωί πριν να βγει ο ήλιος, πριν να κακαρίσουν τα πρώτα κοκόρια και κοίτα προσεχτικά για οποιαδήποτε κίνηση. Ό,τι δεις να κινείται έστω και λίγο, σκέπασέ το με μια πετσέτα. Το τι θα γίνει μετά, αυτό θα το δεις μόνο εσύ».</p><br><p>Ο γέρος δεν μπόρεσε να κοιμηθεί όλο το βράδυ από την αγωνία. Μόλις όμως ο ήλιος ίσα που άρχισε να φωτίζει το σπίτι, είδε με τα ίδια του τα μάτια το λουλούδι,&nbsp;να βγαίνει μόνο του από τη γλάστρα και να κινείται στο δωμάτιο. Ταυτόχρονα, όλα άρχισαν να τακτοποιούνται, η σκόνη έβγαινε έξω από μόνη της, η φωτιά θέριεψε&nbsp;στη σόμπα. Προσεκτικά, ο γέρος πήδηξε από το κρεβάτι του και γρήγορα σκέπασε&nbsp;με την πετσέτα το λουλούδι. Και να! Το λουλούδι άλλαξε κι έγινε μια πανέμορφη κοπέλα, η κόρη του βασιλιά Μπόνι: «Τι έκανες;» άρχισε να κλαίει η πριγκίπισσα, «γιατί με ξαναζωντάνεψες; Ο μονάκριβός μου, ο πρίγκιπας Απρόσμενος με λησμόνησε και δεν έχω πια λόγο να ζω».</p><br><p>«Ο αγαπημένος σου πριγκίπισσα, σκοπεύει να παντρευτεί σήμερα. Το γλέντι είναι έτοιμο και οι πρώτοι καλεσμένοι θα έχουν ήδη αρχίσει να καταφτάνουν».</p><br><p>Η πριγκίπισσα έκλαψε για κάμποσο με λυγμούς, μα σαν στέρεψε από δάκρυα, έριξε πάνω της κάτι μάλλινα κουρέλια και ντυμένη σαν χωριατοπούλα κατευθύνθηκε αποφασιστικά προς την πόλη. Στο πίσω μέρος του παλατιού, βρήκε την πόρτα της βασιλικής κουζίνας ανοικτή και βλέποντας τον αρχιμάγειρα, τον πλησίασε και του είπε: «Καλέ μου κύριε, κάντε μου μια χάρη, αφήστε με να ετοιμάσω εγώ τη γαμήλια τούρτα για τον πρίγκιπα Απρόσμενο». Απασχολημένος και αφηρημένος, ο αρχιμάγειρας ήταν έτοιμος να την διώξει με τις κλωτσιές από την κουζίνα του, μέχρι που γύρισε και κοίταξε την κοπέλα που μόλις του είχε μιλήσει: «Ω, ομορφότερη των ομορφότερων, κάνε ότι επιθυμείς κι εγώ ο ίδιος θα παραδώσω το γαμήλιο γλυκό στον πρίγκιπα!» της είπε με ευγένεια και γλύκα. Η τούρτα ετοιμάστηκε εγκαίρως και όλοι οι καλεσμένοι ήδη κάθονταν στις θέσεις τους. Ο αρχιμάγειρας έφερε την τεράστια τούρτα στο τραπέζι πάνω σε μια ασημένια πιατέλα. Πηγαίνοντας να κόψει το πρώτο κομμάτι ο πρίγκιπας, κάτι θαυμάσιο συνέβη: Μέσα από την τούρτα ξεπήδησαν δύο περιστέρια, ένα γκρίζο κι ένα λευκό. Το γκρίζο περιστέρι άρχισε να περπατάει γύρω γύρω στο τραπέζι και το λευκό να τον ακολουθεί, κελαηδώντας:</p><p>«Μείνε, μείνε περιστέρι</p><p>Θυμήσου το αληθινό σου ταίρι</p><p>Τον αγαπημένο μου ζητώ να φτάσω</p><p>Τον πρίγκιπα Απρόσμενο να πιάσω</p><p>Που πρόδωσε την κόρη του Μπόνι μέρα μεσημέρι»</p><br><p>Και τότε ο πρίγκιπας τα θυμήθηκε μεμιάς όλα, η θολή του μνήμη επανήλθε και πηδώντας στο τραπέζι, έτρεξε για την πόρτα, εκεί που τον περίμενε η πριγκίπισσά του, η κόρη του Μπόνι και τον πήρε απ’ το χέρι. Μαζί κατέβηκαν ως την έξοδο του παλατιού όπου και τους περίμενε ένα έτοιμο σελωμένο άλογο.</p><br><p>Χωρίς καθυστέρηση, ο πρίγκιπας Απρόσμενος και η πριγκίπισσα καβάλησαν το άλογο και χωρίς κανένα άλλο εμπόδιο έφτασαν επιτέλους στο βασίλειο του πρίγκιπα. Ο βασιλιάς και η βασίλισσα τους υποδέχτηκαν θερμά, και σύντομα οργάνωσαν τον πιο χαρμόσυνο και πλουσιοπάροχο γάμο στα χρονικά του βασιλείου.</p><br><p>-----------------------</p><hr><p style='color:grey; font-size:0.75em;'> Hosted on Acast. See <a style='color:grey;' target='_blank' rel='noopener noreferrer' href='https://acast.com/privacy'>acast.com/privacy</a> for more information.</p>]]></itunes:summary>
		</item>
		<itunes:category text="Arts">
			<itunes:category text="Books"/>
		</itunes:category>
    	<itunes:category text="History"/>
		<itunes:category text="Kids &amp; Family">
			<itunes:category text="Stories for Kids"/>
		</itunes:category>
    </channel>
</rss>
